Τετάρτη 24 Ιουνίου 2020

Όταν ο Frank Zappa συνάντησε τους Grand Funk Railroad!

Το σπουδαίο Αμερικάνικο συγκρότημα στις αρχές της δεκαετίας του ’70, για ορισμένους “ειδικούς” πρέπει να ήταν το πιο μισητό ροκ γκρουπ του πλανήτη. Ο πραγματικός λόγος δεν είχε να κάνει με το κοινό που τους λάτρευε αλλά με το μένος των κριτικών εναντίον τους, που χρησιμοποιούσαν απαξιωτικούς και μειωτικούς χαρακτηρισμούς λες και επρόκειτο για τους πιο ατάλαντους μουσικούς.
Βέβαια στην πραγματικότητα ίσχυε ακριβώς το αντίθετο αφού οι Grand Funk Railroad κυκλοφορούσαν σπουδαία άλμπουμ (“Closer to Home”, “Survival”, “We're an American Band”,  "Shinin' On") και έκαναν υψηλές πωλήσεις και το κυριότερο ο κόσμος γέμιζε τα στάδια όπου έπαιζαν, μιας και κάθε τους live εμφάνιση ήταν ηλεκτρισμένη και σαρωτική.
Όλη αυτή η αντιπάθεια προερχόταν όπως αποκάλυψε, ο συντοπίτης και πασίγνωστος σκηνοθέτης ντοκιμαντέρ Michael Moore (μεγάλος οπαδός των Δημοκρατικών), διότι η μπάντα δεν ήταν δημιούργημα των δισκογραφικών εταιριών και των δημοσιογράφων αλλά γεννήθηκε σε μία βιομηχανική περιοχή, μέσα σε μία εργατούπολη (στο Φλιντ του Μίσιγκαν σχετικά κοντά στο Ντιτρόιτ) και εξέφραζε τον μέσο σκληρά εργαζόμενο Αμερικανό πολίτη. Και να σκεφθεί κανείς ότι οι Grand Funk δεν ήταν μία “αριστερή”, μπάντα λόγω της εργατικής καταγωγής των μελών της, το αντίθετο θα λέγαμε (οι στίχοι τους ήταν πιο κοντά στο ύφος των Ρεμπουπλικάνους) αλλά το μίσος των media και της ροκ ελίτ εναντίον τους ήταν ανεξήγητη αλλά και προσβλητική αφού τόσο η ιστορία όσο και η ροκ διαδρομή που έκαναν τους διέψευσαν όλους πανηγυρικά.
Οι Grand Funk από την μέρα που ξεκίνησαν και σε όποιο μέρος και έπαιζαν γινόταν χαμός και κατόρθωσαν με το σπαθί τους να επιβληθούν στην παγκόσμια ροκ βιομηχανία χάριν των οπαδών τους. Η ισοπεδωτική τους εμφάνιση τους Atlanta International Pop Festival (1969), στο ξεκίνημα της καριέρας τους απλά επιβεβαίωνε πόση τεράστια ροκ ενέργεια διοχέτευαν σε όσους τους παρακολουθούσαν.



Χαρακτηριστική της αντιπάθεια είναι μία αποκάλυψη, ότι υπήρξε κριτικός του μουσικού περιοδικού “Rolling Stone” που έβαλε μπροστά στην γραφομηχανή του, το εξώφυλλο του άλμπουμ των Grand Funk Railroad με τίτλο, All the Girls in the World Beware!!!" και το “έθαψε” χωρίς καν να το ακούσει!!!
Απλά για την ιστορία ότι το Rolling Stone, πολλά χρόνια αργότερα σε σχετικά αφιερώματα του παραδέχτηκε, (ο κριτικός David Fricke) ότι δεν μπορούμε να μιλάμε για seventies χωρίς να έχουμε σημείο αναφοράς του Grand Funk Railroad.

              Αντί για διάλυση προέκυψε… Frank Zappa!
Βρισκόμαστε στα μέσα της δεκαετίας του ‘70 και το συγκρότημα είναι κουρασμένο και σχεδόν στα πρόθυρα της διάλυσης.
Είχαν προηγηθεί βέβαια τρία εξαιρετικά άλμπουμ. Αρχικά το 1974 κυκλοφόρησαν τα  “Shinin' On” και “All the Girls in the World Beware!!!” ενώ την μεθεπόμενη χρονιά κυκλοφορεί το εξίσου καλό “Born to Die” (1976) δείχνοντας την αστείρευτη συνθετική έμπνευση της μπάντας αλλά συνάμα δείχνει την δυναμική που είχαν πολλά γκρουπ εκείνης της δεκαετίας που τολμούσαν μέσα στην ίδια χρονιά να κυκλοφορούν δύο άλμπουμ.
Το 1976 η μπάντα είχε φτάσει στα όρια της ήδη είχε κυκλοφορήσει δέκα στούντιο άλμπουμ μέσα σε οκτώ χρόνια, δείχνοντας πόσο παραγωγικό και δημιουργικό σχήμα ήταν. Οπότε ότι ήταν να προσφέρουν μάλλον, το είχαν ολοκληρώσει και οι ίδιοι το είχαν συνειδητοποιήσει για τα καλά. Βέβαια είχαν πετύχει την μεγάλη ανατροπή, μιας και πολλοί κριτικοί που τους έθαβαν τα προηγούμενα χρόνια είχαν αναθεωρήσει και είχαν αποδεχτεί πόσο σημαντική μπάντα είναι οι Grand Funk. Άλλωστε αρκετοί τους θεωρούσαν πλέον ισότιμους με τους Rolling Stones και τους The Who.
Η πίεση, της δισκογραφικής τους, για έναν δίσκο επιπλέον ήταν έντονη ενώ οι ίδιοι αντί να προχωρήσουν στην διάλυση αποφάσισαν να κάνουν ακόμη έναν τελευταίο στούντιο άλμπουμ, ενδέκατο στην σειρά.
Αυτή την φορά όμως δεν θα έχουν στην παραγωγή ούτε τον θρυλικό μουσικό Todd Rundgren που τους βοήθησε να αποστομώσουν όλους τους κακοπροαίρετους κριτικούς αλλά ούτε και τον Jimmy Ienner που τους είχε προσφέρει τα μέγιστα στα δύο προηγούμενα άλμπουμ.
Η μεγάλη έκπληξη και το μεγάλο δέλεαρ, άκουγε στο όνομα του Frank Zappa και αιτία ήταν ο ντράμερ και τραγουδιστής Don Brewer.

“Προσπαθήσαμε να εξελιχθούμε στον ήχο μας σε κάτι πιο ντίσκο μιας και κυριαρχούσε εκείνην την περίοδο αλλά σκεφτήκαμε ότι για εμάς ήταν αδύνατο να κάνουμε ντίσκο μουσική αλλά μπορούμε να κάνουμε λίγο περισσότερη R & B. Σε αυτό μας είχε βοηθήσει και ο προηγούμενος παραγωγός μας ο Jimmy Ienner. Μάλιστα αυτό ήδη το είχαμε δοκιμάσει με την διασκευή που κάναμε στο “Some Kind of Wonderful” της σόουλ μπάντας των “Soul Brothers Six”,  που υπήρχε στον δίσκο μας “All the Girls in the World Beware!!!”
Ένα κομμάτι των επιρροών μας ήταν και ο ήχος της Motown και καλλιτέχνες όπως οι Rascals.
Όταν όμως χώρισαν οι δρόμοι μας με τον Jimmy Ienner, ψάχναμε να βρούμε ένα ήχο ώστε να προσεγγίσουμε τη μουσική που έπαιζαν  εκείνη την εποχή στα ραδιόφωνα. Καθοριστικό γεγονός για εμάς ήταν, κάποια στιγμή με τον πληκτρά Craig Frost είδαμε την σουρεαλιστική ταινία του Frank Zappa με τίτλο "200 Motels" και παρότι ήταν γυρισμένη το 1971 ανακαλύψαμε την ώρα που την παρακολουθήσαμε να ακούμε ξαφνικά τον Frank Zappa να μιλάει για τους Grand Funk Railroad!!!
Ενθουσιασμένοι με αυτό που ακούσαμε, από τα χείλη, του σπουδαίου μουσικού, πάμε στην MCA Records και τους λέμε τι συνέβη και παράλληλα τους προτείνουμε να αναλάβει την παραγωγή ο Frank Zappa στο επόμενο άλμπουμ μας. Τον καλούν από την δισκογραφική τις επόμενες μέρες στο τηλέφωνο, και έγινε η μεγάλη έκπληξη, αφού είπε το πολυπόθητο ΝΑΙ!!!”.



Παράλληλα όμως έπρεπε να μαζευτεί ξανά η μπάντα αφού ήδη ο κιθαρίστας και τραγουδιστής, Mark Farner ήταν στο αγρόκτημα του στο, Μίτσιγκαν και το είχε σίγουρο ότι δεν θα συνεχίσουν. Όμως η πρόκληση-πρόσκληση ήταν τόσο μεγάλη που ήταν αδύνατο να την αρνηθεί. Η ιστορία θα έγραφε ότι το φινάλε των Grand Funk θα είχε παραγωγό των Frank Zappa. Tι πιο ιδανικό για την υστεροφημία όλων και προπάντων για την ιστορία της μπάντας.
Το γκρουπ ξεκινά άμεσα τις πρόβες για τις νέες συνθέσεις με τον Frank Zappa να εξομολογείται τα παρακάτω σε μία συνέντευξη του για την δημιουργία του Good Singin', Good Playin'”.
“Πήγα αρχικά και άκουσα το νέο υλικό τους. Μου έδωσαν κάποια προηγούμενα άλμπουμ να τα πάρω σπίτι για να τους ακούσω πιο συγκεντρωμένα. Μετά ξανασυναντηθήκαμε για να δούμε πώς αναπτύχθηκε το συγκεκριμένο καινούργιο υλικό ύστερα από πρόβες δύο μηνών που έκαναν. Είμαστε έτοιμοι πλέον να το ηχογραφήσουμε”.
Ως άριστοι μουσικοί και επαγγελματίες οι Grand Funk ηχογράφησαν τα κομμάτια μέσα σε τέσσερις μόλις μέρες και τα φωνητικά μέσα σε μία εβδομάδα ύστερα από εντατικές πρόβες δύο μηνών. Μπορεί ο Frank Zappa όλο το διάστημα των ηχογραφήσεων να κάπνιζε ασταμάτητα και να έπινε τον έναν καφέ πίσω από τον άλλο, όμως αντιλήφθηκε πολύ γρήγορα, με τι ταλαντούχους μουσικούς είχε να κάνει οπότε έδειχνε κι ο ίδιος ικανοποιημένος από το τελικό αποτέλεσμα και να τους περιγράφει ως εξής:
"Οι Grand Funk είναι μία μεγάλη ανεξερεύνητη τεχνική μπάντα στον κόσμο, είναι πραγματικά καλοί άνθρωποι, έχουν μια πολύ καλή αίσθηση του χιούμορ, και είναι από τους λίγους άνθρωπους που βγαίνουν στην ροκ βιομηχανία και μου αρέσουν ακόμη. Σίγουρα είναι σπουδαίοι τραγουδιστές αν και δεν είχα δώσει την ανάλογη προσοχή σε αυτούς πριν.

            
              Tα τραγούδια…των “Grand Funk Zappa
Το άλμπουμ κυκλοφορεί στις 2 Αυγούστου του 1976 και οι αντιδράσεις είναι θετικές.
O δίσκος ξεκινά με το υπέροχο, "Just Couldn't Wait" μία κλασσική αμερικάνικη ταξιδιάρικη μελωδία με το κιθαριστικό σόλο να την κάνει ακόμη πιο συναρπαστική. Ακολουθεί το "Can You Do It" σε πιο ταχείς ρυθμούς με τα ενδιάμεσα χορωδιακά φωνητικά του κιμπορντίστα Craig Frost να ανεβάζουν την όλη σύνθεση με ένα θορυβώδες φινάλε. Την εν λόγω σύνθεση την υπογράφει ο Richard Street μέλος και τραγουδιστής της soul μπάντας των The Temptations.


Το συναρπαστικό "Pass It Around" ακολουθεί ένα μίγμα rock, pop και rhythm and blues ρυθμών με τα φωνητικά να σε ξετρελαίνουν και την κιθάρα να ροκάρει στο τέλος ατελείωτα.
Το "Don't Let 'Em Take Your Gun" είναι από τα καλύτερα κομμάτια του άλμπουμ με την ενορχήστρωση πραγματικά να ζωγραφίζει και να δίνεται βάρος στα πλήκτρα του Mike Farner που σε αυτό το κομμάτι παίζει τα πλήκτρα αντί του Craig Frost. Στιχουργικά η συγκεκριμένη σύνθεση αναφέρεται σε ένα θέμα πολυσυζητημένο θέμα που δίχασε την αμερικάνικη κοινωνία περί όπλων και “πατριωτικού” καθήκοντος. Αντίθετα η επτάλεπτη μπαλάντα "Miss My Baby", είναι ένας μικρός ερωτικός λυγμός.
Το άλμπουμ συνεχίζει με το λίγων δευτερολέπτων χιουμοριστικό "Big Buns" που κάνει πάσα στο εκρηκτικό "Out to Get You", στο οποίο συμμετέχει και ο Frank Zappa, με την κιθάρα του.

Μία καταιγιστική ροκ σύνθεση με τις κιθάρες να σολάρουν ατελείωτα. Σε δήλωση του, ο ιδιοφυής μουσικός και παραγωγός του άλμπουμ δηλώνει ότι δεν του αρέσει καθόλου το κιθαριστικό του παίξιμο που προέκυψε από ανάγκη. Το θεωρεί ηλίθιο! (Εμείς πάντως αντιληφθήκαμε το αντίθετο…).
Ακολουθεί το "Crossfire", μία επική αργόσυρτη ροκ σύνθεση, με τις όμορφες ερμηνείες να κυριαρχούν ξανά ενώ το “1976” είναι ξεσηκωτικό χάριν του παιξίματος του μπασίστα Mel Schacher με στιχουργικές αναφορές στο αμερικάνικο όνειρο ταυτόχρονα σε αντίστοιχο τέμπο είναι και το "Release Your Love". To άλμπουμ κλείνει με το “καψούρικο” "Goin' for the Pastor", με την μπάντα να ροκάρει σε funky ρυθμούς.
Η κιθαριστική πανδαισία που δημιουργεί ο Mike Farner στο “Good Singin', Good Playin'” παραμένει σε υψηλό επίπεδο, δημιουργικός και γεμάτος ενέργεια ενώ η εναλλαγή στο μικρόφωνο με τον συνοδοιπόρο του Don Brewer κάνει τους Grand Funk Railroad να τυγχάνουν καθολικής αποδοχής.
Στην επανέκδοση του άλμπουμ σε cd αρκετά χρόνια αργότερα υπάρχει και το τρομερό "Rubberneck" που δεν υπήρχε στο βινύλιο. Μία εξαιρετική σύνθεση που φαίνεται ότι έχει βάλει για τα καλά το χεράκι του ο Frank Zappa (συμμετέχει στα backing vocals) με χιουμοριστικούς στίχους, ρυθμικές γραμμές αλλά κυρίως με φωνητικές μελωδίες να παραπέμπουν στην μουσική ψυχοσύνθεση του Frank Zappa.
Δυστυχώς μετά την κυκλοφορία του “Good Singin', Good Playin'”, η μπάντα διέλυσε χωρίς καν να περιοδεύσει κάτι που εξέπληξε ακόμη και τον Frank Zappa, ο οποίος αποκαλύπτει αρκετά αργότερα σε μία συνέντευξη του:
"Η μπάντα είχε διαλύσει ουσιαστικά από την μέρα που ηχογραφούσαν τα φωνητικά και έπρεπε να τους συγκρατήσω". Δυστυχώς υπερίσχυσαν οι εγωισμοί και οι πικρίες, με αποτέλεσμα το αμερικάνικο σχήμα να κλείσει την πορεία του με ένα πολύ καλό δίσκο αλλά με ντροπιαστικό τρόπο.
Στην δεκαετία του ’80 έγινε μία απόπειρα ώστε να ξαναγεννηθούν αλλά έμεινε μόνο στην κυκλοφορία ενός μόνου άλμπουμ “What's Funk?” (1983) ενώ την δεκαετία του ’90 επανήλθαν με μερικά live show και κατάφεραν να παίξουν μπροστά σε κοινό 250 χιλιάδων ανθρώπων!
Επίσης μέχρι και σήμερα παίζουν live, σε  διάφορα φεστιβάλ αποδεικνύοντας, ότι αν και έχουν περάσει ηλικιακά τα 70, συνεχίζουν να ροκάρουν ασταμάτητα!
Τέλος για να κατανοήσουν οι νεότεροι το μεγαλείο των Grand Funk Railroad να τους αναφέρουμε ότι χρωστούν την ύπαρξη τους μπάντες όπως οι: Van Halen, KISS, Bon Jovi, The White Stripes, Queens of the Stone Age και Buckcherry.

Φώτης Μελέτης

Πέμπτη 11 Ιουνίου 2020

White Lion: Τα "περήφανα" λιοντάρια του hard rock

To παιδικό όνειρο του Δανού τραγουδιστή Mike Tramp ήταν κάποια μέρα να γίνει ροκ σταρ. Το ταξίδι του, ξεκίνησε αρκετά νωρίς με την δισκογραφική του, συμμετοχή σε ηλικία μόλις 13 ετών.
Παρέα με τους συμπατριώτες Μabel και μαζί με τα αδέλφια του Dennis & Michael γνώρισαν μικρή επιτυχία ενώ συμμετείχαν και σε διαγωνισμό της Eurovision το 1978 με το κομμάτι "Boom Boom", το οποίο όμως πάτωσε.
Βλέποντας ότι το όνειρο δεν ήταν εφικτό παλεύοντας να γίνει γνωστοί στην Ευρώπη μετακομίζουν Ισπανία αφού είχαν αλλάξει πρωτίστως το όνομά τους σε Studs που για κάποιο ανεξήγητο λόγο ήταν δημοφιλείς. Η εποχή των  Slade και  Sweet άρχιζε να τελειώνει για τον Mike Tramp και ξεκινούσε για τα καλά ο θαυμασμός για συγκροτήματα όπως οι AC/DC, Van Halen  και για τον ήχο του New Wave Of British Heavy Metal.
 

                         Η συμβουλή του David Lee Roth
Εκεί λοιπόν στην Ισπανία συνέβη ένα γεγονός που άλλαξε καθοριστικά την μελλοντική μουσική πορεία του Mike Tramp. Πιο συγκεκριμένα ο Δανός ερμηνευτής περιγράφει ένα γεγονός που του σημάδεψε την ζωή:
"'Οταν οι Van Halen ήρθαν στην Ισπανία το 1981, λόγω της περιοδείας προώθησης του άλμπουμ "Fair Warning" και επειδή είχαμε την ίδια δισκογραφική εταιρεία, έπεισα τους υπεύθυνους να με στείλουν να τους παραλάβω στο αεροδρόμιο. Έτσι λοιπόν βρέθηκα να υποδέχομαι τον David Lee Roth που έμοιαζε σαν τον Γολιάθ και το πρώτο πράμα που μου ζητάει είναι "αν έχω τσιγαρίλίκι;;;".
Και μπορεί ο M.Tramp να μην μας αποκαλύπτει τι απάντησε στον σπουδαίο frontman (πιθανόν να του έκανε το χατήρι) όμως ο σκανδιναβός ρόκερ συνεχίζει τη αφήγηση του και εξομολογείται:
“Ήμουν με τον D.Lee Roth για τρεις μέρες. Του μιλούσα συνεχώς για την μπάντα μου, τους Studs και με συμβούλεψε πολύ απλά ως εξής:
"Mike πρέπει να πάτε στις ΗΠΑ και να αλλάξετε όνομα σας  εκτός αν έχετε την πρόθεση ο ήχος σας να είναι σαν τους Village People"!
Αυτή η απλοϊκή συμβουλή όχι μόνο έπιασε τόπο αλλά φάνηκε ότι βοήθησε καθοριστικά για το μέλλον του Mike Tramp διότι έκανε ακριβώς ότι του πρότεινε ο Roth. Μέσα σε ένα χρόνο, αυτός και οι συνάδελφοί του είχαν πουλήσει όλα όσα έπρεπε ώστε να πληρώσουν για πτήσεις στη Νέα Υόρκη και παράλληλα, άλλαξαν το όνομα του συγκροτήματος σε Lions.
Εκεί συνάντησε τον Αμερικανό κιθαρίστα Vito Bratta που είχε μία μπάντα τους Dreamer και έπαιζε παρέα  με τον ντράμερ των Tyketto, τον Michael Clayton.
Σε μία συναυλία που έδωσαν οι Dreamer στο περίφημο club, L’amour’s του Μπρούκλιν, τον Νοέμβριο του 1982, άνοιγαν για εκείνους οι Lions και στα παρασκήνια συνέβησαν τα εξής αποκαλυπτικά για την, τότε μουσική κοσμοθεωρία του Δανού τραγουδιστή.
"Στα παρασκήνια είδα έκπληκτος τον V.Bratta να προθερμαίνεται παίζοντας νότα προς νότα και με τέλειο ύφος το περίφημο "Eruption" του Eddie Van Halen. Μου είχαν πέσει τα σαγόνια ήμουν σοκαρισμένος κα παράλληλα αναθεώρησα πολλά πράματα μιας και μετά από αυτό που είδα πίστευα ότι είμαστε 10 χρόνια πίσω!".
Βλέποντας λοιπόν ο M. Tramp, ότι αν, ήθελε να είχε μέλλον στην παγκόσμια ροκ σκηνή έπρεπε πρωτίστως να συνεργαστεί με ταλαντούχους μουσικούς οπότε αποφασίζει τον Δεκέμβριο να επιστρέψει άφραγκος στη Δανία με την σκέψη να ξαναγυρίσει στη Νέα Υόρκη. Τον Μάρτιο της επόμενης χρονιάς με δανεικά χρήματα από την μητέρα του, επιστρέφει πάλι στην αμερικανική μεγαλούπολη και το πρώτο τηλέφωνο που καλεί, είναι του  Αμερικανό βιρτουόζου κιθαρίστα ώστε να συνεργαστούν. Ήδη στα ροκ πηγαδάκια του Μπρούκλιν υπήρχε η αίσθηση ότι έπρεπε αυτοί οι δυο μουσικοί να σμίξουν, όπερ και εγένετω. Το παζλ συμπλήρωσαν ο ντράμερ Nicki Capozzi και ο μπασίστας Felix Robinson από τους Angel και το νέο σχήμα ήταν πλέον γεγονός.

                       Τα "Λευκά λιοντάρια" βρυχώνται 
Είμαστε την περίοδο που σαρώνει το "Pyromania" των Def Leppard  το οποίο ακούει ανελλιπώς ο M. Tramp και ο ίδιος πλέει  σε πελάγη ευτυχίας για  τη νέα ροκ παρέα του. Το γκρουπ άρχισε να το μανατζάρουν οι Ιταλο-αμερικανοί συνιδιοκτήτες της L'Amour που ήδη είχαν κανονίσει να αρχίσουν οι Lions, τις ηχογραφήσεις του πρώτου τους δίσκου με τον Γερμανό παραγωγό Peter Hauke. Το όνειρο λοιπόν ξεκινά αφού οι ηχογραφήσεις θα γίνουν στην Φρανκφούρτη αλλά η μπάντα κάνει μία αλλαγή στο όνομα που την ήθελε από καιρό και μετονομάζεται σε White Lion. Aυτό προέκυψε ύστερα από πρόταση του Vito Bratta διότι μαζί με τον Tramp τους άρεσε ένα γκρουπ με το όνομα White Tiger, οπότε ήταν μία καλή ευκαιρία να συνδυάσουν "χρώματα" με "ζώα" στην δικιά τους έκδοση.
Το 1984, η μπάντα υπογράφει  συμβόλαιο με την Elektra Records, όμως συνέβη κάτι αναπάντεχο αφού οι υπεύθυνοι της Elektra, δύο μήνες μετά δεν ήταν ευχαριστημένοι με το τελικό αποτέλεσμα των ηχογραφήσεων με συνέπεια να αρνηθούν να το κυκλοφορήσουν. Τα κουτσομπολιά έλεγαν ότι η Elektra έδινε περισσότερο βάρος στους Motley Crue και στους Dokken και θεωρούσε τους White Lion ότι πλεονάζουν στο δυναμικό της εταιρίας ενώ η καταστροφή για την μπάντα ήταν προ των πυλών πριν ακόμη ξεκινήσουν!
Μετά από αυτές τις αρνητικές εξελίξεις αποχωρούν από τους White Lion, ο ντράμερ Nicki Capozzi που την θέση του πήρε ο Greg D'Angelo (πρώην Anthrax) και ο μπασίστας Felix Robinson που αντικαταστάθηκε από τον μπασίστα Dave Spitz (αδελφός του κιθαρίστα Anthrax Dan Spitz). Όμως κι αυτός αποχώρησε μέσα σε λίγες εβδομάδες, αφού είχε πρόταση να παίξει με τους Black Sabbath (ποιος δεν θα δεχόταν) και αντικαταστάθηκε από τον James LoMenzo.



                        Το "κομμένο" ντεμπούτο 
 Τελικά το "Fight to Survive" κυκλοφορεί αρχικά τον Νοέμβριο του 1985 στην Ιαπωνία και τον Ιούνιο του 1986 στις ΗΠΑ. Ο λόγος αυτής της χρονικής διαφοράς ήταν ότι το ντεμπούτο άλμπουμ της μπάντας "αγοράστηκε" ή καλύτερα το "πούλησε" η προηγούμενη εταιρία τους, στην Victor Company της Ιαπωνίας, Ltd (JVC Records). Για καλή τους τύχη το "Fight To Survive" κάνει σημαντική αίσθηση και σε αυτό βοηθά ότι εκθειάστηκε το άλμπουμ από τους Ευρωπαίους δημοσιογράφους που ξαφνικά "παρουσίαζαν" στο ευρύ κοινό τους, ακόμη μία εξαιρετική αμερικάνικη μπάντα.
Να διευκρινίσουμε εξαρχής ότι το "Fight the Survive" δεν είναι ένα "χαρούμενο-σέξυ” άλμπουμ σαν εκείνα που κυκλοφορούσαν οι Μοtley Crue, Ratt, Dokken αλλά  περιέχει αργές μελωδικές γραμμές άλλοτε πιο σκληρές, άλλοτε πιο heavy και άλλοτε με ρεφρέν που φλέρταραν με τους Journey και τους Queen ενώ οι στίχοι των περισσότερων κομματιών περιέχουν πολιτικο-κοινωνικά μηνύματα.
 


Κοινώς αν εξαιρέσουμε το σχετικό παρδαλό image και τα περμαναντ μαλλιά οι περισσότερες συνθέσεις δεν καμία σχέση με τα ερωτιάρικα σέξυ τραγούδια ανάλογων σχημάτων της εποχής.
  Κομμάτια που ξεχωρίζουν είναι το ομότιτλο κομμάτι, ένας μικρός ύμνος με εκρηκτικά ξεσπάσματα και με σπαρακτική ερμηνεία θυμίζοντας ελαφρώς Saxon. Στιχουργικά το τραγούδι αναφέρεται σε ένα άστεγο παιδί και στον αγώνα επιβίωσης του. Το "Cherokee" είναι μία υπέροχη μελωδική hard rock σύνθεση με καυστικούς στίχους που υπερασπίζεται τους Ινδιάνους έναντι της λευκής φυλής, από τους οποίους σφάχτηκαν:
"But the white man came and took your land away...And raped your land down to the core...For their freedom, for their right".
To  μπαλαντοειδές "In the City" ακούγεται καταθλιπτικό με τον Mike Tramp να δίνει την ψυχή του και στη συνέχεια το συγκεκριμένο κομμάτι  γίνεται ένας hard rock χείμαρρος.
Τo "πατριωτικό" "All the Fallen Men" είναι από τα αγαπημένα του M. Tramp που έχουν ένα πιο heavy ύφος ενώ το αντιπολεμικό "El Salvador" αποτίει φόρο τιμής στους ντόπιους αγωνιστές που πολεμούν για την ελευθερία τους. Το εν λόγω κομμάτι ξεκινά  σε υφος φλαμένγκο με τις ακουστικές και ηλεκτρικές κιθαρες να παιχνιδίζουν έξυπνα και να καταλήγουν σε ένα επικό ρεφρέν.
Η μπαλάντα "The Road To Valhalla" είναι μία ωδή στις αρχαίες παραδόσεις των Βίκινγκ ενώ το "All Burn in Hell" αποτυπώνει άψογα το hard rock δυναμισμό τους. Στα συν του δίσκου είναι και το φωτογραφικό εξώφυλλο της Caroline Greyshock που απεικονίζει με πολύ καλλιτεχνικό ύφος, τον Mike Tramp σε μορφή ξαπλωμένου εσταυρωμένου.                                             
                         Απογείωση με το "Pride"
To 1987 είναι η μεγάλη χρονιά για την μπάντα αφού υπογράφουν με την Atlantic Records και οι μετοχές τους ανεβαίνουν κατακόρυφα. Τα «λευκά λιοντάρια» του αμερικάνικου hard rock κυκλοφορούν το δεύτερο studio άλμπουμ τους με τίτλο "Pride" και βάζουν γερά τα θεμέλια για την πετυχημένη συνέχεια της πορείας τους και δίνουν έναν πολύ φρέσκο αέρα στην αμερικάνικη hard rock σκηνή. O δίσκος δημιουργεί μεγάλη αίσθηση και αγγίζει το top-10 του Billboard, ενώ δύο τραγούδια κάνουν τεράστια εμπορική επιτυχία και οι πωλήσεις μόνο στις ΗΠΑ ξεπερνούν τα δύο εκατομμύρια αντίτυπα.


Οι White Lion παράλληλα εκείνη την χρονική περίοδο ανοίγουν τις συναυλίες θρυλικών σχημάτων όπως των Aerosmith, AC/DC, Kiss και Ozzy όπου δείχνουν το αστείρευτο ταλέντο τους με συνέπεια η δημοφιλία τους να αυξηθεί κατακόρυφα.
Η ιδιαίτερη βραχνή και συνάμα γοητευτική  φωνή του δανού Mike Tramp “έδενε” τέλεια με την βιρτουόζικη κιθάρα του Vito Bratta και με μπόλικο melodic/aor αέρα στα πανιά τους,  κατόρθωσαν να συναρπάσουν και τους πιο απαιτητικούς ακροατές του είδους. Σπουδαίες συνθέσεις υπάρχουν στο “Pride” (νο 8)  με τα:  "Hungry",  Wait", "Tell Me", “ Lonely Nights”  να δίνουν το στίγμα της μπάντας αλλά σίγουρα εκείνο το κομμάτι  που ξεχώρισε και είναι χαραγμένο  στο «γέρικο σκληρό μας δίσκο» είναι η συγκινητική ερμηνεία και  θαυμάσια μελωδία στην αξεπέραστη μπαλάντα “When the Children Cry” που κατόρθωσε να σκαρφαλώσει μέχρι το νο 3 των αμερικάνικων τσαρτ. Ένα κομμάτι που στιχουργικά είναι “βγαλμένο” από την παιδική ηλικία του M. Tramp o οποίος αποκάλυψε σε μία συνέντευξη του, πόσο του είχε στοιχίσει που είχε εγκαταλείψει την οικογένεια του ο πατέρας του, σε ηλικία μόλις 6 ετών.


Στο άλμπουμ υπάρχει και το επικό "Lady of the Valley" με τον  Vito Bratta να δίνει τα ρέστα του και δικαιολογημένα ο διάσημος παραγωγός  Michael Wagener  τον αναφέρει ως τον αγαπημένο του κιθαρίστα και οι ροκ εγκυκλοπαίδειες τον συγκαταλέγουν στους κορυφαίους του είδους.  Επιπρόσθετα  τον Φεβρουάριο του 1988 βιντεοσκοπούν την συναυλία που έδωσαν στη Νέα Υόρκη για χάριν του MTV με τίτλο "Live at the Ritz" αλλά και την  συναυλία με τίτλο "One Night in Tokyo" και τις κυκλοφορούν σε μορφή VHS.
Η επιτυχία είναι πλέον τεράστια και οι White Lion μόλις με την δεύτερη στούντιο δουλειά τους, πιάνουν κορυφή και σε αυτό βοήθησε μάλλον ότι οι δύο δημιουργοί ήταν συγκεντρωμένοι στον στόχο αλλά και η επιμονή ενός έξυπνου χαρτογιακά του  Jason Flom, της A&R που είχε ηγετική θέση στην Atlantic Records.
 Φυσικά ο Μike Tramp υποστήριζε για εκείνη την περίοδο: Δεν ήθελα να είμαστε μία μπάντα για να πουλάμε στα όμορφα κορίτσια με μακριά μαλλιά αλλά θέλαμε να δώσουμε ένα μήνυμα ότι οι γυναίκες δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται σαν υποβαθμισμένα όντα και μειονεκτικά. Επίσης δεν γουστάραμε καθόλου ναρκωτικά και άλλου είδους ουσίες. Καταφέραμε μέσα σε λίγα χρόνια εκεί που είχαμε μόνο λίγα δολάρια στην τσέπη μας τώρα να έχουμε πάνω από 1 εκατομμύριο στους τραπεζικούς μας λογαριασμούς”.

                 Το "μεγάλο παιχνίδι" συνεχίζεται 
Αν και κατάκοποι από την μακρά τουρνέ του "Pride", το κουαρτέτο μπαίνει στο στούντιο για τις ηχογραφήσεις του "Big Game", που κυκλοφορεί τον Αύγουστο του 1989 και γίνεται χρυσό.
Το άλμπουμ κινείται στα γνωστά αμερικάνικα hard rock μονοπάτια, εμπλουτισμένα με aor μελωδίες. Τα τραγούδια που ξεχωρίζουν είναι το "Little Fighter" που είναι αφιερωμένο στο "χαμένο" σκάφος που ονομαζόταν "Rainbow Warrior", της Greenpece και βυθίστηκε από τις Γαλλικές μυστικές υπηρεσίες. Όμως το κομμάτι που ενθουσίασε άπαντες, ήταν η τρομερή διασκευή στο κλασσικό "Radar Love" των Ολλανδων Golden , με το αντίστοιχο υπέροχο βίντεο κλιπ να κάνει θραύση (τουλάχιστον στην χώρα μας) όπου περιπολικά και μηχανές εναλλάσσονται σε ένα ανελέητο κυνηγητό  με την μπάντα να δίνει την απαραίτητη rock ατμόσφαιρα ενώ  τα τύμπανα του Greg D'Angelo να είναι μία πραγματική καταιγίδα.


Άλλο ένα κομμάτι που ξεχωρίζει είναι το ανατριχιαστικό και το αντιρατσιστικό "Cry for Freedom" (μιλά για το καθεστώς του απαρτχάιντ) με το κιθαριστικό ξέσπασμα του Vito Bratta στην μέση του κομματιού να είναι καθηλωτικό.
Στα υπόλοιπα κομμάτια του άλμπουμ απουσιάζει η σπιρτάδα των προηγούμενων κυκλοφοριών εξαιρουμένου των "Let's Get Crazy" και του μεταλλικο "If My Mind Is Evil" με το τελευταίο να προσπαθεί να μιμηθεί τους Metallica κάτι που επιβεβαίωσε αργότερα και ο Mike Tramp.

                                  Πριν από το τέλος
"Η δισκογραφική εταιρεία δεν ήξερε τι να κάνει με εμάς. Ξεκινούσε η ελεύθερη πτώση της μπάντας. Απομονωθήκαμε, κλειστήκαμε ο καθένας στο δικό του κόσμο και ήδη με είχαν κουράσει οι υπόλοιποι συνεργάτες”.
Με τα λόγια αυτά ο M. Tramp περιέγραφε το κλίμα που επικρατούσε ανάμεσα στα μέλη της μπάντας.
Τον Απρίλιο του 1991 κυκλοφορούν το τέταρτο στούντιο άλμπουμ τους με τίτλο "Mane Attraction" και η κυκλοφορία συμπίπτει με την κυριαρχία του grunge ήχου, οπότε η κατάσταση τουλάχιστον στο επίπεδο των πωλήσεων δυσκόλευε μιας και ένας "νέος" ροκ ήχος κυριαρχούσε στις ΗΠΑ.
Το άλμπουμ πάντως είναι αρκετά δυνατό, αφού κομμάτια όπως το "Lights and Thunder" δείχνουν ότι η έμπνευση και η δημιουργία δεν τους είχε εγκαταλείψει (σαφείς οι επιρροές από Led Zeppelin) ενώ ο ήχος τους έγινε ακόμη πιο σκληρός αλλά και τεχνικός ειδικά στο κιθαριστικό κομμάτι με πιο χαρακτηριστικό το "Leave Me Alone". Παράλληλα ύστερα από απαίτηση  της Atlantic  επανεκτελούν του "Broken Heart" κάτι που δεν άρεσε καθόλου στο συνθετικό δίδυμο της μπάντας ειδικά με τον τρόπο που τους επιβλήθηκε.
Οι μπαλάντες "You're All I Need" και "Till Death Do Us Part" αλλά και το μελωδικό "Love Don't Come Easy" αναδεικνύουν τον αστείρευτο λυρισμό των συνθέσεων των White Lion  ενώ το αντιπολεμικό "Warsong" εντυπωσιάζει με τις ενορχηστρωτικές του εναλλαγές, την παθιασμένη ερμηνεία του Mike Tramp αλλά και την εκπληκτική κιθαριστική απόδοση του Vito Bratta.
Τα αργόσυρτα μπλουζέ "It's Over" και "She's Got Everything"  δείχνουν μία διαφορετική διάθεση που είχε η μπάντα όπως την περιγράψαμε παραπάνω ενώ το  "Out with the Boys" γράφτηκε από τον  Mike Tramp αναπολώντας τις αναμνήσεις με τους φίλους στην Κοπεγχάγη.
Στο "Mane Attraction" περιλαμβάνεται και το instrumental  "Blue Monday", αφιερωμένο στον χαμό του μεγάλου κιθαρίστα  Stevie Ray Vaughan, ο οποίος πέθανε ενώ η μπάντα ηχογραφούσε το άλμπουμ. Mία σύνθεση που όντως τιμά μοναδικά τον αδικοχαμένο μουσικό, στο ύφος που τον λατρέψαμε. Το άλμπουμ κλείνει με το "Farewell to You" που είναι ουσιαστικά μία μελαγχολική αποχαιρετιστήρια σύνθεση του Mike Tramp προς τα υπόλοιπα  μέλη της μπάντας μιας και ένιωθε ότι ερχόταν το τέλος των White Lion. Δυστυχώς αυτό συνέβη άμεσα με τους Greg D'Angelo και James Lomenzo που αποχώρησαν αμέσως μετά την ολοκλήρωση των ηχογραφήσεων λόγω οικονομικών και όχι μουσικών διαφορών όπως είχε δημοσιευτεί τότε.


Το ρυθμικό υπόβαθρο της μπάντας αντικαταστάθηκε άμεσα από τον μπασίστα  Tommy "T-Bone" Caradonna και τον ντράμερ Jimmy DeGrasso (Megadeth, Alice Cooper, Suicidal Tendencies, Y&T) για την περιοδεία που ακολούθησε. Οι Tramp και Bratta βλέποντας ότι η κατάσταση είχε στραβώσει αρκετά το κλίμα ανάμεσα τους, αποφάσισαν να δώσουν ένα τελευταίο σόου στην Βοστώνη τον Σεπτέμβριο του 1991. Το παράπονο του M. Tramp ακόμη και σήμερα ήταν γιατί δεν δόθηκε η δυνατότητα μίας αποχαιρετιστήριας συναυλίας ή έστω μία μίνι τουρνέ ώστε να ικανοποιηθούν οι οπαδοί.
Βέβαια για τον ξαφνικό θάνατο των White Lion έπαιξαν ρόλο κι άλλοι παράγοντες. Αρχικά η δισκογραφική τους εταιρία που δεν τους υποστήριξε καθόλου αλλά και η αλλαγή στάσης του ΜΤV με τον Tramp να λέει το αμίμητο:
"Στη δεκαετία του '80, το MTV μας στήριξε και βγάλαμε το ψωμί μας, αλλά από την στιγμή που το MTV αποφάσισε ότι ήταν πιο δημοφιλές να δείχνουν τον Kurt Cobain που φορούσε το πουλόβερ του παππού του, στο βίντεο για το "Smells Like Teen Spirit", δεν υπήρχε θέση στο MTV για συγκροτήματα όπως οι White Lion και οι Mötley Crüe".

                        Remembering White Lion
Μετά την διάλυση της μπάντας και αφού ο Δανός τραγουδιστής έχει ιδρύσει τους Freak of Nature με τους οποίους κυκλοφορεεί δύο αξιόλογα άλμπουμ αποφασίζει να κάνει μία κίνηση απελπισίας
Το 1996 o M. Tramp κάνει λοιπόν μία γρήγορη αρπαχτή, κυκλοφορώντας ένα δίσκο που τιτλοφορείτο "Remembering White Lion", με επαναηχογραφημένα κλασσικά τραγούδια των White Lion με την συμμετοχή φίλων του Δανών μουσικών. Αργότερα ο M. Tramp παραδέχτηκε με ειλικρίνεια: "Ήταν μία ανόητη ηχογράφηση αλλά είχα ανάγκη τα 40 χιλιάδες δολλάρια που τσέπωσα και μπορούσα να ζήσω από αυτό".
To 2008 τελειώνει οριστικά και αμετάκλητα το κεφάλαιο  White Lion, με την κυκλοφορία του "Return the Pride". Bέβαια οι δοξασμένες μέρες του παρελθόντος δεν μπορούσαν να επιστρέψουν χωρίς την παρουσία και την συνθετική έμπνευση του Vito Bratta. Ούτε όμως μία συμπαθητική στούντιο κυκλοφορία μπορούσε να φέρει την ανάταση στους νέους και αδιάφορους White Lion αφού οι άγνωστοι μουσικοί που συνόδευαν τον δίσκο δεν πρόσφεραν κάτι το ιδιαίτερο.
Όσο δεν υπήρχε Vito Bratta ήταν απίθανο να επανακάμψουν οι White Lion, o οποίος είχε εγκαταλείψει την μουσική βιομηχανία και είχε ιδιωτεύσει για τα καλά. Αυτή όμως η απρόσμενη και ανούσια κυκλοφορία του "Return the Pride" ξύπνησε τον εγωισμό και τα δικαστικά αντανακλαστικά του Αμερικανού μουσικού.

                                
                                      Το παράπονο
Το 2010, ο Mike Tramp κουρασμένος από την δαπανηρή δικαστική διαμάχη που ξεκίνησε ο  V. Bratta, προχωρά σε εξωδικαστική λύση, με τα κυρίως δικαιώματα να πηγαίνουν στον πολυτάλαντο κιθαρίστα.
Χαρακτηριστικό είναι το παράπονο και η πικρία του Tramp για τον άλλοτε συνεργάτη του λέγοντας χαρακτηριστικά:
"Ο V. Bratta και εγώ δεν είχαμε καμία σχέση εκτός από τη μουσική. Είναι λυπηρό, αλλά είναι αλήθεια. Τον αγαπώ ακόμη. Παρότι τον παρακάλεσα να ξαναστήσουμε την μπάντα για μία αποχαιρετιστήρια συναυλία για τους οπαδούς και όχι για τα χρήματα εκείνος ήθελε μόνο τα δικαιώματα οπότε το μόνο πράμα που θα πάρει στον τάφο του είναι το όνομα White Lion. Όμως οφείλει να θυμάται ότι αν δεν υπήρχε ένα παιδί με ενέργεια πυραύλου από την Κοπεγχάγη δεν θα είχε αφήσει ποτέ το γαμημένο Staten Island".

Αυτά τα λόγια δείχνουν πόσο πικραμένος και όχι οργισμένος ήταν το παιδί από την Δανία που κατόρθωσε να κάνει το όνειρο του πραγματικότητα και να κυκλοφορεί ακόμη και σήμερα αξιόλογα σόλο άλμπουμ.
Δυστυχώς θα συμφωνήσουμε μαζί του, ο V. Bratta μας άφησε με ένα παράπονο γιατί δεν συνέχισαν έστω για ένα άλμπουμ ή έστω για μία τελευταία συναυλία. Μας στέρησε την συγκίνηση και το μεγάλο φινάλε έγραψε ένας οπαδός σε ένα forum ενώ ένας άλλος υπερασπίστηκε την επιλογή του Αμερικανού κιθαρίστα, λέγοντας "καλύτερα που έγινε τότε πριν προλάβουν να εκφυλιστούν όπως οι Dokken και oι Skidrow".
Tα τελευταία νέα από το στρατόπεδο των διαλυμένων White Lion είναι ότι ο Mike Tramp σε συνέντευξη που έδωσε πρόσφατα
στον Andrew Catania για το "All That Shreds", αποκάλυψε ότι μιλά εδώ και λίγες εβδομάδες μέσω email με τον V. Bratta και ανταλλάσσουν απόψεις για την πανδημία του COVID-19 . Επίσης συμφώνησαν να μην αναφέρει αρνητικά πράματα ο ένας για τον άλλον και το "άσχημο" νέο είναι ότι συμφώνησαν να μην ξαναφτιάξουν την μπάντα!
Οι κρίσεις και τα σχόλια δικά σας...

 
Υ.Γ. 1: Το Guitar World Magazine ψήφισε τον Vito Bratta έναν από τους καλύτερους 20 κιθαρίστες της δεκαετίας του 1980, σχολιάζοντας ότι ήταν ο πιο καλαίσθητος, λυρικός και εφευρετικός κιθαρίστας της γενιάς του. Αν είχε παραμείνει στην μουσική βιομηχανία ίσως να ήταν μεγαλύτερος και από τον Steve Vai.

Υ.Γ.:2. Χαρακτηριστικό στιγμιότυπο για την ιστορία της μπάντας είναι ότι ανοίγοντας για το Kiss, ο μπασίστας/τραγουδιστής Gene Simmons είπε στον Tramp ότι είχαν: "το πιο ωραίο όνομα στο rock" n'roll" ενώ όταν έπαιζαν με τους Aerosmith κάθε βράδυ o τραγουδιστής Steven Tyler χαιρετούσε το Tramp τραγουδώντας τo “Wait”. Tέλος ο Brian Johnson (AC/DC) είχε πει στους W.L. όταν έπαιζαν μαζί, ότι τόσο κορίτσια σε συναυλία τους δεν είχαν δει ποτέ!

Υ.Γ.:3. Για την ιστορία το "Fight To Survive" κυκλοφόρησε ξανά το 2014 από την Rock Candy Records σε ειδική έκδοση deluxe collector όπως και το "Big Game".
Τέλος η σύνθεση "Web Of Desire" ακούγεται μόνο στην ταινία "The Money Pit" στην οποία η μπάντα διακωμωδεί τον εαυτό της, και συμμετέχουν για λίγα μόνο λεπτά με πρωταγωνιστή τον Tom Hanks.

Φώτης Μελέτης

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2020

Η συναρπαστική μοναχική πορεία του John Mellencamp

Ο Johnny Cash τον έχει κατατάξει στους δέκα πιο σημαντικούς συνθέτες και τραγουδοποιούς.
Eίναι από τους πρωτοεργάτες του περίφημου Farm Aid που έγινε πραγματικότητα χάρη της βοήθειας του Willie Nelson και του Neil Young και μαζεύτηκαν εκατομμύρια δολάρια που μοιράστηκαν σε χιλιάδες Αμερικανούς αγρότες ώστε να μην χάσουν την περιουσία και τα κτήματα τους λόγω χρεών.
Το κορυφαίο μουσικό περιοδικό Rolling Stone, το 2001 τον χαρακτήρισε ως έναν από τους πιο σημαντικούς ρόκερ της γενιάς του ενώ στο Rock and Roll Hall of Fame έχει μπει από το 2008. Αυτά τα ολίγα για τον κύριο John Mellencamp, ο οποίος ακόμη και σήμερα καταφέρνει να μας συγκινεί με τις όμορφες ροκ μελωδίες τους.
Γεννημένος στις 7 Οκτωβρίου του 1951, στο Seymour της Ινδιάνας, από πολύ μικρός μπήκε στα βάσανα της ζωής αφού γεννήθηκε με ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα υγείας στην σπονδυλική στήλη που ευτυχώς αν και βρέφος, με χειρουργική επέμβαση κατάφερε να το ξεπεράσει.
Σε ηλικία 14 ετών σχηματίζει τους Crepe Soul, και αργότερα έπαιξε στα τοπικά συγκροτήματα Trash, Snakepit Banana Barn και Mason Brothers.
Ο Mellencamp όπως πολλοί έφηβοι της εποχής του ως εκκολαπτόμενος  ρόκ σταρ ήταν αρκετά «άτακτος» ειδικά στον ερωτικό τομέα και αυτό το «πλήρωσε» αφού σε ηλικία  17 ετών αναγκάστηκε να παντρευτεί την έγκυο φίλη του και μετέπειτα σύζυγό του Priscilla Esterline. Έγινε  πατέρας τον Δεκέμβριο του 1970, μόλις έξι μήνες μετά την αποφοίτησή του από το λύκειο (η κόρη του, Michelle, αργότερα έγινε μητέρα σε ηλικία 18 ετών, κάνοντας τον Mellencamp παππού στα 37 του).



Οι αταξίες συνεχίστηκαν στο Πανεπιστήμιο του Vincennes με τα ναρκωτικά και το αλκοόλ να έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο στην ζωή του. Ευτυχώς όμως η αγάπη του για την μουσική και το όνειρο του να γίνει τραγουδιστής, του άλλαξαν τρόπο ζωής και σκέψης. Ένα πρωινό παίρνει το πρώτο αεροπλάνο για τη Νέα Υόρκη για να αναζητήσει εκεί την τύχη τους, ως  καλλιτέχνης και να υπογράψει κάποιο δισκογραφικό συμβόλαιο και την ευκαιρία του την δίνει απλόχερα, ο Tony DeFries, μάνατζερ του David Bowie.
To δισκογραφικό του ντεμπούτο, γίνεται με το άλμπουμ “Chestnut Street Incident” (1976) και περιλαμβάνει αρκετές διασκευές (Doors, Iggy Pop, Roy Orbison, John Sebastian, Ray Charles) αλλά αποτυγχάνει παταγωδώς εμπορικά.
Eίχε προηγηθεί όμως μία αξιοσημείωτη και σημαντική αλλαγή στο όνομα του Αμερικανού τραγουδιστή αφού η Γερμανική καταγωγή του ονόματος του (δηλαδή το Mellencamp) ήταν απαγορευτικό για την MCA Records, η οποία με εμπνευστή τον Tony DeFries, του το αλλάζει σε Johnny Cougar.
Ήταν κάτι στο οποίο διαφωνούσε ο J. Mellencamp αλλά αναγκάστηκε να το δεχτεί όταν μάλιστα είχε ήδη τυπωθεί το άλμπουμ. Είναι αυτό που λέμε τον πέτυχαν προ τετελεσμένων γεγονότων…
Ακολουθεί το δεύτερο άλμπουμ με τίτλο “A Biography” (1978) και τελευταίο με το όνομα Johnny Cougar, το οποίο έκανε επιτυχία στην Αυστραλία με το τραγούδι "I Need a Lover”. Το συγκεκριμένο άλμπουμ δεν κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ και είναι το πιο «μισητό» όπως αποκάλυψε αργότερα σε συνέντευξή του,  ο J. Mellencamp. Όμως η μικρή επιτυχία του ήταν η αιτία να συνεχίσει να ελπίζει στο όνειρο, κάτι που τον δικαίωσε λίγα χρόνια αργότερα.
Τον Ιούλιο του 1979 κυκλοφορεί το τρίτο άλμπουμ, με τίτλο “John Cougar” θέλοντας να πετύχει δύο πράματα αφενός να δηλώσει τη νέα του μουσική του πορεία αλλά και τη νέα αλλαγή ονόματος, μετατρέποντας το Johnny σε... John.
Aιτία όλων αυτών ήταν ότι ο J.M. είχε αλλάξει δισκογραφική εταιρία υπογράφοντας στην Riva Records που ανήκε στον μάνατζερ του Rod Stewart. To άλμπουμ κυκλοφορεί στις ΗΠΑ και συμπεριλαμβάνει ξανά την επιτυχία "I Need a Lover” (το διασκεύασε και η Pat Benatar) και καταφέρνει να φτάσει μέχρι το νο 28 με συνέπεια να ξαναφέρει στο προσκήνιο τον John Mellencamp στην χώρα που γεννήθηκε και τον είχε απορρίψει λίγα χρόνια νωρίτερα.
Ακολουθούν στην συνέχεια τρία άλμπουμ: το μέτριο “Nothin' Matters and What If It Did” (1980), τοAmerican Fool (1982) που κάνει το πρώτο μεγάλο μπαμ αφού φτάνει στο νο 1 των αμερικάνικων τσαρτ  και βγάζει δύο σπουδαία κομμάτια τα "Hurts So Good" και "Jack and Diane" που γίνονται μεγάλες επιτυχίες και απογειώνουν την δημοτικότητα του J.M.
Το The Kid Inside που κυκλοφορεί το 1983 είναι προϊόν εκμετάλλευσης, του πρώην μάνατζερ του, Tony DeFries που είχε ιδρύσει μία δικιά του δισκογραφική εταιρία και στο οποίο δεν περιλαμβάνονται νέα κομμάτια του John Mellencamp αλλά  παλιές ηχογραφήσεις από την δεκαετία του ’70.
Eρχόμαστε λοιπόν τον Οκτώβριο του 1983 και κυκλοφορεί το εξαιρετικό άλμπουμ “Uh-huh”, με τον Αμερικανό τραγουδοποιό να κάνει την πρώτη πολυπόθητη αλλαγή στο όνομα του, μιας και πλέον ονομάζεται John Cougar Mellencamp προσθέτοντας και το πραγματικό επώνυμό του.
Στο άλμπουμ περιέχονται δύο μεγάλες επιτυχίες τα "Crumblin Down" (νο 9) και "Pink Houses" (νο 8). Τον Αύγουστο του 1985 κυκλοφορεί το “Scarecrow” που κάνει τεράστια επιτυχία φτάνοντας στο νο 2 των ΗΠΑ βγάζοντας τρία υπέροχα σινγλ τα "R.O.C.K. in the U.S.A.," (νο 2) "Lonely Ol' Night," (νο 6) και "Small Town” (νo 6).


Αυτό το άλμπουμ αποτέλεσε την βάση για την μετέπειτα δημιουργική πορεία του John Mellencamp, μιας και το περιοδικό Rolling Stone το συμπεριέλαβε στα λίστες με τους 100 καλύτερους δίσκους της δεκαετίας του ‘80 ενώ ο ίδιος ο J.M. ομολόγησε στο Rock and Roll Hall of Fame του 2016, ότι:
“Με το “Scarecrow”, άρχισα επιτέλους να βρίσκω την πορεία μου ως τραγουδοποιός και για πρώτη φορά συνειδητοποίησα τι ήθελα να πω με ένα τραγούδι”.
Παράλληλα ο δίσκος  είναι αφιερωμένος στην απώλεια του παππού του.
                     
                    “The Lonesome Jubilee” (1987)

Mετά λοιπόν την μεγάλη επιτυχία toy “Scarecrow”, και ξεκολλώντας από πάνω του την εικόνα του ωραίου αγοριού, ακολουθεί ένα από τα πιο ώριμα και πιο δημιουργικά άλμπουμ του Mellencamp.
Είναι το ένατο
κατά σειρά στούντιο άλμπουμ του με σημαντικές στιχουργικές αναφορές στην Βίβλο αλλά και σε κοινωνικά ζητήματα (ανεργία, ρατσισμός, ενδοοικογενειακή βία).
Πολλοί προσπάθησαν να το συγκρίνουν ανεπιτυχώς με το “Nebraska” του Bruce Springsteen αλλά εδώ ο Mellencamp έχει αποφύγει την “μαυρίλα” του “Nebraska” αλλά και μουσικά είναι πιο πλήρες και σίγουρα πιο ρυθμικό.
"Ήμασταν στο δρόμο για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά το “Scarecrow”, οπότε ήμασταν πολύ μαζί ως συγκρότημα", δήλωνε εκείνη τη περίοδο ο Mellencamp στο Creem Magazine και συμπλήρωσε:
«Για πρώτη φορά, μιλήσαμε για το δίσκο πριν καν ξεκινήσουμε τις ηχογραφήσεις. Είχαμε ένα πολύ ξεχωριστό όνειρο για το τι πρέπει να συμβαίνει εδώ. Κανονικά το “The Lonesome Jubilee” έπρεπε να είναι ένα διπλό άλμπουμ, είχαμε συνθέσει επιπλέον άλλα 10 τραγούδια, όμως δεν είχαν το feeling των υπολοίπων κομματιών με συνέπεια να βάλω στο ράφι».
 

Όπως έγραψαν τότε και πολλοί κριτικοί είναι γεγονός ότι στο “The Lonesome Jubilee” συναντιέται η λαϊκή μουσική των Αμερικάνων (κάντρι και φολκ) με το ροκ αφού τα παραδοσιακά όργανα (dobro, banjo, dulcimer, mandolin, harmonica, autoharp, penny whistle, claves) έχουν την τιμητική τους.  Παραλίγο όμως ένα δυσάρεστο γεγονός επηρεάσει αρνητικά τις ηχογραφήσεις και την ατμόσφαιρα του άλμπουμ και αυτό ήταν ο θάνατος του θείου του Mellencamp, Joe  του από καρκίνο σε ηλικία μόλις 57 ετών.
Τελικά το
"The Lonesome Jubilee" κυκλοφορεί τον Αύγουστο του 1987 και η επιτυχία του ήταν τεράστια σε όλα τα επίπεδα ενώ η παγκόσμια τουρνέ που ακολούθησε ήταν αποθεωτική.

Aς δούμε παρακάτω συνοπτικά τα κομμάτια του δίσκου:
  • "Paper in Fire": Εξαιρετική ροκ σύνθεση από τις κορυφαίες της δεκαετίας του '80. Επηρεασμένο στιχουργικά από την Βίβλο ενώ στο βιολί συναντάμε την πολυτάλαντη Lisa Germano, η οπoία έχει συνεργαστεί με Davi Bowie, Simple Minds, Bob Seger, Iggy Pop). Αξίζει να δείτε  το αντίστοιχο βίντεο κλιπ μόνο και μόνο για το κέφι που βγάζει ενώ το τραγούδι έφτασε μέχρι το νο 9 του Billboard chart.
  • "Down and Out in Paradise": Τα τύμπανα του Kenny Aronoff παίζουν έντεχνα, κόντρα στο κομμάτι, η μάγκικη ερμηνεία του John Mellencamp είναι υπέροχη ενώ το παθιασμένο ρεφρέν με τα γυναικεία φωνητικά και τα θαυμάσια βιολιά το κάνουν μοναδικό.
  • "Check It Out":  Η εν λόγω σύνθεση (νο 14, ΗΠΑ) κινείται σε πιο κάντρυ-ροκ ρυθμούς με μια γοητευτική στιχουργική εισαγωγή…"Million young poets, Screamin' out their words, To a world full of people, Just livin' to be heard, Future generations, Ridin' on the highways that we built, I hope, that they have better understanding…Check it out".
  • "The Real Life": Στο ίδιο ηχητικό μοτίβο του “Check it Out” με τα βιολιά της Lisa Germano να έχουν τον πρώτο λόγο και παράλληλα οι στιχουργικές αναφορές παραπέμπουν στις ανησυχίες ενός διαζευγμένου μεσήλικα που δεν θέλει να καταντήσει μόνος του και να παρακολουθεί τηλεόραση.
  • "Cherry Bomb": Περιέχει μία κεφατη ποπ-ροκ μελωδία με τα παραδοσιακά όργανα να στήνουν το δικό τους πάρτι. Ουσιαστικά είναι ένα νοσταλγικό τραγούδι που αντικατοπτρίζει τα εφηβικά χρόνια του Mellencamp.
  • We Are the People": Με αντιρατσιστικό περιεχόμενο, το συγκεκριμένο κομμάτι είναι μία από τις καλύτερες συνθέσεις που έχει ερμηνεύσει και συνθέσει ποτέ ο John Mellencamp με το βιολί της Lisa Germano να σε ανατριχιάζει….”If you're feeling shut down, May my thoughts be with you, If you're a black man bein' beat down, And shoved all around, May my thoughts be with you, If your world's getting' a little too tough, You know, our thoughts bein' with you, Hey, I know, that it's crazy out there, And my thoughts are with you, We are the people, And we live forever. Tην εισαγωγή δανείστηκαν λίγα χρόνια μετά οι REM στο "Losing my Religion".
  • "Empty Hands: Η ενορχήστρωση  και η μελωδία του, είναι εξαιρετική και απογειώνεται ακόμη περισσότερο με τον λαικό/ροκ ρυθμό του και τα γυναικεία backing vocals.
  • "Hard Times for an Honest Man": Σε παραδοσιακό κάντρυ-ροκ ύφος περιγράφει την ιστορία ενός σκληρά και έντιμου εργαζόμενου άνδρα όπου πάλι τα backing vocals και τα παραδοσιακά όργανα δημιουργούν μία πιο χορευτική  διάθεση.
  • "Hotdogs and Hamburgers": Ένα εφήμερο ερωτικό φλερτ εξελίσσεται σε θλιβερή εξιστόρηση της αδικίας που διέπραξαν οι λευκοί εναντίον των Ινδιάνων… “She was the saddest girl I ever knew, She told me stories about the Indian nations, and how the White man stole their lives away, and although she kinda liked”.
  •  

   
- "Rooty Toot Toot":
Ένα οικογενειακό ροκ κομμάτι με την  φυσαρμόνικα και την κιθάρα να δημιουργούν ένα κεφάτο αποτέλεσμα. Ο τίτλος είναι εμπνευσμένος σύμφωνα με τα λεγόμενα του John Mellencamp από την κόρη του Teddi Jo.
Η συνέχεια για τον Αμερικανό τραγουδοποιό ήταν αρκετά επιτυχημένη αφού κυκλοφόρησε μερικά σπουδαία άλμπουμ όπως τα
"Big Daddy" (1989) "Whenever We Wanted" (1991) "Human Wheels" (1993) ενώ ακόμη και σήμερα συνεχίζει να κυκλοφορεί αξιόλογα άλμπουμ και να πάιζει ζωντανά με την ίδια ενέργεια και το ίδιο συναρπαστικό συναίσθημα που εκπέμπει.

Υ. Γ. 1: Στην επανέκδοση του 2005, το “The Lonesome Jubilee”,  περιέχει και το θαυμάσιο μπλουζιάρικο/γκόσπελ, "Blues from the Front Porch" που το ερμηνεύουν κυρίως η Crystal Taliefero με την Pat Peterson, οι οποίες συμμετέχουν και σε όλα τα δεύτερα φωνητικά του άλμπουμ.
Υ.Γ. 2 : Ένας από τους πιο πολύτιμους συνεργάτες είναι και ο κιθαρίστας Larry Crane, που συμμετείχε μέχρι και το 1989 σε αρκετές συνθέσεις αλλά και στις συναυλίες του John Mellencamp και έπαιζε τα περισσότερα παραδοσιακά όργανα στο “The Lonesome Jubilee”. Στο δίσκο πρόσφεραν με τον δικό τους σούπερ εκτελεστικό τρόπο, ο μπασίστας Toby Myers και ο ντράμερ Kenny Aronoff.
Υ.Γ.3: Ο John Mellencamp έχει δηλώσει ότι επιθυμούσε να μοιάσει περισσότερο στους Tennessee Williams, John Steinbeck, Faulkner, παρά στους Rolling Stones ή τον Bob Dylan.

Φώτης Μελέτης

Σάββατο 30 Μαΐου 2020

Όταν ο Εddie Money (δεν) έχασε τον "έλεγχο"

Ήμουν πολύ κοντά στο θάνατο. Αλκοόλ και ναρκωτικά με είχαν πραγματικά εξαντλήσει όμως δεν έλεγα να σταματήσω παρόλο που ήμουν σε άθλια κατάσταση. Πηγαίνω και αγοράζω ποτά, γίνομαι τελείως σκνίπα ταυτόχρονα παίρνω και φαιντανύλη (κάτι σαν ηρωίνη) και σχεδόν εκείνο το βράδυ σκότωσα τον εαυτό μου."

Κάπως έτσι περιγράφει ο ίδιος ο Eddie Money πως ζούσε την καθημερινότητα του, στις αρχές της δεκαετίας του '80 μιας και φλέρταρε με το θάνατο σε επικίνδυνο βαθμό.
Η ζημιά που είχε πάθει η υγεία του, ειδικά στα ζωτικά του όργανα ήταν μεγάλη αλλά κυρίως η ζημιά είχε γίνει στο ισχιακό  νεύρο, το οποίο, του περιόρισε σοβαρά την κινητικότητα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αυτή η τραγική εμπειρία  αφύπνισε τον Eddie Money και μάλιστα αποτέλεσε στιχουργική έμπνευση για το “No Control”.
Όμως τα κινητικά προβλήματα παρέμεναν και έπρεπε να περιμένει περίπου δύο χρόνια για να κυκλοφορήσει το συγκεκριμένο άλμπουμ, διότι εκτός από το μουσικό κομμάτι υπήρχε πλέον και θέμα επιβίωσης. Κοινώς έπρεπε να βγάλει το ψωμάκι του, διότι τα περισσότερα χρήματα είχαν ξοδευτεί στις καταχρήσεις.
Ο ίδιος περιγράφει σε μία παλιά του συνέντευξή τον εφιάλτη που ππερναγε εκείνη τα εποχή:
“Η επιστροφή μου στο στούντιο για το “No Control” ήταν πολύ δύσκολη, ήμουν σε κάκιστη κατάσταση και έπρεπε να χρησιμοποιήσω έναν βοηθητικό περιπατητή για να πάω από το κρεβάτι μου ως στο δωμάτιο που το είχα μετατρέψει σε στούντιο για να γράψω τα νέα κομμάτια”.
Και συνεχίζει:
"Έπεσα σε πολλές παγίδες και σε θανατηφόρους πειρασμούς που συναντούν συνήθως οι άνθρωποι που ανακατεύονται με την παγκόσμια μουσική βιομηχανία. Πολλή σκόνη, πολλά βαρβιτουρικά ενώ έπινα ταυτόχρονα και ξαφνικά βρέθηκα να είμαι σε κωματώδη κατάσταση ύστερα από υπερβολική δόση.
Όλες αυτές οι ναρκωτικές ουσίες με άφησαν εκτός λειτουργίας για πολύ καιρό, δεν μπορούσα να περπατήσω για ένα χρόνο. Όμως ευτυχώς ο παραγωγός μου, ο
Tom Dowd, με πήρε πίσω στο στούντιο και κάναμε το άλμπουμ No Control”.


 
Bέβαια το κλίμα για τον Αμερικανό ερμηνευτή είχε στραβώσει για τα καλά μιας και η προηγούμενη στούντιο δουλειά, το “Playing for Keeps”, είχε πάει άσχημα σε πωλήσεις και όλα πλέον ουσιαστικά ξεκινούσαν από την αρχή.
“Έβαλα πολλή ενέργεια, ψυχή και πίστη  για να φτιάξω το “No Control. Όλο αυτό το ζόρι που τραβούσα με τις εξαρτήσεις μου το αντιμετώπισα σαν τον Richard Gere στην ταινία “Ιπτάμενος και Τζέντλεμαν”. To “Νο Control” ήταν ένα πολύ ειλικρινές και δυνατό άλμπουμ βγαλμένο μέσα από την καρδιά μου. Ήθελα να γράψω ένα άλμπουμ που θα έδινε το μήνυμα στα παιδιά να γνωρίζουν ότι δεν πρέπει να μεθύσουν ή να πάρουν ναρκωτικά για να φτάσουν ψηλά.”

Ας πάρουμε όμως τα πράματα από την αρχή...
Γεννημένος στις 21 Μαρτίου του 1949, στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης, από Ιρλανδούς Καθολικούς γονείς και γιος αστυνομικού, είχε ως αρχικό όνειρο να ακολουθήσει την οικογενειακή παράδοση και γίνει κι αυτός αστυνομικός.
Όμως υπήρχε ένα σωτήριο “κόλλημα” που εμπόδισε την καριέρα του Eddie Money στην αστυνομία και αυτό ήταν τα μαλλιά του!!! Ναι… ο Αμερικανός ερμηνευτής δεν ήθελε με τίποτα να κόψει τα μακριά του μαλλιά οπότε άλλος δρόμος δεν υπήρχε ώστε να αποχωρήσει από την συγκεκριμένη εργασία.


Προηγουμένως όμως είχε δείξει την αγάπη του για την μουσική αφού ως παιδί που λάτρευε τις μελωδίες των sixties, έγινε μουσικός του δρόμου από 11 ετών και παράλληλα έπαιζε σε τοπικές ροκ μπάντες ενώ στο Γυμνάσιο αποβλήθηκε γιατί πλαστογράφησε την κάρτα των απουσιών.
Όλα τα σημάδια έδειχναν ότι είναι μονόδρομος να ακολουθήσει την καριέρα του ροκ μουσικού. Στο δρόμο αυτό μοναδικό αλλά όχι ικανό εμπόδιο στάθηκε ο πατέρας του που ήταν αντίθετος με το ταλέντο του γιου του, σε σημείο μία μέρα να σκίσει τις αφίσες του Jimi Hendrix που είχε o Εddie στο δωμάτιο του. Μάταιος κόπος όμως..
Όταν τελείωσε το σχολείο ο Eddie Money πήγε στο Μπέρκλεϋ της Καλιφόρνια και εκεί η γνωριμία του, με τον καθηγητή φωνητικής Judy Davis του άλλαξε τον τρόπο σκέψης ως φιλόδοξο μουσικό και ταυτόχρονα του έμαθε πώς να τραγουδάει σωστά.
Με σημαντικό όπλο πλέον την ερμηνευτική αυτοπεποίθηση που του χάρισε ο δάσκαλός του στο Μπέρκλεϋ αναζητά την  καλλιτεχνική του τύχη και κατορθώνει να έρθει σε επαφή με τον περίφημο μάνατζερ και διοργανωτή συναυλιών Bill Graham, ο οποίος του κλείνει συμβόλαιο με την Columpia Records και κυκλοφορεί άμεσα το 1977 το ντεμπούτο του άλμπουμ.
Στον ομότιτλο δίσκο του, περιλαμβάνονται oι μεγάλες και κλασσικές του επιτυχίες “Two Tickets to Paradise” και “Baby Hold On” ενώ το άλμπουμ γνωρίζει μεγάλη επιτυχία και πουλάει πάνω από 2 εκατομμύρια αντίτυπα. Το ξεκίνημα ήταν πλέον θριαμβευτικό συνδυασμένο με εμπορική επιτυχία και θετική αποδοχή από κοινό και κριτικούς.
Στη συνέχεια τον Ιανουάριο του 1979 κυκλοφορεί το δεύτερο στούντιο άλμπουμ του, με τίτλο “Life for the Taking” και ξεχωρίζουν δύο κομμάτια τα “Can't Keep A Good Man Down" και "Maybe I'm A Fool".
Οι κριτικές δεν ήταν ενθουσιώδεις λόγω της πιο ποπ κατεύθυνσης του δίσκου ενώ και οι πωλήσεις ήταν μέτριες.
Η συνέχεια είναι ακόμη πιο απογοητευτική αφού το “Playing for Keeps” (1980) κατηγορήθηκε (αδίκως) ως ανέμπνευστο άλμπουμ και οι πωλήσεις έκαναν βουτιά ενώ ούτε ένα σινγκλ δεν κατάφερε να φτάσει στο top-40 των ΗΠΑ.
Τον Ιούνιο του 1982 και αφού έχουν προηγηθεί όσα περιγράψαμε στην αρχή του κειμένου για την ζωή του Eddie Money  κυκλοφορεί το καλύτερο του, δίσκο με τίτλο No Control”.
Το άλμπουμ αποθεώνεται και γίνεται πλατινένιο ενώ ξαναβάζει στο παιχνίδι για τα καλά τον Αμερικανό ερμηνευτή.
                                            
                                      “No Control
To άλμπουμ αρχίζει με το περίφημο "Shakin'" μία ξεγυρισμένη ροκιά που την απολαμβάνεις ακόμη και σήμερα. Το τραγούδι ξεκινά με τα τύμπανα να σε προετοιμάζουν για το απόλυτο ρεφρέν ενώ το πιάνο με τα μικρά κιθαριστικά σόλα προσθέτουν μία μοναδική μαγεία στο κομμάτι.
Η φωνή του E. Money σε καθηλώνει με την βαθιά βραχνάδα που διαθέτει και το ίδιο κάνει και στα υπόλοιπα κομμάτια. Την σύνθεση συνυπογράφει η Αμερικανίδα μουσικός, παραγωγός και τραγουδίστρα Elizabeth Myers και ο Ralph Carter. Στο αντίστοιχο βίντεο κλιπ πρωταγωνιστεί η ηθοποιός, τραγουδίστρια και μοντέλο  Patricia Apollonia Kotero, η οποία πρωταγωνίστησε αργότερα στην ταινία του Prince, “Purple Rain”.
Ακολουθεί το "Runnin' Away" σε πιο ποπ/ροκ ρυθμούς με το σαξόφωνο του Ed Calle να δίνει μία πιο μελωδική νότα.


Στη συνέχεια συναντάμε το “Think I'm in Love” που έκανε σημαντική επιτυχία (νο 16 στις ΗΠΑ) και ηχητικά  κινείται σε γοητευτικούς αμερικάνικους ροκ ρυθμούς. Τη συγκεκριμένη σύνθεση την συνυπογράφει ο Randy Oda, γνωστός και ως συνεργάτης του Tom Fogerty των θρυλικών Creedence Clearwater Revival. Το βίντεο κλιπ έκανε θραύση στο MTV, μιας και το βαμπίρ σενάριο, σε συνδυασμό με τον Εddie Money σε ρόλο Δράκουλα, το βοήθησαν αρκετά στην προώθηση του.
To “Ηard Life είναι ένα υπέροχο αυτοβιογραφικό κομμάτι με αναφορές στην οικογένεια του, με το ρεφρέν να σε κάνει να βάζεις τα κλάματα. Υπέροχη μελωδία συνοδευμένη με εξαιρετικό κιθαριστικό σόλο.
Στο ομότιτλο κομμάτι No Control” απολαμβάνουμε μία τρομερή mid –tempo ροκιά με την κιθάρα του Jimmy Lyon να κελαηδάει. Η παθιασμένη ερμηνεία στο ρεφρέν του Εddie Money που παίζει ο ίδιος και το θέμα της φυσαρμόνικας, απογειώνει το κομμάτι.
Το "Take a Little Bit" ξεκινά με τα καταιγιστικά πλήκτρα (πιθανόν από εδώ είναι κλεμμένη η εισαγωγή του “Runway” των Bon Jovi) που εξελίσσεται σε ένα ορμητικό, ξεσηκωτικό κομμάτι με το ρεφρέν να ολοκληρώνει αυτό το μικρό διαμαντάκι.
Το  “Keep My Motor Runnin'” είναι ακόμη μία φοβερή σύνθεση με πολλά κοψίματα και τα ντραμς του Gary Ferguson  να δίνουν έναν εμπνευσμένο hard rock αέρα με την κιθάρα αυτή την φορά του Marty Walsh να δίνει τα ρέστα της.
Στη συνέχεια τα πράματα ηρεμούν με την θαυμάσια και συγκινητική μπαλάντα "My Friends, My Friends" με την φυσαρμόνικα να δίνει ακόμη πιο νοσταλγικό τόνο…“My songs are not like my life now, And its always true, Me and my friends were dreamers, Dreamin' all we do, My Friends, My Friends, Never got together again but, I love my friends”.
To "Drivin' Me Crazy" επαναφέρει τους γρήγορους ροκ ρυθμούς με τα δεύτερα φωνητικά να κάνουν πιο μελωδικό το ρεφρέν και τον Jimmy Lyon να δίνει κιθαριστικό ρεσιτάλ.
Το “Passing By the Graveyard είναι μία γλυκιά μελαγχολική σύνθεση επηρεασμένη από τα ‘60ς και είναι αφιερωμένη στον αδικοχαμένο φίλο του Eddie Money, τον θρυλικό ηθοποιό και μουσικό John Belushi που είχε πεθάνει τον Μάρτιο του 1982. Όπως δήλωσε ο E. Money έκανε πολύ παρέα με τον Belushi και το τραγούδι αναφέρεται και στους δικούς του εθισμούς με τα ναρκωτικά και την κοκαΐνη…
He was a fool, He overplayed his role, He couldn't stop, He had to go man go, He loved his whiskey, And he loved his cocaine, But he really loved that girl, And he'll never see her again”.


To άλμπουμ κλείνει με το It Could Happen to You σε χαλαρούς ρυθμούς σε  ϋφος sixties και με το σαξόφωνο  να βάζει την δικιά του πινελιά.
Όπως προείπαμε το “No Control γνώρισε μεγάλη αποδοχή και έκανε την επιτυχία που επιθυμούσε ο ίδιος ο καλλιτέχνης ενώ ο το έχει χαρακτηρίσει ως το πιο αγαπημένο του άλμπουμ.
Εμείς θα προσθέταμε και σωτήριο διότι ο κίνδυνος της καλλιτεχνικής αλλά και προσωπική τους πτώση δεν είχε εξαλειφθεί.
Στα χρόνια που ακολούθησαν η επιτυχία δεν εγκατέλειψε τον Αμερικανό τραγουδιστή. Αρχικά κυκλοφόρησε ένα μέτριο και αποτυχημένο εμπορικά άλμπουμ το Where's the Party? (1983) ενώ με τον aor δίσκο “Can't Hold Back” (1987) επαναλαμβάνει την εμπορική επιτυχία του No Control” και παράλληλα γνωρίζει μία σπουδαία διάκριση με το “Take Me Home Tonight” αφού παίρνει το βραβείο Grammy ως την καλύτερη ανδρική ροκ ερμηνεία της χρονιάς.
Στην πορεία κυκλοφόρησε σταδιακά κι άλλα καλά άλμπουμ χωρίς όμως την ίδια εμπορική αποδοχή ενώ τα προβλήματα υγείας τον επισκέφθηκαν για άλλη μια φορά αφού είχε ξαναρχίσει τις καταχρήσεις ειδικά με το αλκοόλ. Αυτό που τον κράτησε στην ζωή μέχρι και στις 13 Σεπτεμβρίου του 2019 που αποδήμησε εις Κύριον, ήταν η συμπαράσταση και η ανοχή της γυναίκα του Laurie Harris (παντρεμένοι από το 1989) και των πέντε παιδιών του. Όλη η οικογένεια του, του συμπαραστάθηκε παρά το γεγονός ότι δεν είχε ξεχάσει τις καταχρήσεις (κάπνιζε μανιωδώς) μέχρι και την τελευταία μέρα της ζωής του που πέθανε λόγω. καρκίνου στον οισοφάγο σε ηλικία 70 ετών.

Υ.Γ.1: Όπως έλεγε ο ίδιος η φράση που τον κράτησε όρθιο, ώστε να ηχογραφήσει το "No Control" ήταν "Can't Keep a Good Man Down" (τίτλος κομματιού που βρίσκεται στο δεύτερο άλμπουμ του).
 
Υ.Γ. 2: Κρυφό όπλο στην τελειοποίηση των περισσότερων συνθέσεων ήταν ο μπασίστας  Ralph Carter, ο οποίος παίζει στο "No Control".

Y.Γ. 3.: Η ενδυματολογική εμμονή του E. Money με τα μακρυά παντελόνια-καμπάνες, είχε ξεκινήσει από την εποχή που ήταν πωλητής τέτοιων ενδυμάτων από τα τέλη της δεκαετίας του΄60, τότε που προσπαθούσε να επιβιώσει οικονομικά ως φοιτητής.


Φώτης Μελέτης

Τρίτη 19 Μαΐου 2020

Giant: Όταν οι μελωδικοί γίγαντες ροκάρουν

Πολλοί από εμάς λατρεύουμε το άλμπουμ “1987” των Whitesnake για πολλούς και διάφορους λόγους που δεν είναι της παρούσης να τους αναλύσουμε άλλωστε το έχει κάνει με απίθανο τρόπο ο συνεργάτης μας Παναγιώτης Παπαϊωάννου στην στήλη του με τίτλο "To Be A Rock And Not To Roll".
Σε εκείνο το θρυλικό άλμπουμ όπου είχαν γίνει μαλλιά κουβάρια σχεδόν όλοι με όλους κρύβεται μία τελείως διαφορετική ιστορία δύο session μουσικών που όταν “κόλλαγε” το πράμα έβαζαν την πείρα τους  κάτω από τις εντολές της δισκογραφικής εταιρίας που πλήρωνε αδρά και ηχογραφούσαν για λογαριασμό άλλων ώστε να ολοκληρωθεί ότι είχαν αφήσει στην μέση τα κυρίως μέλη. H ιστορία έγραψε ότι ο Dann Huff είναι ο κιθαρίστας της USA radio εκτέλεσης του "Here I go Again" ενώ ο ίδιος είχε ήδη παίξει σε αμετρητα sessions σπουδαίων καλλιτεχνών (Joe Cocker, Amay Grant, Bob Seger, Barbra Streisand, Chaka Khan) μέχρι να σχηματίσει τους Giant.
Εκεί λοιπόν στα στούντιο που ηχογραφήθηκε το "1987" συναντήθηκαν οι δύο πολύ σπουδαίοι session μουσικοί,  Dann Huff και Alan Pasqua και αφού αντάλλαξαν τηλέφωνα και διευθύνσεις έβαλαν σκοπό μόλις τελειώσουν τις υποχρεώσεις τους να βάλουν μπροστά το δικό τους σχήμα.
Το 1988  είχαν καταλήξει τι ακριβώς αναζητούσαν οπότε βρήκαν και τους υπόλοιπους που θα τους πλαισιώνουν. Αρχικά με τον αδελφό του Dann, τον  ντράμερ David Huff με τον οποίο έπαιζαν μαζί στο θαυμάσιο χριστιανικό ροκ συγκρότημα των White Heart και το παζλ συμπληρώθηκε με τον  μπασίστα Mike Brignardelllo που συνεργαζόταν κυρίως με σπουδαίους κάντρυ καλλιτέχνες.
 

Για καιρό έψαχναν να αναλάβει κάποιος τα κυρίως φωνητικά με τον Tom Kelly να είναι στα υπόψην αλλά μάταια. Τελικά πείσθηκε με την προτροπή των υπολοίπων ο Dann Huff να γίνει ο βασικός τραγουδιστής των Giant και παράλληλα να είναικαι ο βασικός κιθαρίστας της μπάντας.
Τους Giant βοηθά ο διάσημος παραγωγός Keith Olsen να κλείσουν κάποιο συμβόλαιο, και τελικά τα καταφέρνουν μέσω του Bud Prayer, μάνατζερ- τότε- των Bad Company με την Βρετανική δισκογραφική εταιρία Α&Μ.
Μετακομίζουν στην Αγγλία για τις ηχογραφήσεις του ντεμπούτου τους άλμπουμ με τίτλο Last of the Runways” που κυκλοφορεί στα τέλη Αυγούστου του 1989 υπό την καθοδήγηση στην παραγωγή του Terry Thomas πρώην τραγουδιστή και κιθαρίστα των Charlie. Tα γεμάτα πάθος φωνητικά του Dann Huff , τα αιχμηρά κιθαριστικά σόλο, τα βελούδινα πλήκτρα καi οι όμορφες μελωδίες είναι η βασική συνταγή των Giant.



To Last of the Runways” ξεκινά με ένα καταιγιστικό κιθαριστικό σόλο που μας εισάγει στο "I'm a Believer”. Mία aor-hard rock σύνθεση με το ρεφρέν να σε κολλάει στον τοίχο όπως και το επίσης υπέροχο "Innocent Days" που συνεχίζει στο ίδιο υπέροχο μελωδικό μοτίβο.
Όλα τα όργανα ισορροπούν  αρμονικά με τις ερμηνείες να εξελίσσουν τον melodic hard rock/aor ενώ παράλληλα οι κιθάρες είναι τόσο προσεγμένες που όσο τις ακούς άλλο τόσο σε εντυπωσιάζουν με την αρτιότητα τους.
Το αργόσυρτο "I Can't Get Close Enough" ακούγεται ογκώδες και επικό με εξαιρετική ενορχήστρωση  και η μπαλάντα I'll See You in My Dreams είναι από τις καλύτερες που έχει γράψει ροκ σχήμα και καταφέρνει να φτάσει ως το νο 20 των αμερικάνικων τσαρτ. Το "No Way Out" έχει ένα blues/funky στυλ ενώ το Shake Me Up" έχε αυτό το κλασσικό ξεσηκωτικό arena/rock ύφος.
Το "It Takes Two" είναι από τις πιο γοητευτικές συνθέσεις του άλμπουμ που ξεκινά ήρεμα αλλά εναλλάσσει τις ταχύτητες σε aor ημιμπαλαντοειδές φόρμες. Το “Stranger To Me” είναι μία επιβλητική αργόσυρτη hard rock σε blues ύφος σύνθεση, όπου κυριαρχούν τα πλήκτρα του Alan Pasqua.
Το "Hold Back the Night" έχει το απόλυτο μελωδικό ρεφρέν από εκείνα που σε κάνουν να λατρεύεις τα '80ς, σε αντίθεση με την μέτρια  μπαλάντα "Love Welcome Home ενώ ο δίσκος κλείνει με το "The Big Pitch", μία δυνατή party-rock σύνθεση.
Αξίζει να σημειώσουμε ότι τις περισσότερες συνθέσεις τις συνυπογράφει και ο Mark Spiro που έχει συνεργαστεί με καλλιτέχνες όπως ο Steve Perry, David Lee Roth, Rick Springfield και με πολλούς άλλους.
Οι Giant καταφέρνουν με το ντεμπούτο τους να κάνουν την αίσθηση που επιθυμούσαν και το παράδοξο ήταν ότι ήταν πιο αποδεκτοί στο Ηνωμένο Βασίλειο από ότι στις ΗΠΑ. Άλλωστε και οι πιο πετυχημένες live εμφανίσεις τους ήταν στην Ευρώπη κάτι που τους εξασφάλισε και την μεταγραφή τους σε μεγαλύτερη εταιρία την Epic Records στην οποία θα κυκλοφορούσαν το δεύτερο στούντιο άλμπουμ τους. άξιο αναφορά είναι ότι στην τουρνέ που ακολούθησε συμμετείχε ως δεύτερος κιθαρίστας ο Mark Oakley.


 

Στις 31 Μαρτίου του 1992 οι Giant κυκλοφορούν το "Time to Burn" με τον πληκτρά Alan Pasqua να έχει ορισμένες διαφωνίες για τις νέες συνθέσεις αλλά αυτές ξεπεράστηκαν μιας και ανήκαν πλέον σε νέα δισκογραφική εταιρία και έπρεπε να αρπάξουν την ευκαιρία που τους δόθηκε.
Για τα νέα κομμάτια του άλμπουμ εκτός από τα κυρίως μέλη, επιστρατεύονται δύο πετυχημένοι συνθέτες ο Καναδός Jim Vallance και ο Αμερικανός Van Stephenson ενώ στην παραγωγή είναι ξανά ο Terry Thomas.
To "Time to Burn" συνεχίζει με έμπνευση και δημιουργικότητα εκεί που σταμάτησε ο πρώτος δίσκος της μπάντας και φέρνει αρκετά ο ήχος σε συγκροτήματα όπως οι Foreigner,  Bad English και Loverboy.
Ο δίσκος ξεκινά με το φωνακλάδικο "Thunder and Lightning" και συνεχίζει με το φανταστικό "Chained" που ξεκινά αργά και εξελίσσεται σε μία hard rock/melodic βόμβα με το ρεφρέν να το απογειώνει.



Ακολουθούν τα "Lay It on the Line" και το αριστουργηματικό "Stay" με τις κιθάρες και τις ερμηνείες του Dann Huff να είναι σε πολύ υψηλό επίπεδο. Η μπαλάντα "Lost in Paradise" είναι απλά υπέροχη και το ομότιτλο κομμάτι κινείται σε ταχύτητες ανάμεσα σε Mr. Big και Van Halen με ένα φονικό κιθαριστικό σόλο!
Το "I'll Be There (When It's Over)" σε παραπέμπει στις χρυσές μέρες του Bryan Adams και αυτό μάλλον οφείλεται ότι την σύνθεση υπογράφει o Jim Vallance.
Ακολουθούν τα "Save me Tonight" και "Without You" σε φουλ aor-αδικη διάθεση και το  άλμπουμ κλείνει με την υπέροχη μπαλάντα "Now Until Forever" και το ροκέ "Get Used to It".
Δυστυχώς το Time to Burn” δεν πάει καθόλου καλά εμπορικά και η μπάντα ουσιαστικά διαλύεται αφού προηγήθηκε μία μεγάλη τουρνέ χωρίς όμως να συμμετέχει ο Alan Pasqua που είχε δείξει εξ αρχής τις διαφωνίες του  ενώ την  χαριστική βολή έδωσε και η επικράτηση της grunge rock σκηνής.
Στα χρόνια που ακολούθησαν και πριν την επανασύνδεση του 2010, ο ηγέτης των Giant, Dan Huff, έγινε  από τους πιο περιζήτητους παραγωγούς, του είδους, δουλεύοντας στη rock, heavy metal, pop και country μουσική με αμέτρητους καλλιτέχνες συμπεριλαμβανομένων των Faith Hill, Shania Twain, Megadeth, Faith Hill, Madonna και Bon Jovi.
 


Το 2001 η μπάντα επιστρέφει στην δισκογραφία με το τρίτο στούντιο άλμπουμ της, με τον κλασσικό τίτλο "III".  Τίτλος ο οποίος είχε διπλό συμβολικό χαρακτήρα μιας και ήταν το τρίτο στούντιο άλμπουμ που κυκλοφορούσαν αλλά είχαν απομείνει τρία από τα αρχικά μέλη διότι είχε αποχωρήσει οριστικά ο Alan Pasqua που ακολούθησε μία jazz μουσική πορεία.

                      Επανασύνδεση και τέλος
Είχαν προηγηθεί δύο χρόνια επαγγελματικών ραντεβού και συζητήσεων με την Frontiers Records στο Σικάγο, η οποία τότε είχε αρχίσει την ανοδική της πορεία της ως η νέα δισκογραφική που στηρίζει τον melodic/hard/rock/aor ήχο. Οι υπεύθυνοι της Frontiers έδειξαν πως ήθελαν πάρα πολύ να επιστρέψουν δισκογραφικά οι "μελωδικοί γίγαντες" και κατόρθωσαν να πείσουν τους GIANT να κυκλοφορήσουν το πολυπόθητο τρίτο άλμπουμ τους.
Ο δίσκος τελικά κυκλοφορεί το 2001 και κινείται στα γνωστά μελωδικά μονοπάτια της αμερικάνικης μπάντας, με τις κιθάρες  να σαρώνουν, τις μελωδικές γραμμές να εντυπωσιάζουν και τις ερμηνείες να είναι θειικές.
Ο δίσκος ξεκινά με ένα μικρό καταιγιστικό κιθαριστικό σόλο υπό τον τίτλο “Combustion”  που μας "ζεσταίνει" χωρίς υπερβολές για την φανταστική epic/aor σύνθεση με τίτλο “ You Will Be Mine” επιπρόσθετα κάτι ανάλογο συμβαίνει με το “Over You” όπου το κιθαριστικό σόλο μαζί με το ρεφρέν «τα σπάνε» κυριολεκτικά.
Ακολουθεί η όμορφη μπαλάντα “Don't Leave Me In Love και το μελωδικό “Love Can't Help You Now” με την ερμηνεία του Dann Huff να είναι άκρως παθιασμένη. Και στις δύο παραπάνω συνθέσεις η παρουσία του Mark Spiro για ακόμη μία φορά είναι πολύ έντονη.
Έπεται το  δυναμικό The Sky Is The Limit” και η μπαλάντα “It's Not The End Of The World όπου εδώ η συνθετική βοήθεια του Van Stephenson είναι εμφανής. Ακολουθούν τα Oh Yeah”  σε ύφος Bad Company και ακόμη μία μπαλάντα, με τίτλοCan't Let Go”.
Ο δίσκος κλείνει, με μία εκρηκτική διασκευή στο “Bad Case of Loving You (Doctor, Doctor)” του Moon Martin πρωτοτραγουδισμένη από τον Robert Palmer.



Το άλμπουμ παρά τις θετικές κριτικές δεν έφερε και την ανάλογη συνέχεια στο γκρουπ αφού οι “δουλειές” του Dann  Huff είχαν ανοιχτεί πάρα πολύ και ήταν περιζήτητος τόσο σαν παραγωγός όσο και σαν μουσικός και φυσικά τα χρηματικά ποσά που απολάμβανε ήταν αρκετά μεγάλα. Oπότε ο χρόνος του σπουδαίου μουσικού, παρέμεινε περιορισμένος για να ασχοληθεί όπως πρέπει για την προώθηση των Giant σε όλα τα επίπεδα.
Η απραξία των Giant κράτησε σχεδόν μία δεκαετία και το 2010 αποφασίζουν να κυκλοφορήσουν το "Promise Land", αυτή την φορά χωρίς την παρουσία του ηγέτη των Giant, Dann Huff.
Βέβαια ο ίδιος είχε φροντίσει να γράψει επτά κομμάτια για το τέταρτο άλμπουμ ενώ συμμετέχει σε δύο συνθέσεις παίζοντας τα κιθαριστικά σόλα.
Τα φωνητικά του Promise Land έχει αναλάβει ο αξιόλογος Terry Brock (Le Roux, Phantom's Opera, The Sign, Slamer, Strangeways) και τις κιθάρες ο John Roth (Winger, Black Oak Arkansas ) αλλά και συνθέτης μαζί με τον  Jimi Jamison (Survivor) του κομματιού Rock Hardτης περίφημης τηλεοπτικής σειρά  Baywatch.
Η αγωνία των οπαδών για το πώς θα ακούγεται το Promise Land ήταν έντονη αλλά ευτυχώς το άλμπουμ ήταν αντάξιο της μικρής αλλά σημαντικής πορείας του γκρουπ.
Το ξεκίνημα  του άλμπουμ ήταν στο ύφος που λατρέψαμε τους Giant, με την εξαιρετική σύνθεση “Believer” που την υπογράφει ο ταλαντούχος Σουηδός Erik Mårtensson (Eclipse, W.E.T.) με τον Robert Säll (Work of Art, W.E.T.) ενώ εδώ σολάρει ο ίδιος ο Dann Huff.
Aκολουθεί το ομότιτλο κομμάτι σε μία πλήρως aor ατμόσφαιρα με την συνέχεια να είναι πιο δυναμική. Το melodic hard rock, “Νever Surrendere” έχει καθαρά με χριστιανικές στιχουργικές αναφορές και εκπληκτικό κιθαριστικό σόλο.
Η συνέχεια ανήκει στην υπέροχη μπαλάντα “Our Love” ισάξια με άλλες κλασσικές συνθέσεις ανάλογων σχημάτων ενώ το “Prisoner Of Love πατάει πάνω σε blues/aor φόρμες.
To “Two Worlds Collide” κινείται στα ίδια μελωδικά μονοπάτια και στο “Plenty Of Love” νομίζεις ότι ακούς την κιθάρα του Joe Satriani.
Τα Through My Eyes” και “Dying To See You είναι δύο μέτριες μπαλάντες ενώ το “I'll Wait For You” έχει γραφτεί αποκλειστικά από τον κιθαρίστα John Roth σε μελωδικό ύφος.
Το Double Trouble είναι μία προβλέψιμη αλλά θαυμάσια hard rock σύνθεση ενώ το “Complicated Man” έχει ταχύτητες από Van Halen και Mr. Big με τις κιθάρες να φλέγονται. Το άλμπουμ κλείνει με το funky/rock,  “Save Me”, στο οποίο σολάρει ο ίδιος Dann Huff.
Μετά την συγκεκριμένη στούντιο κυκλοφορία, οι Giant δεν είχαν κάποια συνέχεια, δείχνοντας ότι έχουν εκπληρώσει οριστικά το μουσικό τους καθήκον.
Τελευταία νέα για αυτούς ήταν το reunion live που έδωσαν στον Νάσβιλ τον Ιούλιο του 2017, με την συμμετοχή των Dann Huff, David Huff  και  Mike Brignardello αλλά και του κιθαρίστα Mark Oakley που τους βοηθούσε στις live εμφανίσεις της δεκαετίας του ’90. Στη σκηνή βρέθηκαν μαζί τους, ο τραγουδιστής Bryan Cole και ο κιμπορντίστας Tyler Leslie και έπαιξαν όλοι μαζί μόνο τρεις συνθέσεις τα “I’m A Believer,” “Innocent Days” και την μπαλάντα “I’ll See You In My Dreams”.

Υ.Γ. 1:  Οι Giant έχουν κυκλοφορήσει επίσης  την συλλογή “It Takes Two + Giant Live” (1990) και το “Live and Acoustic - Official Bootleg” (2003).
Υ.Γ. 2: Στο “Last of the Runaways” συμμετέχει στα δεύτερα φωνητικά ο Lea Hart (Fastway,) και ο Peter Howarth (Hollies) ενώ συμμετέχει και στην συγγραφή των συνθέσεων ο βραβευμένος με Grammy  Phil Naish.

Υ.Γ.3: Ο Dann Huff  έχει βραβευτεί τρεις φορές για λογαριασμό των Country Music Association Awards και τις τελευταίες δυο δεκαετίες έχει επικεντρωθεί σε συνεργασίες με κάντρι καλλιτέχνες.

Φώτης Μελέτης

Δευτέρα 11 Μαΐου 2020

Genesis: "Duke"

Το δέκατο στούντιο άλμπουμ των Genesis κυκλοφόρησε στα τέλη Μαρτίου του 1980 και παρότι είχαν υποστεί σημαντικές απώλειες με τα μέλη της μπάντας, κατόρθωσαν όχι μόνο να επιβιώσουν αλλά και να έχουν αιφνιδιάσει ευχάριστα και τους μουσικούς κριτικούς της εποχής που εκείνη την περίοδο ήταν πολύ αυστηροί και καθόλου ευχάριστοι στις παρουσιάσεις τους.
Όταν μάλιστα το σπουδαίο τρίο καταφέρνει να έχει την μερική αποθέωση μεγάλων μουσικών περιοδικών της εποχής όπως το The Rolling Stone  και το Sounds εν μέσω punk και new wave μόδας, τότε κατανοείς πόση σημαντική μουσική και καλλιτεχνική δύναμη κουβαλούσαν όλα αυτά τα χρόνια, οι χαρακτηρισμένοι κακοπροαίρετα ως prog-rock "δεινόσαυροι".
To πρώτο εξάμηνο του 1979 ήταν χρόνος αδράνειας για την μπάντα αν και οι Tony Banks και Mike Rutherford κυκλοφόρησαν σόλο άλμπουμ. Η συγκεκριμένη περίοδος ήταν πολύ δύσκολη για τον Phill Collins αφού προσπαθούσε να σώσει τον πρώτο γάμο του και για αυτό τον λόγο είχε μετακομίσει από το Ηνωμένο Βασίλειο στο Βανκούβερ του Καναδά, μιας και η τότε σύζυγός του, Andrea Bertorelli,  είχε προβεί σε διάφορου είδους τελεσίγραφα, προσπαθώντας και εκείνη με την σειρά της να σώσει έναν γάμο που ήταν ήδη καταδικασμένος, μιας το πρόγραμμα και ο τρόπος ζωής του Phiil Collins ήταν απίθανο να μπορέσει να του δώσει το φιλί της ζωής.
Τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας βλέποντας το δράμα που ζούσε ο frontman του γκρουπ και λειτουργώντας ως οικογένεια αποδέχονται το αίτημα του Collins ώστε να μπορέσει να επανέλθει πρωτίστως στις οικογενειακές του υποχρεώσεις και μετέπειτα στις δισκογραφικές και συναυλιακές υποχρεώσεις των Genesis. Παράλληλα ο Collins είχε πολλά πράματα στο μυαλό του αλλά ήταν αρκετά δύσκολο όλα να συνδυαστούν. Από την μία η εύρεση οικογενειακής γαλήνης και η μετακόμιση στον Καναδά και από την άλλη η φιλόδοξη σκέψη του, που την είχε ομολογήσει και στους υπόλοιπους Genesis ότι, είχε έρθει η ώρα για την μπάντα να κάνουν την μεγαλύτερη τους εμπορική επιτυχία. Ταυτόχρονα μέσα σε όλα αυτά υπήρχε και το jazz rock σχήμα των Brand X, στο οποίο είχε ενεργό συμμετοχή ο δραστήριος μουσικός, οπότε όπως καταλαβαίνετε πολλά καρπούζια στην ίδια μασχάλη ήταν λιγάκι δύσκολο να κρατηθούν.


 
Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν ο γάμος του, να διαλυθεί και να του αφήσει έντονα σημάδια κατάθλιψης, μιας και με την Andrea Bertorelli ήταν μαζί από την εφηβική τους ηλικία και είχαν αποκτήσει δύο παιδιά, οπότε το συναισθηματικό πλήγμα ήταν βαρύ. Βέβαια χάριν σε αυτό το άκρως δυσάρεστο γεγονός ο Collins έγραψε ένα από τα καλύτερα του κομμάτια, το, "In The Air Tonight". Μάλιστα τα υπόλοιπα μέλη των Genesis, τον "κατηγόρησαν" και συγκεκριμένα ο T. Banks, γιατί το συγκεκριμένο κομμάτι δεν ήθελε ο Collins να το συμπεριληφθεί στο "Duke" αλλά προτίμησε να το κυκλοφορήσει στο πρώτο σόλο δίσκο με τίτλο "Face Value". Ο λόγος είναι μάλλον προφανής...
Εν τέλει ο γάμος του P. Collins δεν σώθηκε αλλά στάθηκε μία καλή αφορμή ώστε οι Genesis να συνθέσουν μία από τις κορυφαίες στούντιο κυκλοφορίες τους.
Άλλωστε η μπάντα ήδη μετρούσε δύο σημαντικές απώλειες (Peter Gabriel και Steve Hackett) και αντί αυτό να σταθεί αρνητικός παράγοντας, συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Ειδικά στα δύο προηγούμενα άλμπουμ "Wind & Wuthering" (1976) όσο και το "...And Then There Were Three..." (1978), οι Genesis έδειξαν σημαντικές αντοχές καλλιτεχνικής δημιουργίας που ανάγκασαν μέχρι και τους "σκληρούς" κριτικούς να παραδεχτούν ότι είναι πολύ καλά άλμπουμ.
Βάζοντας πίσω όσα προβλήματα κουβαλούσαν (ειδικά όπως είπαμε ο Phill Collins), το γκρουπ ξεκινά να συνθέτει νέα κομμάτια, περίπου στα μέσα του 1979 αλλάζοντας το πλάνο τους στην δημιουργία τραγουδιών δηλαδή σταμάτησαν να δουλεύουν κυρίως με προπαρασκευασμένες ιδέες αλλά αποφάσισαν να συν-δημιουργούν μέσα στο στούντιο κάνοντας ουσιαστικά πρόβες και jam ώστε να προκύψει κάτι πιο αυθόρμητο και εμπνευσμένο. Επιπρόσθετα ο Phill Collins επιστρέφοντας στο Ηνωμένο Βασίλειο, σε ότι κενά είχε με τους Genesis, ηχογράφησε την ίδια χρονιά το "Product" με τους Brand X (μία jazz-fussion μπάντα) αλλά παράλληλα έγραφε και συνθέσεις για το πρώτο σόλο δίσκο του με τίτλο "Face Value" ενώ ο ίδιος πειραματιζόταν με μία μηχανή ηλεκτρονικών τυμπάνων Roland, προσπαθώντας να καταπολεμήσει με πλήρη μουσική εργασιοθεραπεία τον χωρισμό από την γυναίκα του.
 
Το φθινόπωρο του 1979, οι Banks και ο Rutherford μετακόμισαν με τον Collins στο Shalford για να ξεκινήσουν τις πρόβες για το "Duke". Ο Collins είχε γράψει ήδη ένα μεγάλο αριθμό τραγουδιών, αλλά ένιωθε ότι δεν ταίριαζαν με το μουσικό ύφος  των Genesis, ενώ οι Banks και Rutherford δεν είχαν να καταθέσουν κάποιο σημαντικό υλικό διότι πολύ απλά, όποια μουσική ιδέα είχαν, την είχαν κυκλοφορήσει στα προσωπικά τους άλμπουμ. Βλέποντας το αδιέξοδο αποφασίζουν ο καθένας τους να συνθέσουν από δύο κομμάτια. Συνέπεια όλων αυτών ήταν ο κημπορντίστας Tony Banks να γράψει τα "Heathaze" και "Cul-de-Sac", ο κιθαρίστας Mike Rutherford τα "Man of Our Times" και "Alone Tonight" ενώ ο P. Collins τα "Misunderstanding" και "Please Don't Ask". Οι υπόλοιπες συνθέσεις προέκυψαν στις πρόβες που έκανε η μπάντα αν και για το κομμάτι "Cul-de-Sac", ο P. Collins είχε αντιρρήσεις (κακιστα όπως αποδείχτηκε) διότι υποστήριζε ότι δεν είναι στο ύφος του, ενώ δεν του άρεσαν και οι στίχοι.


 
Τελικά όλο αυτό το σχέδιο των τριών, με τις πρόβες και τα δύο τραγούδια που οφείλουν να συνθέσουν, o καθένας τους λειτούργησε αναζωογονητικά για το άλμπουμ και στα μέσα Νοεμβρίου του 1979 βρέθηκαν όλοι μαζί στο Polar studios, στην Στοκχόλμη της Σουηδίας (στούντιο που έχουν ηχογραφήσει οι ABBA και Led Zeppelin) όπου μέχρι και το τέλος Δεκεμβρίου του 1979 ολοκλήρωσαν και τις ηχογραφήσεις του "Duke".
Την εξαιρετική παραγωγή ανέλαβε ο David Hentschel (Ringo Starr, Queen, Nazareth, Mike Oldfield, Renaissance, Peter Hammill) και ήταν η τελευταία του συνεργασία με τους Genesis.
Το άλμπουμ ξεκινά με το "Behind the Lines" που αρχικά ήταν σχεδιασμένο να είναι ένα 30λεπτο κομμάτι που θα περιλάμβανε  σε μία ενότητα τα "Duchess", "Guide Vocal", "Turn It Again", "Duke's Travels" και "Duke's End" κάτι που τελικά δεν συνέβη. Το "Behind the Lines"  είναι μία εξαιρετική σύνθεση όπου τα συμφωνικά  πλήκτρα του Tony Banks συνδυάζονται μοναδικά με τα ρυθμικά μέρη, και την πανέμορφη κιθαριστική μελωδία του Mike Rutherford. Όλο αυτό το συνθετικό αριστούργημα συμπληρώνεται με την παθιασμένη ερμηνεία του P. Collins που το κάνουν υπέροχο. Oι στίχοι μιλούν για έναν πρώην εραστή κάτι που παραπέμπει στα προσωπικά "ερωτικά δράματα" του χωρισμένου ντράμερ και που θα μας απασχολήσουν και σε ορισμένες άλλες συνθέσεις του άλμπουμ. Για την ιστορία το "Behind the Lines" υπάρχει σε διαφορετική πιο funky εκτέλεση και στο πρώτο σόλο δίσκο του P. Collins.
H συνέχεια ανήκει σε μία φοβερή σύνθεση, το "Duchess" που αναφέρεται στην άνοδο και την πτώση μία θηλυκής ροκ σταρ. Το κομμάτι ξεκινά με ένα δίλεπτο ηχητικό ατμοσφαιρικό σίγασμα και στη συνέχεια μεταλλάσσεται σε μία μνημειώδης μελωδία, με το ρεφρέν να είναι ένας μοναδικός μελωδικός παράδεισος αλλά και τον P. Collins να κάνει μία από τις καλύτερες ερμηνείες του.
Το ολιγόλεπτο "Guide Vocal" που ακολουθεί είναι μία πανέμορφη μελαγχολική σύνθεση με καθαρά αυτοβιογραφικούς στίχους και αποτελεί ουσιαστικά μία ωραία εισαγωγή για το επόμενο κομμάτι που ακολουθεί, το πιο ροκέ "Man of Our Times". Ένα τραγούδι όπου ρεφρέν φτάνει μέχρι τον ουρανό ενώ το υπόγεια φωνητικά του Collins εναλλάσσονται με τα "εμμονικά" πλήκτρα του Tony Bnaks.
Η συνέχεια ανήκει στο "Misunderstanding", το οποίο είναι ένα μίγμα ανάμεσα στο "Hot Fun in the Summertime" των Sly and the Family Stone, το "Hold the Line" (Toto) και το"Sail on Sailor" των The Beach Boys και σύμφωνα με τα λεγόμενα του Tony Banks και τα τρία μέλη των Genesis είναι φανατικοί θαυμαστές των Beach Boys.


 
Ακολουθεί το ανατριχιαστικό  "Heathaze", ένα κομμάτι που έχουν αντιγράψει ειδικά στην ενορχήστρωση του, όλες οι σύγχρονες prog rock μπάντες. Υπέροχη και δυνατή ερμηνεία από τον P. Collins με τους ποιητικούς στίχους να το κάνουν ακόμη πιο συγκινητικό.
Στη συνέχεια ακολουθεί το ραδιοφωνικό, "Turn It On Again", όπου οι ρυθμοί γίνονται πιο mainstream ενώ για αυτούς που "ψάχνονται" την λεπτομέρεια θα βρουν ότι μέσα στην σύνθεση υπάρχει και ένα έξυπνο πέρασμα από γιαπωνέζικη μελωδία.
Το "Turn It On Again" έγινε για πολλά χρόνια ένα από τα πιο συναυλιακά κομμάτια της μπάντας.
Οι ρυθμοί στη συνέχεια πέφτουν με το "Alone Tonight" και όπως περιγράφει ο τίτλος του, είναι ένα "μοναχικό" κομμάτι, κοινώς μία μπαλάντα που θυμίζει πιο πολύ τις μετέπειτα σόλο συνθέσεις του P. Collins.
To "Cul-de-sac", μπορεί ο Collins να μην ήθελε να το ερμηνεύσει αλλά ευτυχώς επικράτησε η άποψη των υπολοίπων. Εδώ μιλάμε για μία επική λυρική prog σύνθεση του γκρουπ, η οποία χάριν της μουσικής ευφυίας του Tony Banks, ακούμε μία από τις καλύτερες μελωδίες του άλμπουμ.
Το "Please Don't Ask" είναι μία ομαδική σύνθεση και μία λιτή όμορφη μπαλάντα όπου στιχουργικά παραπέμπει για άλλη μια φορά στον χωρισμό του P. Collins.
Ο δίσκος κλείνει με το "Duke's Travels" και το ορχηστρικό "Duke's End", όπου όσοι αγαπούν περισσότερο τα πρώτα άλμπουμ της μπάντας, εδώ θα απολαύσουν τους prog περφεξιονισμούς.
Oι 130 συναυλίες που έδωσαν οι Genesis για την προώθηση του "Duke", ήταν ένας πραγματικός θρίαμβος όπου καταγράφεται χαρακτηριστικά στη συναυλία που έδωσαν στο Lyceum Theatre του Λονδίνου, την οποία αν δείτε αποσπάσματα στο youtube θα νιώσετε την ένταση και την φλόγα που είχαν εκείνη την περίοδο οι Genesis.
Το "Duke" για όσους ακολουθούν πιστά τους Genesis, αποτελεί μία από τις καλύτερες στούντιο κυκλοφορίες τους. Μπορεί οι σκληροπυρηνικοί οπαδοί εποχής Peter Gabriel να κατακρίνουν την στροφή του γκρουπ. Όμως οι Genesis απέδειξαν ότι δεν κόλλησαν σε ηχητικά στεγανά και ούτε βούλιαξαν στον ελιτισμό που ακολούθησαν άλλα prog σχήματα και κυρίως απέφυγαν το ναυάγιο που έπαθαν ανάλογα συγκροτήματα εκείνη την εποχή από την λαίλαπα της punk και της new wave μουσικής.
 
Υ.Γ. 1.Το άλμπουμ κυκλοφόρησε στα τέλη Μαρτίου του 1980, έφτασε μέχρι το νο1, των τσαρτ του Ηνωμένου Βασιλείου και στις ΗΠΑ έφτασε μέχρι το νο 11 και έγινε πλατινένιο και στις δυο πλευρες του Ατλαντικού.
 
Υ.Γ 2.Το εξώφυλλο του άλμπουμ επιμελήθηκε, ο Γάλλος εικονογράφος Lionel Koechlin με την βοήθεια  του Bill Smith και είναι επηρεασμένο από το  βιβλίο του L'Alphabet d'Albert, που δημοσιεύτηκε το 1979. Στον P. Collins δεν άρεσε το συγκεκριμένο εξώφυλλο διότι υποστήριζε ότι θεματικά δεν είχε σχέση με τις συνθέσεις του Duke".
Αντιθέτως στους Banks και Rutherford αλλά και στην Charisma Records, τους άρεσε η συγκεκριμένη εικονογράφηση και φυσικά επικράτησε η δική τους άποψη.
 
Υ.Γ. 3. Στα b- sides του "Misunderstanding", υπάρχει το  ρομαντικό "Evidence of Autumn" (σύνθεση του Tony Banks) ενώ το ερωτικό "Open Door" είναι στην δεύτερη πλευρά του σινγκλ "Duchess".
 
 
Φώτης Μελέτης

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...