Τετάρτη 6 Σεπτεμβρίου 2023

Bernie Marsden: Η ευγενική ψυχή ενός σπουδαίου κιθαρίστα

 Bernie Marsden obituary | Pop and rock | The Guardian

"Αγαπούσα τον Hank Marvin στο The Shadows ως παιδί, αλλά ο Eric Clapton ήταν ο πρώτος κιθαρίστας που λάτρευα πραγματικά, γιατί ήμουν αρκετά μεγάλος για να σχετιστώ μαζί του. Είδα τους Fleetwood Mac αρκετές φορές με τον Peter Green. Το 1968 ταξίδεψα στο Βόρειο Λονδίνο για να τους δω σε μια παμπ στο Seven Sisters Road, αμέσως μετά την κυκλοφορία του πρώτου άλμπουμ. Έφτασα εκεί νωρίς και βοήθησα τους roaders με τον εξοπλισμό και μετά έφυγα. Κάποιος πρέπει να είπε στον Peter Green ότι είχα βοηθήσει, οπότε αργότερα ήρθε και μου είπε: «Μοιάζεις σαν να μπορείς να πιούμε μία μπύρα μαζί». Μετά κάθισε και κουβέντιασε μαζί μου. Ήταν μια τόσο μεγάλη στιγμή για μένα".
Τάδε έφη ο σπουδαίος κιθαρίστας, συνθέτης αλλά και ερμηνευτής Bernie Marsden. Γεννήθηκε στις 7 Μαΐου του 1953 κοντά... στο παλάτι του Buckingham.
Σε ηλικία 17ετών, φτιάχνει την πρώτη του, σοβαρή, μπάντα με την ονομασία Skinny Cat και το1973 κάνει το πρώτο του συναυλιακό ντεμπούτο με τους θρυλικούς UFO αλλά διάφορα τραγελαφικά προβλήματα που προέκυψαν δεν του επέτρεψαν να συνεχίσει μαζί τους ενώ το 1974 παίζει με τους Wild Turkey όπου ηγείται ο Glenn Cornick πρώην μπασίστας των Jethro Tull.
Παράλληλα μαζί με τον θρυλικό ντράμερ Cozy Powell συμμετέχει στο συγκρότημα Hammer και το line up περιλάμβανε τον Don Airey των Deep Purple. Οι Hammer δεν άντεξαν πολύ, ηχογράφησαν μία και μοναδική επιτυχία για το RAK Label του Mickie Most και έκαναν μια περιβόητη περιοδεία στο Ηνωμένο Βασίλειο με τη Suzi Quattro.
Στα μέσα της δεκαετίας του '70 προσλαμβάνεται στους σπουδαίους Babe Ruth με πρωταγωνιστή την μαγική φωνή της Janita "Jennie" Haan με τους οποίους κυκλοφορεί δύο αξιόλογα άλμπουμ τα, "Stealin' Home" (1975) και Kid's Stuff" (1976).
Το 1977 ύστερα από εισήγηση του κουμπάρου του πλέον, Cozy Powell (Rainbow), προσλαμβάνεται στους Paice Ashton Lord, παίζοντας στο κλασσικό τους άλμπουμ "Malice in Wonderland" αναφέροντας ο ίδιος ότι ήταν "ένα από τα καλύτερα πράγματα που είχε κάνει ποτέ στην ζωή του". To συγκεκριμένο σχήμα φτιάχτηκε από τις στάχτες των Deep Purple, είχε σύντομο τέλος και κατά την διάρκεια των ηχογραφήσεων του δεύτερου άλμπουμ (που δεν κυκλοφόρησε ποτέ) στο Μόναχο γνωρίστηκε με τον μετέπειτα ηγέτη και τραγουδιστή των Whitesnake.
 
                                                 Whitesnake
"Υπήρχε μια άμεση σχέση μεταξύ μας. Ήταν σαν παρένθετος αδερφός (David Coverdale) για μένα. Κανένας από εμάς δεν είχε αδέρφια ή αδερφές, γεννηθήκαμε την ίδια χρονιά, και παρόλο που μεγαλώσαμε διακόσια μίλια μακριά, ανακαλύψαμε ότι είχαμε τις ίδιες επιρροές. Μόλις άρχισα να μιλάω για τον Howlin' Wolf ήταν όλο αυτιά. Αλλά δεν ήξερε πώς ακριβώς έπαιζα μέχρι που έφτιαχνε τους Whitesnake και πήγα στην οντισιόν. Το μόνο που ήξερε ήταν ότι ήμουν ο τύπος της session και είχε κάνει όλους αυτούς τους δίσκους με διαφορετικούς μουσικούς. Το άλμπουμ των Paice Ashton Lord είναι πολύ ελεγχόμενο και γλαφυρό.. Έτσι, όταν άρχισα να παίζω ελεύθερα στην πρόβα, ο David εντυπωσιασμένος μου λέει: "Εμ, μπορώ να πω μια λέξη; Δεν είχα ιδέα ότι έπαιζες τόσο εκπληκτικά."
Το 1978 παρέα με τον David Coverdale, τον κιθαρίστα Micky Moody, τον μπασίστα Neil Murray δηλαδή το πιο δημιουργικό line up όλων των εποχών για τους Whitesnake κυκλοφορούν μία σειρά από εξαιρετικά hard rock albums μπολιασμένα από καθηλωτικά blues rock παιξίματα.
Δίσκοι όπως τα "Trouble", "Lovehunter", "Ready an' Willing", "Come an' Get It" και  "Saints & Sinners" έχουν λατρευτεί από όσους αγαπούν πραγματικά αυτόν τον σκληρό ήχο ενώ το ανεπανάληπτο  "Live...in the Heart of the City" θεωρείται δικαίως από τα καλύτερα ζωντανά άλμπουμ όλων των εποχών.

Τραγούδια όπως τα: Trouble, "Walking in the Shadow of the Blues", "Love Hunter", "Fool for Your Loving", "Sweet Talker", "Child of Babylon" και φυσικά το ανεπανάληπτο "Here I Go Again" φέρουν και την δική του υπογραφή.
Υπέροχες συνθέσεις γεμάτες πάθος, συναίσθημα και δυναμισμό όπου οι ερμηνείες του David Coverdale και τα κιθαριστικά παιξίματα του Bernie Marsden τις απογείωσαν κανονικά.
Βέβαια εκτός από τα κλασσικά "Fool for Your Loving" και "Here I Go Again" υπάρχει και ένα ακόμη τραγούδι που αποθεώθηκε από τους οπαδούς των Whitesnake και στις συναυλίες που έδινε η μπάντα μέχρι και πριν λίγα χρόνια ήταν το αγαπημένο τους.
Ο λόγος για το "Ain’t No Love In The Heart Of The City"  όπου ο Marsden σε μία παλιότερη συνέντευξη του αποκαλύπτει πως:
"Σε μία πρόβα πρότεινα στον David την διασκευή του "Ain’t No Love In The Heart Of The City" του Bobby Bland και αποδείχτηκε μια βασική στιγμή στην πορεία του Whitesnake. Αυτό το τραγούδι είναι για μένα από τα πιο σημαντικά πράματα που έχουν κάνει οι Whitesnake. Ήμουν πάντα μεγάλος θαυμαστής του Bobby Bland και όταν βγήκε αυτό το άλμπουμ  "Dreamer" (1974) για περίπου ένα χρόνο ήδη έπαιζα όλα τα κιθαριστικά μέρη του. Όταν ήρθε η ώρα να κάνω πρόβα, είπα στον David : «Υπάρχει αυτό το υπέροχο μπλουζ τραγούδι του Bobby Bland και θέλω να το διασκευάσουμε και να το κυκλοφορήσουμε. Καταλήξαμε όμως να πάρουμε λάθος τους στίχους, κάτι που ήταν δικό μου λάθος γιατί δεν τα αντέγραψα σωστά. Αλλά η εκδοχή μας είναι τόσο δημοφιλής που πολλοί άνθρωποι εξακολουθούν να πιστεύουν ότι είναι ένα τραγούδι των Whitesnake".
                                                                 
                                                     
                                                Επόμενοι σταθμοί
Επόμενος σταθμός οι Alaska (είχαν προηγηθεί οι βραχύβιοι Bernie Marsden's SOS) με σαφή πιο μελωδικό AOR/Rock ύφος με τον Robert Hawthorne στα φωνητικά και τον Richard Bailey στα πλήκτρα να είναι άξιοι συνεργάτες. Μαζί τους κυκλοφόρησε δύο πολύ καλούς δίσκους τα: "Heart of the Storm" (1984) και "The Pack" (1985).
Το 1989, ο Marsden επανενώθηκε με τον κιθαρίστα των Μ. Moody για να σχηματίσουν το συγκρότημα The Moody Marsden, ηχογραφώντας ένα ακουστικό ζωντανό άλμπουμ στη Νορβηγία με το όνομα "Live In Hell" και ένα ηλεκτρικό ζωντανό άλμπουμ που ηχογραφήθηκε στην Αγγλία, "Never Turn Our Back on the Blues" που περιλάμβανε τον Zak Starkey στα ντραμς.
Οι Marsden & Moody περιόδευαν σε όλη την Ευρώπη και ηχογράφησαν ένα στούντιο άλμπουμ που ονομαζόταν "Real Faith" το 1994. Αργότερα δημιούργησαν ένα νέο συγκρότημα με το όνομα The Snakes με τον Νορβηγό τραγουδιστή Jørn Lande όπου έπαιζαν τραγούδια από την εποχή που ήταν στους Whitesnake, κυκλοφορώντας ένα στούντιο abum το "Once Bitten" και ένα ζωντανό δίσκο το "Live in Europe", και τα δύο το 1998. 
Το συγκεκριμένο σχήμα μετά από αρκετές αλλαγές στο line up μετονομάζεται σε The Company Of Snakes, με τον Don Airey στα πλήκτρα, τον παλιό τους φίλο, μπασίστα Neil Murray, τον ντράμερ John Lingwood και τον πρώην τραγουδιστής της Bad Company, Robert Hart όπου και αυτός αντικαταστάθηκε από τον τραγουδιστή Stefan Berggren. Eπιπρόσθετα έιχαν άλλες δύο στούντιο κυκλοφορίες τα "Here They Go Again" ( 2001) και "Burst the Bubble" (2002). Τελικά το συγκρότημα άλλαξε το όνομά του για άλλη μια φορά σε M3 και με συνεχείς αλλαγές στα μέλη του κατάφερε να επιβιώσει παίζοντας συνθέσεις των Whitesnake κυκλοφορώντας μόνο live dvd ενώ στα φωνητικά πέρασαν από την μπάντα ο Doogie White (Rainbow) και ο Tony Martin (Black Sabbath).

                                               
                                                         Solo
Αξιοσημείωτες είναι επίσης και οι σόλο κυκλοφορίες του Bernie Marsden με πιο χαρακτηριστικά δείγματα τα δύο πρώτα σόλο άλμπουμ του στα οποία εκτός από το άψογη κιθαριστική του απόδοση, τραγουδά θαυμάσια όλες σχεδόν τις συνθέσεις αναδεικνύοντας και το ερμηνευτικό του ταλέντο την ίδια εποχή που έπαιζε και με τους  Whitesnake.
Συγκεκριμένα το 1979 κυκλοφορεί το "And About Time Too" και το 1981 το "Look at Me Now" δείχνοντας ότι παραμένει ένας ανεξάντλητος κιθαριστικός στρατιώτης της ροκ μουσικής. Και στις δύο, εν λόγω στούντιο κυκλοφορίες ακούμε ένα πάντρεμα από κλασικό ροκ, blues, hard rock μέχρι και ΑΟR μελωδίες ενώ βρίσκουμε ότι τον πλαισιώνουν στις ηχογραφήσεις, οι παλιοί του φίλοι όπως οι: Neil Murray, Ian Paice, Jon Lord, Don Airey, Simon Phillips και Jack Bruce.
Τα επόμενα χρόνια και ταυτόχρονα με τις μπάντες που έπαιζε είχε κυκλοφορήσει, ως σόλο καλλιτέχνης μερικά άλμπουμ αφιερωμένα στους σπουδαίους κιθαρίστες όπως ο Peter Green, John Mayal, Rory Gallagher καθώς και δίσκους αφιερωμένους σε συνθέσεις της blues μουσικής που ήταν και η μεγάλη του αγάπη. 
To 2014 κυκλοφόρησε το "Shine" στο οποίο συνεργάζεται μετά από πολλές δεκαετίες με τον David Coverdale και επανεκτελούν του υπέροχο "Trouble" ενώ λίγα χρόνια πριν στο Sweden Rock Festival το 2011, ο Bernie Marsden έπαιξε με τους Whitesnake για πρώτη φορά από το 1981, οπότε έγινε το μοναδικό αρχικό μέλος των Whitesnake που έπαιξε με μεταγενέστερο line up.
Το 2017 ο Bernie δημοσίευσε την αυτοβιογραφία του, "Where's My Guitar: On the Tourbus with the Snakeman" και το βιβλίο καλύπτει το μουσικό ταξίδι του Bernie, με χιούμορ και ειλικρίνεια και περιλαμβάνει πολλές προσωπικές και άγνωστες στιγμές από την πολυετή καριέρα του.
Εκτός από τη δημιουργία σόλο δίσκων, ο Bernie έχει παίξει με μερικούς από τους μεγαλύτερους μουσικούς ροκ εν ρολ όλων των εποχών. Παίζοντας δίπλα στους Robert Plant, Paul Weller, Jon Lord, Gary Moore, συμμετέχοντας στο Ringo Starr Band, Cozy Powell, Rory Gallagher, Jack Bruce, Warren Haynes, Joe Bonamassa και Ginger Baker .
Τα επόμενα χρόνια ο Marsden έπαιξε κιθάρα με τον Elkie Brooks, έναν τραγουδιστή που θαύμαζε από καιρό. με τους Diesel Band με τον John Coghlan. Εργάστηκε στο Εθνικό Θέατρο σε δύο παραγωγές του Σαίξπηρ με τον Sir Nicholas Hytner και έγραψε για τον Joe Bonamassa. και έπαιξε με τον Warren Haynes των Allman Brothers Band.
Ένα προσωπικό αποκορύφωμα της μακρόχρονης καριέρας του ήταν να παίζει κιθάρα στο Ringo Starr Band με παραστάσεις στο Μονακό και στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Το 2021, ο Bernie Marsden συνεργάστηκε με την Conquest Music για να κυκλοφορήσει το σόλο άλμπουμ του, "Kings", ένα αφιέρωμα στους Albert King, Freddie King και B.B. King. Το "Kings" έφτασε στο νούμερο 18 στο UK Albums Chart και ακολούθησε γρήγορα η κυκλοφορία του Chess, εμπνευσμένο από την εταιρεία Chess με έδρα το Σικάγο. Ο δισκογραφικός επίλογος γράφτηκε το 2022 με το άλμπουμ "Trios".
Το βράδυ της 24ης Αυγούστου 2023 σε ηλικία 72 ετών, ο Bernie Marsden εγκατέλειψε τα εγκόσμια αφού πέθανε από βακτηριακή μηνιγγίτιδα έχοντας στο πλευρό του τη σύζυγό του και τις δύο κόρες του.
Η διαδρομή αυτού του σπουδαίου κιθαρίστα είναι μεγάλη και σίγουρα συναρπαστική όμως αυτό που θα μείνει χαραγμένο σε όσους τον γνώρισαν είναι η ευγένεια και το χαμόγελό του.
Bernie Marsden: "Το 1967, όταν με ρώτησαν τι θα κάνεις για μια δουλειά, δεν μπορούσες να γυρίσεις και να πεις: Θα παίξω κιθάρα, μαμά". Οι γονείς μου ήταν πάντα πολύ υποστηρικτικοί, γιατί συνειδητοποίησαν ότι μπορούσα να παίξω αρκετά καλά και τους το είχαν πει άλλοι άνθρωποι. Αλλά όταν ήρθα μια μέρα και τους είπα ότι γίνομαι επαγγελματίας, αυτό ήταν μια ανησυχία, ειδικά με τη μητέρα μου. Έλεγε: Τι γίνεται με όλα τα ποτά, τα ναρκωτικά και τις άγριες γυναίκες;
Της είπα: "Για αυτό θέλω να το κάνω!"

Προτεινόμενα τραγούδια "made by Bernie Marsden"

Babe Ruth
"Winner Takes All'
"Keep Your Distance"
"Living A Lie"
"Kid's Stuff'

Whitesnake
Here I Go Again"
"Walking in the Shadow of the Blues"
"Fool for Your Loving"
"Sweet Talker"
"Trouble"
"She s Women"
"Child of Babylon"
"Young Blood"

Bernie Marsden
"Look at Me Now”
"Behind You Dark Eyes"
"Ladyfriend"

Alaska
"Don't Say It's Over"
"The Sorcerer"
"S.o.s.""

The Snakes
Labour Of Love

 
Y.Γ.1: Το 1977 ο Bernie Marsden είχε πρόταση να πάει στους Paul McCartney's Wings αλλά (ευτυχώς) προτίμησε τους Whitesnake ενώ το 1979 συμμετέχει στο σόλο άλμπουμ του Cozy Powell με τίτλο "Over the Top" και την σύνθεση "El Sid" όπως και το 1981 συμμετέχει σε ένα ακόμη σόλο άλμπουμ του Cozy Powell με τίτλο "Tilt" στο blues κομμάτι "Living a Lie".

Y.Γ.2: To 1982 συμμετέχει και παίζει κιθάρα σε δύο συνθέσεις στο σόλο άλμπουμ του κημπορντίστα των Deep Purple, Jon Lord με τίτλο "Before I Forget". Μάλιστα στο "Chance on a Feeling" τραγουδά ο ίδιος ο Bernie Marsden ενώ στο "Bach Onto This".
To 1988 με τον Ian Gillan κυκλοφορεί το σινγκλ "South Africa" αφιερωμένο στα 70 γενέθλια του Nelson Mandela και στην συναυλία που δόθηκε εκείνη την χρονιά προς τιμήν του στο Wembley.
 
Υ.Γ.3: Ο Marsden ηχογράφησε δύο CD soundtrack. Η μουσική του έχει εμφανιστεί σε πολλές τηλεοπτικές εκπομπές των ΗΠΑ.
 
Φώτης Μελέτης
 

Σάββατο 2 Σεπτεμβρίου 2023

Lynyrd Skynyrd 1991: Η χρονιά που ανέκτησαν το στέμμα τους

 LYNYRD SKYNYRD 1991

H ιστορία των Lynyrd Skynyrd εκτός από κλασικά κομμάτια, υπέροχα άλμπουμ και εξαιρετικές συναυλίες είναι γεμάτη από τραγικά γεγονότα, με απρόσμενες απώλειες, τραγικά δυστυχήματα και φυσικά με πολλά ναρκωτικά και περίσσειο αλκοόλ.
Η μοίρα των βασιλιάδων του southern rock, τους επιφύλασσε πολλά άσχημα γεγονότα που αν ήταν κάποιο άλλο συγκρότημα στην θέση τους πιθανόν να μην είχαν συνεχίσει ποτέ.
Το πρώτο και καθοριστικό κτύπημα ήρθε με το τραγικό αεροπορικό δυστύχημα στις 20 Οκτωβρίου του 1977 όταν η μπάντα βρισκόταν στο ιδιωτικό της αεροσκάφος και μεταβαίνοντας από το Γκρίνβιλ της Νότιας Καρολίνας στο Μπατόν Ρουζ της Λουιζιάνα, ξαφνικά τελειώνουν τα καύσιμα του αεροπλάνου και το σκάφος συντρίβεται με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους, ο τραγουδιστής Ronnie Van Zant, ο κιθαρίστας Steve Gaines, η τραγουδίστρια Cassie Gaines (αδελφή του Steve), ο μάνατζερ Dean Kilpatrick και οι δύο πιλότοι του αεροσκάφους. Και όλα αυτά τρεις μέρες μετά την κυκλοφορία του σπουδαίου άλμπουμ τους με τον ειρωνικό τίτλο "Street Survivors".
Βέβαια στην ροκ μουσική οι ανθρώπινες απώλειες εκτός από πένθος φέρνουν και χρήματα και μάλιστα μπόλικο....
Μετά το δυστύχημα λοιπόν, οι πωλήσεις του "Street Survivors" ανέβηκαν κατακόρυφα με αποτέλεσμα να βραβευθεί ως πλατινένιο, ενώ το σινγκλ "What's Your Name" έφθασε στο # 13 του Billboard. Τα υπόλοιπα μέλη του σχήματος εφαρμόζοντας το ρητό "η ζωή συνεχίζεται ή αλλιώς οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους και οι ζωντανοί με τους ζωντανούς" αποφασίζουν να μην συνεχίσουν με το όνομα των Lynyrd Skynyrd. Όσοι όμως επέζησαν (Collins, Rossington, Wilkeson, Powell, Pyle, Hawkins και ο tour manager Ron Eckerman) σχηματίζουν έπειτα διάφορα άλλα συγκροτήματα. Η συνέχεια για τα εναπομείναντα μέλη της μπάντας όμως φύλαγε και άλλα δυσάρεστα γεγονότα, η λεγόμενη και ως κατάρα των Lynyrd Skynyrd.
Επόμενο θύμα αυτή την φορά, ο κιθαρίστας Allen Collins (ένας από τους συνθέτες του μνημειώδες "Free Bird") που ενώ γλίτωσε από την πτώση του αεροσκάφους, δεν είχε την ίδια τύχη με το μαύρο Ford Thunderbird που οδηγούσε στις 29 Ιανουαρίου του 1986, το οποίο συγκρούστηκε με άλλο αυτοκίνητο και τον άφησε παράλυτο από την μέση και κάτω, με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να ξαναπαίξει κιθάρα.
Πριν το τροχαίο ο Collins είχε προλάβει να κυκλοφορήσει δύο στούντιο άλμπουμ με τους Rossington-Collins Band στις αρχές της δεκαετίας του '80 και έναν δίσκο ως Allen Collins Band, το 1983 με το άλμπουμ "Here, There, and Back". 
Η τελευταία παράσταση του Collins με τον Lynyrd Skynyrd (μετά το δυστύχημα) ήταν στην πρώτη επανένωση της μπάντας  στο Volunteer Jam V στο Νάσβιλ του Τενεσί to 1979. Όλα τα εναπομείναντα μέλη του Lynyrd Skynyrd επανενώθηκαν επίσημα το 1987, αλλά λόγω του τραυματισμού του, ο Collins δεν μπορούσε να παίξει και ανέλαβε έναν άλλον ρόλο εκείνου του "μουσικού σκηνοθέτη" των συναυλιών των Skynyrd.
Δυστυχώς λίγα χρόνια αργότερα στις 23 Ιανουαρίου του 1990 , ο A. Collins απεβίωσε από χρόνια πνευμονία. 


                                                                       
                                                  Επανασύνδεση
Το 1987 οι εναπομείναντες Lynyrd Skynyrd επιθυμούν να επανέλθουν πιο δυναμικά ξεκινώντας, με μία συναυλία - μνήμης, για την 10η επέτειο της συντριβής του μοιραίου αεροσκάφους, με τραγουδιστή αυτή την φορά τον μικρότερο αδερφό του Ronnie Van Zant, τον Johnny Van Zant. Βλέποντας ότι η συγκεκριμένη συναυλία είχε τελικά μεγάλη αποδοχή από τον κόσμο, αποφάσισαν να ξεκινήσουν μία τουρνέ δίνοντας 100 παραστάσεις για τα επόμενα δύο χρόνια που τελικά οδήγησε λίγα χρόνια αργότερα στη δημιουργία του "Lynyrd Skynyrd 1991", ενός νέου άλμπουμ.
Πριν όμως την επιστροφή στο στούντιο για το νέο άλμπουμ στους τραγικούς ήρωες του southern rock, η μπάντα κυκλοφόρησε ένα live album στο οποίο περιλαμβάνονται οι καλύτερες live στιγμές από την tribute τουρνέ και το ονομάτισαν "Southern by the Grace of God". Η σύνθεση του συγκροτήματος για τις αυτές συναυλίες συμπεριλαμβάνει τους "Skynyrd δεύτερης γενιάς" όπως αναφέρουν τα περιοδικά της εποχής και την αποτελούν: ο Johnny Van Zant, (μικρότερος αδερφό του Ronnie Van Zant, που αναλαμβάνει τα φωνητικά), ο Ed King στην κιθάρα, ο οποίος είχε αποχωρήσει από το συγκρότημα κατά τη διάρκεια μιας περιοδείας το 1975 και ο κιθαρίστας Randall Hall, ο οποίος αντικατέστησε τον κτυπημένο από παραλυσία Allen Collins.
Οι King, Hall μαζί με το ιδρυτικό μέλος Gary Rossington είναι πλέον οι τρεις κιθαρίστας που αποτελούν το βαρύ πυροβολικό των Lynyrd Skynyrd ενώ τα δεύτερα φωνητικά αναλαμβάνουν η Carol Bristow και η Dale Krantz-Rossington.
"Ποτέ δεν ονειρευόμουν ότι θα το έκανα αυτό", είπε ο Johnny Van Zant, στο περιοδικό Μojo. "
Είχα κυκλοφορήσει εκείνη την περίοδο του δικό μου σόλο άλμπουμ (εννοεί το "Brickyard Road"του 1990) και πραγματικά δεν ήθελα να το κάνω. Δεν είμαι ο Ronnie. Αν τραγουδάω σαν κι αυτόν μερικές φορές, είναι μόνο επειδή κοιμηθήκαμε στο ίδιο δωμάτιο και φάγαμε τηγανητό κοτόπουλο μαζί. Ήμουν οπαδός των Skynyrd προτού μπω στην μπάντα και σκέφτηκα ότι οι θαυμαστές θα έλεγαν ότι κάπου εδώ είναι το τέλος". Και συνεχίζει:
"Μου πήρε δύο μήνες για να το αποφασίσω. Ήθελα να μιλήσω με τους γονείς μου, τις αδερφές μου και τον αδερφό μου Donnie. Όλοι ένιωθαν ότι o Ronnie θα είχε εγκρίνει αυτή την επιλογή. Τότε είχα μια συνάντηση με την υπόλοιπη μπάντα στο Τζάκσονβιλ. Μόλις τους αντίκρυσα όλους μαζί δεν υπήρχε τρόπος να αρνηθώ".
Παράλληλα όμως υπήρχε και ένα μεγάλο κομμάτι των οπαδών που αντιδρούσαν σε αυτήν την εξέλιξη αφού θεωρούσαν ότι οι Skynyrd δεν πρέπει να υφίστανται από την στιγμή που ο Ronnie Van Zant είναι νεκρός. Παράλληλα η "νέοι Lynyrd Skynyrd" είχαν να αντιμετωπίσουν και τις νομικές επιθέσεις που δεχόντουσαν από τις χήρες συζύγους των συγχωρεμένων Ronnie Van Zant και Steve Gaines,  οι οποίες απαιτούσαν να μην χρησιμοποιούν οι επιζώντες το ιστορικό όνομα της μπάντας
Ο θρυλικός πιανίστας του γκρουπ B. Powell όμως είχε αντίθετη άποψη:
"Θα ήταν αμαρτία να μην συνεχίσουμε τη μουσική και την μπάντα ώστε να την πάμε όσο μπορούμε" ενώ ο G. Rossington συμπλήρωνε: 
Μετά από όλα που έχουμε περάσει, έχουμε γίνει πιο δυνατοί με την πάροδο των ετών. Το να έχεις τον Johnny στην σκηνή είναι σαν να έχεις ένα κομμάτι του Ronnie. Νιώθεις ότι το πνεύμα του είναι στη σκηνή μαζί μας κάθε βράδυ".


 
 
                                      1991: Το άλμπουμ της επιστροφής
Το άλμπουμ που σηματοδοτεί την ολική επιστροφή του θρυλικού σχήματος φέρει τον τίτλο "Lynyrd Skynyrd 1991" και κυκλοφορεί στις 11 Ιουνίου της ίδιας χρονιάς σε παραγωγή του του πολύπειρου Tom Dowd (Black Oak Arkansas, Derek and the Dominos, Rod Stewart, Wishbone Ash).
Στην μπάντα παίζουν από τα εναπομείναντα μέλη, ο Leon Wilkeson (μπάσο), Gary Rossington (κιθάρα), Ed King (κιθάρα), Artimus Pyle (ντραμς) και ο Billy Powell (πιάνο). Στην φωνή είναι ο Johnny Van Zant (ο αδελφός του αδικοχαμένου Ronnie) και αντικαταστάτης του μακαρίτη Steve Gaines, είναι o κιθαρίστας Randall Hall. Eπιπρόσθετα στα τύμπανα συμμετέχει ο Kurt Custer και στα υπέροχα δεύτερα φωνητικά, η Dale Krantz-Rossington (σύζυγος του Gary), η Stephanie Bolton και η Susan Marshall.
Ο δίσκος ξεκινά με το υπέροχο "Smokestack Lightning" και είναι γεγονός ότι η κληρονομιά που άφησε πίσω του ο αδικοχαμένος Ronnie Van Zant συνεχίζεται πλέον με πιο φρέσκο αέρα. Ακολουθεί το τρομερό "Keeping the Faith" στο οποίο φαίνεται πανηγυρικά πως οι βασιλιάδες του southern rock ανακτούν το στέμμα τους με την φωνή του Johnny να προκαλεί συγκινήσεις και τα δεύτερα φωνητικά να απογειώνουν την σύνθεση.
Το "Southern Women" κρύβει έναν γοητευτικό rock τσαμπουκά, εν αντιθέσει με το "Pure & Simple" που είναι μία τρυφερή μπαλάντα με το πιάνο του Billy Powell να δίνει το δικό του χρώμα.
Το "I've Seen Enough" βασίζεται σε φάνκυ ρυθμό και είναι αρκετά ρυθμικό με τις κιθάρες να "φλερτάρουν" μεταξύ τους.
Το "Good Thing" ξαναβάζει την μπάντα στους γνωστούς "νότιους" ρυθμούς. Μία σύνθεση δεμένη από μία καθηλωτική μουσική γέφυρα πριν το δυναμικό ρεφρέν καθώς οι κιθάρες παίρνουν φωτιά ενώ οι εναλλαγές είναι αλλεπάλληλες με τον Powell να δίνει στο τέλος ρεσιτάλ.
Το "Money Man" είναι το ιδανικό κομμάτι για τα saloon των ΗΠΑ ή για μουσική επένδυση σε ταινία western ενώ το "Backstreet Crawler" είναι από τα καλύτερα κομμάτια του άλμπουμ. Μία αυθεντική southern ροκιά που σε κάνει χίλια κομμάτια με το ρεφρέν να σπάει κόκαλα και το κιθαριστικό τρίο να προκαλεί ταχυπαλμίες.
Στο ίδιο δυναμικό μοτίβο και το "It's a Killer" όπου ξανά τα δεύτερα φωνητικά προσδίδουν μία ξεχωριστή αύρα στο κομμάτι ενώ η μπαλάντα "Mama (Afraid to Say Goodbye)" είναι απλά συγκινητική.
Ο επίλογος γράφεται με ένα μοναδικό κομμάτι που μόνο οι Lynyrd Skynyrd ξέρουν να γράφουν. Το "End of the Road" είναι ένα μικρό southern rock κομψοτέχνημα με στίχους γεμάτους νοσταλγία αλλά και αισιοδοξία που τιμούν την παράδοση, το ήθος και τον ήχο που χαρακτηρίζει τους Lynyrd Skynyrd.
"We know we've got a legacy
That's hard to live up to
But there's still a lot of reasons
Why we play these songs for you
It's a family tradition
And as long as we're around
That Freebird keeps on flyin'
And it never will come down
Oh, we can't seem to find the end of the road
Roots never grow on the seeds that we sow
We've still got our music…"


Ο μπασίστας Leon Wilkeson  αναφέρει τότε σχετικά για το άλμπουμ της επανασύνδεσης:
"Θα έπρεπε να ευχαριστήσω τους οπαδούς μας για την μεγάλη υποστήριξη που έδειξαν στο συγκρότημα όλα αυτά τα χρόνια που απουσιάζαμε και κρατήσαν τη μουσική μας ζωντανή. Ήταν η ίδια φοβερή απάντηση σε κάθε παράσταση που έχουμε εκτελέσει. Νομίζω ότι οι στίχοι του "End of the Road" το περιγράφουν χαρακτηριστικά:
"Ξέρουμε ότι έχουμε μια κληρονομιά που είναι δύσκολο να ανταποκριθούμε / Υπάρχουν ακόμα πολλοί λόγοι για τους οποίους παίζουμε αυτά τα τραγούδια για εσάς / την οικογενειακή παράδοση και ως όσο είμαστε γύρω / Αυτό το ελεύθερο πουλί συνεχίζει να πετάει και δεν θα πέσει ποτέ".
                                               Επiλογος
Δεκατέσσερα χρόνια αργότερα από το τραγικό δυστύχημα, οι Lynyrd Skynyrd έπαιξαν τελικά στο Baton Rouge.
"Εκεί ξεκινήσαμε επίσημα η περιοδεία", λέει ο Leon Wilkeson για το "Lynyrd Skynyrd 1991".
Η ιδέα πίσω από αυτό ήταν να αντισταθμίσει τη συναυλία που έπρεπε να συμβεί, η οποία δεν έγινε λόγω της συντριβής του αεροπλάνου. Έτσι λοιπόν αποφασίσαμε ότι οι κάτοχοι εισιτηρίων για τη συναυλία που έπρεπε να συμβεί το 1977 "τιμήθηκαν" με νέα εισιτήρια για την παράσταση και όλα τα εισιτήρια ήταν προς πώληση για 10 δολάρια και τα έσοδα πήγαν σε παιδιά με ειδικές ανάγκες στο Μπατόν Ρουζ και σε ιατρικές μονάδες έκτακτης ανάγκης στο Μισισιπή. Η συναυλία πήγε πολύ καλά και καταφέραμε να θάψουμε πολλά φαντάσματα. Ήταν ένα αληθινό θείο δώρο που το πήραμε από αυτή τη συναυλία και έτσι μπορέσαμε να συνεχίσουμε".

Υ.Γ.: Η κατάρα με τους θανάτους στα αρχικά μέλη των Lynyrd Skynyrd συνεχίστηκε.
Ο μπασίστας Leonn Wilkeson πέθανε τον Ιούλιο του 2001, ο πιανίστας Billy Powell πέθανε τον Ιανουάριο του 2009 και ο Ed King απεβίωσε τον Αύγουστο του 2018.
 
Φώτης Μελέτης

Παρασκευή 1 Σεπτεμβρίου 2023

Chris Daughtry: Το "American Idol" που έγινε ροκ σταρ

 Daughtry - Alive (Official Music Video)

O Αμερικανός Chris Daughtry, γεννημένος στις 26 Δεκεμβρίου του 1979 στο Roanoke Rapids στην Βόρειο Καρολίνα, είναι από εκείνους τους τυχερούς μουσικούς που είδαν τα όνειρα τους γίνονται πραγματικότητα.
Σε ηλικία 16 ετών, ο Chris Daughtry άρχισε να ασχολείται σοβαρά με το τραγούδι ως μουσικός παίζοντας σε σχολικές εκδηλώσεις και σε τοπικούς χώρους με την μπάντα που ονομαζόταν Cadence με τους οποίους κυκλοφόρησε το 1999 το άλμπουμ με τίτλο "Eyes on You".
Αργότερα σχημάτισε τους Absent Element κυκλοφορώντας το 2005 το άλμπουμ "Uprooted".
Η συμμετοχή του στο "American Idol" τον έκανε πασίγνωστο σε όλη την Αμερική, και του έδωσε το εισιτήριο για να κυκλοφορήσει το ντεμπούτο του, άλμπουμ από την RCA Records στις 21 Νοεμβρίου 2006.
Ο Chris Daughtry, ο οποίος τερμάτισε στην τέταρτη θέση στην πέμπτη σεζόν του American Idol το 2006, δήλωσε τότε ότι θα σχημάτιζε ένα νέο συγκρότημα αφού απέρριψε την προσφορά των Fuel για να αναλάβει τα φωνητικά.
Η απόφαση λήφθηκε να ονομαστεί το συγκρότημα Daughtry προκειμένου να διατηρηθεί η αναγνώριση του ονόματος. Σε μια συνέντευξή του, ο Chris Daughtry είπε: «Θα μπορούσαμε να βγούμε με ένα πραγματικά ασαφές όνομα, αλλά προερχόμενος από μια τηλεοπτική εκπομπή και έχοντας αναγνώριση του ονόματος, ήταν πιο εύκολο να πορευθώ με το επίθετό μου».
Στο παρθενικό άλμπουμ των Daughtry συμμετέχουν σπουδαίοι κιθαρίστες όπως ο Phil X (Triumph, Alice Cooper, μετέπειτα Bon Jovi), ο Slash στην σύνθεση "What I Want" αλλά και τραγουδιστής Brent Smith (Shinedown), σε ρόλο κιθαρίστα και συνθέτη για το θαυμάσιο τραγούδι "There and Back Again".
Άλλα τραγούδια  ξεχωρίζουν είναι τα, "Its Not Over", "Home", "Crashed" και η όμορφη μπαλάντα "What About Now" ενώ ο δίσκος έγινε τρεις φορές  πλατινένιος στις ΗΠΑ (τώρα έχει φτάσει τις έξι) δείχνοντας μία πρωτόγνωρη δυναμική για νεοεμφανιζόμενο καλλιτέχνη.
Ο δίσκος κέρδισε τα American Music Awards το 2007 για το αγαπημένο ποπ-ροκ άλμπουμ και ήταν υποψήφια για τέσσερα βραβεία Grammy 2008.
Η ροκ φόρμουλα των Daughtry, περιλαμβάνει ορμητικούς ροκ ρυθμούς, απογειωτικά φωνητικά, εξαιρετική παραγωγή, λυρικές μπαλάντες και όλα αυτά εμπλουτισμένα με όμοφες δυναμικές μελωδικές γραμμές.
Το δεύτερο άλμπουμ κυκλοφορεί τον Ιούλιο του 2009 με τίτλο "Leave This Town" και στις συνθέσεις τον βοηθούν σημαντικά ο Richard Marx, ο Chad Kroeger (Nickelback), ο Ryan Tedder (OneRepublic), ο Jason Wade (Lifehouse), ο Adam Gontier (Three Days Grace), ο Eric Dill (The Click Five), ο Tommy Henriksen (Warlock, Alice Cooper) και ο Mitch Allan (SR-71). To "Leave This Town" έκανε το ντεμπούτο του στο νούμερο ένα στο Billboard 200 chart, αποτελώντας το δεύτερο νούμερο ένα άλμπουμ των Daughtry στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μέχρι σήμερα, το "Leave This Town" έχει πουλήσει πάνω από 1,3 εκατομμύρια αντίτυπα στις Ηνωμένες Πολιτείες και έχει πιστοποιηθεί ως πλατινένιο από την RIA
Ξεχωρίζουν οι συνθέσεις "What I Meant To Say", "September", "Ghost Of Me" (ακούγεται στην τηλεοπτική σειρά CSI: Miami) και το καταπληκτικό "Supernatural" αλλά το μεγάλο και κρυφό ατού αυτής της κυκλοφορίας είναι ένα εξαιρετικό iTunes Bonus Track όπου εκεί βρίσκεις μικρά διαμαντάκια όπως τα "What Have We Become" και "Traffic Light".
Επιπρόσθετα η συνεργασία με τον κάντρι καλλιτέχνη Vince Gill στο "Tennessee Line" έκανε ιδιαίτερη αίσθηση.
Το Νοέμβριο του 2011 κυκλοφορεί το τρίτο άλμπουμ με τίτλο "Break the Spell" σε παραγωγή του ταλαντούχου Howard Benson και καταφέρνει να φτάσει στο νο 8 του Billboard τσαρτ.
Αυτή την φορά στην συγγραφή των κομματιών βοηθούν ο Marti Frederiksen (Aerosmith, Ozzy), o Busbee και ο κάντρι συνθέτης Brett James.  Σύμφωνα με τον Chris Daughtry, το άλμπουμ είναι "πιο αισιόδοξο και θετικό στιχουργικά" και δήλωσε επίσης ότι το άλμπουμ "δεν ακούγεται σαν τα δύο προηγούμενα".
Τραγούδια που ξεχωρίζουν είναι τα: "Renegade", "Outta My Head", "Rescue Me"καθώς και τα "Maybe We're Already Gone" και "Who's They" από την ειδική έκδοση του δίσκου αλλά και το "Never Die" που υπάρχει μόνο στη Ιαπωνική έκδοση.


 
Τον Νοέμβριο του 2013 κυκλοφορεί το τέταρτο στούντιο δίσκο του με τίτλο "Baptized" όπου οι Daughtry κάνουν μία στροφή στον πιο electro-pop ήχο με αρκετή εμπορική απήχηση στην προσπάθεια να προσελκύσουν ένα διαφορετικό κοινό απογοητεύοντας όμως τους πιστούς οπαδούς τους ενώ οι μικτές κριτικές δεν βοήθησαν ώστε το άλμπουμ να βρει την αποδοχή που επιθυμούσε ο Αμερικανός καλλιτέχνης. 
Οι συνεργασίες με άλλους συνθέτες και παραγωγούς όπως οι  Martin Johnson (Boys Like Girls,  the Night Game), Sam Hollander (Panic! at the Disco,  Weezer, blink-182, Billy Idol, Def Leppard) και Busbee (Garth Brooks, Christina Aguilera, Keith Urban) δεν βοήθησαν τα αναμενόμενα και ούτε έκανα μία μεγάλη επιτυχία παρά το βαρύ βιογραφικό τους.
Κομμάτια που ξεχωρίζουν είναι το ομότιτλο, η μπαλάντα "Broken Arrows" και το "Long Live Rock & Roll" με στιχουργικές αναφορές στους ροκ ήρωες του Chris Daughtry.
Toν Ιούλιο του 2018 κυκλοφορεί την πέμπτη δισκογραφική του δουλειά με τίτλο "Cage to Rattle", επιστρέφοντας σε mainstream ποπ-ροκ ήχους. Ο Chris Daughtry, αναφέρει πως το συγκεκριμένο άλμπουμ ήταν ότι πιο διασκεδαστικό έχει ηχογραφήσει ως τώρα με πολλές απαιτήσεις στην διαδικασία ολοκλήρωσης του. Εμπορικά το "Cage to Rattle" πήγε αρκετά καλά και στις δυο πλευρές του ατλαντικού ενώ και οι κριτικοί αποθέωσαν το άλμπουμ.
Την παραγωγή έχει αναλάβει ένας μαιτρ του είδους βραβευμένος με Grammy, Jacquire King (Kings Of Leon, Buddy Guy, Tom Waits).
Συνθέσεις που ξεχωρίζουν είναι τα: "Just Found Heaven", "Backbone", το ατμοσφαιρικό "Gravity" και το παθιασμένο "White Flag" όμως εκείνα που ανέβηκαν στα τσαρτ ήταν τα ημιμπαλαντοειδή "Deep End" και "As You Are" ενώ αρνητική εξέλιξη ήταν και η αποχώρηση του ντράμερ Brandon Maclin.
Τον Σεπτέμβριο του 2021 κυκλοφορεί το, εξαιρετικό έκτο άλμπουμ με τίτλο "Dearly Beloved" με τους Daughtry, να αλλάζουν δισκογραφική εταιρία μετακομίζοντας από την RCA Records στην Dogtree Records.. Ο Daughtry είπε: "Πάντα ήμασταν ένα ροκ συγκρότημα. Και όταν έχεις να κάνεις με μια μεγάλη δισκογραφική, υπάρχει πάντα αυτή η πίεση ότι πρέπει να κάνεις επιτυχίες και να πρέπει να ανταποκριθείς σε ένα συγκεκριμένο σχήμα, και εγώ το έκανα. Τώρα δεν θέλω να το κάνω πια".
Ένα τραγικό γεγονός όμως σημάδεψε εκείνο το χρονικό διάστημα τον Chris Daughtry και αυτός ήταν ο ξαφνικός θάνατος της θετής κόρης του με πιθανό αίτιο την αυτοκτονία. Γενικά ολόκληρο το άλμπουμ είναι εκπληκτικό από τις εμπνευσμένες ενορχηστρώσεις και τα παθιασμένα  φωνητικά αλλά και από την μοναδική ένταση και τους ηχητικούς κραδασμούς που δημιουργεί αλλά και από τα πολιτικοποιημένα στιχουργικά μηνύματα του "Dearly Beloved".
Τραγούδια που ξεχωρίζουν είναι το έξοχο "World On Fire", τα καθηλωτικά "Heavy Is the Crown" και  "Changes Are Coming", τα αργόσυρτα και συνάμα συναρπαστικά "Asylum" και Evil. Η πιανιστική μπαλάντα "Break Into My Heart" που αναδεικνύει όλο το μεγαλείο της φωνής του Chris Daughtry
Στην wallmart έκδοση του album υπάρχει extra και μία  διασκευή στο "Hunger Strike" των Temple of the Dog (σύνθεση του Chris Cornell) ερμηνευμένο παρέα με τον Lajon Witherspoon (Sevendust).
Σημαντική η συμβολή των Marti Frederiksen (Aerosmith, Carrie Underwood, Ozzy Osbourne, Mötley Crüe) και Scott Stevens (The Exies, Halestorm, Skillet) τόσο στην παραγωγή αλλά κυρίως στις συνθέσεις του δίσκου.
Στις αρχές του 2023, το συγκρότημα κυκλοφόρησε μια φοβερή διασκευή της μεγάλης επιτυχίας των Journey, "Separate Ways (Worlds Apart)", με καλεσμένη φωνητικά την frontwoman των Halestorm, Lzzy Hale.
Μέχρι σήμερα, o Chris Daughtry και η μπάντα του έχουν πουλήσει πάνω από 9 εκατομμύρια άλμπουμ και πάνω από 25,6 εκατομμύρια ψηφιακά κομμάτια στις Η.Π.Α. ενώ έχει κάνει ο ίδιος σημαντικές συνεργασίες με καλλιτέχνες και συγκροτήματα όπως οι 12 Stones, Sevendust, Timbaland, Lifehouse αλλά και με τον Carlos Santana στο "Photograph" των Def Leppard σε ένα δίσκο αφιερωμένο στην Βρετανική μπάντα.
 
Υ.Γ.: Ο Chris Daughtry έχει και υποκριτική φλέβα αφού έκανε το ντεμπούτο του, ως ηθοποιός στο  CSI: New York. Στη συνέχεια απεικόνισε τον Ιούδα Ισκαριώτη στη Βιβλική ζωντανή έκδοση του "The Passion", που προβλήθηκε στις 20 Μαρτίου 2016. Επίσης ο Daughtry υποδύθηκε τον Hugo Strange στην ταινία "Batman: Dying Is Easy" ενώ σχεδιάζει κόμικς και είναι θαυμαστής του Batman.
 
Φώτης Μελέτης

Τρίτη 6 Ιουνίου 2023

Supertramp: "Live in Paris"

Paris (Supertramp album) - Wikipedia 

Tο live album των Supertramp ‘’Live In Paris’’ αποφασίστηκε να πραγματοποιηθεί ίσως στο καταλληλότερο χρονικό σημείο που θα μπορούσε να γίνει ένα τέτοιο εγχείρημα. Η μπάντα, η οποία σχηματίστηκε στο Λονδίνο το 1970, είχε ήδη εκτοξευθεί στο απόγειο της δόξας της ύστερα από σούπερ επιτυχημένο ‘’Breakfast In America’’ το οποίο είχε κυκλοφορήσει το 1979 και το οποίο μάλιστα είχε ολοκληρώσει τον χρυσό κύκλο μιας σειράς εξαιρετικών άλμπουμ (Crime Of The Century-1974, Crisis What Crisis-1975, Even In The Quietest Moments-1977) από το 1974 έως το 1980.

 

Η συγκυρία ήταν επίσης ιδανική διότι εξυπηρετούσε το γεγονός ότι τα μέλη της μπάντας ήθελαν πάση θυσία να κερδίσουν χρόνο πριν τη δημιουργία επόμενου άλμπουμ, καθώς με το "Breakfast In America’’ είχαν θέσει πολύ ψηλά τον πήχη και υπήρχε η πίεση από studio  και παραγωγούς για αναλόγως ίση ή και μεγαλύτερη επιτυχία στην επόμενη δουλειά τους, γεγονός  που τους άγχωνε.
Το όποιο επόμενο project δεν υπήρχε περίπτωση να είναι έτοιμο πριν το 1981 και σαφώς έπρεπε να επιδείξουν κάτι ενδιάμεσο προκειμένου να καλύψουν το χρονικό κενό.
Οι εγκέφαλοι του συγκροτήματος ήταν οι υπερταλαντούχοι ιδιοφυείς μουσικοί Roger Hodgson και Rick Davies.
Οι δυο τους είχαν γνωριστεί το 1969, χάρη σε μια αγγελία που είχε βάλει ο Davies στο περιοδικό Melody Maker αναζητώντας κιθαρίστα για το νεότευκτο τότε σχήμα. Ο Hodgson επελέγη ανάμεσα σε 93 ενδιαφερόμενους, όμως τελικώς ανέλαβε καθήκοντα μπασίστα, καθώς την κιθάρα ανέλαβε ο Richard Palmer.
Κατά τη διάρκεια της πορείας του γκρουπ και οι δύο Hodgson και Davies έγραφαν, συνέθεταν και τραγουδούσαν ο κάθε ένας τις δικές του συνθέσεις για τη μπάντα, γεγονός που αναδεικνύει τους Supertramp ως ιδιαίτερη περίπτωση μουσικού σχήματος.

Εν αντιθέσει με άλλα progressive rock συγκροτήματα της δεκαετίας του '70, όπως οι Genesis ή οι Yes, oι Supertramp είχαν επιλέξει έναν σαφώς πιο εμπορικό, εξωστρεφή  και pop ήχο συνθέτοντας ευήκοα και  φιλικά προς το ευρύ κοινό τραγούδια, χρησιμοποιώντας δυνατά φωνητικά, μελωδική ηλεκτρική κιθάρα, γοητευτικούς ήχους από σαξόφωνο και αρκετή δόση από πιάνο. Επίσης ‘’φλέρταραν’’ συχνά με μουσικά είδη  όπως η jazz και η blues.
Η πρώτη ύλη λοιπόν για το άλμπουμ ήταν έτοιμη. Τα τέσσερα LP που προαναφέραμε είχαν τόσα πολλά hits, που σαφώς θα "γέμιζαν’’ άνετα το live album, από την άλλη πλευρά όμως την ίδια στιγμή ήταν τόσο μεγάλος ο αριθμός τους, ούτως ώστε κάποια τραγούδια θα έπρεπε να μείνουν εκτός.
Το υλικό συγκεντρώθηκε από τους παραγωγούς Russell Pope και Pete Henderson, οι οποίοι παρουσίασαν στα μέλη της μπάντας ηχογραφήσεις από διάφορες συναυλίες που είχαν πραγματοποιήσει στον Καναδά και την Ευρώπη κατά τη διάρκεια της περιοδείας τους με τίτλο: "Breakfast In America’’, ηχογραφήσεις που γίνονταν στο κινούμενο studio το οποίο διέθεταν. Όλα τα μέλη της μπάντας αποφάσισαν να μπουν στο άλμπουμ οι live εκτελέσεις από τη συναυλία που είχαν δώσει στις 29 Νοεμβρίου του 1979 στο Παρίσι, στο Pavillon, έναν συναυλιακό χώρο, που λειτουργούσε παλαιότερα ως σφαγείο.



Να σημειωθεί ότι στη Γαλλία το "Breakfast In America’’  είχε τεράστια επιτυχία και σε εκείνη τη συναυλία αποθεώθηκαν κυριολεκτικά από 8.000 θεατές. Ασφαλώς προστέθηκαν και ορισμένα κομμάτια κι από άλλες συναυλίες και επιπροσθέτως έγινε αρκετή δουλειά σε overdubbing, δηλαδή στουντιακή επεξεργασία στα τραγούδια,  "πέρασμα’’ ήχου, κυρίως σε ότι αφορά το σκέλος του πολυοργανίστα John Helliwell στα φωνητικά και στο παίξιμο των οργάνων.
Ωστόσο ο Helliwell ισχυρίστηκε πώς η επεξεργασία αυτού του είδους είναι η ελάχιστη δυνατή εν συγκρίσει με live album άλλων συγκροτημάτων εκείνης της εποχής. Ανέφερε χαρακτηριστικά :’’Πολλοί όταν εργάζονται πάνω σε ένα live album αφήνουν μόνο τα drums και το μπάσο και ‘’πειράζουν’’ όλα τα άλλα’’.
Οι συναυλίες μαγνητοσκοπήθηκαν από τον σκηνοθέτη Derek Burbidge σε φιλμ των 16 mm αφήνοντας εκτός πέντε τραγούδια, τα "You Started Laughing’’, "A Soapbox Opera’’, "From Now On’’, "Aint Nobody But Me’’ και το "Downstream’’. Όλα εκτός από το τελευταίο συμπεριελήφθησαν, ωστόσο, στο άλμπουμ.
To εξαρχής παράδοξο να συγκαταλέγονται μόνο 3 τραγούδια από το "Breakfast In America", εξηγείται από το γεγονός ότι στην πρόθεση των μελών της μπάντας ήταν να συστήσουν στο αμερικανικό κοινό, που μόλις είχε αρχίσει να τους γνωρίζει για τα καλά, το υλικό των προηγούμενων άλμπουμ. Για αυτό εξάλλου στη set list περιλαμβάνονται σχεδόν όλα τα τραγούδια του "Crime Of The Century’’ (ένα άλμπουμ που τα μέλη του γκρουπ θεωρούν ιδιαιτέρως σημαντικό), τρία τραγούδια από το "Crisis, What Crisis’’ και δύο από το "Even In The Quietest Moments’’.
To συνολικό υλικό τελικώς περιείχε 16 τραγούδια και είναι από τις ελάχιστες φορές στην ιστορία της μουσικής, οπού οι live εκτελέσεις αγγίζουν το επίπεδο των ηχογραφήσεων του studio.
H live εκτέλεση των τραγουδιών αποτελεί τρανό παράδειγμα, του πόσο άριστη μπορεί να είναι μια ζωντανή συναυλία και πόσο μοναδικά συναισθήματα μπορεί να χαράξει στην ψυχή του καθενός μας, όταν πραγματοποιείται από πραγματικά ταλαντούχους μουσικούς που παίζουν με ψυχή, μεράκι και πάνω από όλα σέβονται το κοινό τους.
Η γνώριμη εισαγωγή με την περίφημη φυσαρμόνικα του ‘’School’’ ξεσηκώνει όπως ήταν αναμενόμενο τον ενθουσιασμό των θεατών.
Η blues είναι απόλυτα κυρίαρχη στο "Aint Nobody But Me’’ και υποστηρίζεται πολύ από τα φωνητικά και το μαγευτικό σαξόφωνο.
Το διασημότερο τραγούδι τους "Logical Song’’, δεν χρειάζεται συστάσεις και είναι βέβαιο ότι διαφέρει ελάχιστα από τη στουντιακή εκτέλεση.
To καθηλωτικό ηλεκτρικό πιάνο του Rick Davies είναι σε όλο του το μεγαλείο στο "Bloody Well Right’’ το οποίο έχει προσεγμένους στίχους και προδίδει τις progressive καταβολές του.



Πριν την υπέροχη ερμηνεία του επίσης διάσημου "Breakfast In America’’ προηγείται η απαραίτητη συνομιλία με το κοινό.
Πολύ ατμοσφαιρική η εισαγωγή του "You Started Laughing’’ το οποίο οι θεατές σε κάποιο σημείο συνοδεύουν ρυθμικά με τα παλαμάκια τους ενώ το "Hide In Your Shell’’ έχεις την αίσθηση ότι ακούγεται  κατευθείαν από το στούντιο και το πρώτο μέρος τελειώνει αξιοπρεπώς με το "From Now On’’.
Φυσικά το "Dreamer’’ στην αρχή του δεύτερου μέρους δεν θα μπορούσε να είναι κάτι λιγότερο από τέλειο με έξοχα φωνητικά ενώ οι παριζιάνοι θεατές ενθουσιάστηκαν με το "Rudy’’ και το μοναδικό piano solo.
Ακολουθεί το 'Soapbox Opera’’ που και αυτό αναδεικνύει την πιο progressive πλευρά του συγκροτήματος.
Μακρόσυρτο και σχολαστικό το "Asylum’’, βεβαίως τέλειο στη live performance του, όχι από τα αγαπημένα μου, ωστόσο ξεσήκωσε και αυτό τους θαυμαστές.
Τα "Take A Long Way Home’’ και "Fools Overture’’ ανήκουν στις κορυφαίες στιγμές της συναυλίας και δείχνουν ότι, παρά τις απαιτήσεις, τα μέλη της μπάντας ήταν ακούραστα και γεμάτα ενέργεια.
Η αγάπη του κοινού φτάνει στην απόλυτη κορύφωση στην όμορφη μπαλάντα "Two Of Us’’ η οποία λειτουργεί ως ζέσταμα (διαρκεί μόλις ένα λεπτό και 25 δεύτερα) για την ολοκλήρωση της ανεπανάληπτης βραδιάς με το "Crime Of The Century”.
To "Paris’’, στο oποίο αρχικά ήθελαν να δώσουν τον τίτλο "Roadworks’’ στην εποχή του το 1980, σημείωσε τεράστια επιτυχία καταφέρνοντας να φτάσει στο νούμερο 8 του Billboard 200 και στο νούμερο 7 των βρετανικών charts,  φυσικά έγινε χρυσό, ενώ μάλιστα η ζωντανή εκδοχή του 'Dreamer’’ κατάφερε να διεισδύσει στο Αμερικανικό Top 20.
To 2012 κυκλοφόρησε σε διπλή εκδοχή DVD και Blue Ray Disc(οπότε έγινε επανεπεξεργασία στην εικόνα και στον ήχο), η μαγνητοσκόπηση της συναυλίας με τίτλο "Live In Paris’’, προκαλώντας τη δυσαρέσκεια του Hodgson, καθώς σύμφωνα με τον ίδιο, τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας δεν έλαβαν υπόψη τον ίδιο ή τον Davies για την ολοκλήρωση του project.Συνεπώς το 2015, κυκλοφόρησε μια ακόμη επανέκδοση μαζί με δύο cd και τη σωστή κατανομή ονομάτων και, όσον αφορά το κομμάτι του songwriting.
Η μεγάλη και ιστορική, πάντως, αξία του άλμπουμ είναι ότι σαφώς περιέχει την αφρόκρεμα των επιτυχιών, από τη "χρυσή’’ εποχή της μπάντας και με την original line up. Σημειωτέον, ότι σχεδόν αμέσως μετά ο Roger Hodgson αποχώρησε από τους Supertramp, κυρίως λόγω διαφωνιών με τον Rick Davies για την καλλιτεχνική πορεία του συγκροτήματος και έκτοτε δεν ξαναγνώρισαν την επιτυχία που είχαν πρωτύτερα.
Κάθε συλλέκτης, παλαιότερος ή και νεότερος  ο οποίος λατρεύει τη χρυσή εποχή της classic rock και σέβεται τον εαυτό του, οφείλει να το έχει στη συλλογή του.

Δημήτρης Πολίτης

Πέμπτη 20 Οκτωβρίου 2022

The Cure: "Disintegration"

 The Cure - Disintegration - CD | Dirty Noise Record Store

Η ημέρα 26η Οκτωβρίου 2016, ξημερώματα, με βρίσκει να ταξιδεύω μέσα σε ένα λεωφορείο, ανάμεσα σε αγνώστους, έχοντας όμως όλοι έναν κοινό προορισμό: τη Βουδαπέστη και τη συναυλία των Cure που λαμβάνει χώρα τη μεθεπόμενη.

Έχοντας ανάμικτα ήδη συναισθήματα για την ξαφνική (και κάπως περίεργη τουλάχιστον για τα μάτια των άλλων) απόφαση να πραγματοποιήσω ένα τόσο μεγάλο ταξίδι φθινοπωριάτικα ενώ εκκρεμούν βαριές επαγγελματικές (και οικογενειακές) υποχρεώσεις, βρίσκω άλλοθι σε γνωστό απόφθεγμα:
Μα όλα τα ωραία στη ζωή έτσι δεν γίνονται, απρόοπτα και χωρίς σχέδιο;

Σκέψεις σκόρπιες και ευκαιρία για περισυλλογή σε ένα ταξίδι που όσο περνάει η ώρα φαντάζει όλο και πιο μακρινό.
Σύνορα, οι απαραίτητοι έλεγχοι με τις εντεύθεν καθυστερήσεις, αναγκαίες στάσεις ….. και όλα αυτά να μεγαλώνουν την αναμονή. Κάποια στιγμή, ο οδηγός μας μεταφέρει τον διάλογο που είχε με υπάλληλο στα σύνορα. Όταν ρωτήθηκε ποιοι είμαστε και πού πηγαίνουμε εκείνος με φυσικότητα απάντησε: «Γκρουπ από τη Θεσσαλονίκη που πηγαίνει στη Βουδαπέστη για συναυλία των Cure». Η απάντηση από τον υπάλληλο ήταν αυθόρμητη:
«Μα καλά, τρελοί είστε ;». Η συνοιδοπόρος του μπροστινού καθίσματος ανταποκρίθηκε ολόσωστα: «Τώρα το καταλάβατε;».
Μέσα στο κλίμα αυτό σκέφτομαι ότι πράγματι, έτσι είναι, και ότι για να γίνει κάποιος φαν των Cure πρέπει πρώτα να ξεπεράσει τα συμβατικά όρια στα μουσικά γούστα. Μόνο έτσι θα μπορέσει να διαβεί τα μονοπάτια που εκείνοι χάραξαν με τη μουσική τους, μια μουσική διαποτισμένη από απόγνωση, σκληρότητα αλλά και υπέρμετρη ευαισθησία, όπως δηλαδή ακριβώς είναι και η ζωή η ίδια.


Τα παραπάνω στοιχεία είναι αυτά ακριβώς που κυριαρχούν στο αριστουργηματικό "Disintegration", το όγδοο studio άλμπουμ του συγκροτήματος που κυκλοφόρησε στις 2 Μαϊου 1989 και συμπληρώνει την τριλογία που ξεκίνησε με τα "Head on the door" και "Kiss me kiss me kiss me".
Κατά γενική ομολογία το άλμπουμ αυτό, σκοτεινά σαγηνευτικό και διαποτισμένο από μια μόνιμη μελαγχολία, αναδεικνύεται από κοινό και κριτικούς ως η καλύτερη δουλειά που είχαν να επιδείξουν οι Cure στη μέχρι τότε πορεία τους, αλλά – κατά πολλούς – και μέχρι σήμερα. Μακριά από τα «εύκολα» εμπορικά κομμάτια που τους έκαναν γνωστούς, το "Disintegration" κατάφερε να μετουσιώσει τις πρώτες εσωτερικές αναζητήσεις που εκδήλωσε το γκρουπ ήδη από τις αρχές του ’80, χωρίς βέβαια να παραβλέπεται η επίδραση της κατάθλιψης και της χρήσης παραισθησιογόνων ουσιών από τον Smith.
Όλα τα κομμάτια, ένα προς ένα, συνθέτουν έναν κόσμο λυρικό, αισθησιακής περισυλλογής και σκοτεινού πάθους όπου κυριαρχούν ανέλπιδες καταστάσεις, αλλά την ίδια στιγμή συντίθεται μία πολύχρωμη πραγματικότητα από την οποία αναβλύζει τελικά η πολυπόθητη αχτίδα φωτός στα αδιέξοδα που καταδείχθηκαν.
Μέσα σε όλα αυτά ο θάνατος δεν φαντάζει ως απειλή, είναι η αναπόφευκτη κατάληξη που μπορεί να προσφέρει ζεστασιά και θαλπωρή όταν τελειώσει το ταξίδι της ζωής. Σε αυτό τον σκοπό συμβάλλουν με απόλυτη επιτυχία οι «μελαγχολικές» κιθάρες και τα «πένθιμα» keyboards που με πραγματική μαεστρία ξέρει να καθοδηγεί ο Smith.
Τα φωνητικά εξάλλου είναι εύστοχα λιγοστά αφήνοντας τις ψυχεδελικές μελωδίες να κυριαρχούν.
 

Αν και "Disintegration" ο τίτλος, ο οποίος επιλέχθηκε σε μια περίοδο αντιθέσεων μεταξύ των μελών του γκρουπ, η συνοχή είναι εκείνη που κύρια χαρακτηρίζει τα κομμάτια μεταξύ τους δημιουργώντας μια ιδιοφυή αλληλουχία στις καταστάσεις που περιγράφονται.
Opening track (ιδανικά) το "Plainsong", χτυπάει στα αυτιά σαν μια βροντή που σε εισάγει αυτόματα στον παράξενο κόσμο των Cure, μέσα από την παρουσία και τα λόγια ενός κοριτσιού που συγκρίνει τον καιρό με τον θάνατο και εκφράζει το παράπονο ότι ήδη αισθάνεται σαν γέρος. Μετά από μια τέτοια εισαγωγή, είσαι πλέον έτοιμος για όλα. Ακολουθεί (ως «χαλαρωτικό» διάλειμμα) το πιο συμβατικό "Pictures of You".
Ξεπερνώντας σε διάρκεια τα 8 λεπτά μας φέρνει αντιμέτωπους με τον θλιμμένο δημιουργό του, που αναπολεί κάποια παλιά αγάπη κοιτάζοντας μια συλλογή από φωτογραφίες. Η γλυκιά λύπη του μετουσιώνεται σε τέτοιο βαθμό που μας κάνει να ευχόμαστε να μην επιστρέψει ποτέ αυτή η κοπέλα.
Τρίτο κατά σειρά το "Closedown", με το οποίο δηλώνεται αμετάκλητα ότι «τελείωσε ο χρόνος» μέσα από τη συνοδεία μελωδικών synths. Αμέσως μετά ακολουθεί το περίφημο "Love Song", το γαμήλιο δώρο του Smith στη σύζυγό, το οποίο αποτελεί ταυτόχρονα ένα από τα ομορφότερα τραγούδια αγάπης που γράφτηκαν ποτέ.
Εξάλλου, η δήλωση απερίφραστου έρωτα από έναν κατεξοχήν καταθλιπτικό δημιουργό αποτελεί μια ούτως ή άλλως σπάνια μουσική συγκυρία. Φυσικά η αιώνια ευτυχία είναι μια ουτοπία (κατά τον Smith), γεγονός που μας καταδεικνύεται αρκετά εύγλωττα με το "Last dance": η σχέση έχει δοκιμαστεί, ο καιρός έχει περάσει και το τέλος που πλησιάζει είναι χειρότερο και από τον χωρισμό. Σε όλα αυτά όμως έρχεται να μας κλείσει το μάτι το «ονειρικό» και υπνωτικό «Lullaby» - μια μεγάλη εμπορική επιτυχία - που μας μεταδίδει την αίσθηση που αποκόμισε ο Smith από τη χρήση ναρκωτικών.
Στη συνέχεια, ο ψυχεδελικός ήχος μιας κιθάρας μας εισάγει στο «μισανθρωπικό» "Fascination Street", συνθέτοντας μια παράξενη χορευτική μελωδία με σεξουαλικά υπονοούμενα. Τη σκυτάλη παίρνουν τα βουτηγμένα στην απελπισία αλλά απλά εξαιρετικά "Prayers for rain", "Same deep water as you" και "Disintegration" (το τελευταίο με αυτοκτονικές τάσεις), ενώ η μαύρη διάθεση κάπως μετριάζεται με τα δύο τελευταία κομμάτια "Homesick" και "Untitled". 
Ως αποτέλεσμα λοιπόν έχουμε να κάνουμε με ένα αληθινό αριστούργημα πραγματικής μουσικής ωριμότητας που δικαίως το περιοδικό "Rolling Stone" το κατέταξε ανάμεσα στα 500 πιο σημαντικά άλμπουμ όλων των εποχών. Γι’ αυτό όσοι το έχουν στην κατοχή τους ας το λιώσουν στην κυριολεξία ακούγοντας το δυνατά.

Mαίρη Γεωργιάδου

Τρίτη 9 Αυγούστου 2022

Jefferson Starship: Ταξίδι με 20+1 αγαπημένα τραγούδια

 


Οι Αμερικανοί Jefferson Starship κατάγονται από το Σαν Φρανσίσκο της Καλιφόρνια και δημιουργήθηκαν το 1974 από τις στάχτες του περίφημου ψυχεδελικού ροκ συγκροτήματος Jefferson Airplane.
Βασικός πυρήνας ήταν ο κιθαρίστας και τραγουδιστής Paul Kantner, παρέα με την σπουδαία ερμηνεύτρια Grace Slick, τον πολυοργανίστα και συνθέτη David Freiberg (Quicksilver Messenger Service), τον κιθαρίστα Craig Chaquico, τον ντράμερ John Barbata, τον μπασίστα Pete Sears (Rod Stewart), τον Marty Balin (φωνητικά) και τον βιολινίστα Papa John Creach.
Αυτή η ομάδα ηχογράφησε μαζί τα τέσσερα πρώτα άλμπουμ ενώ η Slick και ο Balin αποχώρησαν και οι δύο από το συγκρότημα το 1978, αφήνοντας τα υπόλοιπα μέλη να προσλάβουν τον Mickey Thomas ως αντικαταστάτη τους και ο οποίος έδωσε ένα πιο aor ύφος στις συνθέσεις των μετέπειτα άλμπουμ.
Η Slick επέστρεψε στο γκρουπ το 1981 και συνοδεύτηκε με μικρή επιτυχία στα chart. Ο Kantner παραιτήθηκε το 1984 απογοητευμένος από την καλλιτεχνική κατεύθυνση του γκρουπ και κινήθηκε νομικά για τη χρήση του ονόματος καθώς τα υπόλοιπα μέλη αφού πήραν το μερίδιο που τους αναλογούσε δημιούργησαν τους Starship, με τους οποίους γνώρισαν τεράστια εμπορική επιτυχία. Όμως τα δικαιώματα του ονόματος Jefferson Starship ανήκαν πλέον στην Grace Slick και στον μάνατζερ της μπάντας Bill Thompson.
Ο Kantner αρκετά χρόνια αργότερα ξαναπήρε τα δικαιώματα και αναμόρφωσε ξανά τους Jefferson Starship προσθέτοντας την επωνυμία The Next Generation ενώ το 1992 και έκανε τακτικές περιοδείες κατά τη διάρκεια αυτής της δεκαετίας και στον 21ο αιώνα. Μετά τον θάνατο του Kantner το 2016, η ομάδα συνέχισε με νέα μέλη και τον David Freiberg μοναδικό εναπομείναντα.

Οι Jefferson Starship έχουν κυκλοφορήσει συνολικά 11 στούντιο άλμπουμ και η περίοδος που μεγαλούργησαν ήταν μεταξύ 1974 και 1984 ενώ οι οκτώ πρώτοι δίσκοι που κυκλοφόρησαν έγιναν χρυσοί ή πλατινένιοι από πλευρά πωλήσεων με αποκορύφωμα το άλμπουμ "Red Octopus" που έγινε διπλά πλατινένιο, φτάνοντας στο Νο. 1 στο Billboard 200 chart το 1975.
 
Οι Jefferson Starship είχαν αρκετές σημαντικές αλλαγές στα μέλη τους και αρκετές προστριβές μεταξύ τους (μηνύσεις, αγωγές και τα σχετικά που στο τέλος πάντα διευθετούνται) διατηρώντας παράλληλα το όνομα Jefferson Starship.
Το όνομα του συγκροτήματος αποσύρθηκε το 1984, αλλά επανήλθε το 1992 από την αναβίωση του γκρουπ υπό τον Paul Kantner, η οποία συνεχίστηκε μέχρι τον θάνατό του το 2016 αν και η μπάντα συνεχίζει να υφίσταται με μοναδικό ιδρυτικό μέλος τον David Freiberg ο οποίος είναι γεννημένος το 1938 (!!!) και το 2020 κυκλοφόρησαν το αξιόλογο "Mother of the Sun". 
Αξίζει να σημειώσουμε ότι το 1998 κυκλοφόρησαν το θαυμάσιο "Windows of Heaven" που ηχητικά κινείται σε πιο Jefferson Airplane ρυθμούς και το 2008 το  "Jefferson's Tree of Liberty" που περιλαμβάνει διασκευασμένες παραδοσιακές συνθέσεις από την Ιρλανδία, Λατινική Αμερική και Αγγλία.
Οι πρώτοι δίσκοι της μπάντας των είχαν έναν συνδυασμό λίγο από όλα που ξεκίναγε με ροκ και ψυχεδελικές μελωδίες αλλά δεν έλειπαν οι latin και funky ρυθμοί. Η σημαντική αλλαγή στον ήχο τους συνέβη με τον δίσκο "Modern Times" (1981) όπου οι συνθέσεις έγιναν πιο μελωδικές και aor και χάριν της ερμηνευτικής δεινότητας του Mickey Thomas αλλά ήταν και απαίτηση της δισκογραφικής τους εταιρίας ελέω ΜΤV ώστε να κάνουν ακόμη περισσότερες εμπορικές επιτυχίες. 
Βέβαια τα πρώτα σημάδια της αλλαγής είχαν φανεί με το προηγούμενο δίσκο τους "Freedom at Point Zero" (1979)  και το υπέροχο τραγούδι "Jane".
 

Παρακάτω επιλέγουμε μερικές από τις πιο αγαπημένες συνθέσεις Jefferson Starship με το ανάλογο σχόλιο μας.
 
"Ride the Tiger"
Album: "Dragon Fly" (1974)
Το ντεμπούτο άλμπουμ τω Αμερικανών δεν κάνει ιδιαίτερη επιτυχία ενώ το πνεύμα των Jefferson Airplane παραμένει ζωντανό όπου κυριαρχεί αυτό που λέμε "αυθαίρετα" το χίπικο ροκ. Τόσο η κιθάρα του Paul Kantner όσο και τα διπλά φωνητικά μας χαρίζουν ένα θαυμάσιο κομμάτι.

"Miracles"
Album: "Red Octopus" (1975)
Με το δεύτερο άλμπουμ τους οι Jefferson Starship κτυπούν την κορυφή των ΗΠΑ τσαρτ και οι πωλήσεις εκτοξεύονται. Η συγκεκριμένη σύνθεση είναι εμπνευσμένη από τον Ινδό γκουρού Sathya Sai Baba και ουσιαστικά είναι μια ωραία, καλά ενορχηστρωμένη ερωτική μπαλάντα που φέρνει την υπογραφή του Marty Balin και έφτασε μέχρι το νο 3 του Billboard.

"Play on Love"
Album: "Red Octopus" (1975)
Η συμβολή του βιολινίστα Papa John Creach και των πλήκτρων στην εν λόγω σύνθεση είναι σημαντική αλλά η ερμηνεία της Grace Slick είναι εξίσου απολαυστική δίνοντας ένα πιο χαρούμενο χαρακτήρα.
 

"Ηot Water"
Album: "Spitfire" (1976)
Δυναμική ροκ σύνθεση με την Grace Slick να την απογειώνει με την ερμηνεία της σε μία ξέφρενη εκτέλεση. Τα εύσημα ανήκουν και στον μπασίστα Pete Sears που είναι και ο εμπνευστής του κομματιού.

"St. Charles"
Album: "Spitfire" (1976)
Ένα ταξιδιάρικο κομμάτι σε μουσική των Kantner και Chaquico αλλά αυτό που χαρακτηρίζει την σύνθεση είναι οι ποιητικοί στίχοι βάζοντας ένα Άγιο να τραγουδά για την αγάπη. Εξίσου δυνατό σημείο και το κιθαριστικό σόλο.

"Count on Me"
Album: "Earth" (1978)
Εδώ την σύνθεση υπογράφει ο παραγωγός Jesse Barish που βοηθούσε το σχήμα αλλά δεν ήταν επίσημο μέλος του. Μια γλυκιά μπαλάντα που κυριαρχεί το πιάνο και σκαρφάλωσε μέχρι το νο 8 των ΗΠΑ τσαρτ.
 "Runaway"
Album: "Earth" (1978)
Ακόμη μία όμορφη μπαλάντα με την υπέροχη φωνή του Marty Balinκαι είναι γραμμένη από τον Nicholas Q. Dewey ενώ έφτασε  στο #12 στο αμερικανικό Billboard Hot 100.
 

"Jane"
Album: "Freedom at Point Zero" (1979)
Ένα από τα κορυφαία τραγούδια των Jefferson Starship όπου πλήκτρα, κιθάρες και φωνητικά δημιουργούν μία μοναδική μελωδική ροκ πανδαισία και κατάφερε να φτάσει το #14 των ΗΠΑ τσαρτ ενώ το περιοδικό Billboard το αποθέωσε στην κριτική του.
 
"Rock Music"
Album: "Freedom at Point Zero" (1979)
Στο συγκεκριμένο άλμπουμ ντεμπούτο με την μπάντα εκτός από τον τραγουδιστή Mickey Thomas έκανε και ο πολύπειρος ντράμερ Aynsley Dunbar που μόλις είχε φύγει από τους Journey παίζοντας εδώ σε μία κλασική αμερικάνικη δυναμική ροκ σύνθεση.
 
 "Just the Same"
Album: "Freedom at Point Zero" (1979)
Από τα τραγούδια που έχουν μία ξεχωριστή γοητεία και τρομερή ενορχήστρωση με τον Mickey Thomas να εντυπωσιάζει τόσο με το πάθος του όσο και με τις υψηλές φωνητικές του επιδόσεις.
 
"Find Your Way Back"
Album: "Modern Times" (1981)
Όλο το άλμπουμ έχει έναν aor χαρακτήρα με το MTV να δίνει αρκετό βήμα στους Jefferson Starship για ευνόητους λόγους. Θαυμάσια μελωδική σύνθεση που φέρει τη υπογραφή του κιθαρίστα Craig Chaquico.
 
"Stranger"
Album: "Modern Times" (1981)
Η Grace Slick έχει επιστρέψει στην μπάντα μετά από τρία χρόνια απουσίας κάνοντας μία υπέροχη ερμηνεία και μαζί με τα επίμονα τύμπανα του Aynsley Dunbar μας χαρίζουν μία εκπληκτική σύνθεση.
 
"Save Your Love"
Album: "Modern Times" (1981)
Λιτή, όμορφη σύνθεση χωρίς να εντυπωσιάζει αλλά με ένα ρεφρέν που σου κολλάει το μυαλό. Όλα αυτά με την σφραγίδα του μπασίστα Pete Sears.
 
"Winds of Change"
Album: "Winds of Change" (1982)
Μία μελαγχολική-νοσταλγική σύνθεση όπου το φωνητικό ντουέτο των Grace Slick και Mickey Thomas μόνο ανατριχίλες μπορεί να προκαλέσει. 

"Be My Lady"
Album: "Winds of Change" (1982)
Πάλι ο μπασίστας Pete Sears αναδεικνύει το συνθετικό του ταλέντο γράφοντας μία πανέμορφη μπαλάντα ενώ το αντίστοιχο βίντεο κλιπ δημιουργεί μία ανάλογη ατμόσφαιρα.
 
 "Can't Find Love"
Album: "Winds of Change" (1982)
Απίθανο κομμάτι που ξεκινά ήρεμα και ατμοσφαιρικά και εξελίσσεται σε μία ορμητική μελωδική ροκ σύνθεση.
 
"No Way Out"
Album: "Nuclear Furniture" (1984)
Κλασική aor σύνθεση, την οποία υπογράφει ο Αυστριακός παραγωγός Peter Wolf και η γυναίκα του Ina (καμία σχέση με τους J. Geils Band) ενώ το ανάλογο βίντεο κλιπ αποτελεί τον ορισμό της '80ς αισθητικής.
 
 
"Layin' It on the Line"
Album: "Nuclear Furniture" (1984)
Σε αυτό το άλμπουμ ο Paul Kantner, είχε αγανακτήσει με τη πορεία του γκρουπ σε σημείο να κλέψει τις ταινίες των ηχογραφήσεων και δεν θα τις επέστρεφε αν δεν είχε τον πρώτο λόγο στην μίξη του δίσκου. Τελικά του έγινε το χατίρι  αλλά μετά την κυκλοφορία αποχώρησε από την μπάντα. Το εν λόγω τραγούδι έχει και κοινωνικοπολιτικό στίχο.
 
"Sorry Me, Sorry You"
Album: "Nuclear Furniture" (1984)
Μοναδική αλλά αδικημένη σύνθεση για τους Jefferson Starship . Φανταστικό ρεφρέν με το φωνητικό ντουέτο των Grace Slick και Mickey Thomas  να σε καθηλώνουν με τις ερμηνείες τους. Από τους απόλυτους AOR ύμνους!
 

"Let me fly"
"Windows of Heaven" (1998)
Μετά την διάλυση της μπάντας στα μέσα των '80ς και την μετατροπή τους σε Starship, οι εναπομείναντες Jefferson Starship επιστρέφουν στα τέλη του περασμένου αιώνα με μόνα αρχικά μέλη τους Paul Kantner και Marty Balin. Αξιοπρεπέστατο άλμπουμ με πολλές sixties αναφορές. 

"Setting Sun"
Album: "Mother of the Sun" (2020)  
Το 2016 πεθαίνει ο Paul Kantner και το 2018 αποβιώνει ο Marty Balin με αποτέλεσμα να επιστρέψει στους Jefferson Starship ο David Freiberg στα 82 του (!!!) μαζί με τον Pete Sears δημιουργώντας ένα όντως εξαιρετικό Ε.Ρ. με το "Setting Sun" να είναι μία συναρπαστική σύνθεση.
 
Φώτης Μελέτης

Πέμπτη 7 Ιουλίου 2022

Schon & Hammer: H άγρια μελωδική πλευρά της jazz rock

 Schon & Hammer: Untold Passion / Here To Stay – Proper Music

Τι συμβαίνει άραγε όταν δύο μεγάλες μουσικές προσωπικότητες συναντιούνται και οι οποίες έχουν διαφορετικές ηχητικές αφετηρίες; Οι απαντήσεις ποικίλουν αλλά πάντα έχει ενδιαφέρον να ψάχνεις και να ανακαλύπτεις την γοητεία άλμπουμ που έχουν μία ξεχωριστή ατμόσφαιρα.

Κάτι ανάλογο συνέβη με την σημαντική συνάντηση δύο σπουδαίων μουσικών στις αρχές της δεκαετίας του '80, η οποία ακόμη και σήμερα μνημονεύεται για το εξαιρετικό αποτέλεσμα της. Ο λόγος για την συνεργασία του Neal Schon με τον Jan Hammer που μας χάρισαν δύο πολύ καλά άλμπουμ με το πρώτο να κερδίζει τις εντυπώσεις.
Ας δούμε όμως συνοπτικά την πορεία των δύο μουσικών και έπειτα να παρουσιάσουμε τις δύο στούντιο κυκλοφορίες τους.

O Τσεχο-Αμερικανός jazz-rock οργανίστας Jan Hammer είχε από την παιδική του ηλικία όλα τα εφόδια για να γίνει ένας μεγάλος μουσικός.
Γεννημένος στην Πράγα, τον Απρίλιο του 1948, η μητέρα του ήταν επαγγελματίας τραγουδίστρια και πατέρας του ήταν γιατρός αλλά λάτρης της κλασικής μουσικής μιας έπαιζε Vibraphone και μπάσο. Από τεσσάρων ετών ξεκίνησε την διδασκαλία πιάνου και στο γυμνάσιο έφτιαξε ένα jazz τρίο με το οποίο κυκλοφόρησαν ένα άλμπουμ το 1968 με τίτλο "Malma Maliny".
Εκείνη την περίοδο όμως εισέβαλαν οι Σοβιετικοί στην Πράγα, και ο J. Hammer διέκοψε αναγκαστικά τις σπουδές του με συνέπεια να αναγκαστεί να πάει στις ΗΠΑ ώστε να τις συνεχίσει εκεί, λαμβάνοντας υποτροφία από το Berklee School of Music.


Το μουσικό ταλέντο και συνθετική του ιδιοφυΐα εκτιμήθηκε ιδιαίτερα από τους Mahavishnu Orchestra, ένα σχήμα που έπαιζαν τα "ιερά τέρατα" της jazz/fussion μουσικής όπως ο κιθαρίστας John McLaughlin, ο μπασίστας Rick Laird, ο ντράμερ Billy Cobham και ο βιολινίστας Jerry Goodman. Εκτός από τον άριστο περφεξιονισμό του, ο J. Hammer ξεχώρισε και από ένα άλλο γεγονός ότι ήταν o πρώτος που έπαιξε με το συνθεσάιζερ Minimoog Moog επί σκηνής.
Έπειτα όλα είχαν πάρει τον δρόμο τους αφού ακολούθησε η συνεργασία με τον κιθαρίστα Jeff Beck και με τον θρυλικό Al Di Meola καθώς και επιλεγμένες σόλο κυκλοφορίες.
Η μεγάλη επιτυχία όμως για τον Jan Hammer και ο δικός του προσωπικός θρίαμβος ήρθε με το εξαίσιο ορχηστρικό θέμα με τίτλο "Crockett's Theme" της πετυχημένης τηλεοπτικής αστυνομικής σειράς "Μiami Vice" τo 1985. Το συγκεκριμένο soundtrack κατόρθωσε να σκαρφαλώσει στο νούμερο ένα των Αμερικάνικων charts και να γίνει τέσσερις φορές πλατινένιο.
Πριν όμως από αυτή την κομβική και καθοριστική στιγμή για τον Jan Hammer με την οποία τον έμαθε όλη η υφήλιος είχαν προηγηθεί δύο στούντιο κυκλοφορίες με τον κιθαρίστα των Journey Neal Schon.
Ο Αμερικανός κιθαρίστας γεννημένος στις 27 Φεβρουαρίου του 1954, είχε κι αυτός την τύχη, οι γονείς του να λατρεύουν την μουσική μιας και η μητέρα του ήταν τραγουδίστρια και ο πατέρας του ήταν jazz παραγωγός και παράλληλα τενόρος /σαξοφωνίστας. Ο Γερμανοιταλικής καταγωγής Neal Schon έδειξε από πιτσιρικάς το μεγάλο του ταλέντο, με σημείο αναφοράς την παρουσία του ως κιθαρίστας στη μπάντα του C. Santana εμφανιζόμενος μάλιστα στο περίφημο Woodstock σε ηλικία μόλις 17 ετών ενώ συμμετείχε και σε δύο άλμπουμ τα: "Santana III' (1971) και "Caravanserai" (1972) ενώ μετά δημιούργησε τους Azteca.
Η συνέχεια είναι λίγο πολύ γνωστή αφού σχηματίζει τους Journey με τους οποίους μεγαλουργεί, κάνει σόλο κυκλοφορίες ενώ δημιουργεί κι άλλα γκρουπ (
HSAS, Hardline, Bad English).
Την περίοδο λοιπόν που οι Journey έχουν κάνει την μεγάλη εμπορική στροφή με το εξαιρετικό "Escape" (1981), o Neal Schon αναζητούσε μία μουσική δραπέτευση που θα συνδύαζε τις art/jazz ενορχηστρώσεις, τις aor μελωδίες και παράλληλα τους πιο hard/rock ήχους.
Σύμμαχο σε αυτή την αναζήτηση βρήκε τον Jan Hammer αφού εκείνος έψαχνε ουσιαστικά το "αντίθετο" δηλαδή λιγότερη jazz και περισσότερο rock μιας και ήθελε να ξεφύγει από τα τετριμένα περφεξιονιστικά παιξίματα ενώ επιπρόσθετα δήλωνε κουρασμένος από τις περιοδείες του με τον Jeff Beck. Οπότε αφού συμφώνησαν στα διαδικαστικά (συμβόλαια, δικαιώματα) αποφάσισαν να ενώσουν  ταλέντο και έμπνευσή και κυκλοφορούν τον παρθενικό τους δίσκο.


 

To ντεμπούτο τους τιτλοφορείτο "Untold Passion" και βγήκε στην αγορά τον Νοέμβριο του 1981 ηχογραφημένο στο οικιακό στούντιο του Jan Hammer και οι σολιστικές μονομαχίες των δύο μουσικών είναι εκπληκτικές.
Το σούπερ δίδυμο συμπληρώνει o πολύπειρος μπασίστας Colin Hodgkinson (Αlexis Corner, Whitesnake, Cozy Powell, Mick Jagger), o οποίος βοηθά και στο συνθετικό επίπεδο σε πέντε κομμάτια του άλμπουμ και είναι ο αφανής ήρωας του εν λόγω project. Tα κυρίως φωνητικά αναλαμβάνει ο Neal Schon και στα τύμπανα ο Jan Hammer ξεδιπλώνει ακόμη ένα οργανοπαικτικό χάρισμά του.

Το άλμπουμ ξεκινά με έναν ροκ δυναμίτη, το "Wasting Time", όπου οι αναφορές στον J. Hendrix  είναι έντονες με τους Schon και Ηammer να κοντράρονται στα σόλα και να δίνουν μία ολίγον παρανοϊκή διάσταση στο κομμάτι. Ακολουθεί το υπέροχο "I'm Talking to You" σε μπητλική διάθεση ενώ το ορχηστρικό "The Ride" φέρει αποκλειστικά την υπογραφή του J. Hammer με τον κιθαρίστα των Journey να κάνει ένα απίστευτο καταιγιστικό σόλο στο φινάλε.
H συνέχεια ανήκει στο "I'm Down" που είναι ένα μείγμα ανάμεσα σε Frank Zappa, Cream, Hendrix και Deep Purple. Στο "Arc" κυριαρχούν οι αρμονίες και οι μελωδικές γραμμές του J. Hammer ενώ το "It's Alright" είμναι μία εκπληκτική "προοδευτική" ροκιά. Ακολουθεί το "Hooked on Love" που εκπλήσσει με την ιδιαίτερη μελωδική του γραμμή αφού ανακατεύει sixties μελωδίες, space φωνητικά που κορυφώνονται σε ένα aor ρεφρέν.  Το ορχηστρικό "On the Beach" φέρει την υπογραφή του N. Schon και είναι μία ογκώδης και συνάμα τεχνική σύνθεση στην οποία αναδεικνύεται το ταλέντο και των τριών μουσικών. Το άλμπουμ κλείνει με το ομότιτλο instrumental κομμάτι όπου η η κιθάρα του N. Schon ακούγεται συγκινητική και υπέροχη.
Οι κριτικές για το "Untold Passion" ήταν διθυραμβικές σε σημείο που ορισμένα μουσικά περιοδικά (η ευρωπαϊκή έκδοση του Rolling Stone) να το ανακηρύξουν  άλμπουμ της χρονιάς αλλά εμπορικά το άλμπουμ δεν "τράβηξε".
Οπότε το απρόβλεπτο δίδυμο ξαναμπήκε στο στούντιο παρέα με τον μπασίστα 
Colin Hodgkinson (θαυμάσια απόδοση κι σε αυτό το άλμπουμ) για την δεύτερη κυκλοφορία τους και τον Δεκέμβριο του 1982 κυκλοφορούν το "Here to Stay

 
Στα δεύτερα φωνητικά προστίθεται ο Glen Burtnik πριν γίνει ευρύτερα γνωστός αργότερα με την συμμετοχή τους στους Styx, o οποίος ξεκίνησε την καριέρα του παίζοντας τον John Lennon στο Broadway σε μία μια παραγωγή με την ονομασία Beatlemania στημένη από τον Paul McCartney.
Ο δίσκος ξεκινά με ένα aor ύμνο, το "No More Lies" και ακολουθεί η μπαλάντα "Dont Stay Away".
Ακολουθεί το αργόσυρτο και μέτριο "(You Think You're) So Hot" ενώ το "Turnaround" σε κερδίζει από το κιθαριστικό θέμα που παίζει ο Schon και το απίθανο σολάρισμα του Hammer! Στο ροκέ και σπιντάτο "Self Defense" επιστρατεύονται τρία μέλη των Journey. O μπασίστας Ross Valory, ο ντράμερ Steve Smith (που κάνει και την διαφορά) και η μεγάλη έκπληξη είναι ο τραγουδιστής Steve Perry που κάνει τα backing vocals.
Η συνέχεια ανήκει στο "Long Time" που έχει μία πιο μελωδική διάθεση ενώ η μπαλάντα "Time Again" ακούγεται ταξιδιάρικη θυμίζοντας αμυδρά Pink Floyd.
To "Sticks and Stones" ακολουθεί πιο mainstream φόρμες ενώ το ορχηστρικό "Peace of Mind" ακούγεται γαλήνιο. Το άλμπουμ κλείνει με το "Covered by Midnight", μία σαγηνευτική σύνθεση την οποία συνυπογράφει και ο Steve Perry.
H εμπορική απήχηση του άλμπουμ ήταν απογοητευτική παρότι το "No More Lies" προωθήθηκε από το MTV χωρίς όμως ιδιαίτερη επιτυχία.
Η παρέα των Schon& Hammer δεν είχε συνέχεια με τρίτο άλμπουμ με συνέπεια να μην υπάρξει κάτι καινούργιο όλα αυτά τα χρόνια. Για όλους εμάς, τους λεγόμενους "παλιοημερολογίτες" της ροκ μουσικής οι συγκεκριμένες δύο κυκλοφορίες αποτελούν μία μικρή όαση ακόμη και σήμερα γεμάτες αναμνήσεις και όμορφες συγκινήσεις.

 
ΥΓ: Στην επανέκδοση του "Untold Passion" το 2017 περιλαμβάνεται το πανέμορφο ορχηστρικό "Planet Empathy" ενώ στην επανέκδοση του "Here to Stay" της ίδιας χρονιάς περιέχεται ως bonus track το "Weekend Heaven".
Επίσης το 1998 κυκλοφόρησε η συλλογή
"Neal Schon & Jan Hammer Collection: No More Lies".
 
 
Φώτης Μελέτης

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...