Παρασκευή 15 Απριλίου 2016

Bachman–Turner Overdrive: “Japan Tour”

Οι περισσότεροι από εμάς που ακούμε το κλασικό ροκ της
δεκαετίας του ’70, γνωρίζουμε τους Bachman–Turner Overdrive από τρία τέσσερα φανταστικά κομμάτια και αγνοούμε το υπόλοιπο και εξαιρετικό υλικό τους. Ειδικά τα πρώτα άλμπουμ τους είναι από τις καλύτερες κυκλοφορίες εκείνης της δεκαετίας και σίγουρα υποτιμημένες από το ελληνικό κοινό.

Η συνθετική βάση του σχήματος ήταν ο Καναδός κιθαρίστας και τραγουδιστής Randy Bachman, ήδη γνωστός από τους Guess Who και μετέπειτα  Brave Belt και στην πορεία αφού δημιούργησε τους BTO, ο ήχος τους έγινε πιο heavy rock.
Το 1973 λοιπόν ο Randy Bachman αποφάσισε να σχηματίσει με την βοήθεια των αδελφών του (τον  ντράμερ Robbie Bachman  και κιθαρίστα Tim Bachman)  μία νέα μπάντα που συμπληρώθηκε με την συνεργασία του μπασίστα  C.F. Turner μία κορυφαία μουσική προσωπικότητα του rock n' roll και για αυτό άλλωστε ονομάστηκαν και Bachman–Turner Overdrive.
Σημαντική στιγμή των BTO ήταν το τρίτο στούντιο άλμπουμ τους, με τίτλο “Not Fragile” (1974) το οποίο περιέχει και το μεγάλο τους hit με τίτλο "You Ain't Seen Nothing Yet" που δυστυχώς δεν υπάρχει στην συγκεκριμένη live κυκλοφορία.
Το “BTO Live – Japan Tour” κλείνει εκείνη την περίοδο τον πρώτο και πιο δημιουργικό κύκλο των καναδών ρόκερ αφού μετέπειτα ο Randy Bachman αποχωρεί από το σχήμα (επιστρέφει το 1984) και οι επόμενες κυκλοφορίες είναι σχετικά μέτριες.
Στο συγκεκριμένο live album περιλαμβάνονται σπουδαία κομμάτια της μπάντας με κορυφαίο φυσικά το “Takin' Care of Business" που υπάρχει στο δεύτερο στούντιο δίσκο των Bachman–Turner Overdrive.
Το βαρύ και καθηλωτικό μπάσο - ειδικά στο  “Welcome Home” - οι southern/hard rock καταιγισμοί, οι ερμηνείες γεμάτο ένταση και πάθος αποτελούν ένα θαυμάσιο και ηλεκτρισμένο κοκτέιλ. Στην δεύτερη κιθάρα είναι πλέον ο Blair Thornton, που έχει αντικαταστήσει επάξια τον Tim Bachman ενώ τα κιθαριστικά παιχνιδίσματα και το ατελείωτο φλερτ με τα αλλεπάλληλα  σόλα  του Randy Bachman κάνουν ένα δυναμικό δίδυμο και πλημμυρίζουν το συγκεκριμένο live σε αδυσώπητους heavy rock ρυθμούς μέσα σε κλίμα αποθέωσης από τους σχιστόμάτηδες οπαδούς τους.
To σανίδι παίρνει κυριολεκτικά φωτιά από την κιθαριστική φρενίτιδα της μπάντας και όλο αυτό τραγούδι με τραγούδι ανάβει ακόμη περισσότερο και γίνεται μέχρι τέλος ένα συναρπαστικό και «επικίνδυνο» ροκ ταξίδι που οδηγεί στην αιώνια καταξίωση.
Ακούστε τα εκπληκτικά "Don't Get Yourself in Trouble",  Roll on Down the Highway” και Let It Rideγια να ανακαλύψετε ξανά την κρυφή ροκ δύναμη των Καναδών μουσικών.
Το “BTO Live – Japan Tour” κυκλοφόρησε το 1977 αλλά οι ηχογραφήσεις και η τουρνέ έγινε το 1976 στην πετυχημένη περιοδεία που έκανε το συγκρότημα στην χώρα του ανατέλλοντος ηλίου ενώ επανακυκλοφόρησε τόσο το 2012 όσο και στην συλλογή “BachmanTurner Overdrive: 40th Anniversary”.
Για τους λάτρεις των seventies και του classic rock μία εκπληκτική κυκλοφορία για τους υπόλοιπους ένα διαμάντι που πρέπει να αποκτήσετε άμεσα.

Φώτης Μελέτης

Κυριακή 10 Απριλίου 2016

Iggy Pop: "Post Pop Depression"

Διατρέχουμε την εποχή όπου οι μουσικές μοναδικότητες έχουν
αρχίσει, με την βιολογική τους έκλειψη, να φέρνουν το μουσικό κοινό προ μιας αμείλικτης πραγματικότητας : τα εκατομμύρια των ακροατών που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στην «εποχή του ροκ» (1960-2000) απομένουν, μήνα το μήνα, με λιγώτερους ζωντανούς θρύλους.

Μετά την πρόσφατη ανακοίνωση του 69χρονου (στις 21/4) Iggy Pop ότι «πιθανόν», με το τελευταίο του άλμπουμ που δούλευε από τις αρχές του προηγούμενου χρόνου, να εγκαταλείψει την δισκογραφία («για να φτιάξεις ένα πραγματικό άλμπουμ πρέπει να μπορείς να ρίξεις όλη σου την ενέργεια εκεί μέσα. Και αυτή είναι τώρα πια περιορισμένη», δήλωσε το Φεβρουάριο), αυτή η αίσθηση αδυσάρεστης νομοτέλειας ενισχύεται. Όμως το «καινούριο» άλμπουμ του Iggy Pop, ο οποίος από κάθε άποψη υπήρξε και παραμένι μια απ΄αυτές τις τελευταίες μοναδικότητες, γεμίζει μουσική ικανοποίηση και θαυμασμό. Έρχτεται μάλιστα ως αντίδοτο να τονώσει την πεποίθηση στον ροκ κόσμο ότι ο μεγάλος καλλιτέχνης δεν υποχωρεί, ούτε αποχωρεί ποτέ.
Ο τίτλος του άλμπουμ, "Post Pop Depression", παραπέμπει σε τερματικό σταθμό, τον σταθμό που κείται κάπου στο εγγύς μέλλον, όταν, μετά την «απόσυρσή» του ο Iggy Pop θα γίνει ξανά James Osterberg και κατόπιν μέρος της συλλογικής μουσικής μνήμης. Το φορτίο των στιχουργικών θεμάτων του είναι βαρύ, όμως η μουσική τους επεξεργασία σαφής και σημερινή.
Σ' αυτό έχουν καίρια συμμετοχή οι μουσικοί συνοδοιπόροι του Pop, οι οποίοι δικαιούνται να είναι περήφανοι για τη συμμετοχή τους σ' αυτή την τόσο ουσιαστική προσπάθεια.
Ο 43χρονος Josh Homme των Queens Of The Stone Age (και των Them Crookes Vultures) έχοντας δεχθεί την πρόσκληση του Pop τον Ιανουάριο του 2015, κατέληξε ένα χρόνο μετά να έχει γίνει όχι μόνον ο παραγωγός του άλμπουμ, αλλά να έχει συνεισέφερει στις συνθέσεις (παίζει κιθάρα, μπάσο, πλήκτρα και κάνει τα δεύτερα φωνητικά) τόσο εκτελεστικά, όσο και προσθέτοντας σ΄αυτές κάτι από το δικό του ύφος.
Ο 46χρονος Dean Fertita, το δεξί χέρι του Homme τα τελευταία 9 χρόνια και συμπαίκτης του Jack White στους The Dead Weather, συνεισφέρει με κιθάρες και πλήκτρα και ο 30χρονος Matt Helder των Arctic Monkeys με την ανάληψη του ρυθμικού μέρους. Όλους μαζί, η ερμηνεία και οι στίχοι του Iggy Pop τους συνέχει σ' ένα ατμοσφαιρικό τοπίο που παραπέμπει στις πιο art στιγμές του.

Δεν υπάρχει εδώ «σύμβαση», αναμάσημα ή μισο-ψημένη ιδέα. Σε αντίστιξη με το "Ready To Die" του 2013, όπου η garage δυναμική των Stooges αψήφησε για μια (τελευταία ίσως) την βιολογική φθορά, εδώ έχουμε μια περιεκτική, σχεδόν υπαρξιακή, περιήγηση. Καθώς ο Iggy πραγματοποιεί έναν απολογισμό γύρω από την πορεία και την μουσική του κληρονομιά (".my shadow Is walking in front of me / and I hope I'm not losing myself tonight"), ο εσώτερος Sinatra του αναλαμβάνει τα ηνία.
Μετά τα 60 ο φωνητικός αυτός εαυτός δεν είχε κανένα λόγο να κρυφτεί, το αβαθές των βιωμάτων του τον ανακαλεί φυσικά. Πρώτος ο
Bowie είχε συλλάβει αυτή τη βαθιά - και όπως αποδεικνύεται αγέραστη - ποιότητα στη φωνή του, η οποία, πλάϊ στην ικανότητά του να σερβίρει με δωρικές φράσεις έντονες εικόνες, έγραψε μουσική ιστορία.
Στο "Break Into Your Heart", προειδοποιεί σαν καλός διαρρήκτης τί πρόκειται να συμβεί. Με το πρώτο σινγκλ"Gardenia", ένα ερωτικό τραγούδι για μια φευγαλέα θηλυκή ηρωίδα, απ΄αυτές που εμφανίζονται σαν φαντάσματα στην στιχογραφία του ("The streets are your home - now where do you roam?"), δίνει στον κόσμο ένα από τα πιο αισθαντικά και μυστηριώδη τρακς των τελευταίων χρόνων ("all I want to do is tell gardenia what to do tonight").

Στο "American Valhalla" διερωτάται στην ουσία αν υπάρχει τίποτε «μετά», με πλήκτρα που θυμίζουν αχνά την υπνωτιστική δύναμη του "China Girl".  "I have nothing but my name", ακούγεται να ομολογεί με ανατριχιαστική ειλικρίνεια στο κλείσιμό του. Με το "In The Lobby" ένας τζαζ-πανκ ρυθμός κουβαλά στίχους για το πού μπορεί να καταλήξει η υπερβολή ("six feet under").



To "Sunday" είναι ένα μικρό αριστούργημα που αναπολεί τις εποχές με τον Bowie στο Βερολίνο, το καλλιτεχνικό του peak. Κάθε νότα του, με τα ξερά τύμπανα και την σχολιαστική κιθάρα του Homme έχει σημασία για το αποκτάς και το τί σου λείπει στο τέλος της ημέρας ("The days roll on and then comes Sunday, Sunday afternoon").
Το επιθετικό και σκληρό "Vulture" επιβεβαιώνει αβίαστα το πόσο εύκολα ένα οποιοδήποτε κομμάτι του Pop μπορεί να φτιάξει γύρω του την ατμόσφαιρα ενός μικροταραντινικού κόσμου.

Το «αυστηρό» "German Days" και το συναισθηματικά διαπεραστικό "Chocolate Drops" ("There's nothing in the stars, if you fail not move, there's nothing in the dark, it's just some old excuse. Hangin' on, let it go"), στέκουν σε πολύ ψηλό σημείο. Ειδικά στο δεύτερο, ακούγεται τόσο άμεσος, βαθύς και σαρδόνιος όσο ποτέ ("When you get to the bottom, you're near the top/ the shit turns into chocolate drops").
Το μεγαλοπρεπές εξόδιο ακούει στον τίτλο "Paraguay" (με την ζωώδη mantra "wild animals they do - never wonder why - just to do what they goddamn do"). Ένα ιδιοφυές κομμάτι που μ΄ένα απροσδόκητο, νευρωτικό, break στη μέση αφήνει τον Iggy να παρασυσθεί σ΄ έναν παροξυσμό θυμού απέναντι στους πάντες και τα πάντα.
Τη
φήμη, την κριτική, την τεχνολογία, την έμπνευση, όλα ("There's nothing awesome here .I' m tired of it - I don't want you, yes I'm talking to you - I wanna go to Paraguay . with servants and bodyguards to love me -  free of criticism - "You take your motherfucking laptop/ And just shove it into your goddamn foul mouth - And down your shit heel gizzard - You fucking phony two faced three timing piece of turd - And I hope you shit it out").
 Κι έτσι τελειώνει το άλμπουμ, απροσχημάτιστα, με τον τρόπο που μόνον ένας νέος εν βρασμώ επί εξήντα τόσα χρόνια μπορεί.
Ένα άλμπουμ με μόλις 9 κομμάτια (41 λεπτά σε διάρκεια), το οποίο αν τυχόν συναντήσει τον ακροατή σε περίοδο ενδοσκόπησης, θα του αφήσει σημάδια.
Στα 50 τελευταία χρόνια του ροκ, πιο «μεγάλος» είναι αυτός που φεύγει τελευταίος, για έναν τουλάχιστον λόγο: γιατί, ανεξαρτήτως τρόπου και τυχηρών, έχει κερδίσει το δικαίωμα να αφήσει, ακόμη και κοντά στην έβδομη δεκαετία του, άλμπουμ σαν κι αυτό στο σεντούκι με την κληρονομιά του.


Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Τρίτη 5 Απριλίου 2016

AOR: "L.A Darkness"

Είναι σημαδιακό τελικά το όνομα της μπάντας που ηγείσαι! Ο
εύστροφος και δεξιοτέχνης πολυοργανίστας Γάλλος, Frederic Slama εύστοχα αποφάσισε να ονομάσει το μουσικό του όχημα με το μουσικό γένος που αγαπά και αγαπάμε : AOR. Και κατορθώνει αίσια άλλες φορές με εξαιρετικές (όπως τούτη εδώ) άλλες με πολύ καλές κυκλοφορίες (συνήθως) να μετρά το δέκατο πέμπτο δίσκο του, το LA Darkness.

Η μαγεία των δίσκων και η επιτυχία τους, πέρα από τις  ευρηματικά μελωδικότατες συνθέσεις και τη δεξιοτεχνία των οργάνων έγκειται αφενός στην επιλογή και συμμετοχή πρώτης κατηγορίας τραγουδιστών και μουσικών του μελωδικού γένους αλλά και την πολύτιμη βοήθεια σε όλα τα μέτωπα του ανθρώπου που είναι παρών σε εξαιρετικές μελωδικές κυκλοφορίες: τραγουδιστές (ερμηνευτές καλύτερα) όπως οι Jeff Scott Soto (Talisman, W.E.T), ο Steve Overland (FM, The Ladder), ο Kevin Chalfant (The Storm, 707, υποψήφιος και ικανός αντικαταστάτης του τρισμέγιστου Steve Pery/Journey), ο Jesse Damon (Silent Rage, Kiss), ο Henry Small (Prism), ο Paul Sabu (Only Child, Kidd Glove, John Waite), ο Philip Bardowell (Unruly Child, Places Of Power) και ο  Rick Riso (Chasing Violets).
Ο δε "άνθρωπος ορχήστρα" και κιθαρίστας λαμπρότατος αλλά και παραγωγός πολυσχιδής  Tommy Denander συνδράμει και πάλι.
Με τις συνθέσεις να υπενθυμίζουν μπάντες μουσικά μεγαθήρια, όπως σημειώνει και το δελτίο τύπου της Escape, με τους Foreigner, Giant, Journey και  Toto να δίνουν τη μουσική τους παρακαταθήκη απλόχερα.
Από το πνεύμα των  80'ς που είναι διάχυτο στο "Heart In Pawn" με την υπερφωνάρα του  Steve Overland, στην σύνθεση που με γοήτεψε  από την στιγμή που υπερατλαντικά το cd έφτασε στην κατοχή μου,  το "One Foot In Heaven" που η εύπλαστη φωνή του λατρεμένου Kevin  Chalfant  το απογειώνει στην "στρατόσφαιρα του μελωδικού παραδείσου", βγαλμένο, όπως παρατήρησε κι ο συνοδοιπόρος Βασίλης Χασσιρζόγλου, από τους μοναδικούς δίσκους των The Storm!
Γενικά, διαπιστώνεται ότι οι συνθέσεις είναι ελαφρά βαρύτερες από ό,τι σε προηγούμενες κυκλοφορίες χωρίς να απομακρύνονται από τη μελωδική πανδαισία και έχοντας πάντοτε το  AOR των  A.O.R περιτύλιγμα. Εντονότερα τα κιθαριστικά δαχτυλίσματα, με λαμπερές κιθαριστικές προτάσεις/ιδέες παντού διάχυτες! Να μείνω και στις δύο επιπλέον συνθέσεις της αμερικανικής έκδοσης που επέλεξα: εκτός από την επανεμφάνιση των ικανότατων  Γαλλίδων καλλιτεχνίδων:
Sarah & Mélissa FONTAINE(Chasing Violets) και την συνδρομή της ιταλικής μελωδικής αρμάδας με τους Mario PERCUDANI, Stefano LIONETTI στις κιθάρες, στα πλήκτρα του Alessandro DELVECCHIO στο μπάσο της  Anna PORTALUPI και στα τύμπανα του  Pierpaolo MONTI θα πρέπει να σημειώσουμε την παρουσία των θρυλικών Bruce GAITSCH (κιθαρίστας, παραγωγός έχει συνεργαστεί με έναν τόμο καλλιτεχνών) και του Tommy Funderburk που εκτός της φωνή που τραγουδά σε δίσκους τα δεύτερα φωνητικά του υπάρχουν σε δίσκους των  Whitesnake, Magnum, Richard Marx για να αρκεστώ σε ολίγους από δαύτους!!
Το "LA Darkness" είναι ταιριαστό για το χώρο του  Μελωδικού Ροκ και  AOR πλήρως "βαπτισμένο στα νάματα των 80’ς".
Με όλες αυτές τις ευκολομνημόνευτες / πιασάρικες μελωδίες  να παραμένουν στο μυαλό και τα αυτιά μετά το πρώτο άκουσμα του δίσκου…θέλετε κι άλλα; Δεν περιγράφω άλλο!

Νότης Γκιλλανίδης

Παρασκευή 1 Απριλίου 2016

Supersonic Blues Machine: "West of Flushing, South of Frisco"



Όσοι έχουν ζήσει μακριές νύχτες σε μικρές σκηνές
παρακολουθώντας μπάντες να παίζουν με ηλεκτροφόρα μπλουζ οίηση (και ευτυχώς υπάρχουν αρκετές), γνωρίζουν ότι εκεί δημιουργείται μια απαράμιλλη αίσθηση, ένας δεσμός μεταξύ μουσικών και κοινού.


Ο απλός, ζεστός blues ήχος βρίσκεται μακριά από τα εκτελεστικά καθωσπρέπει του ωδείου και όσο πιο κοντά γίνεται στην ψυχή παικτών και ακροατών. Δεν είναι εξάλλου τυχαίο ότι τo ηλεκτρικό μπλουζ, από τον Walter Trout και τον Buddy Guy μέχρι τους Govt Mule και τον Joe Bonamassa ως ένα είδος πηγαίο, έχει γνωρίσει άνθηση τα τελευταία χρόνια, περισώζοντας ό,τι μπορεί από την έρημο της σύγχρονης μουσικής σκηνής.  
To "West of Flushing, South of Frisco" είναι το ντεμπούτο ενός τρίο, των Supersonic Blues Machine, που μακάρι να εξακολουθήσουν να υπάρχουν και να μην περιοριστούν σε επίπεδο project. Tα μέλη του έχουν καθένα τεράστιο παλμαρέ, κάτι που υπογραμμίζει ότι στο δίσκο αυτό παίζουν με κύριο κριτήριο το τί αγαπούν να παίζουν.
Ο 47χρονος μπασίστας και παραγωγός Fabrizio Grossi έχει γίνει γνωστός από την παρουσία του δίπλα στον Steve Vai, ενώ έχει παίξει ή και αναλάβει καθήκοντα κονσόλας σε αναρίθμητες παραγωγές τα τελευταία 20 χρόνια (στο μυαλό έρχονται πρώτα οι Bonamassa, Leslie West, Paul Stanley, Alice Cooper, Robin Beck, George Clinton).
Ο 39χρονος κιθαρίστας και τραγουδιστής Lance Lopez, γέννημα θρέμμα της Λουζιάνα έχει μεγαλώσει με Stevie Ray Vaughn, Hendrix και James Brown και αφ' ότου στα 22 βραβεύθηκε σε τοπικό διαγωνισμό για το παίξιμό του με μια Fender Stratocaster πήρε τους δρόμους, έχοντας ανοίξει τις συναυλίες ονομάτων όπως οι B.B. King, Jeff Beck, Steve Vai και ZZ Top.
Ο 62χρονος Kenny Aronoff έχει πιάσει τις μπαγκέττες για λογαριασμό του μισού ροκ πληθυσμού (Dylan, Mellenkamp, Elton John, Bob Seger, Neville Brothers, Stevie Nicks, Santana, Joe Jackson και η λίστα μοιάζει να μην τελειώνει ποτέ).
Αυτοί λοιπόν οι τρεις σοβαροί παίκτες έφτιαξαν τον πρώτο πολύ δυνατό δίσκο του 2016, συνθέτοντας δικά τους blues κομμάτια μπολιασμένα με rock και soul, που φέρνει τον ακροατή στην πρώτη θέση κάποιας απ' αυτές τις ζεστές βραδιές ψυχικής εγγύτητας που αναφέραμε παραπάνω. Η χημεία μεταξύ τους είναι αξιοθαύμαστη, οι συνθέσεις, η καθεμία τους με ιδιαίτερη δυναμική και οικονομία, συνέχονται από συναίσθημα, που φωτίζει διαφορετικά κάθε φορά η τραχιά φωνή του Lopez.
Τα καλά νέα δεν σταματούν όμως εδώ. Οι πορείες των τριών μουσικών και η φήμη που έχουν οι ίδιοι δημιουργήσει για τις ικανότητές τους και την στάση τους έχει προσφέρει στο δίσκο μια πλειάδα ονομαστών
guest, που παίζοντας μαζί με το γκρουπ αναδεικνύουν τα κομμάτια ο καθένας με τον δικό του αμίμητο τρόπο.
Ο Billy Gibbons σολάρει και γρυλίζει στο γκαζωμένο "Running Whiskey".
O Warren Haynes (Govt Mule) χρωματίζει το southern διαθέσεων "Remedy'. O μέγας Walter Trout ανταλλάζει πωρωτικά σόλο με τον Lopez στο "Can't Take It No More".
O (εκ των 100 μεγαλύτερων κιθαριστών του 20ου αιώνα, σύμφωνα με το Rolling Stone) Robben Ford φτιάχνει ένα βαθύ αισθαντικό mood στο "Let's Call It A Day". O τεξανός Chris Duarte γεμίζει με βρώμικες φράσεις το βαρύ φανκ του "That's My Way" και ο ιδιοφυής Eric Gales αναδεικνύει την πιο χεντριξογενή του πλευρά στο βαρυκόκκαλο "Nightmares And Dreams".
Δεν είναι όμως ένα άλμπουμ που βασίζεται στους guest. Το "Let it be", ένα βαρύ μελωδικό κομμάτι με λυτρωτικά γυναικεία χορωδιακά στο ρεφραίν και (άλλο ένα) έντονο σόλο από τον Lopez είναι απολαυστικό, ενώ τα "Ain't Fallin Again" και "Bone Bucket" πάνε πίσω στους Free και τους ZZ Top αντίστοιχα, με ανανεωτικές συνέπειες.
Eκεί που το τρίο αποδεικνύεται άφοβο και δρέπει δικαίως το θαυμασμό είναι στην διασκευή του "Ain't no love (in the heart of the city) του Bobby Bland. Αν δεν έχει κανείς chops, δεν το ακουμπάει. Από τις πιο πειστικές διασκευές που έχουν γίνει τελευταία.
Μεγάλη υπόθεση η αμεσότητα και η αλήθεια στο ροκ. Τέτοιες ποιότητες, δε, έχουν την ικανότητα να σε  γραπώνουν αμέσως.
Υποψήφιο από τώρα για blues rock άλμπουμ της χρονιάς.



Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Τετάρτη 30 Μαρτίου 2016

Sarissa: "Nemesis"

Επιστροφή στην ενεργό δράση έπειτα από δώδεκα χρόνια έχουμε
για τους Θεσσαλονικιούς Sarissa! Ο διάδοχος του “Master Of Sins” πρόκειται για την τέταρτη ολοκληρωμένη τους δουλειά και τιτλοφορείται με μια λέξη “Nemesis”.


Το τι παίζουνε, φαντάζομαι όλοι το ξέρουμε. Για τυπικούς λόγους να αναφέρω ότι αρέσκονται στο heavy – power metal.
Το “Nemesis” έχει διάρκεια σαράντα λεπτά στα οποία ξετυλίγονται εννέα ολοκαίνουριες συνθέσεις. Πλέον στην Ελλάδα θεωρούνται ως μια cult μπάντα για πολλούς λόγους. Η παραγωγή του δίσκου ανήκει στον  Jim Selalmazidis, ο οποίος παίζει το μπάσο και τις περισσότερες κιθάρες σε αυτή την κυκλοφορία. Έλαβαν χώρα στο προσωπικό του home studio  εκτός από τα τύμπανα που ηχογραφήθηκαν στο Mix Studio από τον Fotis Demertzis και τα φωνητικά που έγιναν στο Underground Studio από τον Nik Logiotatidis.
  Θα αναφέρω την πιο πρόσφατη σύνθεσή τους η οποία είχε τον David Mano στην κιθάρα (από το 2005), τον Jim Salalmazidis κιθάρα, δεύτερα φωνητικά, μπάσο, πλήκτρα όπου πήρε τη θέση του Nick Iglezos το 2006, Tassos Pananoudakis, στο μπάσο (το 2006) και Vasilis Topalidis πίσω από το μικρόφωνο, επίσης μπήκε στη μπάντα το 2006.
Ποιοι αποτελούν αυτή τη στιγμή τους Sarissa, είναι άγνωστο καθώς η τράπουλα έχει ανακατευτεί πολλάκις από το 2006 και έπειτα.
Επίσης έχουμε μεταπήδηση από την Black Lotus που ήταν η προηγούμενη δισκογραφική τους στην ROAR (Rock Of Angels Records) , η οποία στεγάζει μπάντες όπως οι Bonfire, Outloud, Operation:Mindcrime (του Geoff Tate), Redrum, Monument κλπ.
Στα δια ταύτα τώρα, το άλμπουμ κινείται σε υψηλά επίπεδα και στα γνώριμα μονοπάτια που τους μάθαμε συνεχίζοντας αυτό που ξεκίνησαν το 1985. Όλες οι συνθέσεις τους είναι πάρα πολύ καλές, χωρίς φλυαρίες και περιττά σημεία. Το μπάσο εξακολουθεί να έχει αυτόν τον πρωταγωνιστικό ρόλο και να ξεχωρίζει ο ήχος του σε πολλά σημεία και θαρρώ ότι αυτό είναι και από τα σήματα κατατεθέν τους.
Εν έτη 2016, εξακολουθούν να εντυπωσιάζουν και παρ’ όλες τις εσωτερικές αλλαγές τους βγάζουν προς τα έξω τον χαρακτήρα μιας μπάντας και όχι ενός solo project. Μια από τις καλύτερες μπάντες που έχει δει ποτέ η ελληνική metal σκηνή και ειλικρινά δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από άλλα συγκροτήματα.
Πρόκειται για μια δισκάρα! Αξίζουν την προσοχή σας και σίγουρα είναι μια πολύ καλή προσθήκη για την δισκογραφία σας και φαίνεται να διεκδικούν και αυτοί μια θέση για τα καλύτερα της χρονιάς που διανύουμε.
No Man’s Land!!!

Γιώργος Βαλιμίτης

Δευτέρα 28 Μαρτίου 2016

PINK FLOYD: “Animals”

Τροφή για σκέψη με κοινωνικά και πολιτικά μηνύματα, θα μπορούσε εύλογα να είναι μα φράση αν
ζητούσαν μια σύντομη περιγραφή για το στίχο του. “Ζώα” με μια λέξη.
 Το “Animals” είναι βγαλμένο από τα σπλάχνα του Roger Waters και πρόκειται για ένα ακόμα δικό του παιδί, βασισμένο όμως στο πολιτικό μύθο της “Φάρμα Των Ζώων” του George Orwell, με τους στίχους του να περιγράφουν ποικίλες κατηγορίες στην κοινωνία, σαν διαφορετικά είδη ζώων.
Η θεματολογία του, χωρίζεται σε τρεις τάξεις: τα δεσποτικά και αδίστακτα γουρούνια (Pigs, όπου διασπάται και αυτό με τη σειρά του σε τρία τμήματα Pigs: On The Wings Pt1, Pigs: Three Different Ones και Pigs: On The Wings Pt2), τα μάχιμα σκυλιά (Dogs) και τη τυφλή και άκριτη αγέλη των προβάτων (Sheep). Η νουβέλα επικεντρώνεται στον σταλινισμό, το άλμπουμ είναι μια κριτική του καπιταλισμού, διαφέροντας όμως και πάλι στο ότι τα πρόβατα τελικά ξεσηκώνονται για να εξουδετερώσουν τα σκυλιά. Τα τραγούδια αρχικά, δεν συνδέονταν μεταξύ τους εννοιολογικά και πρόκειται για μία συλλογή κομματιών που εξελίχθηκαν για τις ανάγκες του άλμπουμ. Η έννοια τους, περιγράφει την προφανή κοινωνική και ηθική αποσύνθεση της κοινωνίας, παρομοιάζοντας την ανθρώπινη κατάσταση με εκείνη των απλών ζώων (σύμφωνα και με τον συγγραφέα Glenn Povey). Ο δίσκος, πέραν της κριτικής που ασκεί στη κοινωνία –εξακολουθεί να είναι επίκαιρος και αυτός 37 χρόνια μετά- , αποτελεί εν μέρει και την πληρωμένη απάντηση του rock στο κίνημα του punk (για την εποχή που μιλάμε) το οποίο βρισκόταν τότε σε συνεχή αύξηση δημοτικότητας. Αποτέλεσε μια μηδενιστική δήλωση κατά των κοινωνικών και πολιτικών συνθηκών που επικρατούσαν αλλά και μια αντίδραση στον γενικό εφησυχασμό και την νοσταλγία που φαινόταν να περιβάλλει τη ροκ μουσική, κάνοντας έτσι  προφανή στόχο το συγκρότημα για τους punk μουσικούς.
Από τα τρία τμήματα του τραγουδιού “Pigs’’, το μόνο άμεσα αναγνωρίσιμο πρόσωπο είναι η Mary Whitehouse (ηθική αγωνίστρια), η οποία περιγράφεται σαν το περήφανο σπίτι του ποντικιού της πόλης (Hey you, Whitehouse, Ha ha charade you are. You house proud town mouse).
Το “Sheep'' περιέχει μια τροποποιημένη έκδοση του 23ου  Ψαλμού, η οποία συνεχίζει την παράδοση “Ο Κύριος είναι ο ποιμένας μου” με λέξεις όπως “με κάνει να κρεμαστώ από άγκιστρο σε ψηλούς τόπους και με μετατρέπει σε αρνίσια παϊδάκια” (He maketh me, to hang on hook, in high places. He converteth me to lamb cutlets). Προς το τέλος του κομματιού τα επώνυμα πρόβατα ξεσηκώνονται και σκοτώνουν τα σκυλιά αλλά αργότερα όμως, συνταξιοδοτούνται πάλι πίσω στα σπίτια τους. Το άλμπουμ ολοκληρώνεται θεματικά, με το δεύτερο μέρος του “Pigs On The Wings”, ένα απλό τραγούδι αγάπης με το οποίο προσφέρεται μια αχτίδα ελπίδας, παρά την οργή που εκφράζεται στα τρία άλλα τραγούδια του album (το Pigs  On The Wings θεωρείται ως ένα κομμάτι). Τα δύο μέρη του κομματιού αυτού, είχαν επηρεαστεί σε μεγάλο βαθμό από τη σχέση του ιθύνον νου (Roger Waters) με την τότε κοπέλα του.  Το “Animals” ηχογραφήθηκε στο Britania Row το 1976 (Απρίλη με Δεκέμβριο) και συνεχίστηκε μέχρι και τις πρώτες ημέρες του 1977, με τον Brian Humphries να αναλαμβάνει τη παραγωγή (συνεργάτης των Pink Floyd από προηγούμενες δουλειές τους). Τα κομμάτια “Raving And Drooling” και “Gotta Be Crazy”, τα οποία είχαν πρωτοπαρουσιαστεί ζωντανά στις εμφανίσεις τους, για τις ανάγκες της περιοδείας του δίσκου “Wish You Were Here”, επεξεργάστηκαν εκ νέου από τον Roger Waters και παρουσιάζονται εδώ πλέον, κάτω από τους  τίτλους Sheep και Dog αντίστοιχα και διαχωρίζονται στο άλμπουμ από τα τρία μέρη του Pigs.
Όλα τα κομμάτια με εξαίρεση του Dogs (μουσική Waters / Gilmour), γράφτηκαν από τον Roger Waters όπως και όλοι οι στίχοι του. Το “Pigs On The Wings” χωρίστηκε στα δύο, και αυτό διότι τα δικαιώματα, παρέχονται με βάση ανά-τραγούδι. Ο Roger Waters,  έλαβε περισσότερα από τον Dave Gilmour, παρά του ότι το “Dogs” καταλαμβάνει σχεδόν ολόκληρο το πρώτο μέρος του δίσκου. Το τραγούδι περιέχει αναφορές και στη ιδιωτική ζωή του Roger Waters, όπως για παράδειγμα στον νέο (τότε) ρομαντικό έρωτά του με την Carolyne Anne Christie. Ο Gilmour ήταν έξαλλος, από τη γέννηση του πρώτου παιδιού του και δεν συνέβαλε τίποτε άλλο στο “Animals”. Το ίδιο έγινε και με τους Ritchard Wright και Nick Mason, όπου έγινε και ο πρώτος δίσκος των Pink Floyd, με μηδενική συμβολή του. Για τις ανάγκες της περιοδείας μελλοντικά, η μπάντα είχε συζητήσει να προσλάβει έναν δεύτερο κιθαρίστα και βρήκαν βοήθεια στο πρόσωπο του Snowy White, όπου καλέστηκε και στο studio.  Όταν λοιπόν ο Waters και ο Mason διέγραψαν κατά λάθος ένα από τα ολοκληρωμένα κιθαριστικά σόλο του Gilmour, ο White κλήθηκε να ηχογραφήσει ένα σόλο για το “Pigs On The Wings”. Αν και η απόδοσή του είχε παραληφθεί από την κυκλοφορία του βινυλίου, περιλήφθηκε στην 8 ιντσών κασέτα. Το εξώφυλλο του “Animals”, ανατέθηκε στην Hipgnosis, η οποία είχε σχεδιάσει τα προηγούμενα εξώφυλλα των album της μπάντας. Τους προσφέρθηκαν αρχικά,  τρεις ιδέες, με μία εκ των οποίων να έχει ένα μικρό παιδί που μπαίνει στο υπνοδωμάτιο των γονιών του και τους βρίσκει να κάνουν σεξ δηλαδή να “συνουσιάζονται σαν τα ζώα”. Παρόλες αυτές τις ιδέες όμως, το τελικό εγχείρημα, ασυνήθιστα, σχεδιάστηκε από τον Roger Waters. Εκείνη την εποχή ζούσε κοντά στο Clapham Common, και οδηγούσε τακτικά από το παρελθόν, στο Battersea Power Station (σταθμός παραγωγής ηλεκτρικού), το οποίο από τότε φαινόταν πως πλησίαζε στο τέλος της ωφέλιμης ζωής του.
Η θέαση του κτιρίου επιλέχθηκε για να καλύψει τη κεντρική εικόνα, και οι Pink Floyd ανέθεσαν στη γερμανική εταιρεία Ballon Fabrik (που είχε κατασκευάσει προηγουμένως τα αερόπλοια των Led Zeppelin) και στον Αυστραλό καλλιτέχνη Jeffrey Shaw να κατασκευάσουνε ένα μπαλόνι – γουρούνι, 30 ποδιών (9,10 μέτρα), το οποίο βάφτισαν αργότερα Algie. Το μπαλόνι ήταν φουσκωμένο με ήλιο και με ικανότητες να ελίσσεται, έτσι, για τις ανάγκες της μαγνητοσκόπησης, στις 2 Δεκεμβρίου, προσέλαβαν έναν εκπαιδευμένο σκοπευτή έτοιμο να πυροβολήσει σε περίπτωση που διέφυγε. Δυστυχώς όμως, οι κακές καιρικές συνθήκες καθυστέρησαν τις εργασίες, και ο διευθυντής του συγκροτήματος Steve O'Rourke παρέλειψε να ξανακαλέσει το σκοπευτή, για δεύτερη ημέρα και το μπαλόνι έσπασε χωρίς να αγκυροβολήσει και εξαφανίστηκε από μπροστά τους.
Τελικά προσγειώθηκε στη περιοχή Kent και βρέθηκε από έναν τοπικό αγρότη, ο οποίος ήταν προφανώς οργισμένος, με το σκεπτικό ότι είχε τρομάξει τις αγελάδες του. Το μπαλόνι ανακτήθηκε και η μαγνητοσκόπηση συνεχίστηκε για τρίτη ημέρα, αλλά οι πρώτες φωτογραφίες του σταθμού παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας θεωρήθηκαν ως καλύτερες, οπότε, παρέμειναν έτσι και η εικόνα του γουρουνιού, προστέθηκε αργότερα σε μία από αυτές. Το θέμα του άλμπουμ, συνεχίζεται και πάνω στο βινύλιο και στις ένθετες εικόνες της συσκευασίας. Στη πρώτη πλευρά του δίσκου, επάνω στην ετικέτα, εμφανίζεται ένα απόσπασμα τραβηγμένο από κατοπτρικό φακό, με ένα σκύλο να βρίσκεται στην Αγγλική εξοχή. Η δεύτερη πλευρά, περιλαμβάνει ένα γουρούνι και ένα πρόβατο, ρυθμισμένα ακριβώς στην ίδια θέση. Ο χειρόγραφος χαρακτήρας του ντράμερ της μπάντας Nick Mason, χρησιμοποιήθηκε ως τον τύπο γραφής της κυκλοφορίας, σε ολόκληρη τη συσκευασία. Το κεντρικό πλαίσιο του στο άνοιγμα, χαρακτηρίζεται από μονόχρωμες φωτογραφίες που δηλώνουν την εμφανή εγκατάλειψη, γύρω από το σταθμό ηλεκτροπαραγωγής.
Το “Animals”, είδε τα φώτα τις δημοσιότητας, μέσω των Harvest Records (Αγγλία) και Columbia Records (Αμερική), όταν αναρτήθηκε στα ράφια των δισκοπωλείων στις 23 Ιανουαρίου 1977 στην Αγγλία και στις 12 Φεβρουαρίου στην Αμερική, κατακλύζοντας έτσι τη δεύτερη θέση και την εικοστή έβδομη στα charts αντίστοιχα. Επανακυκλοφόρησε σε cd το 1985 και στην Αμερική το 1987, σε ψηφιακό remaster cd και με νέο artwork, πάλι, το 1994.
Ακολούθησε άλλη μια επανακυκλοφορία του, σε περιορισμένο βινύλιο αυτή τη φορά, το 1997 και μία άλλη εορταστική έκδοση του στην Αμερική την ίδια χρονιά, όπως και το 2000 ξανά, μέσω της Capitol Records. Συμπεριλήφθηκε στα box – set “Shine On’’ όπως και στο περιορισμένης κυκλοφορίας “Oh, By The Way”. Ένα καταπληκτικό άλμπουμ που ακόμα και σήμερα παραμένει επίκαιρο, ντυμένο με τα Progressive rock στοιχεία που χαρακτήρισαν το γνώριμο ήχο των Pink Floyd ανά τα χρόνια και που μαζί με τα “Darkside Of The Moon” και “The Wall”, αποτελεί το δισκοπότηρο της δικής τους Αγίας Τριάδας για τον σκεπτόμενο άνθρωπο. Εξακολουθώ να πιστεύω πως τόσο οι δύο αυτοί δίσκοι, όσο και τούτος, εάν έβρισκαν θέση σε κάθε σπίτι, σε κάθε γωνιά του πλανήτη, ανεξάρτητα από τι είδους μουσική ακούει ο καθένας, ο κόσμος που ζούμε σήμερα, θα ήταν πολύ καλύτερος.

Tracklist:
1. Pigs (On The Wings, Part 1)
2. Dogs
3. Pigs (Three Different Ones)
4. Sheep
5. Pigs (On The Wings, Part 2)

ΜΕΛΗ:
Dave Gilmour: κιθάρα, μπάσο, talk – box, συνθεσάιζερ, δεύτερα φωνητικά και πρώτη φωνή στο πρώτο μισό του ‘’Dogs’’

Roger Waters: μπάσο, φωνητικά σε όλα τα κομμάτια, δεύτερα φωνητικά, ακουστική και ρυθμική κιθάρα

Richarg Wright: ηλεκτρικό πιάνο, hammond, πιάνο, συνθεσάιζερ και δεύτερα φωνητικά

Nick Mason: τύμπανα και κρουστά

Snowy White: πρόσθετη κιθάρα στο “Pigs On The Wings”

Γιώργος Βαλιμίτης

Παρασκευή 25 Μαρτίου 2016

Dream Theater: "The Astonishing"


Επιστροφή στα μουσικά δρώμενα έπειτα από τρία χρόνια αποχής
έχουμε για τους Dream Theater. Σίγουρα το διάστημα είναι μεγάλο για αυτό και ίσως αποφάσισαν να μας βομβαρδίσουν με πολλά κομμάτια. Τριάντα τέσσερα στο σύνολο, ναι καλά διαβάσατε και με μέση διάρκεια περίπου δύο ώρες και δέκα λεπτά.

Το είδος τους το γνωρίζουμε όλοι αυτά τα χρόνια, όπως και το τι εκπροσωπούνε οπότε δεν θα αναλωθούμε σε κάτι τέτοιο και πάμε κατευθείαν στο ψητό. Ή μήπως όχι και υπάρχουν εκπλήξεις;
  Για αρχή, τετραπλό βινύλιο και διπλό cd μας έρχεται το The Astonishing”, όπως είναι και ο τίτλος του νέου τους δίσκου. Μέσα σε αυτές τις δύο ώρες ξετυλίγεται μια επική ιστορία αγάπης, προδοσίας και λύτρωσης με σαφή πρόθεση να βγει σε περιοδεία σαν μια μεγάλη ροκ όπερα – θεατρική παραγωγή, όπως ακριβώς γίνεται και στην στουντιακή του ακρόαση.
  Τα στοιχεία που δανείζονται εδώ, θυμίζουν πολύ αυτά των Avantasia, T.S.O. (Trans-Siberian Orchestra), των Pain Of Salvation (στα Road Salt)  αλλά (φυσικά) και των Pink Floyd στο The Wall καιThe Final Cut που έχουν πιο αφηγηματικό χαρακτήρα.
  Στιχουργικά τώρα, σχεδιάστηκε και γράφτηκε από τον John Petrucci, και η ιστορία λαμβάνει χώρα περίπου 200 χρόνια στο μέλλον, όπου οι βασιλεύοντες δυνάμεις επέτρεψαν στους “Nomacs” να καταστείλουν μουσική έκφραση υπέρ του ηλεκτρονικού θορύβου.  Με έναν τρόπο παρόμοιο με αυτό των Rush στο “2112”, ο «Εκλεκτός» ξεσηκώνεται από τη "καταπίεση" με την προσφορά της μουσικής ως δώρο για την ανθρωπότητα - τη μουσική για να χρησιμεύσει ως όχημα για να ωθήσει την επανάσταση και να αποκαταστήσει την ανθρωπότητα.  Η ιστορία περιλαμβάνει πολλούς χαρακτήρες (οχτώ είναι οι βασικοί μόνο), σκηνές και διάφορα σκηνικά που ξαφνιάζουν ακόμα και τον πιο δύσκολο ακροατή.
  Μουσικά, αυτό που παρουσιάζουν εδώ, είναι πραγματικά πολύ διαφορετικό από αυτό που οι Theater μας έχουν συνηθίσει.
  To The Astonishing, είναι μια ολόκληρη θεατρική παράσταση, παρόμοια με των Pink Floyd το “The Wall” και κινείται ακριβώς σε αυτό το ύφος. Κάθε τραγούδι εξαρτάται από το προηγούμενο σ το πλαίσιο του να στηριχθεί τόσο στιχουργικά όσο και μουσικά. Στέκονται βέβαια τα κομμάτια από μόνα τους, αλλά χάνεται η ουσία. Τα ηχητικά εφέ που χρησιμοποιούνται εδώ, είναι για να δημιουργήσουν μια κινηματογραφική ατμόσφαιρα και υπάρχουν μερικά χορωδιακά και συμφωνικά στοιχεία.
Η αφήγηση της ιστορίας  από τον James LaBrie είναι θεαματική και δουλεύτηκε πάνω στο κορμό των τραγουδιών, οπότε αποφεύχθηκε η «κακή» ποιότητα κατά την ροή της μουσικής.  Σε γενικές γραμμές, με ξαφνιάσανε, μιας και δεν είμαι οπαδός τους, και πραγματικά πρόκειται για ένα καταπληκτικό άλμπουμ και διαφορετικό. Το  μεγάλο μέρος της διαφορετικότητας  αυτής εδώ είναι ότι αν πάρετε το έργο στο σύνολό του, θα διαπιστώσετε ότι πληρώνει φόρο τιμής στην πραγματικότητα σε πολλές διαφορετικές μορφές της μουσικής (ροκ, τζαζ, κλασική, κλπ) και με αυτό τον τρόπο ειδικά υποστηρίζεται η κληρονομιά των Dream Theater και γενικά σε όλες τις μορφές της μουσικής τους έκφρασης.
  Ο δίσκος είναι χωρισμένος σε δύο πράξεις και μοιρασμένος στα δύο cd’s αντίστοιχα. Το πρώτο μέρος (Act I) ακολουθείται από την αφήγηση των είκοσι πρώτων κομματιών ενώ η εξιστόρησή του ολοκληρώνεται με το υπόλοιπα δεκατέσσερα που εξελίσσουν την ιστορία στο δεύτερο μέρος (Act II).
  Εδώ για εμένα οι D.T. ωρίμασαν, ενώ τα solo και οι υπέρ αναλύσεις σε τεχνικές απουσιάζουν και αυτό είναι που γίνεται για πρώτη φορά και προς τιμήν τους, γιατί έτσι δείχνουν ότι μπορούν να σταθούν σε κάτι διαφορετικό χωρίς να χάνεται η ταυτότητά τους. Εννοείται πως υπάρχουν αλλά όχι στον βαθμό που ξέρουμε και σε σημείο που χάνεται η ουσία του πράγματος.
Η αλήθεια είναι πως δεν πίστευα ποτέ ότι θα άκουγα ένα τόσο μεγάλο και ποιοτικό έργο από τους Dream Theater χωρίς να υπάρχουν τέτοιες μηχανορραφίες ή επαναλαμβανόμενες μελωδίες και ήχοι σε άλλες οκτάβες και σε μιμήσεις (μορφολογικός όρος). Όλα αυτά τα στοιχεία αντικαταστάθηκαν από εκφραστικό πιάνο, μια καταπληκτική αφήγηση, με υποστηρικτικούς ρυθμούς και με αρκετές δόσεις κιθάρας σε διαφορετικό επίπεδο από ότι έχουμε μάθει. Τα πληκτρά εδώ, όταν δεν αρκούνται στα πιανιστικά στοιχεία, μου θυμίζουν σε πολλά σημεία  τον ήχο των Deep Purple, πράγμα που λειτουργεί θετικά μιας και το να μαθαίνεις από τους μεγάλους, αλλά να μην τους αντιγράφεις είναι κάτι που μόνο θετικά μπορεί να μετρήσει στο βιογραφικό σου.
  Ένα άλλο θετικό στοιχείο, είναι ότι καταφέρνουν να σε ταξιδέψουν και να σου δημιουργήσουν εικόνες, μεταφέροντάς στο κόσμο που αφηγούνται. Εδώ για εμένα ο LaBrie έχει όλα τα εύσημα και δείχνει το γιατί έχει την θέση του τραγουδιστή στους Theater. Ίσως το να είχανε τελικά κάποιους καλεσμένους να μοιραζόντουσαν τα φωνητικά, να έδινε έναν άλλο τόνο, αλλά εκεί πιστεύω πως θα χανόταν η λειτουργικότητα του «βάρδου» τους.
  Κλείνοντας, το άλμπουμ είναι διαφορετικό, δεν αρέσκεται σε κιθαριστικά θέματα και τεχνικά θέματα, είναι πιο πολύπλοκο αλλά από άλλη έννοια, είναι πιο θεατρικό, πιο musical, δεν κουράζει τον μέσο ακροατή και εδώ έρχεται και το μεγάλο στοίχημα που βάζουν οι Theater: είτε θα το λατρέψεις είτε θα το μισήσεις. για τα γούστα τα δικά μου, ανήκω στη πρώτη κατηγορία πράγμα που συνεπάγεται φίλε αναγνώστη πως αν και εσένα σου αρέσουν και σε εντυπωσιάσουν όλα τα παραπάνω, τότε αυτό το άλμπουμ, θα λάμπει στη δισκοθήκη σου.
Συνίσταται ανεπιφύλακτα λοιπόν και με υποψηφιότητα για τα καλύτερα του 2016.

Γιώργος Βαλιμίτης

Δευτέρα 21 Μαρτίου 2016

Beatles: "Beatles For Sale"


To “Beatles For Sale” είναι το τέταρτο άλμπουμ των Beatles και
κυκλοφόρησε στις 4 Δεκεμβρίου 1964, εποχή που η Μπητλομανία βρισκόταν στην κορύφωσή της, καθώς λίγους μήνες πριν οι Beatles είχαν κυκλοφορήσει το “A Hard Day’s Night” και είχαν περιοδεύσει για πρώτη φορά στις ΗΠΑ.

Η ηχογράφηση έλαβε χώρα στα EMI Studios, στην Abbey Road του Λονδίνου και παραγωγός ήτανε ο George Martin. Το εξώφυλλο παρουσιάζει τους Fab Four να έχουν φωτογραφηθεί από τον Robert Freeman στο Hyde Park του Λονδίνου. Αξίζει να σημειώσουμε εδώ, πως το “Beatles For Sale” ήταν η πρώτη τους κυκλοφορία με gatefold εξώφυλλο.
Το άλμπουμ ηχογραφήθηκε βιαστικά για να προλάβουνε την κυκλοφορία του πριν τα Χριστούγεννα και για το λόγο αυτό κοσμείται μόνο από οκτώ συνθέσεις του διδύμου John Lennon – Paul McCartney, οι οποίοι λόγω των συνεχών τους υποχρεώσεων δεν είχαν τον απαραίτητο χρόνο να συνθέσουν περισσότερα τραγούδια.
Έτσι, ο δίσκος  περιλαμβάνει και έξι διασκευές οι οποίες αποδεικνύουν με τον καλύτερο τρόπο την αγάπη τους για το rock ‘n’ roll και τα blues. Ας μην ξεχνάμε πως αυτά τα τραγούδια πρωτόπαιξαν οι Beatles, όταν ξεκινούσαν την καριέρα τους  στις συναυλίες που έδιναν και αποτυπώνουν με τον καλύτερο τρόπο την εποχή εκείνη.
Για πολλούς παραμένει το πιο αδύναμο άλμπουμ της μπάντας (μαζί με το Yellow Submarine). Ξεκινάει με τρία μελαγχολικά τραγούδια και φαίνονται έντονα οι επιρροές του John Lennon από τον Bob Dylan ιδιαίτερα στο “I’m A Loser”. Από την περίοδο αυτή το συνθετικό δίδυμο Lennon – McCartney αρχίζει να αποστασιοποιείται, άσχετα αν στα credits αναφέρονται μαζί.
Οι συνθέσεις τους βέβαια είναι αρκετά καλές, αλλά πολλοί φίλοι του γκρουπ περίμεναν περισσότερες συνθέσεις στο στυλ του “Eight Days A Week”, το οποίο αποτέλεσε το έβδομο #1 hit-single στις ΗΠΑ, ενώ να σημειώσουμε ότι το άλμπουμ πήγε στο #1 στη Μεγάλη Βρετανία όπου και παρέμεινε για 11 εβδομάδες.
Όσον αφορά τις διασκευές, τραγούδια όπως “Rock ‘n’ Roll Music”, “Words Of Love” και “Everybody’s Trying To Be My Baby” τα αποδίδουν στο μέγιστο βαθμό, ενώ κατά την ταπεινή γνώμη του γράφοντα κορυφαία τραγούδια του δίσκου είναι τα “No Reply”, “I’m A Loser” και I Don’t Want To Spoil The Party.
Η έκδοση του βινυλίου, που έχουμε στην κατοχή μας, κυκλοφόρησε το 2012 σε 180gr μαύρο βινύλιο και αποτελεί ακριβή ανατύπωση της stereo αυθεντικής έκδοσης του 1964.

Tracklisting

Side One

  1. No Reply
  2. I’m A Loser
  3. Baby’s In Black
  4. Rock ‘n’ Roll Music (Chuck Berry)
  5. I’ll Follow The Sun
  6. Mr. Moonlight (Roy Lee Johnson)
  7. Kansas City/Hey-Hey-Hey-Hey (Jerry Leiber, Mike Stoller/Richard Pennima)




Side Two
1. Eight Days A Week
2. Words Of Love (Buddy Holly)
3. Honey Don’t (Carl Perkins)
4. Every Little Thing
5. I Don’t Want To Spoil The Party
6. What’s You’re Doing
7. Everybody’s Trying To Be My Baby (Carl Perkins)

Δημήτρης Σαλτογιάννης

Δευτέρα 14 Μαρτίου 2016

Night Ranger: “Rock in Japan- Greatest Hits Live”


Το αμερικάνικο συγκρότημα με εξαιρετικές στούντιο κυκλοφορίες
στο ενεργητικό του δίνει εδώ και πολλές δεκαετίες εκπληκτικά δείγματα τι εστί καλοπαιγμένο, εμπνευσμένο και δυναμικό hard rock/aor.

Μεγάλα πλεονεκτήματα στην μηχανή τους είναι πρωτίστως οι φοβερές ερμηνείες και το παίξιμο του μπασίστα και τραγουδιστή Jack Blades όσο και απίθανες κιθαριστικές κανονιές του φοβερού διδύμου Brad Gillis και  Jeff Watson ενώ τεράστια και  μεγάλη είναι η συμβολή του κημπορντίστα  Alan Fitzgerald και της δυναμικής προσωπικότητας του ντράμερ Kelly Κeagy, ο οποίος παράλληλα τραγουδά σε υπέροχα άσματα της μπάντας όπως τα επικά μπαλαντοειδή,  “Sister Christian” και “Sentimental Street”.
Βρισκόμαστε λοιπόν στα μέσα της δεκαετίας του ’90 και το συγκρότημα έχει χάσει τον προσανατολισμό του λόγω της grunge καταιγίδας αλλά και των εσωτερικών προβλημάτων με πολλές απώλειες. Ευτυχώς όμως το 1996 επιστρέφουν οι Jack Blades και Jeff Watson μιας και είχαν αντικατασταθεί από τον  ταλαντούχο Gary Moon (Three Dog Night, Jeff Paris).
Οι NIGHT RANGER αποφασίζουν να κάνουν ένα νέο ξεκίνημα και επανέρχονται με όλα τα όπλα τους και πραγματοποιούν μία περιοδεία στην Ιαπωνία  που είχαν διαπρέψει στην δεκαετία του ’80.
Ο grunge και alternative ήχος που κυριαρχούσε καθολικά σε Αμερική και Ευρώπη είχε βάλει στο περιθώριο αρκετά σχήματα με τον ανάλογο ήχο και πλέον όσοι «επέζησαν» πάλευαν να κρατηθούν ζωντανοί μέσω των εμφανίσεων σε χώρες που το κοινό τους αγαπούσε ακόμη.
Έτσι λοιπόν και οι Αμερικανοί κατορθώνουν να επιβιώσουν αλλά και να αναβιώσουν το δοξασμένο παρελθόν τους αφού η βάση του κοινού τους που είναι στην χώρα του ανατέλλοντος ηλίου δεν πρόδωσε ποτέ τους Night Ranger και στην τουρνέ που ακολούθησε την ίδια χρονιά, η αποδοχή ήταν ξανά  μεγάλη. Επιστέγασμα αυτής της επιτυχημένης περιοδείας ήταν  η κυκλοφορία του Rock in Japan- Greatest Hits Live”  το 1997 που αρχικά έγινε μόνο στην Ιαπωνία και δύο χρόνια αργότερα στον υπόλοιπο κόσμο.
Στο Rock in Japan- Greatest Hits Live” υπάρχουν σπουδαία κομμάτια της μπάντας με τα  “Don't Tell Me You Love Me”, “Sister Christian”, “(You Can Still) Rock in America”,  “When You close your Eyes” , "Eddie's Comin' Out Tonight"  και “Rumours in the Air” να αποδεικνύουν το φοβερό ταλέντο τους τόσο με το αστείρευτο παίξιμό τους, την φρεσκάδα στον ήχο τους  αλλά και την μοναδική ενέργεια που εκπέμπουν πάνω στην σκηνή.
Tα ξεχωριστά κιθαριστικά σόλα των Brad Gillis και Jeff Watson απλά επιβεβαιώνουν την άριστη διάθεση που είχε η μπάντα στην τουρνέ στην Ιαπωνία ενώ η ενέργεια, το πάθος και  η ορμή του  Jack Blades κάνουν τούτη την κυκλοφορία απαραίτητη για κάθε οπαδό του μελωδικού σκληρού ήχου.

Φώτης Μελέτης

Τρίτη 8 Μαρτίου 2016

Wishing Well featuring Graham Bonnet: "Hippie Heart Gypsy Soul"


Οι Wishing Well είναι μία hard rock από το Ελσίνκι της
Φινλανδίας. Και θα μου πείτε…χτες κουβεντιάζοντας για το θανατικό που αφανίζει τις τάξεις των rock ειδώλων με το φίλο Κώστα Θ. σχολιάσαμε και για το χαμό του στιβαρού μπασίστα Jimmy Bain και η κουβέντα πολύ αβίαστα εστίασε σε μία χαρακτηριστική αυστραλέζικη φωνή:

Tου θρυλικού Graham Bonnet (Rainbow, Michael Schenker Group, Alcatrazz ως σπουδαιότερες συνεργασίες…)   που για πολλοστή φορά δάνεισε τη φωνή του στους εν λόγω Σκανδιναβούς για την κυκλοφορία του πρώτου τους  single "Hippie Heart Gypsy Soul" που θα είναι προάγγελος του πρώτου δίσκου τους "Chasing Rainbows" που θα  κυκλοφορήσει από Inverse Records.
Πρόκειται για μία πιασάρικη μελωδική σύνθεση που προϊδεάζει για μία πολύ καλή  στο σύνολο της μουσική προσπάθεια.
"Θέλαμε να δώσουμε ώθηση στο δίσκο και όταν συνθέσαμε το "Hippie" αμέσως συνειδητοποιήσαμε, ότι ο  Graham θα ήταν ο τέλειος τραγουδιστής της σύνθεσης για πολλούς λόγους! Είμαι θαυμαστής του και ο ίδιος και είναι φανταστικό που τα καταφέραμε!! Ο τραγουδιστής μας  Peter James Goodman εξάλλου δεν έχει κανένα πρόβλημα καθώς είναι και ο ίδιος μεγάλος του θαυμαστής! Είμαι περήφανος και ευχαριστημένος με το αποτέλεσμα και εντυπωσιασμένος που στην ηλικία των 68 ετών, ο Graham Bonnet τα καταφέρνει περίφημα", μας εξομολογείται ο συνθέτης του τραγουδιού και κιθαρίστας των Wishing Well, Anssi Korkiakoski.
Από την πλευρά του ο Graham Bonnet είναι πού απασχολημένος τούτη τη χρονιά, καθώς πρόκειται να κυκλοφορήσει προσωπικό δίσκο από την Frontier Records καθώς και την επίσημη βιογραφία του αργότερα την άνοιξη, από τον συγγραφέα Steve Wright …θα εμφανιστεί σε συναυλία τον Απρίλη στη Φινλανδία έπειτα από την αυστραλιανή του περιοδεία. Δηλώνει σχετικά: "με προσέγγισαν τα παιδιά της μπάντας και όταν άκουσα το (τραγούδι) αμέσως θέλησα να το τραγουδήσω! Είναι μία πιασάρικη σύνθεση και ταιριάζει με τη φωνητική μου ευρύτητα. Μου αρέσουν και οι στίχοι.
Ηχογραφήσαμε τα φωνητικά μου στο Λος Άντζελες και η μπάντα ηχογράφησε τα μέρη της στη Φινλανδία. Είμαι έτοιμος να συνεργαστώ με κάθε σοβαρή μπάντα που έχει καλά τραγούδια. Εύχομαι στα παιδιά ό,τι καλύτερο" !
Η μπάντα προς το παρόν προωθεί το και το δίσκο της και θα εμφανιστεί ζωντανά όσο μπορεί περισσότερο στη διάρκεια της χρονιάς.
Τη μπάντα αποτελούν οι Anssi Korkiakoski στην κιθάρα, ο Rip Radioactive στα τύμπανα, ο Richard Becker στο μπάσο και ο  Peter James Goodman στη φωνή, όλοι τους έμπειροι μουσικοί εμφανιζόμενοι με άλλες μπάντες αποφάσισαν να δημιουργήσουν τους Wishing Well. Τους ευχόμαστε κάθε επιτυχία!


Νότης Γκιλλανίδης

Παρασκευή 4 Μαρτίου 2016

The Cult: "Hidden City"

Η τριλογία που ξεκίνησε το 2007 με το “Born Into This”,
συνεχίστηκε το 2012 με το “Choice Of Weapon”, ολοκληρώνεται πια με το “Hidden City” που σύντομα θα βρίσκεται στα ράφια των δισκοπωλείων αλλά και σε ηλεκτρονικές μορφές όπως συνηθίζεται τελευταία.


Ο συνδετικός κρίκος που ενώνει αυτούς τους τρις δίσκους, αφορά μια αλληλένδετη σειρά εμπειριών και οράματα με τα υποκειμενικά θέματα της λύτρωσης και της αναγέννησης, μπολιασμένα με την μουσική των The Cult ή καλύτερα του Ian Astbury και του Billy Duffy. Η μπάντα αυτή τη στιγμή νομίζω ότι βρίσκεται στα καλύτερά της εδώ, κάτι που απουσίαζε για πολλά χρόνια.
Το σχήμα απαρτίζουν εκτός από τον Ian (που παίζει και κιθάρα εδώ) και τον Duffy, από τον έτερο συνοδοιπόρο από το 2006 John Tempesta στα τύμπανα, Damon Fox (πλήκτρα, κιθάρα, δεύτερα φωνητικά), Chris Chaney (μπάσο), Bob Rock (κιθάρα και πλήκτρα) και για τις ζωντανές εμφανίσεις χρέη μπασίστα εκτελεί ό Grant Firzpatrick.
  Το Hidden City με το που πατάς το κουμπί για να ξεκινήσει, σε πιάνει από τα μούτρα με το Dark Energy το οποίο ξεκινά με ένα up tempo και αρχίζει να ξετυλίγεται σταδιακά αποκαλύπτοντάς σου το τι κρύβεται σε αυτό αλλά και στην πορεία. Όλα τα στοιχεία που λατρέψαμε στους The Cult βρίσκονται εδώ και κάνουν παρέλαση, είτε με σκοτεινά κομμάτια και πιο μυστικιστικά (“Deeply Ordered Chaos”), χορευτικά σημεία (“Dance The Night”), μπαλάντες (“In Bloodή Birds Of Paradise”), γοτθικά και hard rock (“Lilies”), λίγο πιο art και jazzy (“Sound And Fury”), πιο σκληρά (“Heathens”, “Avalanche Of Light”). Με λίγα λόγια, μέσα στις δώδεκα συνθέσεις του, χωρίς bonus καλούδια αυτή τη φορά, έχει από όλα ο μπαξές. Όλα τα στοιχεία που αγαπήσαμε στους The Cult, δηλώνουν βροντερό παρόν.
  Το άλμπουμ λοιπόν, πρόκειται για μια πιο σύγχρονη και πιο hard rock εκδοχή τους, με ποικιλία, αλλά όχι ακριβώς στο ίδιο στυλ που έγιναν γνωστοί. Αν όμως το ακούσετε προσεχτικά, θα εντοπίσετε και τα χορωδιακά μέρη, και το σήμα κατατεθέν στις κιθάρες και τα riffs και φυσικά την όμορφη και λυρική ποίηση του Ian. Για τον γράφοντα, το Hidden City είναι ότι καλύτερο και πιο ολοκληρωμένο έχουν κυκλοφορήσει από την εποχή του Ceremony. Οι The Cult είναι σε τρελά κέφια (όπως και η φωνή του Ian Astbury). ώριμοι, σύγχρονοι, πιο δεμένοι από ποτέ, με τον κλασικό τους ήχο να δηλώνει παρόν.
  Έχοντας σαν γνώμονα όλα τα παραπάνω, συν τον επιπλέον ξάφνιασμα με την έναρξή του που σου αφήνει τις θετικότερες τον εντυπώσεων (και είναι δύσκολο μετά να αλλάξεις γνώμη ακούγοντας και το υπόλοιπο άλμπουμ), δεν έχω παρά να το προτείνω ανεπιφύλακτα και μάλιστα να το φυλάξω στο συρτάρι για τα υποψήφια καλύτερα της χρονιάς που διανύουμε (και δεν είναι απλά ενθουσιασμός).
Ναι, από τώρα γιατί οι The Cult επέστρεψαν και είναι λατρεία, τέλος!

Γιώργος Βαλιμίτης

Υ.Γ.: Το άλμπουμ σπέρνει και θερίζει, φέρτε τους και από τα μέρη μας!

Τρίτη 1 Μαρτίου 2016

Wigelius: “Tabula Rasa”

Έχουμε κουράσει με τις διαπιστώσεις ότι η σκανδιναβική
aor/melodic rock σκηνή την τελευταία 15 ετία βγάζει μικρά διαμάντια. Τα περισσότερα συγκροτήματα του παγωμένου βορρά κυκλοφορούν εξαιρετικά άλμπουμ, πανέμορφες συνθέσεις και έχουν σημαντικούς και συνήθως αδικημένους μουσικούς.

Η μπάντα των σουηδών WIGELIUS, σχηματίστηκε το 2011, όταν κέρδισε σε ένα τηλεοπτικό σόου, ο τραγουδιστής Anders Wigelius  και δεν αποκλίνει μουσικά και συνθετικά πολύ από τα σχήματα που έχουν αναδείξει τον συγκεκριμένο ιδίωμα δίνοντας βαρύτητα στο πιο  aor στοιχείο.
Οι συνθέσεις περιέχουν όλο εκείνο το μελωδικό φάσμα ήχων που έχουν αγαπήσει οι φαν του είδους. Οι εμπνευσμένες ερμηνείες ταιριάζουν  και παντρεύονται άψογα με τις κιθαριστικές εξάρσεις και τα θαυμάσια σόλα του Jakob Svensson που το παίξιμο του είναι ποικιλότροπο και αριστοτεχνικό ενώ τα επιμέρους γοητευτικά πλήκτρα δημιουργούν ένα πετυχημένο αποτέλεσμα.
Τα κομμάτια που υπάρχουν στο “Tabula Rasa” ικανοποιούν απόλυτα τον οπαδό του σκανδιναβικού aor ήχου αφού ο δίσκος ξεκινά με το ‘80s υπέροχο Do It All Again”,  συνεχίζει με το δυναμικό “vu” και κλείνει αρχικά με το Long Way From Home” που φέρνει στους FM.
Το Yesterdays News” θυμίζει λιγάκι από Winger και Harem Scarem, το “Please, Please, Please” αντιγράφει έξυπνα τους H.E.A.T. ενώ τα These Tears I Cry”,  “Set Me Free”, “Run With Me” και Time Well Wasted” ξεχωρίζουν για τα θαυμάσια ρεφρέν τους.
H ακουστική μπαλάντα “9 Out of 10” αναδεικνύει τη φωνή του Anders Wigelius, το “Ma Chérie” ακούγεται πολύ συναισθηματικό ενώ το  Love Is The Key” αποτελεί την  μέτρια στιγμή του άλμπουμ.
Συνοπτικά οι WIGELIUS με το “Tabula Rasa”  βάζουν άλλο ένα λιθαράκι ώστε να αναδειχτούν  μία ακόμη  ανερχόμενη δύναμη του melodic rock/aor ήχου και με λίγη τύχη μπορεί το όνειρο προς την κορυφή να γίνει πραγματικότητα.

Φώτης Μελέτης

Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2016

ΙΝΚ: "Loom"


H ελληνική ροκ σκηνή, σε αντίθεση με τις περισσότερες δομές της
ελληνικής κοινωνίας παρουσιάζει άνθηση. Χαρακτηριστικός ενδείκτης το δεύτερο άλμπουμ των INK από την Αλεξανδρούπολη. Δουλεμένος ήχος και γερές δόσεις συναίσθημα, πάνω σε goth/μεταgrunge ρίφολα.

Όπως και να το πάρει κανείς, 20 και κάτι χρόνια αφ΄ότου ο ήχος αυτός κυριάρχησε, σήμερα ακούγεται αρκούντως vintage. Όσοι μεγάλωσαν με Mission, Smashing Pumpkins, Tea Party, Paradise Lost και Type O' Negative με το "Loom" όχι μόνο θα βρεθούν στο στοιχείο τους, αλλά θα χαρούν το πρώτο άξιο άλμπουμ του 2016.
Καταλυτική σ' αυτό και η ανάμιξη του "δικού μας" grunge guru, Johnny Bacolas (Alice In Chains, Second Coming), στον οποίον ανήκει η παραγωγή και η ενορχήστρωση στο "Ophelia" καθώς και η συμμετοχή του Craig Walker των ARCHIVE με δεύτερα φωνητικά στα "Sirens" και στο "Ophelia".
Οι Kostas Apostolopoulos (κιθάρες), Chris Tsantalis (φωνητικά), Stavros Tsantalis (ντραμς) και Dra (μπάσο) ακούγονται ατμοσφαιρικοί και ογκώδεις σε καλές αναλογίες (αυτό το "alternative" tag είναι το ισοδύναμο όσων χρησιμοποιούν το επίθετο «εξαιρετικός» επειδή αδυνατούν να προσδιορίσουν ειδικώτερες αποχρώσεις), αποδεικνύοντας ότι μετά το "Diary" του 2009 δεν έμειναν με σταυρωμένα τα χέρια. Εδώ παρουσιάζονται πιο κατασταλαγμένοι, με τίμιες και εύστοχες συνθέσεις. "Persephone", "Ophelia" και "Rain" μας αποκαλύπτουν το συνθετικό απόσταγμα μιας μπάντας που μπορεί να έχει μόνον ανοδική πορεία. Δεν μιμούνται κάτι, είναι ένα ελληνικό συγκρότημα που ξέρει αυτό που ζητάει καθώς και αυτό που του αρέσει να παίζει.
Στο βίντεο κλιπ του "Persephone" δείχνουν μάλιστα ότι εννοούν και οραματίζονται καθαρά το έργο τους, έχοντας στο επίκεντρο ένα θηλυκό με σπάνια όσο και εντυπωσιακή κατατομή.
Η live παρουσίαση του δίσκου σε ευρύ κοινό θα είναι καταλυτικό κριτήριο για τις δυνατότητές τους. Αν τα καταφέρουν να αναπαράξουν το σκοτεινό συναίσθημα του cd θα συγκινήσουν. Αξίζουν ένα καλό άκουσμα, ιδίως για όσους είναι μέσα στον ήχο τους. Δεν είναι και πολλά τα συγκροτήματα που μπορούν να περηφανεύονται ότι έχουν ακούσει τέτοια ενισχυτικά λόγια από τον ίδιο τον Jeff Martin των Tea Party ("They have the heart, the passion and the desire, they're going to succed").

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2016

CAMEL:" Pressure Points: Live in Concert"


Eίναι η εποχή που τα “βαριά χαρτιά” του λεγόμενου προοδευτικού
ροκ όπως οι Yes και οι Genesis το έχουν γυρίσει στο mainstream και το aor, οι Pink Floyd με τους ELP ουσιαστικά δεν υφίστανται και οι Jethro Tull με τους Kansas κυκλοφορούν μετριότητες.Έτσι λοιπόν απέμειναν οι Camel να κρατούν ταπεινά και αθόρυβα όρθια τη σημαία του prog rock.

Βρισκόμαστε στο 1984  και η μπάντα περιοδεύει  για να προωθήσει το δίσκο “Stationary Traveller” που είχε ως  θέμα τους πρόσφυγες που προσπαθούσαν να φύγουν από το ανατολικό Βερολίνο “σπάζοντας” το περιβόητο τείχος και να βρουν τη τύχη τους, στο Δυτικό Βερολίνο.
Στις 11 Μάιου της ίδιας χρονιάς οι Camel κυκλοφορoύν  το “Pressure Points: Live in Concert” ηχογραφημένο στο Hammersmith Odeon  σε ένα μεγαλειώδες live show που έδωσαν, όπου η εκπληκτική ερμηνεία, το πάθος του Andrew Latimer και το χαρισματικό παίξιμο του στη κιθάρα φτιάχνει μία μοναδική ατμόσφαιρα και σε αναγκάζει να παραδοθείς άνευ όρων σε ένα παραμυθένιο ταξίδι γεμάτο ουράνιες μελωδίες και συναρπαστικούς ρυθμούς.
Η εκτελεστική δεινότητα όλων των μελών δεν χρειάζεται να περιγραφεί, ούτε να επαναλάβουμε πως όλες οι συνθέσεις αποτελούν ένα χρήσιμο δείγμα καλλιτεχνικής αφύπνισης σε όσους νομίζουν ότι έχουν κάποια σπουδαία ροκ μπάντα.
Μέχρι και το εκρηκτικό σαξόφωνο του Mel Collins προκαλεί δυνατές αναθυμιάσεις jazz-rock ρυθμών ενώ καθοριστική είναι η παρουσία του ντράμερ Paul Burgess (10cc, Jethro Tull, Magna Cartα) και του Colin Bass στο μπάσο.
Στη σκηνή του Hammersmith Odeon όμως εκείνη τη βραδιά υπήρχε και ένα μεγάλο όπλο του γκρουπ...Το ή καλύτερα τα όπλα ήσαν οι πληκτράδες, Ton Scherpenzeel (Kayak) και Chris Rainbow (The Alan Parsons Project) -  με σημαντικές ερμηνευτικές στιγμές -  και ο μακαρίτης Pete Bardens (ως guest) όπου μαζί με τον Andrew Latimer δημιουργούσαν  αισθήματα πρωτόγνωρης rock ευδαιμονίας χάριν στη μελωδική δύναμη που διέθεταν και τις εμπνευσμενες ενορχηστρωτικές εναλλαγές τους.
Στο “Pressure Points: Live in Concert” η αρτιότητα συνδυάζεται θαυμάσια με το progressive συναίσθημα και η περιπλάνηση σε ήχους και μουσικούς δρόμους που δεν εμπεριέχουν επιτηδευμένες και προβλέψιμες συνθέσεις.
Η Kαμήλα” παρά τα μετέπειτα προβλήματα της δεν σταμάτησε να μας συγκινεί  και να μας σας θυμίζει πόσες άγνωστες μουσικές πολιτείες μας γνώρισε.
Εκείνη η βραδιά όμως είχε και τα ευτράπελα της αφού λόγω προβλημάτων φωτισμού, δεν εγκρίθηκε να συμπεριληφθεί ολόκληρη η συναυλία τόσο στο βινύλιο όσο και στην ανάλογη βιντεοκασέτα που κυκλοφόρησε τότε.
Το 2009, το  “Pressure Points: Live in Concert” βγήκε ξανά στην αγορά  και σε remastered έκδοση όπου περιλαμβάνει έξι επιπλέον κομμάτια που δεν υπήρχαν στην αρχική έκδοση με το αξεπέραστο "Lady Fantasy" να κοσμεί και να διορθώνει τις τότε παραλείψεις της Decca Records.

Φώτης Μελέτης

Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2016

W.A.S.P.: "The Last Command"


Το εξώφυλλο είχε τον Angus Young, μέσα σ΄ένα faux κάδρο από
συρματόπλεγμα, να σημαδεύει το φακό με την Gibson SG. Δίπλα του, με ξύλινα κεφαλαία: «Αφίσσα JUDAS PRIEST», «Αφιέρωμα στους AC/DC», «JIM MORRISON", "JIMI HENDRIX". Και στη «ΜΕΤΑΛΟ-Κριτική», με το εξώφυλλο σε σμίκρυνση, δίπλα στο "Live After Death", τους Faithful Breath και τους Vice Human, εκείνος ο δίσκος.

«Αυτός είναι ο νέος δίσκος των W.A.S.P. που όπως μας είπε πρόσφατα ο ιδρυτής και τραγουδιστής τους Blackie Lawless πρόκειται για μια ανανεωμένη δουλειά με κύριο χαρακτηριστικό το καλύτερο δέσιμο της μουσικής με έναν επιπλέον νέο ήχο επενδυμένο επάνω στους στίχους που αυτή τη φορά έχουν κάποιο σαρκαστικό χιούμορ... Πράγματι αληθεύουν τα όσα είπε, κι εξαρχής θα μπορούσε να διαπιστώσει κανείς αυτή την «αλλαγή» ακούγοντας το πρώτο κομμάτι του δίσκου το "Wildchild" το οποίο ξερνάει φωτιές αλλά ταυτόχρονα κρατάει ένα μεγαλόπρεπεπο τέμπο (ιδιαίτερα στην κιθάρα). Χιουμοριστικό το "Blind In Texas" το οποίο είχα την ευκαιρία να δω και σε βίντεο. Στο όλο τους παιχνίδι έχουν μπλέξει και τους ΖΖ ΤΟP ... Επιδεικτικό και σκανδαλώδες το "Ballcrusher" και γεμάτο εξυπνάδα το "Fistful Of Diamonds". Τα "Last Command" και "Sex Drive" κατέχουν μια καλή θέση στο δίσκο και γενικά θα μπορούσα να πώ ότι οι W.A.S.P. μπήκαν σε μια ευαίσθητη τροχιά πλέον, αφού η δημοτικότητά τους αυξάνεται συνεχώς ανά τον κόσμο. Για όσους αναζητούν τον πύρινο ήχο, οι W.A.S.P. έχουν έξω από την πόρτα τους το "Last Command.
Αυτά έγραφε ο Γιάννης Κουτουβός στο τεύχος Δεκεμβρίου του '85. Έτσι γράφονταν κάποτε οι «κριτικές», με ένστικτο, γι΄αυτό και ήταν πραγματικά επιδραστικές.

Στον ένα ημερολογιακό χρόνο ζωής που συμπλήρωνε τότε το "Heavy Metal (υπότιτλος "Hard Rock") στις προθήκες των ελληνικών περιπτέρων, οι W.A.S.P. παρουσιάζονταν απανωτά. Εξώφυλλα, «αφιερώματα», αφίσσες, ο Blackie να πίνει αίμα απ΄το κρανίο, ο Blackie με το πριονωτό σπασουάρ, η τετραμελής μπάντα αφιονισμένη, με γκριμάτσες τέτοιες που θα έκαναν τον παππά κάθε ενορίας να πλακωθεί σε τρισάγια, να ζητά ενισχύσεις διάκων από τη Μητρόπολη και παρουσιολόγιο στα κατηχητικά. Ήταν το συγκρότημα που, παρ΄όλο που ανήκε στο δεύτερο, λιγώτερο επιδραστικό, κύμα, του αμερικάνικου μέταλ (Motley Crue, Twisted Sister, Ratt, Quiet Riot) και υπολειπόταν σε δημοφιλία των Maiden, Scorpions, Priest, Motorhead, Ozzy, Saxon, AC/DC, συνόψιζε όλα τα κοινωνικώς εξοβελιστέα στίγματα του τρισκατάρατου «χέβυ μέταλ»:
Αλητήρια εμφάνιση, τεράστια μαλλιά, εξώκοσμα κοστούμια (κάτι μεταξύ road warriors του Mad Max και "Warriors" του Walter Hill), φωνητικά δαίμονα με μπηγμένο το σταυρό στην καρωτίδα, στίχους για βίαιο και σαδιστικό σεξ. Στις συναυλίες πετούσαν ωμό κρέας στο κοινό, είχαν μια όρθια σχάρα όπου έδεναν κάτι πρόστυχα ντυμένες γκόμενες και τις «βασάνιζαν», κρανία, πυρσούς, ψεύτικο αίμα κατά γαλόνια να χύνεται all around και σαν υπόκρουση έναν κιθαριστικό παροξυσμό μετ΄ουρλιαχτών, πολύ κοντά στο white noise.
Είχαν μπει σε όλες τις λίστες με τα «επικίνδυνα», «σατανικά», «βέβηλα», «διεφθαρμένα» ροκ γκρουπ. Το ακρωνύμιό τους δε σήμαινε, βέβαια, «σφήκα» («γι΄αυτό έχει ρε μ@λ@κα και τελείες ενδιάμεσα», πετάγανε υπεροπτικά οι πιο βγαλμένοι), αλλά σήμαινε, λέει, κάτι αδιανόητα "We Are Satan's Preachers", ή "We Are Sexual Perverts". Χωρίς πολλά - πολλά, οι W.A.S.P. ήταν η απαγορευμένη - και γι΄αυτό εμμονική- παραίσθηση δύναμης κάθε σπυριάρικου γυμνασιόπαιδου. Και μόνον το ότι είχαν κομμάτι με τον τίτλο "F@#k Like A Beast", που ήταν απαγορευμένο και δεν μπορούσαμε να το βρούμε και να το ακούσουμε, τους έδινε στα μάτια μας υπερφυσικές διαστάσεις.
Τον Δεκέμβριο του '85, ο δεύτερος εκείνος δίσκος τους αναμενόταν με δίψα. Ακριβέστερα, με προσμονή ναυαγού, παγιδευμένου σ΄ένα σύμπαν μεταξύ τελευταίου θρανίου, τριγωνομετρίας και παστέλ T-shirt, με όλους τους Frankie Goes To Hollywood, Wham και Smiths να αναζητούν κερκόπορτες προς το μυαλό.



Η κριτική του Κουτουβού, πάντα έβαζε τη σπίθα. Ήταν αυτό που χρειαζόμαστε, σε δίσκους και κασσέτες Capitol.
Με το που μπαίνει το "Wild Child", ένας άγριος άνεμος βγαίνει απ΄τα ηχεία, κάνοντας τις κιθάρες ν΄ακούγονται αχανείς και τη ρυθμική βάση σχεδόν tribal. Δεν υπάρχουν εδώ οι πριονοκορδέλλες του πρώτου άλμπουμ, αλλά ένας μαεστρικά αφημένος χώρος στον ήχο, μέσα στον οποίο η φωνή του Blackie αλυχτάει, τρυπώντας στρώματα από συνθεσάϊζερ και ανεβάζοντας με το ρεφραίν κάθε εφηβική φαντασίωση στα ύψη ("I' m a Wild Child - Come and love me - I Want you - My heart's in exile, I need you to touch me, 'cause I want what you do - I want you"). Υπόδειγμα ηχοληψίας και παραγωγής, από τον άνθρωπο που, με την εταιρία του, Pasha Records, συνταγογράφησε το πρώτιστο μέταλλο ("Metal Health" των Quiet Riot, '83) για την υγεία των εφήβων της εποχής, τον οραματιστή αλλά παρεξηγημένο Spencer Proffer.

Η συνέχεια έρχεται κάπως πεζή, καθώς τo "Ballcrusher" (με το βιτσιόζικο στίχο "Such a vicious wicked woman, black magic voodoo queen, lesbo-nymphomaniac, she had a girlfriend at seventeen"), το "Fistful Of Diamonds" και το "Jack Action" πατούν μεν στην κατάμουτρη φόρμα του πρώτου δίσκου, αλλά ακούγονται κάπως νερωμένα, με τύμπανα κούφια και κιθάρες που ξύνουν, χωρίς όμως τον αναμενόμενο όγκο. Τα εφέ πηγαίνουν κι έρχονται (πολυβόλο στο τελείωμα του "Action", απόσπασμα από δελτία ειδήσεων της Wall Street στην εισαγωγή του "Diamonds", ντέφια, κρόταλα και απόκοσμα φωνητικά στο "Wild Child") τα φωνητικά είναι επεξεργασμένα και ενισχυμένα, ενώ τα συνθεσάϊζερ φωτοσκιάζουν, όσο γίνεται, ένα υπερφαζαριστό hard rock.
Εκεί, στο τέλος της πρώτης πλευράς, έρχεται το καθηλωτικό "Widowmaker", με το sitar, τον απειλητικό αέρα να σφυρίζει στην εισαγωγή και την κινηματογραφική δύναμη των στίχων ("A thousand years I've roamed the plains - And waved the hand of doom - I've seen the tears that fall like rain from the waste and all  the ruin [...] The smell of sorrow fills the fields - And lingers in the sky - The littered ground will swallow down - The souls that fill my eyes"), να υπενθυμίσει τη δύναμη της μουσικής που έχουμε διαλέξει ν΄ακούμε.
Η δεύτερη πλευρά αρχίζει απροσδόκητα, με ένα διαολεμένο boogie ("Blind In Texas") στη φλέβα των -ζεστών ακόμη από την επιτυχία του "Eliminator"- ZZ Top, με το στίχο του να εδραιώνει το πιώμα σε εχθρικό έδαφος ως αναφαίρετο δικαίωμα των χέβυ μέταλ θεών όπως ο Blackie, που το hangover δεν τολμούσε να τους αγγίξει ("I drank Dallas whiskey and lost my mind - had high balls in Houston 3 for a dime - everything starts to spin - loaded on gin - I feel out the door what I say is - I' Blind In Texas"). Ο παραλληλισμός της άγριας δύσης και των εκτός ελέγχου ρόκερ είχε επιχειρηθεί ξανά (Ratt με το "Wanted Man", σχεδόν την ίδια περίοδο Saxon με το "Rock N' Roll Gypsy"), αλλά το βίντεο αυτό με το αρμαντίλλο και το αλκοόλ να ρέει, δείχνει και είναι "the real deal".



Το "Cries In The Night" είναι μια στοιχειωμένη μπαλάντα (πολύ πριν οικειοποιηθεί τον όρο "power ballad" και η κάθε αρτιμελής Μαράϊα), με προσεγμένη δουλειά στα δεύτερα φωνητικά και λόγια που αποκαλύπτουν ότι πίσω απ΄το άτρωτο προσωπείο του Blackie υπάρχουν ρωγμές ανθρωπιάς ("they pull at my hair, and call out my name, they think I' cool and got worries with fame- but I'm living to lose and dying to win - with these people around me, my patience wears thin"). Κι έρχεται το δίδυμο "The Last Command" και "Running Wild In The Streets", με τα συναυλιακά ρεφραίν, τα κιθαριστικά εφέ και τις τονισμένες μελωδικές γραμμές, να διχάσουν. Οι κιθάρες πιο πίσω, ο παλμός από συνθετικό ήχο να λειτουργεί ξεσηκωτικά, τα σόλο και οι φράσεις των Chris Holmes και Randy Piper υπολογισμένα. Δύο από τα καλύτερα φροντισμένα metal κομμάτια της εποχής, να αποποιούνται της αιχμής τους στο βωμό της μουσικότητας. Ο συρμός του "Sex Drive" είναι μια μέτρια υποσημείωση, σ΄ένα έντονο, εύγευστο αλλά κάπως άνισο άλμπουμ.

Άνισο γιατί το φιλόδοξο μουσικό άνοιγμα που επιχείρησαν ο Proffer και ο Blackie είχε διπλό αποδέκτη : το mainstream αλλά ταυτόχρονα το πιο «ενήλικο» hard rock ακροατήριο. Ο Blackie, στα 29 του τότε, σκόπιμα πιο προσγειωμένος στις συνεντεύξεις της εποχής, δήλωνε περήφανος ότι παίζει αυτή τη φορά «14 διαφορετικά όργανα» και ότι είχε σκοπό με τα συνθ να βάλει «φαντασία» στον heavy rock ήχο, για να μπορεί ο ακροατής «ν΄ακούει λεπτομέρειες στο δίσκο ακόμη και μετά από πέντε χρόνια». Είναι αλήθεια ότι επιδιώκοντας να αποστεί από το προφίλ του άμουσου και χυδαίου ρόκερ, είχε φτιάξει όχι το δεύτερο, αλλά κατευθείαν το πέμπτο του άλμπουμ. Είναι επίσης αλήθεια ότι ήταν και παραμένει ένας δίσκος για ακρόαση σε καλά ακουστικά, με τις λεπτομέρειες να υπάρχουν όντως και σε σημεία να απογειώνουν το άκουσμα σε σχέση με το μέσο χέβυ μέταλ άλμπουμ της εποχής.
Όμως η παγίδα για τους W.A.S.P. του '85 είχε στηθεί. Το μέχρι τότε «αποκρουστικό» γκρουπ βαφτίστηκε σε μια νύχτα «εμπορικό» από τους επαγγελματίες θάφτες του διεθνούς τύπου και αυτό άρχισε να περνάει στο κοινό. Έχοντας μέχρι τότε συγκεντρώσει τα πυρά της P.M.R.C., της οργάνωσης των συζύγων των Αμερικάνων πολιτικών που ήθελαν να «καθαρίσουν» το ροκ από τις νοσηρές επιρροές, ο Blackie, όταν ξεκίνησε η περιοδεία για το "Last Command",  είχε αποφασίσει το stage show να είναι, για τα δικά του μέτρα, πολύ πιο συμβατικό : πάνε οι ημίγυμνες, το κρέας και το αίμα, απλώς τέσσερα παλούκια με ομοιώματα των κεφαλών των μελών του γκρουπ και μια πολυεπίπεδη σκηνή με εκτυφλωτικά φώτα. Οι υπερβολές της άγρας δημοσιότητας είχαν κάνει τη ζημιά για καλά. Κατά τη διάρκεια της περιοδείας '85-'86, οι W.A.S.P. δέχονταν βροχή απειλές για βομβιστικές επιθέσεις, αίθουσες εκκενώνονταν, συναυλίες αναβάλλονταν ή ματαιώνονταν και απ΄ έξω απ΄όσες γίνονταν διαδήλωναν εκατοντάδες αγριοχρίστιανων με πλακάτ και το μάτι να γυαλίζει, αφορίζοντας τους τέσσερις σατανάδες και την επικίνδυνη κραιπάλη τους.
Τον ίδιο τον
Blackie τον είχαν πυροβολήσει δύο φορές άγνωστοι, ενώ του είχαν κόψει μια φορά τα φρένα από τη Μάστανγκ του και σώθηκε από τύχη. Ρηξικέλευθη επιλογή να προκαλείς την πουριτανική Αμερική της εποχής Ρήγκαν με κομμάτια από ωμό κρέας, βαρύ θόρυβο και στίχους για «κτηνώδεις» συνουσίες.
Εξ αιτίας όλων αυτών, όπως ήταν αναμενόμενο, όσοι είχαν «επενδύσει», έφθασαν να χάνουν άφθονα δολλάρια μέσα σε λίγους μήνες. Το χρέος στην Capitol και την Pasha εκτινάχθηκε και το χρήμα δεν επέστρεψε στα ταμεία, παρά το ένα εκατομμύριο των πωλήσεων και τα δύο -κλασσικά πλέον- βίντεο ("Blind In Texas" και "Wild Child") που έκαναν μάταια ό,τι γινόταν για να αλωθεί το MTV.
Οργισμένος και με τις προσδοκίες διαψευσμένες, ο αρχηγός επιχείρησε επαναφορά αναλαμβάνοντας ο ίδιος την παραγωγή («κανείς δεν θα μου ξαναπεί πώς πρέπει να ακούγομαι» - μια άδικη βολή κατά του Spencer Proffer) και επαναφέροντας τα τρυκ με το αίμα και το σπέρμα για την προώθηση του επόμενου άλμπουμ. Όμως το "Inside The Electric Circus" (Οκτώβριος '86) ήταν ανέμπνευστο και, το χειρότερο, προβλέψιμο και ελάχιστα σοκαριστικό ή απειλητικό. Σπάνια το ίδιο κόλπο μπορεί να λειτουργήσει το ίδιο αποδοτικά για δεύτερη φορά στη show business, ιδίως εφόσον το προηγούμενο άλμπουμ αποκάλυπτε ότι υπήρχε ένα μουσικό απωθημένο που παρέμενε ανεκπλήρωτο.

Με το "The Last Command", καθώς φαίνεται, χάθηκε προσωρινά μια σημαντική ευκαιρία για όλο τον σκληρό ήχο και θύμα ήταν οι W.A.S.P.. Ή θα γινόταν ξεδιάντροπα εμπορικός (κάτι που έγινε ένα χρόνο μετά), ή θα βρισκόταν στο περιθώριο. Το labeling της εποχής ήταν αδυσώπητο. Ο ίδιος ο Blackie Lawless θα αγωνιζόταν σε ολόκληρη την καρριέρα του να πείσει ότι ήταν σοβαρός συνθέτης, κάτι που το κατάφερε εν μέρει με το ρεβιζιονιστικό, καθαρό μέχρις υποκρισίας από καταχρήσεις, "The Headless Children" του '89 και ιδίως με το αλά "Tommy" βαρυθεματικό κόνσεπτ άλμπουμ "The Crimson Idol" του '92, όταν όμως το μουσικό τοπίο είχε μεταλλαγεί εντελώς.
Αργότερα, μεταξύ '99 και 2004 αναλώθηκε σε επίμονες επανεπισκέψεις στο «αιματηρό», με την ένταση στα κόκκινα, ηχητικό παρελθόν του πρώτου άλμπουμ, για να δηλώσει τελικά το 2007 ότι «δεν ξαναπαίζει το ".
Beast"», καθώς ανακάλυψε ξανά τη χριστιανική του πίστη και ανατροφή, που τον οδήγησε στο να αποκηρύξει το κομμάτι και όσα αντιπροσώπευε. Δεν έχει μέχρι σήμερα σταματήσει να περιοδεύει με νέα μέλη στη μπάντα (και πολλή προηχογραφημένη βοήθεια, λένε οι αυτόπτες) και να κυκλοφορεί σκοτεινά, δυστοπικά άλμπουμ με κάτι σαν πολιτικά «μηνύματα» στη στιχουργική τους βάση. Ο απολωλώς πρίγκηπας της Βαβυλώνας, με τα χρόνια, μας προέκυψε νουνεχής προφήτης.
30 χρόνια μετά την κυκλοφορία του, το "The Last Command" είναι από τα πιο επιτυχημένα άλμπουμ του καταλόγου των W.A.S.P. από πλευράς πωλήσεων. Οπωσδήποτε θα έχετε συναντήσει κάτι πρώην γυμνασιόπαιδα του τότε, που, ανεξάρτητα από την τεθλασμένη πορεία της ζωής τους, ακόμη νιώθουν να τους συνεπαίρνει αυτός ο ατίθασος αέρας στο άκουσμα της εισαγωγής του "Wild Child".
Ζουν ανάμεσά μας.


Παναγιώτης Παπαϊωάννου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...