Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021

Greg Lake: "Greg Lake" (album)

 

Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του ’80 και πολλοί σπουδαίοι μουσικοί του prog-rock ήχου, βλέποντας ότι έχει κλείσει ένας μεγάλος κύκλος με τα δαιδαλώδη άλμπουμ και τις μεγαλεπήβολες συναυλίες και αρκετοί προσπαθούν να συντονισθούν σε πιο λιτά και μελωδικά μονοπάτια.

Ήδη το κίνημα της πανκ τους είχε δώσει ένα γερό "χαστούκι" και οι χαρακτηρισμοί από τον τότε μουσικό τύπο, περί δεινοσαύρων άρχιζε να δημιουργεί στα prog groups πολλά προβλήματα σε όλα τα επίπεδα. Tο πολύπλευρο ταλέντο και η μεγαλοφυία αυτών των μουσικών μπορεί να έκανε την κοιλιά του όμως οι περισσότεροι επανήλθαν τα επόμενα χρόνια με πολύ καλά άλμπουμ και υπέροχα τραγούδια.
Έτσι λοιπόν και ο Greg Lake που αρχικά είχε συμμετάσχει στους  εγκεφαλικούς King Crimson κυρίως στο πρώτο και θρυλικό άλμπουμ τους  (ελάχιστα στο δεύτερο) και στη συνέχεια πρωταγωνίστησε  με μία εξαιρετική καλλιτεχνική πορεία με τους εκπληκτικούς Emerson, Lake & Palmer αποφασίζει να κυκλοφορήσει τον Σεπτέμβριο του 1981 τo πρώτο του ομότιτλο σόλο δίσκο με την συμμετοχή σημαντικών μουσικών σε μία προσπάθεια να επιστρέψει στην επικαιρότητα.
Στο άλμπουμ του συμμετέχουν, ο διάσημος session κιθαρίστας Dean Parks (Sonny and Cher, Bob Seger, Billy Joel, David Lee Roth, Joe Cocker), οι κιθαρίστας W. G. Snuffy Walden (Stray Dog) και Steve Lukather με τον μπασίστας David Hungate από τους Toto.
Στα τύμπανα έχουμε τους Ted McKenna (Alex Harvey Band, Rory Gallagher, The Michael Schenker Group), τον Michael Giles (King Crimson) και τον Jeff Porcaro (Τοto). Στα πλήκτρα τον Tommy Eyre (Joe Cocker, Gary Moore, Ian Gillan) και τους Bill Cuomo και Greg Mathieson.
Βέβαια το μεγάλο ατού του άλμπουμ είναι η παρουσία, σε όλα τα επίπεδα (συνθετικό και εκτελεστικό) του Ιρλανδού κιθαρίστα Gary Moore αφού δεν είναι τυχαίο ότι ο δίσκος ξεκινά με το δυναμικό "Nuclear Attack" που υπάρχει και στο δικό του σόλο άλμπουμ “Dirty Fingers” (1981).
Ακολουθεί το "Love You Too Much" που είναι σαφώς επηρεασμένο από τους Beatles με τον Bob Dylan να συμμετέχει συνθετικά και επόμενο τραγούδι που ακολουθεί είναι το ανατριχιαστικό "It Hurts".  Απλά  θα επισημάνω μόνο ότι είναι ένα από τις καλύτερα κομμάτια που έχει συνθέσει ο Greg Lake, σε μία μαγική και καθηλωτική ερμηνεία όπου συμπεριλαμβάνονται στις καλύτερες μπαλάντες ever, με τον Steve Lukather (Τοto) να κάνει ένα απίθανο σόλο.

Το επόμενο κομμάτι είναι τo Black And Blue” που θυμίζει τις ήρεμες στιγμές των E.L.P ενώ το Retribution Drive” είναι μία πολύ όμορφη ροκ σύνθεση όπως και το Long Goodbye”.
Το "The Lie"  είναι ακόμη μία μελωδική πανδαισία του δίσκου ενώ το “Someone” συναρπάζει λόγω του εμπνευσμένου σαξοφώνου το οποίο παίζει ο Clarence Clemons (Bruce Springsteen's E Street Band) αλλά και του υπέροχου ρεφρέν.
Ο δίσκος κλείνει με την θαυμάσια μπαλάντα "Let Me Love You Once"  η οποία είναι μία εξαιρετική λυρική στιγμή του άλμπουμ με τον G. Lake να ερμηνεύει μοναδικά και στο φινάλε έχουμε το "For Those Who Dare" με τις γκάιντες να κερδίζουν τις εντυπώσεις.
Το άλμπουμ επανεκδόθηκε το 2015 με τρία bonus κομμάτια και ξεχωρίζει η διασκευή του τραγουδιού “You Really Got a Hold On Me” (του Αμερικανού τραγουδοποιού Smokey Robinson).
Μετά από αυτή την κυκλοφορία ο Greg Lake κυκλοφόρησε και δεύτερο σόλο δίσκο το συμπαθητικό “Manouvres” (1983) μετά ακολούθησε το πέρασμα του από τους Asia, η  "αρπαχτή" των Emerson, Lake and Powell, η επανασύνδεση των E.L.P. και μερικές ενδιαφέρουσες συμμετοχές σε δίσκους φίλων του.
Δυστυχώς ο Greg Lake, έφυγε από την ζωή τον Δεκέμβριο του 2016 κτυπημένος από τον καρκίνο σε ηλικία 69 ετών ακολουθώντας τον άλλο συνοδοιπόρο του, για πολλά χρόνια Keith Emerson που είχε πεθάνει λίγους μήνες νωρίτερα. 
Αυτό το άλμπουμ λοιπόν είναι από τις πιο όμορφες  κυκλοφορίες του μεγάλου καλλιτέχνη και είναι κρίμα να μην τον έχετε ακούσει…
 

Φώτης Μελέτης

Δευτέρα 15 Μαρτίου 2021

Η "απομόνωση" των Toto από την επιτυχία

 


Το 1982 κυκλοφορεί το τέταρτο άλμπουμ – σταθμός, για τους Αμερικανούς ΤΟΤΟ, με τίτλο “Toto IV”. Είναι ο δίσκος που τους απογειώνει σε πωλήσεις και δημοτικότητα αφού και γίνονται ένα από τα πιο πετυχημένα γκρουπ της δεκαετίας του ’80.

 

Συνθέσεις όπως τα, "Rosanna", "Africa" και "I Won't Hold You Back" έγραψαν την δική τους ιστορία και συνεχίζουν ακόμη και σήμερα να συγκινούν τα πλήθη.
Όμως πάντα η απόσταση από την δόξα ως την απαξίωση είναι μικρή και αυτό λίγο έλειψε να πάθουν οι Toto με την επόμενη στούντιο δουλειά τους, το θαυμάσιο Isolation”.
Tα Grammy έπεφταν βροχή το 1983 με το Toto IV (άλμπουμ της χρονιάς, τραγούδι της χρονιάς, παραγωγή της χρονιάς) ενώ οι πωλήσεις μόνο στις ΗΠΑ ξεπέρασαν τα τρία εκατομμύρια αντίτυπα.
Η επιτυχία ήταν τεράστια για την μπάντα με την Columpia να είναι τρισευτυχισμένη αλλά οι αποφάσεις του γκρουπ πώς να διαχειριστούν όλο αυτό το επίτευγμα παραλίγο να τους κοστίσει ανεπανόρθωτα.
Πρώτη λάθος κίνηση ήταν να μην κάνουν παγκόσμια περιοδεία σκορπώντας απογοήτευση στους φίλους τους με συνέπεια να μην κερδίσουν ένα ακόμη μεγαλύτερο κοινό   και παράλληλα έχασαν την ευκαιρία να δημιουργήσουν ένα φανατικό πυρήνα οπαδών. Αυτή η απόφαση αποδείχτηκε κάκιστη και στοίχησε στο προφίλ των Toto ώστε να καθιερωθούν και στο ευρωπαικό κοινό που δεν είχαν το εύρος της επιτυχίας των ΗΠΑ.
Είχε προηγηθεί και άλλη μία ανόητη κίνηση με την απόρριψη από την πλευρά της μπάντας να γίνουν εξώφυλλο στο κορυφαίο αμερικάνικο περιοδικό το Rolling Stone.
Οι Toto βέβαια είχαν και τα δίκια τους για αυτή την άρνηση αφού το συγκεκριμένο περιοδικό, τους έθαβε σε κάθε κυκλοφορία τους με προσβλητικούς χαρακτηρισμούς.
Κάτι ανάλογο συνέβη με τους Toto και στην χώρα μας με το ντόπιο μουσικό περιοδικό "Ποκ και Ροκ" στην δεκαετία του ΄80. Υπήρχε μία επιθετική πολιτική από το εν λόγω περιοδικό ενάντια σε συγκροτήματα όπως οι Journey, Styx, Reo Speedwagon, Τoto και ανάλογου μουσικού ύφους (εξαιρούσαν μόνο τους Foreigner).
Μάλιστα έφτασαν σε σημείο να χαρακτηρίζουν τους Τoto “μουσικές πόρνες” (σχόλιο γνωστού παρουσιαστή του Ράδιο Αρβύλα που έγραφε τότε για το συγκεκριμένο περιοδικό) γιατί έκαναν το «λάθος» να είναι οι πιο περιζήτητοι session μουσικοί αφού μπορούσαν να συμμετέχουν μέσα στην ίδια χρονιά σε αρκετά άλμπουμ όλων των ηχητικών αποχρώσεων.
Μπορούσες λοιπόν να δεις μέλη των Toto να γράφουν και να παίζουν κομμάτια για την Aretha Franklin και τον Michael Jackson μέχρι τον Rod Stewart και τον Edgar Winter.
Αυτό το «αμάρτημα» μίας παρέας session μουσικών να διεκδικούν και προσωπική καλλιτεχνική αναγνώριση μέσω των ΤΟΤΟ ήταν ασυγχώρητη για τους εμπαθείς μουσικοκριτικούς της εποχής. Ευτυχώς όμως το κοινό είχε άλλη άποψη...



Οπότε με την χυλόπιτα που έριξαν στο Rolling Stone. χάθηκε η ευκαιρία για ανακωχή με τον τότε μουσικό τύπο των ΗΠΑ και μέσα σε όλο αυτό προστέθηκε και η αποχώρηση του μπασίστα David Hungate που δεν άντεχε τον τρόπο ζωής μιας ροκ μπάντας  και ιδιαίτερα την δημοφιλία που πρόσφερε η επιτυχία του τέταρτου δίσκου και επέστρεψε στην οικογένεια του στο Νάσβιλ.
Οι Toto αρχίζουν πλέον να σχεδιάζουν το νέο τους δισκογραφικό βήμα αφήνοντας πίσω την επιτυχία του “ΙV”. Δυστυχώς όμως έρχεται να προστεθεί  ένα ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα που θα έφερνε τα μέλη των Toto σε πολύ δύσκολη θέση. Ο νέος μπελάς ονομάζεται Bobby Kimball! Η φωνή της μπάντας.
Τα πράματα πλέον ζόριζαν απελπιστικά.

Ο Steve Lukather αποκαλύπτει για την συγκεκριμένη περίοδο τι συνθήκες είχαν δημιουργηθεί στο γκρουπ:
"Ο τρόπος ζωής του Bobby Kimball ώστε να ηχογραφήσουμε το Isolationδεν ήταν πλέον κατάλληλος για εμάς. Όταν γίνεσαι τόσο διάσημος, έχεις ταυτόχρονα πολλές ευθύνες, ειδικά στην περίπτωση του Τoto. Δεν είμαστε οι Guns 'n Roses όπου κάθε άτομο μπορεί να κάνει ότι γουστάρει και η καθημερινότητα σου να είναι ένα ατέλειωτο party. O Kimball δυστυχώς εκείνη την περίοδο δεν πήρε σοβαρά τα πράγματα με την επιτυχία και τις υποχρεώσεις της μπάντας και έδειξε μία ανευθυνότητα σε όλα τα επίπεδα. Ούτε εμείς βέβαια είμαστε τα καλύτερα παιδιά. Και ναρκωτικά παίρναμε και άλλες χαζομάρες κάναμε αλλά καταλαβαίναμε τα όρια μας.
Είμαστε στην κορυφή και ο Βobby είχε συλληφθεί για κοκαΐνη που είχε πουλήσει σε έναν μυστικό αστυνομικό με συνέπεια να κάνει, φυλακή με οπότε για ένα χρονικό διάστημα ούτε πρόβα δεν μπορούσαμε  να κάνουμε μαζί του.
Στην προσπάθεια λοιπόν να ανασυνταχθεί η μπάντα, προσλαμβάνουν νέο μπασίστα, τον Mike Porcaro (αδελφός του Jeff και του Steve Porcaro). Με τον Kimball είχαν ήδη ηχογραφήσει το μισό άλμπουμ ενώ ήταν συμμέτοχος στην συγγραφή πέντε συνθέσεων όμως η υγεία του από τα ναρκωτικά ήταν αρκετά κλονισμένη και δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις ερμηνευτικές του υποχρεώσεις. Η μπάντα τελικά απολύει τον B. Kimball και ξεκινά το δύσκολο κομμάτι που είναι η εύρεση καινούργιου τραγουδιστή.
Η πρώτη πρόταση που έπεσε στο τραπέζι άκουγε, το όνομα του Richard Page αλλά παρότι ήθελε να συνεργαστεί και ο ίδιος  με τους, Toto τον δέσμευε τον συμβόλαιο με τους Mr. Mister, οπότε δεν προχώρησε η συνεργασία. Ανάλογη πρόταση έγινε και στον Eric Martin (Mr. Big) αλλά και με εκείνον δεν καταλήξαν σε συνεργασία. Τελικά κέρδισε η επιμονή του ντράμερ Jeff Porcaro με τον Fergie Frederiksen, που έπαιζε στους LeRoux, αλλά και παλιότερα στους Trillion.



Οι ηχογραφήσεις ξεκινούν πάλι για το Isolation και ότι φωνητικά υπήρχαν από τον Kimball διαγράφηκαν εκτός από μερικά backing vocals.
Ο Steve Lukather όμως είχε την δικιά του άποψη για το τον  Fergie Frederiksen:
«Οι ερμηνείες του ήταν μία οδυνηρή εμπειρία για εμένα. Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες που έκανε και την υπέροχη φωνή που είχε, τον είχε καταπιεί το άγχος με συνέπεια να φρικάρει και να νευριάζει συνεχώς και δυστυχώς ήταν η εποχή που δεν είχαν βρεθεί τα επιπλέον ειδικά εφε για να βελτιώνουν την φωνή στο στούντιο.
Είχαμε πανικοβληθεί τόσο με την μεγάλη επιτυχία που γνωρίσαμε αλλά και με την ξαφνική αλλαγή στα φωνητικά αφού με τον Fergie ακουγόμαστε σαν άλλο συγκρότημα. Βέβαια είχαμε προνοήσει και από τα προηγούμενα άλμπουμ και τόσο εγώ (S. Lukather) όσο και ο David Paich να ερμηνεύουμε μερικά στούντιο κομμάτια της μπάντας. Όμως η επιμονή του Jeff Porcaro να στηρίξουμε τον  Fergie Frederiksen, μας ανάγκασε να αποδεχτούμε τον Fergie στο μικρόφωνο των Toto. Η προσωπικότητα του Jeff Porcaro ήταν από μόνη της μία επιδραστική παρουσία για όλους μας. Ήταν ο πνευματικός μας γκουρού και τον σεβόμαστε απεριόριστα».
 


 
                   "Από την κορυφή στο Ιsolation"

Toν Οκτώβριο του 1984 κυκλοφορεί το “Isolation με τους Toto να έχουν τους τρεις Porcaro σε δράση, να έχουν νέο τραγουδιστή, με σχέδια για περιοδεία αλλά και τα προβλήματα να τρέχουν. Για τους περισσότερους που λατρεύουν τους Toto, το Isolation είναι από τα αγαπημένα τους άλμπουμ  και εκτός από το συνθετικό κομμάτι αξιόλογη δουλειά έχει γίνει και στο στιχουργικό.
O δίσκος αρχίζει με τον μνημειώδες "Carmen" όπου τα φωνητικά ανάμεσα στον David Paich και τον Fergie Frederiksen, εναλλάσσονται εκπληκτικά με μία ενορχήστρωση που εντυπωσιάζει.
Aκολουθεί το "Lion" κομμάτι που έχει γράψει ο B. Kimball με υπέροχο ρεφρέν και τρομερό κιθαριστικό σόλο.
Το “Stranger in Town" ήταν το σινγκλ που προώθησε η δισκογραφική, το οποίο ερμηνεύει ο κιμπορντίστας και συνθέτης της μπάντας David Paich με το ρεφρέν να ακούγεται καθηλωτικό. Μία άψογη σε όλα τα επίπεδα σύνθεση και σαξόφωνο παίζει ο Tom Scott των The Blues Brothers. Επίσης στιχουργικά είναι επηρεασμένο από το θέμα της ταινίας “Whistle Down the Wind”, στο οποίο μία ομάδα παιδιών μπερδεύουν ένα δραπέτη με τον Ιησού.
To "Angel Don't Cry" συνεχίζει να είναι στο γνωστό ύφος των Toto με τις λεγόμενες μουσικές «γέφυρες», τα δυναμικά κοψίματα και το ουράνιο ρεφρέν, να σε τρελαίνουν. Τα σόλα σε κήμπορντ και κιθάρα είναι μοναδικά και η ερμηνεία του Fergie Frederiksen, είναι εκρηκτική!
Στην μπαλάντα "How Does It Feel" συμμετέχει η London Symphony Orchestra και την ερμηνεύει ο Steve Lukather χωρίς να εντυπωσιάζει ιδιαίτερα


Η συνέχεια ανήκει στο αριστουργηματικό "Endless" που είναι, ένα από τα κορυφαία κομμάτια τους με το πιο συναρπαστικό ρεφρέν που έχουν γράψει οι Toto ποτέ. Η δυναμική ερμηνεία του Fergie Frederiksen, ακυρώνει  τα πικρόχολα σχόλα του Lukather εναντίον του.
Στο ίδιο εκπληκτικό μοτίβο και το ομότιτλο κομμάτι που είναι μία μεγαλειώδης μελωδική πανδαισία.
Ακολουθεί το "Mr. Friendly" σε καθαρά aor ύφος, με τα πλήκτρα του D. Paich να κλέβουν την παράσταση ενώ το "Change of Heart" είναι το πιο ροκ κομμάτι του άλμπουμ, με τα φωνητικά να κτίζουν σκάλες παραδείσου. Τα πλήκτρα συν ένα έξυπνο πέρασμα από την The London Symphony Orchestra, έδωσαν άλλη διάσταση στην σύνθεση.
Το άλμπουμ κλείνει με το χαριτωμένο "Holyanna" ένα party κομμάτι που θυμίζει περισσότερο Elton John.
Το “Ιsolationέγινε χρυσό στις ΗΠΑ και τριπλά πλατινένιο στην Ιαπωνία αλλά με τα δεδομένα της εποχής θεωρήθηκε εμπορική επιτυχία!
O Steve Lukather δήλωνε περήφανος για το τελικό αποτέλεσμα παρά τις γκρίνιες που έκανε, αλλά η περιοδεία που ακολούθησε ήταν τραγική αφού γήπεδα των 10 χιλιάδων θέσεων δεν μπορούσαν να τα γεμίσουν και η ευρωπαϊκή τουρνέ ακυρώθηκε. Πάντως ο μουσικός τύπος της εποχής αναγνώρισε ότι με τον Fergie Frederiksen οι Τοto έκαναν φοβερές live εμφανίσεις. Βέβαια  ο ίδιος ήταν άτυχός αφού δεν κατάφερε να μείνει στο συγκρότημα και αντικαταστάθηκε στο επόμενο δίσκο από τον Joseph Williams.
 
Υ.Γ.1: Την ίδια χρονική περίοδο οι Τοto  έγραψαν το soundtrack της κινηματογραφικής ταινίας Dune στην οποία έπαιζε ο Sting και εμπορικά ήταν σκέτη αποτυχία.
Υ.Γ.2: Το βίντεο κλιπ του "Stranger in Town" είναι συγκινητικό και πρωταγωνιστεί ο βραβευμένος με όσκαρ ηθοποιός Brad Dourif ενώ ήταν υποψήφιο στα βραβεία του MTV για καλύτερη σκηνοθεσία.
 
Φώτης Μελέτης

Δευτέρα 1 Μαρτίου 2021

Billy Squier: "Don't Say No"

 


Γεννημένος την 12 Μάιου του 1950, στην Μασαχουσέτη ο Αμερικανός τραγουδιστήςκαι κιθαρίστας έχει γράψει την δική του σημαντική ροκ διαδρομή με αρκετές εμπορικές επιτυχίες αλλά και σπουδαία άλμπουμ.

To καθοριστικό έναυσμα για την δυναμική πορεία του, τα επόμενα χρόνια ήταν ένα live των Cream με τον Eric Clapton το 1968, που παρακολούθησε ο έφηβος τότε Billy Squier.
Το επίσημο ξεκίνημα του ήταν με τους Piper και αφού ήδη είχε κυκλοφορήσει δύο δίσκους μαζί τους, η μπάντα διαλύθηκε και υπέγραψε σαν σόλο καλλιτεχνης με την Capitol.
Στην συνέχεια κυκλοφορεί το εξαιρετικό ντεμπούτο του, άλμπουμ με τίτλο "The Tale of the Tape" (1980) και συνεργάζεται με τον κιθαρίστα Bruce Kulick (Kiss) και τον πληκτρά David Sancious ( Bruce Springsteen, Sting, Santana, Peter Gabriel)  καθώς και με άλλους σημαντικούς μουσικούς. Όμως η μεγάλη αποδοχή ήρθε με το κλασσικό άλμπουμ "Don't Say No" που κυκλοφόρησε τον Αύγουστο του 1981 και έγινε τριπλά πλατινένιο!
 
Εκπληκτικά τραγούδια συμπεριλαμβάνονται στο συγκεκριμένο άλμπουμ που ξεκινά με το πανέμορφο "In the Dark" όπου το hard rock συναντά άψογα το aor με τον Billy Squier
να θυμίζει η φωνή του, τον Robert Plant  αλλά και το ρεφρέν να αποτελεί μία μοναδική μελωδική πανδαισία.
Ακολουθούν δύο μοναδικοί ροκ ύμνοι, το "The Stroke" (#17 στο αμερικάνικο Billboard chart), μία φωνακλάδικη mainstream επιτυχία που είναι επηρεασμένο από τους Queen και το λατρεμένο "My Kinda Lover" μία από τις καλύτερες και πιο μελωδικές συνθέσεις του Billy Squier με το ρεφρέν να σου κολλάει το μυαλό στον τοίχο!
Μάλιστα το συγκεκριμένο κομμάτι το έχει κάνει sample o ράπερ Εminem το 2014, στο κομμάτι του με τίτλο "Shady XV".
Μετά την καταιγιστική πρώτη μελωδική τριάδα τραγουδιών, ακολουθεί το επικό "You Know What I Like" και το "Too Daze Gone" σε southern ύφος. Η συνέχεια ανήκει στο "Lonely Is The Night" όπου "αποκαλύπτεται" για άλλη μια φορά η αγάπη του Billy Squier για τους Led Zeppelin μιας και η εν λόγω σύνθεση θυμίζει έντονα το κλασσικό "It's Nobody's Fault but Mine" και κάτι ανάλογο συμβαίνει με το ορμητικό "Whadda You Want From Me" που βαδίζει στα χνάρια των Zeppelin και Aerosmith.
Έπεται, το ήρεμο "Nobody Knows" που είναι αφιερωμένο στην ζωή του John Lennon και ο δίσκος κλείνει με το θαυμάσιο ημιμπαλαντοειδές "I Need You" και το ομότιτλο "Don't Say No" σε πιο ροκ εν ρολ στυλ.
Εξίσου σημαντικό ρόλο για την επιτυχία του δίσκου έπαιξε και η γνωριμία του αμερικανού κιθαρίστα με τον Brian May των Queen αφού ο δεύτερος αρνήθηκε την πρόταση για παραγωγή του "Don't Say No", αλλά απέφερε την συνεργασία του πετυχημένου Γερμανού παραγωγού Reinhold Mack στο δεύτερο άλμπουμ του Billy Squier.
Για την ιστορία ο Reinhold Mack ήταν ο παραγωγός στο "The Game" των Queen, οπότε η συγκεκριμένη γνωριμία είχε και τα καλά της ενώ και το νεόδμητο τότε MTV βοήθησε τα μέγιστα ώστε ο B. Squire να γίνει γνωστός σε όλη την υφήλιο.
 
Τέλος στο άλμπουμ συμμετείχαν σημαντικοί αλλά "άγνωστοι" για το ελληνικό κοινό μουσικοί, όπως ο κιθαρίστας Cary Sharaf, ο μπασίστας Mark Clarke (Colosseum, Uriah Heep, Tempest), ο πληκτράς Alan St. Jon (Τed Nugent, Twisted Sister,Alice Cooper, Cher) και ο ντράμερ Bobby Chouinard (Gary Moore, Alice Cooper, Cher).

Φώτης Μελέτης

Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2021

Το χαμένο "american dream" των Balance



Μία παρέα σπουδαίων μουσικών στα τέλη της δεκαετίας του '70 αποφάσισαν να κάνουν το μεγάλο βήμα ενώνοντας μουσικές εμπειρίες και ανησυχίες και με όσες γνωριμιες είχαν αποκτήσει στη μουσική βιομηχανία προσπάθησαν να να αγγίξουν την μεγάλη επιτυχία.
Οι δύο από την τριάδα των μουσικών που αποτελούσαν τον βασικό πυρήνα Balance και πριν δημιουργηθούν επίσημα είχαν κάνει ο καθένας την δική του αξιόλογη πορεία που στο πέρασαμα των χρόνων έγινε ακόμη μεγαλύτερη.
Τραγουδιστής και ένας εκ των συνθέτων των Balance ήταν ο χαρισματικός Peppy Castro που ξεκίνησε δισκογραφικά με το ψυχεδελικό ροκ συγκρότημα των Blues Magoos στα τέλη των '60s, ενώ μετά τον συναντάμε σε άλμπουμ των Barnaby Bye και των Wiggy Bits. 
Κιθαρίστας ήταν Bob Kulick ο οποίος είχε ξεκινήσει την καριέρα του με τους ψυχεδελικούς γκαράζ ρόκερ Random Blues Band στην δεκαετία του '60 στη συνέχεια συνεργάζεται με τον folk δημιουργό Michael Wendroff και γίνεται ακόμη πιο γνωστός για τις κιθάρες που έπαιξε στο έκτο αλμπουμ του Lou Reed με τίτλο "Coney Island Baby" (1975). Η καθιέρωση έγινε φυσικά με την συμμετοχή του σε δίσκους των Kiss και στο σόλο άλμπουμ του Paul Stanley τo 1978.


 
Τρίτος στην παρέα ο κιμπορντίστας, συνθέτης, ενορχηστρωτής και παραγωγός Doug Katsaros ο οποίος κυκλοφορούσε με το ψευδώνυμο "The Gling" o οποίος πριν γνωριστεί με τους υπόλοιπους, η κύρια ενασχόληση του ήταν οι  θεατρικές μουσικές παραστάσεις.
Οι Kiss ήταν το σημείο αναφοράς και για τους τρεις μουσικούς όμως ιδιαίτερα η συμμετοχή τους στο σόλο άλμπουμ του Paul Stanley τo 1978 ήταν το καθοριστικό γεγονός που ήρθαν ακόμη πιο κοντά και έκαναν όνειρα για μία καινούργια μπάντα από τους μετέπειτα Balance ενώ ο P. Castro ήταν ήδη φίλος με τον Ace Frehley.
Η πρώτη γνωριμία των τριών Balance σύμφωνα με τα λεγόμενα του Doug Katsaros προήλθε από μία κοπέλα και ένα πάρτυ το 1977 στη Νεα Υόρκη κθώς οι ηχογραφήσεις και η παρέα με μέλη των Kiss τους οδήγησε να αξιοποιήσουν ότι γνωριμίες να φτιάξουν μία καινούργια μπάντα ώστε να υπογράψουν συμβόλαιο με καποια δισκογραφική εταιρία.
Η αγάπη του Castro για τους Journey και τους Foreigner είχε επηρεάσει και τα άλλα δύο μέλη ενώ το μόνο που απέμεινε ήταν το όνομα της σχήματος. Για αυτό φρόντισε πάλι ο Castro, όταν μία μέρα έπαιζε με τους ενισχυτές και γύριζε τα volume δεξιά και αριστερά, δείχνοντας στους υπόλοιππους ότι η "ισοροπία" είναι το καλύτερο ηχητικό αποτέλεσμα οπότε και το "Balance" το κατάλληλο όνομα στο οποίο συμφώνησαν τα άλλα δύο βασικά μέλη της νεοσύστατης μπάντας.


 

Το γκρουπ συμπληρώθηκε με τον πολύπειρο ντράμερ Andy Newmark (Carly Simon, Sly and the Family Stone, David Bowie, Ronnie Wood), τον ταλαντούχο μπασίστα Willie Weeks (Rod Stewart, George Harrison, Stevie Wonder, Joe Walsh) ενώ υπήρχαν σκέψεις για ένα ακόμη μέλος στα πλήκτρα την  Bette Sussman, ο οποία όμως δεν έμεινε στο γκρουπ.
Παράλληλα άρχισε τη συγραφή νέων τραγουδιών και τη δημιουργία ενός δυνατού demo με την Portrait Records να υπογράφει μαζί τους και επιπρόσθετα να τους αναλαμβάνει ένα ισχυρό πρακτορείο μανατζεμεντ.
Bέβαια ένα απροσδόκητο πρόβλημα παραλίγον να χαλάσει τον ενθουσιασμό αφού οι υπεύθυνοι επικινωνίας της μπάντας ήταν απογοητευμένοι με την φαλάκρα του B. Kulick μιας και πίστευαν ότι χάλαγε το image των Balance. Κάποια στιγμή μπήκε ο πειρασμός της περούκας ώστε να ωραιοποιηθεί η κατάσταση όμως η ηχηρή απάντηση ήρθε από τον ίδιο τον Kulick που απλά αναφώνησε "ελάτε παιδιά μην κολλάτε  μουσική παίζουμε!" και το θέμα έληξε όμορφα και ωραία.
Την παραγωγή στο πρώτο άλμπουμ αναλαμβάνει ο Tony Bongiovi (ξάδερφος του Jon Bon Jovi), ο οποίος ήξερε άριστα τη χρήση των μηχανημάτων καθώς και ολου του εξοπλισμού βοηθώντας τα μέγιστα στην όλη διαδικασία ολοκλήρωσης του ντεμπούτου των Balance.
To μενού των ηχογραφήσεων περιλάμβανε μπόλικο ξενύχτι αφού πολλές φορές οι ηχογραφήσεις ξεκίναγαν στις 2 μετά τα μεσάνυχτα, με το βάρος να πέφτει στα φωνητικά.
Μαθημένοι στην σκληρή δουλειά όλοι οι μουσικοί που αποτελούσαν την μπάντα βοηθούμενοι από το session παρελθον τους και με τον άριστο επαγγελματισμός που τους διακατείχε ολοκληρώθηκε σε κλίμα γενικού ενθουσιασμού το πρώτο άλμπουμ των Balance.
Η δισκογραφική εταιρία, τους προέβαλε ως την east coast μελωδική απάντηση στους Toto και το 1981 κυκλοφορούν το πρώτο ομότιτλο άλμπουμ τους πιέζοντας τη μπάντα για ένα hit αρχικά με το "Breaking Away" και το "Hot Summer Nights" αλλά υπήρξαν και σκέψεις για το "Fly Through The Night" και "American Dream" που διέθεταν εκείνο το pop/rock χρώμα που θα μπορούσαν να κάνουν επιτυχία.


                         Nτεμπούτο με προβλήματα
Ο δίσκος ξεκινά χαλαρά με το "(Looking For The) Magic" με τα διπλά φωνητικά στο ρεφρέν να του δίνουν ένα ακόμη πιο μελωδικό χρώμα ενώ ακολουθεί το "I'm Through Loving You" που θυμίζει Asia πριν τους Asia(!!!). Εξαιρετική μπασογραμή από τον John Sielger με πανέμορφα πλήκτρα και φυσικά απίθανο ρεφρέν.
Το "Breakin' Away" κινείται σε πιο ποπ ρυθμούς και κατόρθωσε να φτάσει μέχρι το νο 22 των αμερικάνικων τσαρτ με τον Peppy Castro να δηλώνει ότι το έγραψε σε μόλις 20 λεπτά.
Το "No Getting Around My Love" έχει άρωμα από Toto σαν να είναι ο προάγγελος του "Rosanna" αφού δεν είχε καν τότε ηχογραφηθεί.
Το "Fly Through The Night" είναι ένα φανταστικό κομμάτι γεμάτο με ουράνιες μελωδίες, εκπληκτική ερμηνεία, έξυπνη prog ενορχήστρωση και το ρεφρέν συνδυάζει με μοναδικό τρόπο τις rocκ και soul φόρμες. Ένα αληθινό μελωδικό έπος!
To "American Dream" είναι εξίσου μία κορυφαία σύνθεση που ξεκινα σε ύφος μπαλάντας αλλα μετρατρέπεται με την προσθήκη βιολιών σε μία καταιγιστικη aor/rock μελωδία με το ρεφρέν να τα σπάει.
Το "Haunting" ρίχνει τους τόνους θυμίζοντας Billy Joel, αλλά το ρεφρέν ακούγεται ιδιοφυές και προτότυπο.
Το "Falling In Love" είναι μία κλασική αμερικάνικη μπαλάντα και έφτασε στο νο 58 των ΗΠΑ τσαρτ ενώ το "Hot Summer Nights" ανεβάζει τους aor ρυθμούς και το άλμπουμ κλείνει με το ροκέ "It's So Strange".
Balance εκείνη την περίοδο διψούσαν να βγουν στην σκηνή και να αποδείξουν την αξία τους ενώ ήδη είχαν συντελεστεί ορισμένες αλλαγες αφού το ρυθμικό υπόβαθρο των Andy Newmark (ντραμς), και  Willie Weeks (μπάσο) είχε αντικατασταθεί αρχικά από τον μπασίστα John Siegler που συμμετείχε και στο πρώτο άλμπουμ σε μερικά κομμάτια και από τον ντράμερ Chuck Burgi.
Επιπρόσθετα η θέση του μπασίστα ξανάλλαξε με τον Dennis Feldman να αναλαμβάνει τον μουσικό του ρόλο κ με τον ίδιο να συμμετέχει ενεργά στο δευτερο άλμπουμ της μπάντας.
Παράλληλα υπήρξαν απαιτήσεις από την δισκογραφική για δεύτερο δίσκο με αλλαγη μουσικής κατευθυνσης.
Ο D. Katasros εξομολογείται:
"Tους παρακαλούσαμε για μια τουρνέ και το μόνο που καταφέραμε ήταν να ανοιξουμε ένα show των Knack που μόλις είχαν κάνει την τεραστια επιτυχία με το "My Sharona". Το μόνο που καταφέραμε ήταν να ανοίξουμε δυο-τρεις συναυλίες των Hall and Oates και αυτό λόγω της φιλίας του P. Castro με τον Oates ενώ προλάβαμε και εμφανιστήκαμε για λιγοστά shows με τους Rossington-Coolins με τους οποίους, ούτε soundcheck δεν κάναμε και επίσης το συγκεκριμένο κοινό δεν ήταν το σωστό για εμάς και για τον ήχο μας. Μάλιστα ούτε ένα βίντεο κλιπ δεν μας έκαναν, μας θεωρούσαν παλιομοδίτες και δεν ήξεραν τι να κάνουν με την περίπτωσή μας".
 
 
 
                  Το δεύτερο και μοιραίο βήμα
Η πίεση στο συγκρότημα ήταν μεγάλη άμεσα για δεύτερο δίσκο ώστε να καλυφθεί και να ξεπεραστεί η αποτυχημένη διαχείρηση της προώθησης του άλμπουμ  από τους υπεύθυνους της δισκογραφικής και του management παρότι οι κριτικές ήταν θετικές για τους Balance με το περιοδικό Kerrang να τους αποθεώνει.
Οι Balance μπαίνουν για δεύτερη φορά στα περίφημα Power studios της Νέας Υόρκης με την καθοδήγηση ξανά του Tony Bongiovi και με ντράμερ τον Chuck Burgi (Brand X, Hall and Oates).
Ο ενθουσιαμός από τις καλές κριτικές είχε παραμείνει στο γκρουπ αν και υπήρχαν σοβαρά προβλήματα με την ευρύτερη αποδοχή τους. Μπορεί το management που τους υποστήριζε να είχε μεγάλα ονόματα στον καταλογό της (AC/DC, Aerosmith, Ted Nugent) όμως οι αλλαγές που έγιναν σε μία νύχτα στην CBS Records (η μητρική της Portrait) με 200 στελέχη να απολύονται (την ονόμασαν Black Friday) μείχε ως συνέπεια να επικρατήσει μία χαοτική κατάσταση και οι όποιες σοβαρές διασυνδέσεις και συνεργασίες υπήρχαν πήγαν στα αζήτητα.
Ο δεύτερος δίσκος κυκλοφορεί το 1982 και ονομάζεται "Ιn for the Count" και ξεκινά με το υπέροχο ομότιτλο κομμάτι, που περιέχει μία εμπνευσμένη ροκ μελωδία η οποία  απογειώνεται από την μαγευτική ερμηνεί του Castro ενώ το ορμητικό "Is it Over" συνεχίζει στο ίδιο συναρπαστικά με τον Kulick να σαρώνει.
Το "Slow Motion" είναι το αγαπημένο του παραγωγού Tony Bongiovi που το πρότεινε σαν πρώτο σινγκλ αλλά δεν ευδοκίμησε και ηχητικά είναι σε κλίμα Journey/Foreigner/Toto.
To "Undercover Man" μπαίνει δυναμικά με ένα heavy κιθαριστικό ριφ που θυμίζει τις μέρες που ο Kulick ήταν παρέα με τους Kiss και θυμίζει κάτι και από Judas Priest.
Στο "On My Honor" τα τύμπανα δίνουν έναν πιο ροκ ρυθμό και το ρεφρέν με τις Queen αναφορές να είναι παραπάνω από εμφανείς όπως και το "All the Way" που υπηρετεί το μεγαλείο της μελωδικής aor απλότητας.


 
To αργόσυρτο "Pull the Plug" είναι μία όντως περίεργη επιβλητική blues/rock σύνθεση, την οποία όπως δήλωσε αργότερα ο B. Kulick την λατρεύει και είναι απόλυτα κατανοητό αφού το κιθαριστικό του, παίξιμο στην συγκεκριμένη σύνθεση είναι μοναδικό.
Το "Bedroom Eyes" είναι κατι μεταξύ Styx και Toto και ίσως είναι η πιο αδύναμη στιγμή του άλμπουμ ενώ το "We can have it All" ξεκινά σε υφος ημιμπαλάντας και μεταλλάσεται σε μία χαρούμενη μελωδία με το ρεφρέν να ειναι επηρεασμενο από τους America συνοδευόμενο με ένα εξαιρετικό σόλο στα πλήκτρα.
Στην επανέκδοση από την Rock Candy τo 2006, το "Ιn for the Count" περιλαμβάνει το θαυμάσιο "Ride the Wave" και το πανέμορφο "She's alone Tonight" με τα πλήκτρα του Katsaros και την ερμηνεία του Castro να μας χαρίζουν έναν κορυφαίο δίσκο ειδικά σε όσους γοητεύονται από το μελωδικό ροκ ήχο.
To single που προωθηθηκε ήταν το "Undercover Man" χωρίς να κάνει κάτι το ιδιαίτερο και η μπάντα προσπάθησε για άλλη μια φορά να κάνει τουρνέ ώστε να "σώσει" εμπορικά το άλμπουμ, όμως από ότι φάνηκε οι Katsaros και Castro δεν το πολυήθελαν μιας και δεν πήραν τις χρηματικές συμφωνίες που επιθυμούσαν και προτίμησαν τα τηλεοπτικά jingles και τις ραδιοφωνικές διαφημίσεις από τις οποίες έβγαζαν πολύ περισσότερα χρήματα.
Κάποια στιγμή έφτασαν πολύ κοντά στο να δώσουν μία σειρά συναυλιώνστην Ιαπωνία, μιας και εκεί είχαν δημιουργήσει μεγάλο πυρήνα οπαδών αλλά πάλι κάτι συνέβη με τις συμφωνίες και αυτή η τουρνέ δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Αντ' αυτού το "Ride The Wave", χρησιμοποιήθηκε για τη διαφήμιση αυτοκινήτων της Daihatsu!
Συνέπεια όλων αυτών των αρνητικών εξελίξεων μιας και η προοπτική για κάτι καλύτερο δεν φαινόταν στον ορίζοντα οι Balance αποφάσισαν να διαλυθούν.
 
                                  
             
                          Επανασύνδεση και φινάλε
To 2009 οι BALANCE επανασυνδέονται με την αυθεντική τριάδα και κυκλοφορούν το τρίτο τους και τελευταίο δίσκο ως σήμερα με τίτλο "Equilibrium".
Ο δίσκος περιέχει έντεκα melodic/hard rock συνθέσεις όχι φυσικά στο ύφος που τους αγαπήσαμε με τα δύο πρωτα άλμπουμ αλλά σε ένα πιο σύγχρονο ύφος γεμάτο ενέργεια, ακούραστη δεξιοτεχνία και ιδιαίτερες μελωδίες αν και ο Castro φαίνεται να τον έχει καταβάλει ο χρόνος.
Στα τύμπανα είναι ο Bret Chassen ενώ στο μπάσο μοιράζονται οι Bob Kulick, Bruce Kulick και Peppy Castrο.
Ξεχωρίζουν τo "Old Friends", το "Breathe" (φοβερό κιθαριστικό σόλο), το ιδιοφυές "What Have U Done" (άψογο σόλο πλήκτρα), το αριστουργηματικό "Winner Takes All",  το επικό "Liar" (τύμπανα εδώ παίζει ο Jesse Castro) και το aor/blues "Who You Gonna Love" αλλά και το θαυμάσιο "Rainbows End".
Στην γιαπωνέζικη έκδοση υπάρχει ένα επιπλέον κομμάτι το "The Edge".
Το 2014 μετά από 31 χρόνια live απραξίας εμφανίζονται για λιγοστές εμφανίσεις στην Σουηδία με τους Dan Larsson στο μπασο και τον Jonas Wikström στα τύμπανα.
 
 
Υ.Γ.1: O Βob Kulick συνεργάστηκε στην πορεία με τον Michael Bolton, Dianna Ross, Meat Loaf, τους Skull και W.A.S.P., Doro, Tim Ripper Owens και δυστυχώς στις 28 Μαίου του 2020 έφυγε από την ζωή.
- O Doug Katsaros είτε ως παραγωγός, είτε σαν ενορχηστρωτής, είτε σαν μουσικός συνεργάστηκε με μεγάλα ονόματα όπως ο Rod Stewart, Cher, BON JOVI, Sinead O 'Connor, AEROSMITH ενώ έχει βραβευθεί για τα θεατρικά μουζικαλ στο Broadway, "The Rocky Horror Show" και "Footloose".
- O Peppy Castro συνεργάστηκε στη πορεία με την Diana Ross, τη Laura Branigan, τον Michael Bolton με την Liza Minnelli, Ronnie Spector, Gene Simons solo, Ace Frehley solo, Joan Jett, Richie Havens, Aldo Nova και Darlene Love.
Το 2013 κυκλοφόρησε το solo άλμπουμ με τίτλο “Just Beginning” παρέα με τον φίλο του Joey Kramer (Aerosmith).
 
Υ.Γ.2: Οι Castro, Katsaros, Burgi και Feldman συναντήθηκαν δισκογραφικά ξανά στο άλμπουμ του Michael Bolton,με τίτλο "Everybody's Crazy" (1985) στο οποίο κιθάρα παίζει ο αδελφός του Bob Kulick, o Bruce Kulick.
 
Φώτης Μελέτης

Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2021

Intruder: Από τους Bon Jovi στη λήθη

 


Το New Jersey είναι μία πόλη των ΗΠΑ που έχει βγάλει σπουδαίους καλλιτέχνες και μουσικούς ξεκινώντας από τον Bruce Springsteen, τον Jon Bon Jovi, τους Skidrow και φτάνει μέχρι την Whitney Houston, τον Paul Simon και τον τεράστιο Frank Sinatra.

Σε αυτή την πόλη σχηματίστηκε και η άσημη μπάντα των Intruder που την βραχύβια πορεία τους, την καθόρισαν ο Ελληνικής καταγωγής κιθαρίστας και συνθέτη George Karak (George Karakoglou) και ο κιθαρίστας και παραγωγός Stephen DeAcutis.
Ο Κarak είχε ξεκινήσει την περιπλάνησή του, στο μελωδικό ροκ παρέα με τον Jon Bon Jovi πριν ακόμη ο διάσημος μουσικός σχηματίσει την περίφημη μπάντα του.

Κάπου στις αρχές της δεκαετιας του '80, ο Karak με τον Bon Jovi ηχογράφησαν ορισμένα κομμάτια στο The Power Station recording studio, που είχε ο ξάδερφος του Jon και παραγωγός Tony Bongiovi ενώ ήταν παρών και στις ηχογραφήσεις του ντεμπούτου άλμπουμ των Bon Jovi το 1984.
To κομμάτι που έμελε να γράψει ιστορία και να είναι το πρώτο hit του γκρουπ καθώς και από τα πιο αγαπημενα τραγουδια των Bon Jovi ήταν το θρυλικό "Runway" το οποίο συνυπογράφουν οι δύο συνθέτες και "παλιοί φίλοι".
Mαζί έχουν γράψει κι άλλο ένα τραγούδι με τίτλο "Talkin' in Your Sleep" που υπάρχει στην κυκλοφορία των Bon Jovi που ονομάζεται "The Power Station Years: The Unreleased Recordings" (2001) και περιέχει ακυκλοφόρητες σόλο συνθέσεςις του Jon Bon Jovi από εκείνη την περίοδο (1980-1984). Τότε δηλαδή που ο μετέπειτα ροκ σταρ ήταν καθαριστής στα Power studios και ηχογραφούσε τις δικές του συνθέσεις πριν ακόμη σχηματίσει την μπάντα του.



Τα ίχνη του Karak μετά από αυτή την κυκλοφορία ουσιαστικά χάνονται τουλάχιστον σε δισκογραφικό επίπεδο και τον συναντάμε αρκετά χρόνια μετά με τους Ιntruder.
Στα τέλη των '90s, ο Karak καταφέρνει και πείθει τρεις συντοπίτες του που έχουν μία αξιόλογη hard rock μπάντα τους Shotgun Symphony να τον βοηθησουν να δημιουργήσουν τους Intruder και να δοκιμάσουν την τύχη τους μέσω της δισκογραφικής εταιρίας Escape Music που ειδικευόταν στον μελωδικό ροκ ήχο.
Ήταν πλέον η περίοδος που άρχιζε δειλά-δειλά το aor/melodic hard rock να ξαναπαίρνει τα πάνω του (μετά από το grunge διάλειμμα) και να κυκλοφορούν αξιόσημείωτες δουλειές μετά από αρκετά χρόνια.
Τους Intruder αποτελούν ο τραγουδιστής Tracy White (Shotgun Symphony), ο κιθαρίστας Stephen DeAcutis, ο ντράμερ  Ron Sivulich Jr. (Glory Hole, Shotgun Symphony, Skin Tag) και ο μπασίστας Ed Avila.
Ο τελευταίος ήταν κι αυτός μέλος των Shotgun Symphony ενώ πριν έπαιζε στα τέλη των '80s με τους English Eyes, ένα group το οποίο είχε δημιουργήσει ο Dan Skye και είχε συνεργαστεί ένα φεγγάρι με τον Jon Bon Jovi το 1981 (Δείτε ΕΔΩ χαρακτηριστικό βίντεο).
Επιπρόσθετα τους Intruder συμπλήρωνε ο κιμπορντίστας Benny Harrison και φυσικά ο George Karak.
Kομβικό ρόλο στην ίδρυση της μπάντας έπαιξε και ο Stephen De Acoutis με την πολύτιμη εμπιερία που διέθετε τόσο σαν μουσικός όσο και σαν παραγωγός και μηχανικός ήχου (με ειδικότητα στις μίξεις) ο οποίος μπόρεσε να δώσει την δική του ταυτότητα και να καθοδηγήσει την πορεία των Intruder.
To 1998 κυκλοφορούν το ντεμπούτο τους άλμπουμ με τίτλο "Dangerous Nights" με βαρύ πυροβολικό την τρομερή φωνή του Tracey White. Ένας φανταστικός και αδικημένος τραγουδιστής που θυμίζει έντονα τους Michael Sweet (Stryper) και Max Bacon (GTR).
O δίσκος περιέχει χωρίς υπερβολή μία πλειάδα aor ύμνων ξεκινώντας με το "Hearts on the Loose" αρκετά επηρεασμένο από το "Jackie Don't Go" των Survivor) και το ουράνιο "Yesterday's Gone".
Ακολουθεί το αριστουργηματικό "Surprise Attack" θυμίζοντας  κάποια επιτυχία του Desmond Child με ιδιαίτερη προσέγγιση στο "You give a love bad Name" ενώ το "Behind Closed Doors" περιέχει μία ακατέργαστη hard rock δύναμη.
Έπεται το "Love Emergency", ένα άγριο, μελωδικό και συνάμα συναρπαστικό κομμάτι  ενώ το άλμπουμ απογειώνεται με το "Surrender Your Heart" λες και είναι βγαλμένο από το πρωτο άλμπουμ των Bon Jovi δίνοντας μία άλλη διάσταση στο "Runway".
Το ομότιτλο "Dangerous Nights" σε γοητεύει με τις εμπνευσμένες κιθαριστικές φράσεις από την σούπερ ερμηνεία του  Tracey White και από το θαυμάσιο σόλο στα πλήκτρα.

Oι ανέμελες μπαλάντες "Deep Inside Our Hearts", "Only Make Believe" και "Things We Did For Love" είναι εξαιρετικές αλλά εκείνη που κλέβει την παράσταση είναι το καθηλωτικό "Will I See You In My Dreams?" που συνδυάζει μελωδίες του Benny Mardones και McAuley Schenker Group.
Τέλος στην ιαπωνική έκδοση του άλμπουμ υπάρχει μία επιπλέον έκδοση του "Deep Inside Our Hearts" σε ακουστική μορφή.
Οι κριτικές είναι διθυραμβικές για το πρώτο άλμπουμ της μπάντας και ήδη δημιουργείται ενας μικρός κύκλος οπαδών μιας και ο μελωδικός ροκ ήχος δεν έχει πλέον την τεράστια εμβέλεια του παρελθόντος αλλά λειτουργεί εκείνη την χρονική περίοδο σε "underground" πλαίσια.
Παρόλα αυτά δεν ήταν η εποχή για κάτι πιο εκτεταμένο ούτε έγιναν συναυλίες για την προώθηση του δίσκου.
Αντ' αυτού το 2000 και έρχεται η δεύτερη και τελευταία δισκογραφική δουλειά των INTRUDER που τιτλοφορείται "Believer" με το ίδιο line up.
Παρότι είναι μία πολύ καλή κυκλοφορία δεν διαθέτει την άγρια μελωδική ομορφιά και την ορμή του "Dangerous Nights".
Ο δίσκος κινείται σε πιο hard rock μονοπάτια χωρίς να δημιουργεί τον άκρατο ενθουσιασμό του πρώτου άλμπουμ.
Ξεχωρίζουν το δυναμικό "Feels Like I'm Losing You" που έχει μία υπέροχη ενορχήστρωση, το "Stay" αλλά και το τσαμπουκαλίδικο "19 and Ready" με το επικό ρεφρέν.

Επίσης ξεχωρίζει η διασκευή στο κομμάτι των Bon Jovi με το οποίο ο G. Karak κατάφερε να μείνει στην ιστορία και εδώ φέρνει τον τίτλο "Runway 2000".
H διασκευή είναι καταπληκτική με το τo περίφημο κομμάτι να ξεκινά αρχικά ήρεμα με  ένα πιάνο και να μεταλλάσσεται στην πορεία σε μία αδυσώπητη hard rock καταιγίδα.
Την παραγωγή έχει αναλάβει ο Stephen DeAcutis, γενόμενη στπ New Jersey (Sound Spa Recording studio in Edison) και στα credits αναφέρει ότι την αφιερώνει σε όλους τους σπουδαίους κιθαρίστες των '70s και '80s.
Οι Intruder δεν είχαν ανάλογη συνέχεια και διαλύθηκαν αφήνοντας πίσω τους δύο πολύ καλά άλμπουμ με το
"Dangerous Nights" να είναι πραγματικό aor διαμάντι που δεν πρέπει να το χάσετε με τίποτα.
Ο Stephen DeAcutis έπαιξε αργότερα με τους Arcara αλλά στην πορεία αφοσιώθηκε στις παραγωγές και μίξεις άλμπουμ με πιο χαρακτηριστικές το "Reach" των Tyketto, το "Darklight" (2019) του πρώην τραγουδιστή των Survivor,  Dave Bickler καθώς και στούντιο δουλειές των Vinnie Moore, Vanilla Fudge, Prophet, Overkill, Cyndi Lauper και πολλών άλλων.
Το 2019 κυκλοφόρησε ένα σόλο άλμπουμ με τίτλο "Torn From The Pages" (με το όνομα Steve D) με την συμμετοχή του Corey Glover τραγουδιστή των Living Colour ενώ ο ντράμερ Carmine Appice δηλώνει από τους φανατικούς οπαδούς του σε θέματα παραγωγής και μίξης άλμπουμ.

Y.Γ.: To 2006 ο G.Karak συνεργάστηκε με τον μουσικό Fernando Saunders (Lou Reed, Jeff Beck, Heart, Pat Benatar) στο άλμπουμ του "I Will Break Your Fall".

Y.Γ.2: Ο Tracey White είχε τραγουδήσει το
"Dirty White Boy" στο "Foreigner Tribute" άλμπουμ που κυκοφόρησε το 2001 και συμμετείχε στους The Lec Zorn Project

Φώτης Μελέτης

Σάββατο 30 Ιανουαρίου 2021

Ambrosia: To πιο γλυκό νέκταρ του prog rock


H ιστορία των Ambrosia ξεκινά όταν το ηγετικό δίδυμο της μπάντας David Pack και Joe Puerta συναντήθηκαν σε εφηβική ηλικία (γυρω στα 15) και έφτιαξαν μία μπάντα με την επωνυμία The Sentry's.

Ψάχνοντας για συνεργάτες και περιπλανώμενοι για τρία χρόνια στο South Bay του Λος Άντζελες γνώρισαν τον Christopher North ένας φημισμένο πληκτρά της περιοχής, ο οποίος έπαιζε τρομερά με το Hammond B3, ήταν μπλουζμαν και του άρεσε η ροκ μουσική παράλληλα βρήκαν ντράμερ μέσω μιας οντισιόν που πραγματοποίησαν έναν πρωτότυπο, δημιουργικός και ωραίος τύπος, ονόματι Burleigh Drummond.
Οι Ambrosia ήταν πλέον γεγονός ως κουαρτέτο αποτελούμενο από τους David Pack (κιθάρα, φωνή), τον Joe Puerta (μπάσο, φωνή), τον Christopher North (πλήκτρα) και τον ντράμερ, Burleigh Drummond ξεκινώντας να πραγματοποιήσουν τα όνειρα τους. 

Το αρχικό τους όνομα ήταν "Ambergris Might" όμως κατά την διάρκεια των πρώτων συναυλιών τους, έμαθαν ότι υπάρχει μία ακόμη μπάντα με παρόμοιο όνομα και αναγκάστηκαν να το αλλάξουν. Το καινούργιο όνομα προέκυψε από ψάξιμο στο λεξικό και τους ενθουσίασε το νόημα της λέξης "αμβροσία" που σημαίνει το "νέκταρ των θεών".

Με βάση την πόλη του Σαν Πέδρο στη νότια Καλιφόρνια, οι βασικές επιρροές του γκρουπ ήταν οι Beach Boys και οι Beatles. Παράλληλά ήταν η εποχή που οι φωνητικές αρμονίες και οι μελωδικές γραμμές των Crosby, Stills, Nash & Young και Simon & Garfunkel τους είχαν σαγηνεύσει. Εκείνο όμως το γεγονός που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στον μετέπειτα ήχο τους ήταν όταν είδαν μία παράσταση των King Crimson στο Whisky a Go-Go τον Δεκέμβριο του 1969, η οποία άλλαξε ριζικά την αντίληψή τους για την μουσική και αποφάσισαν να δώσουν ένα πιο progressive προσανατολισμό στις συνθέσεις τους.
Ταυτόχρονα το γκρουπ συνέχιζε να δίνει αρκετές συναυλίες και  έψαχνε να υπογραψει ένα καλό συμβόλαιο με κάποια δισκογραφική εταιρία.
Το 1971, ένας φίλος τους που έκανε ήχο για το Hollywood Bowl τους προσκάλεσε να παίξουν ζωντανά στη σκηνή για να δοκιμάσουν ένα νέο σύστημα ήχου που είχε εγκατασταθεί.
Ο Gordon Parry, επικεφαλής μηχανικός στο Bowl, εντυπωσιάσθηκε από το παίξιμο των Ambrosia και τους προσκάλεσε να παρακολουθήσουν τις παραστάσεις της Φιλαρμονικής του Λος Άντζελες. Τους γνώρισε στον  διάσημο Ινδό μαέστρο Zubin Mehta, ο οποίος χαρακτήρισε τους Ambrosia ως μέρος της λεγόμενης All-American Dream Concert και ήταν μία καλή διαφήμιση στην μουσική βιομηχανία της εποχής
Ambrosia είχαν ξεκινήσει ήδη την πορεία τους από το 1970 παίζοντας σημαντικό ρόλο στις ΗΠΑ ενώ τους βοήθησε αρκετά και η συνεργασία του David Pack με μία από τις κορυφαίες καλλιτεχνικές προσωπικότητες του περασμένου αιώνα, τον Herb Alpert.


 
Ο Herb Albert δεν ήταν απλός ένας σημαντικός μουσικός αλλά συνδύαζε τα πάντα αφού αναλάμβανε ενορχηστρώσεις, παραγωγές, συνθέσεις ήταν τρομπετίστας, τραγουδιστής μέχρι και ζωγράφος και κατάφερνε να παντρεύει με απόλυτη επιτυχία σχεδόν όλα τα είδη μουσικής από latin και jazz μεχρι pop και funk.
Οι Ambrosia αξιοποίσαν αυτή την γνωριμία του D. Pack και συμμετείχαν σε μία οντισιόν για τα Herb Alpert και A&M Records και κατάφεραν να υπογράψουν με την  20th Century Fox Records, για δύο στούντιο κυκλοφορίες.
Ο David Pack αναφέρει σχετικά για αυτή την συμφωνία:
"Αρχικά υπήρξε η σκέψη από την εταιρία να ηχογραφήσουμε 25 ποπ κομμάτια αλλά εμείς επιθυμούσαμε να γράψουμε progressive rock συνθέσεις. Τελικά σε πρώτη φάση επέλεξαν μόνο δυο τραγούδια από τις συνθέσεις που τους στείλαμε οπότε μετά από έξι μήνες στο στούντιο έπρεπε να ηχογραφήσουμε πάλι το άλμπουμ. Τότε βάζουμε ως στόχο να συνεργαστούμε με τον Alan Parsons, καθώς πιστεύαμε ότι ήταν ο μοναδικός παραγωγός που θα μπορούσε να βγάλει τον ήχο που θέλαμε αλλά και να μας βελτιώσει ακόμη περισσότερο. Ήταν θαύμα τελικα που καταφέραμε και τον πείσαμε να μας αναλάβει".
 
Το Φεβρουάριο του 1975 κυκλοφορεί το ομότιτλο ντεμπούτο της μπάντας, το οποίο πραγματικά είναι μία πανδαισία prog και rock ήχων εμπλουτισμένο από sixties μελωδίες. Στην παραγωγή είναι ο Freddie Piro αλλά την μίξη του δίσκου έχει αναλάβει ο Alan Parsons ενώ το άλμπουμ προτείνεται για βραβείο Grammy ως η καλύτερη ηχογραφηση της χρονιάς!
Ο δίσκος κάνει ιδαίτερη αίσθηση και παίρνει από από παντού θετικές κριτικές και σκαρφαλώνει μέχρι το νο 22 των HΠΑ τσαρτ ενώ βγάζει δύο σίνγκλ το πανέμορφο και μελωδικό "Holdin' on to Yesterday" και το "Nice, Nice, Very Nice" βασισμένο σε ένα ποίημα του Kurt Vonnegut Jr.
Παράλληλα ξεχωρίζει το μπητλικό "Time Waits for No One" που τελειώνει με μια ρωσική μπαλαλάικα ενώ το "World Leave Me Alone" ακολουθεί πιο rock/blues φόρμες.
Το "Make Us All Aware" περιέχει εντονα πιανιστικά jazz μέρη και μεσαιωνικές μελωδίες. Στην ατμοσφαιρική μπαλάντα "Lover Arrive" φαίνεται η σφραγίδα του Alan Parsons ενώ στο "Mamma Frog", οι prog/jazz αναφορές είναι κυρίαρχες με την ενορχήστρωση και τις ακραίες περφεξιονιστικές εναλλαγές  να εντυπωσιάζουν.
Το άλμπουμ κλείνει με το "Drink of Water" μία υπέροχη σύνθεση με τα φωνητικά των Puerta (ασύλληπτο παίξιμο στο μπάσο) και Pack να δίνουν ένα πιο μελωδικό χρώμα με τα εμπνευσμένα πλήκτρα του Christopher North να προσδίδουν μία πιο "φευγάτη" απόχρωση στην σύνθεση.
Στο άλμπουμ συμμετέχουν δύο σπουδαίους αρτίστες ο βιολινίστας Daniel Kobialka και ο James Newton Howard (synthesizer programming).

 

Το 1976 μετά από μία μικρή περιοδεία κυκλοφορεί το δεύτερο άλμπουμ των Ambrosia με τίτλο "Somewhere I've Never Travelled".
Πρωταγωνιστικό ρόλα αναλαμβάνει σε όλο τον δίσκο ο Alan Parsons αφού κάνει τόσο την παραγωγή όσο και τις μίξεις του δίσκου.
Ο ήχος του "Somewhere I've Never Travelled" θυμίζει αρκετά Pink Floyd λόγω του Alan Parsons και είναι ηχογραφημένο στα περίφημα Abbey Road Studios.
Ο δίσκος ξεκινά με τον ντράμερ Burleigh Drummond να ερμηνεύει το μόλις 47 δευτερολέπτων "And" που ουσιαστικά είναι η εισαγωγή στο ομότιτλο κομμάτι του άλμπουμ με τους Pack και Puerta να αναλαμβάνουν τους τραγουδιστικούς τους ρόλους σε μία ταξιδιαρικη σύνθεση.
Ακολουθεί το συγκλονιστικό "Cowboy Star" που είναι μία από τις καλύτερες συνθέσεις τους, με το ντουέτο των φωνητικών να είναι φανταστικό σε σημείο να νομίζεις ότι κάνουν δίδυμο ερμηνείας, ο Jon Anderson (Υes) και ο Peter Gabriel (Genesis) ενώ με την βοήθεια της μελωδικής μπασογραμμής η ατμόσφαιρα που δημιουργείται θυμίζει ένα μικρό soundtrack.
Ακολουθούν τα "Runnin' Away" που είναι αρκετά χαλαρό και το ολιγόλεπτο "Harvey" που παραπέμπει σε Paul Simon.
Το "I Wanna Know" ακολουθεί τα πιο rock μονοπάτια με το πομπώδες ρεφρέν και το "The Brunt" είναι κάτι μεταξύ ELP, Frank Zappa και Gentle Giant σε πιο σχιζοφρενική μορφή αφού στο ενδιάμεσο ακούγονται πολεμικές ιαχές.
To ιδιόμορφο "Danse With Me George (Chopin's Plea)" αναφέρεται στη σχέση του κλασικού συνθέτη Chopin με την George Sand, την περίφημη γυναίκα συγγραφέα που προσποιήθηκε ότι ήταν άντρας και τάραξε τα ήθη στην Γαλλία το 19 αιώνα. Εδώ ακούμε την τρομερή δουλειά που έει κάνει στα πλήκτρα ο Christopher North  αλλά και τον Ruth Underwood (Frank Zappa) που παίζει marimba και τον Andrew Powell που έχει αναλάβει το ενορχηστρωτικό τμήμα μιας και η εν λόγω σύνθεση περιέχει πλήθος από κλασικά στοιχεία. Η βοήθεια του Α. Powell στις συνθέσεις "Cowboy Star" και "We Need You Too"  είναι καθοριστική ώστε να θεωρηθεί το "Somewhere I've Never Travelled" ένα από τα ορόσημα άλμπουμ του προοδευτικού ροκ.
Τέλος το "Can't Let a Woman" είναι μία θαυμάσια ροκιά ενώ στο άλμπουμ συμμετέχουν οι Ian Underwood (σαξόφωνο) και  Daniel Kobialka (βιολί).



Τον Αύγουστο του 1978 κυκλοφορούν τον τρίτο τους δίσκο με τίτλο "Life Beyond L.A.", αυτή την φορά κάτω από την δισκογραφική στέγη της Warner Bros Records αλλά και την ενεργή συμμετοχή ενός επιπλέον κιμπορντίστα του David C. Lewis. O λόγος σύμφωνα με τα λεγόμενα του David Pack ήταν ότι:
 "O Christopher North αντιμετώπιζε σοβαρά ψυχοσωματικά προβλήματα και ήδη είχε αποκοπεί από το γκρουπ ενώ ουσιαστικά παίζει μόνο σε δύο κομμάτια του δίσκου. Είχαμε όλοι ανησυχήσει πάρα πολύ και φοβόμαστε μήπως βάλει τέλος στην ζωή του". Πάντως η άποψη του C. North ήταν διαφορετική και ισχυριζόταν ότι είχε οικογενειακές υποχρεώσεις.
 
Ο Freddie Piro επιστρέφει στην παραγωγή με τον Alan Parsons να είναι πάλι στις μίξεις ενώ το κλίμα στο άλμπουμ είναι κυρίαρχο από εύπεπτους jazz ρυθμούς συνδυασμένους με το soft rock ήχο της εποχής με βάση πάντα το prog rock.
Ο δίσκος ξεκινά δυναμικά με το ομότιτλο κομμάτι σε ροκ ύφος και δεξιοτεχνικές πινελιές με το ρεφρέν να βοηθά σε αυτην την κατευθυνση.
Ακολουθεί το δίλεπτο "Art Beware" με την φυσαρμόνικα να χρωματίζει την σύνθεση και αμέσως μπαίνει το εξαιρετικό jazz-rock "Apothecary". Με το "If Heaven Could Find Me", η μπάντα μας υπενθυμίζει ότι λατρεύει το melodic soft rock ενώ το "How Much I Feel" σε soul διάθεση (σύνθεση του David Pack) αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες τους αφού έφτασε μέχρι το νο 3 των HΠΑ τσαρτ όπως και το άλμπουμ "Life Beyond L.A." που σκαρφάλωσε μεχρι το νο 19.
Μία από τις πιο αγαπημένες συνθέσεις από το συγκεκριμενο δίσκο είναι το θαυμάσιο φάνκυ "Dancin' by Myself" με το μπάσο του Puerta να δίνει ρεσιτάλ. Το "Angola" που ακολουθεί έχει μία παιχνιδιάρικη διάθεση σε "αφρικάνικο" ρυθμό.
Το εκπληκτικό "Ηeart to Heart" έχει μία απίστευτη μελωδία, με ανατριχιαστικές ερμηνείες από τους Pack και Puerta με το βιολί της Daniel Kobialka να απογειώνει την σύνθεση και να δημιουργεί ένα  μικρό ύμνο.
Ο δίσκος κλείνει με το "Not as You Were" όπου το aor-αδικο ρεφρέν "σώνει" την σύνθεση και τέλος το αργόσυρτο "Ready For Camarillo" ακούγεται αρκετά ροκάδικο για τα "γούστα" των Ambrosia χάριν της ερμηνείας του Joe Puerta.
Το γκρουπ ήδη στην Αμερική είχε κάνει μεγάλο όνομα και προσπάθησε να περιοδεύσει στη Ευρώπη ώστε να αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερο κοινό. Οι πιέσεις στη εταιρίας τους δεν εφερε αποτέλεσμα και  τελικά δεν τα κατάφεραν αφού υπήρξε κακή διαχείρηση από τους promoters καθώς και από τους managers του γκρουπ.
 
Οι Ambrosia τον Απρίλιο του 1980 κυκλοφορούν το τέταρτο στούντιο άλμπουμ τους με τίτλο "One Eighty" υποδηλώνοντας το διαζύγιο με το prog rock για την συγκεκριμενη κυκλοφορία.
Στην παραγωγή είναι ξανά ο Freddie Piro αλλά όχι ο Alan Parsons, κλείνοντας έναν κύκλο δημιουργικής συνεργασίας μαζί του.


 
Στο εξώφυλλο του άλμπουμ απεικονίζονται οι τρεις Ambrosia (Pack, Puerta, Drummond) αφού στα κιμπορντς είναι πλέον ο David C. Lewis παρόλα αυτά όμως συμμετέχει και ο Christopher North σε δευτερόντα ρόλο. Το ίδιο είχε συμβεί και στο προηγούμενο εξώφυλλο άλμπουμ της μπάντας με τους τρεις να φωτογραφίζονται και να απουσιάζει ο αρχικός τους πληκτρας λόγω των προβλημάτων που προαναφέραμε.
Ο δίσκος ξεκινά με το έξοχο "Ready" θυμίζοντας ολίγον Reo Speedwagon ενώ το "Shape I'm In" διατηρεί τα ροκ χαρακτηριστικά της μπάντας σε αξιοπρεπή επίπεδα με μία όμορφη έκπληξη στα κυρίως φωνητικά να ακούει στο όνομα του Royce Jones. Μία υπέροχη έγχρωμη φωνή που ειχε συνεργαστεί με τους Steely Dan και δείχνει ότι η μπάντα ήθελε να κάνει ένα διαφορετικό βήμα.
Το "Κamikazi" θυμίζει Police με μία πιο new wave ματιά αφού αυτός ο ήχος ήταν της μόδας εκείνη την περίοδο ενώ περιέχει και ασιάτικες μελωδίες!
Ακολουθεί το "You're the Only Woman" σε soft rock ύφος ενώ το "Rock 'n a Hard Place" είναι μία "ροκ στροφή" παραπάνω με συνθέτες εκτός από την γνωστή δυάδα και τον σκηνοθέτη  Jeremy Joe Kronsberg.
Στο "Livin' on My Own" έχουμε μία τριάδα ερμηνευτών Jones, Puerta και Pack ακολουθώντας το παράδειγμα των Doobie Brothers επηρεασμένοι κυρίως από τον Michael McDonald που εκείνη την εποχή οδήγησαν αρκετούς καλλιτέχνες και συγκροτήματα να χρησιμοποιούν τριπλούς ερμηνευτές. Επίσης σε αυτό συνέβαλε  και η περιοδεία που είχαν κάνει μαζί τα δύο γκρουπ.
Το άλμπουμ συνεχίζει με το "Cryin' in the Rain" που είναι μία ροκ σύνθεση του ντράμερ Burleigh Drummond και την τραγουδάει ο ίδιος.


Το "No Big Deal" απλά είναι ένα μέτριο rock 'n roll κομάτι και ο δίσκος κλείνει με μία μεγάλη εμπορική επιτυχία των Ambrosia, το μελιστάλακτο "Biggest Part of Me" (νο 3 ΗΠΑ, τσαρτ) και στο βιολί συμμετέχει ο τζαζίστας Ernie Watts. Το "One Eighty" προτάθηκε για τρία βραβεια grammy κερδίζοντας τον τίτλο Best Pop Vocal Group.
 
Τον Μαίο του 1982 κυκλοφορούν το πέμπτο και τελευταίο στούντιο άλμπουμ τους με τίτλο "Road Island".
Στην παραγωγή αυτή την φορά δεν είναι κάποιος από τους παλιούς γνώριμους αλλά ένας μηχανικός ήχου ονόματι James Guthrie, ο οποίος έχει αναλάβει πάμπολες δουλειές των Pink Floyd.
 
Το άλμπουμ ξεκινά εξαιρετικά με τα "For Openers (Welcome Home)" και "Still Not Satisfied" όπου το πνεύμα των Pink Floyd είναι έντονο και σε πιο ροκ διάθεση. Το "Kid No More" είναι ένα συμπαθητικό ροκαμπίλι κομμάτι ενώ η ποπ μπαλάντα "Feelin' Alive Again" ξεχωρίζει για την ερμηνεία του David Pack καθώς και η άλλη μπαλάντα "Fool like me" για την ερμηνευτική απόδοση του Puerta.
Το "How Can You Love Me" ανεβάζει ξανά την ροκ διάθεση του δίσκου και το "Ice Age" είναι μία ξεχωριστή prog rock σύνθεση με δαιδαλώδη ενορχήστρωση.
O δίσκος κλείνει μελωδικά το "Endings" με το  σόλο κιθάρας να είναι εμπνευσμένο από τον Gilmour.
Στην περιοδεία που ακολούθησε ο πληκτράς David C. Lewis αντικατάσταθηκε από τον Bruce Hornsby ενώ η εμπορική αποτυχία του άλμπουμ οδήγησε την μπάντα στην διάλυση.

 

Ο David Pack ακολούθησε σόλο καριέρα με πολαπλλές δράσεις (παραγωγή, ενορχηστρώσεις, σύνθεση) και συνεργάστηκε με πολλούς κορυφαίους καλλιτέχνες. Το σόλο άλμπουμ του Pack του 1985, "Anywhere You Go", περιελάμβανε το τραγούδι "Prove Me Wrong", το οποίο εμφανίστηκε επίσης στο soundtrack της ταινίας White Nights του 1985 ενώ ο Joe Puerta έγινε ιδρυτικό μέλος των Bruce Hornsby and the Range.

Το 1989, οι Ambrosia επανενώθηκαν με τα τέσσερα ιδρυτικά μέλη και άρχισαν να παίζουν ξανά ζωντανά, κυρίως στη Δυτική Ακτή και στην μπάντα συμμετείχαν επίσης ο Tollak Ollestad (φωνητικά, πληκτρα, φυσαρμόνικα) και Shem von Schroeck (φωνητικά, κρουστά, μπάσο, κιθάρα).
Οι κατά καιρούς συναυλίες συνεχίστηκαν χωρίς καμία στούντιο κυκλοφορία ενώ από το 1995 και μετά οι συγκρούσεις μεταξύ Pack και Puerta πήρε ανεξέλεγκτες διαστάσεις με συνέπεια να υπάρξει δικαστική διένεξη με τον Pack να συμμετέχει για τελευταία φορά με τους Ambrosia στις συναυλίες για την 30η επέτειο του γκρουπ το 2000.
Η προσωπικότητα του David Pack είτε σαν παραγωγός είτε σαν σόλο καλλιτεχνης ξεχώρισε τα επόμενα χρόνια αφού η συνεργασία του σε παραγωγές άλλων καλλιτεχνών (Kenny Loggins, Michael McDonald, David Benoit,  Patti Austin), σε soundtrack, σε χριστινιακά gospel άλμπουμ και σε τηλεοπτικά και ραδιοφωνικά σόου είχαν μεγάλη αποδοχή.
Μάλιστα ο θρυλικός παραγωγός Quincy Jones είχε αποθεώσει τον σπουδαίο μουσικό αναφέροντας:
"Οτιδήποτε αγγίζει ο David Pack, τo ανυψώνει και αυτό είναι ένα πραγματικό δώρο από τον Θεό."
 
Οι Ambrosia συνεχίζουν ακόμη και σήμερα να υφίστανται και τις δύο τελευταίες δεκαετίες έχουν αλλάξει αρκετά μέλη ενώ από την μπάντα έχουν περάσει σπουδαίοι μουσικοί όπως οι: Ken Stacey (Michael Jackson, Phil Collins), Tollak Ollestad ( Don Henley,Kenny Loggins), Shem von Schroeck (Toto, Sting), Robert Berry (Emerson and Carl Palmer, Alliance), Rick Cowling (Bonnie Raitt, Gladys Knight, Κenny Loggins) και Doug Jackson.

Υ.Γ.1: Τα τέσσερα μέλη της Ambrosia έπαιξαν στο πρώτο άλμπουμ των Alan Parsons Project, με τίτλο "Tales of Mystery and Imagination", το οποίο ηχογραφήθηκε λίγο μετά το πρώτο άλμπουμ της Ambrosia. Ο David Pack εμφανίστηκε αργότερα στο άλμπουμ Alan Parsons "Try Anything Once" (1993), σαν συνθέτης και τραγουδιστής σε τρία κομμάτια.

Υ.Γ.2: Το 1976, η ομάδα η μπάντα ηχογράφησε το τραγούδι των Beatles "Magical Mystery Tour" για το μουσικό ντοκιμαντέρ "All This and II War World" (Νοέμβριος 1976). Το soundtrack της ταινίας αποτελούνταν από διαφορετικούς καλλιτέχνες που παρείχαν διασκευές τραγουδιών των Beatles. Η εκδοχή τους για το "Magical Mystery Tour" σημείωσε την πρώτη τους επιτυχία. 

Υ.Γ.3:  Το 1980, το συγκρότημα ηχογράφησαν το τραγούδι "Outside" στην ταινία Inside Moves και το "Feels So Good to Win" που εμφανίστηκε στην ταινία Coast to Coast αργότερα το ίδιο έτος. Την επόμενη χρονιά έβαλαν ένα άλλο κομμάτι, το "Poor Rich Boy" (γραμμένο από τον Burt Bacharach), στο soundtrack της ταινίας Arthur.
 

Y..Γ.4: O Leonard Bernstein, ένας από τους πιο φημισμένους και επιδρατικούς καλλιτέχνες του 20ου αιώνα, ήταν μέντορας και φίλος του D.Pack  καθώς επίσης ήταν και νονός της υιοθετημένης κόρης του Beth. Μάλιστα το 1996 o D. Pack έκανε την παραγωγή του θρυλικού "The Songs of West Side Story", κάνοντας ένα λαμπρό αφιέρωμα στον πρώην φίλο του, μαέστρο Leonard Bernstein.
Συμμετείχαν μια πλειάδα σούπερ σταρ όπως η Aretha Franklin, η Natalie Cole, η Selena, η Wynonna, η Trisha Yearwood, ο Little Richard, ο Chick Corea, ο Phil Collinsκαι πολλοί άλλοι σπουδαίοι ερμηνευτές δίνοντας ένα σύγχρονο καλλιτεχνικό τρόπο, προσέγγισης στα διαχρονικά τραγούδια του West Side Story.

Φώτης Μελέτης

Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2021

Journey - "Infinity": Steve Perry, ένα ταξίδι στο "άπειρο"



Πολλοί θεωρούν ακόμη και σήμερα ότι Journey χωρίς τον Steve Perry δεν πρέπει να υφίστανται παρά το γεγονός ότι έχουν περάσει σχεδόν διόμισι δεκαετίες από την μέρα που έφυγε από την μπάντα ενώ ο Neal Schon και η παρέα του συνεχίζουν να κυκλοφορούν αξιόλογα άλμπουμ.
Φυσικά όσοι διαδέχτηκαν τον Perry (Steve Augeri, Arnel Pineda) θυμίζουν έντονα το ηχόχρωμα της φωνής του, οπότε η συμβολή του μεγάλου ερμηνευτή στην ιστορία της μπάντας είναι κατά την γνώμη μου αξεπέραστη.
Οι περισσότεροι από τους οπαδούς των Journey αναπολούν άλμπουμ όπως τα "Εscape" και "Frontiers" ή ορισμένοι "κολλημένοι" θεωρούν πως μόνο όταν είχαν τον prog ήχο των τριών πρώτων δίσκων ήσαν αξιοπρόσεκτοι.
Ανάμεσα όμως σε αυτές τις δύο περίοδους δηλαδή από την αγώνα της αναγνώρισης και την αποδοχής μέχρι την ολοκλήρωση της μεγάλης επιτυχίας, συνέβησαν μερικά απίθανα γεγονότα που άλλαξαν την πορεία της μπάντας  διότι  την ιστορία εκτός από τις παρέες, την γράφουν όσοι έχουν ένστικτο και μυρίζουν το ταλέντο και την επιτυχία.
Το "Infinity", το τέτρρτο στούντιο άλμπουμ του γκρουπ ήταν η αφετηρία για την μεγάλη διαδρομή που θα ακολουθούσαν οι Journey και αξίζει να μάθουμε ή να ξαναθυμηθούμε πως προέκυψε τούτος ο θαυμάσιος δίσκος.
     
Ο Stephen Ray Perry γεννήθηκε στο Χάνφορντ της Καλιφόρνια από Πορτογάλους γονείς και η αγάπη που είχε για την μουσική την ενίσχυσε ο πατέρας του Raymond Perry (Pereira), που ήταν τραγουδιστής και συνιδιοκτήτης ενός ραδιοφωνικού σταθμού ονόματι KNGS. 
Οι γονείς του S. Perry χώρισαν όταν ήταν οκτώ ετών και με την μητέρα του μετακόμισαν στη φάρμα των παππούδων του ενώ το τραγούδι που τον σημάδεψε στην παιδική του ηλικία ήταν η σύνθεση του Sam Cooke με τίτλο "Cupid".
Ο Perry μετακομίζει ξανά λίγα χρόνια αργότερα στο Lemoore της Καλιφόρνια και στο γυμνάσιο μαθαίνει να παίζει, ντραμς και να συμμετέχει στις πρώτες του εξωσχολικές μπάντες. Μετά την αποφοίτησή του, παρακολούθησε το College of the Sequoias, στην Visalia της Καλιφόρνια, όπου τραγούδησε μαζί με τον πρώτο τενόρο στη χορωδίας ενώ η μητέρα του, τον ενθάρρυνε σε όλες τις μουσικές δραστηριότητες που έκανε.
Εκείνη την εποχή η ποπ, ροκ και σόουλ μουσική είχαν τρομερή δημοτικότητα και τα ακούσματα του Perry ξεκίναγαν από τον Elvis, τους Beatles, τους Cream, τους The Beach Boys και έφτανε μέχρι τον Frankie Valli, τον Marvin Gaye και τον Joe Tex ενώ λάτρευε τις γυναικείες φωνές όπως της Diana Ross, της Dee Dee Sharp και της μεγάλης Aretha Franklin. Όμως η μεγάλη του αγάπη ήταν οι ηχογραφήσεις της Motown και τα κομμάτια του Sam Cooke.
Στην δεκαετία του '70 σχηματίζει τους Ice, παρέα με τον μελλοντικό μουσικό παραγωγό Scott Mathews που διαλύονται λίγο καιρό αργότερα και το μόνο θετικό από αυτή την ιστορία ήταν η γνωριμία του με ένα από τα είδωλά του, τον Steve Wonder αφού οι Ice ηχογραφούσαν στα Record Plant στούντιο στο Λος Άντζελες και ακριβώς δίπλα ηχογραφούσε ο Stevie Wonder το άλμπουμ του "Talking Book".
Το 1975, ο Perry μετακομίζει στο Thousand Oaks της Καλιφόρνια, και δημιουργεί ένα προοδευτικό ροκ συγκρότημα που ονομάζεται Pieces με τον Tim Bogert (συνεργάτη  για ένα διάστημα με τον Jeff Beck), τον Denver Cross και Eddie Tuduri, οι οποίοι μετά από ενάμισι χρόνο διαλύονται αφού δεν μπόρεσαν να κλείσουν ένα ικανοποιητικό συμβόλαιο με κάποια δισκογραφική εταιρία ενώ το ίδιο "άτυχος" ήταν και με τους Captain Beyond οι οποίοι αναζητούσαν εκείνη την περίοδο τον αντικαταστάτη του Rod Evans (πρώην Deep Purple).
 
                              "Η απροσδόκητη πρόταση"
Μπορεί λοιπόν ο Steve Perry να έψαχνε την χρυσή ευκαιρία για να κάνει το ροκ όνειρο του πραγματικότητα όμως εκείνο που όρισε την μοίρα του ήταν ένα οδυνηρό γεγονός αλλά κυρίως
η πρόταση του μάνατζερ των Journey, Walter "Herbie" Herbert,  η οποία ήρθε την στιγμή που ο σπουδαίος ερμηνευτής θρηνούσε για τον χαμό από τροχαίο, του μπασίστα φίλου και συνεργάτη του Richard Michaels που έπαιζαν μαζί στους Alien Project (προηγούμενο όνομα Street Talk).
Παράλληλα η Columpia Records μέσω του Don Ellis προσπαθούσε να τους φέρει ένα καλό συμβόλαιο, όμως το τραγικό συμβάν έφερε το πρόωρο τέλος στο σχήμα.


Ο Perry επέστρεψε στο Lemoore και αποφάσισε να μην συνεχίσει την καριέρα του, μη μπορώντας να ξεπεράσει τον χαμό του φίλου του αλλά για μία ακόμη φορά η γονική στοργή έφερε αποτέλεσμα και με την παρότρυνση της μητέρας του, απάντησε στα επίμονες τηλεφωνικές κλήσεις του Walter "Herbie" Herbert, που είχε πιστέψει πάρα πολύ στις ερμηνευτικές δυνατότητες των S.Perry. Άλλωστε ο Herbert είχε μέντορα τον περίφημο Γερμανό-Αμερικανό ιμπρεσάριο και πετυχημένο διοργανωτή συναυλιών Bill Graham, ο οποίος είχε αναδείξει ονόματα όπως οι Grateful Dead, Jefferson Airplane,  Big Brother and the Holding Company, δείχνοντας τον δρόμο πόσο κερδοφόρος είναι ο συνδυασμός επιχειρηματικού μυαλού αλλά και μουσικής επίγνωσης  και αξιοποίησης των υπάρχοντων ταλέντων.
Αντιλαμβανόμενος ο δαιμόνιος μάνατζερ (με βάση όσα του είχε μάθει ο Bill Graham), ότι οι Journey για να κάνουν το παραπάνω βήμα και να αποκτήσουν επιπλεόν εμπορικό αντίκτυπο τα άλμπουμ τους, όφειλαν σιγά-σιγά να βάλουν στην άκρη τον progressive ήχο τους και να ακολουθήσουν πιο mainstream μονοπάτια.
Εν τω μεταξύ το demo με τα κομμάτια των Alien Project, το είχε ακούσει ο Walter "Herbie" Herbert, και ακούγοντας τη φωνή του Steve Perry ονειρεύτηκε ότι αυτή ήταν η καθοριστική αλλαγή που έπρεπε να κάνουν οι Journey και παράλληλα αποκτούν επιτέλους έναν κανονικό frontman με την ελπίδα να κερδίσουν περισσότερους οπαδούς.
Η σύνθεση που εντυπωσίασε τον Walter "Herbie" Herbert, από το demo των Alien Project ήταν το "If You Need Me Call Me", όπου η ερμηνεία του Steve Perry είναι κάτι παραπάνω από εξαιρετική και του έδωσε το διαβατήριο για τους Journey!
Όμως η πραγματικότητα στην μπάντα εκείνη την χρονική περίοδο ήταν πολύ διαφορετική μιας και λίγους μήνες πριν είχαν προσλάβει τον Robert Fleischman, ως frontman στους Journey ο οποίος είχε προλάβει από το Ιούνιο μέχρι το Νοέμβριο του 1977 (τόσο έμεινε στο γκρουπ) να έχει κάνει αρκετές εμφανίσεις και να έχει γράψει υλικό για το επόμενο άλμπουμ της μπάντας, το υπέροχο "Infinity".
 
Μπροστά σε αυτό το εμπόδιο που άκουγε στο όνομα Robert Fleischman, μία γραφειοκρατική παράλειψη λογιστών και συμβολαιογράφων, βοήθησε τον πανέξυπνο μάνατζερ να απολύσει διακριτικά τον R. Fleiscman ο οποίος έκανε το λάθος να μην έχει υπογράψει επίσημα κάποια συμφωνίαμε την εταιρία του Herbert ενώ του χρέωσαν και διάφορου είδους προβλήματα συμπεριφοράς ώστε να δικαιολογηθεί στον τύπο η συγκεκριμένη απόφαση.
Επιπρόσθετα ο "πανούργος" Walter "Herbie" Herbert, δεν είχε μείνει όλο το προηγούμενο διάστημα απαθής αφού μοναδικός σκοπός του, ήταν να προσλάβει τον Perry στους Journey εν αγνοία του "άτυχου" Fleischman.
Το σχέδιο του Herbert, ήταν λιγάκι ριψοκίνδυνο αφού σε μία περιοδεία των Journey, "κουβάλησε" μαζί του τον Steve Perry και τον "βάπτισε" "ξάδερφο του" ώστε να αποφύγει τις ερωτήσεις και τα τυχόν παράπονα του Fleischman, ενώ η μπάντα τον δοκιμάζε κρυφά.
Με την σειρά του ο Steve Perry δεν διέψευσε τις προσδοκίες του ανήσυχου μάνατζερ με αποτέλεσμα η "κρυφή" πρόβα να εντυπωσιάσει όλους τους παρεβρισκόμενους και στις 28 Οκτωβρίου 1977 στο Σαν Φρανσίσκο ανακοινώνεται και επίσημα ότι ο Perry είναι ο νέος τραγουδιστής των Journey.
 
Aς δούμε όμως πως περιγράφει Steve Perry τις δικές του πρώτες εντυπώσεις με τους Journey:
"Νομίζω ότι ήταν στο Ντένβερ του Κολοράντο - άνοiγαν την συναυλία των Emerson, Lake και Palmer εκείνη την περίοδο Έτσι βρέθηκα, παρέα με το συγκρότημα ώστε να γνωριστούμε καλύτερα.  Ο Neal και εγώ γράψαμε το πρώτο μας τραγούδι εκείνο το βράδυ στο δωμάτιο του ξενοδοχείου, μετά την παράσταση. Ονομάζεται "Patiently" και τα υπόλοιπα είναι λίγο-πολύ γνωστά.
Εκείνη την χρονική περίοδο η Κολούμπια πίεζε αφόρητα τους Journey να γράψουν περισσότερη εμπορική μουσική ώστε να μπορεί να τα παίζει το ραδιόφωνο συχνότερα".
Ταυτόχρονα και ο κιθαρίστας Neal Schon  σε μία συνέντευξη του περίπου το 2000, επιβεβαιώνει τα όσα είχαν συμβεί τότε με τον σχεδιασμό για το μέλλον των Journey αναφέροντας τα εξής:
"Mετά τα τρία πρώτα άλμπουμ είχαμε κλείσει έναν κύκλο σημαντικής πορείας κάνοντας αυτό που ονειρευόμαστε. Με το πρώτο μας άλμπουμ πουλήσαμε λίγο πάνω από 100.000 δίσκους σχετικά καλά για τα δεδομένα της εποχής αν και σήμερα αυτό το νούμερο είναι αξιοσέβαστο!
Για πέντε χρόνια όλα ήσαν εξαντλητικά. Περιοδεύαμε συνεχώς, σχεδόν δέκα μήνες τον χρόνο για να μείνουμε γνωστοί και τους υπόλοιπους μήνες βρισκόμαστε στο στούντιο και ηχογραφούσαμε νέα μουσική. Κυκλοφορήσαμε τρία άλμπουμ και είδαμε πλέον ότι χρειαζόμαστε ένα κανονικό frontman.
Ήδη τα μηνύματα από την εταιρία μας ήταν ανησυχητικά δίνοντας μας τελεσίγραφο ότι για να μας παίξουν τα ραδιόφωνα και να πουλήσουμε περισσότερους δίσκους πρέπει να ππροσλάβουμε κανονικό frontman αλλιώς θα διακόψουν την συνεργασία μαζί μας. Η απογόητευση μας ήταν μεγάλη και είχαμε αγχωθεί αφού όλοι νιώθαμε ότι είχαμε κουραστεί υπερβολικά για όλο εκείνο το χρονικό διάστημα.
Όταν βρεθήκαμε με τον Perry ήμουν γοητευμένος με την φωνή του από κάποιες δοκιμαστικές πρόβες που κάναμε και κολλήσαμε εξ αρχής. Γράψαμε αμέσως το "Patiently" και μετά στο σπίτι το Greg Rollie την μπαλάντα "Lights".

 
                             "Ταξίδι στο άπειρο"
Η μεγάλη αλλαγή στους Journey είναι πλεόν γεγονός αφού εκτός από την αλλαγή μουσικής κατεύθυνσης και την πρόσληψη νέου τραγουδιστή έχουμε επίσης άλλη μία δυνατή μεταγραφή που ακούει στο όνομα Roy Thomas Baker, τον περίφημο παραγωγό των Queen.
Οι ηχογραφήσεις κρατούν περίπου τρεις μήνες και τον Ιανούριο του 1978 το "Infinity" βρίσκεται στα ράφια των δισκοπωλείων, σηματοδοτώντας μία μεγάλη στροφή της μπάντας και ανοίγοντας νέους ορίζοντες σε όλα τα επίπεδα.
Ένα ακόμη δυνατό όπλο των Journey είναι ότι από το ξεκίνημα τους υπήρχε μία θαυμάσια βάση τριών σπουδαίων μουσικών που είχαν ενεργή παρουσία τόσο στο στούντιο με την ηχογράφηση ήδη τριών άλμπουμ αλλά κυρίως με την δεξιοτεχνία και το άριστο παίξιμο τους στις αμέτρητες συναυλίες που έδιναν σε όλες τις πόλεις των ΗΠΑ.
Ο λόγος για τον μπασίστα Ross Valory, τον ντράμερ Aynsley Dunbar και φυσικά τον πολυτάλαντο Gregg Rolie, με τον τελευταίο να έχει επωμιστεί μεγάλος βάρος της μπάντας (σύνθεση, ερμηνεία, πλήκτρα). Αν και ηλικιακά όλοι κοντευαν τα τριάντα, η εμπειρία που είχαν αποκτήσει ήταν μεγάλη. Οι Schon και Rolie είχαν παίξει ήδη με τον Santana στο Woodstock αλλά και στα πρώτα στούντιο άλμπουμ του Μεξικανού κιθαρίστα ενώ o Ross Valory, είχε ήδη δείξει το ταλέντο του με τους Steve Miller Band.
Ο Aynsley Dunbar είναι μία κατηγορία από μόνος του, ο οποίος είχε ξεκινήσει την καριέρα του, την δεκαετία του '60 με τον John Mayall & the Bluesbreakers ενώ πριν τους Journey είχε παίξει σε αρκετά άλμπουμ σημαντικών καλλιτεχνών όπως ο Frank Zappa and the Mothers, ο David Bowie, ο Lou Redd ενώ ήδη είχε κυκλοφορήσει δικά του σόλο άλμπουμ. Μετά την φυγή του από τους Journey ήταν ο πιο περιζήτητος session ντράμερ και συνεργάστηκε με τον Sammy Hagar Whitesnake, Jefferson Starship, UFO και πολλούς άλλους.
Όλη αυτή η δυνατή ομάδα είχε πλέον στην διάθεσή της, μία τρομερή φωνή, τον Steve Perry και με το "Infinity" αρχίζει ένα ταξίδι στο "άπειρο" που θα άφηνε τις καλύτερες αναμνήσεις στην παγκόσμια ροκ κοινότητα.
Το άλμπουμ ξεκινά με την αθάνατη μπαλάντα "Lights", που είναι το δεύτερο κομμάτι που έγραψαν μαζί το δίδυμο Schon-Perry και αναφέρεται στην πόλη που είχαν ως βάση το San Francisco, αν και μέρος της σύνθεσης έχει γραφτεί στο Los Angeles. Το κομμάτι ακόμη και σήμερα  παίζεται συχνά στα παιχνίδια μπέιζμπολ της ομάδας του Σαν Φρανσίσκο και έφτασε μέχρι το νο 68 του Billboard.
Η συνέχεια ανήκει στα λατρεμένα "Feeling That Way" και "Anytime", όπου το φωνητικό ντουέτο ανάμεσα στον Gregg Rolie και Steve Perry είναι έξοχο, με τα χορωδιακά φωνητικά να κυριαρχούν. Το "Feeling That Way" υπήρχε ως σύνθεση γραμμένη πριν έρθει στους Journey, ο Perry και παραλίγον να κυκλοφορήσει στο προηγούμενο άλμπουμ της μπάντας το "Next" αλλά ευτυχώς όμως απολαμβάνουμε μία ονειρική στιγμή της μπάντας.
Επιπρόσθετα στο "Anytime", στους συνθέτες διαβάζουμε το όνομα του Robert Fleischman ενώ τα δύο κομμάτια επειδή ήταν ουσιαστικά κολλημένα μεταξύ τους (στην έκδοση του βινυλίου) δηλαδή χωρίς να υπάρχει το μικρό κενό, πολλοί ραδιοφωνικοί παραγωγοί μπερδευόντουσαν και πιστεύοντας ότι είναι μόνο μία σύνθεση με αποτέλεσμα να παίζουν σερί τα "Feeling That Way" και "Anytime", νομίζοντας ότι είναι ένα κομμάτι!!!
Στη συνέχεια συναντάμε το "La Do Da" που είναι μία καταιγιστική αμερικάνικη hard rock σύνθεση και η πρώτη πλευρά του βινυλίου κλείνει με το μελαγχολικό "Patiently" που είναι αφιερωμένο στην μνήμη των αδικοχαμένων μελών των Lynyrd Skynyrd, (Ronnie Van Zant, του κιθαρίστα Steve Gaines και της τραγουδίστριας Cassie Gaines) που σκοτώθηκαν σε αεροπορικό δυστύχημα τον Οκτώβριο του 1977.
 
"Here I stand so patiently
For your lights to shine on me
For your song inside of me
This we bring to you

In the shadow of love
Time goes by leaving me helpless
Just to reach and try
To live my life
These are my reasons, so

here we stand so patiently
For your song inside of me
For your lights to shine on me
This we bring to you
One, One, in a million"
 
Η δεύτερη πλευρά του "Infinity" ξεκινά με το αφηγηματικό "Wheel in the Sky" (#57, USA chart) που είναι από τις πιο κλασικές ροκ στιγμές της μπάντας στο οποίο συναντάμε ξανά στους συνθέτες τον Robert Fleischman.

 
Ακολουθεί το ανατριχιαστικό μπαλαντοειδές "Somethin' to Hide" με τον Perry να κάνει μία "θεική" ερμηνεία συνδυάζοντας soul και rock στοιχεία και την μπάντα να παίζει μία μαγική μελωδία.
Το  "Winds of March" είναι μία επική-συγκλονιστική σύνθεση με τον Perry να σε καθηλώνει και τον N. Schon να είναι εκρηκτικός και τον Rolie σολάρει υπέροχα.
Με το "Can Do" το "σκληρό" πρόσωπο των Journey επιστρέφει θυμίζοντας Led Zeppelin!
Tο άλμπουμ κλείνει με την συγκινητική  μπαλάντα "Opened the Door" και με ένα απίστευτο κιθαριστικό επίλογο από τον N. Schon.
Το "Infinity" πουλά πάνω από τρία εκατομμύρια, φτάνει μέχρι το #21 στο Billboard και σηματοδοτεί την αλλαγή του ήχου των JOURNEY και ταυτόχρονα βάζει τα θεμέλια για να γραφτούν μερικά κλασικά άλμπουμ και μία σειρά από αθάνατα κομμάτια με την φωνή/σφραγίδα του Steve Perry.
 
 
 Υ.Γ.1: Τον Ιανουάριο του 2005, όταν το Journey έλαβαν ένα αστέρι στο Hollywood για το Walk of Fame, ο Fleischman ήταν ένας από τους προσκεκλημένους του Journey μιας και παρά την άκομψη απόλυση του, παρέμεινε φίλος με τα μέλη των Journey.
 
Υ.Γ.2: Ο ντράμερ  Aynsley Dunbar δυσαρεστημένος με την αλλαγή ήχου της μπάντας αποχώρησε αμέσως μετά από την κυκλοφορία του δίσκου και αντικαταστάθηκε από τον Steve Smith.
 
ΥΓ.3: Ο κιθαρίστας Brian May (Queen) δηλώνει μεγάλος θαυμαστής του S. Perry ενώ ο Neal Schon παρομοίασε την ερμηνευτική ικανότητα, του παλιού του συνεργάτη, ισάξια με εκείνη της Aretha Franklin.
 
Φώτης Μελέτης

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...