Τρίτη 24 Νοεμβρίου 2009

Ενθουσίασαν οι WASP

Για πέμπτη φορά μας επισκέφθηκαν οι W.A.S.P και αυτή τη φορά με αφορμή την κυκλοφορία του πολύ καλού, κατά γενική ομολογία, “Babylon”. Ένας δίσκος που μας γύρισε πίσω στις πρώτες του συγκροτήματος, τουλάχιστον όσον αφορά στην ατμόσφαιρα κεφιού που επικρατεί.
Άνοιξαν με το “On Your Knees” και χωρίς διακοπή έπαιξαν το “The Real Me” ενώ συνέχισαν με το “L.O.V.E. Machine”.
Οι W.A.S.P από την αρχή έδειξαν ότι ο σκοπός των συναυλιών είναι να περνά το κοινό, αλλά και αυτοί, καλά και για αυτό το λόγο έπαιξαν ένα set-list αφιερωμένο στο, ομολογουμένως πλούσιο, παρελθόν τους. Από το “Babylon” έπαιξαν μόνο δυο κομμάτια (“Crazy” και “Babylon's Burning”) ενώ από τον προηγούμενο τους δίσκο (Dominator) έπαιξαν τα “Heaven's Hung In Black” και “Take Me Up”.
Ανάμεσα στα υπόλοιπα τραγούδια που ακούστηκαν εκείνη τη βραδιά ήταν και τα
Wild Child”, “Arena Of Pleasure”, “Chainsaw Charlie (Murders In The New Morgue)”, “The Idol”, “I Wanna Be Somebody” ενώ έπαιξαν και ένα medley αποτελούμενο από τα “Hellion”, “I Don't Need No Doctor” “Scream Until You Like It”.
Η συναυλία τελείωσε με το πλέον κατάλληλο τραγούδι, το “Blind In Texas”.
Η μη ύπαρξη σκηνικών, η οποία στην αρχή ομολογώ ότι με ξένισε λίγο, αποδείχθηκε σωστή επιλογή, καθώς την ώρα που παίζανε στο video wall που υπήρχε στο πίσω μέρος της σκηνής, προβάλλονταν τα αντίστοιχα video clips των κομματιών.
Το show των W.A.S.P κράτησε μιάμιση ώρα, κατά την οποία το κατάμεστο Gagarin (μια και η συναυλία ήταν sold out) δε σταμάτησε να χειροκροτεί το συγκρότημα, και ιδιαίτερα τον Blackie.
Και οι ίδιοι απέδειξαν όμως ότι το άξιζαν, καθώς μας προσέφεραν μια ξεχωριστή εμφάνιση.
Δημήτρης Καρβούνης

SPYS:Τα ορφανά...των Foreigner

Το συγκρότημα των SPYS δημιουργήθηκε το 1981 από δύο πρώην μέλη των FOREIGNER.
Από τον Al Greenwood (πλήκτρα) και Ed Gagliardi (μπάσο) και με την προσθήκη των John Blanco (φωνητικά), John di Gaudio (κιθάρα) και Billy Milne (ντραμς).
Η δραστηριοποίηση του γκρουπ άρχισε το 1982 με την κυκλοφορία του εξαιρετικού ομώνυμου album, το οποίο είχε άριστη παραγωγή από τον Neil Kernon (Dokken, Queensryche κ.α) με εκπληκτικές μελωδίες και ερμηνείες αλλά επίσης και με εντυπωσιακές συνθέσεις.
Τραγούδια σαν τα "She cant wait", "Danger", "Desiree", "Ice Age", "Don't say goodbye", "Into the night" ακούγονται και σήμερα άνετα από πολύ κόσμο.
Την επόμενη χρονιά οι SPYS κυκλοφορούν τον πολύ καλό δίσκο "Behind Enemy Lines" με ακόμα πιο ροκ συνθέσεις και σαφώς λιγότερο επηρεασμούς από τους FOREIGNER.
Στον δεύτερο δίσκο περιλαμβάνεται μέχρι και ρώσικη χορωδία με στόχο να δείξει το γκρουπ ότι έχει προοδευτικές και έξυπνες μουσικές ιδέες όμως η εταιρία που ανήκουν τους δημιούργησε σοβαρά προβλήματα λόγω των χαμηλών πωλήσεων και τους άφησε χωρίς συμβόλαιο με συνέπεια το συγκρότημα να αναγκασθεί να διαλυθεί.
Οι SPYS θα περάσουν στην ιστορία της ροκ (για όσους θέλουν να τους ανακαλύψουν) ως ένα αρκετό ενδιαφέρον σχήμα που κατάφερε σε δύο μόλις δίσκους να γράψει υπέροχα μελωδικά ροκ τραγούδια.
Φώτης Μελέτης

Πέμπτη 19 Νοεμβρίου 2009

ARCH RIVAL - "In The Face Of Danger"

Εδώ έχουμε να κάνουμε με την επανακυκλοφορία του πρώτου δίσκου των Arch Rival με τίτλο “In The Face Of Danger” που είχε κυκλοφορήσει σχεδόν πριν από είκοσι χρόνια, και πιο συγκεκριμένα το 1991.
Για όσους δε γνωρίζουν, οι Arch Rival είναι το σχήμα του χαρισματικού κιθαρίστα Michael Harris, ο οποίος έχει συνεργαστεί με μεγάλα του hard rock αλλά και του progressive χώρου. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι έχει συμμετάσχει στα προσωπικά albums τόσο του David Chastain όσο και του Vitalij Kuprij.
Η μουσική του σχήματος περιγράφεται ως μελωδικό hard rock, όπως αυτό παιζότανε στα τέλη της δεκαετίας του 80 και στις αρχές της δεκαετίας του 90, χωρίς όμως να λείπουν και οι heavy metal (τουλάχιστον όπως εννοείται στην Αμερική) αναφορές.
Για να γίνω πιο συγκεκριμένος το συγκρότημα κινείται τον ίδιο μουσικό χώρο με συγκροτήματα όπως οι Dokken, οι Impellitteri, οι Warrant ενώ σε κάποιους μπορεί να φέρει στο νου το πώς θα ακούγονταν οι Armored Saint αν αυτοί έπαιζαν hard rock και όχι heavy metal.
Η φοβερή κιθαριστική δουλειά του Michael Harris αλλά και οι συγκλονιστικές ερμηνείες του τραγουδιστή Steve Snyder, αποδεικνύει ότι οι Arch Rival δεν αποτελούν ένα συγκρότημα κλώνο των παραπάνω σχημάτων. Απλά ακούστε τα “In The Face Of Danger” και “Rock The Night Away”, “Shotgun At Midnight” (προσωπικά αγαπημένα) και θα καταλάβετε ότι έχετε να κάνετε με ένα συγκρότημα, το οποίο δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από τα μεγάλα ονόματα του χώρου.
Το όλο πακέτο της επανακυκλοφορίας γίνεται ακόμα πιο δελεαστικό, καθώς στα κομμάτια της αρχικής κυκλοφορίας έχουν προστεθεί δυο νέα live κομμάτια, ενώ υπάρχει και ένα DVD, το οποίο περιέχει promo αλλά και live videos του συγκροτήματος αλλά και αρκετά άλλα έξτρα.
Η κυκλοφορία αυτή ενδείκνυται όχι μόνο για τους φίλους των παραπάνω συγκροτημάτων, αλλά και γενικότερα για όσους γουστάρουν το μελωδικό hard rock.
Καρβούνης Δημήτρης

HALFORD – "Winter Songs"

Όταν έμαθα ότι ο Halford θα κυκλοφορήσει “χριστουγεννιάτικο” δίσκο ήμουν αρκετά επιφυλακτικός ως προς το ποιο θα είναι το αποτέλεσμα.
Ακούγοντας το “Winter Songs” το πρώτο πράγμα που γίνεται αμέσως φανερό είναι ότι η φωνή του Halford εξακολουθεί να ακούγεται μαγευτική, ειδικά αν λάβουμε υπόψη μας ότι έχουν περάσει αρκετά χρόνια από την πρώτη του νεότητα.
Δεύτερον, και αρκετά σημαντικό, ο Halford απέφυγε να κυκλοφορήσει ένα δίσκο με metal διασκευές σε γνωστά χριστουγεννιάτικα τραγούδια. Το πείραμα αυτό έχει γίνει αρκετές φορές στο παρελθόν και πραγματικά δε θα είχε ιδιαίτερο νόημα να ξανακούσουμε το Jingle Bells με δίκασες και γρήγορες κιθάρες.
Αντίθετα το “Winter Songs” περιλαμβάνει εκτελέσεις σε όχι τόσο γνωστά κομμάτια (We Three Kings) αλλά και νέες συνθέσεις του metal god.
Το γεγονός ότι πρόκειται για μια “ιδιαίτερη” κυκλοφορία και όχι για το “νέο” δίσκο του Halford, δίνει τη δυνατότητα στο συγκρότημα να πειραματιστεί και με ενορχηστρώσεις, οι οποίες δε θα ταίριαζαν σε κανονικό δίσκο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το “What Child Is This?”, το οποίο φέρνει στο νου τους Trans-Siberian Orchestra.
Αλλά επειδή μιλάμε για metal μουσικούς ο δίσκος δε θα μπορούσε να μην περιλαμβάνει και πιο heavy κομμάτια όπως το εναρκτήριο “Get Into the Spirit” αλλά και το “We Three Kings”.
Συμπερασματικά το “Winter Songs”, χωρίς να είναι ένας συγκλονιστικός δίσκος, αποτελεί μια διαφορετική πρόταση στο χώρο των χριστουγεννιάτικων κυκλοφοριών.

Καρβούνης Δημήτρης

DARKOLOGY - "Altered Reflections"

Οι Darkology είναι ένα συγκρότημα, το οποίο αν και σχηματίστηκε το 2004, κυκλοφόρησε την πρώτη του δουλειά, με τίτλο “Altered Reflections”, μόλις φέτος, μια κυκλοφορία που θα αφήσει πολλούς με το στόμα ανοιχτό.
Τα κομμάτια του δίσκου χαρακτηρίζονται από τις κοφτές, ρυθμικές κιθάρες του Michael Harris (Arch Rival, Vitallij Kurpij), το σφιχτοδεμένο rhythm section των Brian Harris (πρώην Firewind) στα τύμπανα και Mike Neal στο μπάσο, καθώς και τα φωνητικά του Kelly Carpenter (Outworld), η φωνή του οποίου, σε σημεία, μου θύμισε τον Tim "Ripper" Owens.
Η απόδοση όλων των μελών βρίσκεται σε πολύ υψηλά επίπεδα, πράγμα λογικό μιας και μιλάμε για μουσικούς με πολλά χρόνια εμπειρίας στην πλάτη τους.
Στο κομμάτια του δίσκου θα ακούσει κανείς ένα συνδυασμό στοιχείων κλασικού metal (Judas Priest) με πιο “μοντέρνους” ήχους (Nevermore, Morgana Lefay), ενώ δεν λείπουν και κάποια progressive στοιχεία, που κάνουν το τελικό αποτέλεσμα ακόμα πιο ενδιαφέρον.
Οι Darkology με την πρώτη τους κιόλας δισκογραφική παρουσία κατάφεραν να δημιουργήσουν ένα δίσκο, ο οποίος θέτει τις βάσεις για μια λαμπρή πορεία στο χώρο του μεταλλικού ήχου.

Καρβούνης Δημήτρης

Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2009

Συνέντευξη με τους Silent Rage


Εξαιρετική η πρώτη δουλειά των Silent Rage όπου κατάφεραν με το ομώνυμο Ε.P. που κυκλοφόρησαν πρόσφατα να κάνουν δυνατή αίσθηση, στο χώρου του μεταλλικού ροκ στη χώρα μας .Ο Νίκος Σιγλίδης(κιθαρίστας) και ο Κώστας Τόκας(τραγουδιστής και κιθαρίστας) μας έκαναν την τιμή να μιλήσουν μαζί μας και να μας εξομολογηθούνα τα εξής ενδιαφέροντα που θα διαβάσετε παρακάτω:

Γιατί τόσες πολλές αλλαγές στο συγκρότημα κατά το παρελθόν;
Νίκος Σιγλίδης: Η μπάντα δημιουργήθηκε το Φλεβάρη του 2006 από εμένα. Από το πρώτο line up μέχρι σήμερα από την μπάντα πέρασε κόσμος και κοσμάκης, ο οποίος αποχώρησε είτε για λόγους προσωπικούς, είτε για λόγους οι οποίοι είχαν να κάνουν με την μουσική κατεύθυνση της μπάντας αλλά κυρίως γιατί έβλεπαν την μπάντα ως ένα hobby με το οποίο θα περνούσαν την ώρα τους. Ευτυχώς, τον τελευταίο χρόνο ο πυρήνας της μπάντας αποτελείτε από εμένα στις κιθάρες και τα aggressive φωνητικά, τον Κώστα Τόκα στις κιθάρες & τα lead φωνητικά, τον Χρήστο Σεβαστόπουλο στο μπάσο, τον Κίμωνα Λιμενίδη στα πλήκτρα ενώ πρόσφατα στις τάξεις της μπάντας προστέθηκε ο Πάνος Καραδήμας στα τύμπανα. Με τον Κώστα, τον Χρήστο, τον Κίμωνα αλλά και με τον παλιό μας drummer Λευτέρη Μώρο, η μπάντα κατάφερε να κυκλοφορήσει την πρώτη επίσημη κυκλοφορία, το “The Silent Rage EP”, το οποίο στην ουσία αποτελεί έναν προπομπό για το τι πρόκειται να ακολουθήσει στην επερχόμενη κυκλοφορία μας με τίτλο “Inner Scars”, το οποίο θα είναι και το πρώτο μας album.

Ποιες είναι οι δυσκολίες που αντιμετωπίσατε στην ολοκλήρωση του άλμπουμ;
Κώστας Τόκας: Δε θα το ‘λεγα δυσκολίες ακριβώς. Το σημαντικότερο που έπρεπε να γίνει πριν την ηχογράφηση των 5 κομματιών του EP, ήταν ότι έπρεπε να ενορχηστρωθούν απ’ την αρχή, λόγω του ότι ως καινούριο μέλος και εγώ και ο Κίμωνας είχαμε ιδέες που δεν υπήρχαν στα κομμάτια και τα έκαναν ακόμη καλύτερα απ’ ότι ήταν και έχουν τελικά το αποτέλεσμα που ακούσατε. Από κει και πέρα το θέμα ήταν οι αρκετές ώρες ηχογραφήσεων.

Γιατί δεν προτιμήσατε την ηχογράφηση ενός full album;
Νίκος Σιγλίδης: Στην ουσία τα κομμάτια που υπάρχουν στο EP μας είναι περίπου τα μισά από τα έντεκα συνολικά που θα εμπεριέχονται στο δίσκο μας. Ο λόγος που προτιμήσαμε να βγει το EP με τα 5 κομμάτια ήταν για να πάρουμε ένα μικρό δείγμα σχετικά με αντιδράσεις τόσο από τα διάφορα περιοδικά όσο και από τον κόσμο που θα τα ακούσει. Δόξα το Θεό, όλα βαίνουν καλώς και η μπάντα συνεχίζει δυναμικά.
Ξεχωρίζει ιδιαίτερα στο ΕΡ τα φωνητικά αλλά και οι κιθάρες. Ποια είναι η φιλοσοφία σας στο συγκεκριμένο ζήτημα;
Κώστας Τόκας: Ως τραγουδιστής, η φιλοσοφία μου είναι πολύ απλή. Αυτό που θέλω απ’ τα φωνητικά είναι να είναι μελωδικά με ωραίες μελωδίες που να σου μένουν. Να είναι πιασάρικα όπως λέμε. Επίσης, όπως θα παρατήρησες, η πολυφωνία είναι επικρατών χαρακτηριστικό στα κομμάτια, λόγω του ότι τους δίνει όγκο και προσδίδει περισσότερη αρμονία στα κομμάτια. Ως κιθαρίστας και έχοντας το ίδιο σκεπτικό με το Νίκο, οι κιθάρες θέλουμε να είναι ογκώδεις στα ρυθμικά και μελωδικές στα σόλο. Το ότι έχουμε διαφορετικές επιρροές ως κιθαρίστες με το Νίκο, πιστεύω ότι είναι εμφανές στα κομμάτια και αυτό είναι που πιστεύω ότι κάνει τη διαφορά. Τα πιο aggressive σόλο του, με τα πιο μελωδικά δικά μου, συντελούν στον επιθετικό αλλά και συναισθηματικό χαρακτήρα της μπάντας.
Μπορούν οι ΤΗΕ SILENT RAGE να ανταποκριθούν στο σύγχρονο μεταλλικό ήχο που επικρατεί στο εξωτερικό;
Κώστας Τόκας:
Και εμείς, αλλά και άλλες ελληνικές μπάντες μπορούμε και να ανταποκριθούμε στον ήχο του εξωτερικού αλλά και να ανταγωνιστούμε μπάντες του εξωτερικού. Δε μας λείπουν ούτε οι ιδέες, ούτε οι παικτικές ικανότητες ούτε οι συνθετικές ικανότητες. Συγκεκριμένα εμείς έχουμε πλήρη άποψη για το τι ακούγεται στο εξωτερικό και προσπαθούμε να κάνουμε κομμάτια που να μπορούν να ακουστούν έξω. Αυτό το καταφέρνουμε με την επαγγελματική ηχογράφηση που κάναμε στα Music House Studios και με τη βοήθεια του Στάθη Παυλάντη που μας έκανε την παραγωγή. Επίσης πιστεύω ότι τα φωνητικά ξεφεύγουν απ’ την ελληνική προφορά των αγγλικών στίχων και είναι πιο ευρωπαϊκά. Αυτό είναι το μοναδικό μειονέκτημα των ελληνικών συγκροτημάτων σε σχέση με τα ξένα. Αυτό βέβαια, ευτυχώς, αρχίζει και καλυτερεύει. Οπότε πιστεύω πως ναι, μπορούμε να ανταποκριθούμε στον σύγχρονο ήχο του εξωτερικού.
Πόσο κοπιαστικό και δύσκολο είναι να δημιουργήσεις συνθέσεις που θα τις αγκαλιάσει ο κόσμος;
Νίκος Σιγλίδης
: Η ουσία είναι ότι κατά κύριο λόγο προσπαθούμε να συνθέτουμε κομμάτια τα οποία σε πρώτη φάση να τα λατρεύουμε εμείς οι ίδιοι και εν συνεχεία αν αρέσουν και στον κόσμο τότε πραγματικά έχουμε πετύχει. Δουλεύουμε σκληρά σε προπαραγωγή τις συνθέσεις μας από το σπίτι μας ο καθένας και στο studio τελειοποιούμε ώστε να δούμε αν πρέπει να προσθέσουμε η να αφαιρέσουμε κάτι.
Τα σχέδια σας για το μέλλον αφορούν μόνο τις συναυλίες ή ετοιμάζετε και κάτι άλλο παράλληλα;
Κώστας Τόκας: Αυτό με το οποίο ασχολούμαστε αυτόν τον καιρό είναι η πλήρης προπαραγωγή και ενορχήστρωση των υπολοίπων κομματιών του δίσκου καθώς και οι επαφές με δισκογραφικές εταιρίες. Μέχρι το τέλος του έτους, έχουμε ακόμα ένα live κλεισμένο, στις 28/11 στο Sin City club με Arkenstone, Agnosia, Soundgeist και Fiat Lvx.
Υπάρχει σε μερικούς η λογική ένα νέο γκρουπ να κάνει πολλά live για να αποκτήσει εμπειρίες και φυσικά κοινό. Συμφωνείτε με αυτή την άποψη;
Κώστας Τόκας:
Βασικά είναι η επικρατούσα λογική το να κάνεις πολλά live στο ξεκίνημα. Το καλύτερο βέβαια είναι να κάνεις καλά live με καλές μπάντες για να σε γνωρίσει ο κόσμος και να τον κάνεις να έρχεται και σε επόμενες συναυλίες. Το θέμα της εμπειρίας είναι πολύ σημαντικό, αλλά δεν την αποκτάς μόνο απ’ τα live. Καλό είναι λοιπόν να κάνεις κάποια live στην αρχή, αλλά με προσοχή να μην “κάψεις” τη μπάντα.
Νίκος Σιγλίδης: Συμφωνώ με τον Κώστα. Το θέμα είναι ότι στο ξεκίνημα σου θες να κάνεις αρκετά lives ώστε ο κόσμος να σε γνωρίσει, προωθώντας παράλληλα το δικό σου υλικό. Όσο πιο καλές είναι οι μπάντες και αντιμετωπίζουν με σοβαρότητα αυτό που κάνουν, τόσο καλύτερο θα είναι το αποτέλεσμα. Αν από την άλλη σου "κάτσει" και κάποιο support act, αυτό θα είναι ακόμα καλύτερο.
Υπάρχει Ελληνική σκηνή ή είναι ένας κατασκευασμένος μύθος των rock media;
Νίκος Σιγλίδης: Υπάρχει Ελληνική σκηνή θα έλεγα αλλά αυτό περιλαμβάνει μονάχα συγκεκριμένα είδη από το χώρο. Υπάρχουν μπάντες που συντελούν την black metal σκηνή, την gothic, την extreme ενώ υπάρχουν πολύ λίγες και αξιόλογες μπάντες ώστε να συντελέσουν "σκηνή" στο χώρο του progressive, του doom, του power στον οποίο ανήκουμε και εμείς. Υπάρχουν σίγουρα πολλές μπάντες τις οποίες αγνοεί ο κόσμος και καλά θα κάνει να αρχίσει να ενδιαφέρεται για το "εγχώριο προϊόν" το οποίο θα έλεγα ότι δεν ζηλεύει πραγματικά σε τίποτα μπάντες του εξωτερικού.
Σας έχει βοηθήσει το internet ουσιαστικά ή είναι μόνο ένα εργαλείο σε επίπεδο γνωριμιών;
Κώστας Τόκας:
Μετά τα live, το internet είναι το σημαντικότερο εργαλείο μια μπάντας για να τη μάθει ο κόσμος. Και γνωριμίες κάνεις, αλλά κυρίως σε μαθαίνει ο κόσμος και μαθαίνει τα νέα της μπάντας.
Νίκος Σιγλίδης: Είναι ένα πολύ σημαντικό εργαλείο στις μέρες μας το Internet θα έλεγα. Είναι πολύ σημαντικό το ότι μέσω διαφόρων πλατφόρμων όπως είναι το My Space, το Facebook, το Reverb Nation κ.α.. Συγκροτήματα όπως εμείς που κάνουν τώρα τα πρώτα τους βήματα, είναι ευκολότερα για αυτά να προωθήσουν το υλικό τους δίχως να δαπανήσουν πολλά χρήματα. Όσο για τις γνωριμίες αυτές έρχονται. Αλλά και πάλι πρέπει να κοπιάσεις για να τις αποκτήσεις.
Ποιες ελληνικές μπάντες εκτιμάτε δεόντως και ποιες από το εξωτερικό θαυμάζετε;
Νίκος Σιγλίδης: Όντας λάτρης της ελληνικής σκηνής, θα μπορούσα να πω ότι μπάντες που ξεχωρίζω από την δική μας "πηγή" ξεχωρίζω σχήματα όπως είναι οι Reflection, οι Inner Wish, οι Firewind, οι Everdome, οι Rotting Christ, οι SepticFlesh, οι Crystal Tears, οι Elwing, οι Black Winter, οι Biomechanical, οι WEB, οι Inactive Messiah, οι Suicidal Angels και πάρα πολλοί ακόμα για τους οποίους θα μπορώ να μιλάω μερόνυχτα. Από τα ξένα groups δηλώνω αθεράπευτος οπαδός των Iron Maiden. Άλλες μπάντες τις οποίες θεωρώ εξίσου σπουδαίες είναι οι Warlord, οι Edguy, οι Sonata Arctica, οι Nocturnal Rites, οι Grave Digger, οι Assailant (checkάρετε τους), οι Memory Garden, o Axel Rudi Pell, οι Firehouse, o Bon Jovi και επίσης πάρα πολλοί άλλοι.
Κώστας Τόκας: Reflection, Inner Wish, Firewind, Danger Angel από Ελλάδα. Τώρα από εξωτερικό τι να πρωτοπείς. Προσωπικά αγαπημένες μου είναι οι Iron Maiden, Helloween, Deep Purple, Rainbow, Manowar, Nocturnal Rites, Stratovarius, Bon Jovi, Y.Malmsteen και πάνω απ’ όλες….. Stryper!! Απλά τρελαίνομαι..
Κάντε μία ευχή…….
Νίκος Σιγλίδης
: Ελπίζω όλοι μας γύρω μας να καταλάβουμε πως μέσα από τα λάθη μας μαθαίνουμε να γινόμαστε καλύτεροι και πιο συγκεντρωμένοι σε αυτό που κάνουμε. Τυχερός είναι αυτός που μπορεί να πραγματοποιήσει οτιδήποτε έχει ονειρευτεί. Οι κακίες γυρνάνε πάντα σε αυτούς που τους νιώθουν. Οπότε ας τις αφήσουμε στην άκρη και ας πορευτούμε στο σύντομο ταξίδι της ζωής δίχως αυτές.
Κώστας Τόκας: Εύχομαι να μας πάνε όλα καλά και να πραγματοποιήσουμε το όνειρό μας. Επίσης εύχομαι ο κόσμος μας να γίνει καλύτερος με καλύτερες συνθήκες διαβίωσης για όλους μας και κυρίως γι’ αυτούς που τα βγάζουν πέρα με δυσκολία.
Συνέντευξη στον Φώτη Μελέτη

Η συναρπαστική ιστορία των Dokken

Η ιστορία αρχίζει από πολύ παλιά όταν ο Don Dokken έπαιζε σε διάφορα clubs στο Los Angeles στα τέλη της δεκαετίας του 70 με μία άγνωστη μπάντα ονόματι Airborn που περιελάμβανε ονόματα όπως τον ντράμερ Gary Holland(μετέπειτα Great White), τον κιθαρίστα Greg Leon(μετέπειτα αντικαταστάτη του Randy Rhoads στους Quiet Riot) και το μπασίστα Jim Monanteras.
Η μπάντα μετονομάζεται σε Dokken (γιατί ένα άλλο συγκρότημα με το όνομα Airborn είχε ήδη υπογράψει συμβόλαιο) και ηχογραφούν ένα demo με τον τίτλο BACK IN THE STREETS το οποίο όπως θα δηλώσει αργότερα ο Don κλάπηκε από αυτόν και κυκλοφόρησε παράνομα πράγμα που τον ώθησε να το διαθέσει δωρεάν μέσω της ιστοσελίδας του, καθώς δεν είχε ποτέ οικονομικές απολαβές από αυτό!
Ο Don έχοντας στη συνέχεια παρακολουθήσει τον κιθαρίστα George Lynch και τον ντράμερ Mick Brown, που έπαιζαν στο γκρουπ Xciter, αποφάσισε να τους στρατολογήσει πιστεύοντας ότι θα ολοκλήρωνε τη μπάντα του!
Όμως οι George Lynch και Mick Brown δεν ενδιαφέρθηκαν και τόσο για τις προθέσεις του και αρχικά απέρριψαν την πρόταση του!
Το 1981 ο Don Dokken πήγε στη Γερμανία για να κάνει τα φωνητικά για το άλμπουμ Blackout των Scorpions γιατί ο Klaus Meine έπασχε από ασθένεια στις φωνητικές του χορδές!
Ενώ βρισκόταν εκεί, σ’ ένα άλλο στούντιο ηχογραφούσαν οι φοβεροί Accept ο μάνατζερ των οποίων κατάφερε να υπογράψει συμβόλαιο ανάμεσα στον Don και την Carrere Records. Μάλιστα ο Don απέσπασε τη συμφωνία με τη βοήθεια ενός από τα τραγούδια των Xciter! Αργότερα οι George Lynch και Mick Brown και μαζί με το μπασίστα Juan Croucier θα αποδεχθούν την εκ νέου πρόταση του Don και ο πρώτος επίσημος δίσκος των Dokken με τον τίτλο Breakin’ the Chains είναι γεγονός!
Ο Αμερικάνος μάνατζερ Cliff Bernstein αντιλαμβάνεται την επιτυχία του συγκροτήματος στη Γερμανία και υπογράφει μαζί τους συμβόλαιο. Το 1983 η μπάντα κάνει περιοδεία μαζί με τους Blue Öyster Cult αλλά διώχνεται από την εταιρεία της λόγω της έλλειψης εμπορικής επιτυχίας του δίσκου! Το άλμπουμ μιξάρεται ξανά και με εταιρεία την Electra φτάνει στο νούμερο 136 του Billboard 200!
Τραγούδια όπως το "Breaking the Chains" και "Paris Is Burning" θα χαραχτούν ανεξίτηλα στην ιστορία του Hard N’ Heavy ήχου!
Την ίδια χρονιά ο Juan Croucier θα εγκαταλείψει το συγκρότημα για τους θρυλικούς Ratt και τη θέση του θα πάρει ο Jeff Pilson προερχόμενος από μία άγνστη μπάντα ονόματι Rock Justice.
Στις 13 Σεπτεμβρίου 1984 οι Dokken κυκλοφόρησαν το άλμπουμ Tooth and Nail. Την παραγωγή ανέλαβαν δύο ισχυρά ονόματα ο Roy Thomas Baker(Queen, Mötley Crüe, The Cars) και Tom Werman(Mötley Crüe, Cheap Trick). Με κομματάρες τα "Just Got Lucky", "Alone Again", και "Into The Fire" το άλμπουμ έφτασε στο νούμερο 49 του Billboard 200 και πούλησε πάνω από 3 εκατομμύρια δίσκους παγκοσμίως!
Τον επόμενο χρόνο και συγκεκριμένα στις 9 Νοεμβρίου η μπάντα θα κυκλοφορήσει το τρίτο της δίσκο υπό τον τίτλο Under Lock and Key με παραγωγούς τους Angelo Arcuri, Neil Kernon και Michael Wagener.
Τα τραγούδια "In My Dreams," "It's Not Love," "The Hunter" και "Unchain the Night"θα αποδείξουν τις εκπληκτικές ικανότητες του γκρουπ ενώ ο ήχος της κιθάρας του Lynch θα αποκαλύψει την άγρια ομορφιά της. Οι πωλήσεις στις Η.Π.Α θα ξεπεράσουν το 1 εκατομμύριο αντίτυπα φτάνοντας το δίσκο στο στο νούμερο 32 του Billboard 200! Την ίδια χρονιά οι Dokken θ’ ανοίξουν συναυλίες για μεγαθήρια του σκληρού ήχου όπως οι Judas Priest, AC/DC, Aerosmith, και Dio.
Το 1986 θ’ ακολουθήσει μία επιτυχημένη περιοδεία με τους Scorpions ενώ θ’ ακολουθήσει η ηχογράφηση του καταπληκτικού "Dream Warriors" που θα κυκλοφορήσει με το soundtrack της ταινίας τρόμου A Nightmare On Elm Street 3: Dream Warriors. Το τραγούδι άρεσε τόσο πολύ που το συγκρότημα το κυκλοφόρησε ως single μαζί με τα "Back For The Attack" και "Paris Is Burning" στις 10 Φεβρουαρίου του 1987!
Στις 27 Νοεμβρίου του 1987 η μπάντα θα κυκλοφορήσει το ανεπανάληπτο και αριστουργηματικό Back For The Attack το οποίο θα φτάσει στο νούμερο 13 του Billboard 200, θα γίνει πολυπλατινένιο πουλώντας πάνω από 4 εκατομμύρια δίσκους παγκοσμίως!
Το τραγούδι ορισμός του Hard N’ Heavy "Kiss of Death" , τα "Heaven Sent","Burning Like a Flame", "Cry of the Gypsy", η πανέμορφη power ballad "So Many Tears" και το αριστουργηματικό instrumental "Mr. Scary" θα επισφραγήσουν τους Dokken στη θέση των κορυφαίων και πιο αναγνωρίσιμων συγκροτημάτων του σκληρού ήχου!
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο δίσκος περιέχει ένα ρεμίξ του "Dream Warriors".
Το καλοκαίρι του 1988 οι Dokken θα συμμετάσχουν στο Monsters of Rock Tour 1988 μαζί με τους Van Halen, Scorpions, Metallica και Kingdom Come.
Στις 16 Νοεμβρίου του ίδιου έτους κυκλοφόρησαν το άλμπουμ Beast from the East που αποτελεί ζωντανή ηχογράφηση της περιοδείας τους στην Ιαπωνία τον Απρίλιο του 1988.
Ο δίσκος έγινε χρυσός και έφτασε στο νούμερο 33 Billboard 200!
Ενώ οι Dokken έφτασαν στο απόγειο της καριέρας τους, οι προσωπικές και μουσικές διαφορές ανάμεσα στον Don και τον Lynch θα οδηγήσουν στη διάλυση του γκρουπ!
Οι Lynch και Brown θα δημιουργήσουν τους Lynch Mob και θα ηχογραφήσουν τα φοβερά άλμπουμ Wicked Sensation το 1990 and Lynch Mob το 1992! Ο Don κυκλοφόρησε το 1990 το Up from the Ashes με τον John Norum(Europe) στις κιθάρες, τον Peter Baltes(Accept) στο μπάσο και τον Ελληνοσουηδό Mikkey Dee(Motörhead, King Diamond).
Ο Jeff Pilson έπαιξε ως μπασίστας στο άλμπουμ M.S.G των McAuley Schenker Group καθώς και στο Strange Highways των Dio ενώ δημιούργησε και την prog metal μπάντα War and Peace!
O Lynch κυκλοφόρησε το πρώτο του σόλο άλμπουμ Sacred Groove σ’ένα τραγούδι του οποίου(We Don't Own This World) συνεργάστηκε συνθετικά με τον Don!
Το 1993 ο Don ηχογραφεί το άλμπουμ Dysfunctional και με παρότρυνση του παραγωγού του John Kalodner(ώστε να μην κυκλοφορήσει ως δεύτερο σόλο άλμπουμ) πείθει τον Lynch να βάλει στην άκρη τις διαφορές τους και το 1995 οι Dokken επανενώνονται(μαζί με τους Mick Brown και Jeff Pilson)!
Ο δίσκος επανηχογραφείται και με δισκογραφική εταιρεία Columbia Records πουλάει πάνω από 300.000 αντίτυπα πάρα την άνοσο του grunge εκείνη την εποχή και φτάνει στο νούμερο 47 του Billboard 200! Απ’ το δίσκο ξεχωρίζει το "Too High to Fly"!
Όμως τα πράγματα άρχισαν να γίνονται ξανά άσχημα για το γκρουπ όταν η Columbia τους απέλυσε.
Ο λόγος ήταν η προβληματική συμπεριφορά του Lynch ο οποίος, μεταξύ άλλων, έφυγε από το στούντιο ραδιοφωνικού σταθμού όπου εμφανιζόταν ζωντανά το γκρουπ στο πλαίσιο της προώθησης του δίσκου!
Τελικά με εταιρεία τη CMC η μπάντα κυκλοφορεί το 1996 ένα ακουστικό live με τον τίτλο One Live Night στο οποίο ξεχωρίζουν οι διασκευές "From the Beginning" των ELP και "Nowhere Man" των Beatles!
Το 1997 το συγκρότημα κυκλοφορεί το Shadowlife με την ίδια εταιρεία το οποίο σηματοδοτεί μία στροφή στο ήχο του καθώς κινείται σε πιο alternative rock μονοπάτια! Ο Don δυσαρεστείται τόσο με το άλμπουμ όσο και με το Lynch ο οποίος είχε αναλάβει σχεδόν ολοκληρωτικά το δίσκο! Μάλιστα ο τελευταίος δήλωσε ότι με αυτό τον δίσκο θα ερχόταν το τέλος των Dokken και αυτό ήθελε να πετύχει!
Στα τέλη της ίδιας χρονιάς ο Lynch φεύγει απρόσμενα πριν από την Ευρωπαϊκή περιοδεία και αντικαθίσταται από τον John Norum των Europe! Ο Lynch προσπάθησε να γυρίσει στο γκρουπ αλλά τα υπόλοιπα μέλη αρνήθηκαν με αποτέλεσμα να υποβάλει αγωγή 1 εκατομμυρίου την οποία και χάνει! Τελικά μετά το τέλος της περιοδείας ο John Norum αποχωρεί λόγω νομικής δέσμευσης από άλλο συμβόλαιο! Τη θέση του θα αναπληρώσει ο Reb Beach των Winger και θα κυκλοφορήσει το 1999 το Erase the Slate και το 2000 το ζωντανό Live from the Sun!
Το 2000 αποχωρεί ο Reb Beach ο οποίος ήθελε να δουλεύει και σε άλλα projects και τη θέση του πήρε ο John Norum! Το 2001 αποχώρησε και ο Jeff Pilson(ο οποίος αργότερα θα παίξει με Dio, Foreigner ενώ θα συμμετάσχει στην ταινία Rock Star) και τη θέση του αναπλήρωσε ο Barry Sparks(Yngwie Malmsteen, Vinnie Moore, Michael Schenker Group). Το σχήμα το 2002 κυκλοφόρησε το μέτριο Long Way Home.
Ενώ ένα χρόνο αργότερα ο John Norum αντικαθίσταται από τον Alex De Rosso του ιταλικού μέταλ συγκροτήματος Dark Lord.
Ολόκληρο το 2003 θα είναι χρονιά ζωντανών εμφανίσεων μεταξύ των οποίων το Metal Edge Rock Festival με τους Ratt και FireHouse καθώς και η περιοδεία στις Η.Π.Α. με τους Scorpions και Whitesnake.
Στη συνέχεια ο Alex De Rosso θα επιστρέψει στην Ιταλία λόγω απώλειας της πράσινης κάρτας εργασίας του στις Η.Π.Α. και τη θέση του θα πάρει ο Jon Levin(πρώην Doro). Το νέο σχήμα θα κυκλοφορήσει το 2004 το όχι πολύ καλό Hell to Pay αλλά το 2007 ένα παλιό ζωντανά ηχογραφημένο άλμπουμ ονόματι From Conception: Live 1981 το οποίο θα αποσπάσει πάρα πολύ καλές κριτικές! Ενώ τα 2005 και 2006 θα αποτελέσουν έτη ζωντανών εμφανίσεων!
Στις 13 Μαίου του 2008 το γκρουπ κυκλοφόρησε το Lightning Strikes Again που αποτέλεσε επαναφορά του με σχετική επιτυχία καθώς ο δίσκος έφτασε νούμερο 133 του Billboard 200! Αυτή την περίοδο η μπάντα πραγματοποιεί ζωντανές εμφανίσεις (μερικές από τις οποίες είναι με τους Lynch Mob) και μας υπόσχεται καλύτερα πράγματα για το μέλλον!
Νικόλαος Καπίρης

Τρίτη 17 Νοεμβρίου 2009

LITA FORD - "Wicked Wonderland"

Είμαι σίγουρη ότι όσοι από σας ασχολήθηκαν ή εξακολουθούν ν' ασχολούνται (και ποιος θα σας αδικούσε άλλωστε γι' αυτό;) με το hard rock του '80 θα θυμούνται πολύ καλά τη Lita Ford.
Μια καλλιτέχνιδα που τα είχε όλα.
Ομορφιά, σέξι αναλογίες, ταλέντο στην κιθάρα, δυναμική φωνή, στο σύνολό της μια καυτή παρουσία για τα δεδομένα όχι μόνο εκείνης της εποχής αλλά και της σημερινής.
Πόσοι όμως από σας ακούγοντας αυτό το άλμπουμ θα αναγνώριζε τη Lita του τότε;
Μάλλον πολύ λίγοι.
Κι αυτό όχι βέβαια γιατί το κορίτσι του τότε έγινε αναπόφευκτα μια ώριμη γυναίκα... κάποιας ηλικίας (ακόμη αρκετά σέξι και δυναμική, προς τιμήν της) αλλά γιατί η δουλειά στην οποία αναφέρομαι δεν θυμίζει και πολύ τη Lita του χθες.
Πρέπει να ομολογήσω ότι στην αρχή μου κακοφάνηκε αυτή η αλλαγή μουσικής κατεύθυνσης. Αισθάνθηκα λίγο προδομένη.
Όσοι από σας ήταν έφηβοι ή λίγο μεγαλύτεροι τη δεκαετία του '80 είμαι σίγουρη ότι καταλαβαίνουν τι εννοώ. Το θέμα όμως είναι ότι η κυρία Ford δεν δίνει δεκάρα για τη γνώμη μας και πώς θα μπορούσε άλλωστε εφόσον το Wicked Wonderland είναι κάτι καθαρά προσωπικό, κάτι αυτοβιογραφικό θα λέγαμε, που έχει άμεση σχέση με τα προσωπικά της βιώματα, ιδιαιτέρως τα ερωτικής φύσης (ακούστε το "Bed" και θα καταλάβετε τι εννοώ), κάτι τέλος πάντων που δεν θα συνιστούσα σε (γκουχ, γκουχ!-βήξιμο) συνεσταλμένα άτομα.
Η ίδια λέει σχετικά με τα βιώματά της: "Όλοι έχουμε μια διαστροφική, διεστραμμένη πλευρά του εαυτού μας... Πιστεύω ότι οι άνθρωποι που έχουν διαστροφές έχουν μια πιο δραστήριας φαντασίας ζωή και είναι πιο δημιουργικοί...". Όχι, αν μπορείτε τώρα διαφωνείστε μ' αυτό.
Σας προκαλώ!
Τελειώνοντας να σημειώσω ένα αρνητικό του δίσκου. Τη φωνή του κατά τ' άλλα συμπαθέστατου Jim Gillette (πρώην μέλους των Nitro, συζύγου της Lita εδώ και 15 χρόνια και κύριου υπεύθυνου της πλούσιας ερωτικής της ζωής).
Για καλό και για κακό αν είναι να ακούσετε το cd δυνατά αποφύγετε τους χώρους με πολλά τζάμια και κρύσταλλα αξίας! (Εγώ πάντως σας προειδοποίησα!)
Αν λοιπόν το όνειρό σας ήταν να ακούσετε μια πιο hardcore, αυτοβιογραφική Lita τότε αυτός ο δίσκος είναι για σας.
Line-Up: Tom Cavanagh (Κιθάρα), Michael T. Ross (Πλήκτρα), Teddy Cook (Μπάσο), Carmelita Rossanna (Lita Ford) (Φωνητικά, κιθάρα), Stet Howland (Ντραμς), Jim Gillette (Φωνητικά)
Tracklist: 1. Crave, 2. Piece (Hell Yeah), 3. Patriotic SOB, 4. Scream 4 Me, 5. Inside, 6. Wicked Wonderland, 7. Indulge, 8. Love, 9. Betrayal, 10. Sacred, 11. Truth, 12. Everything, 13. Bed, 14. Garden (bonus track), 15. Push (bonus track)
Σοφία Ρεντούμη

RHYS MARSH and the AUTUMN GHOST - "Dulcima"

Ο RHYS MARSH είναι μια ιδιάζουσα περίπτωση καλλιτέχνη, με έντονη ανησυχία τόσο για την προσωπική του ζωή όσο και για την μουσική που δημιουργεί.
Θα γεννηθεί στο Λονδίνο, θα μετακομίσει όμως ακόμα πιο βόρεια, στην Νορβηγία, και όπως θα αποδειχτεί η χώρα και το κλίμα της θα είναι το απαραίτητο συστατικό για τον RHYS για να αποτυπώσει τα εσωστρεφή σκοτάδια της ψυχής του στο ‘Dulcima’. Trondheim, London και New York θα γίνουν το δρομολόγιο που θα τον φτάσουν εδώ που είναι σήμερα.
Η μουντή ατμόσφαιρα των πόλεων θα γίνει τρομερή επιρροή για τα τραγούδια του άλμπουμ. Υπογράφει με τον ορισμό , melodramatic/ popular song/ progressive folk και είναι ακριβής οι χαρακτηρισμοί.
Μόλις κρατήσεις στα χέρια σου το cd, η σκοτεινιά θα σε αρπάξει αμέσως. Λιτό και απέριττο, κατάμαυρο, με τους στίχους γραμμένους στα εσώφυλλα, και ένα κατεβατό αναφορά στους συμμετέχοντες. Και μόνο με μια απλή αναφορά μπορείς να καταλάβεις γιατί είναι υπέροχο αυτό το άλμπουμ.
Ο ίδιος ο δημιουργός RHYS MARSH που δεν κάνει και λίγα, (voice, guitars, piano, mellotron, rebab, orchestrations) TRUDE EIDTANG από την Νορβηγία (female vocals) η οποία έχει συμμετάσχει στο ‘Signal To Noise’ των WHITE WILLOW.
JO FOUGNER SKAANSAR (double & electric basses).
MATTIAS OLSON (μουσικός, παραγωγός, drums, celeste, mellotron,) και τον οποίον συναντάμε στους WHITE WILLOW& ANGLAGARD.
ANNA GIDDLEY (violin).
NATALIE ROZARIO (cello).
TAKASI MORI ο εκπληκτικός ιάπωνας φίλος του και βασικός ντράμερ με τον οποίο γνωρίστηκαν στο myspace (!), και που έχουν δημιουργήσει μαζί τους ‘UNIT’.
KETIL VESTRUM EINARSEN (flute) και τον συναντάμε στους ‘JAGA JAZZIST’.
GAUTE STORSVE (electric guitar).
TIMBRE CIERPKE (harp).
LARS FREDRIK FROISLIE (hammond, moog, autoharp, celeste) τον συναντάμε στα πλήκτρα στους WHITE WILLOW & WOBBLER.
NICKLASBARKER (mellotron) και στους MORTE MACABRE & ANEKDOTEN.
Επίσης εμφανίζονται guest για ηλεκτρονικούς ήχους, έξτρα έγχορδα και πνευστά.
Μετά από όλους αυτούς τους μουσικό-παρείστικους σχηματισμούς έχεις την αίσθηση ότι είναι όλοι μια μεγάλη οικογένεια.
Θα αποδειχτεί ότι το φθινόπωρο είναι η εποχή του RHYS MARSH.
To 2008 κυκλοφορεί το "The Fragile State Of Inbetween",και ένα χρόνο μετά έρχεται το ‘Dulcima’, ένα άλμπουμ που έχει στο σύνολο του down tempo με σκοτεινή ατμόσφαιρα.
Βαριά εισαγωγή με βιολιά, πιάνο και παραπονιάρικα φωνητικά και στιγμές με μικρά έντονα ξεσπάσματα "In The Afterglow".
Μονόλογοι αλλού με την συνοδεία πιάνου-βιολιού, πολύ γλυκά φωνητικά μαζί με τα γυναικεία άλλοτε να ακολουθούν και άλλοτε να προπορεύονται "The Frightened Souls".
Στο "Divide In Silence" καταλαβαίνεις ότι δεν μπορεί να γίνει πιο μοναχικό, μικρές ψιθυριστές κραυγούλες που προσδίδουν απόλυτα την μοναχική ατμόσφαιρα.
Ένα τραγούδι με ανατολίτικες αποχρώσεις φέρνει την διαφορετικότητα "NineTimes Beautiful", με διπλά φωνητικά, έγχορδα και πνευστά, με πιο βαριές φόρμουλες που το κάνουν έντονα progressive τραγούδι.
Στο "The Safety Of All You Know" παίρνει άλλη τροπή ο ήχος και κατεβαίνει με πιο jazz φόρμες αλλά χωρίς να χάνει το ύφος και τα χαρακτηριστικά του, αφήνοντας την φαντασία να τον συνεπάρει βγάζοντας έντονους αφαιρετικούς συνδυασμούς, για να δώσει την σειρά στο "You’ll Never Fall " το απίστευτα μελωδικό σε ρυθμούς μεταλλαγμένης ρούμπα κομμάτι.
Το άλμπουμ κλείνει σιγά-σιγά με έντονο πιάνο, σε συνδυασμό χορωδιακών ψιθύρων και βιολιών, διπλά φωνητικά και έντονες κιθάρες "Surrendered" και hammond σε στιγμές μουσικής πανδαισίας, και με το "In Dark, In Light" το οποίο είναι το πιο έντονα δραματικό και δυνατό συγχρόνως κομμάτι.
Οι επιρροές του RHYS MARSH είναι πολλές και μεταξύ αυτών: NICK DRAKE, DAVIDSYLVIAN, SCOTT WALKER,THE TEA PARTY, KING CRIMSON, DANIEL LANOIS, DANKAN SHEIK, ELBOW, TOM WAITS κ.ά.
Με άλλα λόγια;
Ένα σκοτεινό σε γκρι βαθύ χρώμα άλμπουμ που κάποιες στιγμές για το στυλ του φτάνει σε οριακά σημεία. Μοντέρνο, συμφωνικό, progressive rock, με μελοδραματικά περάσματα ιδανικό γι’ αυτούς που τους αρέσει το ύφος, και για την εποχή ότι πρέπει!
Τα δυνατά σημεία;
Το ότι το άλμπουμ είναι ακριβώς στην διάρκεια που πρέπει χωρίς να κουράζει-κοντά στα 53 λεπτά-στο ύφος που το χαρακτηρίζει αλλά με αρκετές εναλλαγές χωρίς να γίνει μονότονο, φουλ από επιρροές, πανέμορφες συνθέσεις που σίγουρα ένας progster θα λατρέψει.
Άσσος στο μανίκι;
Όλη αυτή η υπέρ πληθώρα μουσικών που βρίσκονται σε WOBBLER, WHITE WILLOW, ANEKDOTEN, ANGLAGARD, JAGA JAZZIST, MORTE MACABRE, κάνουν αυτό το "κάτι" σε συνδυασμό με hammonds, harp, flute, trumpet, violin, cello, και έτσι όλα έρχονται και δένουν υπέροχα.!
“the only thing that is clear is what you say and what i hear
Ελένη Λιβεράκου

Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2009

Ευχαριστούμε...

Με μεγάλη χαρά έχουμε στις σελίδες μας τον ‘LEGRAND’ την απίστευτη φωνή των Ολλανδών progsters CIRRHA NIVA να σημειώσουμε πως οι CIRRHA NIVA μόλις κυκλοφόρησαν το απίστευτο ‘ For Moments Never Done’ με τις καλύτερες κριτικές και εντυπώσεις παγκοσμίως.
Μακάρι να ακούμε συχνότερα τέτοια άλμπουμ... και εμείς με την σειρά μας να σε ευχαριστήσουμε πολύ ‘LEGRAND’, σε ευχαριστούμε πολύ για την φιλία σου..

Ελένη Λιβεράκου

Eκπληκτική βραδυά από τους ULVER

Στην βραδιά της 14 Νοέμβρη έμελε να συμβεί αυτό που όλοι ελπίζαμε και ευχόμασταν..
Ο απόλυτος σκοτεινός χαμός.. ναι.. οι νορβηγοί ULVER ήρθαν και μας τίμησαν δεόντως σε μια απίστευτη μουσική βραδιά που όσοι βρέθηκαν - που ήταν πάρα πολλοί - την νύχτα αυτή στο Gagarin θα την θυμούνται για παρά πολλά χρόνια ακόμα.. όσοι την έχασαν... ας πρόσεχαν!
Το να έχει κάποιος την τύχη να παρακολουθήσει αυτούς τους απίστευτους με αρκετά χρόνια δημιουργίας μουσικούς είναι από μόνο του «το» γεγονός!
Λίγο πριν τις 9.30 σκοτείνιασε ο τόπος όλος και η ατμόσφαιρα ήταν απίστευτη, όπως και ο ήχος άλλωστε. Rygg-Svaeren-Ylwizaker - και η υπόλοιπη παρέα τους έδωσαν το υπέρτατο στον κόσμο ,βέβαια έλειπε η Pamelia Kurstin με την μοναδική τεχνική της στο ‘theremin’ αλλά όλα κύλησαν άψογα..2 ώρες φουλ από dark.. ambient.. trip hop.. Electronica.. Minimal , μια μουσική πανδαισία που σε άφηνε μουδιασμένο... το play list εκπληκτικό..
Little Blue Bird-Rock Massif
For The Love Of God
Funebre
Let The Children Go
Silence...
Porn Piece
Themes From William’s Blake’s...
In The Red
Hallways Of Always
Like Music
Not Shaved
Λίγο πριν το τέλος βγαίνει ο ‘GARM’ και λέει πως αν κάνουμε 20 λεπτά υπομονή μας έχει μια έκπληξη, ειδικά για την Ελλάδα... και ήρθε η μεγάλη στιγμή όπου μας ήρθε η κεραμίδα.
Βγήκε ξανά στην σκηνή με μια ελληνική παρέα μουσικών και έπαιξαν για το φινάλε το ‘I Troldskog Faren Vild’ και ο κόσμος παραλήρησε!
Και η αλήθεια είναι πως υπήρχαν φανατικοί που έζησαν για αυτήν την black στιγμή!
Για ένα κομμάτι που δεν έχει παιχτεί εδώ και 15 χρόνια σε live! Ένα από τα καλύτερα μικράν live που έχω δει και ζήσει όπως και όλοι όσοι ήταν εκεί.‘ i want you to tell me who you are in your dreams’...(like music)
Ελένη Λιβεράκου

Πληροφορίες για το ένατο album των Soulfly

Οι Soulfly βρίσκονται από τις 6 Νοεμβρίου στο studio, με παραγωγό τον Logan Mader, δουλεύοντας στο νέο τους δίσκο, ο οποίος έχει τον προσωρινό τίτλο “Omen”. Μουσικά ο δίσκος θα είναι σκληρότερος από τον προκάτοχο του “Conquer”.
Οι τίτλοι των τραγουδιών είναι : Bloodbath And Beyond, Soulfly VII, Off With Their Heads, Omen, Rise Of The Fallen, Great Depression, Apocalyptic Clash, Vulture Culture, Lethal Injection,7 Daggerz.
Το συγκρότημα έχει ηχογραφήσει και μια διασκευή στο “Four Sticks” των Led Zeppelin, η οποία θα χρησιμοποιηθεί ως b-side σε κάποιο single.
Ο δίσκος αναμένεται να κυκλοφορήσει στις αρχές της επόμενης χρονιάς.

Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2009

PEARL JAM - "Backspacer"

Οι Pearl Jam, με τον έννατο δίσκο τους, φαίνονται να πάτησαν όντως το πλήκτρο backspace και το αποτέλεσμα μας ξαφνιάζει ευχάριστα!
Είναι αξιοθαύμαστο το πώς οι rockers από το Seattle, μετά από τόσα χρόνια καριέρας, είχαν φυλάξει τελικά τέτοια αποθέματα ενέργειας. Το Backspacer έχει έναν αέρα ανανέωσης μέχρι και στην παραμικρή του λεπτομέρεια κάνοντας τους Pearl Jam να ακούγονται και πάλι νέοι και τολμηροί (που παίζουν βεβαία αξιοπρόσεκτα καλά).
Χωρίς να υιοθετήσουν κάποιο «μοδάτο» στερεότυπο (η ιστορία τους η ίδια δείχνει πως πάντοτε οι μόδες τους προσπερνούσαν και τους άφηναν μουσικά ανέπαφους), έκαναν την μουσική τους ζωηρότερη χρησιμοποιώντας ως καμβά αυστηρά το –δικό τους- rock n’ roll και ως χρώματα το new wave και την pop.
Δεν υπονοώ πως οι Pearl Jam είναι πλέον ασόβαροι και «χαρούμενοι». Αυτό που θέλω να πω περιγράφεται τέλεια μονάχα από τους ίδιους και την ατμόσφαιρα (ή την έλλειψή της ανα περιπτώσεις) που κατάφεραν να δημιουργήσουν εδώ.
Πρωτόγνωρα σύντομο,με λίγα κομμάτια για τα δεδομένα των Pearl Jam, το Backspacer λέει πάρα πολλά μέσα από τη λακωνικότητά του και σε αφήνει με μια απρόσμενη επιθυμία να το ξανακούσεις από την αρχή.
Στις πιο πρακτικές λεπτομέρειες τώρα, τεράστια «ευθύνη» για τη μορφή αυτής της δουλειάς φαίνεται να έχει ,εκτός από τη διάθεση του συγκροτήματος, και ο παραγωγός Brendan O’ Brien.
Δια στόματος Eddie Vedder:
«Στο παρελθόν ο Brendan μπορεί να μας υποδείκνυε κάποια αλλαγή σε ένα κομμάτι κι εμείς να αρνούμασταν να την πραγματοποιήσουμε. Αφού όμως του εμπιστεύτηκε την μουσική του ο Bruce Springsteen γιατί όχι κι εμείς?». Για την ιστορία, οι Pearl Jam έχουν ξανασυνεργαστεί με τον O’ Brien το 1998 για τον δίσκο τους, “Yield”. Ο Vedder πάντως, που κλέβει όπως πάντα την παράσταση (βλ. “Just Breathe”, “Amongst the Waves” και “Unthought Known”), δηλώνει επίσης πως μεγάλο μέρος της αισιοδοξίας που αποπνέεται στον δίσκο την άντλησαν από την εκλογή του Barack Obama.
Είναι κι εκείνοι ένα από τα χαρακτηριστικά παραδείγματα του πόσο θερμά υποστήριξαν οι καλλίτεχνες τον πρώτο αφροαμερικανό Πρόεδρο των ΗΠΑ. Με άλλα λόγια, οι πάντοτε βαθιά συνειδητοποιημένοι ,τόσο ως μουσικοί όσο και άνθρωποι, Pearl Jam δεν έχουν πλέον τίποτα για να παραπονεθούν ή να ευαισθητοποιήσουν και αποφάσισαν για πρώτη τους φορά να επικεντρωθούν στο πόσο καλά περνούν δημιουργώντας. Κρίνοντας από το τελικό αποτέλεσμα πάντως φαίνονται να περνούν θαυμάσια και, κατά την ταπεινή μου γνώμη, κατάφεραν να μας το περάσουν αποτελεσματικότατα.
Γι’ αυτούς που θέλουν να ακούσουν μια επιστροφή στις ρίζες του 90s rock-ερμηνευμένη από τους καλύτερους του είδους- πρόκειται για ένα must-have. Το προτείνω όμως και σ’ εκείνους που κάτποτε ίσως απέρριψαν τους Pearl Jam, κρίνοντας τους ως «μουντούς» (θα αλλάξετε σίγουρα γνώμη…).
Οι Pearl Jam είναι οι:
Eddie Vedder (φωνητικά)
Stone Gossard (κιθάρα)
Mike McCready (κιθάρα)
Jeff Ament (μπάσο)
Matt Cameron (τύμπανα)


Μανώλης Γιαννίκιος

Νέο άλμπουμ ετοιμάζουν οι Iron Maiden

Οι IRON MAIDEN δουλεύουν αυτό το διάστημα στην 15η studio κυκλοφορία τους, η οποία θα διαδεχθεί το “A Matter Of Life And Death” του 2006. Προκειμένου να “γεμίσει” τις δημιουργικές του μπαταρίες, το συγκρότημα σκοπεύει να κάνει ένα ταξίδι διάρκειας τριών εβδομάδων στο Παρίσι, όπου πιθανά θα δουλέψει και στην προπαραγωγή του νέου τους υλικού.

Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2009

KROKUS: H Ελβετική ψυχή του hard rock!


Στην Ελβετία είναι πραγματικοί εθνικοί ήρωες!
Είναι μάλιστα και από τα ελάχιστα συγκροτήματα που έχουν λάβει ποτέ ένα “Diamond Record Award” (ισοδυναμεί με 40 χρυσούς δίσκους ή αλλιώς 20 πλατινένιους). Αναμενόμενο βέβαια, αφού κάθε κυκλοφορία τους έχει γίνει πλατινένια στην γενέτειρά τους. Οι Krokus παρόλα αυτά δεν περιορίστηκαν καθόλου μόνο στη χώρα με τις καλύτερες τράπεζες και σοκολάτες και πάνω από 10 εκατομμύρια κόπιες των δίσκων τους, σκορπισμένες σε όλη την υφήλιο, μπορούν εύκολα να το επιβεβαιώσουν αυτό.
Γεννήθηκαν το 1974, στο Solothurn της Ελβετίας και έκτοτε, μέχρι και αυτή τη στιγμή, έχουν αλλάξει ουκ ολίγες φορές ήχο, στυλ, μέλη και νοοτροπία αλλά έχουν κρατήσει απαράλλακτη την αγάπη τους για το rock.
Το 1975, ένας φοιτητής γαστρονομίας παρατάει τις σπουδές στου στη Γαλλία και επιστρέφει στην πατρίδα του, το Solothurn. Στον τρένο της επιστροφή λοιπόν, ο Chris Von Rohr παρατηρεί (κάπου εκεί στη νότια Ευρώπη) ένα λουλούδι. Αργότερα μαθαίνει πως το άνθος που του τράβηξε την προσοχή λέγεται “crocus” και ,γοητευμένος, αποφασίζει πως ήταν το τέλειο όνομα για την psychedelic/progressive rock μπάντα που έστηνε τότε με τον φίλο του-κιθαρίστα- Tommy Kiefer. Το μόνο που χρειάστηκε ήταν να αντικαταστήσει τα “c” με “k” και όλα έτοιμα. Αργότερα βέβαια οι hard rocker πλέον, Krokus θα δηλώσουν πως ήταν το τέλειο όνομα γιατί εκφέρεται το “ROK” ενδιάμεσα. Τους πήρε έναν χρόνο τότε για να βρουν μουσικούς που έστω και προσωρινά θα έπαιζαν συμπλήρωναν το line up του πρώτου…ιδιαίτερου, ομώνυμου άλμπουμ τους. Τότε ακόμα ψάχνονταν κάπου ανάμεσα στους Yes και στους Emerson, Lake and Palmer με αποτέλεσμα οι συνθέσεις των Kiefer και – drummer τότε- Von Rohr, να είναι τουλάχιστον ρηχές και να αναλώνονται σε πολλά και διαφορετικά είδη χωρίς μεμονωμένο αποτέλεσμα. Στο “To You All” (1977) και πάλι θα κάνουν τα ίδια συνθετικά λάθη μόνο με πιο γνώριμο από τη μετέπειτα εποχή τους line up. Ο Von Rohr άφησε το σκαμνί του drummer στον Freddy Steady και η ηγετική φυσιογνωμία του Fernando Von Arb θα έρθει να βάλει τις δικές της συνθετικές πινελιές ως δεύτερη κιθάρα. Παρόλη την απουσία βαθύτερου περιεχομένου καταφέρνουν να κάνουν το πρώτο τους “hit” στα τοπικά ραδιόφωνα με το τραγούδι “Highway Song”. Στη συνέχεια θα κυκλοφορήσουν το Painkiller (1978) που τελικά δεν θα καταφέρει τίποτα από το να βάλει απλώς ένα λιθαράκι στην καριέρα τους.
Κάπου εκεί τελικά φτάνει και το σημείο κλειδί στην πορεία τους. Οι Krokus για να αλλάξουν τελικά συνθετική κατεύθυνση και να συνειδητοποιήσουν τις ανάγκες του κόσμου και τη μαγεία του ωμού rock ήχου έπρεπε πολύ απλά να βρεθούν σε…ένα live των AC/DC.
Το Painkiller λοιπόν, που αρχικά ήταν ευρωπαϊκή κυκλοφορία, επανεκδίδεται με τον «σκληρότερο» τίτλο Pay It In Metal σαν να προμήνυε κάτι…
Μετά τους Eazy Money ήταν πλέον η σειρά των Krokus να χουν για frontman τον Marc Storace(με καταγωγή από την Μάλτα) με την χαρισματική Bon Scott-ική χροιά. Ο Von Rohr καταστάλλαξε επιτέλους στο μπάσο και μια νέα εποχή ξεκινά. Θέμα τους πλέον ήταν οι γυναίκες, το ποτό, η καλοπέραση και το χιούμορ όπως υπαγόρευαν και οι κανόνες του hard rock τότε. Όλα αυτά ξεκινούν να παίρνουν μορφή με το Metal Rendez-Vous(1980). Τα πρώτα singles:“Tokyo Nights”, “Bedside Radio”και “Heatstrokes” κάνουν πάταγο και κάνουν τους Krokus να μονοπωλούν ξαφνικά το ενδιαφέρον της σκηνής και να αποκτούν μεγάλο κοινό το οποίο θα ανυπομονούσε για την επομένη τους κυκλοφορία. Αυτή ήταν ένα χρόνο μετά, το Hardware. Ηχογραφημένο στα Hammersmith Studios του Λονδίνου, περιείχε τα κλασσικά για το συγκρότημα “Easy Rocker”, “Rock City” και “Winning Man” δίνοντας στους Ελβετούς μια νέα δυναμική για να δοκιμαστούν σε ακόμα μεγαλύτερο μέγεθος κοινού φέρνοντας τους στο One Vice At A Time(1982). Με διαφορετική εταιρεία management τώρα υιοθέτησαν μια αμερικανική προοπτική για το τι σημαίνει εμπορικότητα. Στο album αυτό λοιπόν, δεν υπάρχει σπιθαμή που να μην είναι τουλάχιστον «ραδιοφωνική». “Long Stick Goes Boom”, “Save Me”, “Bad Boys Rag Dolls” και η εκδοχή τους στο “American Woman” των Guess Who άνοιξαν όλα μαζί διάπλατα τις πόρτες για παγκόσμια επιτυχία. Οι κριτικοί βέβαια ακόμα είχαν άλλη άποψη. Εκείνοι ήταν σκληροί απέναντι τους, χαρακτηρίζοντας τους ως «φτηνούς» αντιγραφείς των AC/DC. Μέχρι εκεί λοιπόν έχουν το κοινό,τους λείπουν όμως τα media στα οποία έπρεπε να βρουν κάποιο τρόπο να βάλουν τα «γυαλιά»…
…Headhunter(1983). Πλατινένιο στην Αμερική και στη θέση 25 των πιο επιτυχημένων δίσκων παγκοσμίως για εκείνη τη χρονιά. Ο Storace εδώ είναι στα κέφια του και εξαιτίας της παλαιότερης κριτικής, τώρα ακούγεται πιο πολύ σαν τον Udo Dirkschneider των Accept. “Headhunter”, “Screaming In The Night”(με τον Rob Halford να συνοδεύει τον Storace), “Russian Winter” και η διασκευή στο “Stayed Awake All night” των Bachman Turner Overdrive λένε αρκετά για έναν υπερ-επιτυχημένο δίσκο χωρίς να χρειαστεί να προσθέσω εγώ οτιδήποτε παραπάνω. Με το Headhunter, οι Krokus κατέκτησαν την κορυφή.
Όμως το χουμε ξαναπεί πως για όλα τα συγκροτήματα φτάνει κάποτε η στιγμή να δημιουργήσουν το σημείο σύγκρισής τους που θα επισκιάζει από εκεί κι έπειτα κάθε άλλη τους δημιουργία. Οι Krokus δεν αποτέλεσαν κάθολου εξαίρεση σ’ αυτόν τον κανόνα. Με το Headhunter κέρδισαν όνομα, δόξα και περιοδείες σ’ όλον τον κόσμο με θηρία όπως οι AC/DC, Motorhead, Rainbow, Judas Priest κα. Με τον επόμενο δίσκο έπρεπε να απλώς να κυνηγήσουν και πάλι αυτή τη λάμψη. Το “The Blitz” (1984) ήταν, για να είμαι δίκαιος, μια αξιοπρεπέστατη προσπάθεια αλλά απλώς κατάφερε να τους κρατήσει εκεί ακριβώς που ήδη βρίσκονταν, όχι να τους πάει ένα βήμα παραπάνω. Τα singles “Midnite Maniac” και “Ballroom Blitz” (το αυθεντικό είναι των Sweet) πήγαν αρκετά καλά όπως και άρμοζε. Αξίζει επίσης να σημειώσουμε το “Our Love”, για πολλούς την καλύτερη μπαλάντα που έγραψαν ποτέ οι Krokus. Παρόλα αυτά ο ήχος τους είχε αρχίσει να «σκονίζεται» εμπορικά και οι ίδιοι φαίνονταν να επαναλαμβάνουν πράγματα που είχαν ήδη ακουστεί εδώ και καιρό. Το δίλημμα ήταν να ακολουθήσουν τις νέες φόρμες του rock ή να παραμείνουν πιστοί στο πως ακούγονταν ως τώρα? Δυστυχώς για κείνους επέλεξαν το πρώτο…
Με το Change Of Address (1985) σηματοδοτείται μάλλον ο εμπορικός κατήφορος των Krokus. Την περίοδο εκείνη όλος ο πλανήτης είχε στραμμένα τα βλέμματα στους Bon Jovi, τους Def Leppard και άλλα σχήματα που με τις πιο pop συνθέσεις τους έκαναν τα ραδιόφωνα και τις αρένες να τους λατρεύουν. Λογική θα μπορούσα να πω τότε η επιλογή των Krokus να προσπαθήσουν να κερδίσουν μέρος αυτής της «κίνησης» του κοινού προς τα πιο mainstream ακούσματα αναπροσαρμόζοντας και οι ίδιοι αναλόγως τον ήχο τους. Λογική μεν, αλλά εντελώς αναποτελεσματική αν και υπήρχαν μερικά πολύ καλά κομμάτια. Από το Change Of Address μόνο το School’s Out (Alice Cooper) καταφέρνει να επιβιώσει εμπορικά κι αυτό ακριβώς επειδή δεν είναι δική τους σύνθεση. Μέσα στην επόμενη χρονιά και ενώ οι Krokus ετοίμαζαν τη νέα δουλειά, η εταιρεία τους αποφασίζει να κυκλοφορήσει το live άλμπουμ “Alive and Screamin’” προκειμένου να τους κρατήσει με κάποιον τρόπο στα ράφια. Το live είναι σίγουρα πιστό στις επιδόσεις των Krokus που ερμηνεύουν όλα τα κομμάτια που τους έφεραν στην κορυφή όμως η αντίδραση του κόσμου είναι ένα αδιάφορο νεύμα γιατί πολύ απλά δεν υπάρχει τίποτα φρέσκο.
Το 1987 επιστρέφουν και πάλι με το Heart Attack ελάχιστα βελτιωμένοι. Οι κριτικοί έγραψαν τα χειρότερα λέγοντας πως κάθε κομμάτι (εκτός των “Speed Up” και “Flyin’ High”) ήταν κόπια από διάφορα hard rock hits που ήδη υπήρχαν. Τα singles “Wild Love” και “Let it Go” πέρασαν μάλλον αδιάφορα παρά την πολύ καλή τους παραγωγή που παίρνει τα εύσημα και για το υπόλοιπο του δίσκου. Ήταν πλέον προφανές πως χρειάζονταν ένα διάλειμμα το οποίο και πραγματοποίησαν μετά το τέλος της περιοδείας τους.
Μέχρι τη στιγμή που διέκοψαν οι Krokus έχουν υποστεί διάφορες αλλαγές στο line up τους (ειδικά από το Headhunter και μετά) τις οποίες όμως έκρινα πως δεν ήταν απαραίτητες να αναφέρουμε κυρίως γιατί δεν τους επηρέασαν καθόλου ούτε από άποψη συνθέσεων αλλά ούτε και από άποψη ήχου. Συγκεκριμένα επρόκειτο για αλλαγές στις θέσεις των Tommy Kiefer (κιθάρα) και Freddy Steady(drums) και όχι για το «ηγετικό» τρίο των Storace, Von Arb, Von Rohr. Έτσι τελικά φτάνουμε στο 1991 που η πρώτη αξιοπρόσεκτη αλλαγή θα γίνει πραγματικότητα. Ο Storace θα αποχωρήσει και τη θέση του θα διεκδικήσει ο Peter Tanner, ένας τραγουδιστής με τις ίδιες ακριβώς καταβολές του Storace, τους AC/DC. Η διαφορά εδώ είναι πως ο Tanner ακούγεται περισσότερο σαν τον Brian Johnson παρά τον Bon Scott δίνοντας πιο ψηλές συχνότητες καθόλη τη διάρκεια του Stampede(1991) πράγμα που σίγουρα κάνει τον δίσκο ό,τι πιο διαφορετικό κυκλοφόρησαν ποτέ από την εποχή του Headhunter. Στο Stampede αποχώρησε επίσης και ο ιδρυτής Von Rohr αφήνοντας τον Von Arb να πάρει πλήρως τα ηνία όπως και –όλως περιέργως- και το ίδιο του το μπάσο. Ο Von Arb επιστράτευσε τρία εντελώς πρόσωπα: Many Maurer, Tony Castell και Peter Haas για τις κιθάρες και τα drums αντίστοιχα, αλλάζοντας ολοκληρωτικά το πρόσωπο όλης της μπάντας. Το Stampede έχει και αυτό εντυπωσιακή παραγωγή, είναι μια ιδέα πιο σκληρό από πιο παλιές κυκλοφορίες των Krokus και σίγουρα έκανε πολλά κεφάλια να γυρίσουν και πάλι προς το μέρος τους.
Τέσσερα χρόνια χρειάστηκαν για να ολοκληρώσουν οι Krokus το “To Rock Or not To Be”. Ενδιάμεσα ο Marc Storace επέστρεψε δριμύτερος, σαν να αναστήθηκε και να βελτιώθηκε μαζί. Τα κομμάτια εδώ είναι δομημένα καλά (χάρη στον κο Von Arb και πάλι) και αποτελούν σε γενικές γραμμές κάτι σαν σουβενίρ από τις παλιές καλές μέρες τους. Οι fans τους φυσικά το εκτίμησαν δεόντως αυτό κάνοντας ΚΑΙ αυτή την κυκλοφορία πλατινένια στην Ελβετία. Οι ίδιοι πιστοί ακόλουθοί τους ήταν μάλλον και οι μόνοι που αγόρασαν τελικά το Round 13, το τελευταίο άλμπουμ των Krokus για τον 20ο αιώνα(1999). Η ίδια ιστορία και πάλι…όλοι φεύγουν, ο Von Arb μένει και γράφει…μία από τα ίδια με διάφορους μουσικούς να τον συνοδεύουν υπό το όνομα Krokus.
Το τετραετές(και πάλι) πάντως διάλειμμα από τότε φαίνεται πως τους έκανε καλό. Μετά από 8 χρόνια ο Storace και πάλι θα επιστρέψει υπό τον όρο πως το συγκρότημα θα αρχίσει να γράφει μουσική με τη νοοτροπία που δημιουργούσε πριν ακόμα και από το Headhunter. Το Rock The Block μπορεί να ακούγεται παλιομοδίτικο σε σχέση με την εποχή που κυκλοφόρησε (2003) όμως η επανένωση και η συνθετική ανανέωση ανέδυε έναν φρέσκο αέρα που το κοινό πρόσεξε με αποτέλεσμα η περιοδεία για την προώθησή του να λήξει τουλάχιστον πανηγυρικά. «Ο Marc τραγουδάει καλύτερα από ποτέ και συνολικά είμαστε όλοι καλύτεροι από ποτέ. Το μυαλό μας πλέον είναι εντελώς ελεύθερο και μπορούμε να συγκεντρωθούμε εντελώς στη μουσική και μόνο» δηλώνει τότε ο Von Arb. Μεγάλο μέρος της επιτυχίας παρόλα αυτά αποδίδεται και στην επιστροφή του παλιού τους αμερικανού manager, Butch Stone που μέχρι τότε είχε φτιάξει μεγάλο όνομα στον χώρο των tours και του promoting. Δική του ήταν και η απόφαση να δώσουν μια ιδέα και σε όλον τον κόσμο για το πόσο καλά πήγε εκείνη η περιοδεία με ένα νέο live album εν ονόματι “Fire And Gasoline”(2004).
Το 2005 ο Fernando Von Arb θα αποχωρήσει προσωρινά για να πραγματοποιήσει εγχείρηση στον καρπό του. Ο αντικαταστάτης του Mandy Meyer θα αναλάβει τις lead κιθάρες, και μαζί με τον Storace και τον Tony Castell θα γράψουν το υλικό για το Hellraiser που κυκλοφορεί έναν χρόνο μετά. Αν μέχρι τώρα οι δίσκοι των Krokus χαρακτηρίζονταν hard rock τότε αυτός εδώ είναι ο πρώτος heavy metal. Οι συνθέσεις είναι σαφώς πιο σκληρές και λόγω αυτού οι Krokus άρχισαν να μεγενθύνουν το νεότερο ηλικιακά fanbase τους προσφέροντας ονειρικές στιγμές για επίδοξους Ελβετούς και μη headbangers. Το Hellraiser αποτελεί επίσης και την τελευταία κυκλοφορία τους μέχρι στιγμής ενώ για τις αρχές του 2010 αναμένουμε σύμφωνα με επίσημη ανακοίνωση από το συγκρ'οτημα το νέο τους άλμπουμ.
Επίσης “Die Grossten Schweizer Hits” είναι η εκπομπή της Ελβετίας που ασχολείται με τα πιο επιτυχημένα εγχώρια μουσικά δρώμενα και μονοπωλεί τις τηλεθεάσεις των νοτιοευρωπαίων. Εκεί λοιπόν επέλεξαν το 2007 οι Krokus να ανακοινώσουν την ιστορική τους επανασύνδεση με την αυθεντική τους σύνθεση κιόλας! Chris Von Rohr, Fernando Von Arb, Freddy Steady και Marc Storace έκαναν έκπληξη στο κοινό τους παίζοντας ένα live medley των “Bedside Radio”, ”Tokyo Nights” και “Heatstrokes” γνωστοποιώντας και τις προθέσεις τους για το μέλλον οι οποίες έβλεπαν τους Krokus να κυκλοφορούν νέο άλμπουμ μέσα στο 2010 και να οργανώνουν παγκόσμια περιοδεία προς τιμήν του.
Trivia:
- Η διασκευή των Krokus στο Ballroom Blitz των Sweet συμπεριλήφθηκε το 2007 στο expansion της διάσημης σειράς video games, “Guitar Hero Encore: Rocks The 80s”.
- Οι Krokus ερμηνεύουν τον επίσημο ύμνο του 2009 Ice Hockey World Championship που θα λάβει χώρα στην Ελβετία. Το τραγούδι θα λέγεται “Live For The Action”.
Προτεινόμενα:
Οι Krokus μπορεί να μην έκαναν μια καριέρα αντίστοιχη των μεγαθηρίων που κυριαρχούσαν στις δεκαετίες των 80s/90s προσέφεραν όμως κάτι στην ιστορία του rock που δεν θεωρείται καθόλου αμελητέο. Τα Metal Rendez-Vous, Headhunter και One Vice At A Time είναι σίγουρα τα προτεινόμενα must-have τους.
Δισκογραφία:
Krokus (1976)
To You All (1977)
Painkiller / Pay It In Metal (1978)
Metal Rendez-vous (1980)
Hardware (1981)
One Vice at a Time (1982)
Headhunter (1983)
The Blitz (1984)
Change of Address (1985)
Heart Attack (1987)
Stampede (1990)
To Rock or Not to Be (1995)
Round 13 (1999)
Rock the Block (2003)
Hellraiser (2006)
New Album (2010)
Live:
Alive & Screamin' (1986)
Fire and Gasoline (2004)
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ:ΜΑΝΩΛΗΣ ΓΙΑΝΝΙΚΙΟΣ

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...