Δευτέρα 9 Ιουνίου 2014

Glory Days - 1990‏


steelheart steelheartΝέα δεκαετία ξεκινά στη συνέχεια του αφιερώματος μας...
λίγο πριν την καταιγίδα του grunge ενώ οι μπάντες που λατρεύουν το hard rock δημιουργούν θαυμάσια άλμπουμ με αρκετά εντυπωσιακά τρόπο. Να υπενθυμίσουμε ότι στο www.rockway.gr μπορείτε να διαβάσετε τα αφιερωματά μας στην δεκαετία του ’80.

STEELHEART – “Steelheart” (MCA)

Τρομερό ντεμπούτο από την παρέα του Κροάτη τραγουδιστή Michael Matijevic. Κεφάτο αμερικάνικο hard rock με λίγες aor και glam δόσεις και με δύο μπαλάντες που έχουν μείνει αξέχαστες. Το δυνατό όπλο των Steelheart είναι η φωνή του Michael Matijevic που φτάνει στα ουράνια και απογειώνει με τις ερμηνείες του όλο το δίσκο. Τα κιθαριστικά μέρη φλερτάρουν έντονα με τον Ε.Van Halen και δίνουν με την βοήθεια ενός καταπληκτικού ρυθμικού background όλο και περισσότερη δύναμη και ένταση στα κομμάτια. O συνδυασμός Whitesnake, Def Leppard και Dokken είναι μοναδικός και κάνει την μπάντα αρκετά σημαντική για την εποχή της. Το άλμπουμ πήγε πολύ καλά και εμπορικά(έφτασε στο top-40 στην Αμερική) και αν δεν κτύπαγαν οι ατυχίες το γκρουπ και δεν έπεφταν στην μετέπειτα καταιγίδα του grunge που ξέσπασε τα επόμενα χρόνια τότε οι Steelheart θα έκαναν θαύματα. Ακούστε το Shes Gone για να καταλάβετε για τη φωνή μιλάμε…

TALISMAN – “Talisman” (Airplay/Vinylmania)
Απίστευτο, συναρπαστικό, εξαιρετικό είναι το πρώτο άλμπουμ των Σουηδών TALISMAN. Αρκετά φρέσκο για την εποχή του, με εμπνευσμένες συνθέσεις και άριστο παίξιμο ενώ ακολουθεί κυρίως τα βήματα των φοβερών Europe και με καθοδηγητές τον τραγουδιστή Jeff Scott Soto και τον αδικοχαμένο μπασίστα Marcel Jacobs(και οι δύο είχαν προυπηρεσία με τον κιθαρίστα Y.Malmsteen) δημιουργούν ένα μικρό hard rock κομψοτέχνημα. H μπάντα προσφέρει μοναδικές στιγμές και έβαλε τα θεμέλια για να αναδειχτεί αυτή την στιγμή η Σουηδία στον απόλυτο παράδεισο του hard rock. Εκπληκτικά τραγούδια υπάρχουν στο άλμπουμ με κορυφαίο το “Ill Be Waiting” αλλά και τα υπέροχα “Break Your Chains”, “Dangerous”, την μπαλάντα “Just Between Us” και “Day By Day”.
Οι Talisman κατάφεραν με τούτο το άλμπουμ να κάνουν πρωταρχικά μία μικρή επιτυχία στην Ιαπωνία και αργότερα οι Ευρωπαίοι πήραν χαμπάρι με τι διαμάντι είχαν να κάνουν.

WARRIOR SOUL – Last Decade Dead Century (Geffen)
Με ένα προφητικό τίτλο οι Αμερικανοί ρόκερ με τον παρθενικό τους δίσκο φτιάχνουν ένα εκρηκτικό κοκτέιλ που περιέχει punk, metal, sleaze και hard rock ρυθμούς ποτισμένες με oργισμένες ερμηνείες από τον τρομερό τραγουδιστή Cory Clarke. O στίχος αρκετά πολιτικοποιημένος με κοινωνικές προεκτάσεις που τα έβαζε ανοικτά τότε με τον πλανητάρχη G.Bush(τον πατέρα). Σίγουρα ο ήχος τους προετοίμασε το έδαφος για τα grunge συγκροτήματα αλλά οι Warrior Soul σηματοδότησαν με το άλμπουμ τους ένα πιο επιθετικό ύφος για τη δεκαετία που ξεκινούσε. Τρομερά τα τραγούδια We Cry Out, Downtown,Lullaby και Super Power Dreamland όπου γίνεται μία μικρή rock κόλαση….

ΕΧΤREME - Pornograffitti (A&M Records)
Ιδιοφυές και πρωτοποριακό το δεύτερο άλμπουμ των Boστονέζων Extreme. Οι funk rock ρυθμοί παντρεύονται τέλεια με τα hardn heavy κιθαριστικά σόλα και ριφ και εκτοξεύουν ποιοτικά τον δίσκο από μελωδίες που δύσκολα γράφονται. Υπέροχη η μπαλάντα “More Than Words” αλλά και τα απολαυστικό “Get The Funk Out”, “Hole Hearted” και “Decadence Dance”. O κιθαρίστας Nuno Bettencourt κάνει απίστευτα πράματα με την εξάχορδη θεά του και προσδίδει με μοναδική δεξιοτεχνία μία funk hard rock καταιγίδα.

ΥΝGWIE MALMSTEEN – “Eclipse”(Polydor)
Αν και ποτέ δεν ήμουν λάτρης του Σουηδού βιρτουόζου οφείλω να αναγνωρίσω ότι παρά τις κιθαριστικές του φλυαρίες (ειδικά στα σόλα) έχει γράψει μερικά θαυμάσια άλμπουμ. Ένα από αυτά είναι και το συγκεκριμένο άλμπουμ που παρουσιάζουμε. Τα φωνητικά του αγαπημένου μας Goran Edman είναι εξαιρετικά και πιστεύουμε ότι η συνεργασία τους άφησε εποχή . Το melodic hard rock κυριαρχεί στο “Eclipse” ενώ υπάρχουν και αρκετά Rainbow στοιχεία που συμπληρώνονται με μικρές δόσεις επικών μελωδιών και γρήγορων ρυθμών βοηθούμενα από τα επιβλητικά κήμπορντς του μάγου Mats Olassuon. Κομμάτια σαν τα “Judas” και “Making Love” αποδεικνύουν του λόγου το αληθές.

ΤΑ ΑΔΙΚΗΜΕΝΑ ΑΛΜΠΟΥΜ

SCORPIONS Crazy World
Από τα τελευταία εμπνευσμένα άλμπουμ των Γερμανών hard rockers οι οποίοι τότε είχαν έρθει και στην πατρίδα μας για πρώτη φορά. Με δυνατά ριφ, καταπληκτικά ρεφρέν και φανταστικές κιθαριστικές μελωδίες υο άλμπουμ απλά είναι κορυφαίο. Α.. και για κάποιους το “Wind of Change” έχει να σημαδέψει για πάντα τις καρδιές τους.

DAMN YANKEES – “Damn Yankees
To αμερικάνικο super group των T.Nugent, Tommy Shaw(Styx), Jack Blades(Night Ranger) και M.Cartellone γράφει πανέμορφες μελωδίες και με την hard rock εμπειρία του κερδίζει και τον πιο δύσπιστο ακροατή. Χωρίς να υπερβάλλουν στις συνθέσεις τους κατόρθωσαν να γράψουν ένα εξαιρετικό δίσκο.

FIREHOUSE “Firehouse”
Δύο φορές πλατινένιο και με τραγούδια που αποτυπώνουν με χαρακτηριστικό τρόπο τον όρο αμερικάνικο aor/hard rock. Οι Αμερικανοί με το κεφάτο και το λιτό τους ύφος είχα γοητεύσει αρκετούς από εμάς εκείνη τη περίοδο.

RAWSILK - “Silk Under Skin”
Εκπληκτικό melodic rock από μία Ελληνική μπάντα που κυρίως αδίκησε τον εαυτό της αλλά άφησε πίσω της θαυμάσια κομμάτια που ακόμη και σήμερα μνημονεύονται από τους οπαδούς του είδους. Ακόμη σαρκάζουμε την σκηνοθεσία του video clip Street Girl.

WINGER – “In The Heart of The Young”
H δεύτερη δουλειά των Winger συνδύασε πετυχημένα την εμπορικότητα και τον καλοδουλεμένες hard rock ενορχηστρώσεις. Οι κριτικοί χαρακτήρισαν τον δίσκο pop-metal και ως ένα σημείο δεν είχαν άδικο. Όμως η μπάντα δεν καταλάβαινε από όρους και χαρακτηρισμούς και με όπλο το φοβερό κιθαριστικό δίδυμο κατάφεραν να κερδίσουν εντυπώσεις και δόξα.

LYNCH MOB – “Wicked Sensation”
Υπέροχο άλμπουμ από τον φανταστικό κιθαρίστα των Dokken. Aπίστευτο κιθαριστικό κρεσέντο από τον George Lynch, o oποίος δημιουργεί μικρές hard rock εκρήξεις…
TOP TEN ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
1) EXTREME - Get The Funk Out
2) FIREHOUSE – All she Wrote
3)STEELHEART - She ‘s Gone
4) TALISMAN – I ‘ll Be Waiting
5) Y.MALMSTEEN – Making Love
6) SCORPIONS – Hit Between the Eyes
7) WINGER – Easy Come, Easy Go
8) LYNCH MOB – Wicked Sensation
9) RAWSILK - Street Girl
10) DEEP PURPLE – King of Dreams
 
Φώτης Μελέτης

Πέμπτη 5 Ιουνίου 2014

IQ: “The Road Of Bones”


Μία από τις πιο αξιοσέβαστες μονάδες στο χώρο του progressive rock, είναι και οι αειθαλείς Βρετανοί IQ.
Μια μπάντα η οποία στα 30 περίπου χρόνια πορείας της, παρήγαγε αξιοπρεπέστατες δουλειές, με αρκετά προσωπικό ύφος και πολύ λίγα σκαμπανεβάσματα στον ποιοτικό πήχη που έθεσε εξ' αρχής.
Η ενδέκατη δουλειά τους, το “The Road Of Bones”, δεν στρέφει αλλού το βλέμμα του. Είναι ένα album εκλεπτυσμένου καλλιτεχνικού rock, από υψηλής κατάρτισης μουσικούς, πολύ ατμοσφαιρικό, με θεατρικότητα και ποίηση να ενεδρεύουν ως βάσεις στην ανάπτυξή του, ακριβέστατες εκτελέσεις από τους μουσικούς, πληρότητα στις συνθέσεις του και πολύ, πολύ ευαισθησία.
Από την πρώτη ακρόαση, θα νιώσεις το DNA των Yes (για τον υπογράφοντα, μακράν η μεγαλύτερη μπάντα που εμφανίστηκε σ' αυτό το ηλιακό σύστημα), την αφοπλιστική προοδευτική εκείνη 70ίλα που έθεσε τα θεμέλια όλου αυτού του prοg σύμπαντος. Και όχι μόνο. Ηχητικά “καρτ-ποστάλ” των Camel ( τελικά, όχι και τόσο μακράν...) αλλά και με ισόποσο δανεισμό από τις low, βελούδινες, “τίγκα-στις-μπασογραμμές”, στιγμές των σύγχρονων ηρώων Riverside.
Εξαιρετική η συνεργασία του Mike Holmes (κιθάρες) και του πρόσφατα εισελθόντα στους  IQ, keyboardίστα Neil Durant, τα θέματά τους είναι πομπώδη, με “αφηγηματικές” μελωδίες, έξυπνα riffs είτε στα ακουστικά, είτε στα distorted μέρη και σαφήνεια στα solo. Επίσης άριστο είναι το ρυθμικό σκέλος, με το αψεγάδιαστο παίξιμο του μεγάλου Paul Cook (drums) και του επανελθόντα (από το 1989) Tim Esau (μπάσο). Τα φωνητικά δε του Peter Nicholls, ακούγονται πολύ όμορφα, μελαγχολικά και ήπια, διαπρέπουν για το ύφος των IQ και συνολικά, η μπάντα ακούγεται πάρα πολύ δουλεμένη, ενώ ηχητικά ο Holmes (ο οποίος είναι και ο υπεύθυνος για την παραγωγή του “The Road Of Bones”), έχει κάνει σπουδαία δουλειά.
Με τα “From The Outside In”, “The Road Of Bones”, “Without Walls” (πανέμορφο), “Ocean” και “Until The End”, θα κάνεις πέντε μικρά ταξιδάκια, σε θάλασσες όμορφης μουσικής, χωρίς ίχνος οικονομικής ιδιοτέλειας, προερχόμενης από καλλιτεχνικά κίνητρα που ευδοκιμούσαν σε εποχές που λέξεις όπως “trends”, “marketing”, “image”, στα αυτιά του μέσου ακροατή, ακουγόντουσαν τουλάχιστον κινέζικες. Τίποτα λιγότερο από έναν πανέμορφο δίσκο, απαλής προοδευτικής τέχνης. Προτείνεται ανεπιφύλακτα σε όλους ανεξαιρέτως.

Ιορδάνης Κιουρτσίδης

PHANTOM BLUE





Δύο καλές φίλες και αξιόλογες κιθαρίστριες, η Michelle Meldrum και η Nicole Couch μυήθηκαν στην εφηβεία τους, στη rock μαγεία έχοντας ως δασκάλους τους Paul Gilbert και Bruce Bouillet από τους τρομερούς Racer X αλλά και κιθαριστικούς ήρωες, τον Ulrich Roth και Michael Shencker από τους Scorpions.
Αφού διαπίστωσαν ότι έχουν την απαραίτητη μουσική χημεία μεταξύ τους, αποφάσισαν το 1987 με έδρα το Hollywood να ιδρύσουν τις Phantom Blue. Όλο το προηγούμενο διάστημα η δραστήρια Michelle Meldrum είχε φτιάξει διάφορα project με συνέπεια να έχει δημιουργήσει ένα σημαντικό κύκλο γνωριμιών παίζοντας με τη ντράμερ Linda McDonald, την τραγουδίστρια Gigi Hangach και την μπασίστρια Debra Armstrong, με τις  οποίες τελικά κατέληξαν να είναι όλες μαζί στο σχήμα των Phantom Blue.

Το συγκρότημα με όπλο ότι αποτελείτο από πανέμορφες και ταλαντούχες γυναίκες κατόρθωσε να υπογράψει συμβόλαιο με την περίφημη Shrapnel Records του Mike Varney. Το 1989 με παραγωγό τον Steve Fontano και με τη βοήθεια του σπουδαίου κιθαρίστα Marty Freidman (Megadeth, Cacophony) που ήταν το κορυφαίο όνομα στην εταιρία του Mike Varney, κυκλοφορούν το παρθενικό τους δίσκο, με μία όμως ξαφνική αλλαγή στο μπάσο αφού η Kim Nielsen-Parsons (και αυτή είχε δάσκαλο, μέλος των Racer X και The Mars Volta, μπασίστα John Alderete) να αντικαθιστά την φευγάτη Debra Armstrong.

Το ομότιτλο άλμπουμ των Phantom Blue ήταν γεγονός και κινείται ηχητικά ανάμεσα σε δυνατούς hard rock και heavy metal ρυθμούς με μικρές aor πινελιές ιδιαίτερα στα ρεφρέν, κάτι που είναι εμφανές στο μελωδικό "Why Call it Love" με το video clip να έχει γυριστεί στις άκρως επικίνδυνες φυλακές στο Carson City της Nevada. Η γυναικεία μπάντα γίνεται άμεσα αναγνωρίσιμη και υποδέχεται με θετικά σχόλια και κριτικές από δημοσιογράφους και κοινό στην Αμερική, σε σημείο η φήμη της να επεκταθεί και στην Ευρώπη όπου πέτυχαν να πραγματοποιήσουν μία μικρή τουρνέ.

Οι Phantom Blue εντυπωσιάζουν με την πρωτόγνωρη αγριάδα τους στα φωνητικά και το metal πάθος τους, όχι μόνο σε συνθετικό επίπεδο αλλά και στις δυναμικές ζωντανές εμφανίσεις που πραγματοποιούν σε πολιτείες των ΗΠΑ, δημιουργώντας αρκετό θόρυβο γύρω από το όνομα τους με αποτέλεσμα να κερδίσουν τη προσοχή του Don Dokken, ο οποίος τις συστήνει στον Tom Zutaut της Geffen Records και έρχονται σε συμφωνία ώστε το δεύτερο δίσκο τους να το κυκλοφορήσουν στην συγκεκριμένη εταιρία.

Η δεύτερη δισκογραφική τους δουλειά στη καινούργια τους εταιρία έχει τον τίτλο “Built to Perform” σε παραγωγή του Max Norman (Ozzy, Y&T, Megadeth) και είναι ένα εξαιρετικό άλμπουμ όπου κυριαρχούν οι μεταλλικές μελωδίες, τα επιθετικά φωνητικά και οι heavy ρυθμοί με δύο σημαντικές κιθαριστικές guest συμμετοχές του Marty Freidman στο τραγούδι "A Little Evil" και του, John Norum (Europe) στο φοβερό κομμάτι "Better Off Dead".
Όμως τα πρώτα εσωτερικά προβλήματα στο γκρουπ κάνουν έντονη την εμφάνιση τους, με αποτέλεσμα μετά την κυκλοφορία του “Built to Perform” (1993), να αποχωρήσει η Nicole Couch την οποία αντικαθιστά η Karen Kreutzer ενώ παράλληλα το δεύτερο πόνημα τους έχει κι αυτό σημαντική αποδοχή και ξεχωρίζουν τα τραγούδια “Time to Run” (γίνεται και video clip), “You're Free” και η διασκευή στο "Bad Reputation" των Thin Lizzy.

Εν τω μεταξύ είχε προηγηθεί εκείνη τη περίοδο ένα promo CD που ονομάζεται "My Misery" που περιείχε τη πανέμορφη ομότιτλη μπαλάντα και συμπεριλήφθη και στο “Built to “Perform”. Οι live εμφανίσεις συνεχίζονται αλλά η μη  ευρεία εμπορική αποδοχή από το κοινό που είχε τότε τα αυτιά του προσηλωμένα στο grunge και όχι σε metal μπάντες, οδήγησε το σχήμα σε αδιέξοδο.

Η αντίδραση τους ήρθε με τον τρίτος δίσκο τους, που ονομάζεται “Prime Cuts & Glazed Donuts” και βγαίνει στην αγορά το 1995 και περιέχει την διασκευή στο "Fairies Wear Boots" των θρυλικών Black Sabbath. Το συγκεκριμένο άλμπουμ περιέχει κομμάτια γραμμένα προ εποχής Geffen αλλά και την σύνθεση “Saturday Morning Brain Damage" όπου στο μπάσο βρίσκουμε το αρχικό τους μέλος, Debra Armstrong, διότι είναι γραμμένη από εκείνη την περίοδο δηλαδή πριν κυκλοφορήσουν το ντεμπούτο τους από την Shrapnel Records. Επίσης υπάρχουν και δύο τραγούδια ("Strange Blue Mercy" και "Mutha") που τα συναντάμε στο "My Misery" (1993).

Παρά την φιλότιμη και πολύ καλή δουλειά του γκρουπ, τα προβλήματα συνεχίζουν να ταλανίζουν τις Phantom Blue και έχουμε την αποχώρηση πρώτα της Michelle Meldrum και μετά ακολουθεί και η εξαιρετική τραγουδίστρια Gigi Hangach. Όμως οι θετικές διακρίσεις παρά τα προβλήματα δεν λείπουν αφού το 1996 βραβεύονται στα Rock City News Music Awards ως η καλύτερη γυναικεία μπάντα (επιπλέον για video και για το εξώφυλλο του “Prime Cuts & Glazed Donuts”).

Το 1997 κυκλοφορούν το “Caught... Live!” και τα κομμάτια που περιλαμβάνονται στο δίσκο είναι κυρίως από τα άλμπουμ “Built to Perform” και “Prime Cuts & Glazed Donuts”, καθώς και η διασκευή στο "Move Over" της αξέχαστης Janis Joplin μαζί με το ακυκλοφόρητο "Bleeding from Nowhere".
Το 1998 οι Phantom Blue επανέρχονται με πολλές αλλαγές στα μέλη τους και κυκλοφορούν το μέτριο ΕΡ με τίτλο “Full Blown” που αποτελείται από πέντε κομμάτια και με μοναδικό αρχικό μέλος τη ντράμερ Linda McDonald και με τα υπόλοιπα μέλη να είναι η τραγουδίστρια Lucienne Thomas (συμμετέχει στη tribute band των Heart που ονομάζεται Dreamboat Annie), η κιθαρίστρια Tina Wood (συμμετέχει στη γυναικεία tribute band των AC/DC που ονομάζεται ThundHerStruck), η μπασίστρια Mary Jo Godges και η ινδονήσια κιθαρίστρια Josephine Soegijanty, ενώ η συνέχεια βρίσκει τις Phantom Blue να δίνουν λιγοστά live με τις αλλαγές στα μέλη να μην σταματούν και γενικώς να έχουν πάρει την κατιούσα.

Το Μάιο του 2009 το αγαπημένο γυναικείο συγκρότημα επανασυνδέθηκε για να παίξει στη συναυλία που δόθηκε στο Whisky a Go Go και ήταν αφιερωμένη στη μνήμη της Michelle Meldrum που πέθανε στις 21 Μαΐου του 2008 από εγκεφαλική αιμορραγία.
Το συγκρότημα που εμφανίστηκε τότε, αποτελείτο από τις: Gigi Hangach (lead vocals), Tina Wood (guitar), Sara Marsh (guitar), Courtney Cox (guitar), Kim Nielsen-Parsons (bass) και Linda McDonald (drums).

Η αδικοχαμένη Michelle Meldrum είχε παντρευτεί το 1995 τον κιθαρίστα των Europe, John Norum και με την δική της μπάντα που είχε το όνομα της (Meldrum) κυκλοφόρησε τους δίσκους “Loaded Mental Cannon” (2002), “Blowin' Up the Machine” (2007) και το “Lifer” (2009) από τα εναπομείναντα μέλη ως φόρο τιμής για την σπουδαία μουσικό, ενώ η Linda McDonald αυτή τη περίοδο συμμετέχει σε μία από τις πιο δημοφιλείς tribute μπάντα που ονομάζεται The Iron Maidens.

ΦΩΤΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ


Τετάρτη 4 Ιουνίου 2014

EUROPE: “The Final Countdown”



29 κατασκευαστές πλυντηρίων συνιστούν… Αυτοί ξέρουν… Συγγνώμη λάθος διαφήμιση… 26 χώρες την χρυσή για τους Europe διετία 1986-87 έστειλαν το “The Final Countdown” στην κορυφή των charts, καταγράφοντας ρεκόρ Γκίνες για την εποχή εκείνη.
Αν συνυπολογίσουμε πως ένα χρόνο πριν δεν τους γνώριζε ούτε η μάνα τους. Ότι… η φράση hard rock από την Σουηδία αποτελούσε για την εποχή εκείνη, περίπου σύντομο ανέκδοτο. Ότι… πούλησαν 8 εκατ. άλμπουμ και άλλα 8 εκατ. singles, συνηγορούν στη διαπίστωση ότι οι Europe είναι κάτι πολύ παραπάνω από ένα πολύ όμορφο “λάθος” της μουσικής βιομηχανίας. Κάτι πολύ παραπάνω από One hit wonders, όπως τους χαρακτήρισαν οι “ειδήμονες” της εποχής.
Έγιναν για λίγο πασίγνωστοι, σε όλα τα σαλόνια του κόσμου, μέσα από το MTV και μετά “υποχώρησαν” στις καρδιές των λίγων κι εκλεκτών που αγαπάμε το ποιοτικό μελωδικό hard rock... Μπορεί τη διετία 86-87 να φιγούραραν παρέα με τους Bon Jovi σε όλα τα εξώφυλλα περιοδικών ομορφιάς, να έβαζαν από κάτω στα charts ακόμα και τη Madonna, εδώ στην Ελλαδίτσα λόγω του τιρινίνι, του Γκάλη και του Καμπούρη, να είχαν γίνει εξώφυλλο ακόμα και στη ΜΑΝΙΝΑ και στη ΣΟΥΠΕΡ ΚΑΤΕΡΙΝΑ, ωστόσο το “The Final Countdown”, μαζί με το “SLIPPERY WHEN WET” των Bon Jovi αποτέλεσαν τα δύο άλμπουμ που έβαλαν το metal στα σαλόνια, όπως εύστοχα έγραφαν κάποιοι εκείνη την εποχή.
Πριν από τους Europe άλλες σπουδαίες μπάντες όπως οι VAN HALEN ή οι DEF LEPPARD έκαναν μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία, ειδικά στις ΗΠΑ, ωστόσο το metal μόδα το έκαναν οι 5 ξανθοί Σουηδοί με μπούκλες και ο Βλαχοαμερικάνος από το New Jersey. Γι’ αυτό έγιναν οι δύο πιο μισητές – και κρυφά αγαπημένες – μπάντες στον κόσμο του “γνήσιου” metal. Βέβαια οι Europe εκείνη την εποχή δεν ήταν metal! Πριν και μετά το “The Final Countdown” έπαιξαν και metal. Κατά βάση έπαιζαν hard rock, κάνοντας εκτεταμένη χρήση πλήκτρων, θέλοντας να δημιουργήσουν έναν ήχο πιο προσιτό σε ανθρώπους που δεν είχαν καμία σχέση με το είδος. Και τα κατάφεραν…
Αν μου ζήταγε κάποιος να περιγράψω τους Europe, θα έγραφα το εξής. Η μεγαλύτερη μπάντα όλων των εποχών, για να ξεκινήσει κανείς ν’ ακούει metal. Η μουσική τους έχει τεράστια ευρύτητα, παρά το γεγονός ότι δεν είναι επιτηδευμένη. Μια progressive μπάντα, χωρίς πολλές φιγούρες, αν και τεράστιοι δεξιοτέχνες. Το “The Final Countdown” είναι ένα μίγμα Toto, Journey με Rainbow! Ένα Aor-επικό άλμπουμ, το οποίο παρά το γεγονός ότι ανήκει σ’ ένα ιδίωμα το οποίο γεννήθηκε για να μας διασκεδάζει ΚΑΙ ΜΟΝΟ, εντούτοις οι Σουηδοί κατάφεραν να φτιάξουν ένα άλμπουμ το οποίο μπορείς ν’ ακούσεις και σε πάρτι και σε συναυλία, αλλά και το βράδυ σπίτι ΜΟΝΟΣ σου…
Θεωρητικά οι Europe έχουν βγάλει καλύτερα άλμπουμ από το TFC... Και στις δύο περιόδους της καριέρας τους. Το αμέσως προηγούμενο τους το “Wings of tomorrow” είναι καλύτερο αν και δεν έχει καμία σχέση συνθετικά και ηχητικά. Ο διάδοχος του το “Out of this world”, το οποίο ακολουθεί τα ίδια μουσικά μονοπάτια με το “The Final Countdown”, και συνθετικά και σαν παραγωγή είναι καλύτερο.
Στη νέα εποχή των Europe τα “Secret Society” και “Last Look at Eden”, αν μη τι άλλο κλέβουν τις εντυπώσεις. Συνολικά ενδεχομένως να είναι και καλύτερα... ΜΟΝΟ που το TFC έχει κάτι που ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΑ δεν το έχει κανένα άλλο άλμπουμ τους. Έχει ένα από τα πιο γνωστά τραγούδια στην ιστορία της μουσικής. Μια μελωδία στα keyboards, με την οποία έχουν λικνιστεί και ο Βεδουίνος και ο Εσκιμώος και η θεία μου η Μαρίτσα. Ένα τραγούδι το οποίο πλέον δεν το ακούω ποτέ, αλλά στις συναυλίες τους ξεσηκώνει πλήθη από 500 άτομα, μέχρι και 1 εκατομμύριο! Το τραγούδι που τους έκανε γνωστούς ακόμα και στη Γη του Πυρός…
Έτσι κι αλλιώς πάντως οι Europe επέστρεψαν, για να φτιάξουν το όνομα τους. Και το κατάφεραν με το παραπάνω… Γιατί οι άνθρωποι είναι καλλιτέχνες…

Αριστοτέλης Βασιλάκης

THE BLACK KEYS: “Turn Blue”

Πρώτη φορά χρειάστηκαν τρία χρόνια στους Black Keys για να επιστρέψουν δισκογραφικά στα φώτα της δημοσιότητας.
Ακόμα κι έτσι, η μίνι dream team (το δίδυμο Auerbach – Carney με τον Burton που κυκλοφόρησε το πανέμορφο δεύτερο album των Broken Bells πριν από μερικούς μήνες) δεν χρειάστηκε να αποδείξει τίποτα, καταλήγοντας όπως και να‘ χει στην δημιουργία του καλύτερου δίσκου του τεράστιου αμερικανικού συγκροτήματος.
Το “Turn Blue” είναι μακράν ότι καλύτερο έχουμε ακούσει από blues rock τα τελευταία χρόνια, έχοντας να επιδείξει τρομακτικά μεθυστική ατμόσφαιρα, απίστευτα sexy μελωδίες και ύφος και ανατριχιαστικά solos σε κάθε μια από τις συνθέσεις του.
Αν και δεν έχει δοθεί έμφαση στα beats, χωρίς να απουσιάζουν εντελώς, οι συνθέσεις του όγδοου Black Keys album είναι catchy με έναν τρόπο πολύ πιο απελευθερωμένο, αλλά και διακριτικό από το “El Camino”.
Πέρα όμως του συνόλου, υπάρχουν επί μέρους κομμάτια που θα επηρεάσουν περισσότερο από άλλα. Παραδείγματος χάριν, τα “Weight of Love”, “Bullet in the Brain” και “10 Lovers” τείνουν να αποδεικνύονται πολύ πιο έντονα και “φορτισμένα” κομμάτια από τα υπόλοιπα. Αυτό φυσικά ισχύει χωρίς να παρουσιάζουν μουσική απόκλιση.
Όπως με κάθε τους κυκλοφορία πλέον, οι Black Keys εισχωρούν στα ηχεία μας με περίσσεια ευκολία. Το “Turn Blue” κυριαρχεί ήδη στα charts και σίγουρα θα αποτελέσει σημείο αναφοράς στο μέλλον.


Παναγιώτης Πετρόπουλος

Εξομολογήσεις από τους OUTLOUD







Οι Outloud επέστρεψαν με έναν καινούργιο εξαιρετικό δίσκο και φαίνεται ότι το συγκρότημα έχει βάλει γερά θεμέλια ώστε να πρωταγωνιστήσει- εκτός απροόπτου-  στην παγκόσμια melodic hard/heavy rock σκηνή. Ο Bob Katsionis εξομολογείται στο Rockway.gr με τον γνήσιο αυθορμητισμό και την άφθονη ειλικρίνεια που τον διακατέχει… λεπτομέρειες για το “Let’s Get Serious”, τα σχέδια και τους προβληματισμούς του για το συγκρότημα καθώς ακόμη πως βλέπει την οικονομική και κοινωνική κρίση στην Ελλάδα. Ας ξεκινήσουμε λοιπόν τις ερωτήσεις...
Bob μπορείς να μας περιγράψεις συνοπτικά τι διαφορετικό έχει το νέο σας άλμπουμ με τις προηγούμενες δισκογραφικές δουλειές σας και τι σχέδια υπάρχουν στο εγγύς μέλλον;
Καταρχάς, ξεκινά με ένα κομμάτι με την γρηγορότερη δίκαση στο Hard Rock ever, τι άλλο θες (γέλια)! Από εκεί και πέρα υπάρχει ένα instrumental με πολύ τεχνικά αλλά και υπερβολικά bluesy σημεία που δεν είχαμε κάνει στο παρελθόν, όπως επίσης και λίγα δευτερόλεπτα blastbeat μέσα! Επίσης κομμάτια όπως το "A While To Go" που δείχνουν κάποιες πιο... "σοβαρές" να το πω επιρροές μας από μπάντες όπως Mr.Big, Dream Theater και τέτοια ωραία πράγματα ή κομμάτια όπως το "Bury The Knife" με το ξέσπασμα στη μέση, υπάρχει για πρώτη φορά μια διασκευή  και γενικά νομίζω ότι κάναμε ένα τελείως διαφορετικό άλμπουμ που όμως καταφέραμε να ακούγεται 101% προσωπικό. Πιο OUTLOUD δηλαδή... πεθαίνεις! Αυτό στις μέρες μας νομίζω ότι είναι κατόρθωμα.


Γιατί διαλέξατε να διασκευάσετε το συγκεκριμένο ποπ τραγούδι και όχι ένα πιο "ροκ"  κομμάτι και με ποιο άλλο τραγούδι “κοντραρίστηκε” για να καταλήξετε στο Enola Gay;
(γέλια) καλά το κατάλαβες! Υπήρχε αρκετή σκέψη σχετικά με το ποιο θα ήταν το κατάλληλο κομμάτι και μέχρι τελευταία στιγμή να σου πω την αλήθεια δούλευα πάνω σε ένα πιο rock arrangement του "Somebody Told Me" των Killers, το οποίο να είμαι ειλικρινής με δυσκόλεψε  γιατί  πολύ απλά το κομμάτι είναι ΤΕΛΕΙΟ από πλευράς  παραγωγής και ενορχήστρωσης οπότε... ήταν λίγα αυτά που μπορούσαμε να κάνουμε. Το “Enola Gay” είναι μια από αυτές τις περιπτώσεις που έχεις μερικές πανέμορφες  μελωδίες και έναν πραγματικά  δυνατό στίχο αλλά η παραγωγή του ακούγεται υπερβολικά χαρακτηριστική για την εποχή του, οπότε  ήταν  πραγματικά  παιχνιδάκι να το φέρουμε στα μέτρα μας! Και είναι και ιδιαιτέρως χορευτικό!

Στο ενορχηστρωτικό και συνθετικό κομμάτι ποια βήματα συνήθως ακολουθείς  και αν το δουλεύεις αποκλειστικά μόνος σου;
Μέχρι και το EP μας, η δομή της μπάντας ήταν να γράφουμε μαζί με τον Tony που δεν είναι πια μέλος του γκρουπ. Έφερνε μια αρχική ιδέα και εγώ περισσότερο σαν "παραγωγός/ενορχηστρωτής" και λιγότερο σαν bandmate την έστηνα, την ολοκλήρωνα και την ηχογραφούσα. Στην πορεία είδα ότι όλο αυτό το "Outloud style" είναι κάτι που μου βγαίνει φυσικό και είναι πολύ συγκεκριμένο. Δηλαδή με όποιον μουσικό και να κάτσω να γράψω, στο τέλος θα βγει αυτός ο ήχος. Από κει και πέρα, λόγο του ότι αυτή τη φορά στη σύνθεση ήμουν μόνος μου, κατάφερα και πειραματίστηκα και το πήγα λίγο παραπάνω το θέμα από το να παίζουμε απλά rock τραγούδια όπως στα πρώτα άλμπουμ. Αυτό ήταν ένα ρίσκο, μιας και ο κόσμος μας αγάπησε γι’ αυτό και εκεί νομίζω ήταν και η… "μαγκιά" να κρατήσεις το χαρακτήρα και τα καλά σου στοιχεία (hooks, μελωδίες, big choruses κλπ) αλλά να μην είσαι απλά μια 80's replica band. Αυτό το σιχαίνομαι...


Η φωνή του Chandler Mogel είναι ένα από τα πολύ δυνατά χαρτιά του συγκροτήματος. Ποιο είναι το μαγικό συστατικό που τον κάνει τόσο αποδεκτό;
Είναι απλά…. ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ. Δεν έχω να πω κάτι άλλο. Σκέψου απλά έναν Γερμανό να τραγουδάει ρεμπέτικα στα Ελληνικά. Πόσο καλά νομίζεις ότι μπορεί να τα καταφέρει; Και από κει και πέρα είναι ο χαρακτήρας του. Είναι ένας χαμογελαστός άνθρωπος που ότι και να γίνει πάντα σκέπτεται θετικά και αγαπάει και ζει για και από τη μουσική.

Τι έχει συμβεί με τη θέση του κιθαρίστα και με ποια κριτήρια έγιναν οι συγκεκριμένες αλλαγές;
Εδώ είχαμε μια δύσκολη φάση στην μπάντα. Ο Tony, εκτός από πολύ καλός φίλος μου, ήταν και η ψύχη και ιδρυτικό μέλος της φάσης, αυτός επένδυε, αυτός είχε το όραμα και εμείς στην αρχή απλά πληρωνόμασταν να κάνουμε την δουλειά μας όσο καλυτέρα γινόταν. Όταν όμως τα πράγματα δυσκόλεψαν, εκεί είδαμε όλοι μαζί ότι και τεχνικά αλλά και σε θέματα νοοτροπίας μπάντας, αναγκαστικά έμενε πίσω. Δεν μπορείς να κατηγορήσεις και έναν άνθρωπο που έπαιζε λίγα χρόνια κιθάρα ερασιτεχνικά επειδή δεν μπορούσε να ανταπεξέλθει στο επίπεδο μιας μπάντας που σχεδόν όλοι είμαστε επαγγελματίες μουσικοί και παίζουμε 20 χρόνια τουλάχιστον ο καθένας! Από κει και πέρα, στο προηγούμενο Greek Tour που κάναμε, πήρα δυο μέλη για να βοηθήσουν και μετά έβαλα μια αγγελία για τη θέση του κιθαρίστα και τις 2 πρώτες μέρες έσκασαν 40-50 αιτήσεις! Δεν μπορούσα να το ελέγξω αυτό! Και ευτυχώς, η λύση ήταν μπροστά στα μάτια μου, ο Δημήτρης Σκορδίλης δούλευε μαζί μου από καιρό στα κομμάτια του, είναι άρτιος χαρακτήρας, μεγαλωμένος σε underground καταστάσεις και δυσκολίες, είναι καταπληκτικός blues/rock κιθαρίστας και απλά του είπα "ρε man, είσαι ο καινούριος μας κιθαρίστας, μέσα;" Τόσο απλά! Ευτυχώς στην θέση του μπάσου είμαστε σταθεροί, ο Sverd είναι και αυτός ένα τρομερό παιδί και "στρατιώτης του metal" όπως τον λέω, είναι πάντα μέσα και πρόθυμος για το καλύτερο και βοηθά πολύ να τον έχω δίπλα μου.


Υπάρχει κάποιο πρόβλημα στο θέμα των συναυλιών; Διότι ενώ οι δίσκοι σας είναι εξαιρετικοί και αποθεώνονται από κοινό και κριτικούς εκτός από την Ελλάδα το υπόλοιπο ευρωπαϊκό κοινό δεν σας έχει απολαύσει πάνω στη σκηνή ή τουλάχιστον σε κάποια μεγάλα φεστιβάλ ώστε να γίνει ακόμη πιο γνωστό το όνομα σας...
Αυτό είναι ένα μεγάλο πρόβλημα με πολλές διαστάσεις, κυρίως οικονομικές. Όπως έχω πει και στο παρελθόν, εγώ λεφτά από την τσέπη μου να βάλω για να πάω να παίξω… δεν το κάνω. Μπορεί να χρειαστεί άλλον 1,2, ή 3 δίσκους μέχρι να γίνει αυτό που πρέπει. Θέλει υπομονή και δουλειά. Ακόμα και οι Firewind, στον 3ο δίσκο κάναμε το πρώτο μας live. Τουλάχιστον έχουμε ήδη περιοδεύσει επιτυχώς στην χώρα μας και έχουμε κτίσει ένα fan base. Κάτι είναι και αυτό. Είμαι υπερβολικά ρεαλιστής. Και είναι κρίμα γιατί οι fans μας είναι κυρίως από το εξωτερικό!

Παρατηρώ ότι μερικές φορές υπάρχει μία ανισότητα στις συνθέσεις των άλμπουμ σας. Εκεί δηλαδή που κυριαρχούν οι melodic hard rock ρυθμοί ξαφνικά έχουμε κομμάτια σε γρήγορες  και πιο heavy ταχύτητες; Είναι επιτηδευμένη από την πλευρά σας αυτή η μικρή αντίφαση ή είναι και θέμα παραγωγού;
Όπως είπα και πριν, δε θέλω να μας βλέπω σαν μια 80's revival band, ούτε θέλω να έχουμε κάποια συγκεκριμένη ταυτότητα. Έχουμε αυτόν τον τραγουδιστή που κατά κάποιο τρόπο ορίζει και το είδος μας και από κει και πέρα είναι μουσική, είναι εξερεύνηση και πειραματισμός. Μου αρέσει πολύ που ο νέος δίσκος είναι όλος διαφορετικός αλλά έχει και αυτά που κάποιος θέλει από τους OUTLOUD. Είναι καθαρά θέμα "παραγωγού" βέβαια δηλαδή… δικό μου (γέλια)!

Η εύρεση τίτλου του δίσκου έχει κάποια ιστορία πίσω της;
Ναι! Όταν μια μέρα με τον Chandler γράφαμε το "A While To Go" εκείνη την ώρα άρχισα να καταλαβαίνω ότι το ύφος μας πάει να γίνει λίγο πιο σοβαρό, μπήκαν στην μέση οι… "σοβαρές" όπως είπα και πριν επιρροές, και απλά μου έσκασε στο μυαλό η φράση "Let's Get Serious". Αν θες ήταν και ένα μικρό επικοινωνιακό τρικ που έκανα ώστε και κάποιος που θα ακούσει το νέο υλικό, όταν θα πάει να του "ξενίσει" λίγο, να σκεφτεί "ααα, μάλλον είπαν να σοβαρευτούν, ας δούμε τι έχουν να μας πουν τώρα..."

Οι συνεργασίες με τους Mike Orlando και George Kollias με ποια κριτήρια προέκυψαν και αν μπορείς να μας περιγράψεις, ποια είναι τα προτερήματα των συγκεκριμένων μουσικών τόσο σε καλλιτεχνικό αλλά και σε ανθρώπινο επίπεδο;
Τι να πω τώρα για τον George Kollias; Μιλάμε για έναν από τους κορυφαίους metal drummers του κόσμου. Που τυχαίνει να είναι φίλος μου από την εποχή που παίζαμε μαζί στους Nightfall. Όταν με ρώτησε πέρσι το καλοκαίρι, για το ποιος, θα γράψει τα τύμπανα στο νέο άλμπουμ και του είπα ότι ο Mark Cross είναι πια στην Αγγλία, προσφέρθηκε μόνος του να το κάνει! Του άρεσε το υλικό και το έκανε σε 3 μέρες! Και έδωσε ένα τρομερό boost και βοήθησε στο να ακούγεται αυτό το άλμπουμ όπως ακούγεται σήμερα. Ελπίζω ο Kostas Milonas που θα είναι στην μπάντα -καλώς εχόντων των πραγμάτων- να συμβάλλει και αυτός στο μέλλον με τον ίδιο τρόπο. Είναι μεγάλο ταλέντο! Όσον αφορά στον Mike Orlando, εγώ είμαι μεγάλος fan των Adrenaline Mob, κυρίως λόγο αυτού του τύπου! Τυγχάνει λοιπόν να είναι και αυτός φίλος του Chandler από την underground σκηνή της Νέας Υόρκης και ήταν το καταλληλότερο άτομο να κάνει ένα guest solo στο πιο heavy κομμάτι που έχουμε κάνει ως τώρα, το "Toy Soldiers". Σουπερ φάση, το σόλο του είναι διαστημικό!


Πως βιώνεις σαν καταξιωμένος μουσικός την κοινωνική και οικονομική κρίση στην Ελλάδα του μνημονίου και αν νιώθεις οργισμένος με το πολιτικό και media-κό σύστημα της χώρας μας;
Κοίτα, με φρικάρει τελείως η κατάσταση από την άλλη, στον επαγγελματικό τομέα έχει και τα καλά της: σε μια περίοδο κρίσης θα επιβιώσει ο καλύτερος και αυτός που θα μπορέσει να γίνει πιο ανταγωνιστικός. Αυτό προσπαθώ και εγώ με το στούντιο και τη δουλειά μου αλλά και με τα βιντεοκλίπ που κάνω. Από κει και πέρα, το όλο σύστημα με τους πολιτικούς και τα media, λειτουργεί στην εντέλεια ώστε να φέρει πανικό στον κόσμο, να προκαλέσει σύγχυση και ο κόσμος στο τέλος να δώσει την ψήφο του σε αυτούς που η Νέα Τάξη Πραγμάτων ορίζει ώστε κάποια πράγματα να ακολουθούσουν μια προκεχαραγμενη πορεία. Το μόνο κάπως θετικό είναι ότι βλέπεις να μπαίνουν στη φυλακή κάποιοι τύποι που φάγανε καλά με μίζες και κομπίνες τα περασμένα χρόνια, αν και ακόμα και αυτό είναι ένα επικοινωνιακό παιχνίδι ώστε να φανεί μια δήθεν "κάθαρση" και κάποιοι να συνεχίσουν να τρώνε από πίσω και εμείς να λέμε "ευχαριστώ" στους γερμανούς που μας έβαλαν σε μια "τάξη". Μαλακίες. Γι’ αυτο παίζουμε μουσική ρε Φώτη, για να γουστάρουμε και να ξεχνιόμαστε και να προσπαθούμε να διασκεδάσουμε τον κόσμο.

Σε ενοχλεί όταν ακούς άσχημες κρίσεις και σχόλια από ευρωπαίους ή αμερικανούς μουσικούς και δημοσιογράφους εναντίον της Ελλάδας;
Πάρα πολύ. Και το συναντώ και όταν κάνουμε tours με τους Firewind και πέφτουμε πάνω σε Γερμανούς π.χ. promoters, our managers κτλ. που όταν πιούμε 2-3 μπύρες αρχίζουν το παραμύθι του στυλ "είστε τεμπέληδες κτλ". Και τι να τους πεις βέβαια, όταν όλοι μου οι γνωστοί έχουν πάρει αμαξάρες και σπιταρόνες με δάνεια που τώρα πληρώνει ο μπαμπάς τους με την κομμένη του σύνταξη και αναγκάζονται να πουλήσουν τα εξοχικά τους για να τα βγάλουν πέρα… Αυτό ήταν ειρωνικό;

Τι άλλο στουντιακό ή και συναυλιακό σχεδιάζει, εκτός Outloud, για το επόμενο χρονικό διάστημα ο Bob Katsionis;
Δεν ξέρω τι θα κάνουμε ακόμα στον συναυλιακό τομέα με OUTLOUD, αλλά όσον αφορά την προσωπική μου καριέρα ίσως στα επόμενα χρόνια να δείτε ένα διαφορετικό πρόσωπο, μιας και έχω θέσει κάποιους υψηλούς στόχους καλλιτεχνικά. Θα δείξει. Μη φανταστείς να γράφω τίποτα σκυλάδικα, καμία σχέση, το αντίθετο μάλιστα… Αλλά πιστεύω ότι δεν θα απογοητεύσω κανέναν από αυτούς που με έχουν στηρίξει τόσα χρόνια.

Ευχαριστώ Bob για την όμορφη και αποκαλυπτική συνέντευξη που μας παραχώρησες.
Και εγώ ευχαριστώ με την σειρά μου για την στήριξη και την προβολή που έχει προσφέρει το Rockway.gr για τους Outloud.


Συνέντευξη στον ΦΩΤΗ ΜΕΛΕΤΗ

FEMME FATALE

Η βραχεία ιστορία των FEMΜE FATALE  (αρχικό όνομα  Babe Ruthless- υπάρχει οπτικό ντοκουμέντο στο youtube) ξεκινά το 1987 στο Albuquerque του New Mexico με ηγετική φυσιογνωμία την τραγουδίστρια Lorraine Lewis, η οποία θαύμαζε απεριόριστα τον David Lee Roth.
Η L. Lewis μετακομίζει στο Los Angeles μαζί με το συγκρότημα της, για να έχει καλύτερη τύχη μιας και εκεί ήταν η βάση της αμερικάνικης hard rock σκηνής (σε όλες τις εκδοχές της) και κατορθώνει να υπογράψει δισκογραφικό συμβόλαιο με την MCA Records.
Το Νοέμβριο του 1988 κυκλοφορούν το ομότιτλο ντεμπούτο άλμπουμ τους, σε παραγωγή του Jim (H.M.) Faraci και David Cole ενώ τη μπάντα αποτελούν οι κιθαρίστες Mazzi Rawd και Bill D’ Angelo (πέθανε το 2005), ο μπασίστας Rick Rael (αδελφός της Lorraine Lewis) και ο ντράμερ Bobby Murray.
O δίσκος δεν κάνει μεγάλη εμπορική επιτυχία αφού έφτασε μόνο μέχρι το Νο 141 του Billboard. Όμως την επόμενη χρονιά το MTV παίζει συνεχώς τα βίντεο κλιπ των τραγουδιών "Waiting for the Big One" και "Falling in and out of Love" στα οποία εκτός από τον ευκολομνημόνευτο και μελωδικό παίξιμο των συνθέσεων ξεχωρίζει η εντυπωσιακή και σέξι παρουσία της Lorraine Lewis και σε αυτό βοήθησε πολύ, η προκλητική σκηνοθεσία του Marty Callner.
Συνολικά ο δίσκος πούλησε πάνω από 200 χιλιάδες κόπιες και οι FEMME FATALE, χάρη στην εκρηκτική παρουσία της L.Lewis έγιναν γνωστοί και προσπάθησαν να καθιερωθούν στην hair/ glam rock σκηνή που βρισκόταν εκείνη την εποχή στο απόγειο της.
Έπειτα βγήκαν σε τουρνέ ανοίγοντας τις συναυλίες των CHEAP TRICK ενώ έπαιξαν και στην Μ. Βρετανία σε πόλεις όπως το Birmingham, Nottingham αλλά και στο περίφημο Marquee του Λονδίνου κάνοντας σημαντική αίσθηση μιας και το τραγούδι “Falling In and Out of Love” είχε φτάσει μέχρι το Nο 69.
Παρότι ο μοναδικός τους δίσκος, θεωρείται μέχρι και σήμερα κλασσικός, και η φωνή της L.Lewis ήταν εκπληκτική, οι ίδιοι δυστυχώς δεν κατάφεραν ποτέ να γίνουν το μεγάλο όνομα με συνέπεια το 1990 να διαλύσουν και σε αυτό το γεγονός συνέτεινε και η βαριά ασθένεια του manager τους, Andrea Accardo που δεν επέτρεψε να κρατήσει σε συνοχή το σχήμα.

Η Lorraine Lewis προσπάθησε  στη συνέχεια να γίνει ευρέως γνωστή ερμηνεύοντας πιο country και new age κομμάτια και πριν από λίγα χρόνια ασχολήθηκε με την τηλεοπτική παραγωγή του “Ex-Wives Of Rock”, ένα reality που βασιζόταν στις πρώην συζύγους πασίγνωστων ροκ σταρ.
Το συγκρότημα πριν διαλυθεί το 1990 είχε ετοιμάσει κι άλλο ένα δίσκο που το είχε προσωρινά ονομάσει “Lady in Waiting” στο οποίο υπήρχαν έντονες διαφωνίες ανάμεσα στα μέλη του γκρουπ και την “φίρμα” που λεγόταν Lorraine Lewis, αφού οι πρώτοι επιθυμούσαν μία πιο heavy κατεύθυνση ενώ η σέξι τραγουδίστρια ήθελε οι συνθέσεις να είναι πιο mainstream.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το κομμάτι τους "Touch and Go" ακούγεται στην ταινία “License to Drive” όπως και το σόλο track της Lorraine Lewis με τίτλο “Chains" υπάρχει στη ταινία “Don't Tell Mom the Babysitter's Dead”.

Οι FEMME FATALE τα τελευταία χρόνια έχουν επαναδραστηριοποιηθεί αυτή τη φορά όχι με τα αρχικά τους μέλη αλλά μόνο με γυναίκες μουσικούς και με frontwoman φυσικά την δυναμική Lorraine Lewis. Τις κιθάρες έχουν αναλάβει οι Nita Strauss και Courtney Cox (μέλη από το all female tribute group με τίτλο Iron Maidens), η μπασίστρια Janis Tanaka (PINK, Fireball Ministry, L7), στα πλήκτρα η  Katt Scarlett και στα τύμπανα έχουμε την  Rachael Rine (πρώην COCKPIT) αλλά και σαν special guest την Athena Lee (αδελφή του Tommy Lee από τους Motley Crue).
Οι ανανεωμένες FEMME FATALE τους τελευταίους μήνες έχουν ξεκινήσει να δίνουν μερικά live και σύμφωνα με δηλώσεις της Lorraine Lewis δεν αποκλείεται να κυκλοφορήσουν και νέο δίσκο.

ΦΩΤΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ

GLENN HUGHES: “Burning Japan Live”


Είναι ένα πρωινό του Αυγούστου και συ αντί να ετοιμάζεσαι ψυχικώς και σωματικώς για το καλοκαιρινό σου θέρετρο ή τόπο διακοπών, τα σχέδια των οποίων έχεις δρομολογήσει από το προηγούμενο κιόλας έτος, βρίσκεσαι στο δρόμο καθοδόν προς την καθημερινή σου εργασία.
Την ώρα που είσαι έτοιμος να αναθεματίσεις τη στιγμή ή να αναλύσεις τις βαθύτερες αιτίες που δεν θα απλώνεις το κορμί σου σε μία από τις ακρογιαλιές της χώρας του φωτός, εισέρχονται στα αυτιά σου οι μελωδίες από το “Burning Japan Live” του Glenn Hughes το οποίο ως από μηχανής θεός σου βελτιώνει την ψυχολογία.
Πιθανόν οι περισσότεροι θυμούνται τον Glenn ως συνοδοιπόρο του David Coverdale στα φωνητικά και το μπάσο στη μετά Gillan εποχή των Deep Purple. Οι ακόμη πιο παλαιοί θα τον έχουν στη μνήμη τους από το ξεκίνημα της καριέρας του με τους Trapeze το 1969, ενώ οι νεότεροι τον γνωρίζουν από το supergroup Black Country Communion του 2009. Στο βιογραφικό του τραγουδιστή μπορεί να προστεθεί πλήθος συνεργασιών (Hughes/ Thrall, Phenomena, Black Sabbath, Gary Moore, John Norum, The KLF κτλ), εντούτοις αν δεν έχει ακούσει κάποιος το Burning Japan Live, που ηχογραφήθηκε στην πόλη Kawasaki της Ιαπωνίας (ομώνυμη της βιομηχανίας μοτοσικλετών αλλά καμία σχέση μ’ αυτή), κάνει στον εαυτό του μεγάλη ζημιά. Ο λόγος γι’ αυτό είναι ότι παρά το Γολγοθά των καταχρήσεων στην κοκαΐνη, το αλκοόλ και το φαγητό που διήλθε ο τραγουδιστής/ μπασίστας στα μέσα της δεκαετίας του 80, η ερμηνεία του εν έτει 1994 όχι μόνο παραμένει κατά ένα παράδοξο τρόπο συγκλονιστική αλλά ταυτόχρονα βελτιώνεται. Επιπλέον γιατί ο δίσκος εκπέμπει ενέργεια η οποία επιβεβαιώνεται και από τις αντιδράσεις του ακροατηρίου.
Γενικά το ύφος του άλμπουμ είναι Hard Rock/ Heavy Metal/ AOR/ Rock. Ειδικότερα ξεκινάει με το κλασσικό “Burn” στο οποίο οι κιθάρες τα σπάνε χωρίς να αντιγράφουν νότα προς νότα το ριφ του Ritchie Blackmore προσδίδοντας ένα στυλ Ευρωπαϊκού metal. Τα φωνητικά του Glenn καλύπτουν ικανοποιητικά το κενό του Coverdale, ενώ θα διαπιστώσετε την έκταση της φωνής του τραγουδιστή, καθώς τραβάει την τελευταία νότα του τραγουδιού 11 δευτερόλεπτα! Επιπρόσθετα τα πλήκτρα του Mic Michaeli αντικαθιστούν επαρκώς αυτά του Jon Lord. Το δεύτερο κομμάτι, “The Liar”  προέρχεται από το “From Now On”, αποτελεί ρυθμικό-μελωδικό metal με funk στοιχεία και θυμίζει στα φωνητικά το Immigrant των Led Zeppelin. To “Muscle And Blood” που ακολουθεί, συνιστά καθαρό metal με επικό χαρακτήρα και προέρχεται από το άλμπουμ της συνεργασίας του Hughes με τον Pat Thrall το κιθαριστικό σόλο του οποίου αποδίδεται σχεδόν εφάμιλλα. Τα φωνητικά είναι σπαρακτικά και αμφιταλαντεύονται μεταξύ ουρλιαχτών (π.χ. standing in the shadows) και soul ηχοχρωμάτων (π.χ. I'm gonna make my plan).
Το τέταρτο κομμάτι, άλλο ένα από το “From Now On”, φέρει τον τίτλο “Lay My Body Down”, και εμπεριέχει metal κουπλέ με blues στοιχεία και pop ρεφραίν. Εδώ αναδεικνύεται η φωνή φαλσέτο του τραγουδιστή (π.χ. till the early morning light). Στη συνέχεια βρίσκεται το “From Now On...” ένα AOR κομμάτι από το ομότιτλο άλμπουμ  με διαφορετικό χαρακτήρα στα φωνητικά, σε σύγκριση με τα προηγούμενα τραγούδια, τα οποία θυμίζουν Gary Moore με ξεσπάσματα ουρλιαχτών. 
Το επόμενο  “Into The Void”, κι αυτό από το “From Now On”, στηρίζεται ηχητικά στα progressive πλήκτρα που θυμίζουν λίγο την εισαγωγή του “Moonchild” των Iron Maiden. Το έβδομο “Still In Love With You” δεν έχει καμία σχέση με το ομώνυμο των Thin Lizzy και είναι γεμάτο soul μελωδίες. Εδώ τα πλήκτρα παίζονται από τον ίδιο τον Glenn και τα φωνητικά είναι άλλοτε αλά Stevie Wonder και άλλοτε αλά Smokey Robinson. Το όγδοο τραγούδι, “Coast To Coast”, ανάγεται στην εποχή που ο καλλιτέχνης βρισκόταν στους Trapeze και συγκεκριμένα στο δίσκο “You Are the Music... We're Just the Band”. Βέβαια ηχογραφήθηκε ξανά σε μία καλύτερη έκδοση  για το Hughes-Thrall άλμπουμ. Το κοινό υπνωτίζεται από αυτή την  rock μπαλάντα με τις Soul πινελιές και τη χροιά της φωνής του frontman.
Το χαλαρό ύφος συνεχίζεται με το “This Time Around” που προέρχεται από το “Come Taste the Band” των Deep Purple όπως και το “Owed To G”, ένα instrumental τζαμάρισμα. Μάλιστα στα δύο αυτά κομμάτια αναγράφονται ως συνθέτες οι Bolin/ Hughes/ Paice αντί οι Hughes/ Lord και Bolin αντίστοιχα. Στον ίδιο δίσκο ανήκει το “Gettin' Tighter”, ένα funky και παράλληλα Heavy Rock κομμάτι, καθώς και το “You Keep On Moving” μία Rock Power Ballad στην οποία ο Glenn δίνει μία δυναμική και παθιασμένη ερμηνεία μιας και είναι ένα από τα αγαπημένα του τραγούδια, όπως και το “Coast To Coast”, παρασύροντας μ’ αυτόν τον τρόπο το κοινό.
Το δέκατο τρίτο κομμάτι “Lady Double Dealer” ανήκει στο δίσκο “Stormbringer” και είναι κομμένο και ραμμένο στα μέτρα των Coverdale και Blackmore άλλα ο Hughes κάνει καλή δουλειά μ’ αυτό. Το προτελευταίο “I Got Your Number”, από το “Hughes-Thrall”, είναι βγαλμένο απευθείας από τη Hard Rock σκηνή της δεκαετίας του 80. Με το τελευταίο “Stormbringer”, από το ομότιτλο άλμπουμ, ο καλλιτέχνης προσαρμόζει στο επίπεδό του άλλο ένα Coverdale-Blackmore κομμάτι. Σημαντική λεπτομέρεια που οφείλω να αναφέρω είναι ότι τρία μέλη των διαλυμένων τότε Europe, ο πληκτράς Mic Michaeli, ο μπασίστας Jon Leven και ο ντράμερ Ian Haugland συμμετείχαν με αρκετά επιδραστικό τρόπο στο τελικό άψογο εκτελεστικό αποτέλεσμα.
Εν κατακλείδι το “Burning Japan Live” θα ήταν ευκταίο ν’ αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της δισκοθήκης σας. Αυτό που μένει είναι να το διαπιστώσετε με τα ίδια σας τ’ αυτιά.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΠΙΡΗΣ

WHITE SISTER





Στις αρχές της δεκαετίας του ‘80 η παρέα των White Sister αποτελείτο από τους Dennis Churchill-Dries (μπάσο, φωνητικά), Rick Chadock (κιθάρα), Garri Brandon (πλήκτρα, φωνητικά) και τον ντράμερ Gus Moratinos που αντικαθιστάται στη συνέχεια από τον Richard Wright.

Το αρχικό τους, όνομα ήταν Tyrant και ξεκίνησαν να δίνουν μερικά live shows σε πόλεις της Καλιφόρνια όπου άνοιγαν τις συναυλίες των Xciter (το πρώιμο σχήμα των George Lynch και Mick Brown πριν συνεργαστούν με τους Dokken). Ο πολύ καλός συνδυασμός hard rock και aor, οι πομπώδεις μελωδίες που παρέπεμπαν κάτι μεταξύ Journey και Angel καθώς και τα δυνατά φωνητικά των Dennis Churchill-Dries και Garri Brandon, τράβηξαν την προσοχή του Gregg Giuffria (Angel, Giuffria, μετέπειτα House of Lords) που τους βοήθησε στην παραγωγή και την συγγραφή των συνθέσεων ενώ πέτυχαν να κλείσουν δισκογραφικό συμβόλαιο με την αμερικανική ΕΜΙ.
Το 1984 ήταν έτοιμος ο πρώτος δίσκος τους που τιτλοφορείται με το όνομα τους και εκεί υπάρχουν εξαιρετικά τραγούδια, όπως οι μικροί ύμνοι “Can't Say No” και “Straight From the Heart”, το εκπληκτικό “Promises” με ένα φοβερό keyboard solo, τα πανέμορφο “Don't Say That Your Mine” και “Love Don't Make It Right” καθώς και το “Whips” που είναι σύνθεση των Ricky Phillips (Babys, Styx, Bad English), Fergie Frederiksen (Toto) και Punky Meadows (Angel) όταν όλοι αυτοί για ένα φεγγάρι έπαιζαν μαζί στους Angel.
Συνολικά το ομότιτλο άλμπουμ των WHITE SISTER πήγε πολύ καλά σε όλα τα επίπεδα και το συγκρότημα ανέβασε τον πήχη με το πρώτο του βήμα και η συνέχεια αναμενόταν με αγωνία.
Το 1986 λοιπόν κυκλοφορούν το δεύτερο άλμπουμ τους και ονομάζεται “Fashion By Passion” και ο τίτλος είναι επηρεασμένος από τη κορύφωση που υπήρχε εκείνη την εποχή στο λεγόμενο hair metal ήχο και στυλ στο Los Angeles. To group τα “σπάει” με την ΕΜΙ και τους αναλαμβάνει η αγγλική FM REVOLVER όπου το κυκλοφορεί με δύο διαφορετικά εξώφυλλα ενώ υπάρχει και πρόβλημα με τον κιμπορντίστα Garri Brandon που επιθυμεί  εκείνος να έχει τον πρώτο ρόλο στα φωνητικά με αποτέλεσμα να έρθουν σε ρήξη με τον Dennis Churchill-Dries και να αντικατασταθεί o πρώτος από τον David Vincent.
Ο Garri Brandon στη συνέχεια συνεργάστηκε με τον John Parr και έφτιαξε αργότερα τους Radioux City χωρίς να κυκλοφορήσει κάποιο υλικό ενώ αργότερα σχημάτισε του Fast Machine και περιόδευσε μαζί με τους Foreigner.
Το “Fashion By Passion” είναι συγκριτικά αδύναμο με το ντεμπούτο τους και δεν έχει την μαγεία του προηγούμενου δίσκου. Ακούγεται βέβαια σε πιο aor ύφος και περιλαμβάνει κι αυτό πολύ καλά κομμάτια όπως η μπαλάντα “Save Me Tonight”, το διασκευασμένο “Ticket To Ride” των Beatles, και τα υπέροχα “Until It Hurts”, “A Place In The Heart”, “Troubleshooter” (εμπνευσμένο το σόλο στο σαξόφωνο) και  το “April”. Τρία τραγούδια από το συγκεκριμένο δίσκο ακούστηκαν σε διαφορετικές κινηματογραφικές ταινίες και συγκεκριμένα το κομμάτι “Save Me Tonight” στη ταινία Fright Night, το τραγούδι “April” στο Killer Party και το κομμάτι “Dancin' On Midnight” που ακούγεται στη ταινία “Halloween 5: The Revenge of Michael Myers”.
Δυστυχώς οι WHITE SISTER παρά τους δύο καλούς δίσκους που είχαν κυκλοφορήσει και τις πολλές δυναμικές live εμφανίσεις δεν κατάφεραν να γίνουν το μεγάλο όνομα με  συνέπεια το 1989 το συγκρότημα να διαλυθεί  αν και είχαν ετοιμάσει καινούργια τραγούδια (στο youtube ή σε διάφορα πειρατικά blogs μπορείτε να βρείτε μερικά).
Στη συνέχεια, οι Dennis Churchill-Dries (μπάσο, φωνητικά), Rick Chadock (κιθάρα), Richard Wright (ντραμς) έφτιαξαν τους Tattoo Rodeo που κυκλοφόρησαν δύο ενδιαφέροντες δίσκους. Μία μικρή λεπτομέρεια είναι ότι στα πλήκτρα έχει συμμετάσχει ο Joel Goldsmith γιος του μεγάλου συνθέτη τηλεοπτικών και κινηματογραφικών παραγωγών Gerry Goldsmith.
To 1998 η Frontiers κάνει μία απόπειρα να επανασυνδέσει την μπάντα και να κυκλοφορήσει νέο υλικό αλλά τελικά τα σχέδια μένουν στα χαρτιά.

Τον Οκτώβριο του 2008 οι White Sister μετά από σχεδόν είκοσι χρόνια απραξίας επανασυνδέονται για να εμφανιστούν στο Firefest V που έγινε στο Nottingham της Αγγλίας και αποθεώνονται ενώ η συγκεκριμένη συναυλία κυκλοφορεί την επόμενη χρονιά σε περιορισμένο αριθμό dvd  με τον τίτλο "Straight from the Heart"- (LIVE at Firefest 2008) και εκείνη η επιτυχημένη εμφάνιση, τους οδήγησε να παίξουν ξανά ζωντανά στην Αγγλία στο Firefest VΙ και το 2009.

Δυστυχώς στις συναυλίες που έδωσαν δεν ήταν μαζί τους ο ντράμερ Richard Wright που είχε φύγει από τη ζωή στις 14 Ιουνίου του 2006 σε ηλικία μόλις 44 ετών ενώ αργότερα στις 15 Οκτωβρίου του 2012 υπήρξε άλλη μία θλιβερή απώλεια για τους White Sister αφού πέθανε ο κιθαρίστας Rick Chadock.

ΦΩΤΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ

Δευτέρα 2 Ιουνίου 2014

CALIFORNIA BREED: “California Breed“


Ο γερόλυκος του κλασικότροπου ροκ; ο αναγεννημένος χριστιανός; Ο εργασιομανής και τελειομανής ρόκερ;
Όπως και να τον αποκαλέσει κάποιος θα είναι αρκούντως ακριβής, διότι ο "voice of Rock", o θρυλικός Glenn Hughes, έπειτα από το υπεργκρουπ που είχε σχηματίσει, τους Black Country Communion και οι οποίοι διέλυσαν λόγω των διαφωνιών του Glenn Hughes -και του εξίσου εργασιομανή- Bonamassa, δημιουργεί το τρίο CALIFORNIA BREED με το γιο του αξεπέραστου ντράμερ Bonzo Bonham, τον Jason και τον νεότατο αλλά εξαιρετικό και ευφάνταστο κιθαρίστα  Andrew Watt.
Βλέπετε, δεν ήταν μόνο η διαφωνία στα προγράμματα και τις προτεραιότητες μεταξύ του Hughes και του Bonamassa  αλλά και τα "υπερεγώ" των δυο τους σχετικά με τη μουσική κατεύθυνση της μπάντας. Έτσι με τον 23χρονο Andrew Watt να παρουσιάζεται απρόσμενα βιρτουόζος και με ιδέες στις συνθέσεις, ανάλογα και το άλμπουμ παρουσιάζει νέες προτάσεις στο χώρο του κλασικότροπου ροκ.
Ο Glenn Hughes με φωνή που όσο περνούν τα χρόνια γίνεται καλύτερη, εντυπωσιάζει με το εναρκτήριο άσμα "The Way", που σε εμένα θύμισε ένδοξες εποχές! Επίσης, το χαρντροκάδικο "Sweet Tea" που απογειώνει το δίσκο μέχρι τα ουράνια ενώ δυναμικό είναι και το μπάσο που θυμίζει μέρες 75-76. Όσο για τον ογκόλιθο Jason Bonham, βασανίζει τα "πετσιά" ανελέητα θυμίζοντας –ω ιερόσυλε- τον αείμνηστο πατέρα του! Μόνο καλά λόγια έχω και για τον νεαρό της παρέας Andrew Watt, που διαφέροντας από τον προκάτοχο του Joe Bonamassa σίγουρα στο ύφος, καθώς από το blues των BCC, παρουσιάζει μία ευχάριστη ανάμιξη με  '90ς hard rock, ψυχεδέλεια  και κλασικότατο ροκ θυμίζοντας αστέρια όπως Jimmy Page, Jimi Hendrix, Mick Ronson και Jerry Cantrell.
Η συναισθηματική μπαλάντα "All Falls Down" λάμπει με τη φωνή του Hughes  ενώ το καφτό σόλο του Watt δίνει το ακριβές στίγμα του ως βιρτουόζος κιθαρίστας!
Συστήνεται ανεπιφύλακτα σε όλους τους φίλους του κλασικότροπου ροκ και σε όλους τους τιμώντας το hard rock, "βαρβάτο" '70s heavy rock, funk, classic rock, psych pop... Όλα είναι εδώ και σε γενναίες σωστά κατανεμημένες δόσεις. Σίγουρα από τις καλύτερες κυκλοφορίες της χρονιάς και η αλήθεια είναι ότι είχα να ακούσω τόσο καλό δίσκο από το “Soul Mover” του Glenn του 2005. Υπερβολικός; Ο χρόνος και τα ακούσματα του καθενός θα δείξουν…

Νότης Γκιλλανίδης

WINGER: “Better Days Comin’”



Τον θυμάμαι καθαρά εκείνο το βράδυ του Οκτωβρίου του ’90 στο Σ.Ε.Φ, να ανοίγει για τους Scorpions. Το κοινό τον είδε σα μια περιττή ελαφρότητα, με την χορευτική πόζα και τα στακάτα MTVίβια κομμάτια του.
Ο Kip Winger έπεσε κι αυτός θύμα της μουσικής βιομηχανίας του τέλους των ‘80s. Στο απόγειο της εποχής του hair metal, προβλήθηκε σαν ένας τριπλά σέξυ αξύριστος Bon Jovi, έκανε δύο από τα καλύτερα άλμπουμ της εποχής και του είδους, δολλάρια, δόξα, αναγνωρισιμότητα στα 28 με 30 και μετά... ήρθε η δικτατορία του Κομπέϊν και των τεθλιμμένων. Όμως το ρολάκι του είχε φορεθεί ανεπιστρεπτί.
Και μέσα στη λύσσα της μουσικής βιομηχανίας για αφανισμό του χαρντ ροκ και πλασσάρισμα της δυσαρέσκειας με τα σκουφιά και τα καρώ πουκάμισα ως μουσικής πρότασης, το τρίτο και πιο σκληρό άλμπουμ των Winger πάτωσε. Από τότε, o χρόνος του σκούπισε με αγένεια το look και ο Kip πέρασε και ξεπέρασε πολλά και σοβαρά (η γυναίκα του σκοτώθηκε σε δυστύχημα το ’96) και αναμίχθηκε με ακόμη περισσότερα (από επισταμένη μελέτη θεωρίας, σύνθεση κλασσικής μουσικής, 4 προσωπικά άλμπουμ με avant-guarde και progressive στοιχεία, δεκάδες συμμετοχές σε άλμπουμ τρίτων, διδασκαλία φωνητικής και επανένωση του γκρουπ το 2006) και έδειξε στο κοινό του, που μεγάλωσε κι αυτό, ότι θέλει να προσέχουν τη μουσική του και όχι τον ίδιο.
Αυτό είναι το έκτο του στούντιο άλμπουμ με το γκρουπ Winger. Με τον σταθερό του συνοδοιπόρο Reb Beach (που αφότου πέταξε από πάνω του το λούστρο των διάφορων Beau Hill, βγάζει φυσικό γρέντζο στα ριφ και τα Χεντριξογενή του σόλο), τον κιθαρίστα John Roth (Starship, Giant – σταθερή αξία) και τον Rod Morgenstein (κοντά του από το ’88 και με παράσημα από Dixie Dregs και Steve Morse). To αποτέλεσμα είναι σχεδόν ισάξιο με το προηγούμενο (“Karma”, 2009). Η πολυσχιδία των project με τα οποία έχει ασχοληθεί κατά καιρούς ο Winger δεν έχει, φαίνεται, κορέσει την επιθυμία του να ξεφύγει από τη σκιά των δύο πρώτων “ελαφρών” του άλμπουμ. Αναμειγνύει λοιπόν κι εδώ το στυλ, σκοτεινιάζει συχνά το ύφος και τραβάει σε διάρκεια μερικά αργά κομμάτια, που προσπαθούν να αποσπάσουν επανειλημμένες ακροάσεις. Η φωνή του παραμένει ακμαία και με χρώμα, εξυπηρετώντας την ποικιλία των τραγουδιών.
Αυτό που δεν μπορεί να μην αναγνωρίσει κανείς στον Winger είναι ότι πράγματι ήταν ανέκαθεν μουσικός με υπόσταση, όσο και ρόκερ, με επιρροές από ευρύ φάσμα σχημάτων late ‘60s-‘70s (από τα power trios και τον Alice Cooper, μέχρι τους Rush και τον Peter Gabriel). Όλο αυτό το αμάλγαμα βγαίνει τα τελευταία είκοσι χρόνια της δισκογραφίας του με το γκρουπ (αφ΄ότου δηλαδή έπαψε τη διετία ’89-’91 να είναι teen idol).
To “Midnight Driver Of A Love Machine” ανοίγει το άλμπουμ κοφτό και βραχνό, φτιαγμένο από υλικό που κάποτε προοριζόταν για μεταμεσονύχτιους hard rock ραδιοσταθμούς της δυτικής ακτής. Θα μπει στο σετ λιστ των συναυλιών και είναι από τα καλύτερά τους, όπως και το ευθύ, γρήγορο αλλά όχι ξένοιαστο “Rat Race”, με ένα ριφ που τα χώνει και πικρούς στίχους (“spinning our way in this rat race, shifting gears going round and round, you know how it feels in that fast pace, run for your life you can never slow down”).
“Queen Babylon” και “Storm In Me” βαραίνουν ελαφρώς τετριμμένα, ιδίως το δεύτερο, μια αργοκίνητη μεταλλική πανοπλία (χωρίς όμως το πιασάρικο groove ενός “Big World Away” από το “Karma”). Το ομώνυμο (“Better Days Comin’”) έχει μια ‘80s αφέλεια (footstomping με αισιόδοξο, φωναχτό ρεφραίν, γεμάτο δεύτερα φωνητικά), ευπρόσδεκτη μέσα σε μια συλλογή τραγουδιών μάλλον συνοφρυωμένη.
Το “Tin Soldier” είναι είναι μια ευχάριστη άσκηση, κάτι σαν “μπορούμε να παίξουμε σαν τους Rush του Tom Sawyer, άμα θέλουμε”, επιρροή που ο Winger ανοικτά δήλωνε ότι έχει. Το “Ever Wonder” προσπαθεί να είναι ονειρικό, αλλά κάτι του λείπει στην ενορχήστρωση για να γίνει, ενώ το “Be Who You Are, Now” πάει για ατμοσφαιρικό, αλλά καταλήγει ελαφρώς κατατονικό. Το “So Long China” γυρίζει στην ‘80s αμεσότητα με μια ωραία μελωδία, αλλά φορτωμένη κιθαριστικά δεν αναπνέει όσο πρέπει. Το κλείσιμο επιφυλάσσει ένα μάλλον πετυχημένο επτάλεπτο πείραμα απογείωσης, με τον Reb Beach ανεβάζει το κομμάτι σολάροντας προς το υπερπέραν (“Out Of This World”).
Άλμπουμ που σίγουρα θα ευχαριστήσει όσους συμπορεύονται με τις περιπέτειες του Kip Winger και είναι σε επαφή με το πολυδιάστατο μουσικό του σκεπτικό. Μακάρι να είναι και προφητικός ή γούρικος και να έρχονται πράγματι “καλύτερες μέρες”.


Παναγιώτης Παπαϊωάννου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...