Πέμπτη 2 Απριλίου 2015

FM : "Heroes and Villains"



Το "Heroes and Villains" είναι το πολυαναμενόμενο ένατο στούντιο άλμπουμ των FM, της θρυλικής αυτής μπάντας, το οποίο ακολουθεί τα επιτυχημένα Rockville άλμπουμ που κυκλοφόρησαν το 2013.



Οι FM όλα αυτά τα χρόνια, όλα αυτά τα τόσο επιτυχημένα χρόνια της καριέρας τους έχουν κυκλοφορήσει πολλά σπουδαία και αξιομνημόνευτα δισκάκια όπως τα "Tough It Out "και "Aphrodisiac" και περιόδευσαν σε όλο τον κόσμο με πολλούς καταξιωμένους καλλιτέχνες όπως η Tina Turner, Meat Loaf, ο Gary Moore, οι Status Quo και με τους μεγάλους Bon Jovi στην περιοδεία του “Slippery When Wet ".
Το 2010, το "Metropolis" ήταν γεγονός και οι FM περιόδευσαν εκτενώς με μπάντες όπως οι Thin Lizzy, Foreigner και Europe και συμμετείχαν σε διάφορα φεστιβάλ.
Το 2013, ήρθε η ώρα για δύο πραγματικά πολύ καλούς δίσκους, τα Rockville Ι και ΙΙ, για να έρθει το σήμερα και το νέο πόνημα της μπάντας με τίτλο "Heroes and Villains".
Οι FM λοιπόν με αυτό το νέο άλμπουμ έρχονται με φόρα και αρκετή έμπνευση για να μας προσφέρουν ακόμη ένα διαμαντάκι που στέκεται επάξια δίπλα στους παλιούς τους κλασσικούς πλέον δίσκους.
Το δυνατό τους χαρτί είναι για ακόμη μια φορά ο Steve Overland, ο οποίος "γεμίζει" κάθε τραγούδι με τις υπέροχες του ερμηνείες. "Digging Up The Dirt" για αρχή και προσωπικά το συγκεκριμένο τραγούδι είναι από τις καλύτερες στιγμές του δίσκου .
Στη συνέχεια, το "You're The Best Thing About Me" είναι ένας μελωδικός ροκ δυναμίτης που σε στέλνει πίσω στα τέλη των 80’s με την Def Lepard-ish αισθητική του. Τα "Life Is A Highway" και "Fire And Rain" κινούνται σε πιο hard rock φόρμες ενώ με το "Incredible" έχουμε να κάνουμε με την πρώτη μπαλάντα του δίσκου.
Τυπικό FM αργό κομμάτι με τν απαραίτητη έκρηξη και περιλαμβάνει μια απίστευτη (θυμίζει πάλι Def Leppard) μελωδία, ωραίες αρμονίες και υπέροχες ερμηνείες από τον Overland. Up-tempo ρυθμοί και πάλι με την εξαιρετικά πιασάρικη μελωδία του "Call On Me" (ακόμη ένα highlight) για να ακούσουμε και κάτι πιο ‘heavy’ με το δυνατό "Big Brother".
Πιστεύω πως αποτύπωσα τα με τον καλύτερο τρόπο τις εντυπώσεις μου από το νέο πόνημα αυτής της πραγματικά θρυλικής μπάντας!
Οι FM επέστρεψαν δριμύτεροι με ένα εντυπωσιακό άλμπουμ που συνδυάζει άψογα το τότε με το τώρα και το αποτέλεσμα είναι σχεδόν τέλειο!!

Βασίλης Χασιρτζόγλου

Τετάρτη 1 Απριλίου 2015

Nightwish: "Endless Forms Most Beautiful"



Επιστροφή μετά από τέσσερα χρόνια δισκογραφικής αποχής για
τους Nightwish. Έχοντας πλέον ξεπεράσει το εμπόδιο, τα θέματα που δημιούργησε η Annete Olzon αλλά και το πρόβλημα της τραγουδίστριας του σχήματος, το οποίο φαίνεται πως λύθηκε (τελείως; προσωρινά;) με την έλευση της ολλανδέζας Floor Jansen (Ex After Forever) δίνοντας κάποιες συναυλίες και κυκλοφορόντας ήδη ένα live album (Showtime, Storytime 2013), ήρθε η ώρα να δούμε τι γίνεται και από πλευρά στούντιο.

Ednless Forms Most Beautiful τιτλοφορείται το νέο τους πόνημα και στόχος τους είναι να δημιουργήσουν ένα νέο φάσμα οπαδών προσπαθώντας παράλληλα να κερδίσουν το χαμένο έδαφος από τις προηγούμενες πληγές τους. Για αυτόν τον λόγο τα μέλη του σχήματος αυξάνονται κατά ένα με τον Troy Donockley να αναλαμβάνει και επίσημα χρέη uilleann pipes, bodhrán, flute, tin whistle, backing vocals. Αυτό που δεν ξέρουμε ακόμα όμως είναι τι γίνεται με την θέση του ντράμερ η οποία χήρεψε όταν ο Jukka Nevalainen εγκατέλειψε την μπάντα το 2014. Την θέση του πήρε ο Kai Hahto τόσο για τις ζωντανές εμφανίσεις αλλά και στον νέο δίσκο, χωρίς όμως να έχει παρουσιαστεί επίσημα σαν το νεότερο μέλος τους, ενώ αναφέρεται και σαν επιπρόσθετος μουσικός. Στην επίσημη σελίδας τους πάντως σαν ντράμερ, αναφέρεται ακόμα ο Jukka.
Στον δίσκο αυτό, συμμετέχουν και οι Richard Dawkins που κάνει τα narrations, ο Pip Williams στα orchestral arrangements και οι Metro Voices τα choir.
Στο σύνολο του, θα συναντήσουμε έντεκα συνθέσεις με την διάρκειά τους να αγγίζουν συνολικά τα 80 λεπτά περίπου. Το ύφος που τους είχαμε μάθει τόσα χρόνια, εξακολουθεί να υπάρχει και η σπίθα δεν έσβησε. Αντίθετα, αυξήθηκαν τα συμφωνικά στοιχεία και τα κέλτικα, αντλώντας χώρο από τα πλήκτρα, όπως και τα κινηματογραφικά στοιχεία. Αυτό που φαίνεται πως έχει χαθεί καθώς για τρίτη συνεχόμενη δουλειά τους απουσιάζει από άλμπουμ τους, είναι τα οπερετικά φωνητικά. Αυτό είναι το ένα κομμάτι σε συνδυασμό με την προηγούμενη αναφορά που αγάπησα στους Nightwish και η αλήθεια είναι πως με χαλάει όταν τους έχω μάθει έτσι, να συνεχίζουν την στροφή που κάνανε μετά τον διωγμό της Tarja.
Στο στούντιο, όλα είναι δυνατά και τις δυνατότητες της Floor, αν μη τι άλλο τις γνωρίζουμε πολύ καλά τόσο από το προηγούμενο σχήμα της όσο και από τις εμφανίσεις της με τους Nightwish. Δεν είμαι φαν της Olzon, ούτε υπήρξα ποτέ, όμως εδώ δεν βρίσκω κάποια διαφορά με εκείνη όσον αφορά το στούντιο κομμάτι της υπόθεσης. Στέκεται πολύ καλά, στερούμενη όμως το να τραγουδήσει σαν σοπράνο για άγνωστους λόγους.
Κάτι που έκανε και η προκάτοχός της, άσχετα με το αν δεν το κατείχε το άθλημα έτσι και αλλιώς. Έχοντας σαν βάσει αυτά τα δεδομένα, φτάνουμε στο συμπέρασμα ότι η Tarja έφυγε επειδή ήθελαν (-ε) να κάνουν στροφή στον πιο “pop rock” ήχο και προφανώς να παραγκωνίσουν τα οπερετικά φωνητικά.
Για αυτό επέλεξαν και την Olzon να την αντικαταστήσει. Τα συμπεράσματα δικά σας.. Κάπως έτσι επομένως, φτάσαμε στο σήμερα με τα φωνητικά να αλλάζουν κατεύθυνση, θέλοντας κάποιον να μπορεί να ερμηνεύσει τις παλαιότερες συνθέσεις αλλά να ανταπεξέρχεται στο ύφος που επέλεξαν πλέον να κινηθούν.
Η στροφή αυτή τους φέρνει πιο κοντά σε αυτό που πρεσβεύουν οι Avantasia, παρά αυτό που είχαν στο ξεκίνημά τους. Το νόμισμα όμως έχει πάντα δύο όψεις και συνεχίζουν να ρισκάρουν. Το αν θα τους βγει, θα το δείξει ο χρόνος.
Οι συγκρίσεις είναι αναπόφευκτες μιας και μιλάμε για το ίδιο σχήμα και ο ρόλος της Jansen ακόμα πιο δύσκολος. Καλείται να αποδείξει ότι μπορεί να ανταπεξέλθει. Το θέμα είναι τα καταφέρνει; Η απάντηση είναι πως ναι, τα πάει μια χαρά. Είναι πολύ καλύτερη από την Olzon αλλά όχι καλύτερη από την Tarja.
Στις συναυλίες ακούγεται σουπερ και εδώ έρχεται το μεγάλο ερώτημα πως είναι στο στούντιο; Και εκεί, ακούγεται μια χαρά και τα πάει περίφημα. Σχεδόν όλα τα στοιχεία - πλην των φωνητικών - που αγαπήσαμε είναι ακόμα εδώ και αυτό φαίνεται ξεκάθαρα μέσα από τα νέα τραγούδια τους.
Το πάντρεμα τους, οδηγεί σε έναν γάμο After Forever με Nightwish και είναι λίγο δύσκολο από την μια όταν τους έχεις μάθει αλλιώς να τους αποδεχτείς έτσι. Και η ζυγαριά τελικά, γέρνει στο να ακούγονται σαν After Forever με την προσθήκη του Tuomas παρά σαν Nightwish. Αλλά αυτό δεν είναι κάτι που χρεώνεται η ίδια.
Επικεντρωμένοι πλέον σε αυτό το ύφος θα δούμε μέσα από τις νέες συνθέσεις πως κάποια τραγούδια θέλανε οπερετικά φωνητικά, όπως το ομώνυμο για να αναδειχτούν στο έπακρο. Και αυτό είναι καθαρά επιλογή του Μαέστρου Holopainen για δικούς του λόγους.
Κατά την ακρόαση του, φτάνουμε στο τελευταίο τραγούδι που διαρκεί 24 λεπτά και είναι η μεγαλύτερη σύνθεση τους έως τώρα. Ένα πολύ όμορφο μακροσκελές τραγούδι με πολλά συμφωνικά, κινηματογραφικά και  κέλτικα στοιχεία. Άνετα θα μπορούσε να γίνει ταινία μικρού μήκους.
Δύσπεπτο και κουραστικό στο άκουσμα του γιατί είναι πολλά αυτά που χρειάζεται να κατανοήσει ο ακροατής αλλά μαγευτικό από την άλλη, το οποίο απαιτεί πολλαπλές ακροάσεις για να μπορέσει κάποιος να βγάλει σίγουρο συμπέρασμα
. Επίσης, έτσι όπως είναι δομημένο, τα οπερετικά φωνητικά διεκδικούσαν επάξια την θέση τους γιατί είναι οι “Nightwish και όμως ούτε εδώ το συναντήσαμε αυτό.
Ερχόμαστε τώρα στο τελικό αποτέλεσμα.  Το Endless Forms Most Beautiful, είναι ότι καλύτερο έχουν παρουσιάσει μετά την εποχή της Tarja στα φωνητικά. Όχι, δεν είναι το καλύτερο της καριέρας τους, αυτό είναι το Once με τεράστια διαφορά. Σηματοδοτεί την έναρξη μιας νέας εποχής για τους Nightwish, γκρεμίζοντας τις ελπίδες μας να τους δούμε στο παλιό ύφος με εκείνα τα φοβερά φωνητικά.
Το θέμα είναι αν ο ακροατής επιθυμεί να ακούσει τους After Forever με την προσθήκη του Tuomas σαν συμπρωταγωνιστή κι να αποδεχτεί ότι αυτό είναι πλέον οι Nightwish γιατί έτσι επέλεξε ο Tuomas ή θα πει εντάξει, είναι τόσες μπάντες που κάνουν το ίδιο πράγμα με αυτούς, οι Nightwish διαφέρανε σε αυτό, τώρα που κάνανε αυτή την στροφή δεν διαφέρουν από τις άλλες, so what?
Και τι είναι αυτό που τελικά θέλει ο Tuomas;; Να ηγηθεί της  Ά εθνικής ή να παίξει ποδόσφαιρο σε ομάδα β κατηγορίας κρατώντας χαμηλούς τόνους;
Το άλμπουμ αξίζει την προσοχή σας και έχει γίνει πραγματικά φοβερή δουλειά, όχι όμως για να κυκλοφορήσει κάτω από την ταμπέλα Nightwishγια τους λόγους που προανέφερα και αυτήν την φορά, δεν ευθύνεται η τραγουδίστρια.. No more excuses Tuomas.

Γιώργος Βαλιμίτης

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2015

Design: "In Other Words"


Αλήθεια είναι ότι με τις σελίδες κοινωνικής δικτύωσης δεν πολυασχολούμαι. Tον ένα λογαριασμό που κατέχω, τον δημιούργησα για να παρακολουθώ και να κοινωνώ με πρόσωπα της μουσικής που με ενδιαφέρει. Eπίσης αληθινό είναι το γεγονός , ότι ανακάλυψα και συνδέθηκα με ανθρώπους που πέρα από τις επιφανειακές και τετριμμένες τυπικότητες φιλίας, είχαν και έχουν κάτι να πουν’ είτε ανθρώπινο, είτε καλλιτεχνικό!

Και έρχομαι στο δια ταύτα πριν ο φίλτατος αρχισυντάκτης Φώτης Μελέτης με ανακαλέσει στην τάξη για τον σχοινοτενή πρόλογο  και θυμάμαι πριν ενάμιση χρόνο τη γνωριμία μου με ένα ελληνικό συγκρότημα που παίζει στο μελωδικό / A.O.R  ηχοχώρο, τους Farraday!!!
Όταν δε, είχα την καλή συγκυρία να τους δω και ακούσω στον πάντοτε φιλόξενο χώρο του  Bat City  Club της Αθήνας , γνώρισα και τους εξαίρετους μουσικούς που  έπαιζαν με τον δημιουργό της μπάντας Roy Da Vis,τους γνωστούς μουσικούς και ικανότατους χειριστές των οργάνων τους, όπως τον Jimmy Serra στο μπάσο, και τον Chris Crystal στα τύμπανα, όπου έδωσαν μπροστά στο αθηναϊκό κοινό απτές εικόνες και ακούσματα του μουσικού ταλέντου και του πάθους τους για τη μουσική που υπηρετούν και γουστάρουν και μας αρέσει.
Η χαρά μου ήταν μεγάλη λοιπόν όταν έμαθα , ότι ο Jimmy Serra στο μπάσο , ο  Chris Crystal στα τύμπανα συνεπικουρούμενοι από τους Geo Mats στην κιθάρα που προστέθηκε στις αρχές του 2010 στο αρχικό σχήμα , ενώ η μπάντα  πήρε την τελική της μορφή με την προσθήκη του Johnny Sc στο πιάνο & τα πλήκτρα και της Ili Kar στη φωνή.
 Οι Design συνθέτουν δική τους μουσική και κυκλοφόρησαν το πρώτο τους άλμπουμ με τον τίτλο "In Other Words" στην FM Records. Έχω λοιπόν 5 μέρες και άλλο cd δεν παίζει στα cd players σπιτιού κι αυτοκινήτου εκτός από αυτό!! Λοιπόν: πλήκτρα, ευφάνταστες κιθαριστικές  διαδρομές και δυναμική rhythm section! Ακριβώς αυτή είναι η εικόνα! Με το ''In Other Words''  τα φωνητικά της Ili  Kar  να παρουσιάζουν ομοιότητα με τις καλύτερες παρόμοιου ύφους τραγουδίστριες και με ακόμη πιο μοντέρνα προσέγγιση, η ουσία είναι ότι πρόκειται για άνω του μέσου όρου AOR/μελωδικού hard rock  μπάντα!
Η δε φωνή της καλλιτέχνιδας θυμίζει διασταύρωση Wilson(Heart),  Janet Gardner (Vixen) , με αρκετή δόση από  Robin Beck.
Εάν συνυπολογίσουμε,  τις συνθέσεις , τους ικανότατους μουσικούς και την εξαιρετική τραγουδίστρια έχουμε την τέλεια συνταγή: AOR, μελωδικό  hard rock… η κλασική παραγγελία στα 80ς!
Οι εγχώριοι μουσικοί δημιουργούν εξαιρετικά ακούσματα μουσικότητας, με ταιριαστές  δοσολογίες σε πλήκτρα, καθώς οι "πλούσιες" συνθέσεις και η φωνή της πολυτάλαντης Ili καθηλώνουν τον ακροατή.
Oι ευκολομνημόνευτα χορωδιακά φωνητικά και πιασάρικες ενορχηστρώσεις  εντυπωσιάζουν και προσωπικά δε βρήκα σύνθεση filler ενώ ήδη με το εναρκτήριο και ομότιτλο πρώτο τραγούδι απογειώνεσαι. Ίσως και τα υψίσυχνα φωνητικά συμβάλλουν σε αυτήν την απογείωση, η ατμοσφαιρική εισαγωγή αλλά και το ευφάνταστο κιθαριστικό ριφ.
Προσωπικά αγαπημένο από την πρώτη ακρόαση, ακολουθεί το “Breakout” το “Every Day” με εξαίρετες κιθάρες, το τέλειο  FM radio – πίσω στα  80’ς που ο "πειρατικός σταθμός" στη γενέθλια  πόλη μου, όπου για 2 ώρες σε ανάλογου ύφους εκπομπή  που παρουσίαζα , έπαιζε μόνο τέτοια "άσματα"!
Το “The Meaning of Love” με εισαγωγή ala  Satriani και jazzέ πλήκτρα/πιάνο, την κιθάρα να κελαηδάει μετά από εκπληκτικό σολάρισμα , εάν δε σας θυμίζει τη υπερμπάντα των Toto , προφανώς διαβάζετε λάθος ιστοσελίδα.
Στο ίδιο ύφος και τα υπόλοιπα, με το ορχηστρικό “Twenty Eight”  σε ταξιδεύει μακριά για 1’και 35’’. Tο μεγαλόπρεπο στην εισαγωγή του “Fire is in Your Heart” είναι ακόμη ένα ξεσηκωτικό ροκάδικο κομμάτι. Κλασικός  80'ς ήχος!! Το “May be Next Time” μου έφερε μουσικά στα αυτιά μου  μπάντες αγαπημένες όπως Red Dawn, Saraya.
Tο “Hold me” ένα απολύτως μεθυστικό μελωδικό κομμάτι που  αιωρείται το πνεύμα της δεκαετίας του '80 και τραβά τον ακροατή με πιασάρικες γραμμές "γαντζωμένες  στο ξόρκι της μελωδίας" ενώ το “Only Heaven Knows” είναι ιδανικό για να κλείσει ο δίσκος και να σε αφήσει να παρακαλέσεις για συνέχεια! Κομματάρα με τα όλα της (!!!) με τον Μιχάλη Σμέρο (ex Fortress Under Siege, Καθηγητής Μονωδίας και Ιδρυτής του Studio Phonetics) σε ένα μοναδικό ντουέτο με την Iri  μου θύμισαν σίγουρα House of Lords και στα κιθαριστικά σημεία Steve Vai.
Στενοχωριέμαι, που σε δύσκολες εποχές οικονομικής κρίσης, οι προτάσεις εξαιρετικών κυκλοφοριών είναι πολλές και η αγορά τους, στεγνώνει τα ήδη αποστραγγισμένα πορτοφόλια μας όμως οι φίλοι που μπορούν διαθέσουν ελάχιστα ευρώ (5) θα απολαύσουν και θα συνδράμουν ίσως σε μία ακόμη κυκλοφορία της δουλειά της ελληνικής αυτής μπάντας.
To συγκεκριμένο άλμπουμ συγκαταλέγεται στις καλύτερες κυκλοφορίες του 2015 και συμπληρώνει τη μελωδική ελληνική σκηνή που διαχρονικά παρουσιάζει ήδη καταπληκτικές κυκλοφορίες ή αναμένει οσονούπω και άλλες από τους Farraday,  Flyin’ Mercury, Kingdragon, Soundtruck, Raw Silk, Redrum , Wild Rose (με αλφαβητική σειρά – άλλωστε όλοι έχουν αφήσει το χνάρι τους επάξια στο χώρο)

Νότης Γκιλλανίδης




 
 
 

Neal Morse Band: “The Grand Experiment”



H περίπτωση του σπουδαίου μουσικού, τραγουδιστή και
δημιουργού Neal Morse είναι από αυτές που σε κάνουν περήφανο διότι παρά τις πολλές κυκλοφορίες του, ανακαλύπτεις ότι το αστείρευτο ταλέντο που διαθέτει καταφέρνει και εκπέμπει ακόμη ρίγη σύγχρονου pro-rock ήχου.



Συνεπιβάτης ή καλύτερα συνοδηγός σε αυτό το κομψοτέχνημα είναι ο Mike Portnoy (Dream Theater, Transatlantic, Adrenaline Mob, Flying Colors) όπου όχι μόνο διαπρέπει στο τομέα των τυμπάνων αλλά είναι και εξαιρετικός συνθέτης.
Από το ξεκίνημα του δίσκου με το δαιδαλώδες "The Call" νιώθεις άμεσα τις prog δονήσεις με τους ατέλειωτους ρυθμούς, τα  επιβλητικά πλήκτρα και τις δυναμικές ενορχηστρωτικές δομές να συναγωνίζονται σε έμπνευση και ταχύτητα.
Ακολουθεί το ομότιτλο τραγούδι που είναι  πιο ροκ, από τα υπόλοιπα κομμάτια και σε αρκετά mainstream ύφος με τα φωνητικά να θυμίζουν μίγμα από Beatles και Genesis και  με το κιθαριστικό σόλο να απογειώνει την εν λόγω σύνθεση.
Το “Waterfall” ξεκινά σε νηφάλιους ρυθμούς όπου καταλήγει σε μία πανέμορφη μπαλάντα ενώ το “Agenda” περιέχει μελωδικές γραμμές από τη σημερινή pop σκηνή αλλά και την αμερικάνικη alternative κοινότητα με τις ερμηνείες να εκπλήσσουν.
Το εκρηκτικό  “Alive Again”  αποτελεί ένα απίστευτο έπος που μόνο μουσικοί και συνθέτες όπως οι Neal Morse και  Mike Portnoy ξέρουν να φτιάχνουν. Heavy ρυθμοί, ανεξάντλητος λυρισμός, ιδανική αρμονία, τυμπανιστική πανδαισία, ουράνια φωνητικά και όλα αυτά εναλλάσσονται με μοναδική μαεστρία βυθισμένη σε μία γοητευτική seventies feeling ατμόσφαιρα.
Τώρα ερχόμενοι στο Bonus Disc του The Grand Experiment” θα ομολογήσω ότι περιέχει ένα από τα κορυφαία τραγούδια που έχει  υπογράψει και ερμηνεύσει ο Neal Morse κι αυτό είναι το αξεπέραστο “New Jerusalem” δίνοντας για άλλη μια φορά ένα αυθεντικό χριστιανικό μήνυμα αγάπης και ελευθερίας.
Τέλος υπάρχουν αλλά τέσσερα κομμάτια (τα δύο είναι σε live μορφή), το "Doomsday Destiny" σε καθαρά Genesis ύφος και μία αξιόλογη και δυναμική διασκευή του τρυφερού κομματιού “MacArthur Park” του αμερικανού συνθέτη και τραγουδιστή Jimmy Webb αλλ
Η προσφορά των Randy George στο μπάσο, του Eric Gillette στην κιθάρα και τα φωνητικά αλλά και τους Bill Hubauer στα keyboards είναι ανεκτίμητη  διότι μπορεί να είναι οι αφανείς ήρωες αυτής της κυκλοφορίας αλλά τέτοιο εξαιρετικό και πολύσυνθετο παίξιμο ελάχιστοι μουσικοί μπορούν να κάνουν σήμερα.
Πιστεύω ότι οι Neal Morse Band τα κατάφεραν και κυκλοφόρησαν μία πολύ καλή δουλειά και ευτυχώς δεν μας απογοήτευσαν.
Φαίνεται ότι το  στοίχημα που έχω βάλει με κάποιον φίλο ότι δεν πρόκειται να βγάλουν ποτέ μέτριο δίσκο μάλλον θα συνεχίσω ακόμη να το κερδίζω…

Φώτης Μελέτης

 
 

Pat Travers: "Live At The Iridium ΝΥC"



Αν κάποια μελλοντική γενιά βάλει σ΄έναν υπερμοντέρνο ηλεκτρονικό εγκέφαλο τις κατάλληλες πληροφορίες ώστε να μπορεί να ανασύρει ανά πάσα στιγμή τα πιο αντιπροσωπευτικά ηχητικά δείγματα ενός ιδιώματος του εικοστού αιώνα με τίτλο γένους "classic rock" είναι πολύ πιθανό ένα απ΄αυτά να φέρει το όνομα του Καναδού Pat Travers.

Στη μακρά του δισκογραφία (που ξεκινά απ΄το '76) έχει κυκλοφορήσει πολλά live, με το "Live ! Go For What You Know" του 1979 να θεωρείται χαρακτηριστικό της εποχής των guitar heroes. Με το νέο του, ενδέκατο, ζωντανό άλμπουμ, με τίτλο "Live at The Iridium NY", ο 60χρονος εξακολουθεί να απολαμβάνει να τροφοδοτεί το κοινό με τον ζωτικό hard rock / blues ήχο που παίζει μια ζωή.
Προτιμώντας να αναδείξει μερικά λιγώτερο γνωστά κομμάτια από τη δισκογραφία του και να τα αναμίξει με δυναμικές διασκευές (τα παλαιολιθικά "Spoonfool", "If I Had Possession Over Judgement Day", όπου γκεστάρει ο Jon Paris στη φυσαρμόνικα) και το οργασμικό "Black Betty"), ανεβαίνει στο πάλκο του Iridium με κουαρτέτο που ξέρει παλιά και καινούρια «απ΄έξω και ανακατωτά»:
Kirk McKim (κιθάρα, φωνητικά), Rodney O' Quinn (μπάσο, φωνητικά) και Sandy Gennaro (τύμπανα), μαζί του από το 2012, με δέσιμο για σεμινάριο, κρατούν την ενέργεια ψηλά :
το "Rock N' Roll Suzie" σε προειδοποιεί κατευθείαν για μια βραδιά γεμάτη boogie woogie, τα "Gettin' Betta" και "Heat In The Street", αυθεντικοί επιβιώσαντες από το σετ του ".What You Know" 36 χρόνια πριν, ακούγονται τόσο «καμπάνα» που απαιτούν επιτακτικά ανέβασμα της έντασης, το "Josephine" αφήνει χώρο στην κιθάρα του Pat να μιλήσει και το σόλο του Kirk McKim (ναι, ο Pat είναι «δημοκρατικός» κιθαρίστας), επονομαζόμενο "Lonewolf", εξελίσσεται σε μια εκτέλεση του "Redhouse" του θείου Jimi, με τυπωμένο τον ήχο της slide του Travers πάνω του.
Το Iridium έχει τη φήμη ενός από τους καλύτερους συναυλιακούς χώρους στη Νέα Υόρκη και ο ήχος που περιέχει το live αυτό τη δικαιώνει πλήρως, με το αποτέλεσμα να βγαίνει κατευθείαν απ΄την κονσόλα καλομιξαρισμένο και πεντακάθαρο. Ανάμεσα απ΄τα κομμάτια έχουν μείνει περίπου άθικτες οι αντιδράσεις του κοινού, στοιχείο που συντηρεί ευχάριστα τη ζωντανή αίσθηση.
Για όσους σηκώνουν φρύδι και διερωτώνται αν έχουν λόγο ύπαρξης τέτοιες κυκλοφορίες από τους γερόλυκους της κιθάρας «που δεν είναι βιρτουόζοι», συνιστάται να μην ξαναπιούν μπύρα. Είναι ανθυγιεινή και έχει την ίδια «βαρετή» γεύση εδώ και κάτι αιώνες.

 Παναγιώτης Παπαϊωάννου

 
 
 

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2015

Scorpions: "Return to Forever"


ΕΛΛΑΣ: Σωτήριον έτος 2015… και παρά τα αντιθέτως θρυλούμενα εξακολουθεί να παραμένει πεισματικά Αλεμανική αποικία, που θα έλεγε και ο Ζουράρις. Ακόμα και οι μεγαλύτεροι φιλέλληνες Γερμανοί, οι αειθαλείς Scorpions επιμένουν να μας βομβαρδίζουν με τις κοφτερές κιθάρες τους και τα ανυπέρβλητα ημι-οπερετικά φωνητικά του Klaus Meine.


Νέο άλμπουμ για τους Γερμανούς, το οποίο έχει την τύχη να είναι το επόμενο από το τελευταίο τους!!!
Παράδοξο; Και όμως αληθινό. Παρόλο που είχαν προαναγγείλει πως το "Sting in the Tail" του 2010 θα ήταν ο τελευταίος σταθμός της ημιαιωνόβιας πορείας τους, ωστόσο κάποιες δημιουργικές εσωτερικές ανάγκες τους οδήγησαν για ακόμα μια φορά στο studio για το "Return to forever"… 50 χρόνια πέρασαν από την ίδρυση τους και ειλικρινά θεωρώ πως πολύ εύκολα μπορούν να βγάλουν κι άλλα άλμπουμ.
Όταν έχεις έναν τραγουδιστή, που η φωνή του ακούγεται στο ίδιο επίπεδο που ακουγόταν πριν 30 χρόνια και όταν καταφέρνεις μετά από μισό αιώνα πορείας να βγάζεις άλμπουμ με τουλάχιστον 5 και 6 εξαιρετικά τραγούδια, γιατί να σταματήσεις…;
Εκτός αν προτιμάς να μεγαλώνεις εγγόνια, από το να είσαι στο σανίδι και να σε αποθεώνουν χιλιάδες οπαδοί. Και μην μου πείτε για λεφτά.  Διότι απ’ αυτά τα «πολύχρωμα χαρτιά» οι Σκορπιοί έχουν περίσσευμα…
Στο δια ταύτα το "Return to forever", είναι ένα άλμπουμ, που κατά το ήμισυ αποτελείται από κομμάτια που γράφτηκαν στα τέλη της δεκαετίας του ’70 και στις αρχές της δεκαετίας του ’80.
Πολλά απ’ αυτά ήταν να περιληφθούν σε άλμπουμ όπως τα "Blackout", "Love at First Sting", "Savage Amusement" και "Crazy World", αλλά «απέτυχαν» λόγω της περιορισμένης χωρητικότητας των θρυλικών βινυλίων. Κι επειδή δεν είμαι ιδιαίτερος fan της late 80’s περιόδου τους, σίγουρα δεν έγιναν οι πιο σωστές επιλογές τότε… Για τα early 80’s, ούτε συζήτηση. Εκείνη την εποχή δεν έβγαλαν απλά καλό τραγούδι, οπότε…
Υπάρχει μια ανεπαίσθητη 80’s αισθητική στην συγγραφή των τραγουδιών, ωστόσο το "Return to forever" είναι ένα σύγχρονο ηχητικά άλμπουμ, το οποίο στέκεται περήφανα, στην πλούσια δισκογραφία της εκπληκτικής αυτής μπάντας…
Το άλμπουμ ξεκινάει με το "Going Out With A Bang". Ένα uptempo τραγούδι, μ’ ένα "Bang Bang Bang" και αρκούντως κολλητικό ρεφραίν. Πολύ όμορφα ξεκινήσαμε… Πάμε στο δεύτερο… Και "We Built This House", το λεγόμενο hit του δίσκου. Για την ακρίβεια hitαρα! Σίγουρα το έχετε ακούσει κάπου. Αντάξιο του ρόλου του.
Είμαι σίγουρος ότι θα περιλαμβάνεται σχεδόν σε όλες τις συναυλίες των Σκορπιών, μέχρι ν’ αποφασίσουν να το κλείσουν οριστικά. Θα τολμούσα να εκστομίσω την βαριά κουβέντα, πως πρόκειται για το Rock you like a hurricane των 10’s.
Πάμε στο επόμενο "Rock Rock Rock My Car" όπου όλα τα 80’s κλισέ είναι εδώ και με ήχο πολύ πιο σύγχρονο. Οι γερόλυκοι κυριολεκτικά τα σπάνε. Πολύ καλό ξεκίνημα για το cd με πολύ δυνατό, uptempo, heavy και 80’s… Για να δούμε τι μας επιφυλάσσει η συνέχεια…
Τέταρτο τραγούδι και "House Of Cards" και αισίως φτάσαμε στην πρώτη μπαλάντα. Για να γίνω κι εγώ λίγο 80’s, θα αρχίσω τις επιτηδευμένες υπερβολές. Η πιο μέτρια μπαλάντα των Scorpions είναι ύμνος για τους άλλους… Οπωσδήποτε πανέμορφο τραγούδι όπου δεν θα κάνει την διαφορά αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι μέτριο. Ίσα ίσα είναι υπέροχο. Απλά δεν είναι Still loving you… Και τι έγινε; Μια φορά αγαπάς…(;;;)
Πάμε στο επόμενο και "All For One"… Ο τυπικές κοφτές ρυθμικές κιθάρες των Scorpions είναι εδώ. Όπως και η 80’s hard rock αισθητική, μόνο που δεν είναι κάτι μεγάλο, ούτε και filler. Στα σημεία μου θυμίζει λίγο Def Leppard!
Και πάμε στο Rock 'N' Roll Band! Δυναμίτης… Ή και νέο Dynamite… Βάλτε και μια δόση από παλιούς Whitesnake, πριν γίνουν ξανθοί και έχετε έτοιμη μια τραγουδάρα, που κάνει και για live και για αυτοκίνητο και για rock club και για walkman.
Kαι τα καλούδια συνεχίζονται με το "Catch Your Luck And Play" που είναι ένα πολύ ωραίο τραγούδι με εξαιρετικές κιθάρες, πανέμορφο και πιασάρικο ρεφραίν.
Πάμε στο επόμενο…" Rollin' Home"… Ένα midtempo τραγούδι. Λίγο Bon Jovi, λίγο Def Leppard και το κορίτσι μου… Δεν είναι άσχημο, αλλά δεν θα μου μείνει.
"Hard Rockin' The Place" και ανεβαίνουν ξανά οι ταχύτητες. Τυπικό early 80’s Scorpions τραγούδι. Τότε που έβγαζαν ΜΟΝΟ αριστουργήματα. Τι να προσθέσω… Χώραγε, δεν χώραγε…(;;;)
Ακολουθεί η δεύτερη μπαλάντα με τίτλο "Eye Of The Storm" και ευθύς αμέσως μου ήρθε στο μυαλό το υπέροχο ομότιτλο τραγούδι των αδικημένων Pretty Maids… Πανέμορφο εκείνο… Πανέμορφο κι αυτό… Φαίνεται πως ο τίτλος εμπνέει.
Ακολουθεί το "The Scratch", ένα κόμα ένα τυπικό Scorpions τραγούδι, με πολύ καλές κιθάρες κι εδώ θα πρέπει να σημειώσω, πως η καθαριστική δουλειά των Rudolf Schenker και  Matthias Jabs είναι καλύτερη απ’ ότι θα περίμενε κανείς.
Αν τελείωνε εδώ το cd, δεν θα είχα κανένα παράπονο. Ακόμα ένας εξαιρετικό cd από τους Scorpions, οι οποίοι από το Unbreakable και μετά βγάζουν ΜΟΝΟ πολύ καλά cd.
Έλα μου ντε, που το καλύτερο το επεφύλαξαν για το τέλος, το "Gypsy Life" και σίγουρα το αγαπημένο μου του cd. Μπαλάντα ΑΑΑ εθνικής, η οποία στέκεται επάξια δίπλα στους ύμνους αυτής της υπέροχης μπάντας, που μας έχει συντροφέψει στις καλύτερες και στις χειρότερες στιγμές της ζωής μας… Και θα κλείσω με μια ακόμα μεγάλη κουβέντα…
Ναι οι Scorpions είναι υποτιμημένοι και θα έπρεπε να στέκονταν δίπλα σε μπάντες όπως οι Zeppelin, οι Purple και οι Sabbath. Άντεξαν στον χρόνο περισσότερο κι απ’ αυτά τα ιερά τέρατα… Ως παρόντες, όχι με την φήμη τους…

 
Αριστοτέλης Βασιλάκης
 

Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2015

Richie Kotzen: “Cannibals”


Ο σπουδαίος 45 χρονος κιθαρίστας έγινε γνωστός από την παρουσία του, στους POISON και MR. BIG στη δεκαετία του '90 αλλά και με συνεργασίες που είχε με πολλούς καλλιτέχνες όπως πριν δύο χρόνια με τους The Winery Dogs (Billy Sheehan, Mike Portnoy) αλλά και παλιότερα με τον άξιο συνάδελφο του Greg Howe.

Όσοι λοιπόν θυμάστε τον Richie Kotzen για τα βιρτουόζικα σόλα του ή για τις hard rock καταβολές του, απλά ξεχάστε αυτές τις αναμνήσεις με το "Cannibals".
Το ξεκίνημα του άλμπουμ γίνεται με τον ομότιτλο  heavy-funk, δυναμίτη όπου η καταιγιστική μπασογραμμή του, κερδίζει τις αρχικές εντυπώσεις ενώ η συνέχεια ανήκει στο “In an Instant” όπου το φάντασμα του Prince έχει διεισδύσει αρκετά.
Στο  υπέροχο “The Enemy“, το ηχόχρωμα της φωνής του RICHIE KOTZEN παραπέμπει ευθέως σε  ερμηνείες  σε ύφος Steve Perry (Journey) και το “Shake It Off”  που ακολουθεί διαθέτει αυτό ανεβαστικό hard funk rock ρυθμό που θυμίζει τα «καλά» τραγούδια του Lenny Kravitz ενώ το  Come On Free ακολουθεί πιστά τα soul μονοπάτια του περασμένου αιώνα.
Ένα από τα καλύτερα κομμάτια του δίσκου είναι σίγουρα το I'm All In” όπου οι Sly and Family Stone συναντούν τους Free και το εμπνευσμένο ρεφρέν της συγκεκριμένης σύνθεσης ακούγεται πλήρως καθηλωτικό.
Το Stand Tall”  με εισαγωγή και ριφ που θυμίζει έντονα το διασκευασμένο classic track,  “American Woman” περιέχει ένα δυναμικό funk rock χρώμα  με τα πλήκτρα  να βάζουν μικρές παλιομοδίτικες  πινελιές.
Το άλμπουμ κλείνoυν τα Up (You Turn Me)” που κινείται σε πιο soul δρόμους με το πνεύμα του Stevie Wonder να είναι διάχυτο ενώ ακολουθούν δύο   πανέμορφες μπαλάντες, το τρυφερό και μελαγχολικό  “You”  στο οποίο πιάνο παίζει η κόρη του August Kotzen και το συγκινητικό Time for the Payment”.
Οι ερμηνείες  του Richie Kotzen αποτελούν την μεγάλη έκπληξη του δίσκου αφού στις περισσότερες συνθέσεις αναδεικνύεται μία ζεστή και άκρως παθιασμένη φωνή ενώ ο εξαίρετος μουσικός παίζει μόνος του όλα τα όργανα του άλμπουμ!
Χωρίς λοιπόν να εντυπωσιάζει το “Cannibals” και μακριά από τους  σκληρούς ροκ ρυθμούς που μπορεί κάποιοι να περιμένανε, ο  Richie Kotzen  μας χαρίζει ένα υπέροχο άλμπουμ ποτισμένο με  soul, blues και funk μελωδίες  όπου κυριαρχεί το συναίσθημα, ο προβληματισμός για τις ανθρώπινες σχέσεις και η αγάπη που τόσο λείπει στις μέρες μας.

Φώτης Μελέτης



Last Autumn’s Dream: “Level Eleven”


Το θέμα με αυτούς τους Σουηδούς είναι πως τελικά κάτι μαγικό ρίχνουν στο νερό τους. Σίγουρα κάτι πίνουν εκεί στην κρύα Σουηδία γιατί δεν εξηγείται αλλιώς το πώς καταφέρνουν να μας "πυροβολούν" κάθε χρόνο με τόσες μπάντες και τόσες αξιόλογες κυκλοφορίες.


Οι Last Autumns Dream προέρχονται και αυτοί από την Σουηδία και είναι από τις λίγες μπάντες που μέσα στα λίγα σχετικά χρόνια ύπαρξης τους ( μετράνε 10 χρόνια ζωής) έρχονται τώρα με το ολοκαίνουριο πόνημα τους που φέρει τον τίτλο “Level Eleven” και όπως καταλαβαίνετε πρόκειται για το ενδέκατο επίσημο άλμπουμ τους. Καθόλου άσχημα θα έλεγα.
Η μουσική τους είναι απλή, άκρως μελωδική, με πολύ ωραίες ερμηνείες χάρη στην φωνάρα του  Mikael Erlandsson, πιασάρικα και ευκολομνημόνευτα ρεφραίν και γενικά κάθε τους κυκλοφορία ακούγεται ευχάριστα.  Άλλωστε από τις τάξεις τους περάσανε μουσικοί όπως ο αδικοχαμένος Marcel Jacob των Talisman και οι Ian Haugland, Mic Michaeli και  John Leven των Europe. Η ‘φυγή’ του βασικού κιθαρίστα και ιδρυτικού μέλους Andy Malecek, λόγω προσωπικών θεμάτων το 2014 (ξένισε τους φανατικούς φίλους τους για τον λόγο ότι οι κιθαριστικές του γραμμές ήταν το σήμα κατατεθέν της μπάντας), δεν πτόησε τα υπόλοιπα μέλη των LAD και έτσι επιστρέφουν στα μουσικά δρώμενα με το ολόφρεσκο “Level Eleven” .
Δυνατό ξεκίνημα με το γκαζιάρικο “Kiss Me” για να ακολουθήσει ένα τυπικό Last Autumns Dream κομμάτι. Το “Follow Your Heart” είναι αυτό που περιμένει ο κάθε οπαδός του μελωδικού ήχου. Up-tempo ρυθμοί, μελωδία, έξυπνο ρεφραίν και ξανά μελωδία σε ένα πολύ καλοκαιρινό άσμα (αν και βρισκόμαστε στην καρδιά του χειμώνα).
Τα “Ill Be There For You”, “Go Go Go-Get Ready For The Show” και “Delirious” είναι και τα τρία δείγματα ενός συγκροτήματος που δεν συμβιβάζεται με τις νέες τάσεις και μόδες της μουσικής και το μόνο που κάνει είναι να προσφέρει απλό και καλοπαιγμένο melodic rock.
Καλοπαιγμένο, όμορφο και μελωδικό δισκάκι που έρχεται να προστεθεί επάξια δίπλα στα υπόλοιπα άλμπουμ των Last Autumn’s Dream.

Βασίλης Χασιρτζόγλου



HERMAN RAREBELL & FRIENDS: "Herman's Scorpions Songs"



Αφού προηγήθηκε το ομολογουμένως πολύ καλό HERMAN RAREBELL & Friends: “Acoustic Fever”, ο γερμανός ντράμερ αποφάσισε να κυκλοφορήσει με τους ίδιους ερμηνευτές την σκληρή εκδοχή του.

Είχα γράψει και παλαιότερα ότι  ο H. Rarebell  κατάφερε με την ακουστική άποψη γνωστών και αδικημένων κομματιών των Scorpions να δημιουργήσει θετικές εντυπώσεις και τώρα με το Herman's Scorpions Songs  προσπάθησε να εντυπωσιάσει το ίδιο.
O γερμανός ντράμερ που μεγαλούργησε με τους Scorpions στην πιο εμπορική εποχή τους, (έπαιξε μαζί τους από το 1977 – 1996) κυκλοφορεί λοιπόν ένα πολύ καλό άλμπουμ που περιέχει 13 πανέμορφα τραγούδια της πρώην μπάντας του, εκτελεσμένα από σπουδαίους και μεγάλους ερμηνευτές δίνοντας έτσι μία άλλη γοητεία και αίγλη σε λιγότερα γνωστά και αδικημένα κομμάτια των Γερμανών hard rockers.
Τα δύο πιο δημοφιλή τραγούδια που υπάρχουν στο  δίσκο είναι τα “Dynamite” και “Rock You Like A Hurricane” όπου το πρώτο τραγουδά ο Johnny Gioeli (Hardline, Axel R Pell) και το δεύτερο ερμηνεύει ο Bobby Kimball (Toto) σε αρκετά δυναμικό ύφος και από τους δύο καλλιτέχνες.
Φοβερές εκτελέσεις,  ελκυστικές ενορχηστρώσεις και παθιασμένες ερμηνείες έχουμε στο “Is There Anybody There” από τον Alex Ligertwood (Santana, Average White Band), στο συναρπαστικό “Passion Rules The Game” από τον John Parr και στο “Loving You Sunday Morning” από τον Michael Voss (Casanova, Demon Drive, Mad Max, Silver).

Το ενδιαφέρον στοιχείο στο "Herman's Scorpions Songs"  είναι ότι υπάρχουν 4 τραγούδια από το υποτιμημένο αλλά υπέροχο “Animal Magnetism” με το ομότιτλο κομμάτι να ερμηνεύεται εκπληκτικά και ατμοσφαιρικά με αρκετά flamengo στοιχεία από τον εντελώς άγνωστο καλιφορνέζο Michael Nagy ενώ το “Falling In Love” με τον Gary Barden (MSG) και το “Don’t Make No Promises” από τον Jack Russell (Great White) στέκονται επάξια στις αρχικές εκτελέσεις, κάτι που επιτυγχάνεται ακόμη περισσότερο με το θαυμάσιο “Make It Real” που τραγουδά ο  Doogie White (Rainbow, Cornerstone, Yngwie Malmsteen's Rising Force, Praying Mantis).

Από το “Blackout” βρίσκουμε το αγαπημένο και αδικημένο “You Give Me All I Need” με τον Don Dokken στα φωνητικά να κάνει μία μελωδικότατη ερμηνεία και το εκπληκτικό “Arizona” με τον George Daniels (προσωπική ανακάλυψη του H. Rarebell) να πετυχαίνει άψογα τη χαρούμενη διάθεση του κομματιού. Αξιοπρεπέστατες και έντονες ερμηνείες έχουμε στο “Love Is Blind” με τον Paul Shortino (King Kobra, Quiet Riot) και στο κλασσικό “Another Piece Of Meat” από τον Tony Martin (Black Sabbath).
Επίσης στο άλμπουμ υπάρχει και  το "Let It Shine"  τραγουδισμένο από τον  Al Crespo (Unbreakable) που δεν έχει καμία σχέση με τους  “Σκορπιούς”  και απλά είναι μία προσωπική  και μέτρια  μπαλαντοειδή σύνθεση του H.Rarebell
Τέλος μεγάλο όπλο στην εξαιρετική συνολική εικόνα και δημιουργία του δίσκου ήταν το ταλαντούχο κιθαριστικό παίξιμο των  Michael Voss -Chris Hasler  ενώ δεν πρέπει  να ξεχάσουμε να απονείμουμε τα εύσημα  στον εμπνευστή και ντράμερ του άλμπουμ,  HERMAN RAREBELL που έδωσε μία νέα πνοή και ομορφιά σε αδικημένα και όχι μόνο τραγούδια των Scorpions.
 

Φώτης Μελέτης

Bryan Ferry: "Avonmore"




Λέγεται ότι είναι ένα από τα πιο διαδεδομένα -και ιατρικώς μη αποδεδειγμένα- δημογραφικά στοιχεία. Ένα στα πέντε παιδιά που γεννήθηκαν μεταξύ 1983 και 1986 συνελήφθησαν καθώς παιζόταν ένα άλμπουμ με τη φωνή του Bryan Ferry. Το ραντεβού μπορεί να ξεκινούσε αθώα, με τριαντάφυλλα και δείπνο υπό το φως κεριών, αλλά από τη στιγμή που αυτή η φωνή άρχιζε να ξεχύνεται από το στέρεο, το πράγμα ήταν φανερό που θα καταλήξει.


Τώρα, μετά από 44 χρόνια καρριέρας, το δέκατο πέμπτο προσωπικό του άλμπουμ έρχεται στο φως και συναντά το πολυδιασπασμένο κοινό, αναζητώντας σε ποιά μερίδα του «πρέπει» και σε ποιά «μπορεί» να απευθυνθεί.
Στο εξώφυλλο μια φωτό τον απεικονίζει σκεπτικό - η προσωποποίηση της επιτήδευσης - όπως ήταν πριν από 35 και κάτι χρόνια, στις μέρες του ως «μοιραίος δανδής». Άρνηση της τρίτης ηλικίας; Αυθυποβολή; Άπελπις εκμοντερνισμός; Δικαιωματική αναπαλαίωση;  

 Τίποτε απ΄όλα αυτά. Το "Avonmore" έχει τον κλασσικό, ακριβέστερα, τον vintage Ferry ήχο και στα 43 λεπτά του έξοχα, στέρεα και αισθαντικά κομμάτια.
 Μουσικά, είναι μια ιδανική σύζευξη των "Avalon", "Boys & Girls" και "La Bete Noir".
Σα να βγήκε το 1988, προεκτείνοντας, αλλά μην αντιγράφοντας το ύφος και τη διάθεση των καλύτερων στιγμών εκείνης της περιόδου του. Ήχος που ρέει, ρυθμοί με εσωτερική ένταση, κιθάρες, πνευστά, πλήκτρα και φωνητικά αναδεικνύονται πάνω σ΄ένα καμβά από αέναες αλλαγές μπάσου και ντραμς. Την παραγωγή κάνει για μια ακόμη φορά ο μεγάλος
Rhett Davis, υπεύθυνος ακριβώς για τα ηχητικά κομψοτεχνήματα της δισκογραφίας του Ferry στα μέσα των '80s.
Οι μουσικοί άσσοι του παρελθόντος είναι και πάλι εδώ. Με ανεβασμένο το προφίλ του μετά την επιτυχία του "Random Access Memories" των Daft Punk, ο Nile Rodgers μοιάζει να ξεφυτρώνει παντού τελευταία. Όμως ο ίδιος ο ήχος του σε παραπέμπει στο "Boys and Girls", όπου o Rodgers είχε ξανασυνεργαστεί με τον Ferry.
Το ίδιο και ο πρώην κιθαρίστας των Smiths, Johnny Marr (ο οποίος συνυπογράφει και ένα κομμάτι - "Soldier Of Fortune"), που ήταν ο βασικός κιθαρίστας στο "Bete Noire" του '87. Για τον βιρτουόζο μπασίστα Marcus Miller (επίσης είχε παίξει στο "Girls and Boys") τα λόγια είναι περιττά. Κι αυτός επιστρέφει με απαράμιλλο στυλ, γεμίζοντας με ροή και μελωδία όλο το άλμπουμ, αφήνοντας κατά μέρος το slap στυλ το οποίο τον έκανε διάσημο στη σύγχρονη jazz και ακολουθώντας μια εύκαμπτη όσο και εύπεπτη μελωδική τεχνοτροπία σπουδαγμένη σε εκατοντάδες R&B session μεταξύ τέλους '70s και αρχών '80s.
Στο επίκεντρο -όπως πάντα - βρίσκεται η εύθραυστη φωνή του Ferry, με το έκκεντρο τονάρισμα και τις τόσο αριστοτεχνικά τοποθετημένες φράσεις να οδηγούν σε ένα σχεδόν υπνωτιστικό συντονισμό. Προσεκτικά αποφεύγοντας να προδώσει τα χρόνια του (μόνο στα "Soldier Of Fortune" και τη διασκευή "Send In The Clowns" ακούγεται όσο περίπου είναι), ο Ferry και πάλι μας πείθει ότι η περσόνα του αιώνιου δανδή ζει και αναπνέει μέσα στο ύφος και το περιεχόμενο των τραγουδιών.
Στιχουργικά, θα πρέπει να αναλογιστούμε ότι από το τελευταίο του άλμπουμ με πρωτότυπο υλικό (το "Olympia" του 2010), ο 69χρονος παντρεύτηκε και χώρισε με μια γυναίκα 38 χρόνια μικρώτερή του. Ίσως αυτό να εξηγεί έναν τόνο αναδρομής, τύψεων και νοσταλγίας που διατρέχει όλη την καινούρια συλλογή. Τα κομμάτια, ανεξαρτήτως tempo, καταλήγουν σε μια σειρά από συναισθηματικά «βαριά» στιχουργικά σχήματα, που τα αποδίδει ο ψίθυρος ενός πληγωμένου εραστή, χωρίς να καταλαβαίνει κανείς αν είναι νυν ή πρώην.
Το "Loop De Li" είναι από τα καλύτερά του εδώ και χρόνια και από τα καλύτερα κομμάτια που κυκλοφόρησαν φέτος γενικά. Ακολουθούν από μικρή απόσταση και γεμάτα νέον εικόνες τα "Midnight Train", "Driving Me Wild" και "One Night Stand".
Η ηλεκτροφανκ παλίρροια του ομώνυμου ακούγεται πράγματι σύγχρονη, με την ρυθμική φρασεολογία του Rodgers να ξεχωρίζει, η οποία, απεναντίας, στο εξομολογητικό "Lost" μεταφέρει στα  late '70s.
Δεν είναι μια υπόθεση hooks, είναι, όπως και το μεγαλύτερο μέρος του άλμπουμ, μια υπόθεση ατμόσφαιρας, όπου οι υπαινιγμοί των πασίγνωστων μουσικών υπογραφών (Rodgers, Miller, Marr, Davis) βοηθούν την ερμηνεία του Ferry να αποκτήσει βάθος. Ποπ με προεκτάσεις, από τον άνθρωπο που έκανε τη μουσική του συνώνυμη με την γοητευτική αφηρημενολογία "sophistication", λατρεμένη έννοια - πασπαρτού κοινού και κριτικών.
Το "Avonmore" καταφέρνει να λειτουργήσει εντελώς ά-χρονα, ενσωματώνοντας στην τραγουδοποιία του στοιχεία τόσο τρέχοντα όσο και ρετρό. Φέρει μαζί του έναν ήχο που θα μπορούσε να είχε παραχθεί οποτεδήποτε τα τελευταία 30 χρόνια. Η ambient εκδοχή του "Johnny & Mary" του Robert Palmer (μια συνεργασία με τον μεγαλόσχημο 30άρη, DJ Todd Terje) τονίζει αυτή την ποιότητα. Υπό αυτό το πρίσμα, το "Avonmore" είναι μια υπενθύμιση ότι ο Ferry είναι εκείνος που περπάτησε πρώτος στα εδάφη της ποπ με υπόβαθρο και γι΄αυτό είναι ακόμη και σήμερα - στα 70 - ικανός να φτιάχνει εξεζητημένη μουσική που ακούγεται διαχρονική, αντανακλώντας την ίδια στιγμή τον παλμό των σύγχρονων, αλλά, καθώς φαίνεται και των μελλοντικών μουσικών τάσεων.

Ένας δίσκος - γύρος θριάμβου για τον Ferry, τον παραγωγό και τους μουσικούς που τον συντρόφευσαν στις χρυσές εποχές της προσωπικής του καρριέρας, αφού τώρα πια το mainstream τον ακολουθεί, τον αναφέρει, επισταμένα προσπαθεί να κοπιάρει την αίσθηση και την αισθητική του. Δηλαδή, τον χρειάζεται.
Με το "Avonmore", τα γεννητούρια των '80s κρατούν στα χέρια τους μια άριστη αφορμή να διαιωνίσουν, με τη σειρά τους, το είδος.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου



Neil Young: "Storytone"

Δεν είναι καινούριο. Ο Neil Young δισκογραφεί εδώ και μισό
αιώνα με αποκλειστικό κριτήριο το τί έχει στο μυαλό του να κάνει κάθε φορά. Όσο περνούν τα χρόνια, αφού έχει επαναπροσδιορίσει τον όρο «επιτυχία» καμιά δεκαριά φορές και έχει γίνει σηματωρός του λεγόμενου "organic" ήχου για τελευταία φορά πριν από 25 χρόνια με κείνο το σαρωτικό "Freedom" (1989), όλο και λιγώτερο νοιάζεται για διαστάσεις της βιομηχανίες όπως «προώθηση», «παραγωγή», «προσβασιμότητα», ή «ακροατήριο».



Εδώ, στα 70 του, μας σερβίρει δύο άλμπουμ, ή μάλλον ένα άλμπουμ - αντικατοπτρισμό. 10 κομμάτια τα οποία παρουσιάζονται στον πρώτο δίσκο σε ακουστικές εκτελέσεις (μόνο φωνή και κιθάρα, κάποια με πιάνο ή με φυσαρμόνικα) και στον δεύτερο σε εκτελέσεις με ορχήστρα (μόνο δύο απ΄αυτά έχουν πίσω τους ηλεκτρική μπάντα και ένα μία πραγματική Big Band), με το ίδιο tracklist (σε κάποιες εκδοχές, πρώτος έρχεται ο δίσκος με τις ορχηστρικές εκτελέσεις). Αν και με μια πρώτη ακρόαση διερωτάται κανείς γιατί μια «μονή» επιλογή των καλύτερων εκτελέσεων δεν ήταν αρκετή για τον Young, η απάντηση έρχεται μόνη της. Γιατί, ως συνήθως, όπως και σε πολλούς δίσκους του, η απάντηση είναι κάτω απ΄τη μύτη μας. Αυτή είναι η εμβάθυνσή του στο μουσικό υλικό με το οποίο καταγίνεται τη συγκεκριμένη περίοδο, αυτή είναι η πρότασή του.
Δείτε, μας λέει, τις δυνατότητες μιας διαφορετικής ενορχήστρωσης.

Αυτό είναι και το κλειδί του "Storytone". Η ιστορία παραμένει η ίδια, αλλάζει όμως ο τόνος της αφήγησης, καθώς αλλάζει εντελώς η ενορχήστρωση.

Ανάμεσα στα τραγούδια υπάρχουν τραγούδια διαμαρτυρίας (το οικολογικό "Who's Gonna Stand Up"), μικρές ωδές στη μηχανοκίνητη διαφυγή ("I Want To Drive My Car") και ερωτικά τραγούδια ("Glimmer" , "Tumbleweed", "I'm Glad I Found You", "When I Watch You Sleeping"). Ας μη γελιόμαστε, ποιόν 70άρη δεν θα ανανέωνε η 55χρονη γοργόνα Daryll Hanna (το σάϋμποργκ του Blade Runner, η Ρωξάνη του ΄87, η αναλώσιμη θεά του Gordon Gekko,  η μονόφθαλμη "Elle Driver" του Kill Bill), τωρινή σύντροφος του Καναδού τροβαδούρου;

Εάν οι εκτελέσεις του πρώτου δίσκου (που επιγράφονται "solo") ακούγονται βαρέως «προσωπικές», με την χωρίς ηλικία τενόρο φωνή του Young να τον μεταμφιέζει σ΄έναν καλοδιάθετα ρομαντικό Johnny Cash, οι ορχηστρικές εκτελέσεις είναι μια ευχάριστη έκπληξη, καθώς μεταμορφώνουν τα κομμάτια σε ένα διαφορετικής διάθεσης soundtrack.
Το "Who's Gonna Stand Up" γίνεται συμφωνικό, το "Glimmer" ένα ατόφιο κινηματογραφικό έπος νοσταλγίας, τα "I Want to Drive My Car", "Say Hello To Chicago" και "Like You Used To" απολαυστικές big blues blues γιορτές με πνευστά να κυριαρχούν, ενώ, στον αντίποδα, το "Tumbleweed" βαλσάρει σε σχέση με την απογυμνωμένη - μόνο με φωνή και ukulele- εκδοχή του.
Οι μικρές ηλικίες του rock -πιθανόν δικαίως- θα το θεωρήσουν «κλιμακτηριακό» και θα προσπεράσουν. Όντως, υπάρχουν καιροί και εποχές που σε κάνουν να υποδέχεσαι διαφορετικά ένα τέτοιο άκουσμα Όμως η αλήθεια είναι ότι και στις δύο πλευρές αυτού του άλμπουμ - καθρέφτη εξακολουθεί να λάμπει ο ίδιος ο δημουργός του.
Γιατί, παρ΄ότι στα ορχηστρικά πράγματι αποτυπώνεται η αργή, μελωδική, σιγουριά ενός γηραιού σοφού, την ίδια στιγμή, οι απογυμνωμένες εκτελέσεις των ίδιων τραγουδιών μας θυμίζουν ότι ο
Neil Young δεν χρειάζεται τίποτε παραπάνω από ένα πηγαίο, δικό του τραγούδι, μια κιθάρα και μια φυσαρμόνικα για να περισυλλέξει συναισθήματα από ακροατές κάθε ηλικίας.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου



Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2015

Boulevard: Υπέροχοι μελωδικοί οδοιπόροι

Boulevard: Υπέροχοι μελωδικοί οδοιπόροι

Οι περισσότεροι από εμάς όταν μιλάμε για ροκ από τον Καναδά το μυαλό μας πάει σε γκρουπ και καλλιτέχνες όπως ο Bryan Adams, Triumph, Rush, Loverboy, Harem Scarem, Glass Tiger, Annihilator και αρκετούς άλλους που έχουν συνήθως ένα κοινό παρανομαστή και αυτός δεν είναι άλλος από την ποιότητα.
Σε οποιαδήποτε κατηγορία και αν ανήκουν (mainstream, hard rock, progressive, heavy metal, aor κ.α) οι καναδικές μπάντες φροντίζουν να έχουν καλές συνθέσεις και ενδιαφέρουσες ενορχηστρώσεις.
Οι BOULEVARD λοιπόν αν και δεν έκαναν ποτέ την μεγάλη καριέρα κατάφεραν και ηχογράφησαν δύο εξαιρετικούς δίσκους στα τέλη της δεκαετίας του ’80 και με κύριo στοιχείο το melodic rock ήχο άφησαν το δικό τους ξεχωριστό στίγμα.
H μπάντα ξεκίνησε το 1983 με ιδρυτή τον σαξοφωνίστα Mark Holdey όπου εργαζόταν ως τεχνικός ήχου στα Hotline Studios της Φρανκφούρτης. Χάριν των γνωριμιών που απέκτησε εκεί, κατάφερε και έπεισε την MCA να υπογράψει με τους ΒLVD και το 1988 κυκλοφόρησαν το ομότιτλο ντεμπούτο τους άλμπουμ.
Tα υπόλοιπα μέλη της μπάντας ήταν: στα φωνητικά ο αμερικανός  David Forbes, στην κιθάρα ο Randy Gould, στο μπάσο ο Randy Burgess, στα τύμπανα ο Jerry Adolphe και στα πλήκτρα ο Andrew Johns.
Oι επιρροές των BLVD παραπέμπουν ευθέως σε γκρουπ όπως οι Reo Speedwagon, Honeymoon Suite, Glass Tiger, Mister Mister και Boston. Την παραγωγή έχει αναλάβει ο Pierre “Baz” Bazinet και την μίξη του συγκεκριμένου δίσκου ανέλαβαν οι πασίγνωστοι Bob Rock (Metallica, Aerosmitn, Bon Jovi κ.α) και Mike Fraser (Poison, AC/DC, Dio κ.α).
Ο ήχος τους είναι έντονα μελωδικός σε σημείο να θυμίζει εμπνευσμένη eighties pop με τα φωνητικά και τα κήμπορντς να έχουν σαφή πρωταγωνιστικό ρόλο αλλά και τον Mark Holdey να έχει ένα ιδιαίτερο σημαντικό ρόλο. Σπουδαία τραγούδια περιλαμβάνονται στο άλμπουμ όπως τα “Dream On”, “Never Give Up”, “ Ιn The Twilight”, “Under The Moonlight και το καταπληκτικό “Missing Persons”.
 Η αναγνώριση για τους Καναδούς ήταν μικρή και οι συναυλίες που έκαναν βοήθησε το γκρουπ να αποκτήσει τουλάχιστον ένα πιστό πυρήνα οπαδών.
Το 1990 λοιπόν κυκλοφόρησε το δεύτερο άλμπουμ λοιπόν των Καναδών aor/rockers με τίτλο “Into the Street”  και ακολουθεί τα μελωδικά χνάρια του πρώτου άλμπουμ των BLVD και παράλληλα έχουμε αλλαγές  στη μπάντα  όπου νέα μέλη είναι οι Randal Stoll (ντραμς) και Tom Christiansen στο μπάσο προερχόμενος από τους εξαιρετικούς Idle Eyes.
 Εδώ το γκρουπ πάει τον ήχο του ένα βήμα παραπάνω και κατορθώνει να γράψει ακόμη πιο εντυπωσιακές aor μελωδίες και να συνδυάσει με αριστοτεχνικό τρόπο την mainstream progressive/pop λογική που είχαν οι Yes, Genesis και οι Asia στη δεκαετία του ’80 ενώ υπάρχουν σημεία όπου η υπέροχη φωνή του D.Forbes θυμίζει εκείνη του Jon Anderson (Υes).
Boulevard με ετούτο το δίσκο πετυχαίνουν να γοητεύσουν και τον πιο απαιτητικό aor οπαδό διότι έχουν ως μοναδικό προσανατολισμό να συνθέσουν την πιο όμορφη αλλά και παράλληλα την πιο «δύσκολη» μελωδία.
Το “Into The Street” διεκδικεί με αξιώσεις να μπει στο πάνθεον των σημαντικότερων melodic rock δίσκων. Εκπληκτικά τραγούδια περιέχονται και σε αυτό του δίσκο όπως τα “Τalk to Me”, “Lead me On”, “Where Are You Now”, “Crazy Life” και “Eye To Eye”.
Η μπάντα παρά τον καλό δίσκο που κυκλοφόρησε δεν είχε συνέχεια και την επόμενη χρονιά διαλύθηκε. Τα μόνα ενδιαφέροντα νέα που είχαμε τα τελευταία από το στρατόπεδο του αδικημένου συγκροτήματος είναι ότι έπαιξαν μετά από πολλά χρόνια τον Οκτώβριο του 2014 στο Firefest κα ιο τραγουδιστής David Forbes συμμετείχε σ’ ένα aor project που ονομάζεται Charming Grace (Shining Line, Wheels Of Fire)
Συνοπτικά οι Boulevard άφησαν πίσω τους δύο σημαντικούς δίσκους που έχουν λατρευτεί δεόντως από τους aor fans και οι οποίοι επανακυκλοφόρησαν το 2010 από την Metal Mind Productions.

Albums

    BLVD (1988)
    Into the Street (1990)


Φώτης Μελέτης

Foreigner: "The Best of Foreigner 4 and More"


Εμείς στον rocktime.gr τιμούμε και συγκαταλέγουμε στην πεντάδα των κορυφαίων μελωδικών συγκροτημάτων τους Foreigner! Ποιους όμως Foreigner; Αυτούς εδώ:

Tον Mick Jones στην κιθάρα, τον Kelly Hansen – στη  φωνή,  τον Jeff Pilson στο μπάσο, τον Tom Gimbel στο φλάουτο, την ρυθμική κιθάρα και το  σαξόφωνο, τον Michael Bluestein στα πλήκτρα, τον Chris Frazier στα ντραμς και τον Bruce Watson επίσης στην κιθάρα.
Παρατηρείτε τίποτε στα ονόματα; Εντάξει, συμφωνώ ότι είναι ονόματα εξαιρετικών μουσικών αλλά μόνο ο  Mick Jones ανήκει στο κλασικό σχήμα των Foreigner.
Ξαφνικά ίσως από τις λίρες Αγγλίας, τα ευρώ ή τα δολάρια  αποφάσισαν να επανηχογραφήσουν τα περισσότερα τραγούδια από το υπερκλασικό ορόσημο άλμπουμ τους "4" μπροστά σε ένα μάλλον απαθές κοινό.
Είναι γνωστό άλλωστε , ότι αρκετά χρόνια πλέον ο Mick Jones και η εκδοχή του  21ου  αιώνα των  Foreigner έχει επιτυχημένη καριέρα περιοδεύοντας και παίζοντας ένα  "best of" επιτυχημένων συνθέσεων από τις χρυσές εποχές της μπάντας με τον Έλληνα, Λου Γραμματικόπουλο(aka Lou Gramm), το εν λόγω cd-dvd  ηχογραφήθηκε στις  3 και  4 του Οκτώβρη του  2014 , στο υπερκλασάτο  Borgata Hotel του Atlantic City, στο New Jersey…
    Δε θα μπορούσε λοιπόν, για να επανέλθω, να υπάρξει η συνέχεια στο πολύ καλό δίσκο του 2009, το  "Can't Slow Down";
Οι εκτελέσεις στο "The Best of 4 And More" σίγουρα είναι επαγγελματικά εξαιρετικές , διότι έχουμε να κάνουμε με ταλαντούχους μουσικούς αλλά συγγνώμη δε θέλω να ξανακούσω, όσο κι αν το λατρεύω, το "I Want to Know What Love Is".
Δεν υπάρχει λόγος να επανηχογραφηθεί το  "4" … απλά ΦΤΙΑΞΤΕ καινούργιο δίσκο ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ!
Ήδη φίλοι του γκρουπ σπεύδουν να αγοράσουν το Box set με τις κυκλοφορίες των "χρυσών εποχών" της μπάντας  από τα έτη 1977-1991(The Complete Atlantic Studio Albums 1977-1991 Box set)…τυχαίο; δε νομίζω!


Nότης Γκιλλανίδης

Villagers Of Ioannina City: "Riza"

Τέσσερα χρόνια μετά το “Promo 2010”, οι “χωριάτες’’ των
Ιωαννίνων (Villagers Of Ioannina City) επιστρέφουν με την πρώτη τους ολοκληρωμένη δουλειά υπό τον τίτλο “Riza”. Οι συνθέσεις του στο σύνολο τους είναι δώδεκα και είναι όλες η μία καλύτερη από την άλλη.

Δεν ξέρω αν υπάρχει κατηγορία για να καταταχθούν όσον αφορά το είδος της μουσικής που παίζουν. Ας πούμε μια προσέγγιση, θα μπορούσε να ήταν παραδοσιακό (aka traditional) ελληνικό ηπειρώτικο progressive metal.
Ο λόγος είναι προφανής νομίζω και από τον τίτλο του άλμπουμ αλλά και από την ονομασία τους.
  Τα τραγούδια του Riza, έχουν σαν βάση το progressive metal / rock, εμπλουτισμένο με παραδοσιακά μουσικά στοιχεία του τόπου της ιδιαίτερης πατρίδας τους. Σύντομα κατάφεραν να πάρουν με το μέρος τους ένα μεγάλο αριθμό οπαδών, μαζί και εμένα.
  Το κλαρίνο έχει πρωταγωνιστικό ρόλο και σιγοντάρει την ηλεκτρική κιθάρα, όπου συνοδεύονται με τα προοδευτικά τύμπανα, δένοντας αρμονικά όλα τα μουσικά όργανα μαζί. Εδώ θα βρούμε μια διασκευή και στο πασίγνωστο “Γιάννη Μου Το Μαντήλι Σου” με τον τίτλο Jannim. Στο Chalasia θα συναντήσουμε την συμμετοχή του G.Mitsis ενώ στο κομμάτι Tabouria συμμετέχει ο “Κανένας Των Ιωαννίνων”.
  Καλό είναι να μην χάνεται η παράδοση και οι Villagers Of Ioannina City ή V.I.C., μας παρουσιάζουν κάτι το εντελώς διαφορετικό από αυτά που έχουμε συνηθίσει να ακούμε έως τώρα και είναι μια εναλλακτική επιλογή χωρίς να χάνεται το metal / rock στοιχείο.
Σε προσωπικό επίπεδο, εντυπωσιάστηκα πολύ από το πάντρεμα των ήχων που κατάφεραν να κάνουν καθώς μουσικά, η πεντατονική κλίμακα είναι και το κοινό στοιχείο στη ροκ με τον ρεμπέτικο ήχο (κυρίως), ο οποίος έχει ομοιότητες με τα παραδοσιακά κομμάτια. Με κέρδισαν πολύ εύκολα από το πρώτο άκουσμα και η εποχή που τους άκουσα για πρώτη φόρα ήταν και εκείνη που έψαχνα για το κάτι διαφορετικό να ακούσω. Εμπιστευτείτε τους, το αξίζουν!!!

Γιώργος Βαλιμίτης

Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2014

gaeleri: "Gates Of Rome"



Για να γιορτάσουν την 20η επέτειο από τη σύστασή τους, τα
τέσσερα μέλη της αρχικής σύνθεσης των Σουηδών hard rockers, gaeleri επανασυνδέθηκαν και αποφάσισαν κυκλοφορήσουν το -μόλις τέταρτο- άλμπουμ τους.


 Το φθινόπωρο του 2012 ο τραγουδιστής τους Anders Vidhav (Bengtsson) και ο κιθαρίστας Niklas Rollgard ξαναβρέθηκαν σε μια συναυλία στην Κοπεγχάγη και πάνω από πολυάριθμα γυάλινα κουφάρια βύνης θυμήθηκαν τα παλιά. Διαλυμένοι ήδη επτά χρόνια πριν και με τελευταία τους κυκλοφορία το "A Bright Day" του 2002, αισθάνονταν ένα δυσαναπλήρωτο κενό. Σύντομα ξαναβρέθηκαν, κάλεσαν και τους άλλους δύο (Jonas Andersson, μπάσο και Patrik Borgkvist ντράμς) από το αρχικό σχήμα και εγένετο επανένωση.

Είχαν ξεκινήσει το 1992 και το ταξίδι τους -με συνεχείς περιοδείες στη Σκανδιναβία- κράτησε 13 χρόνια και απέδωσε τρία άλμπουμ παλιού καλoύ hard rock στα χνάρια των Thunder και των παλιών Whitesnake.

Το νέο άλμπουμ έχει τον τίτλο "Gates of Rome" και παρά το παραπλανητικό του εξώφυλλο που παραπέμπει σε power metal είναι παραπάνω από ικανοποιητικό για όσους τρέφονται με ευρωπαϊκό ήχο. Ηχογραφήθηκε στα Ladahland studio του Helsingborg με τον Jokke Petterson ως ηχολήπτη και συμπαραγωγό. Η τελική μίξη έγινε από τον Anders "Theo" Theander στα Roastinghouse Studios, του Malmoe. Με άλλα λόγια ένα «σπιτικό», αλλά καθόλου πρόχειρο άλμπουμ, με πολύ καθαρό ήχο και ύφος που οπωσδήποτε εκφράζει τη μπάντα (καθ΄ότι συνυπογράφουν το τελικό αποτέλεσμα με τον Petterson).

Τα κομμάτια είναι δυνατά και εύληπτα, ενώ η μίξη των επιρροών -από Zeppelin, ως σύγχρονο ευρωπαϊκό melodic rock - είναι πετυχημένη. Από το εναρκτήριο "Ready Οr Νot", οι ηλικίας σαρανταφεύγα Σουηδοί είναι προφανές ότι το απολαμβάνουν και η ευφορία περνάει στον ακροατή. Με το "Queen Of Time" η φόρα εξακολουθεί, ενώ τα πλήκτρα του "Wannabe" οδηγούν σε fm rock δρόμους. Το ομώνυμο συνδυάζει ευκολομνημόνευτη μελωδία και ριφ, με τη φωνή του Anders Vidhav σε πλήρη ανάπτυξη (σε χρώμα θυμίζει κάπως τον δικό μας George Gakis, με μεγαλύτερη έκταση). Το σφιχτοδεμένο συναυλιακό "One Touch" και το καθαρόαιμο A.O.R. "One Step Closer" ξεχωρίζουν από το υπόλοιπο υλικό, το οποίο δεν υπολείπεται σε ενέργεια και φρεσκάδα, παρ΄ότι ένα- δύο σκληρότερα κομμάτια ακούγονται τετριμμένα.

Ο ήχος αυτός εκφράζει δυνατά τα ηχητικά πιστεύω των Σουηδών και μαρτυρά ότι είχαν πράγματι καλό λόγο να νιώθουν ότι πρέπει να ξαναβρεθούν και να φτιάξουν μουσική μαζί. Παρά το αντιτουριστικό τους παρουσιαστικό, οι gaeleri, δικαιούνται ένα καλό άκουσμα. Μακάρι να έχουν περισσότερη τύχη τώρα, παρά στα '90s, όταν το grunge και το nu metal είχαν περιθωριοποιήσει τον ήχο πολλών γκρουπ σαν κι αυτούς.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...