Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2013

Η σύντομη επιτυχημένη περιπέτεια των SHERIFF



Η σύντομη περιπέτεια των Καναδών Sheriff  ξεκινά το 1979 από το Τορόντο και το γκρουπ αποτελείται από τον τραγουδιστή Freddy Curci, τον κιθαρίστα Steve DeMarchi, τον κημπορντίστα και βασικό συνθέτη Arnold Lanni, τον μπασίστα Wolf Hassel και τον ντράμερ Rob Elliott.
Το 1982 οι SHERIFF κυκλοφορούν το παρθενικό τους δίσκο από την Capitol Records, με τίτλο το όνομα τους και κατορθώνουν να ανέβουν στις υψηλές θέσεις των καναδέζικων τσαρτ και να κάνουν επιτυχία τα "You Remind Me" και τη θαυμάσια μπαλάντα "When I'm with You". 
Το μουσικό ύφος του συγκροτήματος κινείτο σε καθαρά aor/melodic rock μονοπάτια, με όμορφα κιθαριστικά σόλο συνδυασμένα με ψηλά και εκφραστικά φωνητικά από την φοβερή φωνή του Freddy Curci (συνδυασμός Steve Perry Freddy Mercury και Mark Free) και συνθετικά θύμιζαν έντονα Boston, Reo Speedwagon, Styx, Angel και Urgent.

Οι Sheriff περιόδευσαν πέντε φορές στην πατρίδα τους για να επιβληθούν στην ροκ κοινότητα αλλά τελικά δεν κατάφεραν να κάνουν σημαντική εμπορική επιτυχία και το 1985 διέλυσαν οριστικά.
Η μεγάλη έκπληξη όμως για τους διαλυμένους Sheriff συνέβη λίγα χρόνια αργότερα όταν το μοναδικό τους άλμπουμ επανακυκλοφορεί το 1988 και ξαφνικά τον Φεβρουάριο της επόμενης χρονιάς γνωρίζει μεγάλη εμπορική επιτυχία το τραγούδι "When I'm with You" μιας και ένας ραδιοφωνικός dj παίζει συνεχώς την εξαιρετική μπαλάντα από την εκπομπή του, με αποτέλεσμα να αγαπηθεί από το αμερικάνικο κοινό και το κομμάτι να κατακτά την πρώτη θέση στα τσαρτ του Billboard!

Αυτή όμως η αναπάντεχη επιτυχία δεν κατάφερε να δώσει νέα πνοή στο διαλυμένο συγκρότημα μιας και ο βασικός δημιουργός και συνθέτης των Sheriff, ο Arnold Lanni και ο μπασίστας Wolf Hassel είχαν αφοσιωθεί στους Frozen Ghost (κυκλοφόρησαν τρία πολύ καλά άλμπουμ και διαλύθηκαν το 1993).
Το 1988 ο τραγουδιστής Freddy Curci, και ο κιθαρίστας Steve De Marchi μαζί με άλλα τρία μέλη των HEART δημιούργησαν τους Alias που έκαναν μία μικρή επιτυχία στις αρχές της δεκαετίας του ’90, ειδικά με τα κομμάτια “Waiting For Love" και “More Than Words Can Say” και παράλληλα στις συναυλίες τους έπαιζαν μερικά κομμάτια και από την πρώτη τους μπάντα, τους… Sheriff.

 Φώτης Μελέτης

Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2013

LITTLE RIVER BAND: “Cuts Like a Diamond”


Από τις πιο επιτυχημένες εμπορικά μπάντες της Αυστραλίας κυρίως στην Αμερική είναι οι Little River Band, που μετράνε αισίως 20 κυκλοφορίες και πωλήσεις περί τα 30 εκατομμύρια δίσκους.
Κανείς από τα αρχικά μέλη δεν είναι πλέον στη μπάντα και ο τραγουδιστής/ μπασίστας Wayne Nelson, εντάχθηκε και παραμένει στο group από 1981, ενώ από τις τάξεις των Little River Band πέρασε ο John Farnham που έδωσε (όταν ήταν στο συγκρότημα) τον AOR ήχο, που δεν είναι ο μοναδικός που χαρακτηρίζει τη μπάντα από το 1975 μιας και westcoast, country και blues διατρέχουν την καινούργια και τις προηγούμενες κυκλοφορίες.
Το εναρκτήριο “The Lost and the Lonely” είναι χαρακτηριστικό 80’s AOR άκουσμα, ωραιότατη εκκίνηση για το δίσκο και φυσικά ξεχωρίζει! Το “What If You’re Wrong”, που επίσης ξεχώρισα είναι κλασικό Little River Band άκουσμα με χαρακτηριστικές αρμονίες  και σύντομα αλλά πανέμορφα κιθαριστικά solo. Επίσης το “You Dream I’ll Drive”, με εκπληκτικές αρμονίες, όμορφη μελωδία και “πασπάλισμα” από Chris Rea “κιθαρόσκονη”.
Γενικά το άλμπουμ κρατάει ζωντανή την παράδοση των Little River Band που είναι σταθερή, μελωδική  μπάντα και ταιριάζει απόλυτα με όλο το μακρύ κατάλογο των κυκλοφοριών τους. Ιδανικό άκουσμα, για να διατηρήσετε τις όμορφες βραδιές του καλοκαιριού ζωντανές!


Νότης Γκιλλανίδης

DEVIN TOWNSEND PROJECT: “The Retinal Circus”



Το “τσίρκο του αμφιβληστροειδούς”. Θα μπορούσαν ήδη να μου έχουν πέσει ένα κάρο τρίχες και μόνο από τον τίτλο, αλλά στην περίπτωση του δεν υπάρχει ουδεμία έκπληξη. Μιλάμε για τον Devin Townsend, ένα από τα μεγαλύτερα καλλιτεχνικά μυαλά του 21ου αιώνα, που η αντισυμβατικότητα της αντίληψης του για τον κόσμο, παραπέμπει σε θεωρίες πάνω στον ανθρώπινο ψυχισμό από εμπειρογνώμονες της ψυχιατρικής επιστήμης.
Ο τύπος λοιπόν, με μια σπουδαία 20χρονη καριέρα πίσω του, κάποια στιγμή πριν περίπου ένα χρόνο, πραγματοποίησε ένα μεγαλεπήβολο event το οποίο εκτός του μουσικού μέρους, περιελάμβανε μια χορωδία εγχόρδων, performers τσίρκου, γιγάντιες κούκλες, ένα τεράστιο αιδοίο (!) καθώς και πολλούς σπουδαίους guests σε φιλικές συμμετοχές, με αποτέλεσμα να αποτελέσει μια από τις σπουδαιότερες live στιγμές του. Αποφασίζοντας ότι δεν πρόκειται για μια ιδέα η οποία θα γίνει θεσμός αλλά για μια μεμονωμένη performance, ο Devin δίνει σε κυκλοφορία το ηχητικό μέρος αυτής της βραδιάς, το οποίο κάλλιστα θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν μια σύνοψη κορυφαίων στιγμών, των πεπραγμένων του όλα αυτά τα χρόνια.
Οποιοσδήποτε έχει έρθει σε επαφή με τη μουσική του Townsend, είτε στα διάφορα project του είτε με τους Strapping Young Lad και γνωρίζει την απόδοση της μπάντας στις ζωντανές εμφανίσεις της, δεν θα εκπλαγεί. Όλα τα στοιχεία της τρελαμένης τέχνης του, βρίσκονται κι εδώ. Ακόμη και οι πιο τολμηρές στιγμές που επιχειρούνται (όπως για παράδειγμα στις εκτελέσεις των “Truth”, “Vampiria”) αλλά ακόμη και σε σημεία της πιο πρόσφατης studio δουλειάς του, του “Epicloud” (“Lucky Animals”, “Grace”), θα σε κάνουν να χαμογελάσεις με την δυναμική που παίρνουν στο σανίδι. Ειδικά το υλικό από το “Ziltoid The Omniscient” με τα “Color Your World”, “The Greys” καθώς και η ακουστική εκτέλεση του “Hyperdrive”, σε αφήνουν αμήχανο και μόνο με την έμπνευση να συμπεριληφθούν στο setlist.
Εξέχων καλεσμένος, η Αυτού Μεγαλειότης, Κύριος Steve Vai. Τρομερός ο ρόλος του ως αφηγητής της ιστορίας που πραγματεύεται το show, με ακραιφνές χιούμορ, σίγουρα οι παρεμβολές του είναι ουσιαστικότερες έναντι της χρησιμοποίησης για άλλη μια φορά λυρικών εισαγωγικών θεμάτων. Σίγουρα προσθέτει πλουραλισμό και φαντασία στη ροή του live. Αναφερόμενος στους guests καλλιτέχνες, το “The Retinal Circus” φανερώνει μια ίση κατανομή. Φυσικά λάμπει το άστρο της Θεάς Anneke Van Giersbergen (ex-The Gathering, Aqua Di Anneke) η οποία εκτυφλώνει με την απόδοση της και στα τραγούδια του Project (επί παραδείγματι στα “Addicted”, “Ih-Ah!”, “True North”), εξυψώνει το κατά κύριο λόγο instrumental “Truth” και ακόμη εκπλήσσει αναλαμβάνοντας τα lead vocals σε κομμάτια εκτός του Project, σε τραγούδια όπως τα “Babysong” (απλά καταπληκτικό), “Planet Smasher”. Η μόνη μου ένσταση είναι για τον μηχανικό ήχου γιατί στην τελική μίξη, η φωνή της ακούγεται εμφανώς “πίσω” για κάποιον αδιόρατο λόγο (φήμες ότι του έριξε χυλόπιτα πρίν το live, ερευνώνται με κάθε σοβαρότητα...).
Ξεχωριστή αναφορά θέλω να κάνω στην αξιομνημόνευτη συμμετοχή του Jed Simon, ενός δημοσιογράφου και προσωπικού φίλου του Devin, ο οποίος συμμετέχει σε δύο μόνο τραγούδια, τερατώδεις συνθέσεις από μόνες τους. Τα “Detox” και “Love?” είναι τα μόνα τραγούδια που προέρχονται από τους Strapping Young Lad και κυριολεκτικά κλέβουν την παράσταση. Ακούγοντας τα με καλύτερο ήχο και με τον αέρα της ζωντανής εμφάνισης, το συναίσθημα είναι το ίδιο με την πρώτη ακρόαση και τα death φωνητικά του Jed, ανεβάζουν κι άλλο αυτήν την εκτίμηση.
Συνολικά, ο οποιοσδήποτε φίλος του καλλιτέχνη δεν μπορεί παρά να καταευχαριστηθεί αυτό το live album. Δεν αποτελεί best of, γιατί υπάρχουν δίσκοι που δεν υπάρχει ούτε μια αναφορά (π.χ από το “Ghost”) αλλά δεν νομίζω να σου λείψουν (εντάξει, εμένα μου λείπει λίγο ο αγαπημένος μου ύμνος “Hold On” από το Epicloud), μιας και το υλικό που καταθέτει ο Devin και η παρέα του είναι το λιγότερο εντυπωσιακό. Και είμαι σίγουρος ότι για μια και μόνο φορά, ο ίδιος ο Devin Townsend θα νιώσει περήφανος επιτέλους για το ίδιο του το “Εγώ”, που το έχει σνομπάρει πάμπολλες φορές. Αφού γλύτωσε από τα drugs, δεν νομίζω να υπάρχει κάτι άλλο να τον ανησυχεί πλέον. Η θέση του στην ιστορία, είναι αν μη τι άλλο, εξασφαλισμένη. Και σε πολύ υψηλά ιστάμενες θέσεις τολμώ να πω. Όρμησε άφοβα. Πρώτο πράμα που λένε...


Ιορδάνης Κιουρτσίδης

ARCTIC MONKEYS: “AM”


Οι Arctic Monkeys είναι αναμφισβήτητα ένα από τα καλύτερα συγκροτήματα της λεγόμενης garage revival σκηνής που θέριεψε την τελευταία δεκαετία.
Με τα δύο πρώτα τους album (“Whatever People Say” και “Favourite Worst Nightmare”) έκαναν την υφήλιο να παραμιλάει για πάρτη τους.
Η εκρηκτικότητα τους άρχισε να μένει πίσω για χάρη της μελωδίας και το “Suck It And See” έδειξε ένα καινούργιο δρόμο για τους Arctic Monkeys.
H μελωδία κερδίζει ακόμα περισσότερο έδαφος στο πέμπτο τους “AM”, και με το ξεκίνημα κιόλας έχουμε δύο μεγάλες ραδιοφωνικές επιτυχίες, τα “Do I Wanna Know” και “R U Mine?”.
Οι γεμάτες ενορχηστρώσεις τους, η εξαιρετική παραγωγή που υπογραμμίζει εξίσου όλα τα όργανα, έχει ως αποτέλεσμα ένα ακόμα πολύ πολύ καλό album.
Καταλαβαίνεις και πάλι για ποιο λόγο, το μυαλό πίσω από τους Queens of The Stone Age έχει φάει τόσο μεγάλο κόλλημα με τα ατομάκια αυτά.
Αν βγάλεις από το μυαλό σου, το γεγονός του ότι δε θα βρεις ταχύτητες σαν εκείνες στην κομματάρα “I bet you look good...”, θα νιώσεις το μεγαλείο του νέου τους αυτού πονήματος. Όσο περισσότερο το ακούς, τόσο περισσότερο το αγαπάς!
“Νο.1 Party Anthem”, “Why'd you call me only when you're high” και “Snap out of it” είναι τραγούδια που θα ακουστούν και θα δώσουν χιλιάδες νέους fans στις Αρκτικές Μαϊμούδες!
Από τις καλύτερες alternative κυκλοφορίες της χρονιάς!


Δημήτρης Μαρσέλος

JOURNEY:“Escape”



Οι JOURNEY το καλοκαίρι του 1981 κυκλοφορούν το κλασσικό και θρυλικό “Escape” που ήταν η έβδομη δισκογραφική τους studio δουλειά και το πρώτο άλμπουμ που συμμετείχε o κημπορνίστας Jonathan Cain (Βabys) στη θέση του Gregg Rolie.
Είχε προηγηθεί το ζωντανό ηχογραφημένο “Capture” και το συγκρότημα έδειχνε αποφασισμένο με την βοήθεια φυσικά, της Columbia Records να επιτύχει σε όλα τα επίπεδα.
Με αυτό το άλμπουμ οι Journey απογειώνονται κυριολεκτικά, φτάνουν στην κορυφή των καταλόγων επιτυχιών, όλες οι συνθέσεις είναι αξιομνημόνευτες, οι ενορχηστρώσεις και οι εκτελέσεις μοναδικές και παράλληλα κατορθώνουν και πουλούν  εκατομμύρια αντίτυπα σε όλο τον κόσμο ενώ η τουρνέ που ακολουθεί είναι σχεδόν όλη sold out και η απίστευτη ροκ ενέργεια του γκρουπ αποτυπώθηκε αριστουργηματικά στο dvd, “Live in Houston 1981:The Escape Tour”.
H φωνή του Steve Perry είναι συγκλονιστική με αποκορύφωμα την ερμηνεία του στο εκπληκτικό “Mother, Father” ενώ ο Neal Schon στην κιθάρα “ζωγραφίζει” με τα μελωδικά σόλο του και ιδιαίτερα στο επικό ομότιτλο κομμάτι.
Όλη η μαγεία και η γοητεία του μελωδικού ροκ ή aor ήχου βρίσκεται στο “Escape”. Φυσικά στο άλμπουμ βρίσκονται κι άλλα φοβερά τραγούδια όπως το υπέροχο “Who’s Crying Now”, το all time classic, “Don’t Stop Believin” και οι θαυμάσιες μπαλάντες “Open Arms” και “Still They Ride” που ανέβηκαν σε υψηλές θέσεις στο top-ten των αμερικάνικα chart.
Σίγουρα η σύμπραξη στην παραγωγή και τη μίξη του δίσκου από τους μετρ του είδους Mike Stone και Kevin Elson ανέδειξε το “Escape” σε ένα από τους σημαντικότερους δίσκους της ροκ μουσικής σε σημείο να γίνει μέχρι και videogame!
Tracklist
Don't Stop Believin'
Stone in Love
Who's Crying Now
Keep on Runnin'
Still They Ride 
Escape 
Lay It Down 
Dead or Alive 
Mother, Father 
Open Arms 

ΜΕΛΗ
Steve Perry: lead vocals
Neal Schon: lead guitars
Jonathan Cain: keyboard, piano, backing vocals
Ross Valory : bass
Steve Smith: drums

Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2013

DREAM THEATER: “Dream Theater”



Από το 
www.rockway.gr
Όταν μια μπάντα αποφασίζει να κυκλοφορήσει, ύστερα από χρόνια στο χώρο, ένα δίσκο που απλά φέρει το όνομά της ως τίτλο, συνήθως το κάνει είτε για να επαναπροσδιορίσει τον ήχο της, είτε για να κάνει μια νέα αρχή, είτε γιατί θεωρεί πως η εν λόγω δουλειά συγκεντρώνει όλα τα μουσικά στοιχεία που έχουν συντροφεύσει το σχήμα από την αρχή της καριέρας του.
Στην περίπτωση των Dream Theater δεν ισχύει τίποτα από τα παραπάνω. Δε συναντάται κάποια διαφοροποίηση στον ήχο της μπάντας, ούτε κάποιο είδος μουσικού συγκεντρωτισμού και ανακεφαλαίωσης, ενώ ουδεμία αρχή δε γίνεται, ούτε σε επίπεδο μελών, αλλά ούτε σε αυτόν της συνθετικής προσέγγισης, που τηρείται σχεδόν αυστηρά από το 2007 και μετά.
Πάντα σε υψηλότερο επίπεδο από τα περισσότερα group του χώρου, αλλά με σαφέστατη έλλειψη του στοιχείου της έκπληξης, καθώς πάνε χρόνια από τότε που οι Dream Theater ενθουσίασαν κοινό και κριτικούς.
Σίγουρα οι fanboys στο άκουσμα του νέου δίσκου δηλώνουν ενθουσιασμένοι, αλλά στους συγκεκριμένους, ακόμα και εάν οι Theater ηχογραφήσουν γρύλλους να ερωτοτροπούν πάνω σε ξυλόφωνο, το ίδιο super θα τους φανεί. Από την άλλη υπάρχουν και οι haters που θεωρούν το σχήμα “τελειωμένο” και ανήμπορο να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων.

Το προ διετίας “A Dramatic Turn of events” λοξοκοίταξε στιγμές του παρελθόντος, αλλά μονάχα στιγμιαία, και παρότι μου άρεσε, δε βρήκε τελικά πολλές φορές το δρόμο του στο στερεοφωνικό μου. Και ακούγοντας το “Dream Theater”, μάλλον το αποτέλεσμα θα είναι το ίδιο.
Εννέα συνθέσεις, κοντά στα 70 λεπτά, με μια σχεδόν τρίλεπτη instrumental εισαγωγή (χωρισμένη σε τρία μέρη) να ανοίγει το album (καιρό είχαν να κάνουν κάτι τέτοιο). Ακολουθεί το “The Enemy Inside”, το οποίο το συγκρότημα είχε διαθέσει προς ακρόαση από πριν το καλοκαίρι. Συμπαθητικό, αλλά για τα δεδομένα της μπάντας, όχι κάτι το ιδιαίτερο. Το “The Looking Glass” με ελκύει πιο πολύ σα σύνθεση, μιας και έχει μια (εξ αγχιστείας) συγγένεια με παλαιότερες δουλειές τους. Άλλο ένα instrumental ακολουθεί (“Enigma Machine”), με το μελαγχολικό “The Bigger Picture” να παίρνει τη σκυτάλη, κατεβάζοντας ταχύτητες. Τα “Behind the Veil” και “Surrender to Reason” αποτελούν για το γράφοντα δύο από τις καλύτερες στιγμές του δίσκου, ενώ και το “Along the Ride” δεν απέχει πολύ από αντίστοιχο χαρακτηρισμό. “Illumination Theory” για το κλείσιμο, μια 22λεπη σύνθεση- συρραφή ιδεών, άλλων καλών και άλλων κάπως καλύτερων. Για να είμαι ειλικρινής πάντως, από τη μέση και μετά, το album είναι σαφώς πιο εμπνευσμένο!
Αξίζει να σημειωθεί πως η απόδοση του James Labrie είναι σε υψηλά επίπεδα (για την υπόλοιπη μπάντα, ούτε λόγος… ποτέ δε σταμάτησε να ακουμπάει ταβάνι τεχνικά). Πέρα από αυτό όμως, τι; Τι καινούργιο μπορεί να γράψει κάποιος για το “Dream Theater”; Ναι, σίγουρα είναι μια πολύ καλή δουλειά, αλλά… αυτό το “αλλά”!
Δυστυχώς οι Dream Theater έχουν εγκλωβιστεί σε μια συνθετική μανιέρα, η οποία δεν τους αφήνει περιθώρια να εξελιχθούν, ή έστω να περπατήσουν σε κάποια άλλη μουσική οδό, της ίδιας βέβαια ηχητικής πόλης. Σκεφτείτε πόσο διαφορετικά ηχούν μεταξύ τους τα “When Dream and Day Unite”, “Images & Words”, “Awake”, “Falling Into Infinity”, “Scenes From a Memory”, “Six Degrees of Inner Turbulence”, “Train of Thought” και “Octavarium”. Ασχέτως εάν είναι όλοι καλοί δίσκοι (που είναι), το κυριότερο χαρακτηριστικό τους είναι πως δεν ήξερες a priori το τι θα ακούσεις. Και μπορεί η προαναφερθείσα μανιέρα να βγάζει εξαιρετικούς δίσκους, από την άλλη όμως το στοιχείο της έκπληξης δεν υπάρχει και η αδημονία για το πώς θα ακούγεται ο νέος δίσκος των Dream Theater έχει εκλείψει και κατ’ επέκταση αφήνει αδιάφορο το μέσο fan.
Σε καμία των περιπτώσεων δε θεωρώ πως οι Theater έχουν τελματώσει, μιας και κάθε τους δουλειά παραμένει μια αξιόλογη μουσική πρόταση, που ποιοτικά υπερτερεί άλλων progressive κυκλοφοριών. Και ίσως είναι άδικο να ψάχνω πλέον για περασμένα μεγαλεία, ή φαντάσματα του παρελθόντος, μιας και το ζητούμενο δεν είναι κάποιο πισωγύρισμα. Απλά αυτή η στασιμότητα (αδόκιμος όρος για ένα σχήμα όπως οι Theater, αλλά τέλος πάντων…), από ένα σχήμα που κοιτούσε μόνο μπροστά, επιλέγοντας διαφορετικές οδούς για να εκφραστεί με τα τραγούδια του, με κάνει να αναπολώ τις εποχές που το κάθε πόνημά του group απασχολούσε για μήνες το μικρόκοσμό μου. 


Στέφανος Στεφανόπουλος

DAVID REECE: “Compromise”


Aπό το
www.rockway.gr
Για αυτούς που ίσως δεν γνωρίζουν, που πιστεύω πως είναι ελάχιστοι, ο David Reece αποτέλεσε τον τραγουδιστή τον θρυλικών Accept για ένα μόνο άλμπουμ καθώς επίσης και τον τραγουδιστή των Bangalore Choir για το φανταστικό “On Target” το 1992. Μια κυκλοφορία που αποτελεί must για κάθε οπαδό του κλασικού hair metal ήχου!
Μετά από πολλά χρόνια απουσίας και λίγων συμμετοχών σε διάφορα projects η εκπληκτική φωνή του Reece επέστρεψε στα μουσικά δρώμενα με τους Σουηδούς Gypsy Rose το 2008 και το 2010 ήταν η σειρά των Bangalore Choir να επιστρέψουν με το αρκετά καλό “Cadence”. Ακολούθησε ακόμη ένας δίσκος με τους Bangalore Choir καθώς επίσης και μια συνεργασία με τον εξίσου μεγάλο μουσικό Martin Kronlund για να φτάσουμε αισίως στο τώρα και στην νέα προσωπική δουλειά του που τιτλοφορείται “Compromise”.
Για να είμαι όμως και απόλυτα ειλικρινής μαζί σας θα πρέπει να πω πώς αν και τα τελευταία δυο άλμπουμ των Bangalore Choir ήταν αρκετά καλά το πρόβλημα ήταν πως έλειπε η μεγάλη στιγμή, το μεγάλο χιτάκι και τα απίστευτα πιασάρικα ρεφραίν του ντεμπούτο τους. Η προσέγγιση και επιμονή του Reece σε πιο μοντέρνες hard rock φόρμες έκανε ακόμα κλασσικότερο το “On Target” αν καταλαβαίνετε τι εννοώ…
Αρκετά λοιπόν με τις εισαγωγές και τα περί Bangalore Choir. Ας έρθουμε στο τώρα και στο νέο πόνημα του David Reece με τον τίτλο “Compromise”. Για όσους από εσάς δεν έχετε χάσει την επαφή με τον συμπαθέστατο rocker τα τελευταία χρόνια σίγουρα ξέρετε τι να περιμένετε από την νέα του δουλειά, δυνατά hard rock κομμάτια με παθιασμένα φωνητικά, κάποιες πιο μοντέρνες rock πινελιές, σφιχτοδεμένες συνθέσεις και πολύ καλή κιθαριστική δουλειά. Σίγουρα δεν είναι ένα “On Target” νούμερο δυο (πολύ θα το ήθελα…) αλλά σίγουρα είναι πολύ καλύτερο σε αρκετά σημεία από την τελευταία του κυκλοφορία με τους Bangalore Choir!        
Στο “Compromise” θα συναντήσουμε δυνατά και πιασάρικα hard rock άσματα σαν τα “End Of It All”, “Coast To Coast”, “Disaster” και “Evil Never Dies” που θα μας θυμίσουν λίγο από τις ένδοξες εποχές αυτής των 80’s, 90’s καθώς επίσης και κάποιες πολύ όμορφες και πολύ μελωδικές, “Everything To Everyone” και “Someone Beautiful”, που η φωνή του Reece τις απογειώνει στην κυριολεξία!
Πραγματικά δεν έχω να προσθέσω κάτι παραπάνω για την νέα κυκλοφορία του David Reece. Απλά θα πω ότι είναι ένας πολύ καλός δίσκος που θα πρέπει να τσεκάρετε μόνοι σας.


Βασίλης Χασιρτζόγλου

Τρίτη 8 Οκτωβρίου 2013

KINGDRAGON: “Hide the Sun”



Η δεύτερη επίσημη και αυτή την φορά ολοκληρωμένη κυκλοφορία των Kingdragon όπου περιέχει όλη την καλή και νόστιμη συνταγή για να απολαύσεις ένα καλοδουλεμένο και αυθεντικό melodic hard rock δίσκο.
Το ομότιτλο κομμάτι του “Hide the Sun” είναι πραγματικά εξαιρετικό με τα πλήκτρα του ηγέτη του συγκροτήματος George Aspiotis να δημιουργούν ένα πραγματικό μουσικό διαμάντι όπου οι μελωδικές εναλλαγές και το ονειρεμένο ρεφρέν είναι ότι πιο εμπνευσμένο έχω ακούσει το τελευταίο διάστημα. To “Burn it Down” θυμίζει έντονα τους Whitesnake τόσο στα φωνητικά όσο και στην ενορχήστρωση ενώ το “Last Time” έχει μία σκανδιναβική αύρα και το “Shout Very Loud” θυμίζει κάτι από Gotthard.
Ακολουθεί η μελαγχολική μπαλάντα “Only Winter” και το αεράτο “Victim of Love” που ξεκινά με ένα θαυμάσιο κιθαριστικό μελωδικό σόλο που σου κολλάει το μυαλό ενώ το “Living for Tomorrow” ακούγεται απλά συμπαθητικό.
Από τις καλύτερες συνθέσεις του άλμπουμ είναι το “Asian Star” με τον συνδυασμό  κοφτών κιθαριστικών ριφ του εκρηκτικού Anastasis F. και δυναμικών πλήκτρων (και ελάχιστων οπερετικών φωνητικών στο ξεκίνημα) να απογειώνουν τη συγκεκριμένη σύνθεση αλλά και η συνέχεια του εν λόγω κομματιού να είναι δυναμική και ιδιαίτερα στην ερμηνεία του ρεφρέν. Το “Judgement Day” είναι μία κλασσική δυναμική melodic hard rock σύνθεση με τις κιθαριστικές επιρροές από τον Micheal Schenker -ιδιαίτερα στα σόλο- όχι μόνο στο συγκεκριμένο τραγούδι αλλά  σχεδόν σε όλα τα κομμάτια του άλμπουμ.
Συγκλονιστικό όμως είναι το “Dreams are Broken” με τις βαριές και αργόσυρτες μελωδίες να κυριαρχούν και την “εφιαλτική” ερμηνεία του George Aspiotis να είναι άκρως ανατριχιαστική και τα πλήκτρα να διαμορφώνουν ένα συναρπαστικό αποτέλεσμα. Στο “Man of Yesterday” είναι άλλη μία υπέροχη σύνθεση όπου η φωνή του George Aspiotis ακούγεται βαθιά συναισθηματική και τα πλήκτρα έχουν τον πρώτο ρόλο. Παράλληλα το δίδυμο Mark Kontopidis στα ντραμς, και Andrew Roumeliotis στο μπάσο δίνουν ένα ξεχωριστό χρώμα σε όλα τα επίπεδα των συνθέσεων κάτι που διακρίνεται στο γκαζωμένο “Live to Rock”
Οι Kingdragon με το “Hide the Sun” βάζουν γερά θεμέλια για να κυριαρχήσουν όχι μόνο στη ντόπια σκηνή αλλά και να κερδίσουν και πολλούς οπαδούς στο εξωτερικό. Στο χέρι τους λοιπόν είναι να τα καταφέρουν… Τους το εύχομαι ολόψυχα.


Φώτης Μελέτης

Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2013

SIDEBURN: “Electrify”

Οι Ελβετοί rockers Sideburn επιστρέφουν!
Με τρία νέα μέλη στο πλήρωμα τους επιστρέφουν στην δισκογραφία με το ολοκαίνουριο πόνημά τους που τιτλοφορείται “Electrify”.
Τo 2012 οι ταλαντούχοι αυτοί Ελβετοί ήταν καλεσμένοι της εταιρείας αθλητικών ειδών Adidas σε ένα event στην Γερμανία και έπαιξαν μπροστά σε χιλιάδες κόσμο τα τραγούδια τους καθώς επίσης ηχογράφησαν και ένα νέο τραγούδι, το “Rockstar”, ειδικά για την περίσταση.
Επίσης ακόμη ένα τραγούδι τους είχε την τιμητική του, το “Six Feet Under” από το άλμπουμ “Cherry Red”, αφού επένδυσε την μεγάλη κινηματογραφική επιτυχία “Wolverine”! Η μπάντα στις δηλώσεις της για το νέο άλμπουμ δήλωσε: “είμαστε αρκετά χαρούμενοι για την νέα κυκλοφορία, τα νέα μέλη του συγκροτήματος έκαναν πραγματικά υπέροχη δουλειά και το αποτέλεσμα όλων των παραπάνω θα τα απολαύσετε στο Electrify”.
Η μουσική των Sideburn είναι απλή με δυνατά και απολαυστικά riffs που μυρίζουν από χιλιόμετρα AC/DC-ίλα, δυνατές ερμηνείες, έξυπνα ρεφραινάκια και γενικά έχει έναν παλιομοδίτικο αέρα που κάνει το συνολικό αποτέλεσμα αρκετά απολαυστικό. Οι στιγμές που ξεχωρίζουν μέσα από το “Electrify” είναι το εναρκτήριο και αρκετά τσαμπουκαλίδικο “Bite The Bullet”, “Black Powder”, το bluesier “Never Get Down”, το cheesy “Shady Katy” και το πιασάρικο “Bad Reputation”.
Αρκετά ενδιαφέρουσα κυκλοφορία η οποία περιέχει πολύ καλά τραγούδια, δυνατές ερμηνείες, σφιχτοδεμένες συνθέσεις, τον απαραίτητο “βρώμικο” ήχο και πολύ καλή παραγωγή! Τσεκάρετε τους!


Βασίλης Χασιρτζόγλου

IMPERA: “Pieces of Eden”


Έχοντας παρουσιάσει το 2012 την προηγούμενη κυκλοφορία τους, το “Legacy of Life”, το super group των Impera κυκλοφορεί ένα μάλλον (έστω και στα σημεία) καλύτερο άλμπουμ φέτος!
Η συνταγή δοκιμασμένη και σίγουρη: η μελωδία χαρακτηρίζει τους μουσικούς, η δεξιοτεχνία τους είναι δεδομένη και πολυδοκιμασμένη, οι συνθέσεις και τα σόλο βρίθουν από  έμπνευση και προσέξτε: παρά την απουσία πλήκτρων η μουσική ηχεί δομημένη άριστα και καθόλου “ανάλατη”!
Όλη όμως η ουσία βρίσκεται στη φωνή ενός από τους καλύτερους φωνητικούς ερμηνευτές της Σουηδικής σκηνής, του Matti Alfonzetti (JAGGED EDGE, SCOTT GORHAM, SKINTRADE, ROAD TO RUIN, RED WHITE & BLUES). Η κιθαριστική δεξιοτεχνία του Tommy Denander είναι αναμφισβήτητη καθώς έχει παίξει και κυκλοφορήσει κυριολεκτικά με όλους. Οι TOTO, Michael Jackson, Paul Stanley, Alice Cooper, Ricky Martin και η Celine Dion, αναφέρονται ενδεικτικά για φανερώσουν την πολυσυλλεκτικότητά του. Από τους καλύτερους session  μουσικούς με συμμετοχή σε  πάνω από  2000 δίσκους! Ο J.K. Impera στα ντραμς επιδεικνύει επίσης άριστο βιογραφικό: ο BRUCE KULICK, ο GRAHAM  BONNET, ο VINNIE VINCENT, ο JOHN CORABI και ο  BRIAN ROBERTSON συνεργάστηκαν μαζί του σε κυκλοφορίες και περιοδείες και άλλωστε δίνει το δικό του όνομα  στην μπάντα καθώς είναι και ο δημιουργός της!
Ξεχωρίζουν η διασκευή στο “Goodbye” του Paul Stanley καθώς και το “These Chains”, καθαρόαιμη σύνθεση που συγκεντρώνει όλα τα στοιχεία που κάνουν έναν μουσικό μεγάλο. Δε θα απογοητευθείτε και σίγουρα οι οπαδοί των μουσικών θα καταθέσετε με ευκολία τον πολύτιμο οβολό σας.


Νότης Γκιλλανίδης

MICHAEL DES BARRES: “Somebody Up There Likes Me”



Ο Michael Des Barres έχει μία σημαντική καλλιτεχνική ιστορία ξεκινώντας με τους Silverhead στις αρχές των seventies, συνέχισε με τους περίφημους Detective που κυκλοφόρησαν δύο πολύ καλούς studio δίσκους (συν ένα live) από την δισκογραφική εταιρία των Led Zeppelin, τη Swan Song Records.
Στην πορεία κυκλοφόρησε λιγοστούς σόλο δίσκους μιας και ασχολήθηκε με την υποκριτική και μπορεί όσοι είστε θαυμαστές της θρυλικής τηλεοπτικής σειράς MacGyver, να τον θυμάστε στον ρόλο του κακού Murdoc (!), ενώ έχει παίξει και σε άλλες γνωστές σειρές όπως το “Melrose Place”, “Miami Vice”, “Hart To Hart” και Cagney & Lacey”.
Είχε προηγηθεί για ένα διάστημα η συνεργασία του με τον κιθαρίστα Steve Jones των Sex Pistols υπό την ονομασία Chequered Past όπου κυκλοφόρησαν και ένα ομότιτλο δίσκο το 1984. Ο Michael Des Barres έχει επίσης και μία εξέχουσα συμμετοχή στο σούπερ-γκρουπ των Power Station στην εκπληκτική συναυλία-εκδήλωση Live Aid αντικαθιστώντας τον Robert Palmer.
Ερχόμενοι λοιπόν στο “Somebody Up There Likes Me” με λίγα λόγια θα πούμε ότι, αν όχι απλά λατρεύετε τα eighties, αλλά είναι η ψύχωσή σας και δεν έχετε ανακαλύψει ετούτο εδώ το άλμπουμ που επανακυκλοφορεί (YESTERROCK), καιρός είναι να το ακούσετε και να το αγαπήσετε έστω και μετά από  27 χρόνια.
Το “Somebody Up There Likes Me” θυμίζει σε πολλές του στιγμές τους Power Station (και ελαφρώς Rod Stewart) ελέω βέβαια του Andy Taylor από τους Duran Duran που παίζει πολλά από τα κιθαριστικά θέματα και σόλα του δίσκου και παράλληλα τον βοηθά ο κιθαρίστας Steve Jones (Sex Pistols). Στο δίσκο συμμετέχουν έμπειροι μουσικοί όπως ο ντράμερ Jim Keltner (Eric Clapton, Steely Dan, Joe Cocker, Rolling Stones, Pink Floyd), ο μπασίστας Phil Chen (Jeff Beck, Rod Stewart), ενώ η παραγωγή ανήκει στον Bob Rose (Todd Rundgren, The Beach Boys).
Το μίγμα μεταξύ rock-pop και aor ήχων με αρκετά γυναικεία backing vocals και μπόλικα πνευστά από τους φοβερούς Tower of Power (Greg Adams, Emilio Castillo, Richard Elliott, Steve “Doc” Kupka, Lee Thornberg) είναι απόλυτα κυρίαρχα σε όλο το δίσκο και η υπέροχη φωνή του Michael Des Barres με την βαθιά συναισθηματική του ερμηνεία ξυπνά εφηβικές αναμνήσεις όπου ο ρομαντισμός παρέμενε ζωντανός ειδικά στη δεκαετία του ’80.
Ολόκληρο το “Somebody Up There Likes Me” για όσους έχουν καβαλήσει τα σαράντα και άνω, μπορεί να αποτελέσει και ένα μίνι flashback της εφηβείας τους αν μάλιστα προσθέσεις ότι ο βρετανός Michael Des Barres έχει παίξει και σε αγαπημένες τηλεοπτικές σειρές, τότε σίγουρα ίσως νιώσετε μαζί με τα ξεχασμένα τραγούδια του (ειδικά το ομότιτλο και το “Camera Eyes”) και μερικές δυνατές στιγμές συγκίνησης.


Φώτης Μελέτης

Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2013

FATES WARNING: “Darkness in a Different Light”


Εννιά ολόκληρα χρόνια πέρασαν απ' την κυκλοφορία του “FWX”, και μπορεί εντωμεταξύ να είδαμε ζωντανά τους Fates Warning παραπάνω από μία φορές και το υποκατάστατο “Sympathetic Resonance” (2011) των Arch/Matheos να έπαιξε καλά το ρόλο του, όμως δεν περιγράφεται το πόσο έλειψαν δισκογραφικά στους οπαδούς τους.
Τώρα επιστρέφουν με το Darkness in a Different Light” και με τον Frank Aresti ξανά στις τάξεις του συγκροτήματος, αλλά με μεγάλο απόντα το θρύλο των τυμπάνων Mark Zonder, τη θέση του οποίου έχει πάρει ο Bobby Jarzombek όπως ήταν αναμενόμενο.
Ο δίσκος ξεκινά με το “One Thousand Fires”, ένα πιο-κλασσικό-opener-για-Fates-δε-γίνεται κομμάτι που φέρνει αναμνήσεις και χαμόγελο. Δεύτερο στη σειρά είναι το “Firefly”, το πρώτο δείγμα απ' το νέο δίσκο που έδωσε στη δημοσιότητα η μπάντα. Πιασάρικη κομματάρα με τρομερό refrain, από εκείνες που απλά δεν βαριέμαι να ακούω. Επόμενο τραγούδι είναι το μέτριο κατά τη γνώμη μου “Desire”, συμπαθές αλλά τίποτα το ιδιαίτερο, ενώ μετά απ' αυτό ακούγεται το “Falling”, μια μπαλάντα-ιντερλούδιο ενάμισι λεπτού.
Συνέχεια με το “I Am” και το Tool-ικό του ξεκίνημα. Εξελίσσεται σε ένα πολύ δυναμικό κομμάτι με κλασσικό, κυκλικό Matheos riffing και όμορφες μελωδικές γέφυρες, έχει όμως κι ένα refrain που ακόμα δεν μου κολλάει καλά με τη ροή του κομματιού που τελικά μπορεί να μην το χαντακώνει αλλά δεν το αναδεικνύει κιόλας. Το “Lighthouse” είναι μια πιο σκοτεινή σύνθεση βασισμένη στις καθαρές κιθάρες και την ατμόσφαιρα, συμπαθητικό χωρίς να κρύβει εκπλήξεις.
Μέχρι και το έκτο κομμάτι λοιπόν, ο δίσκος δεν φαίνεται να είναι τίποτα το ιδιαίτερο, ευτυχώς όμως οι συνθέσεις ανεβαίνουν ένα επίπεδο από 'δω και πέρα. Το “Into the Black” έχει απ' όλα. Και ωραίες φωνητικές γραμμές και δουλεμένο refrain που θα σε παρασύρει να το τραγουδήσεις και super solo section που θα σε κάνει να πιάσεις την αεροκιθάρα σου. Στο “Kneel and Obey” ο ουρανός ξανασκοτεινιάζει, το riff παραμένει ρυθμικό και κυκλικό και το σωστό refrain είναι στη σωστή θέση.
Προτελευταίο του δίσκου είναι το “O Chloroform”, ένα πολύ καλό heavy και ατμοσφαιρικό τραγούδι με prog διαθέσεις και ευφάνταστα περάσματα. Για το τέλος οι Fates κράτησαν μια 14λεπτη σύνθεση, το “And Yet It Moves”. Ξεκινάει με κλασσικότροπες ακουστικές κιθάρες και ακολουθεί riff πάνω στο riff, ρυθμός πάνω στο ρυθμό και φόρμες που δεν εκπλήσσουν αλλά, αν μη τι άλλο, έχουν ένα άρωμα ακόμη κι απ' το πιο μακρινό δισκογραφικό παρελθόν της μπάντας και δεν απογοητεύουν. Όλα αυτά μέχρι το ένατο λεπτό όπου και το κομμάτι αλλάζει και φοράει ένα πιο συναισθηματικό προσωπείο. Έτσι πορεύεται σχεδόν μέχρι το τέλος όπου και ξαναεμφανίζονται η heavy κιθάρες για να υποστηρίξουν το τελευταίο solo και τα refrains που κλείνουν τον δίσκο.
Εν κατακλείδι, με λύπη ομολογώ πως το “Darkness in a Different Light”στάθηκε κατώτερο των προσδοκιών μου, ειδικά απ' τη στιγμή που το “Firefly”με έκανε να ενθουσιαστώ. Δεν πρόκειται για έναν κακό δίσκο, άλλωστε οιFates Warning δεν έχουν βγάλει κι ούτε πρόκειται να βγάλουν ποτέ κάτι τέτοιο, όμως λίγο η επιστροφή του Aresti που ήλπιζα να φέρει ανανέωση, λίγο τα εννιά χρόνια αναμονής, περίμενα κάτι πιο δυνατό συνολικά. Ο Jarzombek, αν και παιχταράς, δεν πλησιάζει ούτε στο ελάχιστο το χαρακτηριστικό παίξιμο του Zonder που μου λείπει πάρα πολύ καθώς αντιλαμβάνομαι ξεκάθαρα πλέον πόσο σημαντικό κομμάτι ήταν για τον ήχο των Fates Warning, και ο Matheos, αν και πάντα ουσιώδης, δείχνει κάπως εγκλωβισμένος στα riff patterns που εξέλιξε με τους O.S.I. Όαση απόλαυσης μέσα σε όλα αυτά η φωνάρα τουAlder που γι' αυτήν και μόνο θα ξαναβάλω να ακούσω το δίσκο αρκετές φορές. Ελπίζω σε συντομότερη και πιο εμπνευσμένη επιστροφή.

Κωνσταντίνος Κουτάς

DEUS EX MACHINA: “The Sound Of Liberation


“Σκάσε! Μην αποπειραθείς να σκεφτείς, αλλιώς μπορεί να επέλθει ύφεση. Μείνε σπίτι σου, παρέμεινε ψύχραιμος. Ο Νούμερο 1 εχθρός της ανάπτυξης είναι η ερώτηση. Η Εθνική Ασφάλεια είναι πιο σημαντική από τα ατομικά δικαιώματα. Σκάσε! Γίνε χαρούμενος! Υπάκουε χωρίς ερωτήσεις. Σκάσε! Η άνεση που απαίτησες είναι τώρα υποχρεωτική. Επιτέλους, όλα γίνονται για σένα”.
Με αυτά τα λόγια εκ στόματος Jello Biafra ξεκινάει το νέο album των Deus Ex Machina“The Sound Of Liberation, στα χέρια μας τώρα, 10 χρόνια μετα των προκάτοχο του “Signs” και 5 χρόνια μετά το “Time Expires” EP.
Έχοντας ήδη ακούσει κάποια τραγούδια στο live τους στην Ικαρία στις 16 Αυγούστου, περίμενα πως και πως για μια προσεκτική ακρόαση.
Το “Wired”, που ανοίγει μουσικά το album είναι ένα κλασικό όμορφο Deus κομμάτι, με την κιθάρα να κάνει πέρα δώθε μεταξύ του punk και του rock n roll και φαίνεται πως ο Σταύρος έχει κέφια μεγάλα!
Από την αρχή, καταλαβαίνεις, φίλε ποιος είναι το αφεντικό της punk rock σκηνής στην Ελλάδα. Μπορεί να μην έχουν τη δισκογραφική συνέχεια, από πλευράς αριθμητικού συνόλου, αλλά η συνεχής παρουσία τους στο σανίδι τους έκανε αγαπητούς σε όλους τους rockers.
Ακολουθεί ένα ακόμα έγκλημα (“Crime”), το οποίο θα μπορούσε να έχει διαπράξει ο κύριος που μιλούσε στην αρχή, ο οποίος είχε εκφραστεί άκρως κολακευτικά για τους Deus. To “Running” έχει και το κιθαριστικό του σολάκι, που σου καβαλάει το νευρικό σύστημα, σε ένα κομμάτι δομημένο στα πρότυπα του παρελθόντος του ελληνικού σκοτεινού Punk (“Ι wanna see you run”).
To ομώνυμο “The Sound of Liberation” μπαίνει ύπουλα, καμουφλάροντας τις άγριες διαθέσεις του και σκάει στην πορεία σαν γουρούνα πριν ο παπάς πει το Χριστός Ανέστη.
Κομματάρες σαν το “Deeper” τις ακούς ξανά και ξανά, στη διαπασών, ώσπου ο γείτονας να καλέσει τους μπάτσους και να σε αναγκάσει να το χαμηλώσεις.
Με το “Working Man” θα ταυτιστείς και εσύ, για ευνόητους λόγους και θα θέλεις να χτυπήσεις το ενοχλητικό υπεροπτικό αφεντικό σου ή το ρουφιάνο του γραφείου.
Με ένα γρήγορο και αποτελεσματικό riff έρχεται το “Too Late” και το “One Step Back” μας δείχνει πως οι Deus Ex Machina είναι όσο rock, όσο punk και όσο κεφάτη ήταν ποτέ, με μια παραγωγή όπως πρέπει για τον ήχο τους και κομμάτια που θα σε ξεσηκώσουν ζωντανά σαν μουσική, σαν στίχοι και σαν συναίσθημα. Να πας και συ να σηκώσεις το Σταύρο στα χέρια σου ψηλά και να χειροκροτήσεις με μανία τα παιδιά που χρόνια τώρα, βρίσκονται εδώ για να μας  αποδεικνύουν πως αν αγαπάς κάτι βρίσκεις τρόπο να το κάνεις για πολλά χρόνια.
Εξυψώσου σαν τον ήλιο (“Rise Like The Sun”) και ας είναι η ζωή σου νεκρή (“Life Is Dead”), το “The Sound of Liberation” θα την αναστήσει. Ένα ακόμη βινύλιο νομίζω, πως θα έχει θέση στη συλλογή μου.
Το album κλείνει με λόγια του ηγέτη των Zapatistas, Subcommandante Marcos για όσους ξέρουν Ισπανικά, εμείς οι άλλοι πιάνουμε μόνο τα απλά.

Deus Ex Machina, ταπεινά σας ευχαριστώ!


Δημήτρης Μαρσέλος

PLACEBO: “Loud Like Love”


Κακά τα ψέματα! Οι Βρετανοί γίνανε τόσο επιτυχημένοι λόγω της ιδιαίτερης χροιάς του Brian Molko. Συγκροτήματα με πολύ μεγαλύτερο ταλέντο δεν κατάφεραν να πουλήσουν όσο αυτοί.
Μέχρι το “Sleeping with Ghosts” τα πράγματα ήταν πιο εμπνευσμένα και λίγο μαγκιόρικα, έτσι ώστε να μην κάνουν και τους άντρες-συνοδούς να θέλουν να κρεμαστούν από τη ζώνη τους για να γλιτώσουν, αλλά μετά άρχισαν να φθίνουν. Το “Meds” δεν ήταν κακό και το “Battle for the sun” έβγαλε κάποια ραδιοφωνικά hits. Το έβδομο τους album, “Loud Like Love”, όπως φαίνεται και από τον τίτλο είναι πιο αγαπουλίνικο.
Ξεκινάει με μία σύνθεση, που περισσότερο φέρνει σε Coldplay και φέρει τον ίδιο τίτλο με το album. Στην συνέχεια, το “Scene of the crime” είναι ασφαλώς καλύτερο και βγάζει νόημα στα αυτιά μου.
Τώρα, το επόμενο τραγούδι αρχίζει ως εξής “My computer thinks I'm gay, I threw that piece of junk away” και με βάζεις σε σκέψεις. Επειδή η πέτσα μου είναι σκληρή, αποφασίζω να ακούσω το χλιαρό “Too Many Friends” ως το τέλος. Μπορεί σαν ηθικό δίδαγμα να είναι ωραίο, αφού λέει πως στο internet μπορείς να έχεις πολλούς φίλους, αλλά όχι απαραίτητα πραγματικούς, αλλά μιλάμε για ένα τραγούδι που δε θα έχει το ανάλογο airplay, παρότι παίζει ήδη στα ραδιόφωνα.
To “Hold on to me” είναι ίσως το πιο συμπαθητικό κομμάτι του δίσκου, χωρίς να είναι κάτι που θα σε κάνει να χειροκροτήσεις με πάθος, όσο και αν προσπαθεί το μπάσο στο “Rob the bank, οι στίχοι το προδίδουν και πάλι, όντας και εδώ τόσο γλυκανάλατοι, που εύχομαι να μην καταλάβαινα τη γλώσσα τους και να ευχαριστιόμουν περισσότερο τη μουσική.
“Α Million Little Pieces και πάλι με “ερωτισμό” στους στίχους και μου φαίνεται πως είτε ο Molko έχει καιρό να κάνει σεξ ή έχει βρει το νόημα της ύπαρξης του. Ευτυχώς, το ρεφρέν του Exit Wounds ψιλοσώζει τους Placeboαπό την απόλυτη κατακραυγή, αλλά το επόμενο του “Purify” μας προσγειώνει πάλι στην μετριότητα, όσο και αν φωνάζει στο ρεφρέν ο Molko, δεν πείθει στη συγκεκριμένη προσπάθεια, μιας που αυτό το κάνουν και τα Κόκκινα Χαλιά. Βέβαια, στο ραδιόφωνο δίπλα σε άλλες μετριότητες θα είναι για βραβείο!
“Begin The End” και ο έρωτας είναι πάλι στο προσκήνιο. Και να τονίσω εδώ, πως δεν έχω πρόβλημα με τον έρωτα, ως μουσική έμπνευση, απλά εδώ μας τον αφηγούνται. Δεν θα τον νιώσουμε ακούγοντας και αυτό είναι λόγω έλλειψης συναισθήματος του “Loud Like Love”, που περιορίζει πάρα πολύ το ηλικιακό target group των Placebo. Και το τέλος με το “Bosco”, δεν αλλάζει διόλου τη γνώμη μου, πως αυτό είναι το πιο γλυκανάλατο, ανούσιο album τους.
Αν δεν είσαι Molkίτσα, βάλε τα λεφτά στον κουμπαρά ή δώρισε τα στο Χαμόγελο του Παιδιού.

Δημήτρης Μαρσέλος

Τρίτη 24 Σεπτεμβρίου 2013

Τι σχέση μπορούν να έχουν οι Iron Maiden με τους Beatles, οι Van Halen με την ΕΡΤ και ο M.Jagger με τους Whitesnake;



http://rockway.gr/

Τι σχέση μπορούν να έχουν οι Iron Maiden με τους Beatles, τι κοινό μπορούν να έχουν ο τραγουδιστής των Rolling Stone με τον David Coverdale των Whitesnake, ο Νταλάρας με τους Jethro Tull, o Elton John με το heavy metal, οι ξεχασμένοι Kajagoogoo με τους  Porcupine Tree και οι Van Halen με την ελληνική κρατική τηλεόραση;

Παρακάτω θα περιγράψω μερικές ιδιαίτερες συνεργασίες, άγνωστα συμβάντα και "ασήμαντες" λεπτομέρειες για συγκροτήματα και μουσικούς της ροκ και hard rock μουσικής που έχετε λατρέψει. Ξεκινάμε λοιπόν...
- Που να φανταζόταν ο κιθαρίστας των Iron Maiden, ADRIAN SMITH ότι μία μέρα θα συνεργαζόταν με απόγονο των Beatles. Και όμως αυτό συνέβη με τον ντράμερ Zak Richard Starkey (γιος, του ντράμερ Ringo Starr) που παίζει στο δίσκο "Silver and Gold"(1989) των ASAP ή αλλιώς "Adrian Smith and Project". Ο Zak Starkey στη συνέχεια έπαιξε σε σπουδαία σχήματα με πιο γνωστά τους The Who και Oasis.
- Τι μπορεί να συνδέει τον Mick Jagger και τον David Coverdale, εκτός βέβαια από τον υπερβολικό σεξισμό τους; O σύνδεσμος τους είναι ο σχετικά άγνωστος αλλά πολύπειρος μπασίστας Colin Hodgkinson, τον οποίο βρίσκουμε να παίζει στο πρώτο σόλο δίσκο του τραγουδιστή των Rolling Stones που τιτλοφορείτο "She's The Boss" (1985) αλλά και στο εξαιρετικό "Slide it In" των WHITESNAKE που είχε κυκλοφορήσει το 1984. Ο Colin Hodgkinson έχει παίξει επίσης και σε άλμπουμ σπουδαίων καλλιτεχνών όπως είναι οι Alexis Korner, Jon Lord , Cozy Powell και Schon & Hammer.

- Ο Γιάννης Πετρίδης είναι ένας από τους καλύτερους αλλά και ιστορικούς ραδιοφωνικούς παραγωγούς της χώρας μας  και από τους μεγαλύτερους συλλέκτες δίσκων σε όλο τον κόσμο. Το 1979 είχε κατορθώσει να φέρει σε τηλεοπτική εκπομπή της κρατικής τηλεόρασης τους φοβερούς VAN HALEN για να παρουσιάσουν μερικά κομμάτια τους. Δυστυχώς δεν υπάρχει σύμφωνα με ομολογία του ίδιου του Γιάννη Πετρίδη, αρχειακό οπτικό ντοκουμέντο από εκείνη την εμφάνιση των VAN HALEN.
- Υπήρχε ποτέ περίπτωση οι SAXON και ο Elton John να συνεργαστούν; Αυτό στις αρχές της δεκαετίας του ‘80 ήταν λίγο αδιανόητο. Έλα όμως που το 1986 βρέθηκαν σε διπλανά στούντιο και ο πολύ πετυχημένος καλλιτέχνης ενθουσιάστηκε με τα μεταλλικά ριφ της παρέας του Biff Byford που ηχογραφούσαν εκείνη τη χρονιά, το "Rock the Nations". Αποτέλεσμα ήταν ο κύριος Elton John να παρατήσει για λίγο τις ηχογραφήσεις του δικού του album "Leather Jackets"  και να παίξει πιάνο στο εκρηκτικό "Party 'til You Puke" και στο πανέμορφο "Northern Lady" του "Rock the Nations".
- Και μια ο λόγος για τον Elton John αξίζει να σημειώσουμε ότι συμμετέχει έστω και δια αντιπροσώπου στο δίσκο "Plaza" των Socrates Drank the Conium με τον στιχουργό Gary Osborne ενώ την παραγωγή έχει αναλάβει ο Vic Coppersmith-Heaven (Jam, RollingStones, PeterGabriel, Joe Cocker, Black Sabbath). Στη συνέχεια η παρέα των Γ. Σπάθα, Α. Τουρκογιώργη και Α. Αντύπα, περιοδεύει σε Αγγλία και Σκωτία μαζί με τους UFO, σε 24 πόλεις, με αποκορύφωμα την εμφάνιση στο "Hammersmith Odeon" του Λονδίνου στις 14 & 15 Απριλίου 1983. Τα συγχαρητήρια που πήραν από τον Lemmy, τον Gary Moore και τον Jeff Beck μνημονεύονται στην αυτοβιογραφία του Αντώνη Τουρκογιώργη με τίτλο “To Συγκρότημα”.

- O συνθέτης του κλασσικού τραγουδιού "Dust in the Wind", Kerry Livgren και κιθαρίστας  των μεγάλων prog-rokers Kansas συνεργάστηκε με τον αξέχαστο R.J.DIO, στο σόλο album του πρώτου "Seeds of Change" του 1989 (Kerry Livgren/AD). Ο πρώην τραγουδιστής τον Rainbow και Black Sabbath τραγουδά τα "Mask of the Great Deceiver" και "To Live For the King".
- Αμέτρητα είναι τα sessions που έχουν κάνει σε πολλούς μεγάλους καλλιτέχνες τα μέλη των TOTO. Οι συνθέτες του “Hold the Line” και του “Africa” συνέχισαν ασταμάτητα να συμμετέχουν σε διάφορους δίσκους (ήταν πολύ καλές οι αμοιβές τους) και με την δημιουργία των Toto και έκαναν πολλές φορές παράλληλη δράση. Όμως το κορυφαίο session στην καριέρα τους  είναι όταν ο κιθαρίστας Steve Lukather, ο πληκτράς David Paich, ο ντράμερ Jeff Porcaro  και ο κημπορντίστας Steve Porcaro (δηλαδή σχεδόν όλο το γκρουπ) συμμετείχαν ενεργά στο πιο εμπορικό δίσκο όλων των εποχών, στο "Thriller" του Michael Jackson.

- Ένα βράδυ που οδηγούσε η STEVIE NICKS (Fleetwood Mac) ακούει στο ραδιόφωνο το "Little Red Corvette" του Prince και παθαίνει παροξυσμό με την μελωδία του τραγουδιού. Καλεί στο τηλέφωνο τον Prince που έρχεται το ίδιο βράδυ και ηχογραφούν το θαυμάσιο "Stand Back" που υπάρχει στο σόλο και διπλά πλατινένιο δίσκο της με τίτλο "The Wild Heart" που κυκλοφόρησε το καλοκαίρι του 1983. Αξίζει να σημειώσουμε ότι κιθάρα στο δίσκο της παίζει ο Steve Lukather των Τοto!

- Ο διάσημος κριτής του American Idol, μουσικός Randy Jackson εκτός άλλων συνεργασιών και μετέπειτα τηλεοπτικών παραγωγών έχει, παίξει  μπάσο στο δίσκο των Journey που ονομάζεται "Raised on Radio" και κυκλοφόρησε το 1986.

- Δεν είναι και πολλοί εκείνοι που γνωρίζουν ότι οι εκπληκτικοί prog-rockers γερμανοί Eloy που είναι ιδιαίτερα αγαπητοί στην χώρα μας, στα τέλη Μαρτίου του 1981 το συγκρότημα έδωσε δύο συναυλίες στη χώρα μας, η πρώτη στο γήπεδο του Σπόρτιγκ στα Πατήσια και η  δεύτερη έλαβε χώρα στη Θεσσαλονίκη στο Palais de Sport. Τυχεροί όσοι ήταν παρόντες...



- Οι KAJAGOOGOO στα eighties ήταν αρχικά οι ανταγωνιστές των Duran- Duran στη Μ. Βρετανία και είχαν κάνει μία μεγάλη εμπορική επιτυχία με το κομμάτι "Too Shy". Ο Nick Beggs, ιδρυτής και μπασίστας εκείνης της εφήμερης pop μπάντας συμμετέχει τα τελευταία χρόνια σε δίσκους σπουδαίων προοδευτικών καλλιτεχνών όπως του Steve Hackett (Genesis), Steven Wilson (Porcupine Tree) αλλά έχει παίξει μαζί με τον John Paul Jones  (Led Zeppelin).  Μιας και ο λόγος για το μεγάλο μπασίστα και συνθέτη των Led Zeppelin, τον συναντάμε να παίζει μαντολίνο στο "Another Round" και πιάνο στο "Miracle"(In Your Honor) στο δίσκο “In Your Honor”(2005) των FOO FIGHTERS.

- Τι σχέση μπορούν να έχουν οι  γερόλυκοι Scorpions με τον Eric Bazilian συνθέτη που έγραψε το "All You Zombies" και "Johnny B" (μαζί βέβαια με τον Rob Hyman των αμερικανών HOOTERS); Η είδηση είναι σχετικά γνωστή αφού ο Eric Bazilian έχει συνθέσει ένα πολύ μεγάλο μέρος ενός από τους καλύτερους προσφάτους δίσκους των γερμανών hard rockers που τιτλοφορείτο Humanity: Hour I (2007). O Eric Bazilian έχει γράψει κομμάτια για τους Bon Jovi, Cyndi Lauper και Journey.

- Στο αγαπημένο μου  τραγούδι, "What About Love" των HEART από τον ομότιτλο δίσκο τους που κυκλοφόρησε το 1985, στα backing vocals ακούγεται η θρυλική φωνή της  Grace Slick από τους Jefferson Airplane και Jefferson Starship, ενώ  την πρώτη εκδοχή του κομματιού έχουν εκτελέσει οι καναδοί Toronto.

- Στο μέτριο άλμπουμ των Ελβετών KROKUS που έγινε  όμως χρυσό σε πωλήσεις στις ΗΠΑ με τίτλο “The Blitz” (1984) το τραγούδι "Boys Nite Out" συμμετέχει συνθετικά ο πασίγνωστος Bryan Adams, (και ο Jim Vallance) ενώ ο τραγουδιστής των Survivor, Jimi Jamison συμμετέχει στα δεύτερα φωνητικά.

- Τον Μάιο του 1992 μία απρόσμενη συνάντηση επί σκηνής (η οποία δίχασε οπαδούς και κριτικούς) ανάμεσα στο εντεχνολαϊκό αοιδό Γ.Νταλάρα και τον ηγέτη των Jethro Tull,  Ian Anderson είχε ως αποτέλεσμα να ερμηνεύσουν μαζί το παραδοσιακό "John Barleycorn" και το “Ruby Tuesday” των Rolling Stones. Η συμμετοχή αυτή καταγράφεται στo δίσκο μόνο για το κομμάτι "John Barleycorn" πoυ κυκλοφορεί τo συγκρότημα συγκεvτρώvovτας ζωvταvές ηχoγραφήσεις από τη συγκεκριμέvη περιoδεία τoυ, που τιτλοφορείται "Jethro Tull A Little Light Music".
- Στο πολυπλατινένιο άλμπουμ των FOREIGNER, "Agent Provocateur" του 1984, όπου υπάρχει η τεράστια επιτυχία τους "I Want to Know What Love Is" συμμετέχουν δύο σχετικά γνωστοί pop καλλιτέχνες της εποχής, ο  Tom Bailey στα φωνητικά από τους Thompson Twins και ο  Wally Badarou στα synthesizer των LEVEL 42.

- Ο κιθαρίστας των Σουηδών Europe, John Norum είχε παντρευτεί το 1995 την  Michelle Meldrum, βασικό δημιουργό των υπέροχων Phantom Blue. Δυστυχώς η  Michelle Meldrum, έφυγε από τη ζωή στις 21 Μαΐου το 2008 από εγκεφαλική αιμορραγία.



Φώτης Μελέτης

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...