Τετάρτη 17 Αυγούστου 2016

Eric Clapton: “I Still Do”

«Πήγα να δω την θεία μου που ήταν βαριά άρρωστη. Μου έσφιξε το χέρι και μου είπε με χαμόγελο : “Πάντοτε σε συμπαθούσα Eric. Ακόμη σ’ έχω στην καρδιά μου». Από εκεί βγήκε και ο τίτλος του άλμπουμ, “I Still Do”.

Ο Έρικ Κλάπτον έχει εδώ και παραπάνω από έναν χρόνο προσπελάσει το άλλοτε αδιανόητο για ροκ σταρ ηλικιακό όριο των 70 χρόνων. Όσo κι αν ατο προσδόκιμο ζωής αυξάνεται, οι ηλικίες παραμένουν πανθομολογούμενα τρεις. Και όταν βρίσκεται κανείς στην τρίτη, δεν υπάρχει πλέον ούτε χρόνος, ούτε χώρος, ούτε διάθεση για τις τεθλασμένες αναζητήσεις, για τους ρόλους που φόρεσε η ζωή και η ανάγκη.
Δεν υπάρχει λόγος, ειδικά για έναν καλλιτέχνη όπως ο Clapton, να υποδυθεί κάτι για να του αποφέρει η υπόκριση κάτι άλλο.
Ο Clapton στρέφεται λοιπόν στην πηγαία έμπνευση. Στην βιωμένη από τον ίδιο όσο από ελάχιστους, φυσική, εκρέουσα ανυπόκριτα, blues αίσθηση. Όπως εξομολογείται στο “Spiral”, είναι ευγνώμων που έχει αυτή τη μουσική μέσα του ("I'm just playing this song… you don't know how much it means to have this music in me"). Τα τελευταία 10 περίπου χρόνια, έχει καταστήσει άλλωστε σαφή την πρόθεσή του αυτή, να παίζει και να κυκλοφορεί μόνον ό,τι τον έχει αληθινά σημαδέψει στο πέρασμα μιας καρριέρας μισού αιώνα και παραπάνω.
Συνυπήρξε με το είδωλό του, τον B.B. King στο “Riding With The King”, επανεμφανίστηκε με το πρώτο και ύστατο power rock trio (του), τους Cream, απέδωσε φόρο τιμής στον  Robert Johnson, περιόδευσε με τους περιπετειώδεις Blind Faith και τον Steve Winwood, δούλεψε με τον σκιώδη μέντορά του, J.J. Cale, αφιερώνοντας μάλιστα και ολόκληρο μουσικό έργο σ’ αυτόν, μετά το θάνατό του (“The Breeze - An Appreciation of J. J. Cale”, 2014).
Δεν έχει αξία να αποτιμά κανείς το έργο ανθρώπων όπως ο Clapton με όρους συγκριτικούς, σα να διαλέγει προϊόν ανάμεσα από δύο περίπου ισάξιες φίρμες σε σουπερμάρκετ. Το ενστικτώδες ερώτημα αν ο δίσκος είναι «καλός ή όχι» έχει χάσει κάθε έννοια στις περιπτώσεις αυτές. Το μόνο κριτήριο είναι η αν λειτουργεί σαν αίσθηση και αν περνάει στον ακροατή η ειλικρίνεια στην προσέγγιση. Και αυτό το άλμπουμ δεν είναι τίποτα λιγώτερο από έναν ευθύ, αβίαστο, γεμάτο συναίσθημα δίσκο του Clapton. Μια τέτοια συλλογή από δικές του εκδοχές σε αγαπημένα του blues (συν δύο θαυμάσια δικά του) έχει προκύψει ως φυσική ανάγκη για τον Eric. Δεν υπάρχει εδώ «καλό» ή «κακό».
Το 23ο studio άλμπουμ του τον ξαναφέρνει κοντά στον Glyn Johns, τον παραγωγό που μπόρεσε να αποδώσει με ιδανικό τρόπο τον εσωστρεφή όσο και πολυσυλλεκτικό ήχο του σε άλμπουμ όπως το θρυλικό “Slowhand” και το πιο “Backless”, πίσω στα τέλη της δεκαετίας του ’70. Η συνεργασία αυτή μεταφράζεται σε μια με φροντίδα ηχογραφημένη εκλεκτική blues ματιά που αφαιρεί την ηλικία από τις συνθέσεις και τον ερμηνευτή.

Το "Alabama Woman Blues" είναι μια σύνθεση του Leroy Carr ηλικίας περίπου 85 χρόνων, που εδώ την χειρίζεται μια full band, με τα ακκορντεόν να έρχονται από τον Μισσισσιπή και το ηλεκτρικό παίξιμο του Κλάπτον απ’ την παράδοση του Σικάγο.
Στο "
Cypress Grove" του Delta bluesman Curtis "Skip” James (1902-1969) η κιθάρα σέρνεται σαν κροκόδειλος σε βάλτο της Λουιζιάνα. Το αρχαϊκό "Stones In My Passway" του Robert Johnson είναι γεμάτο από τα προβλεπόμενα διαολεμένα slide, με τα ρυθμικά χειροκροτήματα να προσδίδουν μια σχεδόν φανκ αίσθηση.
Ένα ακόμη curio απ’ τα ’30s, η μπαλάντα "Little Man, You've Had A Busy Day" ακούγεται συγκινητική, ενώ βγαλμένη απ’ τις country ευαισθησίες του “Backless” έρχεται η πολύ εύστοχη διασκευή στο "I Dreamed I Saw St. Augustine" του Dylan (απ’ το άλμπουμ John Wesley Harding), την οποία κάνει, ως συνήθως, δική του.
Δικά του και τα δύο θαυμάσια πρωτότυπα, το “Spiral” και το “Catch The Blues, στο αιθέριο δεύτερο με φωνητικά από την Michelle John. Η συμμετοχή του “Angelo Mysterioso” (ψευδώνυμο του George Harrison) στο “I Will Be There” ανεξάρτητα ποιόν αφορά (τον ίδιο ή τον γιο του Dhani Harrison) αποδίδει σε κάθε περίπτωση επάξια, αφήνοντάς μας ένα βαθιά συναισθηματικό τρακ.
Το γραμμένο από τον
J.J. Cale “Somebody Knockin’” το προέταξε ήδη στο περσινό live (”Slowhand live at 70 – Live At Royal Albert Hall”), σε μια υπενθύμιση του πόσα χρωστά δια βίου στο laid back, περιεκτικό στυλ του συνθέτη του, με τα ηλεκτρικά σόλο να κερδίζουν την προσοχή. Δεν είναι τυχαίο ότι υπάρχουν δύο κομμάτια του J.J. στο δίσκο (το άλλο το “Can’t Let You Do It”).
Το παραδοσιακό gospel “I’ll Be Alright” (με το ρεφραίν να υπενθυμίζει “I’ll be going home someday”) και το εξόδιο του “I’ll Be Seeing You φέρνουν αναπόφευκτα την ηχώ ενός προκαταβολικού αποχαιρετισμού και κόμπους στο λαιμό.   
Σοφία, μόνον. Αυτό αναβλύζει απ’ το άλμπουμ “I Still Do”.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Τετάρτη 10 Αυγούστου 2016

Chris Ousey: "Dream Machine"

Όταν ο αρχισυντάκτης με ρώτησε αν θα αναλάβω την 'παρουσίαση του τελευταίου προσωπικού δίσκου του Chris Ousey (προφανώς γνωρίζοντας τη μακροχρόνια λατρεία μου για τη φωνή του βετεράνου μελωδικού καλλιτέχνη) η απάντηση ήταν άμεση με την φράση: ΕΝΝΟΕΙΤΑΙ!!!

Η παρουσία του Chris Ousey από τους  Virginia Wolf, όπου τον πρωτάκουσα, μετέπειτα στους  Heartland που τον αποθέωσα έως και τους πρόσφατους Snakecharmer ( μμμ…), καθώς και στα προσωπικά του δημιουργήματα και συνεργασίες (Ozone, Ousey) πάντοτε με ενθουσίαζε.
Έτσι λοιπόν με τη δεύτερη προσωπική του κυκλοφορία, το "Dream Machine", η διαπίστωση μου παραμένει η ίδια, η ποιότητα της φωνής είναι αναλλοίωτη, όπως και η αισθαντικότητα και ψυχή που καταθέτει σε κάθε τραγούδι είναι αξεπέραστες!
Βαπτισμένος από τον μουσικό  τύπο ως ''ο Άνδρας με τις χρυσές αμυγδαλές'' ο Ousey έπειτα από το εξαιρετικό ''Rhyme And Reason'' του 2011 επιστρέφει με το ''Dream Machine''. Δικαιολογεί όμως τον τίτλο αυτό;;;
Καταρχάς στην παραγωγή του "Ryhme And Reason" ήταν ο μέγιστος μουσικός Mike Slamer και ο δίσκος είχε μεγάλη καλλιτεχνική και εμπορική επιτυχία και έβαλε οριστικά τον Chris στην κορυφή των μελωδικών ερμηνευτών.
Αυτήν τη φορά την παραγωγή έχουν αναλάβει οι Lars Chriss και ο Khalil Turk. Όλες οι συνθέσεις συντέθηκαν από τους  Chris Ousey και τον ''μέσα σε όλα και με όλους'' Tommy Denander με μία εξαίρεση.
Το ''Better Time To Come'', που είναι σύνθεση του αείμνηστου  Christian Wolf που το συν-συνέθεσε με τους  Ousey και Denander.
''Η καλή μέρα φαίνεται από το πρωί'' και το ''This Is The Life'', ανοίγει τον δίσκο με τις κιθάρες να ''κελαηδούν'', το μπάσο να ''αστράφτει και να βροντά'' σε μία σύνθεση ροκάδικη που δεν αφήνει κανέναν αραχτό στον καναπέ.
Οι ρυθμοί πέφτουν και γίνονται μελωδικότεροι στο ''Another Runaway'', που είναι η δεύτερη σύνθεση του  δίσκου, "πιασάρικο"  στο έπακρο με  σόλο κιθάρας που σου εντυπώνονται,  γενναίες "δόσεις" πλήκτρων και εξαίρετα φωνητικά από τον  Chris Ousey.
Όπως και στο ομώνυμο ''Dream Machine'' με τον ήχο της φωνής του  Ousey να δεσπόζει επενδυμένος με έναν εξαιρετικό επίχρισμα πιάνου από τα 60ς και με ένα κιθαριστικό  solo να θυμίζει τον αείμνηστο  Gary Moore (R.I.P).
Το ''War'' μας δίνει την ευκαιρία να διαπιστώσουμε το εύρος της φωνής του καλλιτέχνη με πανέμορφο το πιασάρικο ρεφραίν με εξαιρετικές μουσικές φρασούλες και μελωδικά άγγιστρα.
Παρόμοιας τεχνοτροπίας και τα στιβαρά ''Tearin It All Down'' και ''Into Your Dream''.
 
Όμορφη σύνθεση και το ''Moment Of Madness'' με ένα πανέμορφο και ταξιδιάρικο παιάνισμα πριν η σύνθεση απογειωθεί! Μπάσο, τύμπανα και κιθάρες ντύνουν επιδέξια την αγαπημένη προσωπικά σύνθεση.
''Gone Long Gone'' ονομάζεται η απαραίτητη μπαλάντα με πιασάρικο πλήκτρο να καθοδηγεί τη μελωδία, χορωδιακό ρεφραίν μοναδικό, η τέλεια συνταγή.
Το ''Return To Me'' γιγαντιαία σύνθεση με βαρβάτες μπασογραμμές, ''αστραπές'' τυμπάνων, γιγαντιαίο τείχος πλήκτρων και κιθάρα που κεντάει. Η απόλυτη σύνθεση για άσμα γηπεδικό.
Η επιτομή του επιτυχημένου  AOR μελωδικού hard rock. Χωρίς μία σύνθεση που απλά υπάρχει ή είναι κακή;;;
Απαντώ όμως στο αρχικό ερώτημα: είναι πραγματικά ''μηχανή ονείρων'';
Το ''Dream Machine''είναι  ένα πολύ επιτυχημένο εμπορικά άλμπουμ που συνδυάζει  radio rock, AOR και μελωδικό  Rock. Και ασφαλώς ο Chris Ousey είναι ο τύπος του μουσικού, που έχει την ικανότητα  να συνδυάζει με επιτυχία εμπορικότητα και καλλιτεχνική τιμιότητα,  γι’ αυτό και η μουσική του έχει απήχηση σε ευρύτερο φάσμα ακροατών.
Η παρουσία του  Tommy Denander με προβληματίζει μόνο σε ένα σημείο: είναι ο δίσκος του Tommy Denander με τον Chris Ousey στη φωνή;
Γιατί αν εξαιρέσω τα Gone Long Gone, Another Runaway και το Tear It All Down, στα υπόλοιπα ο υπέροχος αυτός καλλιτέχνης ακούγεται σα να ακολουθεί τη μουσική και όχι το αντίθετο.
Πάντως για τη δόξα και το μεγαλείο του  AOR μελωδικού  hard rock music, ο Chris Ousey και το πόνημα του "Dream Machine" καταλαμβάνει περίοπτη θέση και όχι μόνο για το καλοκαίρι τούτο!

Νότης Γκιλλανίδης

Πέμπτη 4 Αυγούστου 2016

Circa: “Valley Of The Windmill”

Για όσους δεν γνωρίζουν οι Circa είναι ένα progressive rock supergroup που ξεκίνησε δισκογραφικά το 2007 και πριν από λίγο καιρό κυκλοφόρησαν το ολοκαίνουργιο “Valley Of The Windmill” που είναι η τέταρτη στούντιο δουλειά τους.

Με πρωτεργάτες θρυλικές μορφές της prog-rock σκηνής όπως ο κιμπορντίστας των Yes, Tony Kaye, του ντράμερ Alan White (αποχώρησε το 2008) αλλά και του πολυτάλαντου τραγουδιστή, κιθαρίστα και συνθέτη  Billy Sherwood (Lodgic, World Trade, Yes, Conspiracy) κατάφεραν να δώσουν μία ακόμη πιο σύνθετη διάσταση στον σύγχρονο προοδευτικό ήχο με την συνδρομή βέβαια , του ντράμερ Scott Connor (Υοso) και του μπασίστα Ricky Tierney (Αlice Cooper).
Με βάσεις από μπάντες όπως οι Gentle Giant, οι Porcupine Tree, οι Marillion και φυσικά οι μεγάλοι Yes το σπουδαίο κουαρτέτο μας χαρίζει 4 εξαιρετικές συνθέσεις γεμάτες μουσική και εικόνες  εμπλουτισμένες με δαιδαλώδεις ενορχηστρώσεις. Ειδικά για όσους αγαπούν τους Marillion θα λατρέψουν ετούτη εδώ την κυκλοφορία και θα παρακαλούσαν μέσα τους να είχαν γράψει εκείνοι αυτές τις συνθέσεις!
 Η νέα δουλειά των Circa μπορεί να περιλαμβάνει μόνο τέσσερα τραγούδια (!!!) όμως σε αποζημιώνει ολοκληρωτικά όπως συμβαίνει με το μαραθώνιο “Our Place Under The Sun”  που χωρίζεται σε τρία μέρη σε γυρίζει ευχάριστα  πολλές δεκαετίες πίσω, τότε που το prog-rock σε ταξίδευε σε όλες τις γωνιές του πλανήτη.
Αλλά και το “Empire Over” ακούγεται απολαυστικό  με σαφείς αναφορές στην δεκαετία του ’80 ενώ το ομότιτλο κομμάτι του άλμπουμ κερδίζει δικαιωματικά τις εντυπώσεις λόγω κυρίως της εκτελεστικής δεινότητας σε όλους τους τομείς του Billy Sherwood. Το άλμπουμ ξεκινά με το 15 λεπτο, “Silent Resolve” όπου ο prog-rock χορός καλά κρατεί με τις μελωδίες να μετατρέπονται σε μικρό χείμαρρο.
Οι λάτρεις λοιπόν των μακροσκελών κιθαριστικών σόλων, των εμπνευσμένων και ατελείωτων μελωδιών, οι “ψυχάκηδες” των πλήκτρων, οι “κολλημένοι” με τους περφεξιονισμούς  και όσοι δεν κουράζονται από συνθέσεις που διαρκούν όσο ένα ημίχρονο στο μπάσκετ μπορούν άφοβα να αγαπήσουν το συγκεκριμένο δίσκο.
Παρατήρηση όσοι φίλοι αναγνώστες ακούτε μόνο Motorhead, Ramones και AC/DC και τα σχετικά… αποφύγετε με κάθε τρόπο αυτό εδώ το μικρό αριστούργημα.

Φώτης Μελέτης

Σάββατο 30 Ιουλίου 2016

Red Hot Chili Peppers: "The Getaway"

Πέντε χρόνια μεσολαβήσανε από την τελευταία τους
δισκογραφική δουλειά. Πέντε χρόνια που μέσα σε αυτά καταφέραμε να τους δούμε και στην χώρα μας (επιτέλους!!), σε ένα σχεδόν γεμάτο ΟΑΚΑ, όχι όμως και sold out.

Θυμάμαι εκείνη την βραδιά στις 4 Σεπτεμβρίου του 2012, ανάμεσα στα είκοσι έξι κομμάτια που έπαιξαν (μαζί με τα τζαμαρίσματα), στο τελείωμα του “Under The Bridge” να κάνει την εμφάνισή του το “Dosed” σε teased μορφή. Δε πειράζει, έστω και έτσι πήραμε μια γεύση, δε μας χάλασε.
Η συναυλία από εκείνη την βραδιά, όπως και πολλές άλλες ηχογραφήθηκαν από το συγκρότημα και δόθηκαν για πώληση στη διάθεση του κοινού μέσω της σελίδας τους. Η συναυλία από την χώρα μας επίσης, βρίσκεται και σε μορφή βίντεο σε ερασιτεχνική λήψη αλλά με την επίσημη ηχοληψία του.
Ήρθε η ώρα όμως να αφήσουμε τις νοσταλγίες και τις αναμνήσεις και να ρίξουμε μια ματιά στο νέο τους πόνημα. Με ένα κομμάτι λιγότερο από τον προκάτοχό του μας έρχεται το “The Getaway” όπως βαφτίσανε το νέο τους έργο.
Με δεκατρείς συνθέσεις λοιπόν και με τον ήχο να κυμαίνεται ακριβώς στα ίδια μονοπάτια. Ίδια πορεία δηλαδή με το “I’m With You”. Θα μπορούσε άνετα κανείς να σκεφτεί πως πρόκειται για την συνέχειά του ή απομεινάρια του ή αν δεν γνώριζες ότι ήταν σε μορφή μονού cd, σίγουρα θα πέρναγε από το μυαλό σου ότι πρόκειται για το δεύτερο cd του.
Η διαφορά με το προηγούμενο άλμπουμ είναι ότι δεν έχει ανεβαστικά κομμάτια ή χορευτικά όπως τα “Monarchy Of Roses” ή “Did I Let You Know”. Εξαίρεση ίσως θα μπορούσε να είναι το “Go Robot”. Από την άλλη πλευρά όμως ηχεί πολύ κοντά και στα χνάρια του άλμπουμ “By The Way” πχ στα “Sick Love” και στο “Goodbye Angels”.
Αν το κοιτάξει κανείς καθαρά τεχνικά, δεν υπάρχει καμία εξέλιξη ως προς το τομέα αυτό και δεν παρουσιάζουν κάτι διαφορετικό από τα ήδη κλασσικά στοιχεία τους.
Σίγουρα δεν θα μπορούσα να τον κατατάξω σε κάτι πολύ καλό ή καλύτερο από κάποια παλαιότερη δουλειά τους, καθώς αυτά που ακούω είναι αρκετά γνώριμα στα αφτιά μου. Με μια δόση διαφορετικότητας, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μονάχα το “Ticonderoga”.
Εξακολουθεί όμως να είναι ένας δίσκος των Peppers και ως γνωστόν, το λιγότερο - χειρότερο που μπορούν να κάνουν είναι να βγάλουν δίσκο αρκετά άνω του μετρίου.
Προτείνεται στου φίλους τους και μη ανεπιφύλακτα και είναι ένας δίσκος που σίγουρα θα μπορούσε να παιχτεί και ολόκληρος στο ραδιόφωνο αλλά και στα μουσικά κουτιά του σπιτιού σας.  Γιατί πολύ απλά ακούγεται πολύ παραπάνω από σκέτο «ευχάριστα».
Όπως και να έχει θα χαρακτηριστεί σύντομα κλασσικός, με όποιο νόημα και αν κρύβεται πίσω από αυτή τη λέξη.

Γιώργος Βαλιμίτης

Τρίτη 26 Ιουλίου 2016

Sunstorm: "Edge Of Tomorrow"

Δέκα χρόνια πριν, όταν ο 65χρονος σήμερα Joe Lynn Turner
ήρθε σε επαφή με τον πρόεδρο της Frontiers Records Serafino Perugino, η διασημότερη εταιρία σπαγγέτι A.O.R. είχε ήδη πιάσει για τα καλά το νόημα.


Προσυνταξιούχοι ρόκερ που κουβαλούν συνειρμούς για μεγάλο μερίδιο του αγοραστικού κοινού ενώνουν τις όποιες δυνάμεις τους με επαγγελματίες συνθέτες (λέγε με Alessandro Del Vecchio) και «αναβαπτίζονται».
Το ακροατήριο που δεν αντιλαμβάνεται τις διαφορές σε τραγουδοποιία μεταξύ Foreigner του «4» και Shadow King, πεινασμένο για μελωδία, ρεφραίν και μια εποχή που δεν πρόλαβε να ζήσει και που σπάνια κοπιάζει να βάλει σε σειρά και να μελετήσει, θα ενδώσει. 
Κάπως έτσι προέκυψαν τρία άλμπουμ των SUNSTORM, το ομώνυμο του 2006, το "House of Dreams" το 2009 και το "Emotional Fire" το 2012, καθώς και αναρίθμητα ομόηχα project των τελευταίων χρόνων (Ιssa, Hardline, LRS, Fergie Frederiksen, Three Lions, Revolution Saints, Kelly Keeling), τα οποία επέδειξαν μερικές φορές εύηχα και πάντως αμέσως αναλώσιμα μουσικά προϊόντα.
Η γραμμή παραγωγής του Del Vecchio (γιατί ας μην εξαπατώμαστε, αυτό είναι πλέον σήμερα το ευρωπαϊκό A.O.R. που προβάλει η Frontiers, μια γραμμή ομογενοποιημένης παραγωγής μουσικών placebo) αποδίδει έναν ομοιογενή ήχο, ευπρόσδεκτο για τα αισθητήρια του A.O.R. κοινού του 21ου αιώνα. Το μίγμα τέρπει σε πρώτο άκουσμα, αφήνει μια απρόσωπη μεν, αλλά υποστατή επίγευση ροκ στη δεύτερη, αδειάζει γρήγορα μετά την τρίτη.
Η μουσική είναι «χαλί» για τα φωνητικά του εκάστοτε τραγουδιστή, εδώ του
Joe Lynn Turner, που όπως έχουμε διαπιστώσει live έχει ακόμη αξιοπρεπές λαρύγγι, αλλά οι μπάντες που τον περιστοιχίζουν αποπνέουν έντονη την οσμή αρπαχτής. Τα "Don't Walk Away From A Goodbye" και "Edge Of Tomorrow" είναι ας το πούμε «καλά», η παραγωγή δυνατή, τα heavy γεμίσματα και οι κιθαριστικές αρμονίες πάνε σε κάποια σημεία να δώσουν ταυτότητα, αλλά ψευδομπαλάντες όπως το "Angel Eyes" και  «γρήγορα» κομμάτια όπως τα "Everything You' ve Got" και "You Hold Me Down" οδηγούν στο αρχικό συμπέρασμα.
Λέγαμε κάποτε «είναι φτιαγμένο για το ραδιόφωνο». Τώρα που δεν υπάρχει ραδιόφωνο, τα άλμπουμ του Alessandro Den Vecchio προορίζονται για μουσικά γούστα που λειτουργούν στο shuffle, καταναλώνοντας έναν ήχο χωρίς ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, με οποιαδήποτε σειρά και υπό οποιαδήποτε διάθεση, αρκεί να έχει «γνωρίσματα» melodic rock.
Όσοι θεωρούν υπερβολικές, άδικες ή αρτηριοσκληρωτικές τις παραπάνω σκέψεις, θα το απολαύσουν.
Η σύνθεση των Sunstorm: Joe Lynn Turner - Lead Vocals, Alessandro Del Vecchio -  Hammond organ, keyboards, backing vocals, Simone Mularoni - guitars, Nik Mazzucconi - bass, Francesco Jovino - drums.


Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Τετάρτη 20 Ιουλίου 2016

Rival Sons: "Hollow Bones"


Τι είναι αυτό που ξεχωρίζει τις πραγματικά μεγάλες από τις
απλά καλές μπάντες; Μα… φυσικά το χάρισμα να γράφουν τραγούδια, που μπορούν να σε κολλήσουν στον τοίχο από την πρώτη στιγμή και το κυριότερο, αυτά τα τραγούδια να μεγαλώνουν συνεχώς μέσα σου με το πέρασμα του χρόνου.

Οι Rival Sons είναι αναμφισβήτητα ένα από τα πιο καλά κρυμμένα μυστικά του σύγχρονου hard rock, με την ευρύτερη έννοια του όρου και του ιδιώματος.
Αν υπήρχαν στα 70’s ή στα 80’s, σίγουρα θα είχαν αφήσει ανεξίτηλο το στίγμα τους στην παγκόσμια rock σκηνή. Δυστυχώς γι’ αυτούς γεννήθηκαν στα τέλη των 00’s και το χειρότερο, σε μια χώρα που το hard rock παίζεται σε κλαμπάκια και θεωρείται στιγματισμένο και underground.
Όταν το 2011 έβγαζαν το "Pressure & Time" λίγοι θα περίμεναν την εξέλιξη τους αφού έμοιαζαν περισσότερο με μια «αναλώσιμη» κατάσταση.
Μια αναλαμπή του vintage rock… Κάποιοι κακεντρεχείς τους χαρακτήρισαν Led clones, λόγω των εμφανών Zeppelinικών επιρροών τους.
Ανοησίες των ανίδεων «ειδικών». Έχουμε διαβάσει κατά καιρούς τόσες και τόσες μπούρδες, ειδικά στην Ελλάδα, οπότε τίποτα δεν μας εκπλήσσει πια.
Το "Head Down" που ακολούθησε ένα χρόνο μετά, ενώ ήταν ένα εξαιρετικό άλμπουμ, δεν κατάφερε να τους εκτοξεύσει και δεν αναφέρομαι φυσικά στο εμπορικό κομμάτι της ιστορίας, μιλάω για τα καθαρά καλλιτεχνικό.
Άλλωστε οι μέχρι σήμερα επιλογές των Rival Sons διακρίνονται από έναν εμμονικό και αυστηρό αντικομφορμισμό. Αναφέρομαι ασφαλώς στην καλλιτεχνική εξέλιξη του group.
Η πολυπόθητη καλλιτεχνική καταξίωση ήρθε με το απίστευτο Great Western Valkyrie!!!
Κυριολεκτικά μου έπεσαν τα σαγόνια, από την πρώτη στιγμή που το άκουσα μιας και τέτοιας κλάσης hard rock άλμπουμ είχα να «ρουφήξω» από τα early 90’s. Εξαιρούνται συγκεκριμένες περιπτώσεις που όμως επιβεβαιώνουν τον κανόνα.
Εκεί που λες, επιτέλους κέρδισαν με το σπαθί τους την αναγνώριση που τους αξίζει και τους αναλογεί και πλέον δεν μπορούν να ξεπεράσουν τον εαυτό τους, έρχεται το "Hollow Bones", το οποίο αποτελεί ένα ηχηρό χαστούκι για όποιον πιστεύει ότι η συγκεκριμένη μπάντα, λόγω του «ντεμοντέ» ήχου της δεν μπορεί να κατακτήσει την στρατόσφαιρα της συγκεκριμένης μουσικής.
Και ναι… κυρίες και κύριοι το "Hollow Bones", είναι το καλύτερο τους άλμπουμ. Καλύτερο και από το Great Western Valkyrie!!! Πρόκειται για ένα hard rock κομψοτέχνημα, που ο ΘΕΟΣ της μουσικής οφείλει να το τιμήσει δεόντως.
Όταν ο πολυβραβευμένος παραγωγός τους, ο «πολύς» πλέον Dave Gobb, λέει ενθουσιασμένος ότι οι Rival Sons είναι η μεγαλύτερη hard rock μπάντα του πλανήτη, ο υποφαινόμενος αναγκάζεται – εκ των πραγμάτων – να συνηγορήσει και να επαυξήσει.
Επί του προκειμένου το άλμπουμ τα έχει όλα και τα υπερfuzzαριστά riff του Scott Holiday και τις ψυχεδελικές – σε σχιζοφρενικό σημείο – ερμηνείες του εκπληκτικού Jay Buchanan και βέβαια ένα rhythm section  γροθιά στο στομάχι για πολλές υπερπροβεβλημένες σύγχρονες μπάντες…
Ωστόσο η μαγεία του "Hollow Bones", όπως και του Great Western Valkyrie κρύβεται στην ποιότητα των συνθέσεων. Το γκρουπ δείχνει να βρίσκεται σε συνθετικό παροξυσμό και μας προσφέρει 9 υπέροχες συνθέσεις και 37 (!!!) λεπτά μουσικής πανδαισίας…
Θα επιλέξω να μην κάνω μια song by song κριτική. Άλλωστε υπάρχουν τραγούδια για όλα του γούστα απλά θα σημειώσω πως για πρώτη φορά και μετά από 5 άλμπουμ οι Rival Sons δείχνουν να μην φοβούνται να σκληρύνουν ή να μαλακώσουν τον ήχο τους, ανάλογα με την περίσταση.
Θα κλείσω γράφοντας, πως η αίσθηση που έχω μετά από δεκάδες ακροάσεις του "Hollow Bones" είναι ανάλογη μ’ εκείνη που είχα όταν πρωτoάκουσα τα Use your Illusion των Guns n’ Roses… «Ανεπανάληπτο το Appetite for Destruction, αλλά αυτά εδώ είναι άλλη κλάση».
Μπορεί να ακούγεται κάπως υπερβολικό, έως και ιερόσυλο, αλλά όσοι αγαπάμε αυτή την μουσική θα πρέπει κάποια στιγμή να ξεφύγουμε από τις δεινοσαυρικές εμμονές μας και να αναδείξουμε όσες νέες μπάντες το αξίζουν και να είστε σίγουροι πως οι Rival Sons το αξίζουν με το παραπάνω.
Αισθάνομαι και δεν ντρέπομαι να το γράψω, πως το επόμενο άλμπουμ τους, θα είναι ακόμα καλύτερο!

Αριστοτέλης Βασιλάκης

Παρασκευή 15 Ιουλίου 2016

SOTO: “Divak”


To να αρχίσουμε να περιγράφουμε πόσο εξαιρετικός
τραγουδιστής είναι ο Jeff Scott Soto είναι νομίζω περιττό. Το να σχολιάσω επίσης πόσα από τα τελευταία άλμπουμ του, είναι καλά ή μέτρια πάλι δεν έχει σημασία μιας και εν λόγω καλλιτέχνης επί των πλείστων κυκλοφορεί πολύ καλές δουλειές.


Πιστεύω ότι το παιχνίδι για τον Jeff Scott Soto χάθηκε πριν από χρόνια όταν εκδιώχθηκε από τους Journey για αντιεπαγγελματική συμπεριφορά.
Εκεί θα μπορούσε να δείξει σε πολύ περισσότερο κόσμο το μεγάλο ταλέντο του και να μην επαναλαμβάνεται από τα να κυκλοφορεί σόλο άλμπουμ που μπορεί να ενθουσιάζουν αρκετούς από εμάς αλλά το βήμα για κάτι μεγαλύτερο και πιο φιλόδοξο δυστυχώς δεν ευδοκίμησε.
Τώρα ερχόμενοι στην δεύτερη στούντιο κυκλοφορία του, με την επωνυμία κι αυτή την φορά ως SOTO έχουμε με το "Divak" έναν συνδυασμό καταιγιστικού hard rock με metal μανδύα όπου αφενός αναδεικνύει τον εκτελεστικό και ερμηνευτικό οίστρο των SOTO και αφετέρου δείχνει μία εμπνευσμένη και προοδευτική κατεύθυνση στις συνθέσεις όχι βέβαια με όρους prog-rock των seventies αλλά με σημαντικές αναφορές σε μπάντες όπως οι Dream Theater.
Ακούγοντας κομμάτια όπως το εκρηκτικό "Weight of the World", το φρενήρες “Cyber Masquerade” και το εξαιρετικό “Awakened”  δίνονται απίστευτα ρεσιτάλ στις κιθάρες από τον Jorge Salan και  τον BJ. Παράλληλα η  καθηλωτική χρήση των κήμπορντς παντρεμένα με τις τρομερές δεξιοτεχνικές ταχύτητες των David Z στο μπάσο και του Edu Cominato στα ντραμς δημιουργούν μία σύγχρονη metal πανδαισία.
Άλλες συνθέσεις που ξεχωρίζουν είναι το ψυχεδελικό "FreakShow",  το καταπληκτικό "Paranoia" και το μυστηριακό "Unblame".
Στον αντίποδα της heavy ορμής ολόκληρου του δίσκου υπάρχει η μπαλάντα "In My Darkest Hour" ενώ στο θαυμάσιο “Time”, το πνεύμα των Black Sabbath ζει και βασιλεύει.
Το “Divak” συνεχίζει επάξια από εκεί που είχε μείνει το περσινό ντεμπούτο των Soto με τίτλο "Inside The Vertigo" και η είναι ότι καλύτερο έχω ακούσει για την φετινή χρονιά με ήχο που είναι αρκετά χρόνια μπροστά κι σε αυτό συμβάλει και η επιβλητική παραγωγή του J.S.S και του ντράμερ Edu Cominato.
Tέλος στην deluxe edition του άλμπουμ περιλαμβάνονται live εκδόσεις τραγουδιών κυρίως από τον πρώτο δίσκο των Soto και όσοι είστε φανατικοί του Jeff Scott Soto συστήνεται ανεπιφύλακτα.

Φώτης Μελέτης

Σάββατο 9 Ιουλίου 2016

Shiraz Lane: "For Crying Out Loud"

Οι Shiraz Lane είναι ένα hard rock / poser σχήμα που
φτιάχτηκε το 2011 στην Vantaa, της απώτατης Φιλανδίας. Παρ' ότι οι ηλικίες τους μαρτυρούν ότι μετά βίας θα θυμούνται τον Γιάρι Λιτμάνεν στα καλά του, το μουσικό τους αισθητήριο είναι περιέργως κολλημένο μεταξύ 1989 και 1991.

Skid Row, Firehouse, Dangerous Toys, Warrant, Motley Crue, σκισμένα τζην, μπότες και ύφος «αφήστε με, δεν έχω κάνει ντους, συν το ότι κάπως βαρύ το τέταρτο μπουκάλι Τζακ που ήπια χτες το βράδυ».
Το "For Crying Out Loud" είναι το ντεμπούτο τους, μετά το περσινό EP "Be The Slave Or Be The Change".
Κόντρα στο αναμενόμενο sleaze αναμάσημα διάφορων νεόκοπων στυλ από τη σουηδική βιομηχανία A.O.R., αυτοί εδώ έχουν χαρακτήρα.
Τα "Momma's Boy", "House Of Cards", "For Crying Out Loud" και "Mental Slavery" στέκουν δίπλα στα άλμπουμ τρακς όλων των παραπάνω ονομάτων.
Ακούγονται ιδιαίτερα ορεξάτοι και με αυθεντική κλίση προς τα μελωδικά ρεφραίν. Η παραγωγή ανήκει στον 
lead κιθαρίστα Jani Laine (όχι δεν είναι αστείο, είναι το ψευδώνυμό του - για να καταλάβουμε τί κόλλημα τραβάει) που μαζί με τον Miki Kalske φτιάχνουν έναν λεπτό και «τραγανό» κιθαριστικό ήχο, μακριά από το χαμηλοκουρδισμένο σκοτάδι των τελευταίων 25 χρόνων.
Οι
Ana Willman στα ντραμς και ο Joel Alex στο μπάσο συμπληρώνουν έναν ήχο στον οποίο κυριαρχεί ο τραγουδιστής Hannes Kett, ένα μυστήριο baby faced ον, που σε δύο απ΄τα καινούρια τους βίντεο κλιπ βρίσκει τον εαυτό του μακιγιαρισμένος λες και η Linda Blair να διάλεξε να ντυθεί Lizzy Borden, ενώ στα "Wake Up" και "Same Old Blues" (το τελευταίο μια power ballad «εποχής»), είναι στα καλύτερά του.
Και από φήμη δεν τα πάνε και άσχημα. Σχήματα από όλο το φάσμα του σκληρού ήχου όμως οι The 69 Eyes, οι Amorphis, οι Children Of Bodom, οι Lordi και οι Sonic Syndicate ορκίζονται ότι οι Shiraz πάνω στη σκηνή είναι διασκεδαστές και αξιόπιστοι ταυτόχρονα.
Αν και η μουσική παρουσία νοείται ως διαγωνισμός μόνο στα «σανίδια» των απεχθών "a-talent show" , μην ξεχνάμε ότι σπάνια, πολύ σπάνια, υπάρχουν και εξαιρέσεις (με κορυφαία και πιο πρόχειρη τους Barbwire Dolls, που εδώ χλευάστηκαν και στο L.A. έχουν κάνει τον ροκ κόσμο να μιλάει γι΄αυτούς).
Οι Shiraz, παιδιά της εποχής τους, μπήκαν στη διαδικασία των διαγωνισμών, κερδίζοντας το βραβείο "Hard Rock Rising 2014" για καλύτερη πρωτοεμφανιζόμενη μπάντα και εκείνο του "Wacken Metal Battle 2015" (όπου για να αρέσεις πρέπει να παίξεις μπροστά στο κοινό του απαιτητικού ομώνυμου φεστιβάλ)  Από τον περασμένο Σεπτέμβριο υπέγραψαν στη Frontiers και βλέπουν με άλλο μάτι τον κόσμο.
Για να είσαι από τη αφιλόξενη γη των Hanoi και να θέλεις να παίξεις σαν καλοφορνέζος hair rocker προ εικοσιπενταετίας, θα πρέπει να το λέει η καρδιά σου για να μην γελοιοποιηθείς. Αυτοί δεν έχουν τέτοιο κίνδυνο. Θα τους παρακολουθούμε.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Κυριακή 3 Ιουλίου 2016

Roxette: "Good Karma"


Πιστεύω, ότι δεν υπάρχει μουσικόφιλος που να θεωρεί ότι η μεγαλειώδης
επιτυχία της μπάντας στα τέλη των 90ς πως θα επαναληφθεί με τούτη την κυκλοφορία!Οι ονειρικές επιτυχίες όπως τα "The Look", "Joyride", η μεγαλειώδης μπαλάντα "It Must Have Been Love" καταγράφηκαν με λαμπρά γράμματα στο πάνθεο των επιτυχιών τους.


Πιστεύω λοιπόν, ότι το δίδυμο των Σουηδών καλλιτεχνών δεν είχε φτάσει στο απόγειο της δημιουργικότητας/επιτυχίας του, όταν αναπάντεχα στα  2002 το απίστευτο συνέβη: η  υγεία της Marie βρέθηκε στα "κατώτατα μέρη του Άδη" και η αποκατάσταση της αργή και χρονοβόρα αγγίζει τα όρια της θαυματοποιίας!!!
Ώσπου στα 2011 και μετά την επιτυχημένη περιοδεία στην Ευρώπη ο Per Gessle και η  Marie Frederiksson επέστρεψαν στο στούντιο, ηχογράφησαν και εντυπωσίασαν τους πολλούς οπαδούς τους ανά τον κόσμο.
Τα "Charm School" (2011) και το ακόλουθο δημιούργημα του 2012 με τίτλο "Travelling" μας γέμισαν υποσχέσεις και προσδοκίες.
Έτσι λοιπόν ωριμότεροι οι  Roxette επιστρέφουν με τη δέκατη κυκλοφορία τους, που τιτλοφορείται με τον αισιόδοξο τίτλο "Good Karma" και είναι στην πραγματικότητα ένα δυναμικότατο  pop rock άλμπουμ στην πραγματικότητα. Φρέσκο σε μουσικές ιδέες, γεμάτο πνοή ανανέωσης μουσικής χωρίς να λείπουν τα στοιχεία του παρελθόντος που έκαναν την μπάντα λατρεμένη.
 Αγαπημένες συνθέσεις: το   "It Just Happens", είναι το είδος της δυναμικής μπαλάντας  που "σκαρφαλώνει" σταδιακά και περίτεχνα στον μουσικό "τοίχο" της σύνθεσης σαν "κισσός". Tο είδος της σύνθεσης που έκαμαν την μπάντα μεγάλη και αλησμόνητη. Λάμπει και εκρήγνυται το τραγούδι από την πρώτη στιγμή, όμορφοι στίχοι, πανέμορφο video.
 Το ομότιτλο "Good Karma" αναβιώνει τις ένδοξες μέρες των  1991’ς και παρουσιάζεται ως το δίδυμο αδελφάκι του εκπληκτικού "Fading like a Flower (Every Time You Leave) ".
Πανέμορφο πιανιστικό δραματικό  ριφ που παροτρύνει την κιθάρα στην πρώτη στροφή να "επέμβει" και να θυμίσει στους αφοσιωμένους της μπάντας για μερικά μέτρα το λαμπρό και ξεσηκωτικό "Joyride", που πούλησε 11.000.000 κόπιες σε όλο τον κόσμο!!!! Ατμοσφαιρικό  power pop κομμάτι που θυμίζει επίσης τους θρυλικούς γίγαντες των '80ς Hall & Oates .
Πρώιμα  '80ς με επιρροές  electro-stomper συναντάμε και στο  "This One" All με διαστημικά-υπερηχητικά συνθεσάιζερ!
Ηχητικά ακροβατεί στα eighties και στoν ήχο του 2000 με ένα τελείως  glam-rock beat, που θα ενθουσιάσει πολλούς φίλους του μελωδικοαοροήχου. Σίγουρα φτιαγμένο για hit single και προσωπικά αγαπημένο.
 Περισσότερο στο  rock είναι η σύνθεση  "20 bpm" – με τον  Gessle να τραγουδά. Όλα τα καλούδια και εφέ του στούντιο είναι παρόντα: echo, reverb, whispered backing, crashing machinery, κάνουν το τραγούδι ιδιαίτερα μοναδικό και συναρπαστικό.
 Η αλήθεια είναι, ότι οι περιοδείες για τους Roxette εξαιτίας του προβλήματος υγείας της Marie,  τελείωσαν. Προσευχόμαστε πλέον και ελπίζουμε στην ηχογράφηση και άλλων μουσικών κομψοτεχνημάτων.
Άλλωστε σε δηλώσεις του, ο Gessle στρέφει την προσοχή του διδύμου στην αναβίωση των υπέρλαμπρων  "Look Sharp!" και  "Joyride". Το ευχόμαστε και ελπίζουμε ότι το "καλό κάρμα" τους θα οδηγήσει σε ξέφωτο επιτυχίας, όπως τους λατρεύουμε εδώ και 30 χρόνια!



Τέλος θα ήθελα να με συγχωρέσει ο αγαπητός αρχισυντάκτης του rocktime.gr,  και να μου επιτρέψει έναν προσωπικό μακροσκελέστατο επίλογο με ιδαίτερη αναφορά στη συναυλία που έγινε πριν λίγα χρόνια της Σουηδικής μπάντας στην χώρα μας.
Όταν πριν μερικές εβδομάδες βρέθηκα στα γραφεία της ιστοσελίδας για την καθιερωμένη εβδομαδιαία συνάντηση έπαιζε ήδη ένας δίσκος. Γνώριμος ο ήχος, γνώριμο το ύφος, από τις αγαπημένες στα αυτιά μου φωνές στο τραγούδι και η ερώτηση μου ήρθε αυθόρμητα: ακούμε Roxette;; Καταφατική απάντηση και άμεση η επερώτηση του: θα κάνεις την παρουσίαση λοιπόν;; Είχα να αισθανθώ τέτοια συγκινησιακή μουσικά φόρτιση από το βράδυ εκείνο, όταν η πολυαγαπημένη μου μπάντα των Σουηδών Roxette εμφανίστηκε στην Ελλάδα την Παρασκευή 27 Μαΐου 2011 στο TerraVibe Park.
Διαβάζω σε δημοσιεύματα της εποχής εκείνης: "Εάν με ρωτούσατε πριν δυο χρόνια, αν θα γινόταν ποτέ ξανά μία νέα περιοδεία των Roxette, θα είχα πάρα πολύ γρήγορα απαντήσει "Όχι» ", λέει ο τραγουδιστής, κιθαρίστας και συνθέτης Per Gessle. "Γνωρίζοντας τι πέρασε η Marie (Fredriksson, βασική τραγουδίστρια του συγκροτήματος) καθώς ανάρρωνε από τη σοβαρή ασθένεια που είχε-εγκεφαλικό σοβαρότατης μορφής με αιμάτωμα-, αυτό δεν είναι μόνο απίστευτο, μου φαίνεται σχεδόν μαγικό. Θα είναι υπέροχο να ξανασυναντήσουμε το κοινό μας στον Πλανήτη Γη. "
Αν και ο καιρός της Παρασκευής εκείνης μέχρι τις απογευματινές ώρες με είχε ανησυχήσει αρκετά ως προς το αν τελικά θα βλέπαμε ζωντανά τους Roxette ή όχι, τελικά "υπάρχει Θεός"(το πιστεύω σίγουρα για αιώνιους άλλους λόγους). Η βροχή σταμάτησε, η συναυλία πραγματοποιήθηκε και το βράδυ της Παρασκευής έκλεισε με το καλύτερο τρόπο. Στις 9:45μμ όλα ήταν έτοιμα, τα φώτα χαμηλώσαν, η αγωνία μας πήρε τέλος και στην σκηνή εμφανίστηκαν οι πολυαγαπημένοι μας Roxette, οι οποίοι βρίσκονταν για πρώτη φορά στην πανέμορφη χώρα μας. Μια πολύ όμορφη και ιδιαίτερη βραδιά είχε μόλις ξεκινήσει. Όπως θα δείτε και στο set list η έναρξη έγινε με το πολύ δυνατό Dressed for Success. Όλοι ήμασταν κατενθουσιασμένοι από τα πρώτα κιόλας λεπτά και τα συναισθήματα μας δυνατά και πολλά. Δε ξέρω πώς να σας το περιγράψω. Προσωπικά νόμιζα ότι οι αφίσες που είχα τη δεκαετία των '90ς από τους Roxette έπαιρναν "σάρκα και οστά" μπροστά μου…
Η Marie, o Per και τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας είχαν έρθει με πολύ ενέργεια στις αποσκευές τους και ήταν φανερό ότι ήθελαν πάρα πολύ να πραγματοποιήσουν αυτή τη περιοδεία. Είχαν πολύ καλή σκηνική παρουσία, δεμένοι ως μπάντα και γνώριζαν πολύ καλά πώς να μεταδίδουν το κέφι τους στο κοινό.
Τα ίδια βέβαια ισχύσαν και για την Marie, ίσως σε λίγο πιο ήπιους ρυθμούς, κάτι που είναι απόλυτα κατανοητό γνωρίζοντας τα σοβαρά προβλήματα υγείας που έχει αντιμετωπίσει και το οποία κατάφερε να ξεπεράσει. Πρέπει να έχει κανείς πολύ μεγάλα ψυχικά αποθέματα για να καταφέρνει να παρουσιάζει ένα τόσο αξιοπρεπές και ολοκληρωμένο live. Της αξίζουν πολλά συγχαρητήρια! Επίσης η επαφή των Roxette με τον κόσμο ήταν εξαιρετική. Μου έδιναν την αίσθηση ότι είχαν γίνει ένα με το κοινό τους.
Μας ευχαριστούσαν συνέχεια για την παρουσία μας και έδειχναν πραγματικά ικανοποιημένοι από την απόφασή τους να εμφανιστούν στη χώρα μας. Επανέρχομαι στο μουσικό κομμάτι της συναυλίας το οποίο στο σύνολό του ήταν εξαιρετικό. Το Set List ήταν σχεδόν ίδιο με αυτό που είχε παρουσιαστεί και σε άλλες χώρες. Περιείχε όλες τις γνωστές επιτυχίες των Roxette και μόλις δύο κομμάτια από το τότε πρόσφατο άλμπουμ τους. Καλύτερη στιγμή της βραδιάς; Πραγματικά δύσκολη ερώτηση. Όλα τα τραγούδια ήταν ένα και ένα και ο τρόπος που αποδόθηκαν εξαιρετικός.
Μου άρεσε το μελωδικό I Wish I Could Fly , τα φρέσκα και δυνατά Only When I Dream και She’s Got Nothing On (But The Radio), το οποίο μάλιστα είχε σημειώσει μεγάλη επιτυχία στα ραδιόφωνα του εξωτερικού. Επίσης όμορφη στιγμή ήταν όταν η Marie είχε μείνει σχεδόν μόνη στη σκηνή και τραγούδησε την εκπληκτική μπαλάντα Perfect Day. Εδώ μάλιστα μας απέδειξε ότι η φωνή της είναι σε πολύ καλή κατάσταση και μας συγκίνησε όλους!
Όταν ήρθε η ώρα για το It Μust Ηave Βeen Love γίναμε όλοι ένα και το ρεφραίν ήταν αποκλειστικά δικό μας, χωρίς μουσική έτσι απλά. Επίσης ξεχώρισα το πολύ αγαπημένο Fading Like a Flower. Στις καλύτερες στιγμές μου συγκαταλέγονται φυσικά και τα δύο Encore, με αποκορύφωμα τo The Look και το Listen to Your Heart. Να μην ξεχάσω να σας αναφέρω ότι ακούσαμε και το κλασσικό "συρτάκι" σε μια μοναδική εκτέλεση από τον κιθαρίστα του συγκροτήματος. Όσον αφορά την στάση του κοινού, πιστεύω δε θα μπορούσε να ήταν πιο θερμή. Ενθουσιασμένοι σε όλη τη διάρκεια του live, να τραγουδούν σχεδόν όλα τα κομμάτια, να χειροκροτούν, να φωνάζουν ρυθμικά "Roxette, Roxette". Ήταν ένα κοινό που γνώριζε πολύ καλά για ποιο λόγο βρισκόταν στο Terravibe(σε εποχές που οι διοργανωτές συναυλιών τιμούσαν πραγματικά το rock και τα είδη του).
Επίσης, να αναφέρω ότι ανάμεσα μας βρίσκονταν και μια παρέα Σουηδών fans που ακολουθούσαν τους Roxette σε όλη τους την περιοδεία! Ήταν μια πολύ όμορφη βραδιά που διήρκησε σχεδόν 2 ώρες γεμάτη ήχους από τα αγαπημένα 90’s και που όλοι όσοι βρεθήκαμε εκεί θα τη θυμόμαστε για ΠΑΝΤΑ!
Πλέον η εμφάνιση των Roxette στην Αθήνα πέρασε στην ιστορία και χαίρομαι πολύ που την παρακολούθησα από κοντά.

Νότης Γκιλλανίδης

Τρίτη 28 Ιουνίου 2016

Treat : "Ghost Of Graceland"

Το θρυλικό μελωδικό hard rock συγκρότημα των Treat κυκλοφορεί
το ολοκαίνουριο πόνημα του με τον τίτλο "Ghost Of Graceland". Μετά την επιτυχημένη επιστροφή τους στα μουσικά δρώμενα, το 2010, με το ήδη κλασικό "Coup De Grace", οι Treat κυκλοφορούν άλλο ένα αριστούργημα.

Το "Ghost Of Graceland" περιλαμβάνει όλα τα πράγματα (μελωδίες, ρεφραίν, εξαιρετικά φωνητικά κ.τ.λ.) που αγαπάμε να ακούμε από αυτή την μπάντα με μια πιο ‘φρέσκια’ προσέγγιση.  ​​ Το τελευταίο τους album, "Coup De Grace", έλαβε πολύ καλές κριτικές τόσο από τον μουσικό τύπο όσο και από τους απανταχού οπαδούς της μελωδικής hard rock σκηνής και ήδη θεωρείτε κλασσικός δίσκος!!
Ο νέος δίσκος βαδίζει στα χνάρια του προκατόχου του, ίσως είναι λίγο πιο heavy σε κάποια σημεία, και όπως είπα και παραπάνω διαθέτει εξαιρετικά φωνητικά, δυνατές μελωδίες, πιασάρικα ρεφραίν και πάρα πολύ καλή κιθαριστική δουλειά!! Στα παραπάνω προσθέστε και μια πολύ καλή παραγωγή που δένει άψογα όλα τα υλικά! Οι συνθέσεις της μπάντας ακούγονται πιο ώριμες από ποτέ και αυτό μπορεί κάποιος να το διαπιστώσει με το πρώτο άκουσμα.
Το νέο άλμπουμ ξεκινάει με το εκπληκτικό και κλασσικό Treat άσμα  "Ghost Of Graceland". Μελωδικό Hard Rock που συναρπάζει με το βαρύ intro-riff του, τα χαρακτηριστικά φωνητικά του Robert Ernlund, και τις μεγάλες του ενορχηστρώσεις. Επικό κομμάτι!!  Στο "I Don't Miss The Misery" έχουμε να κάνουμε με ένα πιο ‘εμπορικό’ τραγούδι που ακούγεται λες και ‘βγήκε’ από το  "Coup De Grace".
Στο "Do Your Own Stunts" (Ο Anders Wikström γράφει για έναν  πατέρα που προσπαθεί να διδάξει τα παιδιά του πώς να ζήσουν τη ζωή τους στο έπακρο) τα highlights δεν σταματούν. Ώριμο, ποιοτικό καλοπαιγμένο hard rock το  "Do Your Own Stunts" είναι  ίσως ένα από τα καλύτερα κομμάτια που έχουν ηχογραφήσει ποτέ. Το γκαζιάρικο "Inferno" ανεβάζει την ένταση ενώ το  "Nonstop Madness" θα σας κολλήσει με το εκπληκτικό του ρεφραίν!
Πιο 80’s ρυθμοί με το "Too Late To Die Young"  ενώ με το "Together Alone"  οι Treat μας προσφέρουν απλόχερα μια πού δυνατή μπαλάντα. Να σημειώσω επίσης πως στο συγκεκριμένο κομμάτι τα φωνητικά αναλαμβάνει  ο  Anders Wikström .
To "Ghost of Graceland" είναι απλά συγκλονιστικό! Ίσως το καλύτερο melodic hard rock άλμπουμ για φέτος.
Πίστευα πως ήταν δύσκολο να ξεπεράσεις έναν δίσκο όπως ήταν το  "Coup De Grace".
Έκανα λάθος, το  "Ghost Of Graceland" είναι καλύτερο!

Βασίλης Χασιρτζόγλου

Πέμπτη 23 Ιουνίου 2016

Manti: "Dark Obsession"


"Φύσηξε ο Βαρδάρης και καθάρισε…" τραγουδούσε ο αείμνηστος Παπάζογλου. Δε
γνωρίζω εάν είχαν γνωριστεί με τον Άνθιμο, είμαι όμως σίγουρος, ότι θα εκτιμούσε βαθύτατα και εκείνος τη μουσική τούτη εδώ κατάθεση του Σαλονικιού καλλιτέχνη!

Σχετικά πρόσφατα κυκλοφόρησε το νέο άλμπουμ του Anthimos Manti με την ονομασία "ΜΑΝΤΙ - Dark Obsession".
Ουσιαστικά  πρόκειται για το πρώτο άλμπουμ του Άνθιμου το οποίο αποτελείται από φωνητικά στο οποίο συμμετέχουν διάφοροι μουσικοί σε όλα τα όργανα και βεβαίως - βεβαίως στα φωνητικά και o καθένας καταθέτει το ταλέντο και τις πολύτροπες μουσικές ικανότητες του.
Η αλήθεια είναι ότι πρώτα είδα το video για το κομμάτι "Βack To Zero" όπου υπήρχε συνεργασία με τον Γιώργο Γάκη!
Ακούγοντας το όμως επισταμένα διαπίστωσα ότι: στα πλαίσια του αμερικανικού hard rock ήχου που επενδύουν τις μουσικές συνθέσεις τους, οι πολυτάλαντοι μουσικοί της μπάντας  προτείνουν ένα εξαιρετικά πολυποίκιλο και πολυμορφικό μουσικό δημιούργημα τιμώντας και με το παραπάνω το αγαπημένο μας μουσικό ύφος/γένος.
Άψογες συνθέσεις (αν κι ο ομώνυμος τίτλος όπως και το εξώφυλλο παραπέμπει σε άλλου είδους μουσική προσέγγιση), εντυπωσιακές ερμηνείες, περίτεχνα solos, άρτια παραγωγή με, από ό,τι διαβλέπω, εξαιρετικές συναυλιακές προϋποθέσεις και υποσχέσεις για όλα τα τραγούδια.
Θέλω να σημειώσω το εξής’ επειδή πρόκειται για δίσκο που όταν ακουστεί προσεκτικά, θα αγαπήσετε όλα τα τραγούδια και θα διαπιστώσετε και σεις, ότι δεν μπορεί να ξεχωρίσει κάποιο, διότι θα αδικήσει κάποιο άλλο: είναι τραγούδια  που περιέχουν εκρηκτικά ρεφραίν, θαυμάσιες μελωδίες και έναν "αλήτικο" ήχο. Άσματα που συνεχίζουν με αρκετό νεύρο σε σχέση με τα προηγούμενα (οργανικά) τους άλμπουμ, με δυνατές κιθάρες, τεράστιες αρμονίες και ρεφραίν που σε κολλούν στον τοίχο.
Ο κλασικός μελωδικός rock ήχος της δεκαετίας του '80 κάνει την εμφάνισή του ισχυρότερος από ποτέ! Δυναμικές μπαλάντες, ατόφια κομμάτια που φλερτάρουν με το hair metal, με ευφάνταστα σόλο κιθάρας, δεύτερα φωνητικά καλοδεμένα, ακουστικές εισαγωγές, στακάτα ριφ, όλα συνυπάρχουν αρμονικά. Και για να μη χαλάσω την παράδοση: προσωπικά αγαπημένες συνθέσεις τα "Long way to go" και Back to Zero!
Ακούγοντας και παρουσιάζοντας την τελευταία ειδικότερα δεκαετία ανάλογα πονήματα από ελληνικές μπάντες έχω να σημειώσω, ότι αφενός δεν υστερούν πλέον σε τίποτα από ανάλογα δημιουργήματα της αλλοδαπής και αφετέρου η οικονομική δυσπραγία αποτελεί κινητήριο μοχλό για δημιουργικές "καλλιτεχνικές συνευρέσεις".
Όπου λοιπόν η "μουσική πυξίδα" υποδεικνύει βόρεια κατεύθυνση, τότε σίγουρα η μουσική θα είναι τουλάχιστον εξαιρετική  από κάθε άποψη. Αυτό συμβαίνει και με τους συμπρωτευουσιάνους  MANTI!
Άνθιμε είσαι εξαιρετικός βιρτουόζος κιθαρίστας!!!Κάνε μας τη "χάρη" όμως να κυκλοφορείς δίσκους με φωνητικά!!Είναι πραγματικά ευάκουστα και αξιολογότατα.
Μέχρι την στιγμή που θα τους δείτε/ακούσετε ζωντανά ακούστε το απνευστί.

Νότης Γκιλλανίδης

Παρασκευή 17 Ιουνίου 2016

Vega: "Who We Are"


Οι Βρετανοί VEGA είναι μια μπάντα που αγαπάει την μουσική των 80’s και αυτό
είναι ένα πράγμα που αντανακλάται στη μουσική τους σε κάθε άλμπουμ. Έχοντας ήδη κυκλοφορήσει τρία εξαιρετικά και υψηλής ποιότητας δισκάκια, επιστρέφουν με το ολοκαίνουριο πόνημα τους που τιτλοφορείται "Who We Are".

Το "Who We Are" σύμφωνα με τα λεγόμενα του frontman των Vega, Nick Workman, είναι : "H αγάπη μας για την μουσική των 80’s με μια δυνατή δόση σύγχρονης μελωδικής ρόκ μουσικής.  Ο ήχος που έχουμε επιτύχει είναι 100% VEGA!!
Όπως και στα προηγούμενα άλμπουμ τους, το  ίδιο και εδώ, οι VEGA προσφέρουν απλόχερα ένα πολύ καλό και δυνατό δείγμα melodic rock/AOR  γεμάτο με όμορφες μελωδίες, πιασάρικα τραγούδια και υπέροχες ερμηνείες. Η ομάδα των VEGA αποτελείται από τους Nick Workman (φωνητικά), Tom Martin (κιθάρες), Daniel Chantrey (τύμπανα), James Martin (πλήκτρα) και τον Marcus Thurston (κιθάρες).
Το "Who We Are" ξεκινάει με το εκπληκτικό “Explode”!! Στην κυριολεξία είναι ένα τραγούδι που περιέχει ένα εκρηκτικό ρεφραίν, θαυμάσιες μελωδίες και έναν πιο ‘αλήτικο’ ήχο. Ίσως ένα από τα καλύτερα άσματα που έχουν ηχογραφήσει. Στο "We Got It All" οι Vega συνεχίζουν στο ίδιο μοτίβο, δηλαδή με αρκετό νεύρο σε σχέση με τα προηγούμενα τους άλμπουμ, με δυνατές κιθάρες, τεράστιες αρμονίες και ένα ρεφραίν που σε κολλάει στον τοίχο!  "Every Little Monster" και έχουμε να κάνουμε με έναν ακόμη δυνατό ύμνο μέσα από το “Who We Are” ενώ στο  ""For Our Sins" ο κλασικός μελωδικός rock ήχος της δεκαετίας του '80 κάνει την εμφάνισή του ισχυρότερος από ποτέ !! Το "Generation Now" είναι πιο δυνατό και γκαζιάρικο και το  "Hurt So Bad" θα το σιγοτραγουδάτε για μέρες.
Οι VEGA κυκλοφόρησαν το καλύτερο άλμπουμ της καριέρας τους!
Με αυτούς εδώ τους Βρετανούς ένα πράγμα είναι σαφές, καλοπαιγμένο και ανεβαστικό melodic rock στα καλύτερά του!!

Βασίλης Χασιρτζόγλου

Δευτέρα 13 Ιουνίου 2016

Zakk Wylde: "Book Of Shadows II"

Εποχή των «βιβλίων» και ο τίτλος “book” φαίνεται να συνεχίζει να είναι cult και
στην επικαιρότητα. Το φαινόμενο αυτό, είχε απασχολήσει τον Zakk Wylde πίσω στο 1996, όταν μετά το project του τους Pride & Joy και αμέσως μετά το Ozzmosis (του Ozzy), δημιούργησε το πρώτο του solo album μέχρι και σήμερα εφ’ όσον στη πορεία βρισκόταν στο σχήμα του Ozzy και δημιούργησε και τους Black Label Society.

Στην πορεία, εγκατέλειψε – έφυγε – διώχθηκε όπως θέλετε πείτε το από την μπάντα του Ozzy και αφοσιώθηκε στο δικό του σχήμα τους Black Label Society.
Δύο χρόνια μετά την τελευταία του δουλειά με το προσωπικό του σχήμα και είκοσι χρόνια αργότερα από την πρώτη του δουλειά σαν solo artist, κυκλοφορεί το δεύτερο μέρος του Book Of Shadows.
Ομολογώ ότι δεν περίμενε κανένας πως θα κυκλοφορούσε και νούμερο δύο. Ξεκινώντας, παρατηρούμε για αρχή ότι αυτή τη φορά αρκέστηκε σε ένα cd αντί για δύο όπως είχε γίνει παλαιότερα. Δεκατέσσερα κομμάτια και στις δύο περιπτώσεις, αλλά στο B.O.S. II, δεν έχει bonus και ιαπωνικά κόλπα εν σύγκριση με το πρώτο μέρος που το β’ cd με τρία κομμάτια ήταν extra και bonus. Άλλη μια διαφορά που παρατηρούμε είναι στην δισκογραφική εταιρία. Τότε ήταν στην Geffen και Spitfire (στην επανακυκλοφορία) ενώ τώρα είναι από την Entertainment One Music. Και στις δύο περιπτώσεις όλα οι συνθέσεις είναι δικές του, τόσο μουσικά όσο και συνθετικά.
Το ύφος του παραμένει πιστό σε αυτό του southern rock, με πολλές ακουστικές κιθάρες και τα solo στην αγαπημένη του Gibson, δίνουν και παίρνουν. Όπως έχουμε συνηθίσει, συνεχίζει να κινείται σε υψηλά επίπεδα σε όλους τους τομείς και τούτη εδώ η κυκλοφορία δεν διαφέρει σε  αυτό το κομμάτι.
Προτείνεται ανεπιφύλακτα και σε συνδυασμό με χαμηλό φωτισμό, ουίσκι ή μπύρα για να μπαίνουμε καλύτερα στο πνεύμα του Zakk, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τρελά ταξίδια και για δημιουργία ατμόσφαιρας σε ανυποψίαστα και αθώα (μουσικά πάντα) κύματα για δημιουργία κατάστασης με το αντίθετο φύλο.
Μπήκε κιόλας στα καλύτερα μου για την φετινή χρονιά!

Γιώργος Βαλιμίτης

Τετάρτη 8 Ιουνίου 2016

Lita Ford: "Time Capsule"


H ζόρικη ξανθιά τηνέϊτζερ που έκανε αντίστιξη με την Joan
Jett στις Runaways το δεύτερο μισό των '70s, έγινε, για ένα σύντομο διάστημα η μόνη κιθαρίστρια που μπορούσε να σταθεί μπροστά στο αντρικό ακροατήριο, δρέποντας εμπορικές (υποψηφιότητα για Grammy) δάφνες έως και προφίλ sex symbol μεταξύ '87-'89.

Ακολούθησαν αποτυχημένες σχέσεις και γάμοι, με ποικίλη αναγνωρισιμότητα και κατηγορίες κατά του συζύγου της για πρόκληση «συνδρόμου γονεϊκής αποξένωσης» στα παιδιά της.
Σήμερα, το σίγουρο είναι ότι η 57χρονη
Lita Ford - που παραμένει ικανή κιθαρίστρια και τραγουδίστρια- έχει υπεραρκετό μουσικό παρελθόν για να μπορεί με άνεση να ψαρέψει από το στοκ της ένα μάτσο ακυκλοφόρητα κομμάτια. Αυτό ακριβώς κάνει με το 'Time Capsule".
Προηγήθηκε η αυτοβιογραφία της, "Living Like a Runaway: Lita Ford, A Memoir" στην οποία με το άλμπουμ αυτό επιχειρεί να δώσει κάτι σαν συνοδευτικό soundtrack.
Πρόκειται κυρίως για τραγούδια από τα '80s, που επιβεβαιώνουν την άποψη της σκληροπυρηνικής μερίδας των ανθρώπων που πιστεύουν ότι το grunge ήταν ένα κακόγουστο ανέκδοτο που ήρθε απρόσκλητο για να μας χαλάσει τη ζαχαρένια. "What is wrong with having a good time?", που λέει και η Marisa Tomei στο "The Wrestler".

Power ballads, νέτα - σκέτα hair metal κομμάτια, με σόλο κιθάρας, δεύτερα φωνητικά από παρέες, ακουστικές εισαγωγές, στακάτα ριφ, όλα μέσα. Κι αν τα κομμάτια δεν είναι τίποτε ξεχασμένα "Kiss Me Deadly" (δεν θα μπορούαν να είναι), οι παίκτες που τη συνοδεύουν στην εκτέλεση αυτών των παλιών ένδοξων ασκήσεων ύφους είναι όλοι πασίγνωστοι και αφήνουν στα τραγούδια ο καθένας το χρώμα του:  o Billy Sheehan (μπάσο στα "Killing Kind, "War Of Angels", "Black Leather Heart"), o Rodger Carter (μ.α. Eddie Money, Rick Springfield στα ντράμς), ο Jeff Scott Soto κάνει μαζί της ντουέτο (στο "Where Will I Find My Heart Tonight" που ξεχωρίζει), ο Dave Navarro παίζει μαντολίνο (!) και οι Rick Nielsen και ο Robin Zander των Cheap Trick κάνουν backing vocals ("The Killing Kind" - ίσως το καλύτερο της συλλογής), ενώ αλλού ο Gene Simmons γράφει, παίζει μπάσο και ο Bruce Kulick βάζει κάτι κιθάρες παραπάνω ('Rotten to the Core").
Η ίδια η Lita τραγουδάει με καρδιά και φωνή που δείχνει σχεδόν ανέγγιχτη απ΄το χρόνο, ενώ παντού, ιδίως στα δύο instrumental ("Little Wing", "On The Fast Track"), αποδεικνύει ότι η γυναίκα την ξέρει την εξάχορδη.
Στην εισαγωγή του άλμπουμ ακούγεται ο Chris Holmes των W.A.S.P., ένας από τους πρώην συζύγους της κυρίας, να «παίζει» τον πατέρα της ανήλικης Lita, που την ακούει συφιλιασμένος να κλέβει την Ford μπροστά στα μάτια του και να εξαφανίζεται.
Η ίδια η Lita Ford διάλεξε τις αναλογικές ταινίες από ένα ξεχασμένο ντουλάπι της αποθήκης της και προσκάλεσε τους μουσικούς να παίξουν μαζί, διασκεδάζοντας χωρίς το άγχος του στουντιακού χρόνου και την ψυχρότητα της χωριστής ηχογράφησης των μουσικών μερών και της αποστολής τους με e- mail σ΄έναν παραγωγό που θα τελείωνε τη δουλειά.
Έτσι προέκυψε ένας αυθόρμητος, πιστός στο κλίμα της «χρυσής εποχής» του
hard rock δίσκος, με δύο τρία κομμάτια που θα κάνουν τον κόσμο να ξαναψάξει κι αυτός τα δικά του ντουλάπια και να ξαναβάλει δυνατά τα της εποχής.
Αξίζει να ακουστεί απ΄όσους προσκυνούν αθεράπευτα τα
eighties.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Παρασκευή 3 Ιουνίου 2016

Wild Rose: "4"

Με ρωτούν οι φίλοι, πώς ανταπεξέρχομαι σε μία εξηντάωρη
εβδομαδιαία απασχόληση και αφιερώνω και χρόνο ενασχόλησης με τη μελωδική πλευρά της μουσικής που συγκεκριμενοποιείται στην αγαπημένη ιστοσελίδα rocktime.gr… δύο είναι οι λόγοι:

Aφενός η "εξόρυξη" μουσικών διαμαντιών και αφετέρου το μοίρασμα με όλους εκεί έξω τους ρέκτες της μελωδικής μουσικής.
Καλή ώρα με το τέταρτο μουσικό δημιούργημα των μελωδικών, AOR συμπατριωτών μας  Wild Rose που απλά και συμβολικά ονομάζεται  "4". Διάβασα κάπου, ότι οι οπαδοί των  Tyketto, Richard Marx, Survivor, Night Ranger, ακόμη και αυτών των πρώιμων  Bon Jovi θα ενθουσιασθούν με το αυτό κομψοτέχνημα μελωδίας!
 Η μπάντα που υπάρχει πάνω από μία δεκαετία και μετά από διάφορα σκαμπανεβάσματα και αλλαγές μελών κυκλοφόρησε το πρωτόλειο της "Half Past Midnight", στα  2011. Από τότε παρέμεινε παραγωγική και δραστήρια κυκλοφορώντας άλλα δύο εξαιρετικά δημιουργήματα για να παρουσιάσει, το τέταρτο μουσικό πόνημα της , που κυκλοφορεί από την  Lion’s Pride Music.
 Χαροποιό γεγονός, η επιστροφή του αρχικού τραγουδιστή George Bitzios, του Έλληνα  υψίφωνου και μόνιμου τραγουδιστή όπερας στην αλλοδαπή (Γερμανία), "Bobby Kimbal "!
Από το εναρκτήριο "Desperate Heart" η μπάντα κάμει σαφείς τις προθέσεις της.
Χωρίς αυτή η υποσημείωση να μειώνει την αναμφισβήτητη προσφορά του μέγιστου μελωδικού ερμηνευτή David A Saylor στους δύο προηγούμενους, εξαιρετικούς δίσκους της μπάντας!!!
Ένα mid-tempo μελωδικοροκάδικο κομμάτι που ανυπομονώ να το ακούσω ζωντανά τον Ιούνιο, όπου η μπάντα θα εμφανισθεί ζωντανά στην Αθήνα. Με την κιθάρα του καλού φίλου Andy Rock με ένα πολύ όμορφο riff να γλυκοπαίζει με τη  μελωδία των πλήκτρων που όμορφα "υφαίνει"(και σε ολόκληρο το δίσκο) ο Dirty Haris, η σύνθεση απογειώνεται.
Το "Desperate Heart", είναι και το πρώτο  single του δίσκου και όχι άδικα…
Το  "Love Can Change You", ακόμη ένα σπουδαίο δείγμα της μουσικής που "υφαίνουν" με τόση μαεστρία  οι  Wild Rose. Απλό, μελωδικό και πάντοτε στους παλαιομοδίτικους δρόμους που αρέσκεται ο κάθε λάτρης της του μελωδικότροπου ήχου!!!
Στο προσωπικά αγαπημένο "Love Games", έχουμε ένα εμπορικότατο θανατηφόρο AOR "ποίημα", με εξαιρετικό ρεφραίν, πανέμορφη ενορχήστρωση και καταπληκτική δουλειά στην κιθάρα από τους Andy Rock και τον άρτι ξενιτεμένο  (στην αδηφάγα Γερμανία) John Bitzios, που επανάκαμψε στην μπάντα και είχαμε την ευτυχή συγκυρία να τον θαυμάσουμε στην τελευταία εμφάνιση του γκρουπ στην Αθήνα για την προώθηση του προηγούμενου δίσκου.
Απλά μία μελωδική πανδαισία, με ταξιδιάρικο σόλο κιθάρας και ένα πιασάρικο ρεφραίν κατάλληλο για συναυλιακές καταστάσεις.

Ευτυχώς όμως οι πανέμορφες μελωδίες δεν τελειώνουν! Το τρίτο single του δίσκου που μόλις κυκλοφόρησε, το  "Summer Girl" αλλά και το  "Time After Time" μελωδικότατα, με πλούσια χορωδιακά φωνητικά που "καρφώνουν" τις μελωδίες τους στα αυτιά μας.
Στο  "Hot Wired", οι μελωδίες γίνονται στιβαρότερες χωρίς να παραλείπουν όλα τα στοιχεία που καθιέρωσαν την μπάντα στο στερέωμα της διεθνούς σκηνής και κυρίως αυτό το άκουσμα των 80ς που αποπνέει και μας αρέσει πολύ.
Στο  "Save The Night", οι  Wild Rose παρουσιάζουν τον τρόπο παρασκευής μίας πανέμορφης μπαλάντας, χωρίς να ακούγεται γλυκανάλατη και ξενέρωτη. Με τα  "Broken Hearted", "Waiting For You" και το "Don't Let Me Down" η περιήγηση στα μελωδικά, πανέμορφα και περίτεχνα "κοσμήματα" συνεχίζεται!
Επειδή όμως ασχολήθηκα, και απόκτησα, και τις επαυξημένες εκδόσεις (ελληνική και Γιαπωνέζικη) θα ήθελα να σημειώσω, ότι τα εξτρά κομμάτια που υπάρχουν στις αντίστοιχες εκδόσεις:
για το μεν "All I Never Need" (Japanese bonus track), είναι μία πανέμορφη μπαλαντοειδής σύνθεση συντεθειμένη στα 2010 και επρόκειτο να είναι επιπλέον κομμάτι για την γιαπωνέζικη έκδοση του Half Past Midnight, κάτι που δεν κατέστη δυνατόν τότε.
Όσο για τις ελληνικές επιπλέον συνθέσεις, τα "Sleepless Night" και το "When It Comes To You" το μελωδικό rock/AOR show συνεχίζεται και θα πρέπει να θεωρούμαστε "ευλογημένοι" που ακούμε και αυτές τις επιπλέον συνθέσεις, αφού η μπάντα συνέθεσε, έχοντας δημιουργικό "οίστρο" δεκαπέντε τραγούδια.
Έπαινοι αξίζουν και στην ρυθμική γραμμή που ταλανίσθηκε τους τελευταίους μήνες αλλά φαίνεται ότι βρήκε επάξιους ογκόλιθους σε τύμπανα και μπάσο στα πρόσωπα των Dimos Thomaidis και Panos Barkoutsos και αντίστοιχα.
Όσο για τον ακούραστο μάνατζερ και ακούραστο εργάτη-ουσιαστικά έκτο μέλος της μπάντας- Chris Siloma τα λόγια περιττεύουν αφού όσο υπάρχει θα υπάρχουν και οι Wild Rose.
Σε κάθε περίπτωση, με αυτόν το δίσκο οι Wild Rose, μας υπόσχονται ότι η αγαπημένη μας μουσική δε θα σβήσει ΠΟΤΕ!
Ανυπομονούμε για το καλοκαίρι Σαλονικιοί καρντάσηδες!

Νότης Γκιλλανίδης

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...