Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2015

Yes:"Like It is - At the Mesa Arts Center"

Ήταν Τρίτη, 12 Αυγούστου 2014 όταν η τελευταία από τις
μυριάδες μεταμορφώσεις των Yes, με τον 66χρονο Chris Squire στο μπάσο (τον μόνο που δεν έφυγε ποτέ από το σχήμα που έφτιαξε μαζί με τον Jon Anderson to '68), τον 68χρονο Steve Howe (κιθάρα), τον 66χρονο Alan White (ντραμς), τον 62χρονο Geoff Downes (πλήκτρα) και τον «καινούριο», τον 4ο στη 47χρονη καρριέρα τους, τραγουδιστή, τον 44χρονο Jon Davison.

Όλοι οι παραπάνω ανέβηκαν στη σκηνή του Ikeda Theater στη Mesa της Arizona, για να παίξουν στην ολότητά τους τις δύο πιο διάσημες κυκλοφορίες τους back to back, το "Closer To The Edge" (1972) και το "Fragile" (1971). Θα ήταν το 14ο live άλμπουμ τους, ένα χρόνο μετά το πρωτότοκο αδελφάκι του, το "Like It Is - Yes At The Bristol Hippodrome", όπου είχαν ηχογραφήσει και πάλι ολόκληρα, track by track σαν συμφωνίες, τα "Going For The One" (1977) και "The Yes Album" (1971).
Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι θα ήταν το τελευταίο άλμπουμ που θα ηχογραφούσε ο Chris Squire, που έφυγε πριν από ένα μήνα από μια καλπάζουσα μορφή λευχαιμίας. Από τη σύνθεση, ο αποβιώσας, ο Howe και ο White είναι τα μακριβιότερα στελέχη του σχήματος, οι δύο πρώτοι μάλιστα είχαν παίξει και στις αυθεντικές ηχογραφήσεις των άλμπουμ.
Ήταν αυτά που έβαλαν στο χάρτη τους Yes, τους έκαναν σούπερ σταρ στην Αμερική και παραμένουν ακόμη και σήμερα απ΄τα κορυφαία στο χώρο του progressive rock.
Η απόδοση της πεντάδας είναι αναμενόμενα ακριβής και με αρκετό από τον σουρρεαλισμό των πρωτοτύπων. Βοηθάει και το ότι εκ φύσεως αυτό το «πλατύ» προ-ambient ψυχεδελικό στυλ σβήνει άνετα την όποια ηλικία των μελών. Έτσι κάπως ακούγονταν το progressive και 45 χρόνια πριν. Το βάρος πέφτει στην πιστή απόδοση των δύο δίσκων και οι λεπτομέρειες ας πούμε ότι περισσεύουν:
Ο White είναι (πάντα ήταν) μια ιδέα πιο jazzy από τον Bruford στα τύμπανα.
Ο Downes είναι (τουλάχιστον) ευφυής πληκτράς, αλλά τα παπούτσια του Rick Wakeman ξέρει ότι δεν μπορεί να τα γεμίσει, σε συνθέσεις που ο τοίχος από τα κήμπορντς του τελευταίου υπήρξε το δομικό υλικό.
Ο Davison - κάτι που φάνηκε και στο περσινό τους στούντιο άλμπουμ ("Heaven And Earth", 2014)- δεν είναι απλώς ένας άξιος μιμητής του Jon Anderson, αλλά βάζει και λίγο από το «δικό του» συναισθηματικό βάθος στην πρότυπα απόκοσμη ερμηνεία που καθιέρωσε ο Anderson στο ηχόχρωμα των Yes.
Η τελευταία φορά που ηχογραφήθηκε το επιβλητικό μπάσο του μακαρίτη Squire, αλλά και το εξώφυλλο του Roger Dean δίνουν επαρκείς λόγους να αναζητήσει κανείς αυτό το διπλό live. Οι λάτρεις του prog θα το κάνουν έτσι κι αλλιώς.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2015

Shooting Star: "Into The Night"


Ετούτη η μπάντα είναι σχεδόν άγνωστη στην πατρίδα μας παρά το
γεγονός ότι η δράση τους ξεκινά από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 και έχουν κυκλοφορήσει οκτώ στούντιο δίσκους.

Η καταγωγή τους είναι από το Missouri του Kansas και οι Shooting Star ξεχώριζαν διότι, είχαν στις τάξεις τους, τον βιολιτζή και κιμπορντίστα Charles Waltz (δεν συμμετέχει πλέον) που ειδικά στα πρώτα άλμπουμ τους, έδωσε ένα χρώμα από τους περίφημους Kansas, μιας και συνδύαζαν άψογα τον aor /hard και ελαφρώς progressive ροκ ήχο.
Η αποδοχή τους στην Αμερική την δεκαετία του ’80 ήταν αρκετά καλή και άλμπουμ όπως το “Silent Scream” θεωρείται κλασσικό.
Αντιθέτως στην Ευρώπη παρέμειναν σχεδόν άγνωστοι ενώ τελευταία δισκογραφική τους δουλειά ήταν το 2006 όμως ευτυχώς το 2013 έπαιξαν στο Firefest του Νότιγχαμ της Αγγλίας και αρκετοί οπαδοί του μελωδικού ήχου τους ξαναθυμήθηκαν μιας και ήταν η πρώτη φορά που έπαιξαν στην Ευρώπη! Ερχόμενοι τώρα στην νέα τους κυκλοφορία, θα τονίζαμε ότι οι συνθέσεις τους κινούνται στο γνώριμο αμερικάνικο hard rock ύφος του περασμένου αιώνα.
Η φωνή του νεόκοπου, Todd Pettygrove στέκεται θαυμάσια ενώ ο κιθαρίστας και ηγέτης της μπάντας, Van McLain υπογράφει και εκτελεί εξαιρετικά όλα τα κομμάτια του "Into The Night".
Τραγούδια που ξεχωρίζουν είναι τα “Hole In My Heart” (θυμίζει Van Halen) αλλά και τα “This Is Our Town” και “Eye Of The Needle” που ξεκινά με μία μυστήρια εισαγωγή στα πλήκτρα και στη συνέχεια αποκτά ένα επικό ύφος που κορυφώνεται με το ανάλογο σόλο στα κήμπορντς.
Το “Bring Down The House” γοητεύει λόγω ότι τα southern στοιχεία προσθέτουν ένα δυναμισμό ενώ συμπαθητικές είναι οι μπαλάντες “Let Me Know”, “Time Never Surrenders” και το "She Gives Me Chills" που είναι απλά μία όμορφη aor σύνθεση. Κορυφαίο άσμα, είναι το ομότιτλο κομμάτι του άλμπουμ όπου οι επιρροές από Kansas, Survivor, Βlackfoot είναι εμφανείς και δοσμένες έξυπνα, χάρη στο ταλέντο του πληκτρά Dennis Laffon και της κιθαριστικής πανδαισίας του Van McLain, που απογειώνουν ουσιαστικά το "Into The Night".

Στο www. shootingstarmaniacs.com μπορείτε να ακούσετε όλο το νέο άλμπουμ των αμερικανών ρόκερ και να πάρετε μία γερή hard rock δόση από ένα αδικημένο γκρουπ.

Φώτης Μελέτης

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2015

Joshua: "Intense Defense"


Ο Ελληνοαμερικανός (από τη Θεσσαλονίκη) κιθαρίστας Joshua
Perahia εγκατέλειψε τις σπουδές του σε προπαρασκευαστικά μαθήματα ιατρικής στο φημισμένο πανεπιστήμιο UCLA στο τέλος της δεκαετίας του '70 για να κυνηγήσει το μουσικό το όνειρο!


Ένωσε λοιπόν τις δυνάμεις του με τον αδελφό του Leon και δημιούργησε την πρώτη εκδοχή των Joshua και στα  1982 κυκλοφόρησε το πρωτόλειο της μπάντας, το Handis QuickThan TheEye στην εταιρεία Enigma Records.
Όταν όμως οι Joshua ήταν έτοιμοι να υπογράψουν συμβόλαιο με την εταιρεία Gold Mountain/A&M Recordsστα  1983, ο Perahia ασπάσθηκε τον Χριστιανισμό (προτεστάντης) και όταν ενημέρωσε τα υπόλοιπα μέλη για την προσωπική του επιλογή, όλα τα μέλη με τον ένα ή τον άλλο τρόπο εγκατέλειψαν τη μπάντα.
Ο Perahia αμέσως δημιούργησε μία νέα εκδοχή των Joshua που περιλάμβανε τα μετέπειτα μέλη των χριστιανοροκάδων Shout όπως ο KenTamplin, ο Loren Robinsonκαι ο Jo Galletta.  Με τον ικανότατο τραγουδιστή Jeff Fenholtη μπάντα ηχογράφησε και κυκλοφόρησε στα 1986 το Surrender από την εταιρεία PolydorRecords.
Έπειτα από την επιστροφή της μπάντας από την ευρωπαϊκή περιοδεία για την προώθηση του "Surrender", ο Rob Rock (Project Driver) κλήθηκε να αναλάβει τη θέση πίσω από το μικρόφωνο, ήταν γνωστός ως ο τραγουδιστής στους Impellitteri και Warrior και επιπλέον είχε κυκλοφορήσει τρία καλά προσωπικά άλμπουμ, προσδίδοντας στη μπάντα ώθηση με τα δυναμικά και ευέλικτα φωνητικά του!
Η δε, ρυθμικά φρουρά  στηρίχθηκε στον ντράμερ Tim Gehrt και στον Emil Lech με το μπάσο του.  Οι απαραίτητες μελωδικές γραμμές προσφέρθηκαν από τον πληκτρά Greg Schultz.
 Η μπάντα περίπου ένα χρόνο ηχογραφούσε στη Γερμανία το "Intense Defense" έχοντας ένα οικονομικό μπάτζετ περίπου 700.000δολαρίων.  Άξιζε όμως το τελικό αποτέλεσμα και τον κόπο και το χρόνο αλλά και τα χρήματα που δαπανήθηκαν από την μπάντα.

Και εξηγούμε το γιατί: το καθοδηγούμενο από τα πλήκτρα  "Reach Up" σε συνδυασμό με τα βαρβάτα τύμπανα και την εξαιρετική κιθαρωδία  της ρυθμικής κιθάρας αναμιγμένη με την ευφάνταστη μελωδία της ηλεκτρικής κιθάρας δημιούργησαν μία καταπληκτική σύνθεση!
Το "I've Been Waiting" ωθεί το "Intense Defense" σε ένα περισσότερο εμπορικό ήχο προσανατολισμένο σε μία μελωδική hardrockκατεύθυνση.  Να συμπληρώσουμε, ότι στην σύνθεση υπάρχει το καλύτερο νεοκλασικό σολάρισμα κιθάρας του δίσκου.

Το "Only Yesterday" ξεκινά με μία μείξη ακουστικής κιθάρας και πλήκτρων που εναλλάσσονται μέχρι να αναλάβει η ηλεκτρική κιθάρα για να αποτελειώσει την πολύ καλή σύνθεση!
Να σημειώσουμε κι εδώ την παρουσία της συμφωνικής αίσθησης που αποπνέει η κιθάρα σε ένα ορχηστρικό ντελίριο που καταλήγει σε ένα  heavy κιθαριστικό ριφ.

Το μελωδικό rock του  "Crying Out For Love" είναι μία από τις καλές εμπορικές στιγμές του δίσκου! Πιασάρικη σύνθεση που σίγουρα αρέσει στους μελωδικούς ακροατές του δίσκου!

Το hard -ροκάδικο  "Living On The Edge" είναι το δυναμικότερο τραγούδι του δίσκου.
Η κιθαριστική δουλειά του Perahia ξεκινά με ένα επιθετικό και γρήγορο στυλ παιξίματος για να περάσει σε μελωδικότερη γραμμή προς το τέλος.

Τα πλήκτρα μας συστήνουν και το  "Tearing At My Heart" με ένα πανέμορφο συνδυασμό ρυθμικής κιθάρας και αφήγησης:
When all the dreams pass away, and fall in despair
When all the hope seems to fade, you'll still be there


Όσο αναπτύσσεται η σύνθεση αναδεικνύεται σε ένα υμνικό αριστούργημα με αιθέριο αίσθημα που δημιουργεί το ρεφραίν.
Τα πλήκτρα μεταφέρουν την ημιμπαλάντα  "Remembering You" στην πρώτη στροφή , ένα τέλειο αμάλγαμα μουσικό ρυθμικής κιθάρας και πλήκτρων που οδηγεί την σύνθεση σε ένα συναισθηματική επωδό και απογειώνει την συνθεση!Αγαπημένο ως μπαλάντα από τις καλύτερες που έχω ακούσει (και έχω ακούσει ποοοοολλές).
Ο δε Perahia με το μελωδικό παίξιμο στην κιθάρα δίνει ρέστα.

Το  "Look To The Sky" με εξαιρετική κοφτερή κιθάρα να κελαηδά στην σύνθεση που διανθίζεται με τα αρμονικά οπερετικά φωνητικά του Rob Rock και οδηγούν την σύνθεση σε αποθεωτικά ύψη!

Με φωνητικές αρμονίες ξεκινά το  "Don't You Know" , που είναι από τις καλύτερες συνθέσεις όπου όλοι οι μουσικοί βγάζουν μουσικότητα στον υπέρτατο βαθμό!

Το πανέμορφο εισαγωγικό σόλο των πλήκτρων καθορίζει άλλη μία εξαιρετική σύνθεση όπως είναι το  "Stand Alone" με ιδιαίτερα φωνητικά και νεοκλασική επένδυση  στο κιθαριστικό σόλο του Perahia.
 


Η εταιρεία RCAUS Aτελικά εγκατέλειψε τους Joshua ως αποτέλεσμα της επικόλλησης από τη μπάντα μίας ετικέτας στο δίσκο που έγραφε :  "This album is dedicated to the Glory of God" .  Αρκετά ανόητο την στιγμή που οι χριστιανοαναγεννημένοι Stryperείχαν πουλήσει εκατομμύρια δίσκων και η εταιρεία είχε επενδύσει στο δίσκο ήδη 700.000δολάρια…

Έπειτα από την κυκλοφορία του "Intense Defense", η μπάντα δε μπόρεσε να μείνει ενωμένη και τα μέλη της πήραν ξεχωριστούς μουσικούς δρόμους.
Οι Rob Rock, Greg Shultz και ο Emil Lech σχημάτισαν τους μελωδικούς μεταλάδες Driver με τον κιθαρίστα και μετέπειτα παραγωγό  RoyZ. Και καθώς οι Driver ποτέ δεν υπέγραψαν συμβόλαιο με εταιρεία αρκέστηκαν να ηχογραφήσουν ένα επαγγελματικότατο (από πλευράς ήχου) demo με πέντε τραγούδια.
Ο Perahia άλλαξε το όνομα της μπάντας σε Jaguar ενώνοντας τις δυνάμεις του με τον εκπληκτικό τραγουδιστή Robin Kyle, ηχογραφώντας ένα demo και επανεκτελώντας το "Show Me The Way" που υπάρχει στην επανακυκλοφορία του  1992 για το δίσκο Surrender από την OceanRecords.

Το "Intense Defense"  παρέμενε για χρόνια δυσεύρετο και πανάκριβο μέχρι την επανακυκλοφορία του σε CDτο 2003 και όχι άδικα.

Οι συνθέσεις:
"Reach Up" (4:43), "I’ve Been Waiting" (4:23), "Only Yesterday" (3:41), "Crying Out For Love" (4:20), "Living On The Edge" (4:08), "Tearing At My Heart" (3:49), "Remembering You" (5:06), "Look To The Sky" (4:14), "Don’t You Know" (4:08), "Stand Alone" (5:02)


Μέλη
Rob Rock – φωνή
Joshua Perahia – κιθάρες
Greg Shultz – πλήκτρα
Emil Lech μπάσο
Tim Gehrt –τύμπανα

Νότης Γκιλλανίδης

Σάββατο 1 Αυγούστου 2015

Bret Michaels: "True Grit"



Bret Michaels: "True Grit"

Πριν καιρό διάβαζα: "ο Bret Michaels κάνει στροφή
κυκλοφορώντας νέο δίσκο με ανάμιξη rock και country μουσικής. Το "True Grit" όπως ονομάζεται ο προσωπικός του δίσκος περιλαμβάνει μία επανηχογράφηση του πασίγνωστου Poison hit, “Every Rose Ha sIts Thorn” στο οποίο συμμετέχει και η θρυλική τραγουδίστρια country legend, Loretta Lynn".


Ο θρυλικός τραγουδιστής των Poison, BRET MICHAELS τελικά το τόλμησε!! Κυκλοφόρησε το  "True Grit"με 21 τραγούδια.
 Περιέλαβε στο δίσκο τραγούδια που είχε κυκλοφορήσει διάσπαρτα την τελευταία πενταετία , μερικά νέα που ηχογραφήθηκαν τους τελευταίους μήνες και διάφορα κλασικά-αγαπημένα των Poison που ξαναδουλεύτηκαν μουσικά!
Μεταξύ των συνθέσεων περιλαμβάνεται και η κυκλοφορία του 2012 "They Don’t Make an App For That (The App Song)" που πρωτοκυκλοφόρησε  από την ιστοσελίδα του Bret Michaels ως app  και το ροκάδικο "Get Undone".
Ο Bret επίσης φλερτάρει ούτως ή άλλως με το country / Americana ιδίωμα εδώ και χρόνια και αυτό αποτυπώνεται ιδιαίτερα στη νέα σύνθεση  "Girls on Bars"  που είναι εντυπωσιακή μίξη του προαναφερθέντος μουσικού ιδιώματος με στοιχεία rock 'nroll.
Όπως θα αντιληφθείτε και από τους στίχους ο frontman  των Poison εξυμνεί τις αρετές των κοριτσιών που "χορεύουν" επάνω στα bars (κάτι γνωρίζει παραπάνω).
Σημειώνει ο ίδιος για το τραγούδι αυτό: "όλοι χρειαζόμαστε τέτοιου είδους τραγούδια.
Το καλοκαίρι με κάνει να σκέφτομαι ανθρώπους να χορεύουν στα , να διασκεδάζουν . Σκέφτομαι τα κορίτσια πάνω στα και τα αγόρια να οδηγούν γρήγορα αμάξια.
Οι άνθρωποι θέλουν διασκέδαση μετά από ένα μακρύ, κρύο χειμώνα! ".
Υπάρχουν ακόμη τα πιο γνωστά τραγούδια των Poison.
Υπάρχει μία εξαιρετική κλασικοροκάδικη εκδοχή του  "Nothing' But AGood Time", το "UnskinnyBop" με πνευστά και γυναικεία δεύτερα φωνητικά , το ξαναδουλεμένο σε ύφος "καβαλώ τη μοτοσυκλέτα μου και πάω" "Talk Dirty To Me" και ένα αναγεννημένο  "Every Rose Has itsThorn," ηχογραφημένο με τη Loretta Lynn στο κτήμα της στο Tennessee και φυσικά την συνεισφορά της στο τραγούδι(τραγουδά στροφές του τραγουδιού).
Ο δίσκος περιλαμβάνει επίσης guest εμφανίσεις των  Lynyrd Skynyrd (συγκεκριμένα των Gary Rossington, Rickey Medlocke, Jimmy Buffett και Rascal Flatts) στη διασκευή του κλασικού τους Sweet Home Alabama.
Επίσης στη μπαλάντα Nothing to Lose συμμετέχει  η αγαπημένη Hanna Montana της Αμερικής  Miley Cyrus…όμορφη, ταξιδιάρικη σύνθεση.
 Άργησα να παραδώσω αυτήν την κριτική διότι άκουγα και ξανάκουγα το δίσκο προσπαθώντας να αποκρυσταλλώσω την τελική μου πρόταση και:
Το "True Grit" κυκλοφόρησε ως ένα ανάμεικτο δημιούργημα και στην πραγματικότητα είναι ένα ροκάδικο CD.
Εντάξει , υπάρχει διάχυτο country / Americana ύφος και ανάλογη  διάθεση, αλλά αυτό που κυριαρχεί είναι οι ηλεκτρικές κιθάρες και ο  Bret Michaels  που τραγουδά με το γνωστό κι αγαπημένο rock/hairmetal ύφος.
Τέλειο συμπλήρωμα και συνοδευτικό για τη γλυκειά ραστώνη του καλοκαιριού!

Νότης Γκιλλανίδης

House Of Lords: "Indestructible"



Μακριά από ιερόσυλες ροκ αναλογίες, αλλά όσο ακούει κανείς το
"Indestructible", πείθεται ότι με κάθε άλμπουμ της δεύτερης φάσης της καρριέρας τους (2004 έως και σήμερα) οι House Of Lords απομακρύνονται από την βαριά, μυθική σκιά του -ίσως πιο μουσικού όλων- συγκροτήματος της κύκνειας εποχής του hair metal.


Οδεύοντας προς το να γίνουν για τη σημερινή αχανή σκηνή του σκληρού ήχου το ηχητικό ισοδύναμο των Rainbow της περιόδου '79-'83. Δίνουν αυτό που δεν γίνεται να μην αρέσει, τόσο σε "ηλικιωμένα" και όσο και σε "παρθένα" hard rock αυτιά.
Δουλεμένες συνθέσεις, συμφωνικοφανείς ασκήσεις στη μελωδία, ευπρόσδεκτα λίγες παραλλαγές σε ρυθμούς και δομές τραγουδιών, με στρώματα κήμπορντς να γεφυρώνουν και να υπογραμμίζουν. Πάνω απ΄το μπαρόκ αυτό χαλί κυριαρχεί αυτή η τόσο μεστή σε συναίσθημα, εύκαμπτη αλλά και γεμάτη δύναμη φωνή του James Christian. Μπορεί η μέση να έχει φαρδύνει και η κώμη να μην έχει καμία συγγένεια αυτή του frontman που στην περιοδεία με τους Nelson το '91 έκανε συλλογή από γυναικεία εσώρουχα στη σκηνή, αλλά η φωνή εξακολουθεί να έχει όλα όσα χρειάζεται για μεταμορφώνει σχεδόν κάθε κουπλέ και ρεφρέν σε βατήρα προς την hard rock ευφορία.

Με πεισματικά υψηλά στάνταρ στην παραγωγή (ο Christian από το 2007 έχει αναλάβει και αυτό έργο) το άλμπουμ είναι το δέκατο συνολικά των Lords, το έκτο συνεχόμενο με την ίδια σύνθεση (Cristian/Bell/Zampa/McCarville), εξίσου βαρύ με το τελευταίο τους (το περσινό "Precious Metal") και μάλιστα λίγο περισσότερο δουλεμένο σε συνθέσεις.
Οι κιθάρες του
Jimi Bell έχουν τον ρυθμικό όγκο που χρειάζεται για να ακούγονται οι Lords ακόμη και σαν κλασσικό, απολαυστικό, μελωδικό μέταλλο ("Go To Hell", "Indestructible", "100mph", "Ain' t Suicidal", "Stand And Deliver"), ενώ τα "Call My Bluff", "Another Dawn", "Eye Of The Storm" και "We Will Always Be One" (το τελευταίο προσπαθεί αξιοπρεπώς να ακολουθήσει την παράδοση της μπαλάντας), μεταφέρουν τα αρπίσματα από το '88 στο παρόν, με πιο μυώδη ήχο. 

Είναι αρκετά δύσκολο να ξεχωρίσει ποιοτικά τις κυκλοφορίες τους, ιδίως από το 2008 και μετά, καθώς όλες μοιάζουν στο ίδιο επίπεδο και χρειάζεται προσοχή απλώς για να διαλέξει κανείς τις αγαπημένες του μελωδίες. Οι δουλεμένες συνθέσεις, το επίπεδο της παραγωγής και η αυτοπεποίθηση του γκρουπ αποζημιώνουν και αυτή τη φορά.
Τα "
Pillar Of Salt", "Call My Bluff", "Indestructible" κερδίζουν επάξια θέση σε μια περιεκτική ανθολογία με τα καλύτερά τους, με τα "Go To Hell", "Ain't Suicidal" και το "Another Dawn" να πλησιάζουν ικανοποιητικά.

Tα 51 λεπτά διάρκειας με τα 11 καινούρια τραγούδια πράγματι εκφράζουν αυτό που έχει δηλώσει ο Christian στο δελτίο τύπου. "Είμαστε τόσο καιρό στην πιάτσα, έχουμε περάσει ο καθένας και όλοι μαζί τόσα πολλά, που έχουμε κερδίσει το δικαίωμα να νιώθουμε και λίγο άτρωτοι".

Όπως κι αν το δει κανείς, ο James Christian, μετά την βαριά περιπέτεια με την υγεία του, έχει κάθε δικαίωμα να αισθάνεται, κάθε χρόνο που περνάει, προσωρινός και απόλυτος νικητής. Και αν τα συχνά άλμπουμ των House Of Lords μοιάζουν ολοένα και περισσότερο με «δουλειά» και όχι με θεόσταλτη έμπνευση, τότε είστε απλώς κακομαθημένοι ακροατές.
Τη μουσική τη φτιάχνουν άνθρωποι. Δοκιμάστε να παράξετε κάτι καινούριο απ΄το μηδέν (έστω με αναφορές στο προηγούμενο έργο σας) μέσα σε δώδεκα μήνες ικανό να το παρουσιάσετε σε κόσμο και μετά τα λέμε.

Απ΄τα άλμπουμ του φετινού καλοκαιριού, για όσους έχουν το συνηθίσει να φτιάχνουν συλλογές και να παίρνουν μέρη της δισκοθήκης τους μαζί τους για διακοπές.


Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Hungryheart: "Dirty Italian Job"



Οι Ιταλοί Hungryheart είχαν εκπλήξει ευχάριστα πριν από λίγα
χρόνια τους οπαδούς του melodic hard rock και παρά τις δύο μόνο δισκογραφικές τους κυκλοφορίες έχουν κάνει αισθητή την παρουσία τους.


Είχαν δε  εμφανίστεί  στην Αθήνα (16/3/12-Bat City) και Θεσσαλονίκη(18/12-Rosewood Festival) .
Έπειτα από δύο πολύ καλές κυκλοφορίες  το ομώνυμο "Hungryheart" και το "One Ticket To Paradise", που τους έκαμαν δημοφιλείς και τους καθιέρωσαν στη μελωδική κοινότητα (AOR / Melodic Rock), επανέρχονται με την τρίτη κυκλοφορία τους, το "Dirty Italian Job".
Δώδεκα συνθέσεις ατόφιου, μελωδικού  hard rock χαρακτηριστικού "μουσικού μανδύα" των Hungryheart.
Οι μουσικές εμπειρίες των μελών της μπάντες αναπτύχθηκαν την τελευταία πενταετία καθώς βρέθηκαν στην σκηνή και μοιράστηκαν μουσικές εμπειρίες με μπάντες και καλλιτέχνες όπως, οι: House of Lords, Mitch Malloy, Bobby Kymball , Vinny Appice, Issa, Kelly Keeling μεταξύ άλλων. Οι ρέκτες του μελωδικού  AOR/Hard Rock ήχου θα ανακαλύψουν συνθέσεις  όπως τα "Back To The Real Life" καθώς και το  single της μπάντας "Shoreline" καθώς και τα κλασικοροκάδικα "Rock Steady" και  "There Is A Reason For Everything" καθώς τα  "Devil's Got My Number", "Time For The Letting Go" και  "Second Hand Love" δείχνουν τη μπλουζίστικη δεξιοτεχνία της μπάντας.
Το αγαπημένο τραγούδι δεν είναι άλλο από την υπέρτατη μπαλάντα "Nothing But You" που παρουσιάζει τους ιδρυτικούς πυλώνες του γκρουπ των  Hungryheart , τον τραγουδιστή Josh Zighetti και τον κιθαρίστα αλλά και παραγωγό του δίσκου  Mario Percudani σε μία φωνητική και μουσική δεξιοτεχνία.
Υπάρχει και μία διασκευή στο δίσκο, το  "Bad Love" του Eric Clapton , που προσαρμόζεται και αναδομείται με σεβασμό στο δημιουργό αλλά ταιριασμένο στο ύφος του ιταλικού συγκροτήματος

Νότης Γκιλλανίδης

Flying Mercury: "Love is a Mystery"


Θεωρώ, ότι χρόνο με το χρόνο πως είναι ξεκάθαρο ότι ο αέρας της
Σκανδιναβικής χερσονήσου πνέει και στη ώρα μας! Είναι προφανές επίσης, ότι πέρα από τις αμιγώς ελληνικές κυκλοφορίες, αυτός ο αέρας φέρνει μαζί του μελωδικότητα (με σαφέστατη εμπορικότητα στον ήχο και τις συνθέσεις) και πληθώρα για την ΕλλάδαAOR κυκλοφοριών.


Αρκετά όμως με τα γεωγραφικά λογοπαίγνια, ας ασχοληθούμε με την αγαπημένη μας μουσική και μία από τις πολυαγαπημένες μπάντες (και στον rocktime.gr αλλά και προσωπικά ):
Οι Flying Mercury με το "Love Is a Mystery" παρουσιάζουν την πρώτη κυκλοφορία τους στο γνωστό κι αγαπημένο Hard Rock κυρίως σε 80’ς ύφος, καθώς και με κάποιες αναφορές από την Scandinavian Hard Rock σκηνή.
Καθώς είχα την ευκαιρία να βρεθώ στη δημιουργία του πρώτου clip  της μπάντας και να έχω μία προακρόαση του δίσκου, απλά αυτά που ακούσαμε μας καθήλωσαν από το πρώτο άκουσμα!
Ένας ήχος με τα πλήκτρα να χρωματίζουν όλες τις συνθέσεις, που ακούγονται τόσο μα τόσο 80ς, με μοντέρνο σημερινό ήχο.
Όμως τα καλογυαλισμένα και επεξεργασμένα κομμάτια που κυκλοφορούν –προς το παρόν- σε μορφή download  από τους ιστότοπους Amazon (http://www.amazon.co.uk/gp/product/B010C751X6/ref=dm_ws_sp_ps_dp
και  i-tunes
(http://rippletunes.com/album/Flying-Mercury/Love-Is-a-Mystery/1011863898/t0)
ανεβάζουν την ποιότητα στο έπακρο.
Τούτη εδώ η "δουλειά " είναι η επιτομή του της μελωδικής δουλειάς: καλοπροβαρισμένη μπάντα, με ενέργεια και πάθος από όλα τα μέλη της.
Τα πλήκτρα με τον Michael Tabou στη σωστή δοσολογία, η φωνή του John Kalivas αισθαντική, μελωδικότατη και υψίφωνη χωρίς να γίνεται κουραστική (θυμίζοντας το είδωλο του Bruce Dickinson), η κιθάρα σε αρμονικές γραμμές και σόλο ευφάνταστα με την "παλιά καραβάνα της μουσικής"  Spiros Fousekis ωριμότερο από ποτέ, ενώ η rhythm section με τους Johnnie Kontos (νέο μέλος – προσαρμόστηκε γρήγορα και άψογα) στο μπάσο και τον Peter Papapetros στα ντραμς μετρονομική και παθιασμένη παρουσία πραγματικά.
Στη νέα κυκλοφορία λοιπόν έχουμε 9 εξαιρετικές συνθέσεις, ατόφιου hard rock/AOR με λαμπερές μελωδίες, πιασάρικα χορωδιακά φωνητικά, παθιασμένες ερμηνείες από τον Γιάννη Καλύβα, πανέξυπνες κιθαριστικές μελωδίες,  πλουσιοπάροχα πλήκτρα και ογκώδη/μετρονομική rhythm section.
Από το εναρκτήριο "Looking for Love" μία σύνθεση που καθοδηγείται από τα πλήκτρα, πανέμορφη κιθαριστική γραμμή, με δυναμικά φωνητικά που θα αφήσουν κάθε "μελωδικοροκά –αφιονισμένο" για ήχο 80ς  απόλυτα ικανοποιημένο!
Το "Magnetic Attraction", που ακολουθεί είναι ένα δυναμικό hard rock ταξιδιάρικο κομμάτι, όπου η κιθάρα κελαηδά διακόπτοντας τον οίστρο των πλήκτρων μαζί όλα αυτά με τη φωνή στα όρια της να κεντάει τους ευφάνταστους στίχους.
Το "Dream of Winter" (γεια σου Γιώργο Σαμπάνη χαχα…) σίγουρα ξεχωρίζει και καταλαμβάνεσαι από το εθιστικό "άγκιστρο", που έχει ως δόλωμα τα δυναμικά 80ς synthesizers!
Στην συνέχεια και πριν καταλαγιάσει ο αχός της "80τίλας",  ακούγεται από τα ηχεία η πρώτη μπαλάντα του δίσκου: το "Our Love Will Never Die", με όλα τα στοιχεία που έχει μία hard rock  μπαλάντα, με "μελένιους στίχους" με τη φωνή να προσδίδει πόνο ατελείωτο και την κιθάρα του Φουσέκη να σε ταξιδεύει με ένα ριφ από τα παλιά.
Με τα  "Broken Arrow ", "The Wind Cries Out Your Name",  η μπάντα με τις μπαλαντοειδείς προσεγγίσεις, τις hard rock προτάσεις και τις απόλυτα φτιαγμένες για εμπορικές επιτυχίες συνθέσεις, ερευνά με απόλυτη επιτυχία τα όρια της "ζαχαρένιας μελωδίας" στα ίχνη σύγχρονων – ισάξιων συγκροτημάτων όπως οι H.e.a.t ή οι  Houston.
Προσωπικά αγαπημένο, το "Unwavering Faith" με τη γ@#$τη πληκτροεισαγωγή και τα αεροπλανικά φωνητικά που με τίναξε στον αέρα.
"Θεοί του Ολύμπου" τι ρεφραίν είναι τούτο...αμ τα ριφ της κιθάρας και τα υφέρποντα πλήκτρα σε όλο το κομμάτι;
Ζημιά ανεπανόρθωτη. Τα δε φωνητικά θυμίζουν τους εγχώριους cult ερμηνευτές Ντίνο Κωστάκη (Spitfire), Γιώργο Φλωράκη (Raw Silk) αλλά και τον Steve Harley (Cockney Rebels) στο επικό "Prepare for Glory", η  μπάντα αποτίει φόρο τιμής στους Iron Maiden (Man on the Edge) εποχής Blaze Bayley σε ένα κομμάτι έκπληξη, που πρωτάκουσα σε γνωστό club  της Αθήνας σε ένα από τα gig της μπάντας.
Όμορφο κομμάτι με ένα εκπληκτικό σόλο κιθάρας στη μέση αλά Malmsteen εποχής Rising Force, που δένει άψογα με τα υπόλοιπα και ακούγεται πανέμορφα σε ζωντανές εμφανίσεις.
Η μπάντα κλείνει το δίσκο της με το   ομώνυμο  "Love Is a Mystery" που είναι  ένας "μοντέρνος τοίχος ήχου" του AOR ύφους με ύψιστη φωνητική ερμηνεία, δυναμικά πλήκτρα  με μία ισχυρή δόση κιθαριστικής μαγείας , που οδηγούν σε ένα δυναμικό, υμνικό αποτέλεσμα.
Ένα "δολοφονικά" πανέμορφο AOR κομμάτι  με όλα τα στοιχεία που θα το καθιέρωναν στα μελωδικά charts  της χώρας, εάν υπήρχαν.
Έκτο μέλος της μπάντας η αεικίνητη, ενθουσιώδης και πανταχού παρούσα μάνατζερ του συγκροτήματος Evelin Parousi.
Χωρίς όμως την άψογη και άκρως επαγγελματική παρουσία του Makis Tselentis (2002 GR και όχι μόνο) στον ήχο, αυτή η προσπάθεια θα ήταν πραγματικά ημιτελής.
Εάν είστε άγευστοι από τον ήχο των Flying Mercury και τις πάμπολλες εμφανίσεις  τους , σίγουρα το "Love Is a Mystery", θα σας βοηθήσει να αποφασίσετε με σιγουριά, εάν σας αρέσει η μπάντα ή όχι!
Εάν έχετε "κολλήσει" με τους W.E.T, Brother Firetribe ή  Work Of Art  και έχετε "λιώσει" τα βινύλια των Europe, Journey και  Def Leppard θα προσθέσετε  ακόμη έναν θησαυρό στην συλλογή σας!
Χωρίς καμία διάθεση υπερβολής και κολακείας ο δίσκος είναι απαραίτητος για την συλλογή κάθε ρέκτη του μελωδικού hard rock/AOR ήχου.

Νότης Γκιλλανίδης

Axe: "Axeology 1979-2001"


Από την καρδιά των ‘80’s οι αμερικανοί Axe, επανέρχονται στην
επιφάνεια με μια συλλογή δυναμίτη. Πολλοί πιθανότητα θα τους θυμάστε εξ’ αιτίας του “Rock ‘N’ Roll Party In Streets” του 1982, αλλά πέρα από αυτό το σχήμα ποτέ δεν έφτασε τόσο ψηλά όσο του άξιζε παρόλο που έπαιξε σημαντικό ρόλο στο AOR ραδιόφωνο τότε.

Ποιος ξέρει γιατί.. Το θέμα είναι ότι το αξίζανε και αυτό είναι το μόνο σίγουρο.
Μέσω της Cleopatra/Deadline Records, δίνεται και πάλι η ευκαιρία να γυρίσουμε πίσω και να κάνουμε μια αναδρομή στην όλη καριέρα τους από το 1979 μέχρι το 2001.
Το άλμπουμ που θα μας βοηθήσει να το πετύχουμε αυτό λέγεται Axeology 1979-2001” και πέραν από το προφανές που καλύπτει την καριέρα τους για αυτό το διάστημα, αποτελεί και μια πολύ καλή επιλογή συλλογής τύπου best of.

Η αναδρομή αυτή περιέχει συνολικά τριάντα έξι κομμάτια και είναι διπλή. Αναλυτικότερα έξι από το Axe του 1979, έξι από το Living On The Edge του 1980, εφτά από το Offering 1982, έξι από το Nemesis 1983, πέντε από το Five 1996, τέσσερα από το The Crown 2000 και bonus δύο ακυκλοφόρητα έως σήμερα ( No Heroes και Bad Sometimes).

  Είναι επομένως ένα πάρα πολύ καλό ανθολόγιο των AXE, σε deluxe digipack έκδοση με πλήρεις σημειώσεις γραμμένες από τον Bobby Barth, τα αυθεντικά εξώφυλλα των δίσκων, σπάνιες φωτογραφίες και άλλα.
Το λεύκωμα του Axeology 1979-2001” δεν αφορά μόνο τους φανατικούς οπαδούς. Είναι πραγματικά ένα φανταστικό σημείο εκκίνησης ώστε να γίνει μια πρώτη γνωριμία μαζί τους. Οι παλαιότεροι φίλοι τους όμως, ίσως έχουν και ένα παραπάνω κίνητρο να το αποκτήσουν καθώς τα κομμάτια είναι όλα σε μορφή remaster των  original εκδόσεων, όποτε ο ήχος είναι πολύ καλύτερος και βοηθά στο να το απολαύσετε.


ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΛΙΜΙΤΗΣ

Κυριακή 5 Ιουλίου 2015

Beauvoir/Free: "American Trash"



Θυμάμαι την μοναδική φιγούρα του Jean Beauvoir στα 80ς-90ς με
τη χαρακτηριστική μοϊκάνα στα μαλλιά και τις σκέψεις που έκανα: ο τύπος αυτός αποκλείεται να παίζει στο μελωδικό χώρο.


Μέχρι που είδα το video "Feel The Heat" στα 1986 από την ταινία  "Cobra" και έμαθα ότι με τον  Micki Free σχημάτισαν τους  Crown Of Thorns, ένα πραγματικό μαργαριτάρι του μελωδικού  rock χώρου και μάλιστα τη δύσκολη εποχή του  grunge.
Αγόρασα και το πρωτόλειο τους, " Raw Thorns" και πείσθηκα απόλυτα ότι ο τύπος έπαιζε στο αγαπημένο ιδίωμα του AOR!!
Οι δύο αυτοί πραγματικοί πρίγκηπες του  AOR, Beauvoir/Free, συναντήθηκαν μουσικά και δημιούργησαν και πάλι κάτι εξαιρετικό: το "American Trash".
Η μουσική χημεία των Beauvoir και  Free  είναι αποδεδειγμένα δεδομένη!
Απλά,  πρόκειται για ένα δίσκο μελωδικού  hard rock στα καλύτερα του σε ένα έξοχο  AOR περιτύλιγμα.
Προέρχονται ο Beauvoir και ο Free από τον πυρήνα του μελωδικού ιδιώματος και αποδεικνύεται τόσο από τα υπέροχα φωνητικά, όσο και από τις μελωδικότατες και ευρηματικές αρμονίες στις κιθαριστικές συνθέσεις!
Δυνατά σημεία του δίσκου, πέρα από τις εξαιρετικές συνθέσεις , τα γεμάτα πάθος φωνητικά του Jean Beauvoir και το παθιασμένο  παίξιμο με μπόλικο συναίσθημα του Micki Free στην κιθάρα. Πιο συγκεκριμένα αποτύπωση των γραφομένων , υπάρχει στις  συνθέσεις "Angels Cry", "Morning After", στο ομώνυμο τραγούδι του δίσκου, στο "Whiplash" καθώς και στο "Shotgun To The Heart".
Στο  "Angels Cry" τα εξαιρετικά φωνητικά συνδυάζονται με ένα πιασάρικο μουσικό θέμα, όπως και τα   καθαρόαιμα Heavy Rock τεχνοδομής  “Whiplash”/ “Shotgun to the Heart” ή το παραπλήσιου ύφους  "There's Not Starting Over", για να ακούσουμε τις υπέροχες μπαλάντες  "Just Breathe" και "Never Give Up" ενώ στην σύνθεση  "Morning After"  έχουμε διάχυτο το πνεύμα των 70ς!
Φυσικά το "American Trash", πρώτα από όλα συστήνεται κυρίως για τους οπαδούς των  CROWN OF THORNS, που σίγουρα τους έχει λείψει το υπέροχο άκουσμα της μπάντας, όπως και για τους ακόλουθους του ήχου του  Micki Free στην κιθάρα , που παίζει μερικά μοναδικά υπέροχα, μελωδικά guitar σόλο!


Νότης Γκιλλανίδης

Σάββατο 4 Ιουλίου 2015

Judas Priest: "Defenders Of the Faith-30th Anniversary Edition"


The Priest Is Back again!! Θα μπορούσαμε άνετα να πούμε για
αυτήν εδώ την επανακυκλοφορία, αν προηγουμένως δεν είχαν κυκλοφορήσει το “Redeemer Of Soul”. Σίγουρα όμως αποτελεί ευχάριστη είδηση για την μουσική, αλλά δυσάρεστα συνάμα για την τσέπη των φίλων τους.


Το άλμπουμ Defenders Of The Faith κάθε οπαδός των Priest, σίγουρα το γνωρίζει πολύ καλά, όπως και την αξία του αλλά και το πόσο αγαπήθηκε από τον κόσμο. Για περισσότερα κους - κους σχετικά με αυτό, μπορείτε να διαβάσετε δια στόματος του αρχηγού Ian Hill το τι ειπώθηκε στη συνέντευξη που έδωσε  ακολουθώντας αυτόν τον σύνδεσμο  http://rocktime.gr/index.php?view=view_articles&option=sinenteuxeis&item=1430485407&lang=el (για να μην τα γράφουμε και τα ξαναγράφουμε και σας κουράζουμε φίλτατοι αναγνώστες)
  Φέτος ο δίσκος  έκλεισε τριάντα χρόνια από όταν πρώτο έκανε το  ντεμπούτο του  πίσω στο 1985 και όπως συνηθίζεται με τέτοια άλμπουμ, δεν θα έμενε έτσι αυτό.  Για τον επετειακό του εορτασμό οι Judas το επαναφέρουν στην επικαιρότητα σε μια deluxe έκδοση τριών Cd’s.
  Το πρώτο δισκάκι αφορά καθαρά το λεύκωμα όπως είχε βγει το 1985, σε remastered μορφή όμως.
  Ο δεύτερος και ο τρίτος δίσκος που συνοδεύουν την επετειακή έκδοσή της deluxe επανακυκλοφορίας, αφορά την συναυλία που έδωσαν στο Long Beach Arena της Καλιφόρνιας στις 5 Μαΐου του 1984, στην ολότητά της, με τα κομμάτια να χωρίζουν σε δέκα για το πρώτο μέρος και έντεκα για το δεύτερο.
  Πολύ ωραία κίνηση και πολύ δελεαστική, ειδικά για όσους δεν έχουν το άλμπουμ ακόμα σε κάποια μορφή του.
  Πάμε στα αρνητικά του θέματος τώρα. Δύο κυκλοφορίες σε μικρό σχετικά διάστημα είναι αρκετές για την εποχή μας και για την τσέπη του μέσου οπαδού.  Στην προηγούμενη remastered κυκλοφορία, είχα προστεθεί 2 bonus κομμάτια τα οποία δεν καταλαβαίνω γιατί απουσιάζουν από την εν λόγω κυκλοφορία. Αναφέρομαι στα “Turn On Your Light” και “Heavy Duty/Defenders Of The Faiths (Live)”. Η έκδοση αυτή, περιλαμβάνει μόνο μια συναυλία και το κανονικό άλμπουμ , που αυτόματα αποκλείει από μόνο του όσους έχουν την προηγούμενη ή την αρχική εκδοχή του δίσκου και δεν τους ενδιαφέρουν τα συναυλιακά cd’s.  Η συγκεκριμένη συναυλία έχει βγει  το 2003 σε bootleg μορφή με πολύ καλή ποιότητα ήχου καθώς και στο you tube οπότε ακούγεται πολύ οικεία σε πολλών τα αφτιά. Αν στην λίστα αυτή, προσθέσουμε και ότι δεν έχει κάτι το παραπάνω για να τραβήξει και τους πιο δύσκολους, μάλλον μιλάμε καθαρά για μια “συλλογή” που απευθύνεται περισσότερο σε νεότερο κοινό.
  Στα θετικά από την άλλη, “νέα” κυκλοφορία Priest, είναι πάντα ένα σημαντικό γεγονός και χαράς ευαγγέλια για τους οπαδούς. Μια live κυκλοφορία, σίγουρα συγκινεί τους περισσότερους από εμάς. Το γεγονός και μόνο ότι υπάρχουν ακόμα και βγάζουν δίσκους, είναι και αυτό στα πολύ συν. Για τους οπαδούς στην Ελλάδα, επίσης θα μπορούσε να λειτουργήσει και σας προπομπός –ζέσταμα για την επερχόμενη συναυλία τους στα μέρη μας. Η συναυλία που συνοδεύει την deluxe έκδοση, είναι μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να πάρει μια γεύση από το ήταν αυτό που τους έκανε τόσο μεγάλους αλλά και την ενέργεια που είχαν πάνω στην σκηνή, άσχετα με το πόσο εξαντλημένοι ήταν από τις καταστάσεις ειδικά για το συγκεκριμένο άλμπουμ (διαβάστε τη συνέντευξη και θα καταλάβετε τι εννοώ).  Η χρησιμότητα του πάντως θα μπορούσε να λειτουργήσει και ανάποδα σαν μια best of live συλλογή με bonus το κεντρικό θέμα του Defenders Of The Faith σε στούντιο έκδοση αν το δει κανείς έτσι.
Η συσκευασία του, είναι άψογα προσεγμένη, αποτελεί πολύ ωραίο πακέτο (κόσμημα θα έλεγα καλύτερα) για να το έχει κανείς στην δισκοθήκη του αλλά και σαν διακοσμητικό. Επίσης το ένθετο που το συνοδεύει είναι χορταστικό με πολλές φωτογραφίες, σημειώσεις και τους στίχους φυσικά. Αυτό συνάμα το κάνει πολύ δελεαστικό από μόνο του.
Η επιλογή πλέον βρίσκεται καθαρά στα χέρια του ακροατή, στο πόσο φανατικός οπαδός είναι κάποιος  και φυσικά στη τσέπη του καθενός ανάλογα με τις επιλογές που κάνει. Οι οπαδοί των Judas Priest ήδη ξέρουμε που θα πάει η επόμενη μας επένδυση.
Γιώργος Βαλιμίτης

Track List
CD1 "Defenders Of The Faith" remastered
01. Freewheel Burning
02. Jawbreaker
03. Rock Hard Ride Free
04. The Sentinel
05. Love Bites
06. Eat Me Alive
07. Some Heads Are Gonna Roll
08. Night Comes Down
09. Heavy Duty
10. Defenders Of The Faith

CD2 Live at Long Beach Arena, California - May 5, 1984
01. Love Bites
02. Jawbreaker
03. Grinder
04. Metal Gods
05. Breaking The Law
06. Sinner
07. Desert Plains
08. Some Heads Are Gonna Roll
09. The Sentinel
10. Rock Hard Ride Free

CD3 Live at Long Beach Arena, California - May 5, 1984
01. Night Comes Down
02. The Hellion
03. Electric Eye
04. Heavy Duty
05. Defenders Of The Faith
06. Freewheel Burning
07. Victim Of Changes
08. The Green Manalishi (With The Two-Pronged Crown)
09. Living After Midnight
10. Hell Bent For Leather
11. You’ve Got Another Thing Coming


Γιώργος Βαλιμίτης

Η ιστορία των SURVIVOR - Εγχειρίδιο Ροκ Επιβίωσης

Αν εξαιρέσεις τους ηρωικούς συνειρμούς που φέρνει η περσόνα του Rocky Balboa σε όσους διανύει τα δεύτερα -άντα, η κακομαθημένη και για πολλά χρόνια αδιάβαστη ελληνική ροκ κοινότητα ήξερε μόνο το "Eye Of the Tiger" και έβλεπε αυτό το γκρουπ σαν μια εμπορική υποσημείωση της δεκαετίας του '80.
Πολύ μελωδικοί για να είναι "hard", πολύ αμερικάνοι για να είναι πιστευτοί, όχι και τόσο μπάνικοι για να αποκτήσουν υπολογίσιμο θηλυκό κοινό. Ο χρόνος και η ποιότητα των των τραγουδιών τους όμως επιβίωσαν. Μετά την απροσδόκητη αναχώρηση του Jimi Jamison, οφείλουμε μία λίγο πιο προσεκτική ματιά στην ιστορία των Survivor...
Ο πυρήνας της hard rock μπάντας που σχηματίστηκε στο Chicago το 1978 δεν απαρτιζόταν από χθεσινούς μουσικούς.
Ο
Jim Peterik (11.11.1950) ήταν ο βασικός συνθέτης, τραγουδιστής και lead κιθαρίστας των Ides Of March, που τον Ιούνιο του '70 είχαν φθάσει στο #2 του Billboard με το κλασσικό πλέον "Vehicle" και είχαν περιοδεύσει με Hendrix, Joplin και Zeppelin.
Ο Frankie Sullivan (1.2.1955) είχε μάθει την εξάχορδη στα τέλη των '60s, τριγυρνώντας στα γκαραζ και βοηθώντας να στήσουν τα μικρόφωνα διάφορα γκρουπάκια στα προάστια του Chicago. Από το '76 είχε ήδη φτιάξει και το δικό του σκληρόηχο σχηματάκι, τους "Mariah". Ο Dave Bickler (31.3.1953), γέννημα θρέμμα του Lisle του Illinois, είχε κι εκείνος γευθεί την επιτυχία με τους Jamestown Massacre (το "Summer Sun" είχε ακουστεί αρκετά το καλοκαίρι του '72).
Το '79, έχοντας παίξει σε κάθε μικρομεσαίο club του Chicago υπό διάφορα προσωρινά ονόματα, το πενταμελές σχήμα εντοπίζεται από τον δαιμόνιο John Kalodner και τους προσφέρεται συμβόλαιο με την Scotti Bros. Είναι η εποχή των Foreigner, των Toto και των REO Speedwagon και ο άξονας κιθάρας/πλήκτρων/φωνής των τριών ψημένων μουσικών μοιάζει αξιόπιστος και μέσα στην εποχή. Όπως θα πει ο Kalodner, τo γκρoυπ θα ονομαστεί Survivor, όχι μόνον στο πρότυπο των μεσουρανούντων τότε Foreigner, αλλά επειδή η ψυχή του γκρουπ Jim Peterik είχε δείξει με την μέχρι τότε πορεία του ότι είναι ακριβώς αυτό. Ένας μάστορας της επιβίωσης στη μουσική σκηνή.
Ο πολύς
Ron Nevison (με φρέσκα τα παράσημα από την παραγωγή μεταξύ άλλων στο "Quadrophenia", το "Physical Graffitti", το "Bad Company" και το "Lights Out") αναλαμβάνει την παραγωγή του ντεμπούτου τους, "Survivor", που φθάνει όμως μόλις στο #169 του Billboard τον Απρίλιο του '80. Παρά την κακή εμπορική απόδοση του δίσκου, η ραφιναρισμένη ροκ τραγουδοποιία - με χαρακτηριστικό της μια ευδιάκριτη κιθαριστική γκαζιά παραπάνω απ΄το μέσο fm ροκ της εποχής- είναι φανερή σε κομμάτια όπως τα "Let It Be Now", "As Soon As Love Finds Me", "Nothing Can Shake Me From Your Love" και "Whatever It Takes".
Η συνεργασία
Peterik/Sullivan ήταν από την πρώτη στιγμή παραγωγική. Υπήρχε τόσο υλικό, ώστε έμεινε αρκετό έξω απ΄το δίσκο.
Ένα άμεσο ροκ κομμάτι που ο
Nevison απέρριψε ως «υπερβολικά southern» ("Rockin' Into The Night"), παραχωρήθηκε στους .38 Special και έφθασε αμέσως στο #43 το Μάρτη του '80. Κακή εκτίμηση. Το δικό τους πρώτο single, "Somewhere In America", μένει στο #70 (3.5.80).

Το γκρουπ υποχρεώνεται να αναδιοργανωθεί. Αρχές του '81 η ρυθμική βάση (οι με jazz/fusion υπόβαθρο Gary Smith και Dennis Keith Johnson) θέλουν να ακολουθήσουν άλλη πορεία και αντικαθίστανται από τους Stephan Ellis (μπάσο) και Eric Droubay (ντραμς). Στο μεταξύ, ο Jim Peterik υπογράφει και την επόμενη επιτυχία των .38 Special ("Hold On Loosely", US#27, Μάϊος '81) και δίνει άλλο ένα κομμάτι στον Don Felder ("Heavy Metal [Takin' A Ride]"), που μπαίνει στην - cult πλέον σήμερα - ταινία ενηλίκων κινουμένων σχεδίων ("Heavy Metal"), φθάνοντας στο #43. To συγκρότημα, και μόνο επειδή φέρνει χρήμα στη δισκογραφική του εταιρία, αξίζει περισσότερη προσοχή στη δεύτερη προσπάθεια.
Η οποία έρχεται τον Οκτώβριο του '81 με τον τίτλο "Premonition", σε συμπαραγωγή του Peterik (με τον Artie Ripp).
Ξεχωρίζει μακράν το "Poor Man's Son", με το κοφτό ριφ κιθάρας - πιάνου (στη συνταγή του "Jane" των Starship και του "Hold The Line" των Toto) και το αφοπλιστικό βιμπράτο του Bickler ("I'm a poor mans son- Workin' all night long - Got a bad guitar And a simple song - You're a rich man's daughter - Look at what you've done - You went and fell in love - With a poor man's son").
Παρ΄ότι τα υπόλοιπα επτά κομμάτια του άλμπουμ δεν έχουν κάτι ξεχωριστό, το "Poor Man's Son" σπάει για πρώτη φορά το τοπ-40 (US#33, 12.12.1981) και τους βάζει στο χάρτη. Και ενώ το δεύτερο single, το νοσταλγικό "Summer Nights" πασχίζει να διατηρήσει το ενδιαφέρον (US#62, 27.3.82), ο ιδιοκτήτης της δισκογραφικής των Survivor, Tony Scotti, κάπου στο Hollywood, βάζει το "Poor Man's Son" στον 36χρονο ηθοποιό / σκηνοθέτη ονόματι Sylvester Stallone που ψάχνει να μπει στη δεκαετία του '80 με την τρίτη ταινία ενός δικού του franchising που του έχει ήδη αποφέρει δόξα και Όσκαρ. Θα είναι το  "Rocky III", η υπεράσπιση των κεκτημένων από το πάλαι ποτέ άσημο μποξέρ από τη Φιολαδέλφεια. Το στόρυ πρέπει να δείχνει μοντέρνο και η μουσική είναι μια βασική ανησυχία του "Sly".
Επειδή δεν καταφέρνει να εξασφαλίσει τα δικαιώματα του "
Another One Bites The Dust" των Queen, ζητάει από τον Scotti αν «το συγκρότημά του» θα μπορούσε να γράψει για την ταινία ένα «σύγχρονο» κομμάτι με δυνατό ρυθμό, σαν το "Poor Man's Son". Στο γκρουπ δίνεται μια κόπια της αμοντάριστης ακόμη ταινίας, όπου ο Apollo Creed ντοπάρει ψυχικά τον Rocky λέγοντάς του διαρκώς ότι πρέπει να ξαναβρεί τη «ματιά του τίγρη».
Το αποτέλεσμα έμελλε να είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά ροκ κομμάτια όλων των εποχών, το "
Eye Of The Tiger".
Στις 24 Ιουλίου του '82 εκτοξεύεται στην κορυφή του Billboard, όπου παραμένει για έξι συνεχόμενες εβδομάδες. Δύο εκατομμύρια 45άρια πουλιούνται στις Η.Π.Α. μέχρι το τέλος του καλοκαιριού και 800.000 ακόμη μέχρι το τέλος της χρονιάς στην Αγγλία.
Ένα ακαταμάχητο τραγούδι, με εσωτερική ένταση και τέτοια οικονομία στη δομή που δεν τολμάς να του αλλάξεις ούτε μουσικό μέτρο στην ερμηνεία ή την εκτέλεση. Ξεκινώντας από την ταινία, την οποία στην ουσία ανέδειξε στις πιο εμπορικές της χρονιάς παγκοσμίως, έγινε σχεδόν αμέσως το συνώνυμο του άκρατου ατομικισμού, «ιδανικού» που το
Hollywood αφειδώς διοχέτευε σε όλη την οικουμένη τη δεκαετία του '80.
Ένα
macho κομμάτι, για μια εποχή με ξεκάθαρους ρόλους που είχε όμως τέτοια μουσική και στιχουργική δύναμη, ώστε μέσα στα χρόνια έγινε δικαιωματικά το ζωντανό σάουντρακ για τον μαχητή κάθε συγκυρίας.


Το βίντεο κλιπ του κάνει μόδα τον μπερέ, τα πέτσινα παντελόνια (Bickler), τα γυαλιά - πατομπούκαλα (Peterik), τις δερμάτινες άσπρες γραββάτες (Stephan Ellis), ενώ το περπάτημα της μπάντας ώμο με ώμο σα συμμορία κάτω από τα φώτα της πόλης (για να καταλήξει να παίζει το κομμάτι με μια αποθήκη) ορίζει για τα επόμενα χρόνια τo attitude άπειρων συγκροτημάτων από την Αλάσκα μέχρι τη Γη του Πυρός.


Το σάουντρακ της ταινίας φθάνει στο #15 του καταλόγου των άλμπουμ στην Αμερική. Συγχρόνως, το τρίτο άλμπουμ του γκρουπ, με τίτλο, πως αλλιώς, "Eye Of The Tiger", μένει στο #2 για τέσσερις εβδομάδες (πίσω απ΄το "Mirage" των Fleetwood Mac) και είναι με διαφορά το καλύτερό τους μέχρι τότε. Mε κατασταλαγμένα, κιθαριστικά κομμάτια ("Feels Like Love", "Children Of The Night") που μοστράρουν άφοβα τα ραδιοφωνικά τους hooks ("American Heartbeat", US#17, 20.11.82, "The One That Really Matters", US#74, 12.2.83). Στα 25α Grammy (Φεβρουάριος '83) παίρνουν προδιαγεγραμμένα το βραβείο της καλύτερης ροκ ερμηνείας με το "Eye Of The Tiger" (στην ίδια τελετή το "IV" των Toto παίρνει έξι βραβεία, για να έχουμε εικόνα των μεγεθών της εποχής). Οι Foreigner και οι Journey έχουν ξαφνικά κι άλλον αντίπαλο.
Το επόμενο βήμα είναι αναμενόμενα δύσκολο. Δεν γίνεται να ξαναγραφτεί ένα δεύτερο "magnum opus" σε λιγώτερο από ένα χρόνο. Τον Οκτώβριο του '83, το "Caught In The Game" είναι σχεδόν ισάξιο ως άλμπουμ με τον προκάτοχό του (το κοφτό ραδιοφωνικό ροκ του "Jackie Don't Go", οι μπαλάντες "I Never Stopped Loving You" και "Santa Ana Winds" και το στακάτο "Slander" είναι από τα καλύτερα του γκρουπ) αλλά η απουσία ενός κομματιού με το ειδικό βάρος του "Eye Of The Tiger" είναι αισθητή, καθώς το ομώνυμο σινγκλ μένει χαμηλά (US#77, 5.11.83). Σαν να μην είναι αρκετή αυτή η αποτυχία, ξαφνικά ο Bickler εμφανίζει πολύποδα στις φωνητικές χορδές. Απαιτείται επέμβαση και περίοδος ανάρρωσης που θα χρειαστεί να ξεπεράσει τον έναν χρόνο. Αναγκάζεται να εγκαταλείψει το συγκρότημα, αλλά οι φήμες ότι είναι δυσαρεστημένος γιατί δεν παίρνει όσα πιστεύει ότι αξίζει, ως η πολυπλατινιένια φωνή - βιτρίνα του γκρουπ, δεν διαψεύδονται.
Θα είναι το τέλος για το συγκρότημα, πάνω στο ζενίθ του; Τέτοια χρυσοφόρος μηχανή τραγουδιών δεν θα μείνει ανυποστήρικτη από την Scotti Brothers. Αρχίζουν οι οντισιόν και στο προσκήνιο εμφανίζεται ένας άγνωστος. Ο Jimi Jamison (23.8.1951) απ΄το Memphis, με θητεία στα τέλη των '70s σε κάτι νευρώδεις ακολούθους του σκληρού blues των Bad Company που λέγονταν Target και αργότερα στους πιο «μεταλλικούς» Cobra (όλες οι ηχογραφήσεις και των δύο για χρόνια «σπάνιες» και πανάκριβες να τις βρεις).
Ο νέος τραγουδιστής είναι ένα φυσικό ταλέντο, στον καιρό του για να αναδειχθεί. Παρά τις αντιρρήσεις του για τον «ποπ» χαρακτήρα του συγκροτήματος, η μοναδική άνεσή του με τις δυσθεώρητα ψηλές νότες εντυπωσιάζει τους
Sullivan και Peterik.
Είναι ένας προσγειωμένος νότιος με όρεξη για δουλειά και ένα μονάκριβο φωνητικό εργαλείο. «Συνειδητοποίησα ότι μπορεί να τραγουδήσει ο,τιδήποτε του γράψω, όσο ψηλά κι αν πρέπει να πάει. Στην
oντισιόν του δώσαμε να παίξει κάποια κομμάτια που η φωνή έφτανε αρκετά ψηλά και εκείνος έλεγε "ελάτε, μη μου κάνετε χάρες, δώστε μου μια πραγματική ευκαιρία"», θυμάται αργότερα ο Peterik.
H αρχή γίνεται με το "Moment Of Truth" (US#63, 7.7.84), το κομμάτι μιας ακόμη ταινίας που καθόρισε εφηβικά υπερεγώ στα '80s, του "Karate Kid" (σκηνοθεσία John Avildsen, Oscarούχου με το "Rocky" το '76). Και ακολουθεί, τον Σεπτέμβριο του '84, ένα τεράστιο άλμπουμ. Το "Vital Signs". Η αναρρίχησή του στα charts θα είναι αργή αλλά επιβλητική (US#16, 13.7.85) και στο άκουσμά του αναγνωρίζει κανείς ακόμη και σήμερα ένα από τα μεγαλύτερα A.O.R. άλμπουμ όλων των εποχών. Κομμένο και ραμμένο μαεστρικά για να παίζεται από το ραδιόφωνο, περιέχει 9 (σχεδόν) ισάξια κομμάτια, προσεγμένα μέχρι κεραίας ν΄ακούγονται καθαρά απ΄οποιοδήποτε κονσερβοκούτι με κεραία ανά τη γη (διαπεραστικά πρίμα σε κιθάρα και πλήκτρα και πάνω τους μια μοναδική φωνή που υπογραμμίζει τις μελωδίες), ενώ μόνο τα τέσσερα απ΄αυτά έχουν σόλο κιθάρα. Ένας δίσκος φτιαγμένος για επιτυχία, αλλά από τραγουδοποιούς, όχι από επαγγελματίες συνθέτες και χωρίς την ευκολία της διασκευής, που τότε ήταν επιβεβλημένη πατέντα.
Η τριπλέτα "
I Can't Hold Back" (US#13, 8.12.84), "High On You" (US#8, 23.3.85) και "The Search Is Over" (US#4, 13.7.04) ορίζει τα ραδιοκύματα της εποχής, ενώ τα "Popular Girl", "Broken Promises", "Everlasting" φέρουν ροκ πιστοποιητικά πρώτης γραμμής. Το δε "It's The Singer, Not The Song" είναι το άλμπουμ τρακ που θα αψηφήσει το χρόνο, με στίχο που γίνεται ένα με τον Jimi Jamison από τότε.

 
To συγκρότημα είναι πλέον συνώνυμο του αμερικάνικου A.O.R., με τους κινηματογραφικούς συνειρμούς να γίνονται πιο έντονοι από τη σύζευξη της μουσικής τους και με το επόμενο, τέταρτο μέρος του "Rocky".
Σημαδεύοντας το απόγειο της ψυχροπολεμικής προπαγάνδας του Ρηγκανισμού, το "Burning Heart" (US#2, 1.2.86 και UK#5, 1.3.85) φτάνει μια ανάσα απ΄το να γίνει ένα δεύτερο "Eye Of The Tiger". Και ίσως γινόταν, αν τη χρονιά του Τσέρνομπιλ και του Μαραντόνα ο πλανήτης δεν ήταν υπερκορεσμένος από ραδιοφωνικές φόρμουλες. «Ήταν μεγάλο λάθος που δεν βάλαμε το "Burning Heart" στον επόμενο δίσκο μας, θα πουλούσε ένα εκατομμύριο παραπάνω άνετα» θα πει αργότερα ο Peterik.

 
Πράγματι, χωρίς να πιάσει το momentum του "Rocky IV", το "When Seconds Count" (US#49) κυκλοφορεί στα τέλη του '86, μετά από μήνες επεξεργασίας, προκειμένου να παραχθεί ένα δεύτερο "Vital Signs". Ο ήχος του ενσωματώνει την τεχνολογία αιχμής της εποχής, οι ροκ γωνίες είναι πιο λίγες από κάθε άλλη φορά και ο Jamison (που αυτή τη φορά συμμετέχει και συνθετικά σε τέσσερα κομμάτια) δίνει μια ακόμη δέσμη πειστικών ερμηνειών. Το "Is This Love" (US#9, 17.1.87) και το "Man Against The World" (US#86, 23.5.87) δεν φτάνουν να ανεβάσουν το γκρουπ πάνω απ΄τον τρομακτικό ανταγωνισμό της εποχής (η περίοδος '86-'87 είναι η μεγαλύτερη υπερπαραγωγή από FM hits που εναλλάσσονται με ασύλλητο ρυθμό στα τσαρτς και των δύο πλευρών του Ατλαντικού) και οι πωλήσεις σταματούν μόλις στο μισό εκατομμύριο.
Τα καλύτερα κομμάτια του άλμπουμ, το οποίο φαίνεται να αδικείται από τη σειρά του ίδιου του
track listing, είναι τα album tracks "Rebel Son", "Oceans" και "Back Street Love Affair", όλα χωμένα στη μέση και πίσω κάθε μιας από τις δύο πλευρές του δίσκου. Μετά από μια επιτυχημένη τουρνέ στην Ιαπωνία το συγκρότημα σιγεί.

 


Την επόμενη χρονιά, η ρυθμική βάση των Droubay και Ellis, χωρίς τυμπανοκρουσίες, απολύεται. Session μουσικοί χρησιμοποιούνται για τις ηχογραφήσεις ενός άλμπουμ - επιστροφή, που θα ονομαστεί "Too Hot To Sleep".
O Sullivan έχει πάρει αυτή τη φορά τα ηνία, συμπαράγοντας με τον Frank Fillipetti ένα σκληρό, πιο hard rock, ήχο από κάθε άλλη φορά. Όμως είναι πλέον τέλος του '88 και το επιμελώς ξεσκισμένο sleaze των Guns N' Roses έχει επιβάλει το δικό του νόμο. Στην εποχή του hair metal οι Survivor ακούγονται βεβιασμένοι και μια σκάλα πιο «ελαφρείς» μπροστά στο αφελές αλλά φαζαριστό hip των Winger, Warrant, White Lion (χωρίς καν να βάλουμε στην εξίσωση την αναμέτρηση με τις περμανάντ όλων αυτών).
To άλμπουμ είναι και πάλι A.O.R. κλάσης (το ομώνυμο, το "Desperate Dreams", το "Tell Me I'm The One") αλλά φανερά, πλέον, εκτός εποχής. Το πρώτο single "Didn't Know It Was Love" φθάνει μετά βίας στο #61 (Nοέμβριος '88) και μετά την αξιοπρεπή μπαλάντα "Across The Miles" (US#74, 11.2.89), οι Sullivan και Peterik αποφασίζουν να κάνουν ένα διάλειμμα απροσδιόριστης διάρκειας. H μπαλάντα "Ever Since The World Began" (από το '82), αυτή τη φορά με φωνή του Jamison, ακούγεται στην ταινία "Lock Up" του Stallone (τέλη '89), χωρίς να συγκινήσει. Οι καλές μέρες έχουν περάσει.

Τα
nineties δεν υπήρξαν ευγενή με κανέναν σαραντάρη της γενιάς των Survivor. Το '93 Jamison συνυπογράφει το θέμα της τηλεοπτικής σειράς "Baywatch" ("I' m Always Here", όπου κάνει θραύση η breathtaking σιλικόνη της Πάμελα Άντερσον). και ανοίγει, έτσι, μια δεύτερη καρριέρα.

Επιλέγοντας όμως να περιοδεύει με back-up διάφορους session μουσικούς ως "Survivor" ή άλλοτε ως "Jimi Jamison's Survivor", βάζει το γκρουπ σε έναν ατέρμονο νομικό μαραθώνιο αντεγκλήσεων.
Ο
Sullivan (παραδόξως μόνον αυτός) αντιδρά και διεκδικεί την πατρότητα του ονόματος. Ο Bickler ξαναμπαίνει στο προσκήνιο, καθώς βρίσκεται με τους Sullivan και Peterik, ηχογραφούν δύο καινούρια κομμάτια και αρκετά demo, αλλά δεν κυκλοφορούν σχεδόν τίποτε (τα δύο μέτρια «καινούρια» κομμάτια βρίσκονται σ΄ένα best του '93). Διαφωνίες στα λεφτά, πρόβλημα στο να εξασφαλίσουν δισκογραφικό συμβόλαιο, συζητήσεις επί συζητήσεων για επανέκδοση του καταλόγου τους και για σχεδιαζόμενες περιοδείες, ακόμη και για επανένωση γίνονται και ναυαγούν. Έτσι περνά σχεδόν ολόκληρη τη δεκαετία του '90.
Ο
Peterik εγκαταλείπει το σκάφος το '96 και ασχολείται τους επανασυνδεδεμένους Ides Of March, αφήνοντας τον Sullivan να δοκιμάζει σε περιοδείες διάφορους μουσικούς, με τον Bickler πάντοτε πίσω απ΄το μικρόφωνο.
Mέχρι και οι Drοubay και Ellis επιστρέφουν για δύο - τρία χρόνια, χωρίς να ηχογραφηθεί όμως τίποτε καινούριο. Τελικά, το 1999 ο Sullivan κερδίζει τη δικαστική μάχη για το όνομα των Survivor. Ειρωνεία της τύχης, καθώς την επόμενη χρονιά, αποφασίζει να τα «ξαναβρεί» με τον Jamison (!), διώχνοντας αυτή τη φορά τον Bickler.
Όταν τελικά ο Sullivan, με τον Jamison στα φωνητικά, τον Droubay στα ντραμς και τους Chris Grove στα πλήκτρα και Barry Dunaway στο μπάσο κυκλοφορούν μετά από 18 χρόνια ένα άλμπουμ ως Survivor, οι προσδοκίες είναι υψηλές, αλλά τα αποτελέσματα επιεικώς χλιαρά. Το "Reach" (2006), παρά την hi-tech παραγωγή, αποτελείται από τετριμμένο A.O.R. χωρίς εξάρσεις, υλικό που ακούγεται κουρασμένο και ανέμπνευστο.
Όλα τα πρώην και νυν μέλη ακολούθησαν μέσα στα χρόνια διάφορα projects, ενώ η «Ματιά του Τίγρη» συνέχισε να τους ταίζει πλουσιοπάροχα. Το 2004, το συγκρότημα εμφανίζεται σε ένα χαρακτηριστικό διαφημιστικό για τον espresso της αλυσίδας Starbucks, παίζοντας μια διασκευή του "Eye Of the Tiger" και κερδίζοντας μια υποψηφιότητα για βραβείο Emmy. O Bickler γνωρίζει επιτυχία με μια σειρά διαφημιστικών σποτ για τηλεόραση και ραδιόφωνο για την "Bud Light". Ο -γνωστός από τη θητεία του με τον Michael Schenker- Robin McAuley αναλαμβάνει το μικρόφωνο για πέντε χρόνια (2006-2011). Στις 3.4.2007, το γκρουπ παίζει για εκατομμυριοστή φορά το κομμάτι - τοτέμ στην εκπομπή "Dancing With The Stars" στις Η.Π.Α., ενώ το χρησιμοποιεί και η συντηρητική Sarah Palin στην προεκλογική της εκστρατεία το 2008.
Ο Jamison, που ακολουθεί solo καρριέρα με εκλεκτικές αλλά αραιές κυκλοφορίες επιστρέφει το 2011. Ώσπου, στα μέσα του 2013, τα αστέρια ευθυγραμμίζονται. Ανακοινώνεται επισήμως ότι οι Survivor (με Sullivan και Droubay από το «παλιό» σχήμα), υποδέχονται με ανοικτές αγκάλες και τους δύο τραγουδιστές τους, σε μια σειρά περιοδειών όπου «επί τέλους θα μπορούμε να παίξουμε για τους οπαδούς μας όλες τις επιτυχίες μας».    
Οι περιοδείες γίνονται δεκτές ως ευλογία από τα εκατομμύρια των αμερικανών οπαδών, καθώς οδηγούμενοι από τον ακούραστο Sullivan, οι Bickler και Jamison βρίσκονται σε τοπ φόρμα παρ΄ότι και οι δύο έχουν καβατζάρει τα 60.
Ώσπου, στις 31 Αυγούστου 2014, η Big Heaven's Band καλεί απροσδόκητα τον Jamison. Είχε δώσει ένα δυνατό live στη Βόρεια Καλοφόρνια και ήταν αισιόδοξος. Και ξαφνικά, η καρδιά του σταμάτησε.
Κανείς δεν ξέρει πλέον αν θα συνεχίσουν, ή αν θα ηχογραφήσουν, με τον Bickler, ή κάποιον άλλον. Αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι οι πραγματικοί επιζώντες είναι τα τραγούδια τους. Πέρα από φόρμες, μόδες, είδη και στυλ, "When it's coming from the heart, all the people sing along".

ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ

Survivor (1979)
Premonition (1981)
Eye of the Tiger (1982)
Caught in the Game (1983)
Vital Signs (1984)
Live in Tokyo
(1985)
When Seconds Count (1986)
Too Hot to Sleep (1988)
Reach (2006)

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...