Σάββατο 4 Ιουλίου 2015

Η ιστορία των SURVIVOR - Εγχειρίδιο Ροκ Επιβίωσης

Αν εξαιρέσεις τους ηρωικούς συνειρμούς που φέρνει η περσόνα του Rocky Balboa σε όσους διανύει τα δεύτερα -άντα, η κακομαθημένη και για πολλά χρόνια αδιάβαστη ελληνική ροκ κοινότητα ήξερε μόνο το "Eye Of the Tiger" και έβλεπε αυτό το γκρουπ σαν μια εμπορική υποσημείωση της δεκαετίας του '80.
Πολύ μελωδικοί για να είναι "hard", πολύ αμερικάνοι για να είναι πιστευτοί, όχι και τόσο μπάνικοι για να αποκτήσουν υπολογίσιμο θηλυκό κοινό. Ο χρόνος και η ποιότητα των των τραγουδιών τους όμως επιβίωσαν. Μετά την απροσδόκητη αναχώρηση του Jimi Jamison, οφείλουμε μία λίγο πιο προσεκτική ματιά στην ιστορία των Survivor...
Ο πυρήνας της hard rock μπάντας που σχηματίστηκε στο Chicago το 1978 δεν απαρτιζόταν από χθεσινούς μουσικούς.
Ο
Jim Peterik (11.11.1950) ήταν ο βασικός συνθέτης, τραγουδιστής και lead κιθαρίστας των Ides Of March, που τον Ιούνιο του '70 είχαν φθάσει στο #2 του Billboard με το κλασσικό πλέον "Vehicle" και είχαν περιοδεύσει με Hendrix, Joplin και Zeppelin.
Ο Frankie Sullivan (1.2.1955) είχε μάθει την εξάχορδη στα τέλη των '60s, τριγυρνώντας στα γκαραζ και βοηθώντας να στήσουν τα μικρόφωνα διάφορα γκρουπάκια στα προάστια του Chicago. Από το '76 είχε ήδη φτιάξει και το δικό του σκληρόηχο σχηματάκι, τους "Mariah". Ο Dave Bickler (31.3.1953), γέννημα θρέμμα του Lisle του Illinois, είχε κι εκείνος γευθεί την επιτυχία με τους Jamestown Massacre (το "Summer Sun" είχε ακουστεί αρκετά το καλοκαίρι του '72).
Το '79, έχοντας παίξει σε κάθε μικρομεσαίο club του Chicago υπό διάφορα προσωρινά ονόματα, το πενταμελές σχήμα εντοπίζεται από τον δαιμόνιο John Kalodner και τους προσφέρεται συμβόλαιο με την Scotti Bros. Είναι η εποχή των Foreigner, των Toto και των REO Speedwagon και ο άξονας κιθάρας/πλήκτρων/φωνής των τριών ψημένων μουσικών μοιάζει αξιόπιστος και μέσα στην εποχή. Όπως θα πει ο Kalodner, τo γκρoυπ θα ονομαστεί Survivor, όχι μόνον στο πρότυπο των μεσουρανούντων τότε Foreigner, αλλά επειδή η ψυχή του γκρουπ Jim Peterik είχε δείξει με την μέχρι τότε πορεία του ότι είναι ακριβώς αυτό. Ένας μάστορας της επιβίωσης στη μουσική σκηνή.
Ο πολύς
Ron Nevison (με φρέσκα τα παράσημα από την παραγωγή μεταξύ άλλων στο "Quadrophenia", το "Physical Graffitti", το "Bad Company" και το "Lights Out") αναλαμβάνει την παραγωγή του ντεμπούτου τους, "Survivor", που φθάνει όμως μόλις στο #169 του Billboard τον Απρίλιο του '80. Παρά την κακή εμπορική απόδοση του δίσκου, η ραφιναρισμένη ροκ τραγουδοποιία - με χαρακτηριστικό της μια ευδιάκριτη κιθαριστική γκαζιά παραπάνω απ΄το μέσο fm ροκ της εποχής- είναι φανερή σε κομμάτια όπως τα "Let It Be Now", "As Soon As Love Finds Me", "Nothing Can Shake Me From Your Love" και "Whatever It Takes".
Η συνεργασία
Peterik/Sullivan ήταν από την πρώτη στιγμή παραγωγική. Υπήρχε τόσο υλικό, ώστε έμεινε αρκετό έξω απ΄το δίσκο.
Ένα άμεσο ροκ κομμάτι που ο
Nevison απέρριψε ως «υπερβολικά southern» ("Rockin' Into The Night"), παραχωρήθηκε στους .38 Special και έφθασε αμέσως στο #43 το Μάρτη του '80. Κακή εκτίμηση. Το δικό τους πρώτο single, "Somewhere In America", μένει στο #70 (3.5.80).

Το γκρουπ υποχρεώνεται να αναδιοργανωθεί. Αρχές του '81 η ρυθμική βάση (οι με jazz/fusion υπόβαθρο Gary Smith και Dennis Keith Johnson) θέλουν να ακολουθήσουν άλλη πορεία και αντικαθίστανται από τους Stephan Ellis (μπάσο) και Eric Droubay (ντραμς). Στο μεταξύ, ο Jim Peterik υπογράφει και την επόμενη επιτυχία των .38 Special ("Hold On Loosely", US#27, Μάϊος '81) και δίνει άλλο ένα κομμάτι στον Don Felder ("Heavy Metal [Takin' A Ride]"), που μπαίνει στην - cult πλέον σήμερα - ταινία ενηλίκων κινουμένων σχεδίων ("Heavy Metal"), φθάνοντας στο #43. To συγκρότημα, και μόνο επειδή φέρνει χρήμα στη δισκογραφική του εταιρία, αξίζει περισσότερη προσοχή στη δεύτερη προσπάθεια.
Η οποία έρχεται τον Οκτώβριο του '81 με τον τίτλο "Premonition", σε συμπαραγωγή του Peterik (με τον Artie Ripp).
Ξεχωρίζει μακράν το "Poor Man's Son", με το κοφτό ριφ κιθάρας - πιάνου (στη συνταγή του "Jane" των Starship και του "Hold The Line" των Toto) και το αφοπλιστικό βιμπράτο του Bickler ("I'm a poor mans son- Workin' all night long - Got a bad guitar And a simple song - You're a rich man's daughter - Look at what you've done - You went and fell in love - With a poor man's son").
Παρ΄ότι τα υπόλοιπα επτά κομμάτια του άλμπουμ δεν έχουν κάτι ξεχωριστό, το "Poor Man's Son" σπάει για πρώτη φορά το τοπ-40 (US#33, 12.12.1981) και τους βάζει στο χάρτη. Και ενώ το δεύτερο single, το νοσταλγικό "Summer Nights" πασχίζει να διατηρήσει το ενδιαφέρον (US#62, 27.3.82), ο ιδιοκτήτης της δισκογραφικής των Survivor, Tony Scotti, κάπου στο Hollywood, βάζει το "Poor Man's Son" στον 36χρονο ηθοποιό / σκηνοθέτη ονόματι Sylvester Stallone που ψάχνει να μπει στη δεκαετία του '80 με την τρίτη ταινία ενός δικού του franchising που του έχει ήδη αποφέρει δόξα και Όσκαρ. Θα είναι το  "Rocky III", η υπεράσπιση των κεκτημένων από το πάλαι ποτέ άσημο μποξέρ από τη Φιολαδέλφεια. Το στόρυ πρέπει να δείχνει μοντέρνο και η μουσική είναι μια βασική ανησυχία του "Sly".
Επειδή δεν καταφέρνει να εξασφαλίσει τα δικαιώματα του "
Another One Bites The Dust" των Queen, ζητάει από τον Scotti αν «το συγκρότημά του» θα μπορούσε να γράψει για την ταινία ένα «σύγχρονο» κομμάτι με δυνατό ρυθμό, σαν το "Poor Man's Son". Στο γκρουπ δίνεται μια κόπια της αμοντάριστης ακόμη ταινίας, όπου ο Apollo Creed ντοπάρει ψυχικά τον Rocky λέγοντάς του διαρκώς ότι πρέπει να ξαναβρεί τη «ματιά του τίγρη».
Το αποτέλεσμα έμελλε να είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά ροκ κομμάτια όλων των εποχών, το "
Eye Of The Tiger".
Στις 24 Ιουλίου του '82 εκτοξεύεται στην κορυφή του Billboard, όπου παραμένει για έξι συνεχόμενες εβδομάδες. Δύο εκατομμύρια 45άρια πουλιούνται στις Η.Π.Α. μέχρι το τέλος του καλοκαιριού και 800.000 ακόμη μέχρι το τέλος της χρονιάς στην Αγγλία.
Ένα ακαταμάχητο τραγούδι, με εσωτερική ένταση και τέτοια οικονομία στη δομή που δεν τολμάς να του αλλάξεις ούτε μουσικό μέτρο στην ερμηνεία ή την εκτέλεση. Ξεκινώντας από την ταινία, την οποία στην ουσία ανέδειξε στις πιο εμπορικές της χρονιάς παγκοσμίως, έγινε σχεδόν αμέσως το συνώνυμο του άκρατου ατομικισμού, «ιδανικού» που το
Hollywood αφειδώς διοχέτευε σε όλη την οικουμένη τη δεκαετία του '80.
Ένα
macho κομμάτι, για μια εποχή με ξεκάθαρους ρόλους που είχε όμως τέτοια μουσική και στιχουργική δύναμη, ώστε μέσα στα χρόνια έγινε δικαιωματικά το ζωντανό σάουντρακ για τον μαχητή κάθε συγκυρίας.


Το βίντεο κλιπ του κάνει μόδα τον μπερέ, τα πέτσινα παντελόνια (Bickler), τα γυαλιά - πατομπούκαλα (Peterik), τις δερμάτινες άσπρες γραββάτες (Stephan Ellis), ενώ το περπάτημα της μπάντας ώμο με ώμο σα συμμορία κάτω από τα φώτα της πόλης (για να καταλήξει να παίζει το κομμάτι με μια αποθήκη) ορίζει για τα επόμενα χρόνια τo attitude άπειρων συγκροτημάτων από την Αλάσκα μέχρι τη Γη του Πυρός.


Το σάουντρακ της ταινίας φθάνει στο #15 του καταλόγου των άλμπουμ στην Αμερική. Συγχρόνως, το τρίτο άλμπουμ του γκρουπ, με τίτλο, πως αλλιώς, "Eye Of The Tiger", μένει στο #2 για τέσσερις εβδομάδες (πίσω απ΄το "Mirage" των Fleetwood Mac) και είναι με διαφορά το καλύτερό τους μέχρι τότε. Mε κατασταλαγμένα, κιθαριστικά κομμάτια ("Feels Like Love", "Children Of The Night") που μοστράρουν άφοβα τα ραδιοφωνικά τους hooks ("American Heartbeat", US#17, 20.11.82, "The One That Really Matters", US#74, 12.2.83). Στα 25α Grammy (Φεβρουάριος '83) παίρνουν προδιαγεγραμμένα το βραβείο της καλύτερης ροκ ερμηνείας με το "Eye Of The Tiger" (στην ίδια τελετή το "IV" των Toto παίρνει έξι βραβεία, για να έχουμε εικόνα των μεγεθών της εποχής). Οι Foreigner και οι Journey έχουν ξαφνικά κι άλλον αντίπαλο.
Το επόμενο βήμα είναι αναμενόμενα δύσκολο. Δεν γίνεται να ξαναγραφτεί ένα δεύτερο "magnum opus" σε λιγώτερο από ένα χρόνο. Τον Οκτώβριο του '83, το "Caught In The Game" είναι σχεδόν ισάξιο ως άλμπουμ με τον προκάτοχό του (το κοφτό ραδιοφωνικό ροκ του "Jackie Don't Go", οι μπαλάντες "I Never Stopped Loving You" και "Santa Ana Winds" και το στακάτο "Slander" είναι από τα καλύτερα του γκρουπ) αλλά η απουσία ενός κομματιού με το ειδικό βάρος του "Eye Of The Tiger" είναι αισθητή, καθώς το ομώνυμο σινγκλ μένει χαμηλά (US#77, 5.11.83). Σαν να μην είναι αρκετή αυτή η αποτυχία, ξαφνικά ο Bickler εμφανίζει πολύποδα στις φωνητικές χορδές. Απαιτείται επέμβαση και περίοδος ανάρρωσης που θα χρειαστεί να ξεπεράσει τον έναν χρόνο. Αναγκάζεται να εγκαταλείψει το συγκρότημα, αλλά οι φήμες ότι είναι δυσαρεστημένος γιατί δεν παίρνει όσα πιστεύει ότι αξίζει, ως η πολυπλατινιένια φωνή - βιτρίνα του γκρουπ, δεν διαψεύδονται.
Θα είναι το τέλος για το συγκρότημα, πάνω στο ζενίθ του; Τέτοια χρυσοφόρος μηχανή τραγουδιών δεν θα μείνει ανυποστήρικτη από την Scotti Brothers. Αρχίζουν οι οντισιόν και στο προσκήνιο εμφανίζεται ένας άγνωστος. Ο Jimi Jamison (23.8.1951) απ΄το Memphis, με θητεία στα τέλη των '70s σε κάτι νευρώδεις ακολούθους του σκληρού blues των Bad Company που λέγονταν Target και αργότερα στους πιο «μεταλλικούς» Cobra (όλες οι ηχογραφήσεις και των δύο για χρόνια «σπάνιες» και πανάκριβες να τις βρεις).
Ο νέος τραγουδιστής είναι ένα φυσικό ταλέντο, στον καιρό του για να αναδειχθεί. Παρά τις αντιρρήσεις του για τον «ποπ» χαρακτήρα του συγκροτήματος, η μοναδική άνεσή του με τις δυσθεώρητα ψηλές νότες εντυπωσιάζει τους
Sullivan και Peterik.
Είναι ένας προσγειωμένος νότιος με όρεξη για δουλειά και ένα μονάκριβο φωνητικό εργαλείο. «Συνειδητοποίησα ότι μπορεί να τραγουδήσει ο,τιδήποτε του γράψω, όσο ψηλά κι αν πρέπει να πάει. Στην
oντισιόν του δώσαμε να παίξει κάποια κομμάτια που η φωνή έφτανε αρκετά ψηλά και εκείνος έλεγε "ελάτε, μη μου κάνετε χάρες, δώστε μου μια πραγματική ευκαιρία"», θυμάται αργότερα ο Peterik.
H αρχή γίνεται με το "Moment Of Truth" (US#63, 7.7.84), το κομμάτι μιας ακόμη ταινίας που καθόρισε εφηβικά υπερεγώ στα '80s, του "Karate Kid" (σκηνοθεσία John Avildsen, Oscarούχου με το "Rocky" το '76). Και ακολουθεί, τον Σεπτέμβριο του '84, ένα τεράστιο άλμπουμ. Το "Vital Signs". Η αναρρίχησή του στα charts θα είναι αργή αλλά επιβλητική (US#16, 13.7.85) και στο άκουσμά του αναγνωρίζει κανείς ακόμη και σήμερα ένα από τα μεγαλύτερα A.O.R. άλμπουμ όλων των εποχών. Κομμένο και ραμμένο μαεστρικά για να παίζεται από το ραδιόφωνο, περιέχει 9 (σχεδόν) ισάξια κομμάτια, προσεγμένα μέχρι κεραίας ν΄ακούγονται καθαρά απ΄οποιοδήποτε κονσερβοκούτι με κεραία ανά τη γη (διαπεραστικά πρίμα σε κιθάρα και πλήκτρα και πάνω τους μια μοναδική φωνή που υπογραμμίζει τις μελωδίες), ενώ μόνο τα τέσσερα απ΄αυτά έχουν σόλο κιθάρα. Ένας δίσκος φτιαγμένος για επιτυχία, αλλά από τραγουδοποιούς, όχι από επαγγελματίες συνθέτες και χωρίς την ευκολία της διασκευής, που τότε ήταν επιβεβλημένη πατέντα.
Η τριπλέτα "
I Can't Hold Back" (US#13, 8.12.84), "High On You" (US#8, 23.3.85) και "The Search Is Over" (US#4, 13.7.04) ορίζει τα ραδιοκύματα της εποχής, ενώ τα "Popular Girl", "Broken Promises", "Everlasting" φέρουν ροκ πιστοποιητικά πρώτης γραμμής. Το δε "It's The Singer, Not The Song" είναι το άλμπουμ τρακ που θα αψηφήσει το χρόνο, με στίχο που γίνεται ένα με τον Jimi Jamison από τότε.

 
To συγκρότημα είναι πλέον συνώνυμο του αμερικάνικου A.O.R., με τους κινηματογραφικούς συνειρμούς να γίνονται πιο έντονοι από τη σύζευξη της μουσικής τους και με το επόμενο, τέταρτο μέρος του "Rocky".
Σημαδεύοντας το απόγειο της ψυχροπολεμικής προπαγάνδας του Ρηγκανισμού, το "Burning Heart" (US#2, 1.2.86 και UK#5, 1.3.85) φτάνει μια ανάσα απ΄το να γίνει ένα δεύτερο "Eye Of The Tiger". Και ίσως γινόταν, αν τη χρονιά του Τσέρνομπιλ και του Μαραντόνα ο πλανήτης δεν ήταν υπερκορεσμένος από ραδιοφωνικές φόρμουλες. «Ήταν μεγάλο λάθος που δεν βάλαμε το "Burning Heart" στον επόμενο δίσκο μας, θα πουλούσε ένα εκατομμύριο παραπάνω άνετα» θα πει αργότερα ο Peterik.

 
Πράγματι, χωρίς να πιάσει το momentum του "Rocky IV", το "When Seconds Count" (US#49) κυκλοφορεί στα τέλη του '86, μετά από μήνες επεξεργασίας, προκειμένου να παραχθεί ένα δεύτερο "Vital Signs". Ο ήχος του ενσωματώνει την τεχνολογία αιχμής της εποχής, οι ροκ γωνίες είναι πιο λίγες από κάθε άλλη φορά και ο Jamison (που αυτή τη φορά συμμετέχει και συνθετικά σε τέσσερα κομμάτια) δίνει μια ακόμη δέσμη πειστικών ερμηνειών. Το "Is This Love" (US#9, 17.1.87) και το "Man Against The World" (US#86, 23.5.87) δεν φτάνουν να ανεβάσουν το γκρουπ πάνω απ΄τον τρομακτικό ανταγωνισμό της εποχής (η περίοδος '86-'87 είναι η μεγαλύτερη υπερπαραγωγή από FM hits που εναλλάσσονται με ασύλλητο ρυθμό στα τσαρτς και των δύο πλευρών του Ατλαντικού) και οι πωλήσεις σταματούν μόλις στο μισό εκατομμύριο.
Τα καλύτερα κομμάτια του άλμπουμ, το οποίο φαίνεται να αδικείται από τη σειρά του ίδιου του
track listing, είναι τα album tracks "Rebel Son", "Oceans" και "Back Street Love Affair", όλα χωμένα στη μέση και πίσω κάθε μιας από τις δύο πλευρές του δίσκου. Μετά από μια επιτυχημένη τουρνέ στην Ιαπωνία το συγκρότημα σιγεί.

 


Την επόμενη χρονιά, η ρυθμική βάση των Droubay και Ellis, χωρίς τυμπανοκρουσίες, απολύεται. Session μουσικοί χρησιμοποιούνται για τις ηχογραφήσεις ενός άλμπουμ - επιστροφή, που θα ονομαστεί "Too Hot To Sleep".
O Sullivan έχει πάρει αυτή τη φορά τα ηνία, συμπαράγοντας με τον Frank Fillipetti ένα σκληρό, πιο hard rock, ήχο από κάθε άλλη φορά. Όμως είναι πλέον τέλος του '88 και το επιμελώς ξεσκισμένο sleaze των Guns N' Roses έχει επιβάλει το δικό του νόμο. Στην εποχή του hair metal οι Survivor ακούγονται βεβιασμένοι και μια σκάλα πιο «ελαφρείς» μπροστά στο αφελές αλλά φαζαριστό hip των Winger, Warrant, White Lion (χωρίς καν να βάλουμε στην εξίσωση την αναμέτρηση με τις περμανάντ όλων αυτών).
To άλμπουμ είναι και πάλι A.O.R. κλάσης (το ομώνυμο, το "Desperate Dreams", το "Tell Me I'm The One") αλλά φανερά, πλέον, εκτός εποχής. Το πρώτο single "Didn't Know It Was Love" φθάνει μετά βίας στο #61 (Nοέμβριος '88) και μετά την αξιοπρεπή μπαλάντα "Across The Miles" (US#74, 11.2.89), οι Sullivan και Peterik αποφασίζουν να κάνουν ένα διάλειμμα απροσδιόριστης διάρκειας. H μπαλάντα "Ever Since The World Began" (από το '82), αυτή τη φορά με φωνή του Jamison, ακούγεται στην ταινία "Lock Up" του Stallone (τέλη '89), χωρίς να συγκινήσει. Οι καλές μέρες έχουν περάσει.

Τα
nineties δεν υπήρξαν ευγενή με κανέναν σαραντάρη της γενιάς των Survivor. Το '93 Jamison συνυπογράφει το θέμα της τηλεοπτικής σειράς "Baywatch" ("I' m Always Here", όπου κάνει θραύση η breathtaking σιλικόνη της Πάμελα Άντερσον). και ανοίγει, έτσι, μια δεύτερη καρριέρα.

Επιλέγοντας όμως να περιοδεύει με back-up διάφορους session μουσικούς ως "Survivor" ή άλλοτε ως "Jimi Jamison's Survivor", βάζει το γκρουπ σε έναν ατέρμονο νομικό μαραθώνιο αντεγκλήσεων.
Ο
Sullivan (παραδόξως μόνον αυτός) αντιδρά και διεκδικεί την πατρότητα του ονόματος. Ο Bickler ξαναμπαίνει στο προσκήνιο, καθώς βρίσκεται με τους Sullivan και Peterik, ηχογραφούν δύο καινούρια κομμάτια και αρκετά demo, αλλά δεν κυκλοφορούν σχεδόν τίποτε (τα δύο μέτρια «καινούρια» κομμάτια βρίσκονται σ΄ένα best του '93). Διαφωνίες στα λεφτά, πρόβλημα στο να εξασφαλίσουν δισκογραφικό συμβόλαιο, συζητήσεις επί συζητήσεων για επανέκδοση του καταλόγου τους και για σχεδιαζόμενες περιοδείες, ακόμη και για επανένωση γίνονται και ναυαγούν. Έτσι περνά σχεδόν ολόκληρη τη δεκαετία του '90.
Ο
Peterik εγκαταλείπει το σκάφος το '96 και ασχολείται τους επανασυνδεδεμένους Ides Of March, αφήνοντας τον Sullivan να δοκιμάζει σε περιοδείες διάφορους μουσικούς, με τον Bickler πάντοτε πίσω απ΄το μικρόφωνο.
Mέχρι και οι Drοubay και Ellis επιστρέφουν για δύο - τρία χρόνια, χωρίς να ηχογραφηθεί όμως τίποτε καινούριο. Τελικά, το 1999 ο Sullivan κερδίζει τη δικαστική μάχη για το όνομα των Survivor. Ειρωνεία της τύχης, καθώς την επόμενη χρονιά, αποφασίζει να τα «ξαναβρεί» με τον Jamison (!), διώχνοντας αυτή τη φορά τον Bickler.
Όταν τελικά ο Sullivan, με τον Jamison στα φωνητικά, τον Droubay στα ντραμς και τους Chris Grove στα πλήκτρα και Barry Dunaway στο μπάσο κυκλοφορούν μετά από 18 χρόνια ένα άλμπουμ ως Survivor, οι προσδοκίες είναι υψηλές, αλλά τα αποτελέσματα επιεικώς χλιαρά. Το "Reach" (2006), παρά την hi-tech παραγωγή, αποτελείται από τετριμμένο A.O.R. χωρίς εξάρσεις, υλικό που ακούγεται κουρασμένο και ανέμπνευστο.
Όλα τα πρώην και νυν μέλη ακολούθησαν μέσα στα χρόνια διάφορα projects, ενώ η «Ματιά του Τίγρη» συνέχισε να τους ταίζει πλουσιοπάροχα. Το 2004, το συγκρότημα εμφανίζεται σε ένα χαρακτηριστικό διαφημιστικό για τον espresso της αλυσίδας Starbucks, παίζοντας μια διασκευή του "Eye Of the Tiger" και κερδίζοντας μια υποψηφιότητα για βραβείο Emmy. O Bickler γνωρίζει επιτυχία με μια σειρά διαφημιστικών σποτ για τηλεόραση και ραδιόφωνο για την "Bud Light". Ο -γνωστός από τη θητεία του με τον Michael Schenker- Robin McAuley αναλαμβάνει το μικρόφωνο για πέντε χρόνια (2006-2011). Στις 3.4.2007, το γκρουπ παίζει για εκατομμυριοστή φορά το κομμάτι - τοτέμ στην εκπομπή "Dancing With The Stars" στις Η.Π.Α., ενώ το χρησιμοποιεί και η συντηρητική Sarah Palin στην προεκλογική της εκστρατεία το 2008.
Ο Jamison, που ακολουθεί solo καρριέρα με εκλεκτικές αλλά αραιές κυκλοφορίες επιστρέφει το 2011. Ώσπου, στα μέσα του 2013, τα αστέρια ευθυγραμμίζονται. Ανακοινώνεται επισήμως ότι οι Survivor (με Sullivan και Droubay από το «παλιό» σχήμα), υποδέχονται με ανοικτές αγκάλες και τους δύο τραγουδιστές τους, σε μια σειρά περιοδειών όπου «επί τέλους θα μπορούμε να παίξουμε για τους οπαδούς μας όλες τις επιτυχίες μας».    
Οι περιοδείες γίνονται δεκτές ως ευλογία από τα εκατομμύρια των αμερικανών οπαδών, καθώς οδηγούμενοι από τον ακούραστο Sullivan, οι Bickler και Jamison βρίσκονται σε τοπ φόρμα παρ΄ότι και οι δύο έχουν καβατζάρει τα 60.
Ώσπου, στις 31 Αυγούστου 2014, η Big Heaven's Band καλεί απροσδόκητα τον Jamison. Είχε δώσει ένα δυνατό live στη Βόρεια Καλοφόρνια και ήταν αισιόδοξος. Και ξαφνικά, η καρδιά του σταμάτησε.
Κανείς δεν ξέρει πλέον αν θα συνεχίσουν, ή αν θα ηχογραφήσουν, με τον Bickler, ή κάποιον άλλον. Αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι οι πραγματικοί επιζώντες είναι τα τραγούδια τους. Πέρα από φόρμες, μόδες, είδη και στυλ, "When it's coming from the heart, all the people sing along".

ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ

Survivor (1979)
Premonition (1981)
Eye of the Tiger (1982)
Caught in the Game (1983)
Vital Signs (1984)
Live in Tokyo
(1985)
When Seconds Count (1986)
Too Hot to Sleep (1988)
Reach (2006)

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Scorpions: "Tokyo Tapes"


Οι τελευταίες μέρες του κιθαρίστα Uli Jon Roth στους
SCORPIONS σημαδεύτηκαν από τις live εμφανίσεις στην Ιαπωνία και όπως ο ίδιος έχει δηλώσει εκείνη την χρονική περίοδο το συγκρότημα μαζί με αυτόν είχε φτάσει στο αποκορύφωμα του.



 Τον Απρίλιο του 1978 η μπάντα στα πλαίσια της περιοδεία τους για την προώθηση του άλμπουμ “Taken By Force” στη χώρα του ανατέλλοντος ηλίου ηχογράφησαν το πρώτο επίσημο live album που φέρει τον τίτλο “Tokyo Tapes” στο Nakano Sun Plaza.
Ένα μνημειώδες live άλμπουμ που περιέχει κορυφαίες στιγμές των Γερμανών hard rockers από την δεκαετία του ’70 οι οποίοι έκλειναν το πιο ποιοτικό τους κεφάλαιο.
Οι πιστοί και πιο παλιοί οπαδοί του συγκροτήματος θεωρούν την συγκεκριμένη περίοδο ως την καλύτερη τους και δεν έχουν κι άδικο αφού τραγούδια όπως τα “We ‘ll Burn the Sky”, “Pictured Life”, “In Trance”, “Fly to The Rainbow”, “Speedy’s Coming”, “He’s a Woman, She’s a Man” παραμένουν μοναδικά και πάντα κλασσικά
Αλλά στο “Tokyo Tapes” υπάρχουν και μερικές εκπλήξεις που ακόμα και σήμερα δείχνουν το ξεχωριστό πρόσωπο του γκρουπ για εκείνη τη περίοδο. Χαρακτηριστικά σημειώνουμε τη δυναμική διασκευή στο rock ‘n roll medley “Hound Dog” με το “Long Tall Sally”, την ανατριχιαστική εκτέλεση στο γιαπωνέζικο παραδοσιακό “Kojo No Tsuki” με τον κόσμο να τραγουδά μαζί τους καθώς και το ακυκλοφόρητο τότε “All Night Long”(βγήκε το 1979 λίγο αργότερα σαν σινγκλ).
Να επισημάνουμε ότι οι γερμανοί είχαν παίξει κι άλλο ένα παραδοσιακό γιαπωνεζίκο κομμάτι το "Kimi ga yo", το οποίο δεν συμπεριλίφθηκε στην επίσημη κυκλοφορία του  "Tokyo Tapes" (το ίδιο συνέβη και με τα δικά τους τραγούδια "Hell-Cat", "Catch Your Train").
Επίσης σε τρία κομμάτια τραγουδά, ο U.J.Roth όπου με την ψυχεδελική φωνή του, αρχικά σε απωθεί λόγω της σύγκρισης με τον K. Meine αλλά στη συνέχεια καταλαβαίνεις την γνησιότητα και το πάθος της ερμηνείας του.
Φυσικά δεν μιλάμε για τα κιθαριστικά όργια που κάνει ακολουθώντας τα μονοπάτια του μέντορα του J.Ηendrix συνδυασμένο με τoν space ήχο που ήταν από τους πρώτους που καθιέρωσε.
Η απόδοση των υπολοίπων γκρουπ είναι εξαιρετική με τον νεοφερμένο τότε Herman Rarebell να κάνει ένα πολύ καλό σόλο στα τύμπανα αλλά και τον Rudolf Schenker με τον μπασίστα Francis Buchholz να δίνουν τη δική τους προσωπικότητα στους SCORPIONS ενώ για τα τέλεια και απολαυστικά φωνητικά τον Klaus Meine τα λόγια είναι περιττά.

TRΑCK LISTING:

1) All Night Long
2) Pictured Life
3) Backstage Queen
4) Polar Nights
5) In Trance
6) We ‘ll Burn The Sky
7) Suspender Love
8) In The Search of The Peace of Mind
9) Fly To The Rainbow
10) He’s a Woman, She’s a Man
11) Speedy’s Coming
12) Top of The Bill
13) Hound Dog
14)  Long Tall Sally
15)  Steamrock Fever
16)  Dark Lady
17)  Kojo No Tsuki
18)  Robot Man

ΜΕΛΗ
 

Klaus Meine(φωνητικά)
Rudolf Schenker (κιθάρα)
Uli Jon Roth (κιθάρα, φωνητικά)
Francis Buchholz (μπάσο)
Herman Rarebell (ντραμς)

Φώτης Μελέτης

Socrates Drank the Conium: Ο ελληνικός ροκ μύθος που ξετρέλλανε το σύμπαν...

Οι αλλιώς…Socrates αποτελούν ένα από τα μεγαλύτερα κεφάλαια της ροκ μουσικής και βέβαια το γεγονός ότι είναι έλληνες και έκαναν μία σπουδαία πορεία τα έτη που κυρίως, βρετανικά και αμερικανικά σχήματα προωθούσαν οι παντοδύναμες για εκείνη την εποχή δισκογραφικές εταιρίες, τους κάνει ακόμη πιο σημαντικούς.
Το αρχικό τους όνομα ήταν Persons και το ξεκίνημα έγινε το 1969 ενώ έπειτα έκαναν εμφανίσεις σε κλαμπ της Αθήνας, και κυρίως στο "Κύτταρο".
Το πλούσιο ρεπερτόριο τους συμπεριελάμβανε αρκετά κομμάτια διασκευές από καλλιτέχνες όπως ο Jimi Hendrix, Cream, Frank Zappa, Rolling Stones, Αnimals κ.α. ενώ ένα φεγγάρι συμμετείχε και ο κιθαρίστας Johnny Lampizzi.
Το 1970 κυκλοφορούν το πρώτο τους σινγκλ με τίτλο "Κλείσ' τα μάτια σου και άκου" και είναι η μοναδική φορά που χρησιμοποιούν ελληνικό στίχο και την επόμενη χρονιά συμμετέχουν στη συλλογή "Ζωντανοί στο Κύτταρο" με το ορχηστρικό rock-blues κομμάτι "Ηλεκτρικός Σωκράτης" και με τις συνεχόμενες επιτυχημένες συναυλίες που δίνουν έχουν δημιουργήσει τεράστιο θόρυβο για το όνομα τους με πιο χαρακτηριστική τη συναυλία που έδωσαν στο γήπεδο του Σπόρτινγκ, τα Χριστούγεννα του 1970.

Το 1972 ηχογραφούν τον παρθενικό τους δίσκο με τίτλο το όνομα τους (Socrates Drank The Conium), η παραγωγή είναι κακή λόγω των λίγων ωρών που είχαν στη διάθεσή τους και μαζί με το Γ. Σπάθα και Α. Τουρκογιώργη είναι και ο ντράμερ Ηλίας Μπουκουβάλας.
Ξεχωρίζουν τα τραγούδια "Live the country" και το θρυλικό "Starvation" στην αρχική του μορφή ενώ το ψυχεδελικό εξώφυλλο έχει μείνει κλασσικό και ο ήχος τους θυμίζει εκτός από J. Hendrix, τους Fleetwood Mac, Cream και Free.
Την ίδια χρονιά κυκλοφορούν το δεύτερο δίσκο τους, με τίτλο "Taste of Conium" όπου ξεχωρίζουν οι διασκευές στο "Satisfaction" των Rolling Stones και το "See See Rider" των Animals αλλά και το καταπληκτικό "Waiting for the sun".
Η περιπέτεια των Socrates “μεταφέρεται” στην Ολλανδία παίζοντας σε διάφορα clubs και παρότι αρχίζουν να κάνουν αίσθηση με τις δυνατές εμφανίσεις τους αναγκάζονται να φύγουν γιατί δεν έχουν άδεια εργασίας (μέχρι και φυλακή έφαγαν) αλλά και γιατί τους καλούσε το μόνιμο πρόβλημα των ελληνικών συγκροτημάτων… που ήταν ο στρατός.
Το 1973 κυκλοφορούν τον εξαιρετικό άλμπουμ "On the Wings με παραγωγό τον Κώστα Φασόλα  και νέο ντράμερ τον Γ. Τρανταλίδη, όπου γίνεται σαφής ο προσανατολισμός του γκρουπ σε πιο hard rock και progressive μονοπάτια ενώ χρησιμοποιούν και δεύτερο κιθαρίστα, τον Gus Doukakis (Kώστα Δουκάκη).
Ο συγκεκριμένος δίσκος κάνει διάσημους τους SOCRATES και στην Αμερική(!!!) όπου παίζεται μετά μανίας στους κολεγιακούς ραδιοφωνικούς σταθμούς ενώ γίνονται διθυραμβικές κριτικές και από διάφορα αμερικάνικα μουσικά έντυπα (περιοδικό Billboard).
Τα επόμενα δύο χρόνια γίνονται φοβερά πράματα για το συγκρότημα, το οποίο μετακομίζει στο Λονδίνο με αποκορύφωμα την συνεργασία με τον σπουδαίο συνθέτη Βαγγέλη Παπαθανασίου που τους παίρνει μαζί του για να ανοίγουν τις συναυλίες του σε όλη την Ευρώπη ενώ ηχογραφούν την ίδια περίοδο το ιστορικό album "PHOS", όπου έχει αναλάβει και την παραγωγή.
Ο δίσκος γνωρίζει την αποθέωση από κριτικούς και κοινό για την ποικιλία και την υπέροχη έμπνευση των συνθέσεων ενώ η παραγωγή για τα δεδομένα της εποχής είναι σε υψηλά επίπεδα.



Το ηχόχρωμα του Βαγγέλη Παπαθανασίου στα πλήκτρα είναι μοναδικό και τραγούδια σαν τα "Killer" (φοβερή, η απόδοση από τον ντράμερ Γιώργο Τρανταλίδη), "Queen of the Universe" και φυσικά του τρομερό "Starvation" οδήγησαν το γκρουπ στην κορυφή της διεθνής ροκ σκηνής.
Το κομμάτι όμως που έκανε τους SOCRATES διαχρονικούς ήταν το ανατριχιαστικό “Mountains” που κατάφεραν και πάντρεψαν άψογα την ηπειρώτικη παραδοσιακή μουσική με το τεχνο-ροκ ύφος. Το μοναδικό παίξιμο του Σπάθα στην κιθάρα σ’ αυτό το άλμπουμ (αλλά και στους προηγούμενους) είχε μαγέψει και τους πιο δύσκολους ακροατές αφού όλη η διεθνής ροκ κοινότητα μίλαγε για το νέο αστέρι της εξάχορδης θεάς.
Το "PHOS" έχει πουλήσει συνολικά πάνω από 300 χιλιάδες αντίτυπα (!!!) ενώ στην Αμερική κυκλοφόρησε με άλλο εξώφυλλο.
Μετά από πολλές αλλαγές στα μέλη του γκρουπ το 1980 κυκλοφορούν το αξιόλογο "Waiting for Something" και τα τραγούδια που ξεχωρίζουν είναι τα "Lady" και "Mr wc". Στο δίσκο συμμετέχουν ο Γιώργος Ζηκογιάννης στο μπάσο, ο Νίκος Αντύπας στα τύμπανα και ο Παύλος Αλεξίου στα πλήκτρα.
Το 1981 ηχογραφούν το αδικημένο "Breaking Through" και το τραγούδια που ξεχώρισαν ήταν τα "Master of Disaster", "Born Again", "Don't You Like" ενώ η μπάντα αποτελείται εκείνη την περίοδο από τους Αντώνη Τουρκογιώργη (Φωνή & Μπάσο), Γιάννη Σπάθα ( Κιθάρα) και Νίκο Αντύπα (ντραμς).
Παράλληλα το γκρουπ παίρνει την απόφαση να δοκιμάσει ξανά την τύχη του στο εξωτερικό και για αυτό τον λόγο μετακομίζει στην Αγγλία και κάνουν μία σειρά εμφανίσεων στο γνωστό rock club "Dingwalls", στο οποίο έχουν παίξει εξαιρετικοί καλλιτέχνες όπως οι: Who, Eric Clapton και Jimi Page.
Το 1983 τελικά δέχονται ένα παγκόσμιο συμβόλαιο από την Virgin, αξίας 15.000 στερλινών και ξεκινούν τις ηχογραφήσεις.
Για εμπορικούς λόγους αλλάζουν το όνομα τους σε PLAZA και το 1983 κυκλοφορούν τον ομώνυμο δίσκο όπου συνεργάζονται με τον στιχουργό του Elton John, ονόματι Gary Osborne και το παραγωγό Vic Coppersmith-Heaven (Τhe Jam, Peter Gabriel, Joe Cocker).
Ο ήχος του γκρουπ είναι πλέον λιγότερο ροκ και πιο εύπεπτος κάτι που φαίνεται έντονα στα τραγούδια "Babe I'm Leaving",  "Living in a Hot Town" και στο θαυμάσιο “Stray Dogs” ενώ η περιοδεία που ακολούθησε με τους UFO ήταν άκρως επιτυχημένη (με αποκορύφωμα την εμφάνιση στο Hammersmith Odeon του Λονδίνου στις 14 & 15 Απριλίου 1983) και μουσικοί σαν τον Lemmy (Motorhead), Gary Moore, Jeff Beck, Elton John που παρακολούθησαν την συγκεκριμένη συναυλία  ενθουσιάστηκαν και απέδωσαν δημόσια τα εύσημα τους στο ταλέντο και το άψογο παίξιμο των Socrates.
Η δυναμική live και δισκογραφική τους παρουσία έχει εντυπωσιάσει αρκετά τα μεγαλοστελέχη δισκογραφικών εταιριών με συνέπεια να έρθει και η προτάση για συμβόλαιο, με πιο σημαντική εκείνη της Warner, που τους πρόσφερε  αξίας 50.000 στερλινών, και μόνιμη εγκατάσταση στην Αμερική.
Όπως αναφέρει στην αυτοβιογραφία του, ο Αντώνης Τουρκογιώργης με τίτλο “Το Συγκρότημα” (εκδόσεις Ιανός, ο μελωδός) η πρόταση απορρίφθηκε για δύο κυρίως λόγους:
Πρώτον διότι είχαν όλοι πολλές και σημαντικές οικογενειακές υποχρεώσεις μιας και ηλικιακά ήταν όλοι τότε άνω των τριάντα και δεύτερον διότι όταν συνομίλησαν με μέλη των Icehouse που εκείνη την περίοδο η συγκεκριμένη μπάντα ήταν νο1 στην Αγγλία, τους αποκάλυψε ότι τα λεφτά ήταν πολύ λίγα και παρά την επιτυχία που είχαν, έμεναν σε υπόγεια,  η δισκογραφική τους εταιρεία, τους είχε δώσει μόνο προκαταβολές και για να ξεχρεώσουν  έπρεπε να κυκλοφορήσουν άλλους τρεις δίσκους!
Συνέπεια όλων αυτών ήταν η άρνηση των Socrates στην πρόταση της Warner και το συγκρότημα δεν άντεξε τα νέα δεδομένα και το 1986 αποφάσισαν να διαλυθούν, να επιστρέψουν στην πατρίδα και οι μουσικοί να ακολουθήσουν τους δικούς τους μουσικούς δρόμους.

Το 1999 επανασυνδέονται με μια υπέροχη συναυλία στο Λυκαβηττό και την κυκλοφορούν σε album με τον τίτλο "Live in Concert 1999" και περιέχει εκτός από τις μεγάλες επιτυχίες των SOCRATES, τρία ακυκλοφόρητα τραγούδια και αρκετές διασκευές κυρίως του Jimi Hendrix που αποδεικνύεται και η αγαπημένη επιρροή της μπάντας. Μετά από κάποιες εμφανίσεις έγιναν σημαντικές αλλαγές των μελών και το συγκρότημα πήρε σταθερή μορφή από το 2002 μέχρι και το 2010 με τούς: Γιάννη Σπάθα και Αντώνη Τουρκογιώργη να αποτελούν το βασικό κορμό και το  συγκρότημα στο διάστημα αυτό έκανε μεγάλες συναυλίες σε όλη την Ελλάδα ενώ άνοιξαν και την συναυλία των Toto στην χώρα μας το 2006.
Το 2010, ο Γιάννης Σπάθας, ο Αντώνης Τουρκογιώργης και ο ντράμερ Μάκης Γιούλης μπαίνουν στο στούντιο όπου συνθέτουν τα τραγούδια για μια νέα πολυαναμενόμενη δισκογραφική δουλειά (μετά από το "Plaza") όμως κατά την διάρκεια των ηχογραφήσεων ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα υγείας του Αντώνη Τουρκογιώργη διακόπτει ξαφνικά την πορεία της μπάντας με συνέπεια τα όποια δισκογραφικά σχέδια να μπουν στο πάγο…
Τελευταία νέα για τους λατρεμένους Socrates Drank the Conium δεν υπάρχουν παρά μόνο κάποιες αραιές εμφανίσεις του Γ. Σπάθα.
Εν κατακλείδι θα λέγαμε ότι η όμορφη και συναρπαστική περιπέτεια του πιο σημαντικού συγκροτήματος που γέννησε ετούτη η χώρα, μας έχει γοητεύσει μιας και σε πολύ δύσκολες “ροκ” συνθήκες για ένα ελληνικό σχήμα, το ιστορικό γκρουπ πέτυχε να ξετρελάνει όλο τον κόσμο και να κυκλοφορήσει εξαιρετικούς δίσκους και αξεπέραστα τραγούδια.
Και όπως λέει και ένα υπέροχο τραγούδι τους… Every dream comes to an end”…

Δισκογραφία
    (Appears on) Live at Kyttaro - 1971
    Socrates Drank the Conium - 1972
    Taste of Conium - 1972
    On The Wings - 1973
    Phos - 1976
    Waiting for Something - 1980
    Breaking Through - 1981
    Plaza - 1983
    Live in Concert - 1999
    The Original Singles - Compilation released 2005

Επιμέλεια: Φώτης Μελέτης

Δευτέρα 29 Ιουνίου 2015

Kane Roberts: “Saints And Sinners”


Από τις ιδιαίτερα αγαπημένες μουσικές μορφές της νεότητας μας
(και του rocktime.gr φυσικά), ο Kane Roberts, με την εμβληματική "οπλοκιθάρα" και την εικόνα του bodybuilder.


Εκτός όμως από την εμπορική και φιγουρατζίδικη εικόνα, είχε και μία αξιόλογη μουσική πορεία  σίγουρα όχι πρωτότυπη αλλά με την συνδρομή φίλων και γνωστών (Alice Cooper, Desmond Child, Jon Bon Jovi, Richie Sambora, Jack Ponti και Diane Warren) έκανε αξιοπρόσεκτο πέρασμα από το χώρο του μελωδικού rock.
Με το δίσκο που πρωτοκυκλοφόρησε τον Μάρτιο του 1991, με τίτλο “Saints And Sinners”, περιλαμβάνονται θαυμάσια κομμάτια που μας ταξιδεύουν πίσω στο χρόνο με μία γλυκιά νοσταλγία:
Αναφέρομαι αρχικά στο τραγούδι που διασκευάστηκε από την Cher με δημιουργό τους John Bon Jovi και
Richie Sambora. Ο λόγος για το υπέροχο "Does Anyone Really Fall In Love Anymore" (outtake από το δίσκο New Jersey) τη μεγαλύτερη επιτυχία του Kane Roberts.
Δυναμική σύνθεση είναι και το "Twisted" με το αξιομνημόνευτο  video clip που έπαιζε το MTV διαρκώς (όταν ακόμη έπαιζε ΜΟΥΣΙΚΗ).
Τα "Dance Little Sister" και "Rebel Heart", ύμνοι ροκάδικοι που παραπέμπουν σε Motley Crue και Van Halen.
Τα δε "I'm Not Looking For An Angel", "Too Far Gone" και "It's Only Over For You", είναι εξαιρετικές  συνθέσεις που μιλούν στην καρδιά, με εκπληκτική κιθαριστική παρουσία, χορωδιακά φωνητικά και ευχάριστες αναμνήσεις.
Πριν λίγα χρόνια επανεκδόθηκε το συγκεκριμένο άλμπουμ σε μία remastered κυκλοφορία του κανονικού cd (10 τραγούδια) και μία  περιορισμένη με 14 τραγούδια (2 cd’s) που αξίζει τον κόπο μιας και περιέχει τέσσερις extra συνθέσεις που είχαν μείνει στο ράφι και ακούγοντας τες, μάλλον αδικήθηκαν.
Επίσης αξίζει τα λεφτά της, καθώς τα αποτελέσματα είναι απλά αλλά ουσιώδη ενώ η φωνή του Kane Roberts είναι καθαρότερη και τα δεύτερα φωνητικά ακούγονται πλούσια.
Συνοπτικά το “Saints And Sinners” είναι μία καλή ευκαιρία για να φρεσκάρετε τη μνήμη σας για το πόσο ποιοτικό μελωδικό rock  μας πρόσφερε ο συγκεκριμένος καλλιτέχνης.

TRACKLIST
Wild Nights
Twisted
Does Anybody Really Fall In Love Anymore?
Dance Little Sister
Rebel Heart
You Always Want It
Fighter
I'm Not Lookin' For An Angel
Too Far Gone
It's Only Over For You
House Burning Down (Bonus Track)
Waiting For You (Bonus Track)
Dirty Blonde (Bonus Track)
White Trash (Bonus Track)

MEΛΗ
Kane Roberts – φωνή , κιθάρα
John McCurry – κιθάρα
Steve Steele – μπάσο
Myron Grombacher – drums
Chuck Kentis – πλήκτρα

Νότης Γκιλλανίδης

Δευτέρα 22 Ιουνίου 2015

Hungryheart: "The new album goes our sound ahead"

http://www.rocktime.gr/

1. The band have returned to the studio for your new album "Dirty Italian Job", how long has this album been in the works? (JOSH ZIGHETTI)

Hi everyone at Rocktime, First, we would like to thank you for giving us an opportunity to explain the details of our new album.

Five years ago today, after we've toured in Europe for One Ticket To Paradise each one of us has been involved in side projects and private businnes, especially Mario who has started managing the Tanzan Music Group and all related collaborations .Nevertheless, we continued to write our own stuff,  including the new songs for Dirty Italian Job.



2. Some say this new album takes up where "Οne Ticket to Paradise" left off and others say it’s a return to the sound of your first album, where do you think this album falls? (PAOLO BOTTESCHI)

well, i think that DIJ is a real New album from Hungryheart!!! It’s true if some people ricognize the sound and the influece of the debut album and the second One ticket to paradise. We have a melodic rock identity, and Dirty Italian Job is an album that consolidates all our work and, at the same time, pushing forward our sound, using the mixture of different styles and musical tastes which marks every element of Hungryheart. in fact, i think that this new album is a great evolution of the Hungryheart style



3. Some of my favorite tracks off the album have to be "Second Hand Love"(reminds me a lot Bon Jovi’s Wanted Dead or Alive) and "Bad Love", but are there any particular tracks that you feel particularly proud of? (STEFANO SCOLA)

I know I’m biased, but I'm very proud of every song of this album. All songs send me a different feeling or image; for example sadness and melanchony in “Nothing but you” and “You can run”, happiness and sun in “Shoreline”, power and strenght in “Right now” and “Rock Steady. I think that the keywords of this album are feeling and alchemy, each song was played and built around an event or a particular feeling and I hope that everyone could feel it.



4. The album is produced by you, Mario, do you feel this gave you greater control into producing the album you wanted? (MARIO PERCUDANI)

Yes, for sure. My aim was to get a production that can reveals what the band really is, I mean our real live sound. I think it’s a genuine..

TEN: "Isla de Muerta"

Ακόμη αντηχούν στα αυτιά μου οι θριαμβευτικές ιαχές των
αφοσιωμένων οπαδών της μπάντας στο KYTTARO Live Club της Αθήνας στις 10 Μάη , όπως και οι πανέμορφες συνθέσεις της μπάντας από τα έντεκα στούντιο άλμπουμ , τους τέσσερις δίσκους best of , τα τέσσερα Eps , και το ένα live άλμπουμ, που συντρόφευαν τα αυτιά μου τον τελευταίο ενάμιση μήνα!!

Και αυτή η υπερδοσολογία απ’ το, TEN υλικό οφείλεται και στην προσπάθεια να είμαι στο πνεύμα των πρόσφατων συναυλιών τους αφενός και αφετέρου για την κυκλοφορία του δίσκου τους-μόλις προχθές- του Isla de Muerta (Island Of The Dead), που ακολουθεί το επιτυχημένο (προ εξαμήνου Albion).
Μου φαίνεται σα χθες που πρωτάκουσα τον τελευταίο δίσκο τους, το "Albion". Επανέρχονται λοιπόν οι Ten με την δωδέκατη στουντιακή κυκλοφορία τους,το "Isla De Muerta" και για μία ακόμη φορά, ο ιθύνων νους της μπάντας  Gary Hughes και οι συνεργάτες του παρουσιάζουν ένα δημιούργημα ατόφιου  AOR μελωδικού  hard που κάποιες φορές εκτρέπεται ευχάριστα σε μελωδικό  metal.
Πιασάρικες συνθέσεις με σπουδαίες μελωδίες και  πολύ καλές αρμονίες, που γίνονται εντυπωσιακότερες από το τρελό κιθαριστικό τρίο σε παίξιμο, τους Dann Rosingana , Steve Grocott και John Halliwell  και οι οποίες εμπλουτίζονται άψογα με τις επιβλητικές ερμηνείες του Gary Hughes .
Υπάρχει εξάλλου η γενναία δοσολογία των πλήκτρων /συνθεσάιζερ από τον Darrel Treece-Birch  που κάνει τις συνθέσεις ατμοσφαιρικότερες και επιβλητικότερες!! Όσο για την  rhythm section με τον μετρονόμο στο μπάσο, Steve Mckenna  και στα “πετσιά” με τον “τυμπανοβασανιστή” Max Yates , προσδίδει σταθερότητα και όγκο στις συνθέσεις αγγίζοντας τα όρια του power metal πελώριου ηχοχρώματος!!
Ο δίσκος ανοίγει με το επικό  Dead Men Tell No Tales , με τον ήχο της μπάντας να απογειώνεται , καθώς οι κιθάρες μονομαχούν μεταξύ τους , εκτοξεύοντας μελωδίες και ριφ. Tο  Tell Me What To Do που ακολουθεί  βουτηγμένο στα πλήκτρα αποπνέει μία πομπώδη rock αίσθηση,  με ασυνήθιστα φωνητικά αλλά με πιασάρικο και ευκολομνημόνευτο χορωδιακό ρεφραίν!!
Το "Acquiesce" σκοτεινό και έντονο αλλά πάντοτε στο γνωστό ύφος των  Ten.
Η φοβερή μπαλάντα ακούει στον τίτλο This Love με τα  φωνητικά του Gary Hughes χαρακτηριστικά και εδώ. Μία μπαλάντα ταυτόχρονα συναισθηματική και εμπορική ταυτόχρονα….
Το “αγιολογικό” The Dragon And Saint George με  μία περιδίνηση πλήκτρων εκτοξεύεται, μαζί με τα αψεγάδιαστα φωνή , μία από τις καλύτερες συνθέσεις του δίσκου!!!
Το 7λεπτο "Intensify" είναι ακόμη ένα μελωδικό ροκάδικο κομμάτι με λαμπρά χορωδιακά φωνητικά και τον αγαπημένο μας κλασικό  Ten ήχο και ακούγεται ολημερίς στα γραφεία του rocktime.gr!!
Λατρεμένο κομμάτι, περιμένουμε να το ακούσουμε ζωντανά στην επόμενη επίσκεψη στη χώρα μας!
Ακόμη πιο δυναμικό το  8λεπτο επικό "The Valley Of The Kings" που θυμίζει έντονα εποχές ωραίων συνθέσεων του "Name Of The Rose" με εκπληκτική δουλειά στις κιθάρες και ειδικότερα στα solos!
To "Revolution" με το πραγματικά επικό  ύφος και τους ανάλογους στίχους έχει επίσης μερικά εντυπωσιακά μεταλλικά σολαρίσματα που καθηλώνουν τον ακροατή!!
Το σκοτεινό και heavy, "Angel Of Darkness" δίνει τα εύσημα στον τυμπανιστή Max Yates “που χτυπά αλύπητα αλλά και δεξιοτεχνικά τα δέρματα”!
Το "Last Pretender" ένα “μελωδικοροκάδικο  ζαχαρωτό” πανέμορφα δομημένο με εξαιρετικά χορωδιακά φωνητικά!
Όμως δε θα ήταν δίσκος των Ten πραγματικά χωρίς μία ακόμη συναισθηματική μπαλάντα συνοδευμένη με την απλότητα του μεγαλείου ενός πιάνου για συνοδευτικό της μελωδίας και το σόλο της κιθάρας που “κελαηδά”.
Tο όνομα της εξαιρετικής  σύνθεσης είναι "We Can Be As One".
Η Α-Π-Ο-Λ-Υ-Τ-Η μπαλάντα χωρίς φτιασίδια και φιοριτούρες, για κεριά, κόκκινο κρασί και φεγγαρόφωτα καλοκαιριού!
Γενικά, ο δίσκος έχει όλα τα χαρακτηριστικά που αναμένει ο ρέκτης του μελωδικού χώρου: εκπληκτικά φωνητικά, κιθάρες που δεν αρκούνται σε δεξιοτεχνικά solos αλλά προσθέτουν μελωδικές γραμμές και ιδιαίτερα στις δισολίες , στακάτες μπασογραμμές, τύμπανα ευφάνταστα χωρίς να παρεκκλίνουν από το ρυθμό, με απαραίτητο συμπλήρωμα της μελωδίας τα πλήκτρα…άψογα δένουν με τη μπάντα και οι  νεοφερμένοι Dann Rosingana και Steve Grocott.
Την παραγωγή του άλμπουμ έχει αναλάβει ο Gary Hughes ενώ την μίξη και το mastering είναι υπεύθυνος ο Dennis Ward και ηχητικά κινείται στους γνώριμους ρυθμούς που έκαναν δημοφιλή τo group.
Σαφώς και επιβάλλεται η κατοχή του από τους αφοσιωμένους  οπαδούς των Ten όπου στη χώρα μας είναι λίγοι αλλά ταγμένοι στo συγκρότημα, και σε όσους θέλουν την συνέχεια του Albion!!!


Νότης Γκιλλανίδης

 

4bitten: “Rewind and Erase”

Τρίτο δισκογραφικό βήμα για τους 4bitten και η πολύ καλή
δουλειά που κάνει με κόπο και πολύ live ιδρώτα, η ελληνική μπάντα συνεχίζεται. Το 2009 ξεκίνησαν με το πανέμορφο ντεμπούτο τους “No More Sins” ενώ το 2012 κυκλοφόρησαν το αξιόλογο “ Delerium” .

Οι 4bitten όλο το προηγούμενο διάστημα κατόρθωσαν και έπαιξαν δεκάδες συναυλίες  όπου απέκτησαν ένα ευρύ  φανατικό κοινό κυρίως λόγω των δυναμικών τους εμφανίσεων  και παράλληλα πέτυχαν  να περιοδεύσουν με τους θρυλικούς UFO και τον περίφημο Dan Reed.
Επίσης άνοιξαν τα live μεγάλων καλλιτεχνών όπως των Uriah Heep, του  Eric Martin,  του Uli Jon Roth των Grim Reaper, Spiritual Beggars των Tyger of the Pan Tang, Blayze Bayle (Iron Maiden) και Μichael Schenker Group, δείχνοντας την αξία τους και το ταλέντο τους.
Σίγουρα το δυνατό χαρτί της μπάντας είναι η εκρηκτική φωνή της Fofi  Rousos, που δίνει ένα ξεχωριστό χρώμα σε όλες τις συνθέσεις και εκτοξεύει με την ερμηνεία της  μοναδικές φλογισμένες heavy/hard rock νότες.
Όμως το βαρύ πυροβολικό του group είναι o κιθαριστικός τυφώνας που ονομάζεται  George M., όπου εδώ,  o Michael Schenker  συναντά τους Kirk Hammett  και  Tony Iommi  σε μία οργιώδη συνεύρεση με αποτέλεσμα και τα έντεκα κομμάτια του δίσκου να ακούγονται σαν έκτακτα καιρικά φαινόμενα!
Το Rewind and Erase” περιλαμβάνει μπόλικες δόσεις heavy metal  και hard rock ρυθμών και αν δεν υπήρχαν οι απογειωτικές ερμηνείες της F. Rousos θα νομίζαμε ότι κάποια μέλη των  Black Sabbath  και των Metallica ενώθηκαν για να δημιουργήσουν αυτό το heavy  συνδυασμό.
Σε αυτό το εμπνευσμένο αποτέλεσμα βοηθά τα μέγιστα  και η  συμβολή του ντράμερ Angelo Giambouras και του  μπασίστα  Akis “Rooster” διότι προσθέτουν πολλές οκάδες  metal-ικών  ρυθμών.
Τραγούδια που ξεχωρίζουν είναι το εξαιρετικό  “Die In Vain”,  το “Broke” με το μελωδικό ρεφρέν, το υπέροχο “Save My Soul”, το μεγαλειώδες “ Inside My Head” και το θαυμάσιο "Out of Time".
Τέλος η  παραγωγή του John McRis ανεβάζει ένα σκαλί παραπάνω τόσο την απόδοση των 4bitten όσο και τον ανεξάντλητο δυναμισμό της μπάντας ενώ συνοψίζοντας θα λέγαμε  πολύ απλά ότι: το “Rewind and Erase”  είναι από τις κορυφαίες κυκλοφορίες της φετινής χρονιάς!

Φώτης Μελέτης

Faith No More: “Sol Invictus”

Όπως σας είχαμε προαναγγείλει στο Rocktime.gr (βλέπε και το
σχετικό αφιέρωμα στην στήλη "Diamonds & Pearls"), οι Faith No More επέστρεψαν μ’ ένα ολοκαίνουριο στούντιο άλμπουμ έπειτα από δεκαοκτώ ολόκληρα χρόνια από το τελευταίο τους δίσκο “Album of the Year”.

'Eχοντας την ίδια σύνθεση μελών μ’ αυτόν (Mike Bordin-κρουστά, δεύτερα φωνητικά, Billy Gould- μπάσο, δεύτερα φωνητικά, Roddy Bottum –πλάκτρα, δεύτερα φωνητικά, Mike Patton πρώτα φωνητικά, Jon Hudson –κιθάρα, δεύτερα φωνητικά).
Ο νέος δίσκος φέρει τον τίτλο “Sol Invictus”, ο οποίος στα λατινικά σημαίνει Ανίκητος ‘Ηλιος και συνιστά την κυρίαρχη θεότητα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας που καθιερώθηκε από τον αυτοκράτορα Αυρηλιανό το 274 μ.Χ.
Το καλλιτεχνικό αυτό δημιούργημα κινείται σε Alternative/experimental rock/metal μονοπάτια, αν και είναι δύσκολο να οριοθετηθεί ηχητικά. Χρειάζεται, λοιπόν, ν’ ακουστεί αρκετές φορές από τον ακροατή, πριν ο τελευταίος ξετυλίξει το μίτο της Αριάδνης για να βρει διέξοδο από το λαβύρινθο των συνθέσεων και ν’ αποφασίσει αν του αρέσει ή όχι.
Πάντως κοινή συνισταμένη όλων των κομματιών αποτελεί ο όγκος που χαρακτηρίζει το μπάσο και τα ντραμς. Άξιο αναφοράς είναι το φωνητικό εύρος του Patton, οποίος άλλοτε έχει καθαρά φωνητικά που κινούνται είτε χαμηλά είτε ψηλά, άλλοτε ψιθυρίζει και άλλοτε ξεσπά σε γρυλλίσματα.
Πέρα από αυτά υπάρχουν αρκετά σημεία, που μπορεί κάποιος να ξεχωρίσει. Πιο συγκεκριμένα, το “ομότιτλο” κομμάτι περιέχει πιάνο σε κλίμακα μινόρε και κιθάρα αλά spaghetti-Western.
Το αργόσυρτο αυτό τραγούδι φαίνεται να συνιστά εισαγωγικό για το δεύτερο κατά σειρά “Superhero” (το δεύτερο χρονικά
single )  που διακρίνεται για τις oriental μεταλλικές καταβολές του. Το  “Sunny Side Up” που ακολουθεί, φλερτάρει με funky και pop στοιχεία, με rock ξεσπάσματα και τη φωνή του Patton να θυμίζει ολίγον David Bowie.
Πιο gothic φαίνεται να είναι το “Separation Anxiety”, στο οποίο η μπασογραμμή είναι ιδιαίτερα τονισμένη και το κιθαριστικό σόλο χαοτικό. Το “Cone Of Shame” ξεκινά σαν κομμάτι του Nick Cave, πριν εκραγεί σε punk rock. Το έκτο κατά σειρά “Rise Of The Fall”  χαρακτηρίζεται από εναλλαγές hard rock με reggae τμήματα.
Στη συνέχεια βρίσκεται το alternative rock “Black Friday” με την ακουστική κιθάρα να κινείται ρυθμικά και τα handclaps να καταλαμβάνουν τα κουπλέ και γενικά να μοιάζει κάτι μεταξύ Pixies και παλιού Neil Diamond. Το      πρώτο χρονικά single ,το Motherfucker, εμπεριέχει rap φωνητικά, τα ντραμς δίκην εμβατηρίου και το κιθαριστικό σόλο που ξεπετάγεται από το πουθενά. Το προτελευταίο “Matador”  έχει crescendo δομή με ψυχεδελικά των 60’s και οπερατικά των 70’s φωνητικά.
Το άλμπουμ κλείνει με το χαρούμενο
pop-rock  “From The Dead”, όπου η ακουστική κιθάρα και τα μιλιταριστικά ντραμς διατρέχουν όλο το κομμάτι, ενώ άξια λόγου είναι και τα 50-60’s ομαδικά δεύτερα φωνητικά.
Εν κατακλείδι, θα μπορούσε κανείς να ανακαλύπτει και άλλα κρυμμένα στοιχεία του  “Sol Invictus”, ενόσω ακούει και ξανακούει το δίσκο.
Σίγουρα δεν πρόκειται για ένα συνηθισμένο άλμπουμ με πιασάρικες μελωδίες, γι’ αυτό και ίσως θα άξιζε να κοσμεί τη δισκοθήκη του κάθε ψαγμένου μουσικόφιλου.
Τώρα όσοι περιμένουν να βρουν κάτι «κλασικό», μάλλον θ’ απογοητευτούν. Άλλωστε οι
Faith No More αυτό ήταν πάντα, πειραματιστές του ήχου.

Νίκος Καπίρης

Steve Hackett: "Wolflight"

Μετά από μια δαιδαλώδη διαδρομή που ξεκίνησε από το ρευστό
«προοδευτικό» ροκ των '70s και έφθασε μέχρι τον πειραματισμό με τον ήχο των βραζιλιάνικων κρουστών, ο Steve Hackett έφθασε να ξαναεπισκεφθεί τις ρίζες του με τo "Genesis Revisited II" του 2012, μια καλοδουλεμένη και ηχητικά ανανεωμένη συλλογή από κομμάτια της πρώτης περιόδου του εμβληματικού βρεττανικού γκρουπ (1969-1975), στο οποίο ο ίδιος είχε κεντρικό ρόλο.

Πέρσι, συνοδευόμενος από μια ομάδα μουσικών μεγάλης κλάσης, παρουσίασε, σε μικρές αίθουσες ανά τη Βρεττανία, φινιρισμένες στην εντέλεια εκτελέσεις κλασσικών κομματιών από τα πρώτα χρόνια των Genesis όπως τα "Dancing With The Moonlit Knight," "The Fountain Of Salmacis" και "Supper's Ready". Tο όνειρο κάθε prog rock fan.
H ενασχόληση με το «κλασσικό» του παρελθόν φαίνεται ότι ξαναζωντάνεψε τη μούσα του Steve Hackett και μάλιστα για τα καλά. Το πρώτο του σόλο άλμπουμ με εντελώς καινούριο υλικό εδώ και τέσσερα χρόνια διακατέχεται από αυτή την συμφωνική κυκλοθυμία που παραπέμπει στα περιπετειώδη του εγχειρήματα όπως το "Voyage of the Acolyte" ή τo "Spectral Mornings", ηλικίας ήδη 40κάτι χρόνων πριν, όταν είχε μόλις αφήσει τους Genesis, μια πενταετία πριν οι τελευταίοι προσαράξουν στο ηλετροποπ Collins-οστάσιο που συνδύασε το όνομά τους με εκατομμύρια δολλάρια.

Από τα 10 κομμάτια που υπάρχουν στο «Λυκόφως», τα περισσότερα ξεπερνούν σε διάρκεια τα επτά λεπτά. Ακόμη όμως και στα κάπως μικρώτερα σε διάρκεια κομμάτια, η μουσικότητα είναι εμφανής. Η κλασσικίζουσα κιθάρα του instrumental "Earthshine", για παράδειγμα, θα μπορούσε άνετα να βρίσκεται δίπλα στο  "Horizons" (απ' το "Foxtrot") ή ανάμεσα στις πιο πετυχημένες ακουστικές του προσπάθειες. Τούτο όμως δεν σημαίνει ότι το άλμπουμ είναι αναμάσημα από παλιές δοκιμασμένες φόρμες.

Όπως ο ίδιος σχολίασε πρόσφατα, "δε θα ήθελα να γίνω ο συντηρητής ενός μουσείου ιδιοκατασκευής".  Πράγματι, το "Wolflight" οδηγεί τον Hackett σε νέα progressive εδάφη -αναμενόμενα- επικών διαστάσεων. Μέσα σε 55 λεπτά αποδεικνύει ότι στις φλέβες του κυλά γνήσια ανάγκη για μουσική αναζήτηση, ασίγαστη στο πέρασμα των χρόνων.
Κινηματογραφικά τοπία που αντλούν την έμπνευσή τους από ιστορικές και πολιτισμικές αναφορές ταξιδεύουν τον ακροατή με έναν τρόπο που μόνο τα κορυφαία prog ονόματα των '70s στα καλύτερά τους κατέγραψαν.

Το ομώνυμο κομμάτι ρέεει ανάμεσα σε ακουστικές κιθάρες και δομές με ανατολίτικο χρώμα και μιλάει για μια ομάδα πολεμιστών, παραβάλλοντάς τους με λύκους που πολεμούν για την ελευθερία τους. Το "Corycian Fire" έχει το ηχόχρωμα της βιβλικής Αραβίας και κορυφώνεται σ' ένα χορωδιακό κρεσέντο, φέρνοντας τον κιθαρίστα όσο πιο κοντά γίνεται στον παλιό του συνοδοιπόρο, τον Peter Gabriel, στην περίοδο του "Real World".
Το "Black Thunder" πάλι έχει ως θέμα του την πάλη του Martin Luther King για τα ανθρώπινα δικαιώματα, δανειζόμενο από τα blues, μ΄ έναν τρόπο που κάνει τον βρεττανό ν΄ακούγεται σαν συνομίληκος του Joe Bonamassa. Τα "Dust and Dreams"  και "Heart Song" που κλείνουν το άλμπουμ είναι από τα καλύτερα που έχει γράψει σε όλη την καρριέρα του.

Εν μέσω μιας ποκιλομορφίας που ποτέ δεν ξεπέφτει σε φλυαρία, ο 65χρονος Hackett συνθέτει και παίζει με πάθος, ακρίβεια και συναίσθημα σπάνια για βετεράνο. Τα φωνητικά του, επίκεντρο κριτικής στο παρελθόν, ακούγονται πιο ταιριαστά από ποτέ στο υλικό του, γήινα και την ίδια στιγμή όσο πρέπει διηγηματικά, ενώ ο ήχος της κιθάρας του παραμένει αναγνωρίσιμος, είτε ακουστικός, είτε ρυθμικός σαν μεγάλος αδελφός των Dream Theater. Αυτά κι αν είναι επιτεύγματα για έναν από τους δύσκολους και εγκεφαλικούς κιθαρίστες του ροκ σύμπαντος. Μέχρι στιγμής, από τις πολύ δυνατές «επιστροφές» της χρονιάς.

Υ.Γ.: Τον συνοδεύουν ο Roger King στα πλήκτρα, ο Rob Townsend στο σαξόφωνο, ο Gary O'Toole στα τύμπανα και ο Nick Beggs στο μπάσο. Η Amanda Lehmann προσθέτει αρμονίες στα δεύτερα φωνητικά, ενώ οι guest παρουσίες δεν λείπουν : Malik Mansurov στο ταρ, η Sara Kovaks στα πνευστά των αβορίγινων και ο θρυλικός μπασίστας των Yes, Chris Squire, στο "Love Song To A Vampire."

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Κυριακή 7 Ιουνίου 2015

A.O.R: "Return to L.A"


Αυτή είναι αισίως η 14η κυκλοφορία του Γάλλου παραγωγού
/μουσικοσυνθέτη Frederic Slama με το προσωπικό του σχήμα τους A.O.R και πιθανότατα μία από τις εντυπωσιακότερες κυκλοφορίες της μπάντας μέχρι στιγμής!!

Με σταθερά τα συστατικά της επιτυχίας, όπως οι εξαιρετικοί τραγουδιστές: ο  Bob Harris, ο Jesse Damon, ο Paul Sabu, ο, Tommy Funderburk, η  Erika Norberg ( εξαιρετική φωνή από το παρελθόν, σύζυγος Yngwie J. Malmsteen (1991 – 1992). Επίσης ο Γάλλος πολυτάλαντος συνθέτης Frédéric Slama, είναι στην κιθάρα, στα πλήκτρα και συνεπικουρούμενος από μία πλειάδα λαμπρών τραγουδιστών δημιουργεί και παρουσιάζει το όραμα του διανθισμένο με κλασικό AOR/μελωδικό Rock !!
Μόλις οκτώ μήνες πέρασαν από την κυκλοφορία του πολύ καλού  "L.A Connection" , που είχαμε παρουσιάσει στην rocktime.gr (http://www.rocktime.gr/index.php?view=view_articles&option=rockthistime&item=1406960405&lang=el)
αλλά και στην συνέντευξη που μας είχε παραχωρήσει
(http://www.rocktime.gr/index.php?view=view_articles&option=rockthistime&item=1413227524&lang=el)...
σημείωνε:
"Πού πιστεύεις, ότι αυτό το άλμπουμ (LA Connection) θα σας οδηγήσει πλέον;
Το ενδιαφέρον για τη δουλειά σου από την   aor  και τη μελωδική rock  κοινότητα πλέον , δικαιολογεί προφανώς άλλη μία κυκλοφορία σύντομα, πόσο μπορείς, ρεαλιστικά, να ανταποκριθείς;

 - Λοιπόν, ως επαγγελματίας τραγουδοποιός, γράφω νέα τραγούδια κάθε μέρα γι’ αυτό υπάρχει  πολύ υλικό εκ των προτέρων.
Αλλά τα τραγούδια πρέπει να είναι καλά και εγώ πρέπει να βρω τους καλύτερους τραγουδιστές για να τα τραγουδήσουν, έτσι λοιπόν  χρειάζεται  αρκετός  χρόνος. Αλλά θα πρέπει να κυκλοφορήσω  ένα νέο album A.O.R το 2016, αν όλα είναι καλά. "

Προφανώς η ανταπόκριση του κοινού ώθησε τον καλλιτέχνη σύντομα να κυκλοφορήσει και το επόμενο έργο του που είναι το 14ο στη μακρά, συνεπή αλυσίδα κυκλοφοριών  και τιτλοφορείται "Return To L.A".
Πάντοτε  ο Slama καλεί εξαιρετικούς μουσικούς να συνδράμουν το έργο του, αλλά τούτη τη φορά περιορίστηκε στον πανταχού παρόντα πολυμήχανο μελωδικό συντελεστή πολλών κυκλοφοριών του μελωδικού χώρου, Tommy Denander, τον Colin Rodgers στην κιθάρα και το μπάσο και τον ντράμερ  Pat Thern.
Οι υπόλοιποι είναι οκτώ τραγουδιστές που καταθέτουν καθένας το ηχόχρωμα και την ευελιξία της φωνής του’ είναι οι : Paul Sabu που τραγουδά σε τρεις συνθέσεις  και οφείλω να ομολογήσω ότι με εντυπωσίασε καθώς αρεσκόμουν στις δουλειές που είχε κυκλοφορήσει στα  80ς ‘ στο εναρκτήριο  "Victim Of My Own Desire", όπου κιθάρα και πλήκτρα αρμονικά εκτοξεύουν την σύνθεση στα όρια του καταπληκτικού,  στο ταξιδιάρικης και νωχελικής διάθεσης "The Sign Of Fire", καθώς και στο τραγούδι που κλείνει το δίσκο, το   "The Wisdom Of Eve" μία πανέμορφη μπαλάντα με τα ιδιότυπα φωνητικά του.
Άλλος ένας πολύ καλός τραγουδιστής που πάντοτε θαύμαζα , ο Jesse Damon (πρώην Silent Rage) τραγουδά σε δύο πολύ καλές συνθέσεις, το  "Angels Never Sleep" και στο  "The Breaking Point" με τις κιθάρες και τα πλήκτρα να μοιράζονται ισόποσα τη μελωδικότητα των συνθέσεων.
Στο "The Trail To Your Heart", ο Tommy Funderburk (Airplay, King Of Hearts) είναι τυχερός και τραγουδά μία μελωδική και εξαιρετικής ποιότητας σύνθεσης που ο Frédéric αρέσκεται και μπορεί να δημιουργεί!!
Ο Rick Riso στο  "Dangerous To Know", ακόμη μία σύνθεση με πανέμορφα πλήκτρα , μελωδικές κιθάρες σε συνδυασμό την καθάρια – κρυστάλλινη φωνή του καλλιτέχνη, το τέλειο μουσικό, μελωδικότατο αμάλγαμα.
Η Erika Norberg στο  "Burning Rainbows" σε ηρεμότερους ρυθμούς, περισσότερο pop διάθεση , απλά μας ταξιδεύει.
Ο Bob Harris (Axe) στο "99 Percent Chance Of Loving You" και οι προστατευόμενες του Slama Sarah & Melissa Fontaine (αλήθεια, οι κοπέλες αυτές χάθηκαν από τη μουσική σκηνή, καθώς μας ανέφερε στην συνέντευξη του ο Slama ) τραγουδούν στο "Love Remains The Same". Μπορεί ορισμένοι να ήταν επικριτικοί στις δύο κυκλοφορίες τους, αλλά σε τούτη  εδώ την σύνθεση,  νομίζω θα αποζημιωθούν!
Ακόμη μία εξαιρετική  κυκλοφορία των  AOR με A.O.R / μελωδικό ύφος και  ψήγματα  westcoast. Ελλοχεύει όμως ο κίνδυνος της επανάπαυσης στην επανάληψη της ίδιας επιτυχημένης, είναι η αλήθεια-συνταγής.
Ίσως έφτασε η ώρα ο φίλτατος  Slama να αφήσει για λίγο την ασφάλεια του στούντιο και να δοκιμάσει και λίγο την έκθεση στο σανίδι της σκηνής, άλλωστε οι εξαιρετικές κυκλοφορίες των τελευταίων 4-5 δίσκων του, το επιτρέπουν!
Και η Ελλάδα είναι μία από τις φιλόξενες χώρες που αγαπούν τον μελωδικό ήχο!
Είπαμε: είμαστε λίγοι, αλλά ζεστοί!!!

Νότης Γκιλλανίδης

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...