Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2016

Eric Bell: "Εxile"


Ο άνθρωπος που ήταν ο συνοδοιπόρος του μεγάλου Phil Lynott
(1969-1973), ο κιθαρίστας που ακούγεται στο "Whiskey In The Jar" και το "The Rocker" εκδιώχθηκε από τους Thin Lizzy επειδή ήταν «βαρετός» μετά την πρώτη αμερικάνικη περιοδεία, δεν σταμάτησε ποτέ να ηχογραφεί, παρ΄ότι το ενδιαφέρον για τις ηχογραφήσεις του υπήρξε διαχρονικά μικρό.

Το 9ο προσωπικό του άλμπουμ - το πρώτο μετά από κάτι παραπάνω από 6 χρόνια είναι μια stripped down προσπάθεια, απεξαρτημένη από απαιτήσεις «παραγωγής» και φιλοδοξιών γενικώτερα. Κατά τον ίδιο τρόπο που αρκετοί ρόκερ της ηλικίας του (Neil Young, Mark Knopfler, Bob Seger) ξεδιπλώνουν τις πρωτογενείς επιροές τους από country, folk, blues και rock n' roll, έτσι και o Bell κινείται μεταξύ προβλέψιμου, χαμηλότονου και -ενίοτε- με κάποιο δείκτη περασμένης ζωτικότητας ακούσματος.

Η βάση των στίχων δε θα μπορούσε να είναι άλλη από αυτοβιογραφική και ο τόνος είναι τρίτης ηλικίας χωρίς εξάρσεις (ξεχωρίσει το ροκαμπίλυ "Rip It Up", το ηλεκτροφόρο "Concrete Jungle" και το "Deep In Your Heart" στο γνώριμο από τα προσωπικά του άλμπουμ παλαιοLizzy χρώμα), σαν το ηχητικό ισοδύναμο μιας ταινίας όπως το "The Straight Story" του Lynch, όπου από πρώτη άποψη δε συμβαίνει τίποτε, γιατί οι εντάσεις είναι στα εσώτερα του πρωταγωνιστή, με τις γωνίες των στραβών και των ανάποδων αμβλυμένες από τον χρόνο, αλλά με τα σημάδια τους πάντα εκεί. To βέβαιο είναι ότι ο Bell ακούγεται ειλικρινής και εντελώς απροσχημάτιστος απ΄την αρχή ως το τέλος. Ό,τι πιστοποιητικά αξιοσύνης χρειαζόταν τα έδωσε με τους Thin Lizzy και με τη μπάντα του Noel Redding 40 περίπου χρόνια πριν. Τώρα απλώς εκφράζεται με την κιθάρα του, σα να παίζει για τους στενούς του φίλους και μόνο.

Υπάρχει βέβαια κι ένα πραγματικά συγκινητικό τραγούδι, το τελευταίο του άλμπουμ "Song For Gary", σε ημιδιηγηματικό ύφος για τον μεγάλο Gary Moore, τον οποίο ο Bell γνώρισε ακόμη αμούστακο να κουβαλάει εδώ και κει μια κιθάρα ίσα με το μπόϊ του, κι όμως έφυγε πολύ νωρίτερα απ΄τον ίδιο, στα 58.hope someday we' ll meet again" ακούγεται να λέει ο Bell, κι όταν είναι κανείς 68 με μια τέτοια πορεία πίσω του, το εννοεί, περισσότερο από ποτέ στη ζωή του.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2016

Last Autumn's Dream: "Paintings"


Στην ιστορία αυτής της μελωδικότατης μπάντας συναντάμε έναν
από τους χαρακτηριστικότερους τραγουδιστές/συνθέτες του μελωδικότατου ιδιώματος, τον Mikael Erlandsson από το Gothenburg της Σουηδίας.


Στη δημιουργία της μπάντας συμπράττει με έναν εξαιρετικά τεχνίτη της εξάχορδης, τον Andy Malecek από μία γερμανική εξαιρετικά μελωδική  hard rock μπάντα, τους Fair Warning.
Ο Mikael και ο  Andy ξεκίνησαν για να δημιουργήσουν ένα δίσκο και γι’ αυτό διάλεξαν τους καλύτερους για να πλαισιώσουν το μουσικό τους εγχείρημα!
Οι  Ian Haugland, Mic Michaeli και ο  John Leven των τεράστιων μελωδών Europe-που τότε ήταν σε απραξία – και οι  LAST AUTUMN'S DREAM γεννήθηκαν στα  2003!
Το εκπληκτικό πρωτόλειο μουσικό δημιούργημα τους αποτελεί σπουδαία κληρονομιά στο μελωδικό θησαυροφυλάκιο της σκανδιναβικής χερσονήσου!!
Όμως η μπάντα ξαφνικά έχασε τα 3/5 της, που επέστρεψαν να μεγαλουργήσουν για δεύτερη φορά με την επιστροφή των υπέρτατων  Europe.
Η τραγικότητα κορυφώθηκε μετά την κυκλοφορία του δεύτερου δίσκου τους, όταν ο μπασίστας και μέλος των μελωδικότατων  hard rockers, Talisman  μπασίστας  Marcel Jacob, μη αντέχοντας τη μάχη με την επάρατη νόσο "έθεσε τραγικά τη ζωή του στην ανυπαρξία"… οι αντικαταστάτες τους Nalley Påhlsson (Treat, Therion) και ο ντράμερ Jamie Borger (Talisman, Treat, Secret Service) εντάχθηκαν στην μπάντα και της έδωσαν νέα, δημιουργική πνοή!
Κι ο Andy Malecek όμως αποφάσισε να εγκαταλείψει το συγκρότημα στα 2014 για προσωπικούς λόγους και αντικαταστάθηκε με τον πανέξυπνο κιθαρωδό Peter “Pac” Söderström, που στις προηγούμενες κυκλοφορίες της μπάντας συνεισέφερε ως ρυθμικός κιθαρίστας.
Ο δε παραγωγός Ulf Wahlberg εντάχθηκε στην μπάντα ως πληκτράς. Παρόλες όμως τις κακοτυχίες, τις τόσες αλλαγές στην σύνθεση του σχήματος η μπάντα παραμένει ισχυρή δημιουργικά και παρουσιάζει στους πιστούς οπαδούς της ακόμη ένα αριστούργημα: το "Paintings", που ο τίτλος περιγράφει ακριβέστατα το περιεχόμενο και τη μουσική επένδυση των συνθέσεων: ζωγραφιές με μελωδία-μελωδία-μελωδία…
Συνθέσεις, όπως τα μελωδικότατα ροκάδικα κομμάτια :
"My Mistake To Make", "Won'tcha Stay The Night", "Bring Out The Heroes", "Too Late" ή το χαρακτηριστικότατο σκανδιναβικό "διαμαντάκι" και προσωπικά αγαπημένο,   "An Eye For An Eye", "φωνάζουν" με το πρώτο άκουσμα ότι είναι  συνθέσεις των  LAD.
Η ενδιαφέρουσα διασκευή στο  "Take It On The Run" (των "θεούληδων" R.E.O. Speedwagon) ή το πανέμορφο  "In Case Of Landing On Water", κάνουν το δίσκο να ηχεί δυναμικότερος και άκρα ενδιαφέρων! Όσο για το "γιαπωνέζικο δωράκι"  "Even When I Hate You" έχει ένα πανέμορφο  AORάδικο αίσθημα.
Άψογη μουσικότητα, εξαιρετικός τραγουδιστής, καλοδουλεμένες συνθέσεις’ ένας δίσκος που συνδυάζει τον παραδοσιακό ήχο των Last Autumn’s Dream με ηχοχρώματα AOR και επαυξημένη την  rock  πινελιά στον ήχο, χάρη στην εξαιρετική δουλειά του  Peter Pac Soderstrom.
Ίσως ο καλύτερος δίσκος τους μαζί με τον πρώτο!
Ελπίζω να είναι εδώ για πολλά-πολλά χρόνια ακόμη στο μελωδικό στερέωμα για να κάνουν τα ακούσματα μας ενδιαφέροντα!!

Νότης "Rock Star Crazy" Γκιλλανίδης

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2016

Gotthard: "Live & Bangin΄"


Πληροφοριακά η μπάντα πήρε το όνομα της από τον άγιο Gotthard
Massif.Δυστυχέστατα, ο αρχικός μέγιστος φωνητικά τραγουδιστής της μπάντας Steve Lee, βρήκε τραγικό θάνατο σε περιοδεία με φίλους, καβαλώντας την αγαπημένη του μηχανή στις 5 Οκτωβρίου του 2010.

Στις  11 Νοέμβρη του  2011, οι Gotthard ανήγγειλαν τον καινούργιο τραγουδιστή τους , τον Nic Maeder, μέσα από την επίσημη ιστοσελίδα τους στο Facebook και πρόσφεραν δωρεάν από τον ιστότοπο του γκρουπ,  τη νέα σύνθεση για κατέβασμα, το "Remember It's Me".
Το Δεκέμβρη του  2012, οι Gotthard ξεκίνησαν τη  Firebirth Tour, για την προώθηση του  10ου  στουντιακού δίσκου του με τον τίτλο "BANG!".Ένας λοιπόν δίσκος που αντιπροσωπεύει την μπάντα με τον χαρισματικό αυτόν τραγουδιστή είναι το πρόσφατα κυκλοφορήσαν με τον ηχηρότατο τίτλο "Live & Bangin’"!!
Ο δίσκος ηχογραφήθηκε κατά την περιοδεία για την προώθηση του δίσκου τους  Bang! στην πόλη  Baar της γενέτειρας τους Ελβετίας στα 2014 και αρχικά κυκλοφόρησε μέσω της ιστοσελίδας της μπάντας μόνο για τα μέλη του  FanClub ως ένδειξη ευχαριστίας για τις δύσκολες μέρες που πέρασε το συγκρότημα…όμως το  "Live & Bangin’" κυκλοφόρησε και ως  CD στην Ιαπωνία από την  Marquee Inc / Avalon.
Πρόκειται για ένα επίσημο "παράνομα ηχογραφημένο" δίσκο/official bootleg (στην καλλιτεχνική-συλλεκτική αργκό) – αλλά πρόκειται για μία εξαιρετική ηχογράφηση σε επιμέλεια του κιθαρίστα της μπάντας  Leo Leoni και στα  75 λεπτά της ηχογράφησης απολαμβάνουμε καθάριο, κρυστάλλινο ήχο με την μπάντα σε φοβερή απόδοση!
Σε καμία περίπτωση δεν αδικούμε έναν εξαιρετικό, νεοφερμένο τραγουδιστή τον Nic Maeder, που η απόδοση του από το ηχοσύστημα του σπιτιού μας μεταφέρει νοερά στο χώρο της συναυλίας, αλλά η θύμηση και η αισθαντικά χαρακτηριστική φωνή του Steve Lee θα μείνει για πάντα χαραγμένη στα αυτιά και στην ψυχή μας!
Διαβάστε παρακάτω τι περιλαμβάνει το εν λόγω live.

 1. Let Me in Katie 2. Bang! 3. Get Up 'N' Move On 4. Sister Moon 5. Right On 6. Master of Illusion 7. Feel What I Feel 8. The Call 9. Remember It's Me 10. What You Get 11. The Train 12. C'est La Vie 13. That's It (Car Crash) 14. Mountain Mama 15. Lift U Up 16. Thank You 17. Anytime Anywhere


Νότης Γκιλλανίδης

Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2016

David Bowie: "Blackstar"


Χρειάζεται τεράστια κλάση για να μπορέσει ένας συνθέτης και
περφόρμερ, ακόμη κι ένας από τους μεγαλύτερους στην εποχή του ροκ ν΄ρολ, να εμπνευστεί και να υλοποιήσει ένα requiem για τον εαυτό του. Αυτός όμως ήταν ανέκαθεν ο David Bowie. Απρόβλεπτος, παθιασμένος και φευγαλέος, άγνωστο προς ποιά κατεύθυνση κάθε φορά.

"In style", λοιπόν, ο άνθρωπος που κάποτε «Πούλησε τον Κόσμο», που ξαναγεννήθηκε ως Ziggy, κατόπιν «Έπεσε στη Γη», περιπλανήθηκε στο Βερολίνο ως Λευκός Δούκας, θύμισε στο mainstream πώς είναι να είσαι σόουλ εικόνισμα και «Απολύτως Πρωτάρης», ο όλα αυτά και παραπάνω, μας χαρίζει το 27ο και αποχαιρετιστήριο δισκογράφημά του. Συγκινητικό χωρίς να είναι μελοδραματικό και απ΄ άκρη σ΄άκρη οραματικό. Σα να καλεί το σύγχρονο μουσικό κόσμο να τον παρακολουθήσει στο πείραμά του, υποσχόμενος ότι θα αναπτύξει τις ιδέες του στο επόμενό του βήμα. Γνωρίζοντας όμως, εδώ και ένα χρόνο περίπου, ότι δεν θα έχει την ευκαιρία να το πραγματοποιήσει ποτέ.
Συμπαραγωγός ο άνθρωπος που ξέρει όσο λίγοι το έργο του, ο Tony Visconti.  Ο ήχος του πειραματικός, θυμίζει το "Bells" του Lou Reed, κι απ΄την τριλογία του Βερολίνου περισσότερο το "Low", με μέγιστο όπλο του τις jazz ενορχηστρώσεις (ειδικά το σαξόφωνο του Donny McCaslin δημιουργεί τοπία όπου το παλιό και το φουτουριστικό αναμιγνύονται με εντυπωσιακά αποτελέσματα) και τα ambient περάσματα.
To εναρκτήριο 10λεπτο "Blackstar" είναι ένα δυσοίωνο ηλεκτρονικό ποτάμι μέσα απ΄ το οποίο αναδύονται ανατολίτικα χρώματα και φράσεις πνευστών, πριν οδηγήσει σ΄ένα ξέφωτο πλήκτρων που αποπνέει αγαλλίαση. Οι αναφορές για το επικείμενο τέλος του αφηγητή-υποκειμένου, διαρκείς ("Something happened on the day he died - Spirit rose a metre and stepped aside - Somebody else took his place, and bravely cried  - I'm a blackstar, I'm a star star").
Η αναζήτηση αυτοπροσδιορισμού, πάντα ένα αίνιγμα χωρίς λύση με τον Bowie, εξακολουθεί ακμαία, αλλά και αγωνιώδης ["I can't answer why (I'm not a gangster) - But I can tell you how (I'm not a flam star) - We were born upside down (I'm a star star) - Born the wrong way 'round (I'm not a white star - I'm a blackstar, I'm not a gangster - I'm a blackstar - I'm not a pornstar, I'm not a wandering star- I'm a blackstar]. Το βίντεο κλιπ του κομματιού, μια σημειολογική πυκνογραφία, μεταξύ ταινίας τρόμου και αποκαλυπτικού οράματος:
Νέοι σπαρταρούν σα δαιμονισμένοι και συρρέουν κυκλικά με τελετουργικό τρόπο, εσταυρωμένα σκιάχτρα, ένα κρανίο -
holy grail και μια ιέρεια με πυκνά φρύδια, ο ίδιος αδυνατισμένος και με αραιά μαλλιά, αλλά ένα πάθος απροσμέτρητο, σαν κήρυκας μιας μυστικής θρησκείας να μαγνητίζει τον θεατή, κρατώντας ανά χείρας ένα βιβλίο με απ΄έξω το Μαύρο Άστρο.
Ακολουθεί το "'Tis A Pity She Was A Whore". Ο στυγνός τίτλος και το ξερό beat οδηγούν ένα βαρέως σωβινιστικό (άραγε ταίριαζαν ποτέ τέτοιες politically correct προσεγγίσεις στο υλικό του;) στιχουργικό περιεχόμενο πάνω σε Κολτρέϊνεια πνευστά, που σε στιγμές παραπλανούν, παραπέμποντας τον ακροατή σ΄ ένα εστέτ "Lodger" ή "Scary Monsters".

Το παραισθησιογόνο τζαζ στοιχειό με τον τίτλο "Sue (Or In A Season Of Crime)" έχει φωνητικά που περιδινούνται μεταξύ ζηλοτυπίας, τρυφερότητας και κυνισμού για κάποια άπιστη Sue, ενώ το πυρετώδες "Girl Loves Me" έχει ελλειπτικό στίχο, σα χαμένο μέσα σε παραληρηματικό μονόλογο και ψυχρό ηλεκτρονικό beat (σαν outtake του "Low").
Αντίβαρο η σόουλ αίσθηση του "Dollar Days", ένας αιθέριος απολογισμός με ένα μακρύ outro jazz σαξόφωνου  ["I'm dying to - push their backs against the grain - and fool them all again and again - I'm trying to (...) don't believe for just one second I' m forgetting you"].
Γνωρίζοντας ότι αυτό θα είναι το τελευταίο κομμάτι στη δισκογραφία του, με το "I Can't Give Everything Away" ο δούκας του αμφίσημου προχωρά σε μια ανυπόκριτη δήλωση - υπογραφή ("Seeing more and feeling less - Saying no but meaning yes - This is all I ever meant - That's the message that I sent"), καθώς η μπαλάντα μοιάζει ν΄απογειώνεται με τη βοήθεια εγχόρδων και πνευστών σ΄ένα τοπίο μεταξύ "Loving The Alien" και "Absolute Beginners".  
Όμως προεξάρχει όλων το τρίτο τρακ, το περιβόητο "Lazarus". Αν το άλμπουμ αυτό ήταν μια μίνι όπερα, τούτο θά' ταν το λιμπρέττο της. Με το καθηλωτικό video clip, ο Bowie αποκαλύπτεται για μια ακόμη, τελευταία και καταλυτική, φορά. Λίγο πριν το φυσικό του θάνατο, παραμένει δισυπόστατος.
Ο ένας καθηλωμένος στο νεκροκρέβατο, αγωνιζόμενος να αδράξει λες κάποιον  αόρατο εχθρό ("Look up here, I'm in heaven - I've got scars that can't be seen - I've got drama, can't be stolen - Everybody knows me now"). Κι  ο άλλος ακμαίος, δημιουργικός, εμμονικός, αγέρωχος, ηδυπαθής ("Βy the time I got to New York - I was living like a king - then I used up all my money - I was looking for your ass"). Στο τέλος, ο δεύτερος πισωπατά και με αυτοσυγκράτηση που κόβει την ανάσα κλείνεται μέσα σε μια ντουλάπα αντίκα. Εκεί ανήκει, σαν ένα κλασσικό κοστούμι που δε γερνάει ποτέ. Έτοιμος να ξανάρθει στη μόδα οποτεδήποτε ("Just like the fashion icon he is", όπως έγραψε και το Rolling Stone).
Ο δε ασθενής στο κρεβάτι, στο τέλος  λυτρώνεται  μ' ένα "Oh I'll be free - just like that bluebird".
Τo συγκινησιακό φορτίο του άλμπουμ είναι πολύ βαρύ για να το αντιμετωπίσει κανείς «κριτικά», είτε είναι κανείς fan, είτε όχι.  Ένα μουσικό εξόδιο που θα μνημονεύεται για πολλά χρόνια.
Μόνον ο David Bowie θα μπορούσε να μεταμφιέσει τον ίδιο τον επερχόμενο θάνατό του στο ακροτελεύτιο κομμάτι τέχνης του, σκηνοθετώντας το μέχρι κεραίας. Θα το θυμόμαστε σαν ένα σκοτεινό "Show Must Go On", από τον μοναδικό καλλιτέχνη που (επαν)εφηύρε άπειρες φορές τον εαυτό του.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2016

Gary Moore: "Dirty Fingers"


Επιτέλους, ένας από τους σπανιότερους και καλύτερους δίσκους
του αείμνηστου και εκπληκτικού κιθαρίστα GARY MOORE (όσα επίθετα και να γράψω θα είναι λίγα κ. αρχισυντάκτη), το "Dirty Fingers" που επανακυκλοφορεί ψηφιακά επεξεργασμένος από την Victor Japan ειδικευόμενη σε ανάλογες κυκλοφορίες εταιρεία, με K2HD επεξεργασία σε HQCD (τεχνικοί όροι , υπάρχουν οι ερμηνείες στο διαδίκτυο για όποιον ενδιαφέρεται).

Ο δίσκος  ηχογραφήθηκε στα 1981 για την Jet Records αλλά σκονίζονταν για δύο χρόνια στα υπόγεια της εταιρείας , ώσπου κυκλοφόρησε τελικά στην Ιαπωνία, όπου ο Gary είχε γίνει ιδιαίτερα δημοφιλής,στα 1983.
Ένα από τα ενδιαφέροντα στοιχεία του δίσκου είναι ότι αυτό το άλμπουμ "γεννήθηκε" από  συνεργασία αστέρων, όπως: ο πρώην τραγουδιστής  του  Ted Nugent  Charlie Huhn, ο μπασίστας των Jimmy Bain (Rainbow/Dio) , η ιδιοφυία των πλήκτρων  Don Airey και ο "βράχος" στα τύμπανα Tommy Aldridge.
Υπάρχει λοιπόν ένας "τόνος" ιστορίας σε αυτόν το δίσκο τόσο η μουσική του άλμπουμ όσο και οι μουσικοί που συμμετέχουν το αποδεικνύουν περίτρανα.
Το "Dirty Fingers" είναι ένας ακατέργαστος, ευθύς hard rock δίσκος παιγμένος με πάθος και πολύ αίσθημα όπου υπάρχουν μοναδικές στιγμές στη δισκογραφία του υπεραγαγαπημένου Gary Moore  με εμπνευσμένα κιθαριστικά  riffs, καταιγιστικές μπασογραμμές και ντραμς που τα "σπάνε" με χαρακτηριστικότατο δείγμα το εναρκτήριο "Hiroshima".
Τα "Nuclear Attack" και "Run to Your Mama" παρουσιάζουν μοναδική "μουσική μονομαχία" στα αξεπέραστα κιθαριστικά σόλος του Gary  και τα συνθεσάιζερ του  Airey! Το  είναι "Rest in Peace" μία σύνθεση που ξεχειλίζει συναίσθημα και καταδεικνύει τη μοναδική κιθαριστική δεξιοτεχνία του "θείου" μουσικού Gary Moore.
Εξαίρετη και η ιδιότυπη διασκευή στο "Don't Let Me Be Misunderstood" , μία σύνθεση που γράφηκε στα 60ς και έγινε δημοφιλής από τους θρυλικούς The Animals. Η διασκευή του Moore είναι  heavy, ακατέργαστη και καυτή! Κατά την ταπεινή άποψη του γράφοντος ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ η καλύτερη εκδοχή που υπάρχει στο "Don't Let Me Be Misunderstood".
Από ό,τι καταλάβατε το "Dirty Fingers" είναι ένα θανατηφόρο hard rock άλμπουμ , που μέχρι σήμερα υπέφερε από τις κάκιστες μεταφορές σε cd  από τα αρχικά master tapes.
Υπάρχουν πολλές επανεκδόσεις αλλά τούτη εδώ η  K2HD επεξεργασία σε  HQCD είναι η καλύτερη από τις 4 που έχω στη συλλογή μου.
Μοναδικό άλμπουμ από το μάστορα της ηλεκτρικής κιθάρας αείμνηστο Gary Moore.

Υ.Σ θα ήθελα να αφιερώσουμε εκ μέρους του rocktime.gr σε δύο αδελφικούς φίλους που έχουν τιμήσει όσο λίγοι τον Gary Moore: τον Πάνο Παπαπέτρο και το Γιάννη Σίννη.

ΜΕΛΗ
Gary Moore – κιθάρα , φωνή
Don Airey – πλήκτρα
Jimmy Bain – μπάσο
Tommy Aldridge - τύμπανα
Charlie Huhn- φωνή

 
ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

1. Hiroshima
 
2. Dirty Fingers
 
3. Bad News
 
4. Don`t Let Me Be Misunderstood
 
5. Run to Your Mama
 
6. Nuclear Attack
 
7. Kidnapped
 
8. Really Gonna Rock
 
9. Lonely Nights
 
10. Rest in Peace


Νότης Γκιλλανίδης

Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2016

Nordic Union: "Nordic Union"

Η Frontiers Records του Serafino Perugino μας παρουσιάζει το
ολοκαίνουριο project της (ελπίζω να έχει και συνέχεια) που αποτελείται από τους Ronnie Atkins, των Pretty Maids και τον πολυτάλαντο Σουηδό συνθέτη/τραγουδιστή/κιθαρίστα Erik Martensson των ECLIPSE σε έναν απλά εκπληκτικό δίσκο.


Ο R. Atkins(Pretty Maids) αναφέρει σχετικά με το νέο αυτό project :
"Η μουσική μας εστιάζει κυρίως στις δυνατές μελωδίες καθώς και στο έντονο κιθαριστικό μέρος. Είχα ένα πολύ καλό προαίσθημα σχετικά με αυτή την συνεργασία. Με το που άκουσα τα πρώτα τραγούδια από τον Erik Martensson, είπα ότι τελικά είχα δίκιο για αυτόν τον τύπο, είναι ένας πολύ προικισμένος και ταλαντούχος συνθέτης “ Και συνεχίζει λέγοντας :
“Ενώ οι Pretty Maids εξακολουθούν να είναι η πρώτη μου προτεραιότητα, η διαδικασία σχετικά με αυτό το project πήγε πάρα πού καλά και τελικά αυτό που βγήκε είναι ένας πολύ δυνατός και μελωδικός hard rock δίσκος με πολλά καλά τραγούδια.
Ελπίζω και οι ακροατές να αποκομίσουν τα ίδια συναισθήματα με εμένα και να απολαύσουν την συγκεκριμένη δουλειά. "

Με το που ξεκινάει το πρώτο άσμα, "The War Has Begun”, καταλαβαίνει κάποιος αμέσως πως πρόκειται για κάτι πολύ δυνατό, με αρκετή δόση μελωδίας, γκάζι και μια μίξη από Pretty Maids συνδυασμένη άψογα με την φρεσκάδα των Eclipse δημιουργόντας το απόλυτο highlight!
Η φωνή του Atkins σε μαγεύει με την τραχύτητα της και το ρεφραίν σου μένει στο μυαλό για μέρες. Το “Hypocrisy” θυμίζει λίγο από Pretty Maids των τελευταίων τριών άλμπουμ ενώ στο "Wide Awake" έχουμε να κάνουμε με ένα πιο "σκοτεινό", μοντέρνο και βαρύ hard rock στολίδι που χαρακτηρίζεται από την εξαιρετική κιθαριστική δουλειά.
Το "When Death Is Calling” οι οπαδοί και των δυο συγκροτημάτων θα το λατρέψουν αφού πρόκειται για ακόμη έναν γκαζιάρικο melodic metal ύμνο. Και τα highlights δεν τελειώνουν εδώ.
Το "Falling" είναι πιο μελωδικό, με σαφώς πιο εμπορική γραμμή ενώ με το “Point Of No Return” οι Nordic Union μας προσφέρουν απλόχερα ακόμη ένα super –πιασάρικο άσμα!!! Το μαγικό χέρι του Erik Martensson τα κατάφερε για ακόμη μια φορά!!
Οι NORDIC UNION με αυτό το άλμπουμ ταράζουν για τα καλά τα νερά της σύγχρονης μελωδικής hard rock / metal σκηνής!
Η συνεργασία μεταξύ του Erik Martensson και Ronnie Atkins δημιουργεί αυτό το μαγευτικό ντεμπούτο που θα κάνει υπερήφανο κάθε fan του συγκεκριμένου ήχου!

Βασίλης Χασιρτζόγλου

Τετάρτη 27 Ιανουαρίου 2016

Last Autumn's Dream: "Paintings"

Στην ιστορία αυτής της μελωδικότατης μπάντας συναντάμε έναν
από τους χαρακτηριστικότερους τραγουδιστές/συνθέτες του μελωδικότατου ιδιώματος, τον Mikael Erlandsson από το Gothenburg της Σουηδίας.


Στη δημιουργία της μπάντας συμπράττει με έναν εξαιρετικά τεχνίτη της εξάχορδης, τον Andy Malecek από μία γερμανική εξαιρετικά μελωδική  hard rock μπάντα, τους Fair Warning.
Ο Mikael και ο  Andy ξεκίνησαν για να δημιουργήσουν ένα δίσκο και γι’ αυτό διάλεξαν τους καλύτερους για να πλαισιώσουν το μουσικό τους εγχείρημα!
Οι  Ian Haugland, Mic Michaeli και ο  John Leven των τεράστιων μελωδών Europe-που τότε ήταν σε απραξία – και οι  LAST AUTUMN'S DREAM γεννήθηκαν στα  2003!
Το εκπληκτικό πρωτόλειο μουσικό δημιούργημα τους αποτελεί σπουδαία κληρονομιά στο μελωδικό θησαυροφυλάκιο της σκανδιναβικής χερσονήσου!!
Όμως η μπάντα ξαφνικά έχασε τα 3/5 της, που επέστρεψαν να μεγαλουργήσουν για δεύτερη φορά με την επιστροφή των υπέρτατων  Europe.
Η τραγικότητα κορυφώθηκε μετά την κυκλοφορία του δεύτερου δίσκου τους, όταν ο μπασίστας και μέλος των μελωδικότατων  hard rockers, Talisman  μπασίστας  Marcel Jacob, μη αντέχοντας τη μάχη με την επάρατη νόσο "έθεσε τραγικά τη ζωή του στην ανυπαρξία"… οι αντικαταστάτες τους Nalley Påhlsson (Treat, Therion) και ο ντράμερ Jamie Borger (Talisman, Treat, Secret Service) εντάχθηκαν στην μπάντα και της έδωσαν νέα, δημιουργική πνοή!
Κι ο Andy Malecek όμως αποφάσισε να εγκαταλείψει το συγκρότημα στα 2014 για προσωπικούς λόγους και αντικαταστάθηκε με τον πανέξυπνο κιθαρωδό Peter “Pac” Söderström, που στις προηγούμενες κυκλοφορίες της μπάντας συνεισέφερε ως ρυθμικός κιθαρίστας.
Ο δε παραγωγός Ulf Wahlberg εντάχθηκε στην μπάντα ως πληκτράς. Παρόλες όμως τις κακοτυχίες, τις τόσες αλλαγές στην σύνθεση του σχήματος η μπάντα παραμένει ισχυρή δημιουργικά και παρουσιάζει στους πιστούς οπαδούς της ακόμη ένα αριστούργημα: το "Paintings", που ο τίτλος περιγράφει ακριβέστατα το περιεχόμενο και τη μουσική επένδυση των συνθέσεων: ζωγραφιές με μελωδία-μελωδία-μελωδία…
Συνθέσεις, όπως τα μελωδικότατα ροκάδικα κομμάτια :
"My Mistake To Make", "Won'tcha Stay The Night", "Bring Out The Heroes", "Too Late" ή το χαρακτηριστικότατο σκανδιναβικό "διαμαντάκι" και προσωπικά αγαπημένο,   "An Eye For An Eye", "φωνάζουν" με το πρώτο άκουσμα ότι είναι  συνθέσεις των  LAD.
Η ενδιαφέρουσα διασκευή στο  "Take It On The Run" (των "θεούληδων" R.E.O. Speedwagon) ή το πανέμορφο  "In Case Of Landing On Water", κάνουν το δίσκο να ηχεί δυναμικότερος και άκρα ενδιαφέρων! Όσο για το "γιαπωνέζικο δωράκι"  "Even When I Hate You" έχει ένα πανέμορφο  AORάδικο αίσθημα.
Άψογη μουσικότητα, εξαιρετικός τραγουδιστής, καλοδουλεμένες συνθέσεις’ ένας δίσκος που συνδυάζει τον παραδοσιακό ήχο των Last Autumn’s Dream με ηχοχρώματα AOR και επαυξημένη την  rock  πινελιά στον ήχο, χάρη στην εξαιρετική δουλειά του  Peter Pac Soderstrom.
Ίσως ο καλύτερος δίσκος τους μαζί με τον πρώτο!
Ελπίζω να είναι εδώ για πολλά-πολλά χρόνια ακόμη στο μελωδικό στερέωμα για να κάνουν τα ακούσματα μας ενδιαφέροντα!!

Νότης "Rock Star Crazy" Γκιλλανίδης

Παρασκευή 22 Ιανουαρίου 2016

Khymera: "The Grand Design"


Έχω παρατηρήσει, πως όταν κάποιος δίσκος με το πρώτο άκουσμα
με εντυπωσιάζει, μπορεί και να τον ακούσω επανειλημμένα αμέσως! Όπως έγινε για πρώτη φορά με το δίσκο "Trouble" των Whitesnake στις αρχές των 80ς για τον οποίο, χωρίς να γνωρίζω τότε πολλά-πολλά για μουσική, ήμουν σίγουρος ότι ήταν κάτι εξαιρετικό!


Το ίδιο συμβαίνει και με την τέταρτη κυκλοφορία του μουσικού σχήματος των Khymera, που ξεκίνησε ως σύμπραξη του Ιταλού παραγωγού και ικανότατου μουσικού, Daniele Liverani και του τραγουδιστή των Kansas, Steve Walsh, και αναπτύχθηκε σε πλήρες μουσικό σχήμα με την προσθήκη του μπασίστα και παραγωγού Dennis Ward των Pink Cream 69/Unisonic.
Γνωστότερος ως μπασίστας ο Dennis πάντοτε τραγουδά δεύτερα φωνητικά στους δίσκους των οποίων κάνει την παραγωγή, έτσι είναι ιδιαίτερα ευχάριστο να τον ακούμε ως κύριο τραγουδιστή στον καινούργιο δίσκο των Khymera αλλά και στα δύο προηγούμενα "A New Promise" και "The Greatest Wonder".
Στο διάστημα λοιπόν που η μπάντα ήταν σε μουσική ανάπαυση ο Dennis ως φυσική επιλογή άδραξε την ευκαιρία και ανέλαβε τον πλήρη έλεγχο του συγκροτήματος ως συνθέτης και παραγωγός στο νέο άλμπουμ "The Grand Design", που κυκλοφορεί έπειτα από 7 χρόνια ακολουθώντας το "The Greatest Wonder".
Μουσικά μιλώντας, ο νέος δίσκος αποτελεί τη φυσική συνέχεια και βαδίζει στο μουσικό μελωδικό μονοπάτι που πρωτοβάδισε πριν μερικά χρόνια. Εάν είστε οπαδός των δύο προηγούμενων μουσικών έργων των Khymera με τον Ward ως μπροστάρη η τρίτη αυτή μουσική δημιουργία δε θα αποτελέσει μεγάλη έκπληξη για σας, καθώς παρουσιάζει την καλοδουλεμένη πλέον φωνητική απόδοση του, διανθισμένη με πανέμορφες ισχυρές δόσεις πλήκτρων από τον Eric Ragno, τη μοναδική περσόνα(κάθε μπάντα που επιθυμεί πλέον πλούσιο ήχο στα πλήκτρα επιλέγει τον μουσικό από το Los Angeles) στα πλήκτρα, την κιθαριστική δεξιοτεχνία του Michael Klein, καθώς και την στιβαρότητα στην ρυθμική βάση των Dennis Ward στο μπάσο, και Felix Bohnke στα τύμπανα!
Τα πλήκτρα πλουσιοπάροχα στολίζουν το εναρκτήριο άσμα "Never Give Up On You" προϊδεάζοντας μας για την συνέχεια και βρίσκουν τους Khymera να συναντούν αρμονικότατα τους Journey!
Στο πανέμορφο "In ‘Tell Me Something" οι Khymera αποτίουν φόρο τιμής στους παλιούς καλούς  Bon Jovi με τον  Ward σε αριστοτεχνικές φωνητικές ελίξεις!!
Ο δεξιοτέχνης γητευτής των πλήκτρων Ragno βαδίζοντας στα  μελωδικότατα χνάρια των Cain και  Rolie στο "A Night To Remember" σίγουρα αποδεικνύει το λόγο που είναι από τους περιζήτητους πληκτρομαέστρους ειδικά την τελευταία δεκαετία.
Το "The Land Of Golden Dreams" λατρεύεται εύκολα καθώς ο Ward συνδυάζει τις θελκτικότατες φωνητικές αρμονίες των  Gary Hughes και  Sambora και παρουσιάζει ένα από τα ομορφότερα τραγούδια του δίσκου.

Άφησα τελευταίες στην παρουσίαση τις υπέροχες σπαραξικάρδιες και μελιστάλαχτες μπαλάντες  "Streetlights" και  "Where Is The Love". Εκεί που η καρδιά ραγίζει και τα χέρια παλεύουν να ανάψουν τους αναπτήρες και να τους περιφέρουν κυματιστά!

Οι Khymera παρουσιάζουν εκτυφλωτικά ένα από τα καλύτερα υποδείγματα ευρωπαϊκού μελωδικού  Rock: κρυστάλλινη παραγωγή, πλούσια και αριστοζυγισμένα φωνητικά, έξοχη μουσικότητα της μπάντας με  ραφινάτες συνθέσεις. που θυμίζουν στους λάτρεις του είδους, τις ένδοξες εποχές του γένους της μελωδίας από μπάντες όπως οι Giuffria, Icon, και  Signal που κατακτούσαν τα ραδιοκύματα της υφηλίου.  Άνετα λοιπόν συγκαταριθμούνται στην πλειάδα των μελωδικότερων!

Εάν βρισκόμασταν στα αλησμόνητα 1988 και οι Khymera ήταν αμερικάνικη μπάντα θα ήταν μαζικά αποθεούμενοι και εμπορικά πετυχημένοι…όποιος γνωρίζει τη λατρεία της μεγάλης αμερικανικής αγοράς στο μελωδικό ιδίωμα για τους  Foreigner / Journey / Styx και τις παρόμοιες λατρεμένες μπάντες, μπορεί να εκτιμήσει και την συγγένεια της μπάντας τούτης με το AOR στα καλύτερα του.
 Σίγουρα το κουμπί της επανάληψης θα υποστεί πολυχρησία καθώς θα ακούτε και θα ξανακούτε το δίσκο με το μελωδικό  rock σε ποιοτικότατη εκδοχή.

Νότης Γκιλλανίδης

Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2016

MΩΒ: Παίζοντας με τα ροκ χρώματα

Από τα πρώτα δυναμικά συγκροτήματα που έπαιξαν hard rock με την ευρεία έννοια του όρου ήταν οι Θεσσαλονικείς ΜΩΒ. To group το αποτελούσαν ο Στράτος Ιατρού (φωνή), Δημήτρης Μπουρμάς (κιθάρα), Χρήστος Παυλίδης (μπάσο), Βασίλης Γρούτας (κιθάρα), Χρήστος Γεκτίδης (ντραμς) και Σπύρος Καραγιαννίδης στα πλήκτρα.
Η μπάντα ξεκίνησε τη βραχύβιά πορεία του, το 1978 και όσο διάστημα υπήρχαν, έπαιξαν αρκετά live στην συμπρωτεύουσα ενώ πριν ακόμη κυκλοφορήσουν κάτι επίσημα εμφανίστηκαν το 1980 στο Παλαί ντε Σπόρ ανοίγοντας τη συναυλία των θρυλικών Ουγγαρέζων, prog-rockers,  Οmega.


Το πρώτο άλμπουμ τους, κυκλοφόρησε το 1981 και το μοιράζονται μαζί με άλλη μία τοπική μπάντα, τους ΔΕΛΤΑ και είναι ηχογραφημένο ζωντανά σε ένα  κλάμπ της Θεσσαλονίκης όμως η παραγωγή του Θοδωρή Μανίκα αδικούσε κατά πολύ την ποιότητα των ΜΩΒ.
Τα οικονομικά προβλήματα που είχαν τα συγκροτήματα τον περασμένο αιώνα ήταν πάντα ένα εμπόδιο για να κυκλοφορούν δίσκους με καλή παραγωγή και δυστυχώς ο ερασιτεχνισμός ήταν κυρίαρχος αλλά τουλάχιστον οι μπάντες πάλευαν για το καλύτερο αποτέλέσμα και οι συναυλίες ήταν η ζωή τους.
Μπορεί η ατμόσφαιρα της συγκεκριμένης ηχογράφησης να σε γυρίζει σε άλλες εποχές όμως, όλοι ομολογούν ότι είχαν ένα πρωτοποριακό σκληρό ήχο και με ψυχεδελικά στοιχεία και το διαπιστώνεις ειδικά ακούγοντας το “Once In Past”.
Το συγκρότημα αφού είχε αποκτήσει αρκετούς οπαδούς και με το πείσμα που διαθέτει κάθε γκρουπ ειδικά τα πρώτα χρόνια της διαδρομής του, κυκλοφορεί το 1982, το  “Playing with the colours” σε παραγωγή του Πέτρο Kαντιάνη και στα κήμπορντς συναντάμε και τον Δημήτρη Ραπτάκη.

Στη δεύτερη κυκλοφορία της μπάντας συνυπάρχουν ο σκληρός ήχος, οι προοδευτικές μελωδίες μαζί με δείγματα  από το new wave στοιχείο και γενικά είναι ένα άνισο άλμπουμ ως προς το συνολικό του αποτέλεσμα.
Σε αυτό το άλμπουμ ξεχωρίζουν η blues διασκευή στο,  You Shook Me του Willie Dixon, τα  hard ροκέ, “No One Cares About Us”,
"Through the Silence
και “Picture And Thought”,  το μελωδικό με τις φάνκυ κιθάρες, “Woman in the corner” και το θαυμάσιο ομότιτλο κομμάτι.

Όμως τα εσωτερικά προβλήματα στους ΜΩΒ και ο θάνατος του κιθαρίστα Δημήτρη Μπουρμά (υπήρξε και μέλος των Γκούλαγκ) σε τροχαίο το 1984  ήταν καθοριστικός παράγοντας ώστε η μπάντα να μην συνεχίσει.
Δυστυχώς και ο μπασίστας Χρήστος Παυλίδης πέθανε το 1994 από λευχαιμία.


Φώτης Μελέτης

Τρίτη 19 Ιανουαρίου 2016

Μisty 9: “Unite”

Οι Αθηναίοι Μisty 9 παρουσιάζουν την παρθενική τους,
δισκογραφική δουλειά με τίτλο “Unite” που περιλαμβάνει πέντε εξαιρετικά τραγούδια ενώ είχε προηγηθεί πριν λίγους μήνες το γοητευτικό ψηφιακό σίνγκλ, "Waiting for the Sun".

Η συνεργασία του Παναγιώτη Σπυρόπουλου (κιθαρίστα των Τσοπάνα Rave) και της Νίκης Γρανά (πιανίστρια-ηθοποιός) δημιούργησαν ένα θαυμάσιο mini-CD, το οποίο σε οδηγεί σε  μία άκρως μυσταγωγική prog- rock ατμόσφαιρα που ξεκινά από τους Pink Floyd και τους Camel  και φθάνει μέχρι τους Βlackfield, Archive και Ρortishead.
Το Unite” δεν περιορίζεται όμως στα στενά νοσταλγικά ροκ κλισέ αλλά κατορθώνει να φλερτάρει με   trip-hop μελωδίες, με dub μοτίβα και με ρυθμούς που σε ταξιδεύουν ασταμάτητα σε άλλους πλανήτες.
Τραγούδια που ξεχωρίζουν είναι  το ομότιτλο κομμάτι όπου η θεατρική ερμηνεία της  Νίκης Γρανά, δημιουργεί ρίγη μουσικής ευδαιμονίας με ένα φινάλε που σε καθηλώνει ενώ και το “Τhese days” είναι ένα μικρό διαμαντάκι.
Κάτι παρόμοιο συμβαίνει με το συγκλονιστικό τραγούδι Spots” με τα εμπνευσμένα κιθαριστικά ηχοχρώματα να αναδεικνύουν το σπουδαίο τραγουδιστικό  ταλέντο της Νίκης Γρανά, η οποία υπογράφει και τους υπέροχους στίχους όλου του Ε.Ρ.
Θα ήταν άδικο να μην  αναφέρουμε ότι το παίξιμο και η απόδοση του Παναγιώτη Σπυρόπουλου είναι ανεξάντλητο και αριστοτεχνικό και τον κατατάσσει δίκαια στους πιο σημαντικούς Έλληνες κιθαρίστες. Το παζλ της συγκεκριμένης κυκλοφορίας συμπληρώνεται με την άψογη ενορχήστρωση των συνθέσεων και την εκπληκτική παραγωγή.
 Το "Unite" κυκλοφορεί ήδη από τον περασμένο Δεκέμβριο και μπορείτε να το ακούσετε δωρεάν ή να το παραγγείλετε σε φυσική μορφή (CD) μέσα από την σελίδα του συγκροτήματος στο bandcamp: https://misty9.bandcamp.com/.

Φώτης Μελέτης

Τρίτη 12 Ιανουαρίου 2016

REO SPEEDWAGON: "Live:You Get What You Play For"


Οι Αμερικανοί REO SPEEDWAGON με αρκετά πλατινένια
άλμπουμ στο ενεργητικό τους έχουν ξεκινήσει δισκογραφικά από τις αρχές της δεκαετίας του’70 και είναι σαφώς υποτιμημένοι από το ελληνικό κοινό κάτι που εδώ στο www.rocktime.gr. φυσικά και δεν πρόκειται ποτέ να συμβεί.


Αυτό κυρίως συνέβη διότι χλευάστηκαν άδικα από τους δήθεν ντόπιους alternative κριτικούς και “φανατικούς” μεταλλάδες μαζί με γκρουπ όπως οι Journey, Styx, Foreigner, Boston ότι είχαν εμπορικό και εύπεπτο ήχο.
Ειδικά στα seventies, οι REO SPEEDWAGON ήταν ένα καθαρόαιμο hard rock συγκρότημα, με wild κιθάρες, υψίφωνα αλλά παθιασμένα φωνητικά και μπόλικη rock ‘n roll διάθεση.
Στο “Live: You Get What You Play For” που κυκλοφόρησε το 1977 το γκρουπ βρίσκεται σε εξαιρετική φόρμα με τραγούδια που έχουν γράψει ιστορία όπως τα “Like You Do”, “157 Riverside Avenue”, “Keep Pushin”, το τρομερό “Ridin’ The Storm Out”, το ασύλληπτο “Golden Country και την διασκευή στο “Little Queenie” του Chuck Berry.
Το συγκεκριμένο live περιέχει τραγούδια παιγμένα σε διάφορες αμερικάνικες πολιτείες ενώ το 2011 επανεκδόθηκε στην Ιαπωνία.

Γενικά όλη ενέργεια που εκπέμπουν οι Reo Speedwagon είναι απίστευτη, μας ξυπνάνε όμορφες μνήμες από το παρελθόν και αφήνουν πίσω τους σαν κληρονομιά ένα απολαυστικό live με τραγούδια που μιλάνε ευθέως στη ψυχή μας.
Οι λάτρεις των seventies καταλαβαίνουν γιατί διαμάντι μιλάμε…

ΤRACK LISTING
1)Like You Do, 2)Lay Me Down, 3)Any Kind of Love, 4)Being Kind(Can Hurt Someone Sometimes), 5)Keep Pushin, 6)(Only A) Summer Love, 7)Son of A Poor Man, 8) "(I Believe) Our Time Is Gonna Come", 9)Flying Turkey Trot, 10) Gary's Guitar Solo, 11) 157 Riverside Avenue, 12) Ridin’ The Storm Out, 13)Music Man, 14) Little Queenie, 15)Golden Country.

ΜΕΛΗ
Kevin Cronin(φωνή, κιθάρα)
Gary Richrath(κιθάρα)
Gregg Philbin(μπάσο)
Neal Doughty(κημπορντς)
Alan Gratzer(ντραμς)

Φώτης Μελέτης

Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2016

Great White: “Once Bitten”


Όταν πρωτοάκουσα το “Once Bitten” το φθινόπωρο του 1987 (το άλμπουμ είχε κυκλοφορήσει το καλοκαίρι της ίδια χρονιάς) από ένα πειρατικό σταθμό της εποχής έπαθα ένα μικρό παραλήρημα με την ουράνια φωνή του Jack Russell και με την εκρηκτικότητα και το πάθος που είχαν οι Great White στο παίξιμό τους.


Σχεδόν τρεις δεκαετίες μετά από εκείνο το παραλήρημα, εκείνη η φλόγα που μου άναψε το album δεν λέει να σβήσει ακόμη.
Οι μελωδίες του Rock me και του Lady Red Light με έχουν σημαδέψει τόσο στην εφηβεία μου όσο και σήμερα, που προσπαθούμε να προβάλουμε μέσω του Rocktime.gr τραγούδια, άλμπουμ και συγκροτήματα που έχουν γράψει ιστορία και έχουν αδικηθεί στη χώρα μας.
Ας αφήσουμε λοιπόν τις μουρμούρες και ας πάμε στοOnce Bittenόπου απολαμβάνουμε μία πανδαισία hard rock ρυθμών συνδυασμένες με μικρές μελωδικές aor πινελιές ενώ σε μερικά κομμάτια θα συναντήσουμε έστω και λίγο από το πνεύμα των Led Zeppelin, των Scorpions (προσέξτε το πανέμορφο Never Change Heart) αλλά και γερές δόσεις από rock ‘n roll & blues ηχοχρώματα.
H κιθάρα του Mark Kendall παίζει κυρίαρχο ρόλο και δεν αφήνει κανένα αδύναμο σημείο να χαλάσει την εικόνα του δίσκου και σε αυτό συνεισφέρουν τα μέγιστα οι Michael Lardie (πλήκτρα, κιθάρα), Lorne Black (μπάσο) και ο Audie Desbrow στα τύμπανα ενώ ο Kendall ζωγραφίζει κυριολεκτικά σε κομμάτια όπως τα υπέροχα Gonna Getcha,On the Edge,All Over Nowκαι στο αγαπημένο μουLady Red Light”.
Οι γρήγορες ταχύτητες δεν λείπουν από τις συνθέσεις του άλμπουμ με το Fast Road” και την επιθετική εισαγωγή του Audie Desbrow στα τύμπανα να δίνει το σύνθημα της εκκίνησης ενώ το Mistreater δημιουργεί ένα χορευτικό τόνο, ελέω του sixties πιάνου που ακούγεται στο εν λόγω άσμα.
Για τη μπαλάντα Save Your Love τα λόγια είναι περιττά αφού οφείλουμε να υποκλιθούμε στην ανατριχιαστική ερμηνεία του J.Rusell (κρίμα που τρέχει στα δικαστήρια με τους υπόλοιπους) ο οποίος καταφέρνει να ακούγεται άκρως ερωτικός.
Βέβαια ο ύμνος του άλμπουμ δεν είναι άλλος από το μνημειώδες Rock me με εισαγωγή που λυγίζει και την πιο “δύσκολη” γκόμενα και ένα ξέσπασμα που σε οδηγεί σε μία απέραντη ηδονή. Δεν νομίζω ότι υπάρχει πιο τέλειο πάντρεμα μεταξύ κιθάρα και φωνής. Είναι αυτό που λέμε ο απόλυτος hard rock οργασμός!
Με αυτό το δίσκο το συγκρότημα κατάφερε να κάνει τεράστια εμπορική επιτυχία (πλατινένιος στις ΗΠΑ), να φτάσει μέχρι το Νο 23 στα τσαρτ του Βillboard ενώ η επιτυχία συνεχίστηκε και τα επόμενα χρόνια μέχρι βέβαια να κυριαρχήσει η σκηνή του Σηάτλ.
Να επισημάνουμε για το τέλος ότι η εξαίρετη παραγωγή ανήκει στους Mark Kendall, Michael Lardie και στον τότε manager τους Alan Niven καθώς επίσης ότι το Once Bittenστην αγγλική έκδοσή του υπάρχουν δύο τραγούδια από παλιότερες δουλειές του γκρουπ και μία διασκευή στο “Gimme Some Lovin” των Spencer Davis Group.

TRACKLIST:
“Lady Red Light”
“Gonna Getcha”
“Rock Me”
“All Over Now”
“Mistreater”
“Never Change Heart”
“Fast Road”
“On The Edge”
“Save Your Love”

ΜΕΛΗ:
Jack Russell (φωνή)
Mark Kendall (κιθάρα)
Michael Lardie (πλήκτρα & κιθάρα)
Lorne Black (μπάσο)
Audie Desbrow (drums)

Φώτης Μελέτης

Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2016

Το γοητευτικό ταξίδι των Saraya

Υπό άλλες συνθήκες θα ήμουν τρισευτυχισμένη κάνοντας τη συγκεκριμένη παρουσίαση.
Βλέπετε οι SARAYA είναι από τα αγαπημένα μου συγκροτήματα και η Sandi ΗΤΑΝ για μένα, αν και χαμηλών τόνων, μορφή και πάνω απ' όλα φωνάρα στα μουσικά δρώμενα των δεκαετιών 80-90.

Το περίεργο είναι ότι αυτή την παρουσίαση είχα σκοπό να την κάνω μήνες πριν αλλά κάτι μ' εμπόδιζε και την ανέβαλλα συνεχώς. Τυχαίο; Δεν νομίζω! Θα καταλάβετε τι εννοώ προς το τέλος της.
Όπως και να 'χει όμως δεν μπορώ παρά να υποκλιθώ σε μια τόσο μεγάλη φωνή ακόμα κι αν η μοίρα δεν θέλησε η καριέρα της να είναι μακροσκελής, το ταλέντο δεν παύει να είναι αδιαμφισβήτητο!
Αυτή η ιστορία λοιπόν θα σας πει όλα όσα γνωρίζουμε (τα οποία δυστυχώς δεν είναι και πολλά) για μία μπάντα που ξεκίνησε την καριέρα της το 1987 με το όνομα ALSACE LORRAINE.

Πρωτοεμφανίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του '80 στο New Jersey και ιδρύθηκε από τον Gregg Munier (πλήκτρα) και τη Sandi Saraya Salvador (φωνητικά). Στο τέλος του '87 το line up είχε ολοκληρωθεί από τους Gary "Skid" Taylor (μπάσο, φωνητικά), Tony Rey (κιθάρα, φωνητικά) και Chuck Bonfante (ντραμς).
Ο Tony Rey είχε παίξει στους DANGER DANGER πριν συνοδεύσει τους ALSACE LORRAINE και είχε ήδη δουλέψει μαζί με τον Chuck Bonfante στο δεύτερο ακυκλοφόρητο σόλο άλμπουμ του JOE LYNN TURNER.

Λόγω της front woman Sandi το όνομα της μπάντας αλλάζει σε SARAYA, αν και το όνομα Alsace Lorraine συναντάται ως τίτλος τραγουδιού στο πρώτο τους άλμπουμ με το όνομα "Saraya". Με παραγωγό τον Jeff Glixman το άλμπουμ κυκλοφορεί το 1989. Περιέχει 11 πιασάρικα τραγούδια.
Απ' αυτά ξεχωρίζουν οι δυνατές συνθέσεις με τα μεγαλειώδη κιθαριστικά riffs και τα κρυστάλλινα φωνητικά της δεσποινίδας Saraya, της οποίας αγαπημένες τραγουδίστριες είναι η PATTI SMITH και η Chrissie Hynde (THE PRETENDERS) και αγαπημένοι τραγουδιστές είναι ο Paul Rodgers και ο Glenn Hughes (έχει γούστο η κοπέλα, τι να λέμε τώρα;). Επίσης η Sandi αγαπάει τη μουσική των BAD COMPANY, AEROSMITH, PETER FRAMPTON και LED ZEPPELIN.
Ακούγοντας το πρώτο single/videoclip, το "Love Has Taken Its Toll" θα αναγνωρίσετε όλες αυτές τις επιρροές στη μουσική των SARAYA.
Με την κυκλοφορία του πρώτου άλμπουμ η δόξα και η επιτυχία είχε ήδη προβλεφθεί από τους θαυμαστές της μπάντας και τον Τύπο. Το μόνο που έλειπε για να ολοκληρωθεί το πακέτο ήταν μια καλή περιοδεία, η οποία και πραγματοποιείται στην Αμερική στο πλευρό των μεγάλων τότε BAD ENGLISH. Την ίδια χρονιά ζητήθηκε από τη μπάντα να προσθέσουν ένα τραγούδι στο soundtrack της ταινίας "Shocker". Έτσι ηχογράφησαν μια υπέροχη μπαλάντα ονόματι "Timeless Love", η οποία βρίσκεται ανάμεσα σε τραγούδια από μπάντες όπως IGGY POP, VOODOO X, MEGADETH και BONFIRE.
Όταν πια έρχεται ο καιρός για τη δημιουργία του δεύτερου άλμπουμ τα προβλήματα αρχίζουν. Ο μπασίστας Gary Taylor αντικαθίσταται από τον Barry Dunaway, τον οποίο ίσως κάποιοι να θυμούνται από τη δουλειά του με τον LOU GRAMM και τον YNGWIE J. MALMSTEEN.

Επίσης ο κιθαρίστας Tony Rey αλλάζει το επώνυμό του στο δεύτερο άλμπουμ και γίνεται πλέον γνωστός ως Tony Bruno. Αποφασίζεται σ' αυτό το άλμπουμ να δοθεί πιο πολλή έμφαση στην κιθάρα παρά στα πλήκτρα και έτσι ο πληκτράς Gregg Munier ακούγεται μόνο στο υπόβαθρο και φαίνεται ότι δεν είναι πλέον προεξέχον μέλος της μπάντας.
Το νέο άλμπουμ ονομάζεται "When the Blackbird Sings" και περιέχει επίσης 11 κομμάτια. Κυκλοφορεί το 1991 και εδώ φαίνεται πλέον καθαρά ότι οι SARAYA δεν είναι άλλος ένας από τους πολλούς rock διάττοντες αστέρες αλλά μια μπάντα με πραγματικό ταλέντο και πηγαία έμπνευση. Απόδειξη αυτού και το συμβόλαιο με το management της Q-Prime, η οποία έχει δουλέψει με τεράστια ονόματα όπως QUEENSRYCHE, DEF LEPPARD και TESLA.
Και μιλώντας για τους TESLA να αναφέρουμε ότι κατά τη διάρκεια της κυκλοφορίας του δεύτερου άλμπουμ των SARAYA η Sandi και ο μπασίστας των TESLA, Brian Wheat, παντρεύονται.
Να σημειώσουμε επίσης ότι το κομμάτι "Lion's Den" γράφτηκε κατά τη διάρκεια της περιοδείας της μπάντας με τους BAD ENGLISH και ότι το κομμάτι που ανοίγει το άλμπουμ, "Queen of Sheba" είναι περίσσευμα από το πρώτο άλμπουμ, αλλά με διαφορετική ενορχήστρωση. Πολύ σύντομα μετά την κυκλοφορία του άλμπουμ ο Gregg Munier αφήνει τη μπάντα (ποιος τον αδικεί γι' αυτό; - σίγουρα όχι εγώ!).
Αντί όμως ενός αντικαταστάτη στα πλήκτρα η μπάντα αποφασίζει να προσθέσει άλλον έναν κιθαρίστα. Το όνομά του είναι John Roggo και ήρθε από τους STEVE THOMSON BAND.Και εδώ, αγαπητοί μου φίλοι, χάνονται τα ίχνη των SARAYA. Εντελώς όμως! Οι μόνες πληροφορίες που έχουμε για τη μπάντα κατά τη διάρκεια των τελευταίων 2 δεκαετιών είναι ότι η Sandi και ο Brian χώρισαν και ότι εκείνη ξαναπαντρεύτηκε με τον ηθοποιό Brendan Kelly αυτή τη φορά και σήμερα είναι μητέρα 5 παιδιών παρακαλώ (τουλάχιστον παρότι θυσίασε μια πολλά υποσχόμενη καριέρα κάθε άλλο παρά έμεινε άπρακτη σε προσωπικό τομέα όλα αυτά τα χρόνια)!
Επίσης πληροφορηθήκαμε το 2006 τον θάνατο από επιπλοκές πνευμονίας του ιδρυτή της μπάντας Gregg Munier.Κύρια πηγή πληροφοριών: Toine van Poorten/Metal Maidens 1997Και πάνω που πήγε να γελάσει λίγο το χειλάκι μας και ν' αναπτερωθούν οι ελπίδες μας για μία επανένωση της μπάντας (έστω και χωρίς τον Gregg) όταν ακούσαμε ότι θα συμμετάσχουν στο UK Firefest 2010, ήρθε η απόφαση της Sandi και μας τα γκρέμισε όλα! Λίγους μήνες πριν από την έναρξη του φεστιβάλ μάς ανακοινώνεται ότι οι SARAYA δεν θα συμμετάσχουν τελικά. Και μένουμε με ανοιχτό το στόμα και να μην πω και με τι άλλο...! Αλλά τι να κάνουμε; SHIT HAPPENS!!!
Το παρακάτω σχετικό ανακοινωθέν είναι από την επίσημη ιστοσελίδα του Firefest:
"To Firefest είναι εξαιρετικά στενοχωρημένο που η Sandi, παρότι δεσμεύθηκε να εμφανιστεί στο σόου τον Δεκέμβριο του 2009, επέλεξε με ενημέρωση σχεδόν της τελευταίας στιγμής να αλλάξει την αρχική της απόφαση. Μετά από μια περίοδο του "θα έρθει, δεν θα έρθει" τελικά ζήτησε ένα εντελώς ακατάλληλο ποσό χρημάτων, για εκείνην προσωπικά, ώστε να εμφανιστεί.

Το Firefest είχε ήδη απομακρυνθεί από την αρχική συμφωνία σε μια προσπάθεια να κάνει εφικτή την εμφάνιση των SARAYA, προσφέροντας χρηματικά πολύ περισσότερα απ' όσα είχαμε συμφωνήσει. Για την ακρίβεια, το βελτιωμένο πακέτο που προσφέραμε ήταν παραπάνω από το διπλάσιο που είχαμε συμφωνήσει από την 1η μέρα αλλά προφανώς δεν ήταν αρκετό. Έχουμε τον μεγαλύτερο σεβασμό για τον Chuck Bonfante και τον Tony Bruno που ξεπέρασαν κατά πολύ τα όρια του καθήκοντος για να πραγματοποιήσουν την εμφάνιση.
Τα παιδιά είναι εξαιρετικά αναστατωμένα και ενοχλημένα που η Sandi επέλεξε να μετατρέψει αυτή την πρώτη επανένωση ευκαιρία για το παντοδύναμο δολάριο, όμως δυστυχώς έτσι φαίνεται να είναι τα πράγματα. Για το αρχείο σάς αναφέρω ότι ο Chuck, ο Tony και ο Barry σε καμία στιγμή δεν ζήτησαν τίποτα extra και ήταν πολύ ικανοποιημένοι με την αρχική συμφωνία.
Με πολύ μεγάλη λύπη λοιπόν πρέπει να σας ενημερώσουμε ότι οι SARAYA δεν θα παίξουν στο Firefest 2010 και θα αντικατασταθούν από άλλη μπάντα, η οποία θα επιβεβαιωθεί πολύ σύντομα - Kieran, Bruce και η συμμορία."
Υπήρξε φυσικά και ανακοινωθέν από τη μπάντα αλλά για λόγους εξοικονόμησης χώρου δεν την αναρτούμε εδώ. Για όσους ενδιαφέρονται μπορούν να τη διαβάσουν στο επίσημο site της διοργάνωσης ακριβώς κάτω από την ανακοίνωση των υπεύθυνων του Firefest που μόλις διαβάσατε.
Και η απάντηση της Sandi όπως αναρτήθηκε στη διεύθυνση http://www.lavigneworld.com κατόπιν παράκλησής της στην κάτοχο του εν λόγω site:
"Την ειλικρινή μου συγγνώμη στους Kieran, Tony Bruno, Chuck Bonfante και Barry Dunaway.

Αλλά περισσότερο σ' αυτούς που εκτίμησαν τη μικρή μας συνεισφορά στη μουσική... και σ' αυτούς που ήθελαν να μας δουν να παίζουμε ξανά. Ξέρω και καταλαβαίνω γιατί είσαστε όλοι απογοητευμένοι από μένα, αλλά θα ήθελα μια ευκαιρία να ξεκαθαρίσω τους λόγους γι' αυτό.
Ναι, είναι αλήθεια ότι ζήτησα ένα συγκεκριμένο ποσό χρημάτων για να παίξω στο Firefest... αλλά όσοι εμπλέκονται ήξεραν ότι αυτό έγινε γιατί είχα ανάγκη να καλύψω τα έξοδά μου ως αναφορά τα αεροπορικά έξοδα/διαβατήρια/τυχαία έξοδα/ξενοδοχείο για να μπορέσει να ταξιδέψει η οικογένειά μου μαζί μου, κάτι που ήταν και ο μόνος λόγος που συμφώνησα να παίξω εξ αρχής... έτσι ώστε τα 5 παιδιά μου να μπορέσουν να βιώσουν λίγο από το παρελθόν μου... Δεν έχω άλλο κίνητρο για να το κάνω.

Δεν αναζητώ δόξα, δημοσιότητα, δεν προσπαθώ να ξαναζωντανέψω μια καριέρα, και σίγουρα δεν συμφώνησα για προσωπικό κέρδος. Αν ίσχυε αυτό θα έλεγα στον Kieran ότι χρειαζόμουν τα αεροπορικά έξοδα πληρωμένα για την οικογένειά μου όταν αρχικά μας παρουσιάστηκε η ευκαιρία.
Δεν τα ζήτησα όμως.
Πρώτη φορά που μου ζητήθηκε να παίξω ήταν τον Ιούλιο του 2009. Τότε είχα τα μέσα για να εξασφαλίσω μόνη μου τα αεροπορικά εισιτήρια και τα ταξιδιωτικά έξοδα της οικογένειάς μου... όμως 3 μήνες πριν ο σύζυγός μου έπρεπε να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση... και έπειτα σε φυσιοθεραπεία και το τελικό χτύπημα ήταν οι απρόβλεπτοι νοσοκομειακοί λογαριασμοί οι οποίοι ξεπερνούσαν τα $200Κ. Στο μεταξύ... δεν υπήρχε πολλή επικοινωνία με το υπόλοιπο συγκρότημα... κατανοητό εφόσον όλοι έχουν επίσης δραστήριες ζωές.

Στο τέλος έπρεπε να επιλέξω μεταξύ του τι ήταν καλύτερο για την οικογένειά μου ως αναφορά ιατρικούς και οικονομικούς λόγους και του να ξεπαραδιαστώ ώστε να κάνω εφικτή την εμφάνισή μου στο Firefest.
Πραγματικά ανυπομονούσα να πάω και ήλπιζα ότι θα ήμασταν ικανοί να βρούμε μια λύση για να το πραγματοποιήσουμε.... αλλά η επικοινωνία μεταξύ των εμπλεκόμενων προσώπων ήταν στην καλύτερη περίπτωση θολή και τα πράγματα κατέρρευσαν γρήγορα μέσω των emails.
Εκτιμώ ό,τι έχει κάνει ο Kieran για μπάντες του είδους μας και είμαι βαθιά στενοχωρημένη που αυτός και οι πρώην συνάδελφοί μου επέλεξαν να παραλείψουν τα ελαφρυντικά στοιχεία της κατάστασής μου και αντ' αυτού με εμφανίζουν σαν κάποια που δεν είμαι.

Καταλαβαίνω το μπέρδεμα, αλλά όχι την απόπειρα δολοφονίας της προσωπικότητάς μου, καθώς πίστευα κάποτε ότι ήμασταν φίλοι. Έχω μόνο τον ύψιστο σεβασμό για τα μέλη της μπάντας μου ανεξάρτητα από τη στάση τους... Με πληγώνει, ναι, που διάλεξαν αυτόν τον δρόμο... όμως αν αυτό πρέπει να κάνουν, τότε ας είναι. Δεν θα τους κατηγορήσω.
Είναι εξαιρετικά απογοητευτικό για όλους τους εμπλεκόμενους, και ιδιαίτερα για τους οπαδούς μας, και γι' αυτό ζητάω συγγνώμη.
Μετά απ' όλα αυτά... ελπίζω να βρείτε μέσα στην καρδιά σας κατανόηση.
Σας ευχαριστώ - Sandi Saraya."Τα συμπεράσματα δικά σας...
 

ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ
- SARAYA (Polygram '89)
- WHEN THE BLACKBIRD SINGS (Polygram '91)
- SHOCKER soundtrack (Alive Records '89, "Timeless Love")
- Επίσης πριν από λίγα χρόνια κυκλοφόρησαν στο διαδίκτυο και κάποια demos (1982 - 1989) της μπάντας, τα οποία είναι άκρως ενδιαφέροντα και μερικά απ' αυτά ίσως είναι και καλύτερα από τις μετέπειτα επίσημες ενορχηστρώσεις τους (π.χ. η κομματάρα "Fire to Burn"). ΕΠΙΣΗΜΑ VIDEOCLIPS
- Love Has Taken it's Toll
- Back to the Bullet
 

Μετάφραση - Επιμέλεια
Σοφία Ρεντούμη

Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2016

Chris Cornell: Higher Truth


Ο frontman των Soundgarden, εδώ και 15 χρόνια ψάχνει να βρει
όχημα για την σχεδόν τεσσάρων οκτάβων φωνή του. Στους σταθμούς προς αυτή του την αναζήτηση έχει κάνει διάφορα.


Έφτιαξε τους Audioslave, οι οποίοι μεταξύ 2000 - 2007 έδωσαν ελπίδα και άφησαν πίσω τους καλά κομμάτια, κυκλοφόρησε 2 σόλο δίσκους με αρκετή επιτυχία, έδωσε ένα ωραίο κομμάτι στον James Bond (Casino Royale - "You Know My Name"), διασκεύασε με ακουστική κατατονία Michael Jackson, έφτιαξε έναν δίσκο με ηλεκτρονική ποπ ("Scream", 2009), κυκλοφόρησε έναν άλλον με ακουστικές εκτελέσεις παλιώτερων κομματιών του (2011), επανένωσε τους Soundgarden και τους Temple Of The Dog σε μικρές απόπειρες να ξαναεπισκεφθεί τις ατίθασες grunge μέρες των 25 του χρόνων.
Τώρα, με μια συλλογή από moody εναλλακτικά ακούσματα, κυρίως ακουστικές φολκ μπαλάντες ενορχηστρωμένες ώστε ν΄ακούγονται με κυματισμούς και "dynamics", ψάχνει για την «Ανώτερη Αλήθεια».
Η παραγωγή του
Brendan O'Brien (τα τελευταία χρόνια έχει μανιπιουλάρει τα κουμπάκια διάφορων, από Pearl Jam ως AC/DC) κάνει ό,τι μπορεί για να βγαίνει το αποτέλεσμα ενδιαφέρον. Και είναι, αν ο ακροατής ανήκει στην κατηγορία του «γυρεύω αποπροσανατολισμένο άκουσμα για να κάνω κάτι άλλο υπό μουσική υπόκρουση που δείχνει ότι είμαι προχώ».

Θέματα όπως η απώλεια, το πέρασμα του χρόνου και η θνητότητα διατρέχουν το άλμπουμ. Ο Cornell πάντα είχε αυτή την απροσδιόριστη ποιότητα των στίχων (δεν καταλαβαίνεις για τί ακριβώς μιλάει, αλλά ακούγεται πειστικός), όμως εδώ η μουσική κορύφωση δεν έρχεται σε κανένα σημείο.
Δεν θα ήταν άσχημα κομμάτια όπως το ομώνυμο, το "
Before We Disappear" ή το "Murderer Of Blue Skies" (το ψυχεδελίζον "Out In The Universe" ξεχωρίζει σαν από άλλο άλμπουμ) σε ένα δίσκο με πιο ποικίλο υλικό, όμως η παράθεσή τους το ένα δίπλα στο άλλο τα κάνει να ακούγονται ημιτελή, ή και κούφια.
Τί να κάνουμε, Tim Buckley γεννιέσαι, δε γίνεσαι.
Cornell, η ανώτερη αλήθεια» σου έχει διαφύγει, τουλάχιστον προς στιγμήν. Και αποφάσισε επιτέλους τί θέλεις να κάνεις στη ζωή σου, είσαι ήδη 51.

 
Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2016

The Local Band: "Locals Only"

Τα τελευταία χρόνια είναι πολύ της μόδας να σχηματίζουν διάφοροι μουσικοί, μικρά super group, είτε ως αρπαχτές για το μεροκάματο, είτε κάποιοι άλλοι ως ένα είδος δημιουργικής εκτόνωσης από τις βασικές τους μπάντες.

Οι THE LOCAL BAND μάλλον πιάνουν και τις δύο κατηγορίες και η παρθενική τους κυκλοφορία μπορεί να εστιάζεται κυρίως σε ‘80s διασκευές, όμως η κεφάτη εκτέλεση και η party ατμόσφαιρα των τραγουδιών έχει ενθουσιάσει τους φίλους του melodic hard rock και aor ήχου.
Το γκρουπ πρωτόπαιξε τα Χριστούγεννα του 2013 σε ένα club στο Los Angeles με συνέπεια αυτό το jam να πάρει σάρκα και οστά και να συνεχιστούν τα live και να γίνει πλέον και project
Tους THE LOCAL BAND αποτελούν πολύ καλοί Φιλανδοί μουσικοί με ένσημα σε δυνατές μπάντες και είναι οι εξής:
Στη φωνή έχουμε τον  Olli Herman (Reckless Love), στην κιθάρα και στο μπάσο τον Alexi Laiho (Children Of Bodom), στα ντραμς τον  Jussi69 (The 69 Eyes) και στην κιθάρα και μπάσο, τον Archie Kuosmanen Cruz (Santa Cruz).
Εκείνο το στοιχείο που κάνει διαφορετικούς τους THE LOCAL BAND από τα υπόλοιπα σούπερ σχήματα είναι ότι διασκευάζουν δευτεροκλασάτα κομμάτια και όχι πολύ γνωστά από την αγαπημένη  δεκαετία του ’80  με εξαίρεση  το σχετικά πρόσφατο “Untouched” των The Veronicas, το οποίο έχει διασκευαστεί φανταστικά από τους φιλανδούς!
Οι υπόλοιπες εκτελέσεις είναι απολαυστικές ειδικά το “Sunglasses at Night” του καναδού Corey Hart, το οποίο άνετα θα μπορούσαν να είχαν διασκευάσει και οι δικοί μας Outloud.
Εξαιρετικές είναι οι διασκευές στο υπέροχο “Promises In The Dark” της Pat Benatar όπου το πρωτότυπο μεταμορφώνεται  σε μία πιο μελωδική ροκ καταιγίδα αλλά και το γοητευτικό “The Darkest Side of The Night”  (Metropolis / Stan Meissner).
Το “Out Of The Darkness”  (Little Steven / Van Zandt) είναι από τις καλύτερες στιγμές του άλμπουμ και όσοι είστε οπαδοί της γνώσης και των πληροφοριών μπορείτε να το βρείτε στο άλμπουμ “Voice of America” του 1983 στο οποίο συμμετέχει και ο Jean Beauvoir!
Το “Hazy Shade Of Winter”  ακούγεται υπέροχο και το είχε πρωτοτραγουδήσει ο Paul Simon και μετέπειτα το έκαναν επιτυχία οι Bangles και στο μόνο που υστερεί  είναι λίγο στα φωνητικά.
Ο δίσκος κλείνει με μία θαυμάσια διασκευή στο λατρεμένο “Waiting For Darkness” του Ozzy Osbourne και κάπου εδώ το πάρτι των THE LOCAL BAND λαμβάνει τέλος με την ευχή να συνεχιστεί και την επόμενη χρονιά.

Φώτης Μελέτης

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...