Δευτέρα 6 Μαΐου 2013

HIM: “Tears on Tape”

http://www.rockway.gr/
 Μεγάλο στοίχημα ο νέος δίσκος των HIM… Διότι πολύ απλά, οι
εποχές που οι κοπελίτσες έσκιζαν τα string και τα σουτιέν τους ακούγοντας τη φωνή του Ville Valo, έχουν περάσει. Λογικό βέβαια μιας από τη μία “μόδα ήταν και πέρασε”, ενώ παράλληλα οι προαναφερθείσες τσούπρες 30ρήσανε και δεν εκδηλώνονται τοιουτοτρόπως πλέον! 
 Επιπρόσθετα, σε ότι αφορά το μουσικό τομέα, είναι ιδιαίτερα δύσκολο να κυκλοφορήσουν ξανά δίσκους όπως “Razorblade Romance” και “Love Metal”. Και από τη στιγμή που το πείραμα του (συμπαθέστατου) “Venus Doom” απέτυχε, το group δεν έχει άλλη επιλογή από το να ακολουθεί την πεπατημένη, κάνοντας αυτό που ξέρει και του βγαίνει αβίαστα (αβάδιστα και αβαβά…) 
 Τρία χρόνια μετά το (καλό μεν, αλλά…) “Screamworks”, οι Φιλανδοί στοχεύουν στην επάνοδό τους, σπρώχνοντας και διαφημίζοντας τη νέα τους δουλειά πολύ περισσότερο από ότι την προηγούμενη. Μόνο που η προβολή δεν κάνει πλέον τον παπά και τα ηχητικά ράσα του group δε θα φέρουν στην κορυφή το group, παρά μόνο θα χαροποιήσουν όσους οπαδούς ακολουθούν ακόμη τη μπάντα. Διότι κύριε Valo, δεν έχω κανένα πρόβλημα σαν ακροατής να με βομβαρδίζεις με radio friendly τραγουδάκια, αλλά όταν φτάνεις στο σημείο να μη μπορείς να κάνεις ούτε αυτό σωστά, βράστα Χαράλαμπε! 
 Οι καλές στιγμές είναι πολύ λίγες (“Tears on Tape”, “Into the Night”, “W.L.S.T.D.”, “I Will Be the End of You”), οι μέτριες πάρα πολλές, και τέλος πάντων θεωρώ το “Screamworks” πιο τίμιο (ελέω περιορισμένης προβολής) και σίγουρα καλύτερο συνθετικά. Σύγκριση με τις υπόλοιπες δουλειές τους δε νοείται! Αυτονόητο είναι, φίλε αναγνώστη, πως άπαξ και δεν άκουγες ποτέ HIM, δεν υπάρχει λόγος να ακούσεις τώρα. Στην περίπτωση που ανήκεις σε εκείνους που αμφιταλαντεύονταν για το εάν θα το αγοράσουν, άκουσέ το πρώτα καλύτερα. Εάν δε, δηλώνεις fan, κράτα τον ενθουσιασμό σου καλού κακού, ενώ άμα είσαι μια από τις 30άρες που ακόμη ψάχνουν μια αγκαλιά για να εναποθέσουν τα “τότε” εσώρουχά τους, στείλε μου μήνυμα (αβίαστα, αβάδιστα και αβαβά, λέμε…) 

Στέφανος Στεφανόπουλος

MUDHONEY: “Vanishing Point”

Αν δεν είχαν πέσει στην ίδια περίοδο με την ξέφρενη άνοδο των
Nirvana και του γενικού grunge κλίματος, θα είχαν τύχει μεγαλύτερης αναγνώρισης και πιο δίκαιης μεταχείρισης. Αν και θεωρήθηκαν κομμάτι αυτού του κινήματος, λόγω της προηγούμενης δραστηριοποίησης τους ως Green River, οι Mudhoney είναι γνήσιοι τέκνα του Protopunk και των Stooges/ MC5. 
 Κιθάρες που φτάνουν στα όρια της ψυχεδέλειας, αλλά με έναν πιο σύγχρονο alternative τρόπο, παίρνουν το garage των τελών του 60, σε μια νέα διάσταση. 5 χρόνια μετά την τελευταία τους δουλειά, “The Lucky Ones”, οι Mudhoney έρχονται και πάλι με το “Vanishing Point”. Η Iggy Pop-ική φωνή του Mark Arm και οι παιχνιδιάρικοι, χιουμοριστικοί στίχοι, παρέα με τις κουρδισμένες σε άλλη εποχή κιθάρες και τις απλές μας ότι πρέπει ρυθμικές μελωδίες του μπάσου, το σχήμα δημιουργεί ένα αξιοπρεπές έργο, που θα ικανοποιήσει τους οπαδούς του και θα αναγκάσει κάποιους να ψάξουν και να μάθουν τι εστί Mudhoney. 
 Η αναφορά στον GG Allin στo “I like it small”, η ελεγεία μίσους προς το κρασί “Chardonnay”, το hit “Sing this song of joy” και το νεκρόφιλο “In this rubber tomb”, πρέπει να ακουστούν και να εναγκαλιστούν με προσοχή, δείχνοντας στους Αμερικανούς το σεβασμό που τους πρέπει, έτσι ώστε να συνεχίσουν την πορεία τους στα κατάστιχα της μουσικής ιστορίας.

 Δημήτρης Μαρσέλος

ROB ZOMBIE: “Venomous Rat Regeneration Vendor”

Ο άρχοντας των ζωντανών νεκρών ξανακτυπά. Εκεί που δεν το
περιμένεις! Τη στιγμή που νομίζεις ότι δεν έχει άλλα να δώσει, έρχεται σαν πανούκλα και σου τρώει τα σωθικά. Ο πολυτάλαντος Rob Zombie, που ετοιμάζεται να κυκλοφορήσει και την καινούργια του ταινία, “The Lords of Salem”, επανέρχεται και δισκογραφικά με το “Venomous Rat Regeneration Vendor”. 
 Αν είναι καλό λέει; Με το που ξεκινάς την ακρόαση καταλαβαίνει ότι ο τύπος σε έχει πιάσει πάλι με τα βρακιά στους αστραγάλους. Το album ξεκινάει με ένα από τα κλασσικά sexy splatter τραγούδια του, με τίτλο “Teenage Nosferatu Pussy” δίνοντας εξαρχής μια αίσθηση τρόμου που σου εξάπτει, όμως την περιέργεια δεν μπορείς να αντισταθείς στο να δημιουργήσεις παράξενες εικόνες με το μυαλό σου. Ακολουθεί το πρώτο single και video cilp του δίσκου, “Dead City Radio And The New Gods of Supertown” με κάποιον ραδιοφωνικό παραγωγό να δηλώνει πως το ραδιόφωνο άλλαξε τις ζωές μας, σε έναν ρυθμό που ρέπει πως τη δεκαετία του ‘70 με τη χρήση του hammond organ ήχου. “Revelation Revolution” και το πνεύμα του ύψιστου Alice Cooper ίπταται πάνω από τη σκιά του Rob Zombie και θαρρείς πως ο αειθαλής horror rocker είναι κάπου μέσα στο σώμα του νεαρότερου ακόλουθου του. Μετά από ένα Instrumental ανατολίτικο ρυθμό (“Theme For The Rat Vendor”) έρχεται ένα από τα πιο όμορφα τραγούδια του album (“Gong Gang Gong De Do Gong De Laga Raga”) να μας πείσει πως ο Rob και το λαρύγγι του είναι κουρδισμένο και πάλι σε συχνότητες “Hellbilly Deluxe” και αυτό που ακούμε είναι κάτι το εξαιρετικό, μην ξεχνώντας τις industrial καταβολές του, βγάζει μια μοναδική rock 'n' roll αισθητική. Το “Rock And Roll (In A Black Hole)” ξεκινάει ηλεκτρονικά με τρόπο drum 'n' bass και η φωνή του Rob μπαίνει στοιχειωμένη μετά από λίγο στο παιχνίδι και στα μέσα της διάρκειας του κομματιού ξεσπάει και ξαναχαλαρώνει εκ νέου. 
 Η παρουσία διάφορων samples από retro ταινίες φτιάχνουν μια μοναδική ατμόσφαιρα, απαραίτητη για το horror rock που έχει μάθει να μας προσφέρει ο Rob και η παρέα του. To “Behold! The Pretty Filthy Creatures” ανεβάζει τους σφυγμούς και θεωρώ πως θα ακουστεί σε πολλά μαγαζιά και σε πολλά ραδιόφωνα, με τα όμορφα τύμπανα και τις “πειραγμένες κιθάρες” να πρωτοστατούν, λίγο πριν το “White Trash Freaks” που είναι και αυτό κάτι που το αναμενόμενο. Όμορφα ραδιοφωνικά, party songs που ξέρει αυτός να φτιάχνει. Η μεγάλη στιγμή του album είναι όμως η υπέροχη διασκευή του “We're an American band”, μιας εκ των μεγαλυτέρων επιτυχιών των Grand Funk Railroad, που περνώντας από το Zombie filter γίνεται κάτι το καινούργιο και θα κοσμεί ίσως, κάποιες από τις καινούργιες μου καλοκαιρινές συλλογές. Και το επόμενο “Lucifer Rising” είναι ένα χτυπητό στο ρεφρέν του κομμάτι στα γνωστά μονοπάτια που έχουμε συνηθίσει και το ίδιο ισχύει και για το “The girl who loved the monster”. 
 To album κλείνει με ένα φοβερό τίτλο, “Trade In Your Guns For a Coffin” και το τραγούδι είναι εξίσου καλό και ολοκληρώνει ένα album, που πρέπει όλοι οι fans του νεκροπεθαμένου Rob να αποκτήσουν. Οδηγεί τη νεκροφόρα του στη γνωστή διαδρομή προς το νεκροταφείο χωρίς να πολυαλλάζει ταχύτητες και οι τρύπες για τα φέρετρα είναι από πριν σκαμμένες. Ρίξτε λίγο χώμα και εσείς από πάνω!


Δημήτρης Μαρσέλος

Τετάρτη 1 Μαΐου 2013

VOLBEAT: “Outlaw Gentlemen and Shady Ladies”



Τρία χρόνια έκανε ο Michael Poulsen και η παρέα του να μας απασχολήσει δισκογραφικά, με τις απαιτήσεις να έχουν μεγαλώσει πλέον, μιας και οιVolbeat γίνονται ολοένα και πιο γνωστοί στους metal (και μη) κύκλους.
Προτού ξεκινήσω την περαιτέρω ανάλυση, να ξεκαθαρίσω ευθύς εξαρχής πως το “Outlaw Gentlemen and Shady Ladies” δεν είναι το νέο “Guitar Gangsters & Cadillac Blood”. Επίσης, ας λάβουμε όλοι υπόψη πως ο Poulsen ουδέποτε συμπεριφέρθηκε στους Volbeat σαν πυροτέχνημα και πάντα έπαιζε αυτό που γούσταρε, μη αναλογιζόμενος τα “πρέπει”.
Πάμε λοιπόν να τσεκάρουμε το δίσκο…
Ύστερα από μια μικρή εισαγωγή (“Let’s Shake Some Dust”), το album ξεκινά με το “Pearl Heart”, ένα άκρως μελωδικό mid tempo κομμάτι, το οποίο έρχεται σε αντίθεση με αυτά που μας είχαν συνηθίσει οι Volbeat στις προηγούμενες δουλειές τους, μιας και πάντα προτιμούσαν κάποιο πιο δυναμικό μπάσιμο.
Παρόμοια συνταγή συναντάται και στο “The Nameless One”, οπότε κάπου εκεί η λογική θέλει το “Outlaw Gentlemen and Shady Ladies” να κινείται επί το πλείστον σε τέτοιους ρυθμούς. Το “Dead But Rising” βαραίνει πρόσκαιρα την ατμόσφαιρα, για να περάσουμε στο “Cape of Our Hero”, το οποίο αποτέλεσε και το πρώτο video από το δίσκο.
Επιστροφή στη heavy πλευρά της μπάντας, με το “Room 24” και τον King Diamond να στέκεται μαζί με τον Michael Poulsen πίσω από το μικρόφωνο. Εντελώς “metalιζέ” το ύφος, με πολύ καλό riff, αλλά κάτι δε μου κόλλησε τελικά στην όλη συνεργασία. Το “The Hangman’s Body Count” είναι το πρώτο τραγούδι μέχρι στιγμής που θυμίζει περισσότερο το γνώριμο ύφος της μπάντας. Αρκετά ευχάριστη η διασκευή στο “My Body” (σύνθεση των Young the Giant), ενώ πολύ καλή στιγμή το “Lola Montez” που επίσης φέρει τα γνωστά Volbeat χαρακτηριστικά.
Αυτό που μέχρι στιγμής λείπει πάντως είναι η Elvis meets Metallica αισθητική που συναντιόταν κατά κόρον στο παρελθόν. Και να σου το “Black Bart” που δίνει ακριβώς αυτό (κάλλιο αργά, παρά ποτέ). Με western αέρα έρχεται το“Lonesome Rider”, με τη συμμετοχή της Sarah Blackwood και κάπου εδώ αναρωτιέμαι γιατί δεν επιλέχθηκε αυτό το κομμάτι ως προπομπός του δίσκου. Ίσως το “hitάκι” του album.
Πλησιάζοντας στο τέλος, το “The Sinner Is You” έρχεται να θυμίσει το θεματικό ποιόν του δίσκου, το οποίο χαρακτηρίζεται από τις μελωδικές mid tempo συνθέσεις. “Doc Holiday” για τη συνέχεια με μπάντζο να συνοδεύει την κιθάρα στην αρχή και να επανεμφανίζεται στο refrain. Από εκεί και πέρα, το κομμάτι μεταμορφώνεται σε μια καθαρά heavy metal σύνθεση, με πολλές Metallica επιρροές. Ο επίλογος ανήκει στο “Our Loved Ones”, μια (τρόπον τινά) power ballad, ιδανική για κλείσιμο.
Σε γενικές γραμμές το “Outlaw Gentlemen and Shady Ladies” δεν είναι όπως το περίμενα. Είναι λιγότερο επιθετικό και χωρίς ιδιαίτερη “τσαχπινιά”. Η ένταξη του Rob Caggiano (ex- Anthrax) στη μπάντα, προσέθεσε όγκο σε διάφορα σημεία, αλλά από εκεί και πέρα μάλλον περιόρισε τον rock n’ roll χαρακτήρα που είχαν μέχρι πρότινος. Βέβαια, για να είμεθα δίκαιοι και σωστοί, μια μερική στροφή στους πιο κλασσικούς metal ρυθμούς είχε υπάρξει και στο “Beyond Hell/ Above Heaven”.
Αν μου άρεσε; Αμέ! Δεν τρελάθηκα όμως κιόλας… Όντας fan των Volbeat, έμεινα ευχαριστημένος και σίγουρα εκτίμησα το ότι ο Michael Poulsen δε σέρβιρε ξαναζεσταμένο φαγητό. Από την άλλη, καταλαβαίνω απόλυτα τα ανάμεικτα συναισθήματα που μπορεί να προκαλέσει στους πιο επιδερμικούς ακροατές. Το group επιχείρησε να βγει από το καλούπι που (από μόνο του) πήγαινε να εισχωρήσει και στην προσπάθεια αυτή κυκλοφόρησε ένα δίσκο που είναι καλός μεν, αλλά δεν προκαλεί έκπληξη και ενθουσιασμό. Οκ, δε γίνεται όλα να είναι “δισκάρες”…

Στέφανος Στεφανόπουλος

VOODOO HIGHWAY: “Showdown




Το ντεμπούτο άλμπουμ των Voodoo Highway, “Broken Uncle's Ihn”, ήταν μία από τις πολύ ευχάριστες εκπλήξεις του 2011.
Αυτοί οι νέοι  Ιταλοί μας εξέπληξαν με το groovάτο, ποιοτικό και παλιομοδίτικο τους hard rock! Κατόρθωσαν να αναμείξουν τέλεια τον ήχο των 70's-80’s με μια πιο “φρέσκια” προσέγγιση με αποτέλεσμα το πρώτο τους πόνημα να χαρακτηρίζεται άκρως ενδιαφέρων!
Η μπάντα έχει υποδειχθεί ως μία από τις νέες αποκαλύψεις σε όλο τον κόσμο και χαρακτηρίζονται ως οι νέοι Deep Purple από ένα τόσο μεγάλο όνομα στη μουσική όπως είναι ο Craig Rubber (Rainbow/ Gary Moore/ Black Sabbath)! Επίσης, το ντεμπούτο τους έχει κερδίσει κάποιες αρκετά κολακευτικές και αξιόλογες δισκοκριτικές και επίσης το “Broken Uncle's Ihn”,  έγινε sold out  δύο μόλις μήνες από την κυκλοφορία του τον Ιούνιο το 2011.
Έτσι λοιπόν φτάνουμε στο σήμερα και στην δεύτερη κυκλοφορία της μπάντας με τον τίτλο “Showdown”. Το άλμπουμ ξεκινά με το φανταστικό και τσαμπουκαλίδικο “This Is Rock ‘n’ Roll, Wankers!”. Δυνατό, αλήτικο με ένα βρώμικο riff και μια 80’s διάθεση που σε προκαλεί! Στο "Fly To The Rising Sun" συναντάμε πάλι ένα heavy riffing intro με ένα πιασάρικο ρεφρέν, ενώ στο "Midnight Hour" οι Ιταλοί έχουν μια πιο “εμπορική” διάθεση. Σίγουρα  Ένα από τα highlights του άλμπουμ!
Τα "Church Of Clay""Cold White Love" και "Prince Of Moonlight" είναι και τα τρία εξαιρετικά δείγματα καθαρόαιμου hard rock με τη ένταση, δυνατές ενορχηστρώσεις και πραγματικά πολύ καλή κιθαριστική δουλειά!
Όπως είπα και παραπάνω, το ντεμπούτο άλμπουμ τους ήταν μια ευχάριστη έκπληξη τότε. Με την νέα τους κυκλοφορία, η μπάντα στοχεύει για μεγαλύτερα πράγματα! Αυτό είναι σίγουρο!
Αυτή τη φορά ο ήχος είναι πιο δεμένος, οι ενορχηστρώσεις είναι για άλλη μια φορά εξαιρετικές και το άλμπουμ περιλαμβάνει μερικά καταπληκτικά  και εμπνευσμένα κομμάτια. Αυτό το συγκρότημα έχει άφθονο ταλέντο και φαίνεται στην μουσική της. Το συνιστώ ανεπιφύλακτα!

Βασίλης Χασιρτζόγλου

SHOTGUN MESSIAH: “Second Coming”



Το 1991 στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής το κίνημα του U.S. Hair Metal ή Pop Metal αν προτιμάτε άρχισε να παίρνει την φθίνουσα πορεία λόγω της  “grunge” επανάστασης.
Πολλές μπάντες άρχισαν να συνειδητοποιούν ότι η “μπογιά” τους πλέον δεν περνούσε και σκεφτότανε το επόμενο βήμα τους. Οι Shotgun Messiahέχοντας κυκλοφορήσει ένα πολύ καλό ντεμπούτο το 1989 επιστρέφουν με το εκπληκτικό “Second Coming”!
Είκοσι δυο χρόνια μετά ο συγκεκριμένος δίσκος θεωρείται μια από τις κορυφαίες κυκλοφορίες στον χώρο του Scandi Sleaze Hard Rock! Ισοπεδωτικός ήχος, με καταπληκτική κιθαριστική δουλειά από έναν πραγματικά ταλαντούχο κιθαρίστα, Harry Cody, κρυστάλλινη παραγωγή, καλοδουλεμένα τραγούδια και  παθιασμένα φωνητικά από τον Tim Skold. 
Προσωπικά είναι από τους δίσκους που σου “κολλάνε” στο μυαλό με το πρώτο άκουσμα. Ξεκινάει δυναμικά με το πιασάρικο και riffάτο “Sex, Drugs & Rock ‘n ‘Roll” και συνεχίζει με το πιο sleaze “Red Hot”. To “Living Without You”είναι απλά τέλειο! Η μελωδία του είναι θεϊκή και η δουλειά του Harry Codyμοναδική σε αυτή την υπέροχη power ballad! Κάθε τραγούδι περιέχει κάτι μοναδικό να προσφέρει αφού η έμπνευση και το ταλέντο της μπάντας ξεδιπλώνεται περίτρανα και προσφέρει απλόχερα έναν κορυφαίο δίσκο! Ακούστε επίσης τα “Can’t Fool Me”, “Babylon”, “Ride The Storm” και την μεγάλη επιτυχία τους “Heartbreak Blvd” και θα καταλάβετε περί τίνος μιλάω.
Δύο χρόνια μετά κυκλοφόρησαν το “διαφορετικό” αλλά καλό “Violent New Breed” και μετά, όπως πολλές μπάντες του τότε, διαλύθηκαν. Κρίμα γιατί οι Shotgun Messiah είχαν όλα τα φόντα να κάνουν την υπέρβαση τότε και να πρωταγωνιστήσουν στην συγκεκριμένη σκηνή. Εμείς απλά θα τους θυμόμαστε και κάθε φορά που θα βάζουμε στο cd player το “Second Coming” θα βάζουμε στην άκρη τα προβλήματα της καθημερινότητας μας και θα ξεφεύγουμε σε άλλες εποχές!

Βασίλης Χασιρτζόγλου

MAGNUM: “The Spirit”

Ένα από τα κορυφαία βρετανικά συγκροτήματα είναι και οι
θρυλικοί πλέον MAGNUM. Ο μοναδικός συνδυασμός melodic, aor, progressive ρυθμών και μελωδιών τους έχουν κάνει ιδιαίτερα αγαπητούς κυρίως στο ευρωπαϊκό κοινό που συνήθως είναι συνήθως πιο “ψαγμένο”. Το δίδυμο Tony Clarkin (κιθάρα) και Bob Catley (φωνή) μαζί με τον εξαιρετικό κημπορντίστα Mark Stanway είναι μία ανεξάντλητη πηγή δημιουργίας και μας έχουν χαρίσει μοναδικές μελωδίες. Το 1991 λοιπόν κυκλοφορούν το live album με τον τίτλο “Τhe Spirit” που ηχογραφήθηκε στα πλαίσια της Goodnight L.A. τουρνέ. 
Είναι η περίοδος που το γκρουπ κάνει το μεγάλο άνοιγμα στο αμερικάνικο κοινό, για αυτό και στο δίσκο “Goodnight L.A.” υπάρχουν συνθέσεις υπογεγραμμένες από τους Russ Ballard και Jim Vallance και παραγωγός είναι ο Keith Olsen. Το album δεν πάει καθόλου καλά σε πωλήσεις με συνέπεια η τότε δισκογραφική τους εταιρία Polydor να δηλώνει απογοητευμένη. Όμως και τα μέλη των MAGNUM παράλληλα παραπονιούνται για το ελλιπές promotion με αποτέλεσμα να χωρίσουν έπειτα οι δρόμοι τους.
 Στο “The Spirit” αποτυπώνεται πάνω στο σανίδι η ποιότητα και το μεγάλο συνθετικό ταλέντο του συγκροτήματος αν και υπάρχουν στιγμές που η παραγωγή δεν βοηθάει σε καλύτερο άκουσμα των κομματιών (δικαιολογημένα αφού μιλάμε για live δίσκο). Τρομερά τραγούδια όπως τα “On A Storyteller's Night”, “Kingdom Of Madness”, “Vigilante”, “How Far Jerusalem” και “Rockin' Chair” πλουτισμένα με ονειρικές και επικές μελωδίες, παντρεμένες με τις θεϊκές ερμηνείες του σπουδαίου Bob Catley δημιουργούν μικρές ανατριχίλες. 
Ειδικά όταν ακούς το κλασσικό “Τhe Spirit” και το κοινό από κάτω να εκστασιάζεται τότε η συγκίνηση είναι μεγάλη… 

Trackisting
 01. Introduction 02. Vigilante 03. Days Of No Trust 04. Mama 05. Need A Lot Of Love 06. Pray For The Day 07. Les Morts Dansants 08. Reckless Man 09. How Far Jerusalem 10. The Spirit 11. On A Storyteller's Night 12. Rockin' Chair 13. Kingdom Of Madness 14. Sacred Hour) 15. When The World Comes Down 

 Μέλη 
Bob Catley (vocals) 
Tony Clarkin (guitars, vocals) 
Wally Lowe (bass, vocals) 
Mark Stanway (keyboards) 
Mickey Barker (drums)

ΦΩΤΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ

D.A.D: “Dic.Nii.Lan.Daft.Erd.Ark”

Όσοι από εσάς γνωρίζετε τους Δανούς D.A.D. θα γνωρίζετε πως
αυτό δεν είναι κάποια νέα κυκλοφορία, αλλά η επανέκδοση της τελευταίας τους δισκογραφικής δουλειάς από το 2011 με τίτλο “Dic.Nii.Lan.Daft.Erd.Ark”. 
 Αυτό που διαφέρει από την πρώτη έκδοση είναι το bonus cd που περιέχει 5 από τα τραγούδια σε ενδιαφέρουσες ακουστικές εκτελέσεις και 11 τραγούδια τους σε live μορφή. Από το 1986 με το πρώτο δίσκο τους “Call Of The Wild” δώσανε ότι είχαν περισσότερο στην αλήτικη πλευρά του Hard rock, έχοντας αρκετά hits και στίχους πάντα όμορφους και επίκαιρους, έφτασαν στην 11η κυκλοφορία τους που περιέχει δυνατά και όμορφα τραγούδια στα οποία τόσες δεκαετίες μας έχουν συνηθίσει. Με το εναρκτήριο “A New Age Moving In”, το αισθησιακό “Ι Want What she's Got” και παντελονάτο “The End” όλα ξεκινάνε πρίμα και σιγά σιγά πιάνω τον εαυτό μου να τσιμπάει λίγο παραπάνω το volume. Έχοντας και εδώ πανέξυπνους στίχους που εμπνέουν (“I'm gonna hit that wall, I'm gonna take that fall, it feels good, I'll do it again"), οι DAD πολλά χρόνια μετά καταφέρνουν και πάλι να μπουν στην καρδιά μου. 
 Έχοντας και ένα πιο pop τραγουδάκι στην tracklist (“Fast On Wheels”), ίσως προσπαθώντας να μπει σε πιο πολλά σπίτια έτσι, χωρίς εκείνο βέβαια να είναι κακό, χάνει λίγο από την αλητεία τψν προηγουμένων. Για λίγα μόνο λεπτά, γιατί η φωνή του Jesper Binzer γρεζάρει ξανά και συνοδεύει τις άγριες κιθάρες στο “The Place Of The Heart”, που μπαλαντάρει ελαφρά και δίνει το απαιτούμενο ερωτισμό στο glam rock που πρεσβεύουν οι DAD. Ακολουθεί ένας ύμνος στα χαμένα νιάτα με το εξαίσιο “The Last Time in Neverland” (“And this will be the last chance, The last chance to die young”) και χωρίς το party να τελειώνει “Breaking them heart by heart” σε μια απόπειρα του στιχουργού Binzer να ενωθεί με τα συναισθήματα του και να ξυπνήσει τα δικά μας. 
 Πέφτουν οι ρυθμοί με το αργό “We all fall down” σε ένα ακόμα δείγμα γλυκιάς απαισιοδοξίας, που θα γυρίσει τούμπα ξανά με το “Wild Thing in The Woods”, με την πανέμορφη μπασογραμμή του κύριου Stig Pedersen σε ένα δίσκο που εξ ολοκλήρου μπορείς να αφιερώσεις στη γυναίκα της ζωής σου, πράγμα που φαίνεται και με το “Can't Explain what it Means”. 
 Και εκεί που σκέφτεσαι ότι δεν έχουν άλλη έμπνευση να σε κουνήσουν από τη θέση σου έρχεται το “Drag me to the Curb” και θες να πάρεις το κατσαβίδι που βρήκες μπροστά σου και να το χρησιμοποιήσεις σαν μικρόφωνο ξεβιδώνοντας τα νεύρα του γείτονα με την αγριοφωνάρα σου και για το δικό του καλό, οι DAD αποφάσισαν να έχουν αμέσως μετά το “Your Lips Are Sealed”, το οποίο ήσυχα κλείνει το δίσκο. Και έτσι έρχεται η ώρα να αλλάξουμε το πρώτο με το bonus CD και να ακούσουμε όμορφες ακουστικές εκτελέσεις των “I want what she's got”, “The End”, “A New Age Coming”, “The Last Time In Neverland” και “The Place of the Heart” όλες μία μία ανασκευασμένες έτσι ώστε, τα κομμάτια να μπορούν να σταθούν ως ανεξάρτητες συνθέσεις και να μπορούν έτσι, οι DAD να σας κρατούν και εναλλακτικά παρέα. 
 Καλογραμμένα και τα live κομμάτια, προφανώς κάπου ηχογραφημένα στη Δανία και συμπληρώνουν ένα λίρα εκατό σύνολο, που όλοι οι ποζεράδες και αλήτες πρέπει να έχουν στη δισκοθήκη τους. Αν ήταν φετινή κυκλοφορία και όχι επανέκδοση, θα έμπαινε σίγουρα πολύ ψηλά στο TOP 20 μου. Ότι καλύτερο έχω ακούσει στο είδος, μετά βέβαια την επιστροφή των The Cult με το “Choice of Weapon”.
 Καθόλου περίεργο λοιπόν το γεγονός πως ψηφίστηκε δίσκος της χρονιάς στα Δανέζικα μουσικά βραβεία!



Δημήτρης Μαρσέλος

Κυριακή 28 Απριλίου 2013

NEAL MORSE: “Live Momentum”

Η σπουδαία καλλιτεχνική φυσιογνωμία του πολυτάλαντου Neal Morse με προϋπηρεσία στους Spock's Beard, Transatlantic, Flying Colors και Yellow Matter Custard, παραμένει αστείρευτη και τιμώντας τους prog δασκάλους του, κυκλοφορεί ένα απολαυστικό live αριστούργημα. 
 Έχοντας συμπληρώσει σχεδόν μία εικοσαετία διαρκούς και δημιουργικής δισκογραφικής παρουσίας, ο Neal Morse, με πνευματικό οδηγό πλέον τον Θεό και την χριστιανική πίστη, επιβεβαιώνει πόσο μεγάλος μουσικός και συνθέτης είναι. Στο “Live Momentum” που ηχογραφήθηκε την περσινή χρονιά σε συναυλίες που δόθηκαν στη Νέα Υόρκη, ο πρώην ηγέτης των Spock's Beard έχει δίπλα του σημαντικούς μουσικούς όπως ο ντράμερ Mike Portnoy (πρώην Dream Theater και νυν Adrenaline Mob), ο μπασίστας Randy George, οι κιθαρίστες Adson Sodre και Eric Gillete (πλήκτρα) και ο εξαιρετικός Bill Hubauer (πλήκτρα, βιολί, σαξόφωνο). 
 Η πανδαισία ήχων, οι δαιδαλώδες ενορχηστρώσεις, τα μελωδικά κρεσέντο, η πρωτοτυπία των φωνητικών μαζί με το τεράστιο περφεξιονιστικό πάθος που εκπέμπουν όλοι οι μουσικοί έχουν φτιάξει μία μοναδική επική live progressive μαγεία. Στο “Live Momentum” θα βρείτε τα πάντα, ειδικά σε συνθέσεις όπως εκείνη του "World Without End" που αν δεν την έχετε ακούσει τότε είναι ευκαιρία να την ανακαλύψετε για να νιώσετε όλη αυτή την απίστευτη γοητεία που σας περιγράφω αλλά και τα μνημειώδη "Author Of Confusion" και "The Conflict" (από τους δίσκους “One” και “Sola Scriptura” αντίστοιχα) που δίνουν ένα επιπλέον συναρπαστικό και συνάμα μαραθώνιο εκρηκτικό art-rock οργασμό. Επίσης πολύ δυνατή live εμπειρία είναι οι “μουσικές σουίτες” που επιλέγει να παίξει μέρος των συνθέσεων από τα εκπληκτικά άλμπουμ “Testimony” και “?”. Οι λυρικές και μελωδικές στιγμές δεν λείπουν αφού τα "Fly High" και "The Distance To The Sun" αναδεικνύουν την πιο ευαίσθητη πλευρά του N. Morse και παράλληλα σε ξεκουράζουν από τη συνεχιζόμενη εκτελεστική λαίλαπα των υπόλοιπων συνθέσεων. 
 Νομίζω ότι οι Yes, οι Genesis, οι Pink Floyd αλλά και οι Beatles πρέπει να νιώθουν περήφανοι που άφησαν πίσω τους ένα τόσο εμπνευσμένο και δημιουργικό καλλιτέχνη.


Φώτης Μελέτης

FALL OUT BOY: “Save Rock and Roll”



Reunion και νέο album από τους Fall Out Boy, οι οποίοι, για να τα λέμε όλα, δεν είναι ότι έλειψαν και μεγάλο διάστημα!
Ναι, οκ πέντε χρόνια ήταν αυτά, αλλά ο Patrick Stump στο ενδιάμεσο δεν έπαψε να βρίσκεται στο μουσικό επίκεντρο (ή παράκεντρο, αν θέλετε), μιας και solo δίσκο έβγαλε, και τη διασκευή στο “Beat It” κυκλοφόρησε, και συμμετοχές από εδώ και από εκεί έκανε, και με παραγωγές ασχολήθηκε…
Στο δια ταύτα! Οι νέοι και ανανεωμένοι Fall Out Boy έχουν κρατήσει αρκετά στοιχεία από αυτά που τους έκαναν γνωστούς, αλλά ταυτόχρονα περνούν σε μια άλλη ηχητική διάσταση, πιο σύγχρονη θα έλεγε κανείς, με μια μπλιμπλικωτή διάθεση να υφίσταται σε ολόκληρο το “Save Rock and Roll”. Για την ακρίβεια, σκεφτείτε τον ίδιο τρόπο γραφής και σύνθεσής, πετώντας ταυτόχρονα τις κιθάρες.
Άλλωστε, μια γεύση την είχαμε λάβει μέσω του “My Songs Know What You Did In the Dark (Light’ Em Up)” που είχε γυριστεί σε video. Μη θορυβείστε… Όπως προείπα, το ύφος είναι το ίδιο, απλά δίδεται περισσότερο βάρος πλέον στην pop χροιά της μπάντας και στην τελική αυτή θαρρώ είναι η φυσική εξέλιξη των Fall Out Boy.
Ωραίο το εναρκτήριο “The Phoenix”, πιασάρικο το “Where Did the Party Go”, έξυπνα hip hop-ικό το “The Mighty Fall” (σε συνεργασία με τον Big Sean), ευχάριστα παρεΐστικο το “Young Volcanoes”, ξεσηκωτικό το  “Rat a Tat” (με την αχώνευτη Courtney Love να κάνει guest), ενώ τέλος αρκετά ενδιαφέρουσα η ομώνυμη σύνθεση, στην οποία συμμετέχει ο Elton John.
Ναι, ξέρω… ο τίτλος του album είναι κάπως παραπλανητικός και στην ουσία τρολάρει, αλλά δεν πειράζει βρε αδερφέ! Συνθέσεις φιλικά προσκείμενες στα απανταχού ραδιόφωνα, αρκετό groove, χαλαρή διάθεση, και όπως έλεγε και το techno άσμα: “let the beat control your body…”




Στέφανος Στεφανόπουλος

Τετάρτη 24 Απριλίου 2013

RHAPSODY OF FIRE: “Live- From Chaos To Eternity“





To 2011 υπήρξε η χρονιά στην οποία οι Ιταλοί Alex Staropoli και Luca Turilli χώρισαν όχι μόνο τους δρόμους τους, αλλά και την μπάντα τους (Rhapsody). Ο μεν πρώτος κράτησε τον βασικό πυρήνα με Fabio Lione (φωνή) και Alex Holzwarth (τύμπανα) και επέκτεινε το όνομα σε Rhapsody Of Fire, ενώ ο Turilli με καινούργιους συνεργάτες σχημάτισε τους Luca's Turilli Rhapsody.
Το στρατόπεδο του Staropoli λοιπόν (που προφανώς κατέχει και τα απαραίτητα νομικά και πνευματικά δικαιώματα) κυκλοφορεί αυτό εδώ το live που ηχογραφήθηκε κατά την Ευρωπαϊκή περιοδεία της μπάντας την άνοιξη του 2012 και όπως ο ίδιος δηλώνει είναι μια 100% live δουλειά στην οποία δεν έχει γίνει καμιά επανηχογράφηση, όπως πολλές μπάντες συνηθίζουν να κάνουν. Αν και (αποδεδειγμένα) αναζητεί την τελειότητα, σε αυτή την κυκλοφορία ήθελε να ακούγονται όπως πραγματικά παίζουν και στα live τους και δεν έχουμε κανένα λόγο να μην τον πιστέψουμε. Η ποιότητα της ηχογράφησης βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα, όπως και οι εκτελεστικές ικανότητες των μουσικών. Πολύ καλή επιλογή κομματιών και το κιθαριστικό δίδυμο Hess- De Micheli σε μεγάλα κέφια, όπως άλλωστε και ο Lione ο οποίος είναι απολαυστικός τόσο στο πως αποδίδει τα φωνητικά, αλλά και στην συνολική του παρουσία ως frontman.

Το “Live- From Chaos To Eternity” περιλαμβάνει τόσο παλιά κομμάτια που καθιέρωσαν τη μπάντα στο χώρο, όσο και πιο πρόσφατα. Στην Ευρώπη κυκλοφορεί σε διπλό cd και 3πλο βινύλιο στις 3 Μαΐου, ενώ στην Αμερική 4 ημέρες αργότερα.

Αν το επικό metal των Ιταλών βρίσκεται εντός των μουσικών σας προτιμήσεων, ακόμη και οριακά τότε το live αυτό θα σας κρατήσει καλή παρέα και θα σας δώσει ακόμη ένα λόγο να κρατήσετε σε εκτίμηση τους Rhapsody Of Fire. Αν είστε από εκείνους στην αντίπερα όχθη, δεν πρόκειται να βρείτε κάτι που θα σας αλλάξει την γνώμη. Τόσο απλά...

Tracklist:
CD 1
01. Dark Mystic Vision
02. Ad Infinitum
03. From Chaos To Eternity
04. Triumph Or Agony
05. I Belong To The Stars
06. The Dark Secret
07. Unholy Warcry
08. Lost In Cold Dreams
09. Land Of Immortals
10. Aeons Of Raging Darkness
11. Dark Reign Of Fire
12. Drum Solo

CD 2
01. The March Of The Swordmaster
02. Dawn Of Victory
03. Toccata On Bass
04. The Village Of Dwarves
05. The Magic Of The Wizard's Dream
06. Holy Thunderforce
07. Reign Of Terror
08. Knightrider Of Doom
09. Epicus Furor
10. Emerald Sword
11. Erian's Lost Secrets
12. The Splendour Of Angels’ Glory (A Final Revelation)

Γιάννης Φράγκος

SPOCK’S BEARD: “Brief Nocturnes and Dreamless Sleep”






Επιστροφή στην Inside Out και αλλαγές πίσω από το μικρόφωνο και τα drums, συνοδεύουν το ενδέκατο πόνημα των Spock’s Beard.
Όταν έφυγε από το σχήμα το 2003 ο Neal Morse, η μπάντα είχε δύσκολη δουλειά και παρότι τις όποιες αντιξοότητες, με οδηγό τον ταλαντούχο Alan Morse στις κιθάρες και τον εξαιρετικό Nick D’Virgilio στα φωνητικά, κατάφεραν και ανέκαμψαν, κυκλοφορώντας δίσκους όπως “Octane” και “X”.
Το άτομο πίσω από τα drums του “Brief Nocturnes and Dreamless Sleep”, δεν είναι άγνωστο για το σχήμα. Ο Jimmy Keegan (ex- Santana) αποτελεί μέλος της live σύνθεσης της μπάντας εδώ και πολλά χρόνια, οπότε η “πρόσληψή” του δεν αποτελεί είδηση. Ο ερχομός του Ted Leonard (ex- Enchant) από την άλλη, δημιουργεί ξανά μια αίσθηση “επανεκκίνησης”. Σωστή επιλογή βέβαια, μιας και τα φωνητικά του ταιριάζουν γάντι στις συνθέσεις τωνSpock’s Beard. Από την άλλη, θεωρώ πως δε φτάνει την εκφραστικότητα των Neal Morse και Nick D’Virgilio. Μικρή σημασία όμως αυτό, καθώς εδώ και χρόνια “μπροστάρηδες” στις δουλειές του group είναι οι Alan Morse, Dave Meros και Ryo Okumoto (κιθάρες, μπάσο και keyboards αντίστοιχα), ενώ μεγάλο ρόλο έχουν και οι συνθέτες Stan Ausmus και John Boegehold, που “βοηθούν” το σχήμα χρόνια τώρα. Τουτέστιν, η μουσική υπερέχει ούτως ή άλλως.
Για μια ακόμη φορά συναντώνται μεγάλης διάρκειας συνθέσεις, με τη ‘70ίλα να αποτελεί το κύριο συστατικό του “Brief Nocturnes and Dreamless Sleep”. Η προσέγγιση που είχαν τα “Spock’s Beard” και “X”, που φλέρταραν δειλά δειλά με μια περισσότερο μοντέρνα (τρόπον τινά) αισθητική δε συναντάται στο album, με το ύφος τους να μοιάζει πιο κατασταλαγμένο μεν, αλλά αρκετά προβλέψιμο. 
Τα πρώτα τρία κομμάτια (“Hiding Out”, “I Know Your Secret”, “A Treasure Abandoned”) κινούνται εκ του ασφαλούς, παρουσιάζοντας το γνωστόSpock’s Beard ύφος. Στην πορεία όμως η κατάσταση αλλάζει προς το καλύτερο, και μέχρι την ολοκλήρωση των 56 λεπτών που διαρκεί ο δίσκος, συναντάμε και τις πιο ενδιαφέρουσες στιγμές του, με το κομμάτι “Something Very Strange” να αποτελεί και το highlight.
Άξια αναφοράς η συμμετοχή του Neal Morse στα “Afterthoughts” και“Waiting for Me”, δύο εκ των καλύτερων συνθέσεων του “Brief Nocturnes and Dreamless Sleep” (τίποτα δεν είναι τυχαίο τελικά).
Έκπληξη πάντως αποτελεί για το γράφοντα το ότι το κομμάτι “Submerged”αποτελεί σύνθεση του Leonard, κάτι που σημαίνει πως τα υπόλοιπα μέλη ήδη τον εμπιστεύονται. Και από ότι φαίνεται, καλά κάνουν…
Τεχνικά δε χρειάζεται να αναλύσω οτιδήποτε. Μιλάμε για μουσικάρες που σε εκτελεστικό επίπεδο είναι μίλια μακριά από άλλες μπάντες.
Συμπαθέστατη δουλειά λοιπόν, σίγουρα όχι η καλύτερή τους, αλλά από τη στιγμή που φέρει νέα σύνθεση (εν μέρει), δε γίνεται να είμαι ιδιαίτερα αυστηρός. Άλλωστε, εξακολουθεί να διέπεται από την ποιότητα που χαρακτηρίζει τους Spock’s Beard όλα τα χρόνια ύπαρξής τους.

Στέφανος Στεφανόπουλος

Κυριακή 21 Απριλίου 2013

JUNGLE ROT: “Terror Regime”



Το να βρίσκεται μία μπάντα πάνω από 15 χρόνια στο μουσικό στερέωμα μόνο τυχαίο δεν μπορεί να είναι. Ή καλή μουσική παίζει ή καλό manager έχει.
Οι Jungle Rot ανήκουν σαφέστατα στην πρώτη κατηγορία μιας και ποτέ δεν έγιναν μεγάλο όνομα στον χώρο του death metal από τη μία και πάντα κατάφερναν να παρουσιάζουν αξιοπρεπέστατες δουλειές από την άλλη. Το“Terror Regime”, που αποτελεί αισίως την όγδοη ολοκληρωμένη τους δουλειά, είναι ένα ακόμη μικρό διαμαντάκι.
Στην περίπτωση των Jungle Rot ξεχάστε τα blast beats και τις ταχύτητες. Εδώ έχουμε να κάνουμε με αργό γκρουβάτο death metal με slayer-ικές επιρροές. Έντεκα συνθέσεις που σε γραπώνουν από το λαιμό σε κολλάνε στον τοίχο και σου επιβάλουν να κουνήσεις το κεφάλι σου ρυθμικά. Τα groovy riffs ακολουθούνται από ένα επιβλητικό drumming που ανάλογα με την περίπτωση γκρουβάρει και αυτό στον ρυθμό τους ή επιταχύνει με επιβλητικό τρόπο ορίζοντας τις αντιδράσεις του ακροατή.
Η σχετική απλότητα που χαρακτηρίζει τα κομμάτια μπορεί να αποτελεί παγίδα για αντίστοιχες κυκλοφορίες όχι όμως και για το “Terror Regime” μιας και ο δίσκος ακούγεται άνετα από την αρχή μέχρι το τέλος περιέχοντας τα απαραίτητα κομμάτια που θα σου κεντρίσουν αρχικά το ενδιαφέρον (“I Am Hatred”“Pronounced Dead”) και ένα γενικό ύφος που θα σε κάνει να θες να τον ακούσεις ξανά. Μιλώντας για το ύφος της μπάντας να πούμε ότι τόσο ο ήχος όσο και το συνολικό στυλ προσδίδουν μια αρκετά cult αισθητική.
Κάτι που μπορεί κάποιος να κατηγορήσει τους Jungle Rot είναι η έλλειψη ενός άκρως προσωπικού ήχου. Σίγουρα θα σας έρθουν στο μυαλό μπάντες όπως οι Obituary και οι Benediction και πολλοί θα αναρωτηθείτε γιατί υπάρχει ανάγκη να επαναλαμβάνονται κάποια πράγματα. Την απάντηση θα την βρείτε πιθανότατα στις επιβλητικές συνθέσεις και στην άρτια δομή του “Terror Regime” που αποτελεί άξιο συνεχιστή του έργου που ομολογουμένως ξεκίνησαν κάποιοι άλλοι χρόνια πριν.
Για να συνοψίσουμε, το “Terror Regime” αποτελεί μία αξιοπρεπέστατη κυκλοφορία που περιέχει δέκα αργόσυρτες death metal συνθέσεις και μία διασκευή έκπληξη στο “I Don’t Need Society” των D.R.I. προσαρμοσμένη στο ύφος των Jungle Rot. Για να εξηγούμαστε, ούτε για τον δίσκο της χρονιάς πρόκειται, ούτε για μπάντα έκπληξη. Μπορεί άνετα πάντως να “κολλήσει” πάντως στο CD player σας, να σας κάνει να αναπολήσετε παλαιότερες δεκαετίες και να ξεχάσετε για λίγο τους μοντερνισμούς και την ανάγκη για κάτι διαφορετικό.

Νίκος Τόλης

THE STROKES: “Comedown Machine”

Ας ξεκινήσουμε τετριμμένα: το “Comedown Machine” δεν
είναι “Is This It” και ούτε πρόκειται για τη “μεγάλη επιστροφή των The Strokes στα μουσικά δρώμενα”.

Ο Julian Casablancas, είχε ήδη καταστήσει σαφές με το “Angles” του 2011, πως οι “νέοι” The Strokes θα είναι πιο “μπλιμπλικωτοί” σε σχέση με το παρελθόν και σίγουρα δεν αποζητούν τον ήχο που τους ανέδειξε. Στο“Comedown Machine” μάλιστα οι ‘80s επιρροές τους είναι πιο εμφανείς από ποτέ, με μονάχα το “All the Time” να παρεκκλίνει κάπως από τη νέα μουσική ταυτότητα της μπάντας.
Κατά τ’ άλλα έχουμε να κάνουμε με disco-boogie ρυθμούς που, άλλοτε είναι up tempo, άλλοτε σε κάνουν να βαριέσαι και σε γενικές γραμμές μιλάμε για τη φυσική συνέχεια του “Angles”. Η κύρια διαφορά του είναι πως είναι κάπως κατώτερο και από αυτό.
Συμπαθητικά τα “Tap Out”“All the Time”“80s Comedown Machine” και“Happy Ending”, αλλά το νέο πόνημα των The Strokes έχει ως μοναδικό παραλήπτη τους ορκισμένους fan τους. Τελεία, παύλα, θαυμαστικό και κρίμα…

Στέφανος Στεφανόπουλος

DEPECHE MODE: “Delta Machine”



Ακούγοντας ένα album όχι ενός, αλλά του συγκεκριμένου συγκροτήματος, (το 13ο τους) και έχοντας μοιραστεί τα μουσικά κομμάτια τους, ανταλλάσοντας βινύλια, cds, sticks και i tunes, και παρευρεθεί σε συναυλίες και live streaming, δύο πράγματα μπορεί να σου συμβαίνουν: ή να είσαι απόλυτα υποκειμενικός και depechemode-λάγνος, ή να σε πιάσει κρίση ηλικίας και να πεις: “μα δεν είναι δυνατόν να τους ακούω τόσα χρόνια, τουλάχιστον έχω το δικαίωμα να γκρινιάξω και να πω εμπεριστατωμένα: “δεν είναι όπως τα πρώτα τους, επαναλαμβάνουν τον εαυτό τους” και άλλα διάφορα…
Αυτό που ενδιαφέρει και απαιτείται από σεβασμό στη μουσική και μόνο, είναι να προσπαθούμε να ακούμε το εκάστοτε group, σαν να είναι ένα οποιοδήποτε και να απομονώνουμε το album σαν να μην μας ενδιαφέρει αν είναι το πρώτο, το ανώριμο, το ώριμο (ή “τι φρούτο είναι αυτό;”) ή το τελευταίο τους.  Ιδού λοιπόν η ανατομία του “Delta Machine”:
“Welcome to my World”
Ανέκαθεν η μπάντα είχε συνειδητά a touch of darkness, αυτή τη φορά όμως, είναι ξεκάθαρο πως τα φωνητικά του David Gahan μαζί με το electro dub bass είναι σαφής προορισμός.
“Angel”
Μια θυμωμένη electro ballad, με backround memories τον ήχο που τους καθιέρωσε. Δώστε βάση στα σημεία που η τσάκιση της φωνής του David αποδομεί τον electro sound και θυμίζει κλασσικούς rock τραβαδούρους, όπως Simon and Garfunkel και Beatles.
“Heaven”
Πώς να ξαναβρείς το χαμένο Παράδεισο; (Προσέξτε- περί μουσικής ο λόγος...). Πώς να φτιάξεις πρωτότυπη ηλεκτρονική μουσική, εν μέσω της μετα-ηλεκτρονικής εποχής; Τι είναι αυτό που μπορεί να θεωρηθεί φρέσκο και όχι χορτάρι μηρυκαστικό; Είναι απλό και καινοτόμο, είναι αυτό που γίνεται κλασσικό. Και κλασσικό σημαίνει διαχρονικό, αυτό που δε παύει να μας αφορά. Επιστροφή στο συναίσθημα και στον άνθρωπο λοιπόν και η ηλεκτρονική ενορχήστρωση αποτελεί μόνο πρόφαση.
“Secret to the End”
Καθαρόαιμος depeche mode ήχος που θα μπορούσε να ανήκει σε κάποιο από τα παλαιότερα album τους. Πάντα μας συγκινεί το γύρισμα στη φωνή του David εναρμονισμένο με τα synths.
“My little Universe”
Mια “techno… τροπία” είναι διάχυτη, που λειτουργεί ως minimal beat βάζοντας σε πρωταγωνιστική θέση το mood του κομματιού και όχι το ίδιο το τραγούδι. Less is more ή αλλιώς “we know how to do it, we don’t have to prove it”.
“Slow”
“ I’ve got the electro blues…” ο συνδυασμός riff ηλεκτρικής κιθάρας και keyboard, προβάλουν έναν ήχο απρόσμενης αισθητικής που σε προβληματίζει και σε κάνει ν’ αναρωτιέσαι: “Τώρα μ’ αρέσει ή με ξενίζει αυτό που ακούω;”
“Broken”
Ίσως το καλύτερο κομμάτι του album. Μαεστρία στη σύνθεση, γνώριμος αλλά και ταυτόχρονα innovative ήχος, αλλά κυρίως επισφράγιση σε αυτό που η μπάντα ξέρει ακόμη, πολύ καλά να κάνει: να συγκινεί χωρίς την ανάγκη φυσικών οργάνων, αποδεικνύοντας, ότι ακόμη και οι computers  μελαγχολούν όταν εξιστορούν αληθινές ιστορίες.
“The Child Inside”
Mία vocal performance του Martin Gore, σε μια minimal electro ballad, που υπενθυμίζει την ομοιότητα αλλά ταυτόχρονα και τη διαφορετικότητα του καλλιτέχνη σε σχέση με το ενιαίο ύφος του γκρουπ.
“Soft touch Raw Nerve”
Έχει ενδιαφέρον, μα τι προσπαθούν να κάνουν; Nα μας θυμίσουν όλες τις προηγούμενες δεκαετίες της ηλεκτρονικής μουσικής μέσα στο ίδιο album; Ίσως όχι να μας θυμίσουν, αλλά να υπογραμμίσουν πως μόνο οι ίδιοι μπορούν να κάνουν κάτι τέτοιο.
“Should be higher”
Ακόμη πιο βαθειά συναισθηματικοί χωρίς να φοβούνται να χαρακτηριστούν μελοδραματικοί και γι’ αυτό σε παίρνουν μαζί τους. Προσέξτε τα φωνητικά, εντυπωσιακή ερμηνεία χωρίς να στοχεύει στην επίδειξη, παρά μόνο στην ερμηνευτική υπογράμμιση.
“Alone”
Γεμάτος ήχος με συναίσθημα, ένα κομμάτι προορισμένο να ακούγεται σε πολύ προσωπικές στιγμές και σε μεγάλους συναυλιακούς χώρους. Εμπεριέχει μια έντονη μεταφυσική και αφού μιλάει για τη σωτηρία της ψυχής, μπορεί σε χίλια χρόνια να ακούγεται και στις εκκλησίες…
“Soothe my Soul”
Θα μπορούσε να θεωρηθεί το sequel του “Personal Jesus”, καλώς ή κακώς.
“Goodbye”
Blues στοιχεία και πάλι. Ότι πρέπει για να κλείσεις ένα album ή μια συναυλία. Αποχαιρετισμός δε σημαίνει αποχωρισμός, έπεται η συνέχεια, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει να επαναλαμβάνεις με γόνιμο τρόπο τον εαυτό σου.

Εύη Τασάκου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...