Κυριακή 4 Απριλίου 2010

Oι ξεχασμένοι αλλά γοητευτικοί King Kobra

Η σύντομη αλλά συναρπαστική ιστορία των Αμερικανών King Kobra ξεκινάει το 1983 με έδρα την California, όταν ο “βετεράνος” ντράμερ Carmine Appice (αδερφός του Vinny, ex Black Sabbath, Dio, Heaven And Hell) αφού είχε ήδη θητεύσει σε μεγάλα γκρουπ των ‘70s όπως οι Vanilla Fudge και οι προσωπικές μπάντες των Rod Stewart, Ted Nugent και Ozzy Osbourne, αποφασίζει να ιδρύσει μια φιλόδοξη hard rock μπάντα της οποίας θα ηγούνταν και θα είχε τον πρώτο λόγο. Θέλοντας λοιπόν να δουλέψει πάνω σε κάποια demo κομμάτια που είχε ηχογραφήσει παλαιότερα με τον κιθαρίστα Earl Slick (David Bowie band), βρίσκεται αρχικά προς αναζήτηση τραγουδιστή.
Ο φίλος του Carmine, επίσης κιθαρίστας Don Mancuso (Black Sheep, Lou Gramm Band) του προτείνει για την θέση αυτή έναν άσημο τότε νεαρό session τραγουδιστή από το Michigan ονόματι Mark Free (μετέπειτα Signal, Unruly Child, solo) ο οποίος έβγαζε το ψωμί του ηχογραφώντας φωνητικά ως session τραγουδιστής σε demos διαφόρων rock καλλιτεχνών την εποχή εκείνη, αλλά συμμετέχοντας και σε διάφορα μικρά τοπικά συγκροτήματα. Έρχεται σε επαφή λοιπόν με τον Free, το ταλέντο του οποίου φάνηκε από την πρώτη στιγμή και δεν άφηνε περιθώρια αμφισβήτησης από τον Carmine. Τα demo κομμάτια που ηχογραφήθηκαν τράβηξαν την προσοχή των ανθρώπων της Capitol Records μιας από της μεγαλύτερες δισκογραφικές εταιρείες στο Los Angeles όπου και τους πρόσφεραν σχεδόν αμέσως δισκογραφικό συμβόλαιο για δύο άλμπουμ. Επόμενο βήμα για τους Appice και Free ήταν η αναζήτηση των υπολοίπων μελών που θα συμπλήρωναν το γκρουπ. Έτσι μετά από πολλές αλλαγές καταλήγουν στον αρχικό πυρήνα του σχήματος ο οποίος αποτελούνταν από τους Carmine Appice στα τύμπανα, τον Mark Free στα lead φωνητικά, τον David Michael Phillips (πρ. όνομα Dave Henzerling, ex Keel) στις κιθάρες, τον Mick Sweda επίσης στις κιθάρες και τον Johnny Rod (μετέπειτα WASP) στο μπάσο.
Επιλέγεται το όνομα King Kobra και υιοθετώντας το απαραίτητο image, δηλαδή πολύχρωμα φουντωτά μαλλιά, lipstick, eye liner, spandex και παρδαλά ρούχα και φουλάρια, τον Νοέμβριο του 1985 κυκλοφορούν το εκπληκτικό ντεμπούτο τους με τίτλο “Ready To Strike”.
Ένας δίσκος καθαρόαιμου μελωδικού hard rock με heavy metal ξεσπάσματα αλλά σε glam ύφος πάντα αφού την εποχή εκείνη μεσουρανούσε το κίνημα αυτό ιδίως στο Los Angeles που θεωρούνταν η Μητρόπολη του sleaze rock n’ metal.
Με παραγωγό τον Spencer Proffer, ο οποίος σε μεγάλο ποσοστό συνυπογράφει μαζί με την μπάντα τις περισσότερες συνθέσεις, έχουμε να κάνουμε με κομματάρες όπως το ομότιτλο που ανοίγει τον δίσκο, το μανιασμένο hit “Hunger” που αποτελεί και το single με την μνημειώδη κραυγή του Mark Free στην εισαγωγή, το επίσης επιθετικό “Attention”, το εκπληκτικό “Breakin’ Out” και το πιο slow ίσως κομμάτι του δίσκου, το φοβερό “Dancing With Desire”. Highlight του δίσκου αποτελούν τα αιθέρια φωνητικά του μαγευτικού Mark Free καθώς και το εκρηκτικό κιθαριστικό δίδυμο των Phillips-Sweda, οι οποίοι εκσφενδονίζουν riffάρες και εναλλάσσονται αρμονικά στα lead και τα ρυθμικά.
Γενικά δεν υπάρχει μέτρια στιγμή σε όλο το άλμπουμ και αν και ήταν μια αξιόλογη δουλειά, παρόλα αυτά οι πωλήσεις του άγγιζαν μόλις τις 50000(!).
Το video-clip του “Hunger” παιζόταν συνέχεια από το MTV και αρκετές συναυλίες τους είχαν γίνει sold out κυρίως στην Αμερική, αλλά ως γνωστόν οι πωλήσεις είναι πάντα που μετράνε για μια δισκογραφική εταιρεία και για έναν κολοσσό της εποχής όπως η Capitol, ήταν φυσικό και επόμενο να έχει μεγαλύτερες απαιτήσεις και προσδοκίες από μια πολλά υποσχόμενη μπάντα στην οποία και επένδυσαν όπως οι King Kobra. Όπως προείπαμε το συμβόλαιο προέβλεπε έναν ακόμη δίσκο. Η εταιρεία τους προτρέπει να αλλάξουν ύφος, να χαμηλώσουν τους τόνους και να ακολουθήσουν μια πιο radio friendly προσέγγιση.
Με λίγα λόγια, τους υποχρεώνουν να το γυρίσουν στο AOR μιας και την ίδια περίοδο μεγάλες μπάντες του είδους όπως οι Journey, Foreigner, Toto, Asia, Triumph και Survivor, πουλούσαν σαν τρελοί. Ο Appice για τον λόγο αυτό καλεί τον παραγωγό και μουσικό Duane Hitchings, έναν παλιό του συνεργάτη ο οποίος ειδικεύονταν στον ήχο αυτό και μαζί του συνέθεσαν τα κομμάτια του επόμενου άλμπουμ.
Έτσι κάπου στις αρχές του 1986 κυκλοφορεί το “Thrill Of A Lifetime”. Η παραγωγή του άλμπουμ άνηκε στον ξανά στον Spencer Proffer αλλά και στον Duane Hitchings, ο οποίος συνυπογράφει και το mega-hit του δίσκου, το υπέροχο “Iron Eagle (Never Say Die)”, κομμάτι που συμπεριλήφθηκε και στο soundtrack της ομώνυμης ταινίας και κυκλοφόρησε από την Capitol Records. Εκτός από το προαναφερθέν κομμάτι, στον δίσκο συναντάμε κι άλλα πολύ αξιόλογα melodic rock κομμάτια όπως το “Only The Strong Will Survive”, το μετέπειτα single “Home Sweet Home”, το δυναμικό “Overnight Sensation” (προσωπικό αγαπημένο), το “Feel The Heat” καθώς και το ανθεμικό “Raise Your Hands To Rock”. Οι πωλήσεις κατώτερες του αναμενόμενου και η απογοήτευση είναι εμφανής και από τις δύο πλευρές. Έτσι λοιπόν, πρώτος που αποχωρεί είναι ο Johnny Rod, ο οποίος δέχεται μια πολύ καλή χρηματική προσφορά από τον Blackie Lawless και εισχωρεί στους WASP. Την θέση του καταλαμβάνει ο Lonnie Vencent και λίγο πιο μετά το 1987 συμμετέχουν με ενεργό ρόλο στο soundtrack της ταινίας τρόμου “Black Roses”.
Τα περισσότερα τραγούδια του soundtrack ηχογραφούνται από τους King Kobra, αλλά κάτω από την ονομασία Black Roses που αποτελούν και την φανταστική μπάντα της ταινίας. Ξεχωρίζουν τα “Paradise (We’re On Our Way)”, “Dance On Fire” αλλά και η πρώιμη εκδοχή του “Take It Off” κομματιού που συμπεριλήφθηκε λίγο αργότερα στο τρίτο άλμπουμ των King Kobra. Τότε ήταν που ο Mark Free, δυσαρεστημένος από την απόφαση της Capitol να τους απορρίψει, τη διαφορετική μουσική κατεύθυνση που ήθελε να ακολουθήσει το δίδυμο Phillips-Sweda και δυσκολευόμενος να ακολουθήσει το lifestyle της μπάντας αφού από τότε αμφιταλαντευόταν με την σεξουαλικότητά του και οι συνεχείς περιοδείες τον είχαν εξαντλήσει, αποχωρεί λίγο πριν τα τέλη του 1987.
Για μικρό χρονικό διάστημα την θέση του καταλαμβάνει ο Marq Torien και δουλεύουν πάνω σε κάποια νέα κομμάτια, όπως τα “Kissin’ Kitty” και “For The Love Of Money” και κάπου εκεί οι κύριοι Torien, Sweda και Vencent αποφασίζουν να αποχωρήσουν από το συγκρότημα και να φτιάξουν τους Bulletboys παίρνοντας μαζί τους και τις δυο νέες συνθέσεις και τις κυκλοφορούν μέσα από το ομώνυμο ντεμπούτο τους το 1988. Ο Appice δεν το βάζει κάτω και αντικαθιστά τα μέλη-φυγάδες με τον Johnny Edwards (μετέπειτα Foreigner) στα φωνητικά, τον Jeff Northrup στις δεύτερες κιθάρες και τον Larry Hart στο μπάσο και το 1988 ηχογραφείται το τρίτο και τελευταίο ουσιαστικά άλμπουμ της μπάντας με τον ενδεικτικό τίτλο “ΙΙΙ”.
Κυκλοφορεί αυτοχρηματοδοτούμενο από το προσωπικό label του Carmine Appice, την Rocker Records σε παραγωγή δική του αλλά έχοντας στο πλευρό του, τους παραγωγούς Alex Woltman και Elliot Soloman με τους οποίους είχε συνεργαστεί στο soundtrack του Black Roses. Το άλμπουμ αυτό κυριολεκτικά πάτωσε και μοναδικές ίσως καλές στιγμές του δίσκου να είναι τo hit “Take It Off”, το κομμάτι δηλαδή που πρωτοεμφανίστηκε στο Black Roses OST και εδώ σε νέα version με τα φωνητικά πλέον να ανήκουν στον Edwards και το “Mean Street Machine” που ανοίγει τον δίσκο.
Το δισκάκι αυτό είναι φυσικά out of print και θεωρείται εξαιρετικά σπάνιο και δυσεύρετο. Λίγο καιρό αργότερα ο Appice δέχεται την πρόταση του John Sykes και του Tony Franklin να συμμετάσχει στην νεοσύστατη μπάντα των Blue Murder κι αυτό σήμανε το οριστικό τέλος των King Kobra. Η συνέχεια για τους υπόλοιπους λίγο πολύ είναι γνωστή. Ο Mark Free το 1988 θα συμμετέχει στη δημιουργία του “κατασκευασμένου” (από το συνθετικό δίδυμο Judithe και Robin Randall) AOR super group των μοναδικών Signal για να ηχογραφήσει μαζί τους το αξεπέραστο “Loud & Clear” το 1989 και στην συνέχεια να εισχωρήσει στους Unruly Child, μέχρι να φτάσουμε στα τέλη του 1993 όπου και παίρνει μια απόφαση ζωής και υποβάλλεται σε εγχείρηση αλλαγής φύλλου αλλάζοντας πλέον το όνομά της σε Marcie Free και αποσύρεται από την μουσική βιομηχανία. Ο Johnny Edwards το 1991 κυκλοφορεί με τους Foreigner το αδιάφορο “Unusual Heat” και οι υπόλοιποι ενσωματώνονται σε άλλες μπάντες ή κυκλοφορούν solo δουλειές.
Το 1999 κυκλοφορεί μια συλλογή από ακυκλοφόρητα κομμάτια των King Kobra με τον τίτλο “The Lost Years” και καλύπτει την ενεργή περίοδο της μπάντας από το 1985 έως το 1988 όταν και διέλυσαν. Δυο χρόνια αργότερα το 2001 ο Appice επαναφέρει το όνομα των King Kobra στην επικαιρότητα κυκλοφορώντας μέσω της MTM Music το απαράδεκτο “Hollywood Trash”. Εκτός του Appice και του Sweda από το αρχικό σχήμα, το line-up συμπλήρωναν οι Kelly Keeling (Baton Rouge, John Norum, MSG, Blue Murder) στη φωνή, το μπάσο και τα πλήκτρα, ο Steve Fister στις κιθάρες και ο C.C DeVille των Poison σαν guest σε κάποια κομμάτια.
Το όλο εγχείρημα ουσιαστικά αποτέλεσε κλασσικό δείγμα “αρπαχτής”. Τέλος, τον Δεκέμβρη του 2009 με μια λιτή δήλωση στο melodicrock.com ανακοινώνεται το επίσημο reunion των King Kobra με την αυθεντική σύνθεση πλην της Marcie Free, η οποία αν και της έγινε η πρόταση προτίμησε να είναι παρών σε ένα άλλο πολυαναμενόμενο comeback, αυτό των Unruly Child. Την θέση πίσω από το μικρόφωνο των King Kobra θα καλύψει ο Paul Shortino (ex. Quiet Riot, Rough Cutt). Έτσι, μέσα στη χρονιά αναμένεται με αγωνία η νέα κυκλοφορία των King Kobra. Δεν γνωρίζουμε αν ο νέος δίσκος θα ανταποκρίνεται στα standards που έθεσε η ίδια η μπάντα στα μέσα των ‘80s όταν και ξεκίνησε. Το σίγουρο είναι ότι τα δύο πρώτα άλμπουμ του συγκροτήματος ντυμένα με την φωνή του Mark Free, παραμένουν μέχρι και σήμερα Κ-Ο-Ρ-Υ-Φ-Α-Ι-Α στον χώρο του μελωδικού hard rock/AOR.
Facts:
1) To “Hunger” μέσα από το “Ready To Strike” είναι στην ουσία η διασκευή του κομματιού των Kick Axe και αν και δισκογραφικά εμφανίστηκε πρώτα η εκδοχή των King Kobra, λίγο αργότερα κυκλοφόρησε και η δική τους original εκτέλεση μέσα από το soundtrack της ταινίας κινουμένων σχεδίων Transformers: The Movie το 1986 και με το ψευδώνυμο Spectre General.
2) Ο Marq Torien έκανε κι ένα σύντομο πέρασμα στους Ratt σαν κιθαρίστας πριν ακόμα αυτοί ηχογραφήσουν το παρθενικό τους άλμπουμ “Out Of The Cellar” το 1984.
3) Στο soundtrack του film Black Roses εκτός από την fictional μπάντα Black Roses (δηλαδή οι ίδιοι οι King Kobra), συναντάμε και συμμετοχές από τους Lizzy Borden, τους Tempest, τους Bang Tango και τους Hallow’s Eve. Η ταινία μπορεί να μην λέει τίποτα, διασώζεται όμως από αυτό το μνημειώδες soundtrack.
Άρης Αβραμίδης

Σάββατο 3 Απριλίου 2010

Η συναρπαστική ιστορία των HEART


Οι Heart, είναι ένα rock group του οποίου η καταγωγή των ιδρυτικών μελών είναι από το Seattle  της Washington.
Στις αρχές της δεκαετίας του ‘70 το group πέρασε από διάφορες αλλαγές, αλλά παρέμειναν σταθερά μέλη αδελφές Ann και Nancy Wilson. Το group άρχισε να γίνεται γνωστό στη δεκαετία του '70 με τη μουσική τους να  επηρεάζεται από το Hard Rock και την Folk μουσική έχοντας πουλήσει μέχρι και σήμερα πάνω από 30 εκατομμύρια album παγκοσμίως.

Το 1967 ο Steve Fossen (μπάσο) δημιούργησε τους The Army μαζί με τον Roger Fisher (κιθάρα), Don Wilhelm( κιθάρα, πλήκτρα και φωνητικά), Ray Schaefer (drums), έπαιζαν για αρκετά χρόνια σε διάφορες περιοχές της Washington (λέσχες, σχολεία, ταβέρνες).
Το 1969 το group άλλαξε το όνομα του σε White Heart, καθώς και κάποια μέλη του: Gary Ziegelman (φωνητικά), Roger Fisher (κιθάρα), Steve Fossen (μπάσο), James Cirrello (κιθάρα), Ron Rudge( drums), Ken Hansen (κρουστά) και Debi Cuidon (φωνητικά), το 1970 για ένα μικρό χρονικό διάστημα άλλαξε η ονομασία σε Heart.
 Στο τέλος της δεκαετίας του ‘70 η Ann Wilson ενσωματώνεται στο group  και αλλάζει η ονομασία του σε Hocus Pocus. Ο αδελφός του Roger Fisher ο Mike δεν εκπλήρωσε τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις και κηρύχτηκε λιποτάχτης με αποτέλεσμα να διαφύγει στον Καναδά. Το 1971 ο Mike επιστρέφει να για να δει την οικογένεια του και συναντά την Ann Wilson σε ένα live των Hocus Pocus όπου και ερωτεύονται. Η Ann ακολούθησε τον Mike στον Καναδά.

 Στα τέλη του 1972 ο Steve Fossen τελείωσε το κολέγιο και αποφάσισε επίσης να πάει στον Καναδά, ο Roger Fisher ακολούθησε και αυτός στα τέλη του 1972 με αρχές του ‘73 και μαζί με τον Mike και την Ann άλλαξαν το όνομα του group σε Heart που παραμένει μέχρι και σήμερα. Η Nancy Wilson ενσωματώθηκε στο group το 1974, το οποίο αποτελούταν  από τους Ann Wilson, Nansy Wilson, Roger Fisher, Steve Fossen, John Hannah και Brian Johnstone.
Μετά από πολλά one-night shows στο νέο τους σπίτι, το group ηχογραφεί το πρώτο demo tape με τον βοηθό παραγωγού Mike Flicker  και τον κιθαρίστα Howard Leese.
Εκείνη την εποχή έφυγαν από το group οι John Hannah και Brian Johnstone και σύντομα ο Howard Leese μπήκε στο group μόνιμα.

 Το group έκανε το ντεμπούτο τους το 1975 με το "Dreamboat Annie" σε παραγωγή του Mike Flicker, το οποίο τράβηξε την προσοχή της νεοσύστατης τότε δισκογραφικής Mushroom Records με ιδιοκτήτη τον Shelly Siegel, οι Duris Maxwell, Dave Wilson, Kat Hendrikse και Michael Derosier ήταν μεταξύ αυτών που έπαιξαν για το album, ο Michael Derosier ήταν ο τελικά ο drummer που έμεινε στο group.
Πάνω από 30.000 αντίτυπα πουλήθηκαν στον Καναδά, ενώ πάνω από 25.000 αντίτυπα στην Αμερική με δύο τραγούδια να ξεχωρίζουν όπως τα “Crazy on You”, και “Magic Man” ενώ το  “Dreamboat Annie” πουλάει πάνω από 1 εκατομμύριο αντίτυπα.

 Το 1977 ο πρόεδρος Jimmy Carter έδωσε αμνηστία σε όσους ήταν λιποτάκτες και ο Mike Fisher μπορούσε πλέον να γυρίσει στην Αμερική. Εν τω μεταξύ οι Heart έσπασαν το συμβόλαιο με την Mushroom Records και έκανε συμβόλαιο με την Portrait Θυγατρική της CBS, κίνηση που οδήγησε σε δικαστική διαμάχη με τον Shelly Siegel, ο οποίος κυκλοφόρησε το μισοτελειωμένο album “Magazine” πριν η  Portrait κυκλοφορήσει το “Little Queen”.
Το δικαστήριο έβγαλε απόφαση η Mushroom Records να ανακαλέσει το “Magazine” ώστε το group να μπορέσει το επανακυκλοφορήσει. Το “Little Queen” με το δυναμικό τραγούδι “Barracuda” πούλησε κι αυτό πάνω από 1 εκατομμύριο αντίτυπα και τον Ιούλιο του  1977,  η Ann και η Nancy εμφανίζονται support στους Rolling Stone.

Το album “Magazine” επανεκδόθηκε στις αρχές του1978, ανεβαίνοντας στο top twenty ξεχωρίζοντας το τραγούδι “Heartless” αλλά και η διασκευή στο κλασσικό "Without You" των Pete Ham και Tom Evans. Στο τέλος του 1978 κυκλοφορεί το διπλό πλατινένιο “Dog and Butterfly” και μετά από ένα tour σε 77 πόλεις οι σχέσεις Wilson-Fisher έλαβαν τέλος, ο Roger άφησε το group το φθινόπωρο του ‘79 όταν κατέρρευσε  επί σκηνής και πέταξε την κιθάρα του κοντά στο κεφάλι της Nancy στα παρασκήνια. Ο Michael έφυγε από manager και άφησε την Ann για μια άλλη γυναίκα.
Ο Roger Fisher σχημάτισε το δικό του group στο Seattle.Ο επί μακρών κιθαρίστας Howard Leese και η Nancy συμπλήρωσαν το κενό της κιθάρας και η παιδική της φίλη Sue Ennis συνεργάστηκε να γράψουν τραγούδια.

Το 1980 οι Heart κυκλοφόρησαν το “Bebe le Strange” το οποίο έγινε το δεύτερο album που μπήκε στο top ten hit και ξεχώρισε το ομότιτλο κομμάτι και το τραγούδι "Even It Up". Μέχρι το τέλος του χρόνου, το group κατάφερε να ανέβει στην ψηλότερη θέση που είχανε ποτέ στα charts κάνοντας remake στην μπαλάντα "Tell it Like it Is" που ανέβηκε στην 8η θέση.
Το 1982 κυκλοφορεί το album “Private Audition” στο οποίο φαίνεται μία μικρή συνθετική αλλά κυρίως εμπορική κάμψη ενώ υπάρχουν και οι αποχωρήσεις των  Mike DeRosier aκαι Steve Fossen που αντικαθιστούνται από τους Mark Andes μπάσο, Denny Carmassi ντραμς. Ακολουθεί την επόμενη χρονιά στο ίδιο μοτίβο το μέτριο "Passionworks" που δεν καταφέρνει να γίνει χρυσό. 

 Το 1984 η Ann Wilson μαζί με τον Mike Reno (Loverboy) τραγουδούν την υπέροχη μπαλάντα "Almost Paradise" που υπήρχε στο soundtrack της ταινίας  “Footloose” το οποίο έφτασε στο Νο 7 στα charts.
Την επόμενη χρονιά προσπαθούν να κάνουν μία νέα αρχή με το ομότιτλο album τους και το καταφέρνουν  αφού πούλησε 5 εκατομμύρια αντίτυπα, ξεχωρίζοντας τα τραγούδια, “What About Love?" (No10), "Never" (Νο4), "These Dreams" (Νο1), "Nothin' at All" (Νο10) και το δυναμικό "If Looks Could Kill".
Το συγκρότημα καταφέρνει να ξαναέλθει στο προσκήνιο με δυναμικά melodic rock κομμάτια που γίνονται αγαπημένα και του αμερικάνικου ραδιοφώνου και το 1986 η Nancy Wilson παντρεύεται τον γνωστό Cameron Crowe (σεναριογράφος, σκηνοθέτης).

Αφού λοιπόν η επιτυχία και η ευτυχία κτύπησε για τα καλά τις Heart ήρθε το 1987 και το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς κυκλοφορούν το "Bad Animals" σε παραγωγή του μάγου της κονσόλας Ron Nevison το οποίο πήγε περίφημα εμπορικά και έβγαλε το πανέμορφο single "Alone" που έφτασε στην κορυφή των αμερικάνικων τσαρτ (το κομμάτι συνθετικά ανήκει στους Tom Kelly και Βilly Stenberg από τους Ι-Τen).
Το ένατο στούντιο άλμπουμ των ΗΕΑRT έγινε τρεις φορές πλατινένιο, έβγαλε και άλλα πετυχημένα single όπως τα "I Want You So Bad", "Who Wil You Run" και "Τhere's The Girl" ενώ η περιοδεία που ακολούθησε ήταν αποθεωτική για τις Heart.
Η μπάντα περνά μεγάλες στιγμές επιτυχίας και μετά από τρία χρόνια τον Μάρτιο του 1990 κυκλοφορούν το πανέμορφο "Brigade" που στην Ιαπωνική έκδοσή του περιλαμβάνει τρία τραγούδια επιπλέον ενώ στο "The Night" συμμετέχει συνθετικά ο Sammy Hagar. Εμπορικά το άλμπουμ πάει περίφημα αφού φτάνει ως το Νο 3 των καταλόγων επιτυχιών και γίνεται πλατινένιο. Το τραγούδι "All I Wanna Do Is Make Love to You" κυριαρχεί στις προτιμήσεις των οπαδών αν και όλο το άλμπουμ δεν υστερεί και περιέχει εξαιρετικά κομμάτια όπως τα "Wild Child", "Stranded", "I Didn't Want to Need You" και "Call of the Wild".

Τον Οκτώβριο του 1991 η μπάντα κυκλοφορεί το ζωντανά ηχογραφημένο άλμπουμ  "Rock the House Live" από συναυλίες που έδωσε κυρίως το 1985 ενώ το 1993 κυκλοφορούν το "Desire Walks In" και κάπου εδώ αρχίζει η εμπορική πτώση της μπάντας αφού το άλμπουμ δεν κατάφερε να φτάσει στις κορυφές των τσαρτ και με έξαρση εκείνη τη περίοδο του grunge ήχου δεν μπόρεσε να συγκινήσει το ίδιο τα πλήθη όπως στο παρελθόν. Παρόλα αυτά το άλμπουμ έγινε χρυσό και περιέχει μία διασκευή στο τραγούδι του Bob Dylan, "Ring Them Bells" στο οποίο συμμετέχει και ο Layne Stanley των Alice In Chains.
Το 1995 ηχογραφούν στο Σηάτλ το "The Road Home" ένα live album με αρκετό unplugged ύφος σε παραγωγή του τρομερού John Paul Jones των Led Zeppelin, ο οποίος συμμετέχει στο μπάσο και στα πλήκτρα. Να σημειώσουμε ότι οι αδελφές Wilson είχαν δημιουργήσει ενδιάμεσα διάφορα project με βασικό τους Lovemongers με το οποίο είχαν διασκευάσει Led Zeppelin αλλά συνεργάστηκαν και με τους Alice In Chains και  κυκλοφόρησαν κάποιες από αυτές τις συνεργασίες όπως το δίσκο “Whirlygig” το 1997 και την επόμενη χρονιά το εορταστικό "Here is Christmas" (είχε προηγηθεί ένα ΕΡ, το 1992).

Η περίοδος που ακολουθεί βρίσκει την μπάντα σχεδόν διαλυμένη και το 2002 αποφασίζουν με νέο lineup να επανέλθουν και την επόμενη χρονιά κυκλοφορούν το εκπληκτικό "Alive in Seattle" όπου βρίσκει τις αδελφές Wilson σε τρομερή φόρμα που αποτυπώνεται στο ανάλογο dvd που αξίζει να αποκτήσετε.
Προηγουμένως είχαν συμμετάσχει στην "A Tribute to the Beatles tour" με τον τίτλο "A Walk Down Abbey Road" στην οποία βρέθηκαν στη σκηνή με τους Todd Rundgren, John Entwistle (Who) και Alan Parsons.Το καλοκαίρι του 2004 οι HEART αποφασίζουν να κυκλοφορήσουν ένα πραγματικό ροκ διαμάντι το πανέμορφο "Jupiters Darling" που στην Ευρώπη αγνοήθηκε αλλά ευτυχώς δεν συνέβη το ίδιο και στην Αμερική ενώ το 2007 κυκλοφορούν το "Dreamboat Annie Live".
Επίσης η Ann Wilson κυκλοφορεί την ίδια χρονιά το πρώτο της σόλο δίσκο με τίτλο "Hope & Glory", με συμμετοχές των Elton John, Alison Krauss, k d lang, Wynonna Judd, Gretchen Wilson.

Πριν από λίγα χρόνια συμμετείχαν στο "We Are The World:25 for Haiti" και το καλοκαίρι του 2010 κυκλοφόρησαν το εξαιρετικό δεκατοτρίτο δίσκο τους, "Red Velvet Car" το οποίο κατόρθωσε να φτάσει στη πρώτη δεκάδα του Billboard Chart και το φθινόπωρο του 2012 κυκλοφορούν το πανέμορφο "Fanatic" που βρίσκει τις ΗΕΑRT σε πολύ καλή κατάσταση και με τις live εμφανίσεις τους να παραμένουν το δυνατό τους χαρτί.
 
ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ 
Dreamboat Annie (1975)
Little Queen (1977)
Magazine (1978)
Dog and Butterfly (1978)
Bebe le Strange (1980)
Private Audition (1982)
Passionworks (1983)
Heart (1985)
Bad Animals (1987)
Brigade (1990)
Desire Walks On (1993)
Jupiters Darling (2004)
Red Velvet Car (2010)
Fanatic (2012)


Φώτης Μελέτης

Nightstalker:Αληθινό Rock n ' Roll...

Οι Nightstalker (Argy: Φωνή, Ανδρέας: Μπάσο, Τόλης: Κιθάρες) πρέπει πολύ απλά να βρίσκονται στις καρδιές μας… όχι μόνο επειδή είναι εδώ 15 τώρα χρόνια μία από τις ελάχιστες αληθινά rock n’ roll μπάντες σ’ αυτή τη χώρα αλλά κυρίως επειδή ήταν ουσιαστικά και η πρώτη από αυτές.
Ο ίδιος είμαι μικρός και δεν τα έζησα, δεν είναι όμως λίγες οι φορές που έχω ακούσει μεγαλύτερους σε ηλικία (λάτρεις όλων των ειδών, όχι απαραίτητα του stoner) να μιλούν σαν τρελαμένοι – και με μια δόση νοσταλγίας- για τις εποχές που μαζεύονταν παρέες και πήγαιναν να δουν Nightstalker για να περάσουν καλά. Δεν ξέρω τώρα τι γίνεται μ’ αυτούς, πάντως από τον Argy και την παρέα του παίρνω το μήνυμα πως περνούν ακόμη καλά. Αυτό διαπίστωσα ακούγοντας το “Superfreak”, το άλμπουμ που κυκλοφόρησαν μόλις τον περασμένο Σεπτέμβρη. Το απροσποίητο feeling της και η έμφυτη διάθεση της μουσικής του για…τέτοια περιστατικά καλοπέρασης όπως τα παραπάνω με ώθησαν να ψάξω το παρελθόν τους και να ανακαλύψω πως καλά stoner rock albums βρίσκονται εδώ και μιάμιση δεκαετία κάτω από τη μύτη μου. Από την αρχή έδειχναν πως είχαν πολλά να προσφέρουν. Ακόμα κι από το πρώτο τους EP, “SideFX” (1995) καταλαβαίνει κανείς πως ήταν αποφασισμένοι από πάντα να πετύχουν σ’ έναν χώρο που, μέχρι τότε, διατηρούσε πλήρη ξηρασία. Βασικά, για να με διορθώσω, για την ακρίβεια ήταν αποφασισμένοι να δημιουργήσουν έναν χώρο που μέχρι τότε ήταν ανύπαρκτος.
Το 1996 λοιπόν θα κυκλοφορήσουν το ντεμπούτο τους, ένα πραγματικό ακατέργαστο διαμάντι για την ελληνική μουσική σκηνή (και γιατί όχι και παραέξω), το “Use”. Το ομώνυμο κομμάτι μαζί με τα This is U, Give Me, Raw, Brainmaker και τα υπόλοιπα του δίσκου, τους καθιερώνουν ως ένα must-see ελληνικό act, ειδικά για τη μερίδα εκείνη του κοινού που διψούσε τόσο καιρό για ποιοτικό, αλκοολούχο rock n’ roll. Δισκογραφικά θα ξαναχτυπήσουν τέσσερα χρόνια αργότερα με ένα ακόμη EP, το “The Ritual” με το οποίο θα φανερώσουν την καθαρόαιμη stoner, ψυχεδελική τους πλευρά (παίζοντας και λίγο Motorhead βέβαια…). Οι συναυλίες τους πλέον θεωρούνται cult γεγονός, εξ‘ού και η τρέλα που έπιανε τους τότε συνομήλικούς μου τότε και θα τους πάρει μια τετραετία ακόμα μέχρι να ολοκληρώσουν το δεύτερο full length άλμπουμ τους.
Το εκρηκτικό “Just A Burn” θα κυκλοφορήσει το 2004 κάνοντας και πάλι επίδειξη των συνθετικών δυνατοτήτων της μπάντας –ειδικά με τα Voodoo U Do, Just A Burn, Line και Iron- ενώ παράλληλα το κοινό τους ολοένα και διευρύνεται. Έτσι φτάνουμε στο πρόσφατο παρόν. Στην επιστροφή των Nightstalker μετά από έξι χρόνια με ένα άλμπουμ που πιθανότατα άξιζε την αναμονή, το “Superfreak”. Καυστικοί στίχοι, riffs τεστοστερόνης και αλητεία (ξεχωρίζω πρόχειρα τα Baby, God Is Dead, Heavy Mental, The Light και Enough Is Enough) είναι τα πρωταγωνιστικά στοιχεία όπως ήταν πάντα αποδεικνύοντας τελικά πως ή γουστάρεις Nightstalker ή απλώς δεν τους ξέρεις.
Mανώλης Γιαννίκιος

Πέμπτη 1 Απριλίου 2010

GLORY DAYS - 1983

Σπουδαία άλμπουμ παρουσιάζουμε για το 1983 και φυσικά όσοι είναι μεγαλύτεροι θα θυμούνται ότι τις επόμενες χρονιές θα υπάρξει μία πανδαισία υπέροχων κυκλοφοριών.
Ελπίζουμε να κάνετε κλικ στο WWW.ROCKWAY.GR και να ακούτε την αγαπημένη σας μουσική και να ενημερώνεστε άμεσα για τα τελευταία νέα που υπάρχουν στο χώρο του hard rock.
Περιμένουμε τα μηνύματά σας και τις παρατηρήσεις σας στο info@rockway.gr
Πάμε λοιπόν…
DEF LEPPARD: Pyromania (Mercury)
Τρίτο εκπληκτικό άλμπουμ για τους Βρετανούς DEF LEPPARD με νέο κιθαρίστα τον Phil Collen στη θέση του Pete Willis.Το γκρουπ είχε ξεκινήσει από το 1977 και πολλοί τους θεωρούσαν από τους πρωτεργάτες του NWOBHM.
Μόνο στην Αμερική το “Pyromania” πούλησε πάνω από 10 εκατομμύρια αντίτυπα και τραγούδια σαν τα “Rock of Ages”, “ Foolin” και “Photograph” έγραψαν την δική τους ιστορία ενώ το MTV εκείνη την εποχή έπαιζε συνεχώς τα video clip τους.
Η μπάντα κυριολεκτικά έκανε πάταγο και απογειώθηκε τόσο εμπορικά όσο και συνθετικά και σε αυτό βοήθησε και η άψογη παραγωγή του Robert John “Mutt” Lange ενώ για όσους δεν το γνωρίζουν συμμετοχή στο άλμπουμ είχε και ο ιδιόμορφος ποπ καλλιτέχνης Thomas Dolby.
Επίσης το εξώφυλλο του άλμπουμ συζητήθηκε πολύ (και όχι άδικα) όταν έγινε το τρομοκρατικό κτύπημα στους δίδυμους πύργους.
Την μεγάλη επιτυχία του συγκροτήματος ανέκοψε το ατύχημα του ντράμερ Rick Allen που έχασε το χέρι του αλλά ευτυχώς δεν στάθηκε εμπόδιο τόσο στον ίδιο όσο και στο γκρουπ να συνεχίσουν ακόμα πιο δυνατά και επιτυχημένα.
DIO: Holydiver (Warner)
Η χρυσή φωνή του μεταλλικού ροκ δημιουργεί το απόλυτο αριστούργημα με τούτο εδώ το άλμπουμ.
Τραγούδια πραγματικοί ύμνοι όπως τα φοβερά “Stand Up and Shout”, “Don’t Talk to Strangers”, “Straight Through the Heart”, “Rainbow in the Dark” και φυσικά το αξεπέραστο “Holydiver”.
Φαίνεται η φυγή από τους Black Sabbath μόνο καλό έκανε στον R.J.Dio ενώ η μεγάλη αποκάλυψη του δίσκου είναι ο κιθαρίστας Vivian Campel.Σπουδαίοι φυσικά και οι Vinnie Appice στα τύμπανα αλλά και ο Jimmy Bain στο μπάσο.
Αρκετά περίεργα σχόλια προκάλεσε επίσης και το εξώφυλλο του δίσκου κάτι που δεν πτόησε τον Dio ενώ το “Holydiver” έγινε πλατινένιο και στις δύο πλευρές του ατλαντικού και η περιοδεία που ακολούθησε τους ήταν σχεδόν όλη sold out.
MOTLEY CRUE: Shout at the Devil (Elektra)
Τον Σεπτέμβριο του 1983 σκάει στην αγορά το δεύτερο άλμπουμ των Motley Crue και ο θόρυβος γύρω από το όνομα και τις εμφανίσεις τους έχουν κάνει τον γύρω του κόσμου. Για πολλούς από εμάς εκείνη την εποχή ήταν λίγο σοκαριστικό το θέαμα με τα βαμμένα μαλλιά, βαμμένα μάτια, κραγιόν και γυναικεία καλσόν(υποτίθεται ότι πρόσβαλλε την ροκ αισθητική μας) όμως όταν ακούσαμε το άλμπουμ πάθαμε την πλάκα μας. Δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε ποιο είναι το κορυφαίο τραγούδι του δίσκου αλλά σίγουρα τα “Looks That Kill”, “To Young to Fall in Love”, “Bastard”και “Shout at
The
Devil” είναι μοναδικά ενώ αρκετά καλή είναι και η διασκευή που έκαναν στο “Helter Skelter” των Βeatles.Εδώ οι απίθανοι αυτοί τύποι παντρεύουν το glam,το punk,το sleaze,το aor και το hard rock γεμάτο ενέργεια και τσαμπουκά και ενθουσιάζουν και τους πιο απαιτητικούς οπαδούς του σκληρού ροκ.
Απαραίτητο σε κάθε σοβαρή δισκοθήκη!
JOURNEY: Frontiers (Columbia)
Το όγδοο άλμπουμ των τρομερών Journey αποτελεί στην ουσία το τελευταίο εμπνευσμένο δίσκο της μπάντας με εκατομμύρια πωλήσεις και αρκετές επιτυχίες στα τσαρτ της Αμερικής. Το “Seperate Ways”, ο απόλυτος aor ύμνος, που ανοίγει τον δίσκο (με το αστείο βίντεο κλιπ του) δίνει το σύνθημα για το τι θα επακολουθήσει με τα “Edge of the Blade”, “Rubicon” και “Chain Reaction” να κλέβουν την
παράσταση.
Εκπληκτικές ερμηνείες από τον Steve Perry ειδικά στις μπαλάντες “Send Her My Love” και “Faithfully” και τους Jonathan Cain(πλήκτρα) και Neal Schon(κιθάρα) να βοηθούν σημαντικά εκτελεστικά, συνθετικά και ενορχηστρωτικά.
Το 2006 επανεκδόθηκε το συγκεκριμένο άλμπουμ με άλλα τέσσερα bonus τραγούδια και περιλαμβάνει και την κομματάρα “Ask The Lonely”.
GARY MOORE: Victim of the Future (Mirage)
Σκληρό, άγριο, δυναμικό ποτισμένο από το ιδρώτα του εξαιρετικού Ιρλανδού κιθαρίστα το εν λόγω άλμπουμ που άνοιξε ένα κύκλο σπουδαίων άλμπουμ που κυκλοφορήσαν τα επόμενα χρόνια ώσπου να το γυρίσει ο G.M στα blues.
Φοβερή η διασκευή στο “Shapes of Things” των μοναδικών Yardbirds ενώ εκπληκτικό είναι και το ομώνυμο τραγούδι καθώς και η αξεπέραστη μπαλάντα “Empty Rooms” .
Η στιχουργική έκπληξη στο συγκεκριμένο άλμπουμ έρχεται με το φανταστικό κομμάτι “Murder in the Sky” ‘όπου ο G.Moore καταγγέλλει την συντριβή που έγινε εκείνη την χρονική περίοδο Κορεάτικου αεροπλάνου με αθώους πολίτες από μαχητικά αεροσκάφη, της τότε Σοβιετικής Ένωσης.
Στο “Victim of the Future” συμμετέχει μία all star band με τους Ian Paice(ντραμς), Neil Murray, Bob Daisley και Mo Foster(μπάσο) καθώς και τον εξαιρετικό και αδικημένο μουσικό Neal Carter (πλήκτρα,κιθάρα,φωνητικά ).
Στην επανέκδοση στο άλμπουμ περιλαμβάνόνται άλλα δύο τραγούδια και ένα νέο remix στο “Empty Rooms”.
ΤΑ ΑΔΙΚΗΜΕΝΑ ΑLBUMS
KROKUS: Headhunter

Το καλύτερο άλμπουμ των Ελβετών γεμάτο ορμή και πάθος.
Η τραγουδάρα “Screaming in the Night”μαζί με τα υπόλοιπα κομμάτια του δίσκου αποτελούν την καλύτερη κηρονομιά για τους σημερινούς hard rockers.Κάπου θα ανακαλύψετε και τον Rob Halford να τραγουδάει “Ready to Burn”.Mην κάνετε το λάθος και αγνοήσετε τέτοιο rock κομψοτέχνημα.
ZZ TOP: Eliminator
Έσπασε όλα τα ρεκόρ σε πωλήσεις και καταλόγους επιτυχιών και κατάφερε να συνδυάσει blues,southern ,aor και boogie μελωδίες πλασαρισμένα με τα τρομερά video clip που έπαιζε μανιωδώς τότε το MTV.
QUIET RIOT: Metal Health
Eίναι αυτό που λέμε μία και έξω. Με την διασκευή του “Cum on Feel the Noize” από τους Slade η μπάντα έγινε πλούσια κι εκατομμύρια νέοι λάτρεψαν το hard rock. Αυθεντικοί, λιτοί και party διάθεση.
ΟΖΖΥ: Bark at the Moon
Πραγματικά το αδικήσαμε αλλά έτσι κι αλλιώς το άλμπουμ περιλαμβάνει φοβερά τραγούδια οπότε όσοι δεν το έχετε αποκτήσει καλά θα κάνετε να σπεύσετε να το αγοράσετε. Εδώ ο Jake E. Lee κάνει κιθαριστικά πράματα και θαύματα!!!
YES: 90125
Απίστευτες μελωδίες , τέλειες ενορχηστρώσεις και άψογες ερμηνείες
Κάποιοι τότε προσπάθησαν να το θάψουν επειδή έκαναν τον ήχο τους εύπεπτο.
Αλλά όσοι είναι οπαδοί των YES γνωρίζουν πολύ καλά ότι οι άνθρωποι ότι κι αν παίζουν το κάνουν πολύ καλύτερα από τους υπόλοιπους.
TOP TEN ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ
Seperate Ways (Journey)
Holydiver (Dio)
Screaming in the Night (Krokus)
Shout at the Devil (Motley Crue)
Foolin (Def Leppard)
Cum on Feel the Noize (Quiet Riot)
Gimme All Your Lovin’ (ZZ TOP)
Owner of a Lonely Heart (YES)
Empty Rooms (Gary Moore)
Forever (OZZY)
Γράφει ο Φώτης Μελέτης

Oι Νο Profile κλέβουν την παράσταση...


H πιο ελπιδοφόρα μπάντα τηςπερίφημης ελληνικής ροκ σκηνής, οι πιτσιρικάδες NO PROFILE εξομολογήθηκαν με αρκετό χιούμορ και άνεση αλλά και σοβαρότητα στο Rockway.gr τα όνειρα και τα σχέδια τους για το άμεσο μέλλον. Για να δούμε λοιπόν τι μας είπαν…
-Υπάρχει κάποια ενδιαφέρουσα ιστορία πίσω από την επιτυχία σας στον διαγωνισμό (Φίλλιπος Νάκας) που κερδίσατε;
Μόνο το ότι παίζαμε σχεδόν όλοι μας με πυρετό (ο Γιάννης με 39). Παρόλα αυτά το ‘χαμε πάρει απόφαση πως δεν θα μας επηρέαζε καθόλου και δώσαμε τον καλύτερο μας εαυτό χωρίς άγχος (και με πολλά depon).
-Ποιες δυσκολίες αντιμετωπίσατε στις ηχογραφήσεις του πρώτου σας άλμπουμ;
Η λέξη “πρώτο” είναι το κλειδί εδώ. Ήτανε μια εντελώς καινούρια εμπειρία για εμάς και υπήρχαν πολλά πράγματα που δεν ξέραμε. Η ίδια η ηχογράφηση του album αποδείχθηκε πως ήταν το πιο απλό κομμάτι όλης αυτής της διαδικασίας. Το όλο τρέξιμο που συνόδευσε αυτή τη διαδικασία ήταν που μας ταλαιπώρησε. Ο κόσμος σ' αυτό το χώρο δεν είναι κι απ' τους πιο συνεπείς που έχουμε δει, έπρεπε μονίμως να κυνηγάμε άτομα για να κλείσουμε ώρες studio και να τους υπενθυμίζουμε πως έπρεπε να ολοκληρώσουν τις υποχρεώσεις τους απέναντι μας. Ενώ ο “in-studio” χρόνος μας για τα recordings δεν κράτησε πάνω από μήνα σαν σύνολο, η όλη διαδικασία τράβηξε 9 μήνες.
-Είστε ικανοποιημένοι από την παραγωγή του "High Society";
Τα άτομα με τα οποία συνεργαστήκαμε για τη παραγωγή του High Society δεν τα γνωρίζαμε στο παρελθόν. Τονίσαμε στη Sony ότι το album μας θέλαμε να έχει έναν τελείως rock ήχο, που να θυμίζει περισσότερο ξένη παραγωγή παρά ελληνική. Σταθήκαμε πάρα πολλοί τυχεροί και τα άτομα με τα οποία μας πρότεινε να συνεργαστούμε ήταν ακριβώς αυτό που θέλαμε. Κατάλαβαν με τη μία το ύφος μας και το τι θέλαμε, και δεν προσπάθησαν καθόλου να μας το αλλάξουν. Παρόλο που σε μερικά κομμάτια υπάρχουν κάποια πράγματα που υστερούν, σαν σύνολο είμαστε πάρα πολύ ικανοποιημένοι με αυτή την πρώτη δουλειά, πιστεύουμε πως καταφέρνει να σου βγάλει το σωστό feeling. Special thanks πάνε στο Γρηγόρη από τους Matisse για τη παραγωγή και τις ιδέες που έβαλε.
-Υπάρχει πίσω σας μία μεγάλη εταιρία. Πόσο σημαντική είναι η βοήθεια της στην εποχή που κυριαρχεί το internet;
Το να έχεις από πίσω σου μια εταιρεία που θέλει και μπορεί να σε σπρώξει εξακολουθεί να αποτελεί κάτι πάρα πολύ σημαντικό ακόμη και σήμερα. Σίγουρα δεν είναι πια απαραίτητη η μεσολάβηση της για να φτάσει το κομμάτι σου στα αυτιά του κοινού, το internet τα έχει κάνει όλα αυτά πολύ εύκολα πλέον. Η εταιρεία χρειάζεται για να σε βοηθήσει να σπρώξεις σωστά τη δουλειά σου. Να διατηρήσεις ένα καλό image και να σε βοηθήσει να παίξεις σε κάποιες μεγάλες συνεργασίες και να κλείσεις κάποια deals που θα σε βοηθήσουν. Προσωπικά εμάς η Sony μας βοήθησε πάρα πολύ και μουσικά. Δηλαδή άκουγαν όλα τα demos που τους πηγαίναμε και μας δώσανε κάποιες συμβουλές που μας βοήθησαν πάρα πολύ.
- H συμμετοχή της Ιφιγένειας Αtkinson(Film) πως προέκυψε;
Ήτανε κάτι εντελώς τυχαίο. Η Ιφιγένεια βρέθηκε ένα απόγευμα στο studio που γράφαμε και ο Γρηγόρης της πρότεινε να δοκιμάσει κάποια φωνητικά στο κομμάτι. Όταν τα ακούσαμε μας άρεσαν πάρα πολύ, δίνανε κάτι ξεχωριστό στο κομμάτι, και αποφασίσαμε να τα κρατήσουμε.
-Οι επιρροές σας από πού κυρίως προέρχονται;
Όλοι μας ακούμε ξένη μουσική, και τα γούστα μας διαφέρουν αρκετά απ' τον έναν στον άλλο. Τα ακούσματα μας περιλαμβάνουν από metal, hard/classic rock, alternative μέχρι και jazz, pop και r'n'b,από όλες τις δεκαετίες. Αυτό δημιουργούσε μια αρκετά μεγάλη σύγχυση στις πρόβες παλιά, αλλά πλέον έχουμε βρει τον τρόπο να συνδυάζουμε κομμάτια από αυτά τα ακούσματα στη μουσική μας και να προκύπτει ένας ήχος που μας εκφράζει όλους.
- Και από τα ελληνικά σχήματα ποια πιστεύετε ότι έχουν κάτι το διαφορετικό;
Είναι αισιόδοξο το γεγονός ότι υπάρχουν πλέον πολλά. Ειδικά ο αριθμός των συγκροτημάτων με αγγλόφωνο στίχο, που έχουν κάτι αξιόλογο να πουν, αυξάνεται δραματικά με τον καιρό. Για παράδειγμα, παιδιά όπως οι Rosebleed, οι Cyanna, οι Brainwash Squad αλλά και πάρα πολλοί άλλοι δουλεύουν σκληρά για να δημιουργήσουν ακριβώς αυτό που λες, κάτι το διαφορετικό στην ελληνική σκηνή. Τα ελληνόφωνα από την άλλη μας φαίνεται πως περνούν μια μόνιμη ξηρασία.
-Πόση βαρύτητα δίνετε στον στίχο σας;
Πάρα πολλή. Πιστεύουμε πως όσο καλό και αν είναι ένα κομμάτι, δεν γίνεται να το αγαπήσεις αν δεν έχει να σου πει κάτι ο στίχος. Προσπαθούμε να γράφουμε για πράγματα που μας εκφράζουν, και που να περνάνε ένα μήνυμα. Συνήθως υπάρχει μια ιστορία κρυμμένη πίσω από τα κομμάτια μας, η οποία δεν είναι πάντοτε εύκολο να την διακρίνεις. Παρόλο που ο στίχος μας γράφεται με κάτι συγκεκριμένο στο μυαλό, προσπαθούμε να τον κάνουμε να κινείτε αρκετά ελεύθερα, να μπορεί ο καθένας να του δώσει την ερμηνεία που αυτός θέλει. Είναι σημαντικό για εμάς να μπορεί ο κόσμος να ταυτιστεί με τα κομμάτια.
- Παρά το γεγονός ότι είστε μικροί ηλικιακά φαίνεται ότι έχετε την ταλέντο να παίζετε και να συνθέτετε με ιδιαίτερη έμπνευση ενώ παράλληλα δέχεστε και καλές κριτικές για το ντεμπούτο σας. Υπάρχει ο κίνδυνος να πάρουν τα μυαλά σας αέρα;
Αν το σκεφτείς, μπορεί και να έχουν πάρει ήδη λίγο αέρα, απλά με την καλή έννοια. Δηλαδή εννοούμε πως έχουμε αποκτήσει πλέον μια αυτοπεποίθηση. Πιστεύουμε ότι μπορούμε να δώσουμε κάτι στον κόσμο, κάτι που θα του αρέσει. Ξέρουμε προφανώς ότι δεν είμαστε οι καλύτεροι εκεί έξω, και υπάρχει πολύς δρόμος ακόμα για να φτάσουμε στο σημείο να πούμε ότι “κάναμε επιτυχία”, αλλά βλέπουμε πως άμα κάνεις μια σωστή δουλειά ο κόσμος θα το εκτιμήσει, κι αυτό μας κάνει να αισθανόμαστε πιο σίγουροι για τις αποφάσεις που παίρνουμε.
-Υπάρχουν όνειρα για καριέρα στο εξωτερικό;
Υπάρχει κάτι που συζητάμε, αλλά ανήκει στα μακροχρόνια σχέδια μας. Έχουμε πει μεταξύ μας να δοκιμάσουμε να ζήσουμε έξω για ένα χρόνο όταν τελειώσουμε με το πανεπιστήμιο, και να δούμε αν μπορούμε να καταφέρουμε κάτι. Δεν το έχουμε αναλύσει πολύ, καθώς όπως είπαμε απέχει ακόμα αρκετά. Είναι σίγουρα όμως κάτι που θα θέλαμε να επιχειρήσουμε.
- Όσοι σας έχουν δει αρκετές φορές live έχουν παρατηρήσει ότι δεν είστε «σταθεροί» στις εμφανίσεις σας. Υπάρχει κάποιος λόγος που συμβαίνει αυτό;
Υπάρχουν αρκετοί! Μερικοί οφείλονται σε πράγματα που θα συμβούν εκείνη την στιγμή και δεν είναι προβλέψιμα και υπάρχουν κι άλλοι οι οποίοι είναι καθαρά από δική μας βλακεία. Προσπαθούμε να μαθαίνουμε από τα λάθη μας και να μην τα επαναλαμβάνουμε. Είμαστε ιδιαίτερα αυστηροί με τους εαυτούς μας σ' αυτό το θέμα, γιατί ο κόσμος που έρχεται να σε δει περιμένει κάποια πράγματα από εσένα. Ένα ρίσκο που παίρνουμε συνειδητά και που μπορεί να μας στοίχησε μια-δυο φορές στο παρελθόν είναι πως μερικές φορές προσπαθούμε να δοκιμάσουμε πολλά καινούρια πράγματα ταυτόχρονα, όπως πχ. να παίξουμε ένα καινούριο κομμάτι που μπορεί να μην προβάραμε αρκετά αλλά θέλαμε να το βάλουμε στην playlist. Κάνουμε διάφορα τέτοια, γιατί θέλουμε να ξεχωρίζει το ένα μας live από το άλλο, απλά είναι λογικό μερικές φορές να την πατήσεις.
- Το video clip για το "Bitter" εντυπωσιάζει με τον επαγγελματισμό του. Ποιοι ήταν οι εμπνευστές και δημιουργοί του clip;
Για το video συνεργαστήκαμε με την σκηνοθετική ομάδα των Hitscox καθώς και με το Jumping Fish, το site της Cosmote που προωθεί νέους καλλιτέχνες. Οι Hitscox είχαν μια ιδέα που μας φάνηκε ταιριαστή και μετά από ένα πολύ πρωινό ξύπνημα, πάρα πολύ τρέξιμο, έναν αλευροπόλεμο και δυο-τρεις τούμπες του Μανώλη...το clip γυρίστηκε. Η Ιφιγένεια πάντως είναι σε καλύτερη φυσική κατάσταση απ’ όλους μας μάλλον και αυτό φαίνεται.
- Υπάρχουν σχέδια για εμφανίσεις σε όλη την Ελλάδα;
Θέλουμε σίγουρα να βγούμε και να παίξουμε κι εκτός Αθήνας. Το γεγονός ότι τρέχουμε με τα πανεπιστήμια μας περιορίζει λίγο, παρόλα αυτά πιστεύουμε πως μπορούμε να τα συνδυάσουμε. Απλώς έχουμε δει πως για να κάνεις μια περιοδεία εκτός Αθήνας χρειάζεται κάποια οργάνωση κι ένας καλός manager, κάτι που δεν έχουμε ακόμα. Έχουμε έρθει σε επαφή με κάποια άτομα αλλά δεν έχουμε καταλήξει κάπου ακόμα. Θέλουμε τα άτομα με τα οποία θα συνεργαστούμε να καταλαβαίνουν ακριβώς τι θέλουμε να κάνουμε ως συγκρότημα.
- Τι άλλο μπορούμε να περιμένουμε από τους No Profile;
Σίγουρα πολλή ακόμα μουσική. Η σύνθεση κομματιών είναι για μας μια διαδικασία που λατρεύουμε και δεν σταματάμε ποτέ να δουλεύουμε καινούργιο υλικό. Επίσης να περιμένετε και πολλά ακόμα live γιατί θέλουμε πάντοτε να επικοινωνούμε με τον κόσμο από κοντά και να μοιραζόμαστε μαζί του όλη αυτή τη δουλειά που έχουμε κάνει ως τώρα.
Συνέντευξη στον Φώτη Μελέτη

Κυριακή 28 Μαρτίου 2010

RATT: "Infestation"

Βρε καλώς τα παιδιά. Έχουν περάσει 11 ολόκληρα από την κυκλοφορία του τελευταίου τους δίσκου (το Ratt το 1999) και οι Ratt κυκλοφορούν τη νέα τους δισκογραφική δουλειά με τίτλο Infestation.
Φαντάζομαι ότι οι οπαδοί των Ratt από τη μια περίμεναν με ανυπομονησία το νέο αυτό δίσκο, από την άλλη όμως κρατούν μια επιφυλακτική στάση σχετικά με την ποιότητα του δίσκου, καθώς, όπως και να το κάνουμε, 11 χρόνια δισκογραφικής απραξίας (ως Ratt πάντα) δεν είναι και λίγα.
Σε όλους αυτούς ένα έχω να πω: παιδιά δεν υπάρχει απολύτως κανένας λόγος ανησυχίας. Οι Ratt επέστρεψαν με ένα δίσκο που δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από το ένδοξο παρελθόν της μπάντας.
Σε τι να πρωτοαναφερθούμε; Στον Stephen Pearcy, η φωνή του οποίου βρίσκεται σε πολύ υψηλά επίπεδα; Στους Warren DeMartini και Carlos Cavazo (πρώην Quiet Riot, ανάμεσα σε πολλούς άλλους) που σχηματίζουν ένα φοβερό κιθαριστικό δίδυμο;
Στο Infestation οι Ratt κατάφεραν να συνδυάσουν την εμπειρία, που αναμφισβήτητα κατέχουν, μαζί με τη δίψα και όρεξη ενός πρωτοεμφανιζόμενου σχήματος, δημιουργώντας ένα δίσκο που σφύζει από ζωντάνια, ενέργεια και κέφι.
Από τα 11 κομμάτια του δίσκου δεν υπάρχει ούτε ένα που να μπορεί να χαρακτηριστεί μέτριο. Και για εμένα αυτό είναι το σημαντικότερο. Απλά αναλογιστείτε πόσες μπάντες διαφήμιζαν την επερχόμενη δουλειά τους ως μια “επιστροφή στις ρίζες” και το αποτέλεσμα, εκτός από ένα – δυο τραγούδια (στην καλύτερη περίπτωση), ήταν απογοητευτικό.
Συνοψίζοντας: το Infestation αποτελεί μια κλασική Ratt κυκλοφορία που όχι μόνο δε θα αφήσει κανένα οπαδό τους ανικανοποίητο, αλλά θα κάνει και αυτούς που πιθανώς τους είχαν ξεγράψει να ξαναασχοληθούν μαζί τους.
Καρβούνης Δημήτρης

POISONBLACK : "Of Rust And Bones"

Πως έρχονται καμιά φορά τα πράγματα. Αυτό που ξεκίνησε κάποτε ως το project του Ville Laihiala (τραγουδιστή τότε των, διαλυμένων πλέον, Sentenced) εξελίχθηκε σε ένα κανονικό συγκρότημα. Η αλήθεια είναι ότι μετά τη διάλυση των Sentenced οι Poisonblack μπορούν να θεωρηθούν ως οι συνεχιστές της πορείας των καταδικασμένων, μιας και τα συγκροτήματα που δημιουργήθηκαν από τα υπόλοιπα μέλη κινούνται σε αρκετά διαφορετικό μουσικό ύφος.
Οι Poisonblack επιστρέφουν φέτος με την τέταρτη συνολικά studio δουλειά τους που φέρει τον τίτλο Of Rust And Bones. Ο δίσκος δεν παρουσιάζει σημαντικές μουσικές διαφορές σε σχέση με τις προηγούμενες κυκλοφορίες τους (εξαιρουμένου του πρώτου Escapexstacy που ήταν πιο κοντά στο gothic metal).
Αυτό σημαίνει ότι έχουμε να κάνουμε με 9 κατά βάση αργά κομμάτια, στα οποία κυρίαρχο ρόλο παίζουν οι μελαγχολικές μελωδίες της κιθάρας, μαζί βέβαια με την κατάλληλη υποστήριξη από τα πλήκτρα αλλά και τα υπόλοιπα όργανα.
Ενώ όλοι οι μουσικοί συμβάλλουν στο τελικό αποτέλεσμα, αυτός που κάνει το κάτι παραπάνω δεν είναι άλλος από τον Laihiala, όχι βέβαια με τις ικανότητες του ως κιθαρίστας, όσο με την απόδοση του ως τραγουδιστής. Η φωνή του το ίδιο βραχνή και ζεστή, όπως την έχουμε συνηθίσει και μας αρέσει, δένει απόλυτα με το συναίσθημα που βγάζει η μουσική ανεβάζοντας αρκετά τα κομμάτια.
Μοναδικό αρνητικό σημείο του δίσκου είναι η μεγάλη διάρκεια του Down The Drain (ελάχιστα παραπάνω από 8 λεπτά), το οποίο από κάποιο σημείο και μετά μπορεί να κουράσει κάποιους, κάτι που έξυπνα αποφεύγουν στο The Last Song (διάρκεια εφτάμιση λεπτά, το οποίο από τη μέση περίπου και μετά ανεβάζει ταχύτητες, με αποτέλεσμα να κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον μέχρι το τέλος του.
Το Of Rust And Bones συστήνεται ανεπιφύλακτα σε όλους τους οπαδούς του λεγόμενου gothic ή ατμοσφαιρικού metal αλλά και σε αυτούς που αδυνατούν, ακόμα, να αποδεχθούν το γεγονός ότι πλέον δεν υπάρχουν οι Sentenced.
Καρβούνης Δημήτρης

Τετάρτη 24 Μαρτίου 2010

DEEP PURPLE: “Made in Japan” (1972)

Τι να γράψουμε γι’ αυτό το live album που να μην έχει ειπωθεί. Το “Made In Japan” είναι για πολλούς το καλύτερο live album όλων τον εποχών. Αν θέλετε τη γνώμη μας, καθόλου άδικα.
Η περιοδεία για την προώθηση του δίσκου Μachine Head έφερε το συγκρότημα για πρώτη φορά στην ιστορία του στην χώρα του Ανατέλλοντος ηλίου, όπου ο πυρήνας των φανατικών οπαδών του αυξανόταν σταθερά. Ο δίσκος ηχογραφήθηκε σε 3 βραδιές στην Osaka και στο Budokan από τις 15 Αυγούστου μέχρι τις 17 Αυγούστου του 1972. Το “Made In Japan” δεν προοριζόταν για μια κανονική κυκλοφορία. Ωστόσο, όταν τα μέλη της μπάντας επέστρεψαν στο Ηνωμένο Βασίλειο συνειδητοποίησαν ότι η ηχογράφηση ήταν πάρα πολύ καλή και ότι η απόδοση του πάνω στο σανίδι ανταποκρινόταν στα standards που είχαν θέσει, έτσι αποφάσισαν να κυκλοφορήσουν έναν ζωντανό δίσκο με τις καλύτερες στιγμές τους από την τουρνέ τους στην χώρα του Ανατέλλοντος ηλίου.
Ο δίσκος περιέχει κυρίως τραγούδια από την μέχρι τότε πιο πρόσφατη studio κυκλοφορία τους το “Μachine Head” και κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 1972 στη Βρετανία και τον Απρίλιο του 1973 στις ΗΠΑ για λόγους μάρκετινγκ. Η μπάντα αργότερα θα δηλώσει ότι ο δίσκος κυκλοφόρησε όπως ακριβώς ηχογραφήθηκαν οι παραστάσεις χωρίς overdubs η άλλες αλλαγές στο studio. Όσον αφορά την απόδοση του κάθε μέλους της μπάντας τα λόγια είναι περιττά καθώς κάθε σημείο του δίσκου περιέχει απίστευτες στιγμές.
O Gillan κάνει κάποιες από τις καλύτερες ερμηνείες του, ο Blackmore κρατώντας στα μαγικά του χέρια τη Fender Stratocaster κάνει τον κόσμο να παραμιλάει με τα riffs και τα μεγαλειώδη solo του, το rhythm section αποτελούμενο από τους Paice-Glover παραδίδει μαθήματα τεχνικής και τέλος ο μεγάλος John Lord μας δείχνει ότι χωρίς αυτόν η μπάντα δεν θα γινόταν το μεγαθήριο που έγινε.
Οι DEEP PURPLE έχουν κάνει τα τραγούδια δεύτερη φύση τους και τα αποδίδουν με τρόπο συγκλονιστικό καλύτερα και από τις studio εκτελέσεις. Ιδιαίτερα προσέξτε τα “Child In Time” όπου ο Gillan κάνει μια από τις πιο δραματικές εκτελέσεις που ακούστηκαν ποτέ σε ζωντανό δίσκο καθώς και το αριστούργημα “Space Truckin”. Ακόμα και σήμερα το “Made In Japan” θεωρείται ως ένα από τα κλασσικότερα live album της σκληρής μουσικής και όχι μόνο, καθώς και ως το αποκορύφωμα του ταλέντου και της επιτυχίας των DEEP PURPLE.
Track listing
Αρχική έκδοση βινυλίου
1η Πλευρά
1) "Highway Star", 2) "Child in Time"
2η Πλευρά
2) "Smoke on the Water",4) "The Mule"
3η Πλευρά
5) "Strange Kind of Woman",6) "Lazy"
4η Πλευρά
7) "Space Truckin'"
The remastered edition (2CD) - 1)"Highway Star" 2) "Child in Time" 3) "Smoke on the Water" 4) "The Mule" 5)"Strange Kind of Woman" 6) "Lazy" 7) "Space Truckin'"
Disc two: The Encores
8) "Black Night" 9) "Speed King" 10) "Lucille"
ΜΕΛΗ
Ritchie Blackmore (Ηλεκτρική Κιθάρα)
Ian Gillan (Φωνητικά ,φυσαρμόνικα , κρουστά)
Roger Glover (Μπάσο)
Jon Lord (Πλήκτρα, ηλεκτρικό πιάνο)
Ian Paice (Τύμπανα, κρουστά)
ΠΑΝΟΣ ΚΩΤΣΟΒΙΛΗΣ

Δευτέρα 22 Μαρτίου 2010

THE ROSE - Soundtrack (1980)

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ...
Στο "The Rose" (1979) η Bette Midler υποδύεται τη διάσημη rock 'n' roll ντίβα Mary Rose Foster που είναι γνωστή ως "The Rose". Είναι κουρασμένη και μόνη αλλά ο μάνατζέρ της Rudge Campbell (Alan Bates) την πιέζει να συνεχίσει να δουλεύει προμηθεύοντάς την δόσεις αδρεναλίνης και βιταμινών. Η Rose είναι αλκοολική και πρώην ναρκομανής, με ένα σκληρό παρελθόν μεγαλώνοντας στη Florida.
Με αυτό το παρελθόν να τη στοιχειώνει το μεγάλο της όνειρο (το οποίο πραγματοποιείται στο τέλος της ταινίας, αλλά όχι με τον τρόπο που εκείνη φανταζόταν) είναι να δώσει μια συναυλία στη γενέτειρά της και να δείξει σε όλους όσους την πλήγωσαν τι πραγματικά αξίζει. Μετά από μια συνάντηση με τον διάσημο country τραγουδιστή Billy Ray (Harry Dean Stanton), ο οποίος τη διατάζει να σταματήσει να τραγουδάει τα τραγούδια του και να γελοιοποιεί τα ηθικά του πιστεύω, όπως ο ίδιος λέει, εκείνη εξοργισμένη εξαφανίζεται με τον οδηγό της λιμουζίνας του, Houston Dyer (Frederic Forrest) και ξεκινάει ένα ρομάντσο μαζί του.

Ο Rudge πιστεύει ότι ο Houston είναι ένας ακόμα ενθουσιασμός για τη Rose αλλά εκείνη είναι σίγουρη ότι αυτή τη φορά βρήκε τον μεγάλο έρωτα. Οι δύο εραστές εξομολογούνται ο ένας στον άλλον το κρυφό παρελθόν τους (εκείνος έχει λιποτακτήσει από τον στρατό) και μοιράζονται έναν παθιασμένο, επεισοδιακό έρωτα που εναλλάσσεται με πολλή και καλή live μουσική...
Η ταινία είναι σκηνοθετημένη από τον Mark Rydell [που μετέπειτα σκηνοθέτησε το "On Golden Pond" (Η Χρυσή Λίμνη) και ο οποίος και στις δύο αυτές ταινίες έδειξε απόλυτη εμπιστοσύνη στους ηθοποιούς του]. Η σκηνή της Rose στον τηλεφωνικό θάλαμο, όπου τηλεφωνεί στους γονείς της, κάτω από την επήρρεια ενός μείγματος αναλγητικών, ηρωίνης και αλκοόλ, σίγουρα άξιζε Όσκαρ. Είναι η στιγμή που αισθάνεσαι τον πόνο της, η στιγμή που πραγματικά πιστεύεις ότι βλέπεις την τελευταία ώρα της ζωής της. Τη βλέπεις να σκοτώνει τον εαυτό της μπροστά στα μάτια σου και παρότι είσαι ανίκανος να τη βοηθήσεις δεν μπορείς να σταματήσεις να παρακολουθείς! Η τελευταία σκηνή και το τελευταίο τραγούδι της Rose, "Stay With Me" είναι από τις καλύτερες στιγμές που έχει να επιδείξει ο αμερικανικός κινηματογράφος. Συνοψίζει όλη της τη ζωή καθώς και τις ζωές τόσων αδικοχαμένων καλλιτεχνών (Jim Morrison, Janis Joplin, Jimmy Hendrix και τόσων άλλων). Η Rose απελπισμένα έψαχνε κάποιον, οποιονδήποτε, να την αγαπήσει και να είναι εκεί μόνο γι' αυτήν κι όμως έδιωχνε μακριά με τον αυτοκαταστροφικό τρόπο της όλους όσοι πραγματικά νοιάστηκαν για κείνη.
Ως αναφορά το σάουντρακ της ταινίας, ό,τι και να πω είναι πολύ λίγο.
Η Bette κυριολεκτικά "καρφώνει", σημαδεύει αυτά τα τραγούδια με μια ερμηνεία γεμάτη ψυχή και φλογερό πάθος! Και μην ξεχνάμε ότι η ταινία είναι του 1979, μιας περιόδου που το rock 'n' roll ήταν τρόπος ζωής και οι μεγάλες ροκ μπάντες αντιμετωπίζονταν με απόλυτη θεϊκή λατρεία από τους οπαδούς τους.
Η μουσική τότε σήμαινε πολλά για τους ανθρώπους. Ήταν ζωντανό κομμάτι της ζωής τους και η ταινία "The Rose" φτάνει στα ύψη της τελειότητας, τελειότητα που, όπως όλοι γνωρίζουμε, στην πραγματικότητα υπάρχει μόνο στις αναμνήσεις, που καλυτερεύουν με το πέρασμα του χρόνου. Σ' αυτή την περίπτωση όμως η μουσική ακούγεται και σήμερα ζωντανή, γεμάτη έξαψη και φρέσκια όπως όταν η ταινία είχε την πρεμιέρα της.
Εν κατακλείδι, μία από τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών! Αρκετά είπα, νομίζω!
Trivia
- Η ταινία βασίζεται (χαλαρά) στη ζωή της Janis Joplin.
- Αυτός ήταν ο πρώτος πρωταγωνιστικός ρόλος της Bette Midler.
- Η ταινία αρχικά προτάθηκε στον Ken Russell, ο οποίος αντ' αυτής διάλεξε να σκηνοθετήσει το "Valentino". Ο Russell αργότερα περιέγραψε αυτή του την απόφαση ως το μεγαλύτερο λάθος στην καριέρα του!
- Όταν σε κάποιο σημείο της ταινίας η Rose ρωτάει τον Houston από πού κατάγεται εκείνος απαντάει "Waxahachie, Texas", το οποίο είναι και η πραγματική ιδιαίτερη πατρίδα του Frederic Forrest.
- O Mark Rydell συμφώνησε να σκηνοθετήσει την ταινία μόνο αν πρωταγωνιστούσε η Bette Midler. Μέχρι εκείνη τη στιγμή η Bette εμφανιζόταν σε μερικά κομμάτια άλλων ταινιών και ήταν γνωστή σαν τραγουδίστρια σε night clubs.
- Η ταινία αρχικά είχε τον τίτλο "Pearl", που ήταν και ο τίτλος μιας βιογραφικής ταινίας βασισμένης στη ζωή της Janis Joplin. Όταν η Bette Midler διάβασε το σενάριο του "Pearl" είπε ότι ήταν πολύ νωρίς μετά από τον θάνατο της Janis για να βγει η ζωή της σε ταινία. Έτσι έγινε επανεγγραφή του σεναρίου, με τη βοήθεια της Bette, σβήστηκαν κομμάτια του αρχικού σεναρίου και άλλα εμπλουτίστηκαν. Τότε το σενάριο πήρε το όνομα "The Rose" και η Bette συμφώνησε να παίξει τον πρωταγωνιστικό ρόλο.
- Η Sissy Spacek κέρδισε το Όσκαρ καλύτερης ηθοποιού το 1980 για την ταινία "Coal Miner's Daughter" (παρότι είμαι σίγουρη ότι αρκετοί είναι αυτοί μέχρι σήμερα οι οποίοι μετάνιωσαν που δεν το έδωσαν στη Bette Midler).
- Όταν αρχικά η ταινία βγήκε σε βίντεο από την εταιρεία Magnetic Video, το φιλμ περιείχαν δύο κασέτες, γιατί το VHS μπορούσε να χωρέσει μόνο 2 ώρες βίντεο εκείνη την εποχή και η εναλλακτική λύση θα ήταν να συμπιεστεί χρονικά η ταινία.
- Παραγωγός του soundtrack είναι ο Paul A. Rothchild, ο οποίος είχε δουλέψει και με τη Janis Joplin στο τελευταίο της άλμπουμ του 1970 "Pearl".
- Το άλμπουμ έφτασε στο Νο12 του πίνακα Billboard την άνοιξη του 1980.
- Το άλμπουμ επανακυκλοφόρησε ηχητικά αναβαθμισμένο από την Atlantic Records/Warner Music το 1995 αλλά χωρίς bonus tracks.
Tracklist επίσημου soundtrack:
1. Whose Side Are You On (γραμμένο από τους Kenny Hopkins και Charley), 2. Midnight in Memphis (Tony Johnson), 3. Concert Monologue, 4. When a Man Loves a Woman (Calvin Lewis και Andrew Wright), 5. Sold My Soul to Rock 'N' Roll (Gene Pistilli), 6. Keep On Rockin [(Sammy Hagar) και John Shakespeare (John Carter)], 7. Love Me with A Feeling (Hudson Whittaker), 8. Camelia (Stephen Hunter), 9. Homecoming Monlogue, 10. Stay With Me (Jerry Ragovoy και George David Weiss), 11. Let Me Call You Sweetheart (Beth Slater Whitson και Leo Friedman), 12. The Rose (Amanda McBroom).
Tracklist ακυκλοφόρητου soundtrack: Fire Down Below (Bob Seger)
Σημείωση: Όλα τα τραγούδια, επίσημου και ακυκλοφόρητου soundtrack, είναι τραγουδισμένα από τη Bette Midler εκτός από το ορχηστρικό Camelia.
Κύρια πηγή πληροφοριών: The Internet Movie Database.
Σοφία Ρεντούμη

Κυριακή 21 Μαρτίου 2010

INNER WISH (studio report)

Mέσα σε ένα ευχάριστο και οικογενειακό κλίμα έγινε η παρουσίαση του νέου άλμπουμ των INNER WISΗ στα ντόπια “rock & metal media”.
Η μπάντα έφτασε αισίως να κυκλοφορεί το πέμπτο άλμπουμ της με τίτλο “No Turning Back” και αυτό που ακούσαμε ήταν δώδεκα εξαιρετικά τραγούδια που συνδυάζουν άψογα το melodic και power metal αφού οι επιρροές είναι κυρίως από Helloween, Judas Priest, Manowar και Gamma Ray. Καταπληκτικά ρεφρέν στα περισσότερα τραγούδια ,δυναμικές κιθάρες και επιβλητικοί epic και power metal ρυθμοί αφού το background(ντραμς, μπάσο, κήμπορντς) κάνει μικρά εκρηκτικά μεταλλικά θαύματα που σε συνδυασμό με τα ψηλά φωνητικά απογειώνουν όλο το άλμπουμ. Τα τραγούδια που ξεχωρίζουν είναι τα “Save Us”, “Chosen One”, “Burning Desires” (το οποίο είναι και το πρώτο video clip του άλμπουμ), το ομώνυμο τραγούδι του άλμπουμ και το φανταστικό “Kingdom Of The Prime”.
Το κρυφό όπλο του άλμπουμ του είναι ότι η μίξη και το mastering το οποίο έγινε από Σκανδιναβικά χέρια και συγκεκριμένα από τον κιθαρίστα των Dream Evil ,Fredrik Nordstorm(Dimmu Borgir, At The Gates, Soilwork, In Flames , Opeth) και τον Henrik Udd ενώ σημαντική ήταν και η βοήθεια του Μikka Jussila(Nightwish, Stratovarius)οπότε και το αποτέλεσμα είναι σαφές ανώτερο σε όλα τα επίπεδα. Η επίσημη κυκλοφορία του “No Turning Back” έχει ορισθεί στις 28 Μαΐου και έπειτα θα ακολουθήσει μία μεγάλη τουρνέ σε πολλές πόλεις της χώρας μας. Συνοπτικά το πρώτο άκουσμα της νέας δουλειάς των INNER WISH ήταν εντυπωσιακό και θα ενθουσιάσει αρκετούς από τους οπαδούς του αυθεντικού heavy metal. Περιμένουμε λοιπόν με ανυπομονησία και την επίσημη κυκλοφορία ώστε να προχωρήσουμε και στην κανονική παρουσίαση του νέου άλμπουμ των INNER WISH.
Φώτης Μελέτης

Σάββατο 20 Μαρτίου 2010

FM - "Metropolis"

Φαντάζομαι ότι όλοι σας κάποια στιγμή θα έχετε ακούσει τις φράσεις "Είναι πιο εύκολο να γκρεμίζεις παρά να κτίζεις (δημιουργείς)", "Είναι πιο εύκολο να σκοτώνεις παρά να δίνεις ζωή" και άλλα παρόμοια.
Και ίσως σε γενικές γραμμές και σε ορισμένους τομείς της ζωής μας αυτό να ισχύει πράγματι.
Όμως αναρωτιέμαι, όταν είσαι εξαιρετικός σε κάτι, όταν έχεις ταλέντο, όταν έχεις αυτό που λέμε "άστρο" πόσο εύκολο είναι να τα κάνεις μαντάρα και πόσο δύσκολο να πάρεις την πρωτιά, ή ακόμα και να πετύχεις ένα ρεκόρ;
Και για να μη γενικολογώ άσκοπα θα μιλήσω καθαρά γι' αυτό που κι εσείς κι εγώ ενδιαφερόμαστε. Τη μουσική και τους μουσικούς. Και πιο συγκεκριμένα για τους FM και τον κ. Steve Overland. Είναι από τους λίγους καλλιτέχνες που όταν περιμένω καινούργια του δουλειά δεν έχω την παραμικρή αγωνία, τον παραμικρό φόβο ότι μπορεί το αποτέλεσμα να μη με ικανοποιήσει. Γιατί ξέρω πως ακόμα κι αν στην πορεία της ακρόασης πιάσω τον εαυτό μου να έχει κάποιες ενστάσεις για κάποιες μουσικές ιδέες του (λέμε τώρα!) και πάλι την αμέσως επόμενη στιγμή θα καταφέρει να μ' αιχμαλωτίσει ξανά μ' αυτή τη γεμάτη πάθος, αδιαπραγμάτευτη, "take no prisoners" φωνή του και όλα πάλι θα είναι μέλι-γάλα!
Όσο για τις φοβερές μίξεις μουσικών ειδών που κάνει, πείτε μου, πόσους άλλους καλλιτέχνες ξέρετε που να συνδυάζουν blues, country, AOR, ακόμα και sleaze rock (και δεν μιλάμε σε έναν δίσκο αλλά καμιά φορά και σε ένα μόνο τραγούδι!) μ' αυτή την άνεση και το απίστευτο αποτέλεσμα, που να με κάνει να σκέφτομαι ότι και ένα απλό "καλημέρα" να με αξίωνε ο Θεός να μου πει κάποτε θα γινόταν το αγαπημένο μου hit! Εννοείται ότι δεν μπορώ να φανταστώ αυτόν τον άνθρωπο να μιλάει, παρά μόνο να τραγουδάει!
Έχω αγαπήσει αρκετές φωνές στη ζωή μου, αλλά έχω λατρέψει μόνο δύο. Η μία είναι η φωνή του Steve Perry, η άλλη μπορείτε να μαντέψετε σε ποιον ανήκει... Για μερικούς ανθρώπους η δημιουργία θεόπνευστης τέχνης είναι κάτι σαν την αναπνοή. Ο Steve Overland είναι ένας απ' αυτούς...
Line up
Steve Overland - φωνητικά, Jim Kirkpatrick - κιθάρα, Merv Goldsworthy - μπάσο, Pete Jupp - ντραμς, Jem Davis - πλήκτρα.
Tracklist
1. Wildside, 2. Hollow, 3. Unbreakable, 4. Flamingo Road, 5. Metropolis, 6. Over you, 7. Days Gone By, 8. Bring Back Yesterday, 9. I Ain't the One, 10. Don't Need Nothing, 11. The Extra Mile, 12. Who'll Stop the Rain, 13. Still the Fight Goes On.
Σοφία Ρεντούμη

RAGE - "String to a Web"

Οι RAGE είναι από αυτές τις περιπτώσεις στο χώρο της metal μουσικής που σε γενικές γραμμές σε προβληματίζουν στα πάντα, πέρα από τις συνθέσεις τους. Ενώ δηλαδή δεν υπάρχει κάποιος να τους προσάψει κάποιο κακό album, εύλογη είναι η απορία το πώς γίνεται μια τέτοια μπάντα με ιστορία 25 περίπου χρόνων να μην έχει καταφέρει να μπει στα μεγάλα σαλόνια, είτε μιλάμε από πλευράς κύρους, είτε απλώς εμπορικά.
Οπαδούς έχουν και μάλιστα πιστούς. Κορυφαία κομμάτια επίσης. Ίσως πάντα κάτι έλειπε ώστε να γραφτούν στην ιστορία με χρυσά γράμματα, κάτι στο οποίο βρέθηκαν πολύ κοντά το 1995 με το δίσκο "Black in Mind". Όπως προείπα, δύσκολα θα βρει κάποιος έναν-δύο κάτω του μετρίου album στην εκτενή δισκογραφία τους, και αυτό οφείλεται στην συνθετική ικανότητα του τραγουδιστή- μπασίστα- ιδρυτικό μέλος των Rage, Peter "Peavy" Wagner. Κατά καιρούς έχει αλλάξει το line up τους, αλλά από το 1999 και μετά σταθερός συνοδοιπόρος του Peavy είναι ο Victor Smolski (ex- Mind Odyssey), ο οποίος έχει αναλάβει τις κιθάρες και πλέον ένα μεγάλο μέρος της συνθετικής διαδικασίας.
Το τρίο συμπληρώνει ο Andre Hilgers (ex-Silent Force, Axxis) πίσω από τα drums, ο οποίος διαδέχτηκε τον Mike Terrana το 2007. Φτάνουμε στο σήμερα λοιπόν και το νέο cd των Rage κυκλοφορεί με αξιώσεις, καθώς το heavy power κράμα που παίζει το συγκρότημα τα τελευταία χρόνια δεν έχει βρει πρόσφορο έδαφος ώστε να απασχολήσει τη metal σκηνή. Όχι επειδή είναι ξεπερασμένο. Απλώς οι μέρες που αυτού του είδους παρακλάδια έπαψαν να βρίσκονται στο επίκεντρο.
Επί της ουσίας λοιπόν, εδώ έχουμε να κάνουμε με έναν ακόμη πολύ καλό δίσκο της μπάντας, ο οποίος κινείται στα μουσικά χνάρια που έθεσε η μπάντα με την είσοδο του Smolski στο σχήμα. Τα κομμάτια είναι μοιρασμένα στα αμιγώς heavy που κουμάντο κάνει ο Peavy, και στα κλασσικότροπα που έχει αναλάβει σχεδόν εξ ολοκλήρου ο Smolski.
Τα τραγούδια που ξεχωρίζουν, κατά τη γνώμη μου, είναι τα "Into the Light", που αποτελεί και το πρώτο single, "Hunter and Prey", με το απίστευτα κολλητικό refrain και "Saviour of the Dead", με το πιο heavy riff του δίσκου, ενώ στο μέσον περίπου της διάρκειας συναντάμε την μεγαλεπήβολη σύνθεση "Empty Hollow", η οποία χωρίζεται σε 5 μέρη, και θυμίζει στο ύφος την "Suite Lingua Mortis" από το "Speak of the Dead" album.
Διασκεδαστικό είναι και το "Hellgirl", το οποίο γράφτηκε για την κόρη του Andre, η οποία επέλεξε να έρθει στον κόσμο την ώρα που το συγκρότημα πρόβαρε στο studio. Εάν τον συνέκρινα πάντως με κάποια παλαιότερη κυκλοφορία τους, θα έλεγα πως περισσότερο μοιάζει με το "Speak of the Dead" γενικότερα, παρά με το προηγούμενο, "Carved in Stone".
Ο ήχος είναι πάρα πολύ καλός και καθαρός (oι ηχογραφήσεις έγινε στο πολύ γνωστό Twilight Hall Studio) και την παραγωγή ανέλαβε ο πολυπράγμων Victor Smolski και ο για πολλά χρόνια φίλος της μπάντας, Charlie Baurfeind (Hammerfall, Helloween κτλ). Το μόνο που αρνητικό που έχω να προσάψω είναι το ότι ενώ σαν σύνολο το "String to a Web" είναι εξαιρετικό, προσπερνώντας μάλιστα σε ποιότητα πολλές κυκλοφορίες της αγοράς, για πολλοστή φορά δεν υπάρχει αυτό το «κάτι» που θα σε κάνει να προσκυνάς τον Peavy και την παρέα του.
Το καλό βέβαια είναι ότι και οι ίδιοι μάλλον το έχουν καταλάβει και πλέον δεν προσπαθούν να ικανοποιήσουν τόσο νέους οπαδούς, όσο τους παλιούς, και σαν Rage-fan, το εκτιμώ.
Στέφανος Στεφανόπουλος

Οι ΥΕLLOW DEVIL SAUCE αποκαλύπτονται...

Είναι αλήθεια ότι η ελληνική εναλλακτική/stoner/grunge/πειτε-την-όπως-θέλετε σκηνή ανεβαίνει σταθερά τα τελευταία χρόνια. Εδώ τα πράγματα είναι πιο απλά γιατί ποτέ δεν υπήρξε η μπάντα μεγαθήριο να την αντιγράψουν όλοι(βλ. Rotting Christ). Αντίθετα υπήρξαν πολλές σταθερά ποιοτικές μπάντες, άλλες λιγότερο και άλλες περισσότερο γνωστές. Οι Yellow Devil Sauce είναι μια από αυτές. Τους γνωρίσαμε από τον πρώτο δίσκο “Yellow Devil Sauce” το οποίο μας άφησε καλές εντυπώσεις αλλά με το "Early Dinner at Dr.Chakravarti's" μας ανοίγουν την όρεξη για το μέλλον. Κάναμε μια μικρή κουβέντα και μάθαμε κάποια χρήσιμα πράγματα για την μπάντα. Δείτε την σούμα της παρακάτω και μην ξεχνάτε να υποστηρίζετε αυτούς που το αξίζουν!
Yellow Devil Sauce… Θα ήθελα μια βοήθεια guys...Πως σας ήρθε αυτό το όνομα; Τι ιστορία κρύβει πίσω του; Πείτε μας και λίγα λόγια για την μπάντα.

Το όνομα ήταν μια ιδέα του Αλέξη (κιθαρα/φωνη) και του Γιώργου (τύμπανα)
και συνελήφθη σε ένα μεξικάνικο εστιατόριο στην Αγγλία, η φάση είναι ότι η yellow devil sauce είναι όντως καυτερή σάλτσα που συνοδεύει μεξικάνικα πιάτα!!! Τώρα όσον αφορά την μπάντα, το 1999 η μπάντα ξεκίνησε τα πρώτα της βήματα ακολούθησαν πολλά live και δυο demo, το 2005 κυκλοφόρησε το πρώτο το μας ομώνυμο άλμπουμ από την x-art.tici music και φτάνουμε στο 2010 με το δεύτερο άλμπουμ "early dinner at dr.chakravarti's" από την spinalonga records.
Ετοιμάζεστε να κυκλοφορήσετε τον δεύτερο σας δίσκο. Δώστε μας λίγες πληροφορίες για το που ηχογραφήθηκε.
Ο δίσκος ηχογραφήθηκε στα SCA studios, οι ηχογραφήσεις ξεκινήσαν τέλη του 2008 αρχές του 2009 και κράτησαν περίπου ένα χρόνο. Έχει γίνει μια πάρα πολύ καλή δουλειά και γενικότερα ήμαστε πάρα πολύ ευχαριστημένοι με το τελικό αποτέλεσμα.
Η εταιρία κυκλοφορίας είναι η Spinalonga, την έχουμε συναντήσει και σε άλλες κυκλοφορίες της σκηνής. Πως είναι η μέχρι τώρα συνεργασία σας;
Η συνεργασία μας είναι άψογη, πραγματικά τα παιδιά μας στηρίζουν απόλυτα, επίσης να συμπληρώσω ότι μαζί με την Spinalonga στον δίσκο συμμετέχουν και η CTS productions και TFK.
Είναι ιδέα μου η υπάρχει μια σταθερή άνοδος της σκηνής τα τελευταία χρόνια;
Όχι δεν είναι η ιδέα σου, απλώς η ελληνική σκηνή τα τελευταία χρόνια αυτοοργανώνεται και αποδεικνύει ότι εκεί έξω υπάρχουν πάρα πολύ καλές μπάντες και πίστεψε με υπάρχουν πολλές!!
Θες να μιλήσουμε για τους στίχους; Από έρχεται η έμπνευση;
Κοίταξε οι στίχοι γράφονται εξ ολοκλήρου από τον Αλέξη και έχουν να κάνουν με προσωπικές σκέψεις, βιώματα γενικότερα εξαρτώνται από την διάθεση του Αλέξη την συγκεκριμένη περίοδο που τους γράφει.
Η διαδικασία σύνθεσης που ακολουθείτε ποια είναι;
Συνήθως ο Αλέξης έρχεται με τα riffs και τον σκελετό των κομματιών τα δουλεύουμε από κοινού στο στούντιο βάζοντας ο καθένας την πινελιά του η μέσα από τζαμαρίσματα όπου πολλές φορές καταλήγουν σε κομμάτια.
Πάμε λίγο στην ελληνική σκηνή, πες μου 3 μπάντες που πραγματικά γουστάρεις και θες να τους δεις ψηλά.
Eντάξει, δεν μπορώ να ξεχωρίσω καμία γιατί είναι πολλές οι μπάντες που γουστάρω, εγώ θέλω όλες οι μπάντες να πάνε ψηλά και την ελληνική σκηνή να βρει τον δρόμο της γιατί το αξίζει!
Εσείς πως το βλέπετε; Έχετε θέσει κάποιο όριο ως μπάντα;
Εμείς θέλουμε να παίζουμε να γουστάρουμε να γουστάρει και ο κόσμος που μας ακούει και αν προκύψει και κάτι άλλο εδώ είμαστε, Όριο όχι δεν έχουμε θέσει το μόνο που θέλουμε είναι να παίζουμε αυτό που αγαπάμε.
Περιμένετε να βγάλετε χρήματα από συναυλίες ή από πωλήσεις; Ποιος είναι τελικά ο στόχος σας; Χρήματα; Tρέλλα; Γκόμενες;
Χρήματα; όχι δεν είναι αυτό που μετράει το θέμα είναι να παίζεις και να δίνεις τον καλύτερο σου εαυτό, αν θέλαμε λεφτά και γκόμενες θα ήμασταν στο L.A και θα το παίζαμε τζοβενοι!!!! πέρα από την πλάκα η μουσική είναι που μετράει ότι κάνεις να το κάνεις με μεράκι.
Ηχητικά ποιες είναι οι επιρροές; Τι μουσική γουστάρετε να ακούτε;
Ηχητικά οι επιρροές μας αναμφισβήτητα είναι η σκηνή του Seattle, πρώιμοι Tool, Killing Joke, Kerbdog και αλλά πολλά. Πάνω κάτω τα ίδια ακούμε όλοι μας , τώρα ο καθένας έχει και τα προσωπικά κολλήματα του έτσι; Ξεκινάμε από Beatles και φτάνουμε στο black metal!!!!
Κλείστε αυτή την συνέντευξη/κουβέντα όπως θέλετε εσείς.
Ευχαριστούμε πολύ για την συνέντευξη και υποστηρίξτε την ελληνική σκηνή γιατί το αξίζει!!
http://www.myspace.com/yellowdevilsauce
Συνέντευξη στον Δομίνικο Πρίτη

Πέμπτη 18 Μαρτίου 2010

SCORPIONS: "Sting In The Tail"

Το κύκνειο άσμα των SCORPIONS είναι πλέον γεγονός. Μετά και τις επίσημες ανακοινώσεις περί διάλυσης οι Γερμανοί hard rockers αποφάσισαν να μας χαρίσουν το “Sting In The Tail”, ένα άλμπουμ αντάξιο της μακρόχρονης πορείας τους.
Το άλμπουμ ξεκινά περίφημα με τα “Raised On Rock” και στη συνέχεια το διαδέχεται το ομώνυμο κομμάτι του δίσκου στο κλασικό και απολαυστικό ύφος της μπάντας ενώ το πρώτο γερό κτύπημα έρχεται με το φανταστικό “Slave me” με ένα ρεφρέν και μία μελωδία που σπάει κόκκαλα αλλά και με τον Klaus Meine να εξακολουθεί με άνεση να ανατριχιάζει στα εξήντα του τα πλήθη. Επόμενο τραγούδι το εκπληκτικό “The Good Die Young” όπου συναντάμε στην σύνθεση εκτός από τον Rudolf Schenker και τον μαέστρο Christian Kolonovits και την μοναδική Tarja(πρώην Nightwish) να βοηθά τον Klaus Meine ώστε να απογειωθεί κι άλλο φωνητικά το κομμάτι και νομίζουμε το κατόρθωσαν με απόλυτη επιτυχία. Το φανταστικό “No Limits” που ακολουθεί θυμίζει έντονα εποχές από το Love at First Sting και ειδικά τα κιθαριστικά ριφ του τραγουδιού είναι ένα μίγμα “Bad Boys Running Wild” και “Βig City Nights”. Όσο κυλάει το cd συναντάμε την όμορφη μπαλάντα “Lorelei” ενώ το “Rock Zone” είναι ένας πραγματικός δυναμίτης. Η poser πλευρά των Scorpions ξεδιπλώνεται με τo υπέροχo “Turn You On” και με το “Let’s Rock” καταφέρνουν να γράψουν άλλο ένα arena hard rock κομμάτι ενώ η μπαλάντα “SYL” που ακολουθεί είναι στο παλιό γνώριμο στυλ του γκρουπ. To “Sting In The Tail” κλείνει με το θαυμάσιο “Spirit of Rock”(τέταρτο κομμάτι που περιέχει στον τίτλο τη λέξη rock) που μπορεί άνετα να γίνει hit ενώ το αποχαιρετιστήριο κομμάτι είναι το μελαγχολικό “The Best is Yet To Come”.Συνολικά το ύφος και ο ήχος σε όλο το άλμπουμ επιβεβαιώνει περίτρανα ότι έχουμε ή είχαμε να κάνουμε με ένα από τα καλύτερα και σημαντικότερα hard rock συγκροτήματα όπου αποδεικνύουν χωρίς υπερβολές μετά από σαράντα χρόνια παρουσίας ότι ξέρουν να παίζουν πιο σύγχρονα από πολλούς νεώτερους ανταγωνιστές τους. H βοήθεια στον τομέα των συνθέσεων από άλλους δημιουργούς είναι καθοριστική για την ποιότητα του άλμπουμ αφού οι Fredrik Thomander(Gotthard, Backyard Babies), Anders Wikström(Treat) , Eric Bazilian(Ηοοters),Martin Hansen και Michael Nord Andersson με προϋπηρεσία στους Rasmus έδωσαν την απαραίτητη ώθηση ώστε το τελευταίο άλμπουμ των Scorpions να ακούγεται δυνατό ,μελωδικό και πάνω από όλα να ακούγεται με hard rock διάθεση. Δεν ξέρουμε αν είναι το τελευταίο άλμπουμ των Γερμανών ή άλλο ένα επικοινωνιακό τους κόλπο εμείς απλά για άλλη μια φορά όσο προβλέψιμοι κι αν είναι σε πολλά τους τραγούδια μας κάνουν να χαιρόμαστε που τους ακούμε και να είστε σίγουροι ότι θα συνεχίζουμε να τους απολαμβάνουμε για πολλά χρόνια ακόμα.
Φώτης Μελέτης

VENUS & MARS - Όταν η Αφροδίτη και ο Άρης ερωτεύονται...

Μήπως σας έχουν λείψει τρομερά οι HEART και τα υπέροχα τραγούδια που έγραφαν τη θρυλική δεκαετία του '80; Αν ναι, τότε σας έχω μια ασπιρίνη...
Οι VENUS & MARS απαρτίζονται από τα γεμάτα πάθος φωνητικά της Diana DeWitt και τη δεξιοτεχνία στα πλήκτρα της Robin Randall. Η Diana DeWitt όχι μόνο συν-γράφει τα τραγούδια αλλά τους δίνει και ζωή μ' έναν τρόπο που λίγοι ερμηνευτές μπορούν! Οι δεξιοτεχνίες αυτών των δύο δημιουργούν τον μοναδικό ήχο αυτού του θηλυκού ντουέτου.
Ενώ ζούσαν στο Los Angeles η μουσική τους συνεργασία τις οδήγησε σε μια μακρόχρονη φιλία. Έτσι η Diana και η Robin συνδύασαν τα ταλέντα τους, γράφοντας για τον ρομαντισμό, τα αιώνια ερωτήματα του έρωτα, τις σχέσεις ανάμεσα στα δύο φύλα, τη μουσική που μιλάει στις ψυχές των εραστών σε όλο τον κόσμο.
Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα απ' την αρχή. Η ιδέα αυτού του αμερικανικού γυναικείου melodic rock ντουέτου ξεκίνησε το φθινόπωρο του 1993 όταν η Diana και η Robin ήταν μαζί σε περιοδεία στην Ευρώπη. Τα κορίτσια έδιναν παράσταση σ' ένα διεθνές AOR Show μαζί με πολλά συγκροτήματα, στηρίζοντας τον φίλο τους και αμερικανό καλλιτέχνη-φαινόμενο Mark Free (SIGNAL, KING COBRA). Το άλμπουμ του Mark "Long Way From Love" είχε γραφτεί από τη Robin και τη μακαρίτισσα μητέρα της, τη μεγάλη Judithe Randall, με τη Diana να βοηθάει στα φωνητικά. Η έξαψη και η ενέργεια που υπήρχαν κατά τη διάρκεια του promotion στο άλμπουμ του Mark άναψε τη σπίθα της συνεργασίας ανάμεσα στις δύο γυναίκες, έχοντας σαν αποτέλεσμα μια συλλογή τραγουδιών ονόματι "Grand Trine". Αυτά τα τραγούδια αγάπης, απώλειας, πάθους και πόθου ενέπνευσαν τη γέννηση των VENUS & MARS.
Οι εξαιρετικοί παραγωγοί (και όχι μόνο) Guy Marshall (PAT BENATAR, ROBERT TEPPER), James Christian (HOUSE OF LORDS) και Michael Hanna (FOREIGNER, FOGELBERG, MICHAEL McDONALD) βοήθησαν οδηγώντας τες στο μουσικό μονοπάτι τους.
Μετά από την ανεξάρτητη, επιτυχημένη "εκτόξευση" του "Grand Trine" το 1994, τα κορίτσια υπέγραψαν μια συμφωνία για δίσκο με την ιαπωνική εταιρεία Avex Trax και κυκλοφόρησαν τη δεύτερη δουλειά τους "New Moon Rising" το 1998. Σ' αυτόν τον δίσκο συμπεριλαμβάνεται το διάσημο τραγούδι "Bless A Brand New Angel", που ακούστηκε στο πολύ γνωστό σίριαλ "Baywatch" καθώς και οι original εκτελέσεις (μιλάμε για τραγούδια που έχουν γράψει η Diana DeWitt μαζί με τις Judithe και Robin Randall από το 1984 έως το 1998) πολλών μετέπειτα singles των STARSHIP ("Tomorrow Doesn't Matter Tonight") και της Agnatha Falkskag (ABBA). Επίσης περιέχονται δικά τους κομμάτια που αργότερα ηχογράφησαν σπουδαίοι καλλιτέχνες όπως οι προαναφερόμενοι Mark Free ("The Last Time", "Dying For Your Love") και James Christian ("Leave Well Enough Alone").
Αρχικά το cd κυκλοφόρησε μόνο στην Ιαπωνία (1998) αλλά επανεκδόθηκε το 2003 από την αμερικανική δική τους εταιρεία με 2 διαφορετικά τραγούδια. Εδώ και αρκετό καιρό το εν λόγω CD είναι διαθέσιμο από το CD Baby για ψηφιακή διανομή.
Να σημειωθεί ότι η Diana DeWitt έχει γράψει στο παρελθόν τραγούδια για τους Robbie Buchanan, Dennis DeYoung, Barry DeVorzon, Giorgio Moroder, David Pack και αμέτρητους άλλους, έχει κάνει κύρια, βοηθητικά φωνητικά και ντουέτα και έχει γράψει τραγούδια μαζί με καλλιτέχνες όπως οι BJ Thomas, Robert Tepper, Mickey Thomas, Mark Free, Michael McDonald κ.ά. καθώς έχει επενδύσει με τραγούδια και αρκετές ταινίες και διαφημιστικά.
Περισσότερες πληροφορίες για τις Diana DeWitt και Robin Randall θα βρείτε στο site www.phonorec.com
Οι Robin και Dianna προσκαλούν τον ακροατή να βιώσει ένα ασυνήθιστο, υπέροχο ταξίδι μέσα από την παλλόμενη καρδιά και το πηγαίο συναίσθημα των VENUS & MARS. Ό,τι κι αν κάνετε μην αμελήσετε να πείτε ναι σ' αυτή την πρόσκληση. Αν βέβαια θα σας άρεσε ένα μουσικό ταξίδι που θα είχε προορισμό τον δικό σας προσωπικό παράδεισο! Εμένα πάντως μου ακούγεται πολύ δελεαστικός ένας τέτοιος προορισμός...
Σημείωση: Εδώ θα ήθελα να πω ένα μεγάλο ευχαριστώ στους καλούς μου φίλους Troy και Camelblue που με βοήθησαν δίνοντάς μου πολύτιμες πληροφορίες γι' αυτές τις δύο εξαιρετικές καλλιτέχνιδες! THANKS GUYS! YOU'RE THE BEST!!!
Συμβουλή: Μην αφήσετε να σας παραπλανήσει η συντηρητική εμφάνιση των δύο κυριών στη φωτογραφία. Θυμηθείτε: τα ράσα δεν κάνουν τον παπά!
Σοφία Ρεντούμη

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...