Σάββατο 9 Ιουλίου 2016

Shiraz Lane: "For Crying Out Loud"

Οι Shiraz Lane είναι ένα hard rock / poser σχήμα που
φτιάχτηκε το 2011 στην Vantaa, της απώτατης Φιλανδίας. Παρ' ότι οι ηλικίες τους μαρτυρούν ότι μετά βίας θα θυμούνται τον Γιάρι Λιτμάνεν στα καλά του, το μουσικό τους αισθητήριο είναι περιέργως κολλημένο μεταξύ 1989 και 1991.

Skid Row, Firehouse, Dangerous Toys, Warrant, Motley Crue, σκισμένα τζην, μπότες και ύφος «αφήστε με, δεν έχω κάνει ντους, συν το ότι κάπως βαρύ το τέταρτο μπουκάλι Τζακ που ήπια χτες το βράδυ».
Το "For Crying Out Loud" είναι το ντεμπούτο τους, μετά το περσινό EP "Be The Slave Or Be The Change".
Κόντρα στο αναμενόμενο sleaze αναμάσημα διάφορων νεόκοπων στυλ από τη σουηδική βιομηχανία A.O.R., αυτοί εδώ έχουν χαρακτήρα.
Τα "Momma's Boy", "House Of Cards", "For Crying Out Loud" και "Mental Slavery" στέκουν δίπλα στα άλμπουμ τρακς όλων των παραπάνω ονομάτων.
Ακούγονται ιδιαίτερα ορεξάτοι και με αυθεντική κλίση προς τα μελωδικά ρεφραίν. Η παραγωγή ανήκει στον 
lead κιθαρίστα Jani Laine (όχι δεν είναι αστείο, είναι το ψευδώνυμό του - για να καταλάβουμε τί κόλλημα τραβάει) που μαζί με τον Miki Kalske φτιάχνουν έναν λεπτό και «τραγανό» κιθαριστικό ήχο, μακριά από το χαμηλοκουρδισμένο σκοτάδι των τελευταίων 25 χρόνων.
Οι
Ana Willman στα ντραμς και ο Joel Alex στο μπάσο συμπληρώνουν έναν ήχο στον οποίο κυριαρχεί ο τραγουδιστής Hannes Kett, ένα μυστήριο baby faced ον, που σε δύο απ΄τα καινούρια τους βίντεο κλιπ βρίσκει τον εαυτό του μακιγιαρισμένος λες και η Linda Blair να διάλεξε να ντυθεί Lizzy Borden, ενώ στα "Wake Up" και "Same Old Blues" (το τελευταίο μια power ballad «εποχής»), είναι στα καλύτερά του.
Και από φήμη δεν τα πάνε και άσχημα. Σχήματα από όλο το φάσμα του σκληρού ήχου όμως οι The 69 Eyes, οι Amorphis, οι Children Of Bodom, οι Lordi και οι Sonic Syndicate ορκίζονται ότι οι Shiraz πάνω στη σκηνή είναι διασκεδαστές και αξιόπιστοι ταυτόχρονα.
Αν και η μουσική παρουσία νοείται ως διαγωνισμός μόνο στα «σανίδια» των απεχθών "a-talent show" , μην ξεχνάμε ότι σπάνια, πολύ σπάνια, υπάρχουν και εξαιρέσεις (με κορυφαία και πιο πρόχειρη τους Barbwire Dolls, που εδώ χλευάστηκαν και στο L.A. έχουν κάνει τον ροκ κόσμο να μιλάει γι΄αυτούς).
Οι Shiraz, παιδιά της εποχής τους, μπήκαν στη διαδικασία των διαγωνισμών, κερδίζοντας το βραβείο "Hard Rock Rising 2014" για καλύτερη πρωτοεμφανιζόμενη μπάντα και εκείνο του "Wacken Metal Battle 2015" (όπου για να αρέσεις πρέπει να παίξεις μπροστά στο κοινό του απαιτητικού ομώνυμου φεστιβάλ)  Από τον περασμένο Σεπτέμβριο υπέγραψαν στη Frontiers και βλέπουν με άλλο μάτι τον κόσμο.
Για να είσαι από τη αφιλόξενη γη των Hanoi και να θέλεις να παίξεις σαν καλοφορνέζος hair rocker προ εικοσιπενταετίας, θα πρέπει να το λέει η καρδιά σου για να μην γελοιοποιηθείς. Αυτοί δεν έχουν τέτοιο κίνδυνο. Θα τους παρακολουθούμε.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Κυριακή 3 Ιουλίου 2016

Roxette: "Good Karma"


Πιστεύω, ότι δεν υπάρχει μουσικόφιλος που να θεωρεί ότι η μεγαλειώδης
επιτυχία της μπάντας στα τέλη των 90ς πως θα επαναληφθεί με τούτη την κυκλοφορία!Οι ονειρικές επιτυχίες όπως τα "The Look", "Joyride", η μεγαλειώδης μπαλάντα "It Must Have Been Love" καταγράφηκαν με λαμπρά γράμματα στο πάνθεο των επιτυχιών τους.


Πιστεύω λοιπόν, ότι το δίδυμο των Σουηδών καλλιτεχνών δεν είχε φτάσει στο απόγειο της δημιουργικότητας/επιτυχίας του, όταν αναπάντεχα στα  2002 το απίστευτο συνέβη: η  υγεία της Marie βρέθηκε στα "κατώτατα μέρη του Άδη" και η αποκατάσταση της αργή και χρονοβόρα αγγίζει τα όρια της θαυματοποιίας!!!
Ώσπου στα 2011 και μετά την επιτυχημένη περιοδεία στην Ευρώπη ο Per Gessle και η  Marie Frederiksson επέστρεψαν στο στούντιο, ηχογράφησαν και εντυπωσίασαν τους πολλούς οπαδούς τους ανά τον κόσμο.
Τα "Charm School" (2011) και το ακόλουθο δημιούργημα του 2012 με τίτλο "Travelling" μας γέμισαν υποσχέσεις και προσδοκίες.
Έτσι λοιπόν ωριμότεροι οι  Roxette επιστρέφουν με τη δέκατη κυκλοφορία τους, που τιτλοφορείται με τον αισιόδοξο τίτλο "Good Karma" και είναι στην πραγματικότητα ένα δυναμικότατο  pop rock άλμπουμ στην πραγματικότητα. Φρέσκο σε μουσικές ιδέες, γεμάτο πνοή ανανέωσης μουσικής χωρίς να λείπουν τα στοιχεία του παρελθόντος που έκαναν την μπάντα λατρεμένη.
 Αγαπημένες συνθέσεις: το   "It Just Happens", είναι το είδος της δυναμικής μπαλάντας  που "σκαρφαλώνει" σταδιακά και περίτεχνα στον μουσικό "τοίχο" της σύνθεσης σαν "κισσός". Tο είδος της σύνθεσης που έκαμαν την μπάντα μεγάλη και αλησμόνητη. Λάμπει και εκρήγνυται το τραγούδι από την πρώτη στιγμή, όμορφοι στίχοι, πανέμορφο video.
 Το ομότιτλο "Good Karma" αναβιώνει τις ένδοξες μέρες των  1991’ς και παρουσιάζεται ως το δίδυμο αδελφάκι του εκπληκτικού "Fading like a Flower (Every Time You Leave) ".
Πανέμορφο πιανιστικό δραματικό  ριφ που παροτρύνει την κιθάρα στην πρώτη στροφή να "επέμβει" και να θυμίσει στους αφοσιωμένους της μπάντας για μερικά μέτρα το λαμπρό και ξεσηκωτικό "Joyride", που πούλησε 11.000.000 κόπιες σε όλο τον κόσμο!!!! Ατμοσφαιρικό  power pop κομμάτι που θυμίζει επίσης τους θρυλικούς γίγαντες των '80ς Hall & Oates .
Πρώιμα  '80ς με επιρροές  electro-stomper συναντάμε και στο  "This One" All με διαστημικά-υπερηχητικά συνθεσάιζερ!
Ηχητικά ακροβατεί στα eighties και στoν ήχο του 2000 με ένα τελείως  glam-rock beat, που θα ενθουσιάσει πολλούς φίλους του μελωδικοαοροήχου. Σίγουρα φτιαγμένο για hit single και προσωπικά αγαπημένο.
 Περισσότερο στο  rock είναι η σύνθεση  "20 bpm" – με τον  Gessle να τραγουδά. Όλα τα καλούδια και εφέ του στούντιο είναι παρόντα: echo, reverb, whispered backing, crashing machinery, κάνουν το τραγούδι ιδιαίτερα μοναδικό και συναρπαστικό.
 Η αλήθεια είναι, ότι οι περιοδείες για τους Roxette εξαιτίας του προβλήματος υγείας της Marie,  τελείωσαν. Προσευχόμαστε πλέον και ελπίζουμε στην ηχογράφηση και άλλων μουσικών κομψοτεχνημάτων.
Άλλωστε σε δηλώσεις του, ο Gessle στρέφει την προσοχή του διδύμου στην αναβίωση των υπέρλαμπρων  "Look Sharp!" και  "Joyride". Το ευχόμαστε και ελπίζουμε ότι το "καλό κάρμα" τους θα οδηγήσει σε ξέφωτο επιτυχίας, όπως τους λατρεύουμε εδώ και 30 χρόνια!



Τέλος θα ήθελα να με συγχωρέσει ο αγαπητός αρχισυντάκτης του rocktime.gr,  και να μου επιτρέψει έναν προσωπικό μακροσκελέστατο επίλογο με ιδαίτερη αναφορά στη συναυλία που έγινε πριν λίγα χρόνια της Σουηδικής μπάντας στην χώρα μας.
Όταν πριν μερικές εβδομάδες βρέθηκα στα γραφεία της ιστοσελίδας για την καθιερωμένη εβδομαδιαία συνάντηση έπαιζε ήδη ένας δίσκος. Γνώριμος ο ήχος, γνώριμο το ύφος, από τις αγαπημένες στα αυτιά μου φωνές στο τραγούδι και η ερώτηση μου ήρθε αυθόρμητα: ακούμε Roxette;; Καταφατική απάντηση και άμεση η επερώτηση του: θα κάνεις την παρουσίαση λοιπόν;; Είχα να αισθανθώ τέτοια συγκινησιακή μουσικά φόρτιση από το βράδυ εκείνο, όταν η πολυαγαπημένη μου μπάντα των Σουηδών Roxette εμφανίστηκε στην Ελλάδα την Παρασκευή 27 Μαΐου 2011 στο TerraVibe Park.
Διαβάζω σε δημοσιεύματα της εποχής εκείνης: "Εάν με ρωτούσατε πριν δυο χρόνια, αν θα γινόταν ποτέ ξανά μία νέα περιοδεία των Roxette, θα είχα πάρα πολύ γρήγορα απαντήσει "Όχι» ", λέει ο τραγουδιστής, κιθαρίστας και συνθέτης Per Gessle. "Γνωρίζοντας τι πέρασε η Marie (Fredriksson, βασική τραγουδίστρια του συγκροτήματος) καθώς ανάρρωνε από τη σοβαρή ασθένεια που είχε-εγκεφαλικό σοβαρότατης μορφής με αιμάτωμα-, αυτό δεν είναι μόνο απίστευτο, μου φαίνεται σχεδόν μαγικό. Θα είναι υπέροχο να ξανασυναντήσουμε το κοινό μας στον Πλανήτη Γη. "
Αν και ο καιρός της Παρασκευής εκείνης μέχρι τις απογευματινές ώρες με είχε ανησυχήσει αρκετά ως προς το αν τελικά θα βλέπαμε ζωντανά τους Roxette ή όχι, τελικά "υπάρχει Θεός"(το πιστεύω σίγουρα για αιώνιους άλλους λόγους). Η βροχή σταμάτησε, η συναυλία πραγματοποιήθηκε και το βράδυ της Παρασκευής έκλεισε με το καλύτερο τρόπο. Στις 9:45μμ όλα ήταν έτοιμα, τα φώτα χαμηλώσαν, η αγωνία μας πήρε τέλος και στην σκηνή εμφανίστηκαν οι πολυαγαπημένοι μας Roxette, οι οποίοι βρίσκονταν για πρώτη φορά στην πανέμορφη χώρα μας. Μια πολύ όμορφη και ιδιαίτερη βραδιά είχε μόλις ξεκινήσει. Όπως θα δείτε και στο set list η έναρξη έγινε με το πολύ δυνατό Dressed for Success. Όλοι ήμασταν κατενθουσιασμένοι από τα πρώτα κιόλας λεπτά και τα συναισθήματα μας δυνατά και πολλά. Δε ξέρω πώς να σας το περιγράψω. Προσωπικά νόμιζα ότι οι αφίσες που είχα τη δεκαετία των '90ς από τους Roxette έπαιρναν "σάρκα και οστά" μπροστά μου…
Η Marie, o Per και τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας είχαν έρθει με πολύ ενέργεια στις αποσκευές τους και ήταν φανερό ότι ήθελαν πάρα πολύ να πραγματοποιήσουν αυτή τη περιοδεία. Είχαν πολύ καλή σκηνική παρουσία, δεμένοι ως μπάντα και γνώριζαν πολύ καλά πώς να μεταδίδουν το κέφι τους στο κοινό.
Τα ίδια βέβαια ισχύσαν και για την Marie, ίσως σε λίγο πιο ήπιους ρυθμούς, κάτι που είναι απόλυτα κατανοητό γνωρίζοντας τα σοβαρά προβλήματα υγείας που έχει αντιμετωπίσει και το οποία κατάφερε να ξεπεράσει. Πρέπει να έχει κανείς πολύ μεγάλα ψυχικά αποθέματα για να καταφέρνει να παρουσιάζει ένα τόσο αξιοπρεπές και ολοκληρωμένο live. Της αξίζουν πολλά συγχαρητήρια! Επίσης η επαφή των Roxette με τον κόσμο ήταν εξαιρετική. Μου έδιναν την αίσθηση ότι είχαν γίνει ένα με το κοινό τους.
Μας ευχαριστούσαν συνέχεια για την παρουσία μας και έδειχναν πραγματικά ικανοποιημένοι από την απόφασή τους να εμφανιστούν στη χώρα μας. Επανέρχομαι στο μουσικό κομμάτι της συναυλίας το οποίο στο σύνολό του ήταν εξαιρετικό. Το Set List ήταν σχεδόν ίδιο με αυτό που είχε παρουσιαστεί και σε άλλες χώρες. Περιείχε όλες τις γνωστές επιτυχίες των Roxette και μόλις δύο κομμάτια από το τότε πρόσφατο άλμπουμ τους. Καλύτερη στιγμή της βραδιάς; Πραγματικά δύσκολη ερώτηση. Όλα τα τραγούδια ήταν ένα και ένα και ο τρόπος που αποδόθηκαν εξαιρετικός.
Μου άρεσε το μελωδικό I Wish I Could Fly , τα φρέσκα και δυνατά Only When I Dream και She’s Got Nothing On (But The Radio), το οποίο μάλιστα είχε σημειώσει μεγάλη επιτυχία στα ραδιόφωνα του εξωτερικού. Επίσης όμορφη στιγμή ήταν όταν η Marie είχε μείνει σχεδόν μόνη στη σκηνή και τραγούδησε την εκπληκτική μπαλάντα Perfect Day. Εδώ μάλιστα μας απέδειξε ότι η φωνή της είναι σε πολύ καλή κατάσταση και μας συγκίνησε όλους!
Όταν ήρθε η ώρα για το It Μust Ηave Βeen Love γίναμε όλοι ένα και το ρεφραίν ήταν αποκλειστικά δικό μας, χωρίς μουσική έτσι απλά. Επίσης ξεχώρισα το πολύ αγαπημένο Fading Like a Flower. Στις καλύτερες στιγμές μου συγκαταλέγονται φυσικά και τα δύο Encore, με αποκορύφωμα τo The Look και το Listen to Your Heart. Να μην ξεχάσω να σας αναφέρω ότι ακούσαμε και το κλασσικό "συρτάκι" σε μια μοναδική εκτέλεση από τον κιθαρίστα του συγκροτήματος. Όσον αφορά την στάση του κοινού, πιστεύω δε θα μπορούσε να ήταν πιο θερμή. Ενθουσιασμένοι σε όλη τη διάρκεια του live, να τραγουδούν σχεδόν όλα τα κομμάτια, να χειροκροτούν, να φωνάζουν ρυθμικά "Roxette, Roxette". Ήταν ένα κοινό που γνώριζε πολύ καλά για ποιο λόγο βρισκόταν στο Terravibe(σε εποχές που οι διοργανωτές συναυλιών τιμούσαν πραγματικά το rock και τα είδη του).
Επίσης, να αναφέρω ότι ανάμεσα μας βρίσκονταν και μια παρέα Σουηδών fans που ακολουθούσαν τους Roxette σε όλη τους την περιοδεία! Ήταν μια πολύ όμορφη βραδιά που διήρκησε σχεδόν 2 ώρες γεμάτη ήχους από τα αγαπημένα 90’s και που όλοι όσοι βρεθήκαμε εκεί θα τη θυμόμαστε για ΠΑΝΤΑ!
Πλέον η εμφάνιση των Roxette στην Αθήνα πέρασε στην ιστορία και χαίρομαι πολύ που την παρακολούθησα από κοντά.

Νότης Γκιλλανίδης

Τρίτη 28 Ιουνίου 2016

Treat : "Ghost Of Graceland"

Το θρυλικό μελωδικό hard rock συγκρότημα των Treat κυκλοφορεί
το ολοκαίνουριο πόνημα του με τον τίτλο "Ghost Of Graceland". Μετά την επιτυχημένη επιστροφή τους στα μουσικά δρώμενα, το 2010, με το ήδη κλασικό "Coup De Grace", οι Treat κυκλοφορούν άλλο ένα αριστούργημα.

Το "Ghost Of Graceland" περιλαμβάνει όλα τα πράγματα (μελωδίες, ρεφραίν, εξαιρετικά φωνητικά κ.τ.λ.) που αγαπάμε να ακούμε από αυτή την μπάντα με μια πιο ‘φρέσκια’ προσέγγιση.  ​​ Το τελευταίο τους album, "Coup De Grace", έλαβε πολύ καλές κριτικές τόσο από τον μουσικό τύπο όσο και από τους απανταχού οπαδούς της μελωδικής hard rock σκηνής και ήδη θεωρείτε κλασσικός δίσκος!!
Ο νέος δίσκος βαδίζει στα χνάρια του προκατόχου του, ίσως είναι λίγο πιο heavy σε κάποια σημεία, και όπως είπα και παραπάνω διαθέτει εξαιρετικά φωνητικά, δυνατές μελωδίες, πιασάρικα ρεφραίν και πάρα πολύ καλή κιθαριστική δουλειά!! Στα παραπάνω προσθέστε και μια πολύ καλή παραγωγή που δένει άψογα όλα τα υλικά! Οι συνθέσεις της μπάντας ακούγονται πιο ώριμες από ποτέ και αυτό μπορεί κάποιος να το διαπιστώσει με το πρώτο άκουσμα.
Το νέο άλμπουμ ξεκινάει με το εκπληκτικό και κλασσικό Treat άσμα  "Ghost Of Graceland". Μελωδικό Hard Rock που συναρπάζει με το βαρύ intro-riff του, τα χαρακτηριστικά φωνητικά του Robert Ernlund, και τις μεγάλες του ενορχηστρώσεις. Επικό κομμάτι!!  Στο "I Don't Miss The Misery" έχουμε να κάνουμε με ένα πιο ‘εμπορικό’ τραγούδι που ακούγεται λες και ‘βγήκε’ από το  "Coup De Grace".
Στο "Do Your Own Stunts" (Ο Anders Wikström γράφει για έναν  πατέρα που προσπαθεί να διδάξει τα παιδιά του πώς να ζήσουν τη ζωή τους στο έπακρο) τα highlights δεν σταματούν. Ώριμο, ποιοτικό καλοπαιγμένο hard rock το  "Do Your Own Stunts" είναι  ίσως ένα από τα καλύτερα κομμάτια που έχουν ηχογραφήσει ποτέ. Το γκαζιάρικο "Inferno" ανεβάζει την ένταση ενώ το  "Nonstop Madness" θα σας κολλήσει με το εκπληκτικό του ρεφραίν!
Πιο 80’s ρυθμοί με το "Too Late To Die Young"  ενώ με το "Together Alone"  οι Treat μας προσφέρουν απλόχερα μια πού δυνατή μπαλάντα. Να σημειώσω επίσης πως στο συγκεκριμένο κομμάτι τα φωνητικά αναλαμβάνει  ο  Anders Wikström .
To "Ghost of Graceland" είναι απλά συγκλονιστικό! Ίσως το καλύτερο melodic hard rock άλμπουμ για φέτος.
Πίστευα πως ήταν δύσκολο να ξεπεράσεις έναν δίσκο όπως ήταν το  "Coup De Grace".
Έκανα λάθος, το  "Ghost Of Graceland" είναι καλύτερο!

Βασίλης Χασιρτζόγλου

Πέμπτη 23 Ιουνίου 2016

Manti: "Dark Obsession"


"Φύσηξε ο Βαρδάρης και καθάρισε…" τραγουδούσε ο αείμνηστος Παπάζογλου. Δε
γνωρίζω εάν είχαν γνωριστεί με τον Άνθιμο, είμαι όμως σίγουρος, ότι θα εκτιμούσε βαθύτατα και εκείνος τη μουσική τούτη εδώ κατάθεση του Σαλονικιού καλλιτέχνη!

Σχετικά πρόσφατα κυκλοφόρησε το νέο άλμπουμ του Anthimos Manti με την ονομασία "ΜΑΝΤΙ - Dark Obsession".
Ουσιαστικά  πρόκειται για το πρώτο άλμπουμ του Άνθιμου το οποίο αποτελείται από φωνητικά στο οποίο συμμετέχουν διάφοροι μουσικοί σε όλα τα όργανα και βεβαίως - βεβαίως στα φωνητικά και o καθένας καταθέτει το ταλέντο και τις πολύτροπες μουσικές ικανότητες του.
Η αλήθεια είναι ότι πρώτα είδα το video για το κομμάτι "Βack To Zero" όπου υπήρχε συνεργασία με τον Γιώργο Γάκη!
Ακούγοντας το όμως επισταμένα διαπίστωσα ότι: στα πλαίσια του αμερικανικού hard rock ήχου που επενδύουν τις μουσικές συνθέσεις τους, οι πολυτάλαντοι μουσικοί της μπάντας  προτείνουν ένα εξαιρετικά πολυποίκιλο και πολυμορφικό μουσικό δημιούργημα τιμώντας και με το παραπάνω το αγαπημένο μας μουσικό ύφος/γένος.
Άψογες συνθέσεις (αν κι ο ομώνυμος τίτλος όπως και το εξώφυλλο παραπέμπει σε άλλου είδους μουσική προσέγγιση), εντυπωσιακές ερμηνείες, περίτεχνα solos, άρτια παραγωγή με, από ό,τι διαβλέπω, εξαιρετικές συναυλιακές προϋποθέσεις και υποσχέσεις για όλα τα τραγούδια.
Θέλω να σημειώσω το εξής’ επειδή πρόκειται για δίσκο που όταν ακουστεί προσεκτικά, θα αγαπήσετε όλα τα τραγούδια και θα διαπιστώσετε και σεις, ότι δεν μπορεί να ξεχωρίσει κάποιο, διότι θα αδικήσει κάποιο άλλο: είναι τραγούδια  που περιέχουν εκρηκτικά ρεφραίν, θαυμάσιες μελωδίες και έναν "αλήτικο" ήχο. Άσματα που συνεχίζουν με αρκετό νεύρο σε σχέση με τα προηγούμενα (οργανικά) τους άλμπουμ, με δυνατές κιθάρες, τεράστιες αρμονίες και ρεφραίν που σε κολλούν στον τοίχο.
Ο κλασικός μελωδικός rock ήχος της δεκαετίας του '80 κάνει την εμφάνισή του ισχυρότερος από ποτέ! Δυναμικές μπαλάντες, ατόφια κομμάτια που φλερτάρουν με το hair metal, με ευφάνταστα σόλο κιθάρας, δεύτερα φωνητικά καλοδεμένα, ακουστικές εισαγωγές, στακάτα ριφ, όλα συνυπάρχουν αρμονικά. Και για να μη χαλάσω την παράδοση: προσωπικά αγαπημένες συνθέσεις τα "Long way to go" και Back to Zero!
Ακούγοντας και παρουσιάζοντας την τελευταία ειδικότερα δεκαετία ανάλογα πονήματα από ελληνικές μπάντες έχω να σημειώσω, ότι αφενός δεν υστερούν πλέον σε τίποτα από ανάλογα δημιουργήματα της αλλοδαπής και αφετέρου η οικονομική δυσπραγία αποτελεί κινητήριο μοχλό για δημιουργικές "καλλιτεχνικές συνευρέσεις".
Όπου λοιπόν η "μουσική πυξίδα" υποδεικνύει βόρεια κατεύθυνση, τότε σίγουρα η μουσική θα είναι τουλάχιστον εξαιρετική  από κάθε άποψη. Αυτό συμβαίνει και με τους συμπρωτευουσιάνους  MANTI!
Άνθιμε είσαι εξαιρετικός βιρτουόζος κιθαρίστας!!!Κάνε μας τη "χάρη" όμως να κυκλοφορείς δίσκους με φωνητικά!!Είναι πραγματικά ευάκουστα και αξιολογότατα.
Μέχρι την στιγμή που θα τους δείτε/ακούσετε ζωντανά ακούστε το απνευστί.

Νότης Γκιλλανίδης

Παρασκευή 17 Ιουνίου 2016

Vega: "Who We Are"


Οι Βρετανοί VEGA είναι μια μπάντα που αγαπάει την μουσική των 80’s και αυτό
είναι ένα πράγμα που αντανακλάται στη μουσική τους σε κάθε άλμπουμ. Έχοντας ήδη κυκλοφορήσει τρία εξαιρετικά και υψηλής ποιότητας δισκάκια, επιστρέφουν με το ολοκαίνουριο πόνημα τους που τιτλοφορείται "Who We Are".

Το "Who We Are" σύμφωνα με τα λεγόμενα του frontman των Vega, Nick Workman, είναι : "H αγάπη μας για την μουσική των 80’s με μια δυνατή δόση σύγχρονης μελωδικής ρόκ μουσικής.  Ο ήχος που έχουμε επιτύχει είναι 100% VEGA!!
Όπως και στα προηγούμενα άλμπουμ τους, το  ίδιο και εδώ, οι VEGA προσφέρουν απλόχερα ένα πολύ καλό και δυνατό δείγμα melodic rock/AOR  γεμάτο με όμορφες μελωδίες, πιασάρικα τραγούδια και υπέροχες ερμηνείες. Η ομάδα των VEGA αποτελείται από τους Nick Workman (φωνητικά), Tom Martin (κιθάρες), Daniel Chantrey (τύμπανα), James Martin (πλήκτρα) και τον Marcus Thurston (κιθάρες).
Το "Who We Are" ξεκινάει με το εκπληκτικό “Explode”!! Στην κυριολεξία είναι ένα τραγούδι που περιέχει ένα εκρηκτικό ρεφραίν, θαυμάσιες μελωδίες και έναν πιο ‘αλήτικο’ ήχο. Ίσως ένα από τα καλύτερα άσματα που έχουν ηχογραφήσει. Στο "We Got It All" οι Vega συνεχίζουν στο ίδιο μοτίβο, δηλαδή με αρκετό νεύρο σε σχέση με τα προηγούμενα τους άλμπουμ, με δυνατές κιθάρες, τεράστιες αρμονίες και ένα ρεφραίν που σε κολλάει στον τοίχο!  "Every Little Monster" και έχουμε να κάνουμε με έναν ακόμη δυνατό ύμνο μέσα από το “Who We Are” ενώ στο  ""For Our Sins" ο κλασικός μελωδικός rock ήχος της δεκαετίας του '80 κάνει την εμφάνισή του ισχυρότερος από ποτέ !! Το "Generation Now" είναι πιο δυνατό και γκαζιάρικο και το  "Hurt So Bad" θα το σιγοτραγουδάτε για μέρες.
Οι VEGA κυκλοφόρησαν το καλύτερο άλμπουμ της καριέρας τους!
Με αυτούς εδώ τους Βρετανούς ένα πράγμα είναι σαφές, καλοπαιγμένο και ανεβαστικό melodic rock στα καλύτερά του!!

Βασίλης Χασιρτζόγλου

Δευτέρα 13 Ιουνίου 2016

Zakk Wylde: "Book Of Shadows II"

Εποχή των «βιβλίων» και ο τίτλος “book” φαίνεται να συνεχίζει να είναι cult και
στην επικαιρότητα. Το φαινόμενο αυτό, είχε απασχολήσει τον Zakk Wylde πίσω στο 1996, όταν μετά το project του τους Pride & Joy και αμέσως μετά το Ozzmosis (του Ozzy), δημιούργησε το πρώτο του solo album μέχρι και σήμερα εφ’ όσον στη πορεία βρισκόταν στο σχήμα του Ozzy και δημιούργησε και τους Black Label Society.

Στην πορεία, εγκατέλειψε – έφυγε – διώχθηκε όπως θέλετε πείτε το από την μπάντα του Ozzy και αφοσιώθηκε στο δικό του σχήμα τους Black Label Society.
Δύο χρόνια μετά την τελευταία του δουλειά με το προσωπικό του σχήμα και είκοσι χρόνια αργότερα από την πρώτη του δουλειά σαν solo artist, κυκλοφορεί το δεύτερο μέρος του Book Of Shadows.
Ομολογώ ότι δεν περίμενε κανένας πως θα κυκλοφορούσε και νούμερο δύο. Ξεκινώντας, παρατηρούμε για αρχή ότι αυτή τη φορά αρκέστηκε σε ένα cd αντί για δύο όπως είχε γίνει παλαιότερα. Δεκατέσσερα κομμάτια και στις δύο περιπτώσεις, αλλά στο B.O.S. II, δεν έχει bonus και ιαπωνικά κόλπα εν σύγκριση με το πρώτο μέρος που το β’ cd με τρία κομμάτια ήταν extra και bonus. Άλλη μια διαφορά που παρατηρούμε είναι στην δισκογραφική εταιρία. Τότε ήταν στην Geffen και Spitfire (στην επανακυκλοφορία) ενώ τώρα είναι από την Entertainment One Music. Και στις δύο περιπτώσεις όλα οι συνθέσεις είναι δικές του, τόσο μουσικά όσο και συνθετικά.
Το ύφος του παραμένει πιστό σε αυτό του southern rock, με πολλές ακουστικές κιθάρες και τα solo στην αγαπημένη του Gibson, δίνουν και παίρνουν. Όπως έχουμε συνηθίσει, συνεχίζει να κινείται σε υψηλά επίπεδα σε όλους τους τομείς και τούτη εδώ η κυκλοφορία δεν διαφέρει σε  αυτό το κομμάτι.
Προτείνεται ανεπιφύλακτα και σε συνδυασμό με χαμηλό φωτισμό, ουίσκι ή μπύρα για να μπαίνουμε καλύτερα στο πνεύμα του Zakk, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τρελά ταξίδια και για δημιουργία ατμόσφαιρας σε ανυποψίαστα και αθώα (μουσικά πάντα) κύματα για δημιουργία κατάστασης με το αντίθετο φύλο.
Μπήκε κιόλας στα καλύτερα μου για την φετινή χρονιά!

Γιώργος Βαλιμίτης

Τετάρτη 8 Ιουνίου 2016

Lita Ford: "Time Capsule"


H ζόρικη ξανθιά τηνέϊτζερ που έκανε αντίστιξη με την Joan
Jett στις Runaways το δεύτερο μισό των '70s, έγινε, για ένα σύντομο διάστημα η μόνη κιθαρίστρια που μπορούσε να σταθεί μπροστά στο αντρικό ακροατήριο, δρέποντας εμπορικές (υποψηφιότητα για Grammy) δάφνες έως και προφίλ sex symbol μεταξύ '87-'89.

Ακολούθησαν αποτυχημένες σχέσεις και γάμοι, με ποικίλη αναγνωρισιμότητα και κατηγορίες κατά του συζύγου της για πρόκληση «συνδρόμου γονεϊκής αποξένωσης» στα παιδιά της.
Σήμερα, το σίγουρο είναι ότι η 57χρονη
Lita Ford - που παραμένει ικανή κιθαρίστρια και τραγουδίστρια- έχει υπεραρκετό μουσικό παρελθόν για να μπορεί με άνεση να ψαρέψει από το στοκ της ένα μάτσο ακυκλοφόρητα κομμάτια. Αυτό ακριβώς κάνει με το 'Time Capsule".
Προηγήθηκε η αυτοβιογραφία της, "Living Like a Runaway: Lita Ford, A Memoir" στην οποία με το άλμπουμ αυτό επιχειρεί να δώσει κάτι σαν συνοδευτικό soundtrack.
Πρόκειται κυρίως για τραγούδια από τα '80s, που επιβεβαιώνουν την άποψη της σκληροπυρηνικής μερίδας των ανθρώπων που πιστεύουν ότι το grunge ήταν ένα κακόγουστο ανέκδοτο που ήρθε απρόσκλητο για να μας χαλάσει τη ζαχαρένια. "What is wrong with having a good time?", που λέει και η Marisa Tomei στο "The Wrestler".

Power ballads, νέτα - σκέτα hair metal κομμάτια, με σόλο κιθάρας, δεύτερα φωνητικά από παρέες, ακουστικές εισαγωγές, στακάτα ριφ, όλα μέσα. Κι αν τα κομμάτια δεν είναι τίποτε ξεχασμένα "Kiss Me Deadly" (δεν θα μπορούαν να είναι), οι παίκτες που τη συνοδεύουν στην εκτέλεση αυτών των παλιών ένδοξων ασκήσεων ύφους είναι όλοι πασίγνωστοι και αφήνουν στα τραγούδια ο καθένας το χρώμα του:  o Billy Sheehan (μπάσο στα "Killing Kind, "War Of Angels", "Black Leather Heart"), o Rodger Carter (μ.α. Eddie Money, Rick Springfield στα ντράμς), ο Jeff Scott Soto κάνει μαζί της ντουέτο (στο "Where Will I Find My Heart Tonight" που ξεχωρίζει), ο Dave Navarro παίζει μαντολίνο (!) και οι Rick Nielsen και ο Robin Zander των Cheap Trick κάνουν backing vocals ("The Killing Kind" - ίσως το καλύτερο της συλλογής), ενώ αλλού ο Gene Simmons γράφει, παίζει μπάσο και ο Bruce Kulick βάζει κάτι κιθάρες παραπάνω ('Rotten to the Core").
Η ίδια η Lita τραγουδάει με καρδιά και φωνή που δείχνει σχεδόν ανέγγιχτη απ΄το χρόνο, ενώ παντού, ιδίως στα δύο instrumental ("Little Wing", "On The Fast Track"), αποδεικνύει ότι η γυναίκα την ξέρει την εξάχορδη.
Στην εισαγωγή του άλμπουμ ακούγεται ο Chris Holmes των W.A.S.P., ένας από τους πρώην συζύγους της κυρίας, να «παίζει» τον πατέρα της ανήλικης Lita, που την ακούει συφιλιασμένος να κλέβει την Ford μπροστά στα μάτια του και να εξαφανίζεται.
Η ίδια η Lita Ford διάλεξε τις αναλογικές ταινίες από ένα ξεχασμένο ντουλάπι της αποθήκης της και προσκάλεσε τους μουσικούς να παίξουν μαζί, διασκεδάζοντας χωρίς το άγχος του στουντιακού χρόνου και την ψυχρότητα της χωριστής ηχογράφησης των μουσικών μερών και της αποστολής τους με e- mail σ΄έναν παραγωγό που θα τελείωνε τη δουλειά.
Έτσι προέκυψε ένας αυθόρμητος, πιστός στο κλίμα της «χρυσής εποχής» του
hard rock δίσκος, με δύο τρία κομμάτια που θα κάνουν τον κόσμο να ξαναψάξει κι αυτός τα δικά του ντουλάπια και να ξαναβάλει δυνατά τα της εποχής.
Αξίζει να ακουστεί απ΄όσους προσκυνούν αθεράπευτα τα
eighties.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Παρασκευή 3 Ιουνίου 2016

Wild Rose: "4"

Με ρωτούν οι φίλοι, πώς ανταπεξέρχομαι σε μία εξηντάωρη
εβδομαδιαία απασχόληση και αφιερώνω και χρόνο ενασχόλησης με τη μελωδική πλευρά της μουσικής που συγκεκριμενοποιείται στην αγαπημένη ιστοσελίδα rocktime.gr… δύο είναι οι λόγοι:

Aφενός η "εξόρυξη" μουσικών διαμαντιών και αφετέρου το μοίρασμα με όλους εκεί έξω τους ρέκτες της μελωδικής μουσικής.
Καλή ώρα με το τέταρτο μουσικό δημιούργημα των μελωδικών, AOR συμπατριωτών μας  Wild Rose που απλά και συμβολικά ονομάζεται  "4". Διάβασα κάπου, ότι οι οπαδοί των  Tyketto, Richard Marx, Survivor, Night Ranger, ακόμη και αυτών των πρώιμων  Bon Jovi θα ενθουσιασθούν με το αυτό κομψοτέχνημα μελωδίας!
 Η μπάντα που υπάρχει πάνω από μία δεκαετία και μετά από διάφορα σκαμπανεβάσματα και αλλαγές μελών κυκλοφόρησε το πρωτόλειο της "Half Past Midnight", στα  2011. Από τότε παρέμεινε παραγωγική και δραστήρια κυκλοφορώντας άλλα δύο εξαιρετικά δημιουργήματα για να παρουσιάσει, το τέταρτο μουσικό πόνημα της , που κυκλοφορεί από την  Lion’s Pride Music.
 Χαροποιό γεγονός, η επιστροφή του αρχικού τραγουδιστή George Bitzios, του Έλληνα  υψίφωνου και μόνιμου τραγουδιστή όπερας στην αλλοδαπή (Γερμανία), "Bobby Kimbal "!
Από το εναρκτήριο "Desperate Heart" η μπάντα κάμει σαφείς τις προθέσεις της.
Χωρίς αυτή η υποσημείωση να μειώνει την αναμφισβήτητη προσφορά του μέγιστου μελωδικού ερμηνευτή David A Saylor στους δύο προηγούμενους, εξαιρετικούς δίσκους της μπάντας!!!
Ένα mid-tempo μελωδικοροκάδικο κομμάτι που ανυπομονώ να το ακούσω ζωντανά τον Ιούνιο, όπου η μπάντα θα εμφανισθεί ζωντανά στην Αθήνα. Με την κιθάρα του καλού φίλου Andy Rock με ένα πολύ όμορφο riff να γλυκοπαίζει με τη  μελωδία των πλήκτρων που όμορφα "υφαίνει"(και σε ολόκληρο το δίσκο) ο Dirty Haris, η σύνθεση απογειώνεται.
Το "Desperate Heart", είναι και το πρώτο  single του δίσκου και όχι άδικα…
Το  "Love Can Change You", ακόμη ένα σπουδαίο δείγμα της μουσικής που "υφαίνουν" με τόση μαεστρία  οι  Wild Rose. Απλό, μελωδικό και πάντοτε στους παλαιομοδίτικους δρόμους που αρέσκεται ο κάθε λάτρης της του μελωδικότροπου ήχου!!!
Στο προσωπικά αγαπημένο "Love Games", έχουμε ένα εμπορικότατο θανατηφόρο AOR "ποίημα", με εξαιρετικό ρεφραίν, πανέμορφη ενορχήστρωση και καταπληκτική δουλειά στην κιθάρα από τους Andy Rock και τον άρτι ξενιτεμένο  (στην αδηφάγα Γερμανία) John Bitzios, που επανάκαμψε στην μπάντα και είχαμε την ευτυχή συγκυρία να τον θαυμάσουμε στην τελευταία εμφάνιση του γκρουπ στην Αθήνα για την προώθηση του προηγούμενου δίσκου.
Απλά μία μελωδική πανδαισία, με ταξιδιάρικο σόλο κιθάρας και ένα πιασάρικο ρεφραίν κατάλληλο για συναυλιακές καταστάσεις.

Ευτυχώς όμως οι πανέμορφες μελωδίες δεν τελειώνουν! Το τρίτο single του δίσκου που μόλις κυκλοφόρησε, το  "Summer Girl" αλλά και το  "Time After Time" μελωδικότατα, με πλούσια χορωδιακά φωνητικά που "καρφώνουν" τις μελωδίες τους στα αυτιά μας.
Στο  "Hot Wired", οι μελωδίες γίνονται στιβαρότερες χωρίς να παραλείπουν όλα τα στοιχεία που καθιέρωσαν την μπάντα στο στερέωμα της διεθνούς σκηνής και κυρίως αυτό το άκουσμα των 80ς που αποπνέει και μας αρέσει πολύ.
Στο  "Save The Night", οι  Wild Rose παρουσιάζουν τον τρόπο παρασκευής μίας πανέμορφης μπαλάντας, χωρίς να ακούγεται γλυκανάλατη και ξενέρωτη. Με τα  "Broken Hearted", "Waiting For You" και το "Don't Let Me Down" η περιήγηση στα μελωδικά, πανέμορφα και περίτεχνα "κοσμήματα" συνεχίζεται!
Επειδή όμως ασχολήθηκα, και απόκτησα, και τις επαυξημένες εκδόσεις (ελληνική και Γιαπωνέζικη) θα ήθελα να σημειώσω, ότι τα εξτρά κομμάτια που υπάρχουν στις αντίστοιχες εκδόσεις:
για το μεν "All I Never Need" (Japanese bonus track), είναι μία πανέμορφη μπαλαντοειδής σύνθεση συντεθειμένη στα 2010 και επρόκειτο να είναι επιπλέον κομμάτι για την γιαπωνέζικη έκδοση του Half Past Midnight, κάτι που δεν κατέστη δυνατόν τότε.
Όσο για τις ελληνικές επιπλέον συνθέσεις, τα "Sleepless Night" και το "When It Comes To You" το μελωδικό rock/AOR show συνεχίζεται και θα πρέπει να θεωρούμαστε "ευλογημένοι" που ακούμε και αυτές τις επιπλέον συνθέσεις, αφού η μπάντα συνέθεσε, έχοντας δημιουργικό "οίστρο" δεκαπέντε τραγούδια.
Έπαινοι αξίζουν και στην ρυθμική γραμμή που ταλανίσθηκε τους τελευταίους μήνες αλλά φαίνεται ότι βρήκε επάξιους ογκόλιθους σε τύμπανα και μπάσο στα πρόσωπα των Dimos Thomaidis και Panos Barkoutsos και αντίστοιχα.
Όσο για τον ακούραστο μάνατζερ και ακούραστο εργάτη-ουσιαστικά έκτο μέλος της μπάντας- Chris Siloma τα λόγια περιττεύουν αφού όσο υπάρχει θα υπάρχουν και οι Wild Rose.
Σε κάθε περίπτωση, με αυτόν το δίσκο οι Wild Rose, μας υπόσχονται ότι η αγαπημένη μας μουσική δε θα σβήσει ΠΟΤΕ!
Ανυπομονούμε για το καλοκαίρι Σαλονικιοί καρντάσηδες!

Νότης Γκιλλανίδης

Δευτέρα 30 Μαΐου 2016

Νoely Rayn: "Escape From Yesterday"

Πάντοτε οι Έλληνες ''Thin Lizzy fan club'' έδιναν το απώτατο των
μουσικών, άψογων και καλοπροβαρισμένων ικανοτήτων και του πάθους τους για τη μουσική και πριν μερικές εβδομάδες για τρίτη φορά στο θρυλικό ''Κύτταρο'', όπου υπήρξαμε 300 περίπου μάρτυρες μίας ακόμη αφιερωματικής βραδιάς στον αλησμόνητο Gary Moore.

Oι σκέψεις μου ταξίδεψαν με προσμονή καθώς γνώριζα για την επικείμενη κυκλοφορία τους. Η χαρά μου λοιπόν είναι τρισμέγιστη διότι οι φίλτατοι "μετασχηματισμένοι" μουσικά σε NOELY RAYN κυκλοφορούν την προσωπική τους δουλειά και δισκογραφούνται και επίσημα με το πρωτόλειο τους "Escape From Yesterday"!
Σίγουρα, η μουσική επιρροή τους είναι τα γνήσια τέκνα της Ιρλανδικής γης(Phil Lynnot, Gary Moore)  με την ταυτότητα τους την προσωπική, διάχυτη παντού.
Οι Noely Rayn, δημιουργούν τις μουσικές τους δημιουργίες ακολουθώντας την παράδοση των  Thin Lizzy με διπλή κιθαριστική παρουσία από τους ''μουσικούς Διόσκουρους'' Πάνο Παπαπέτρο και  τον Γιάννη Σίννη, συγκλονιστικούς όπως πάντοτε σε κιθαριστικά  ντελίριο και επιπλέον με έξοχες δόσεις μελωδικών αρμονικών ενορχηστρώσεων  με εμφανέστατες πινελιές παλιού καλού AOR.
Θα ήθελα να ξεκινήσω με την αγαπημένη μου σύνθεση, που όταν την πρωτάκουσα σε πρωτόλεια μορφή ακατέργαστου ''διαμαντιού'' με καθήλωσε: το ''Dazzling Eyes'', ένα πραγματικά ''μελωδικό διαμαντάκι'' με δυναμικότατη ρυθμική γραμμή από τους  Nikos Papadopoulos στις μπασογραμμές και τον ογκόλιθο Akis Gavalas στα τύμπανα , με μία πρώιμη  AOR αίσθηση και την παρουσία του σαξοφώνου από τον Λευτέρη Πουλιού να δίνει άλλο τόνο στην σύνθεση.
Το  feeling Whitesnake  της πρώτης περιόδου(80ς) με το blues/funk  rock να είναι διάχυτο παντού. Μου αρέσει πολύ και φαντάζομαι για την αίσθηση που μου αφήνει να αρέσει σε πολλούς, διότι η μουσικότητα όλων των μουσικών  είναι αδιαπραγμάτευτη.
Σίγουρα σε αυτό συμβάλλει και η ερμηνεία του Μιχάλη Δανδουλάκη (εκπληκτική φωνή σε χαμηλές και ψηλές νότες) πίσω από τα μικρόφωνα, προσδίδει μία γοητεία στις συνθέσεις, κληρονομιά του από την μπάντα διασκευών για τους Whitesnake που συμμετέχει(τους  Saints & Sinners) και σίγουρα προσδιορίζει καλύτερα την ποιότητα φωνής που περιέγραψα!!

Και αφού μιλάμε για τους υπέρτατους Whitesnake η σύνθεση ''Remember Our Midnight'' και η ερμηνεία του Μιχάλη σίγουρα παραπέμπει στο ίνδαλμα του αλλά και σε έναν άλλο μέγιστο performer’ τον Jeff Scott Soto και τη μελωδική του παρακαταθήκη στα 80ς .
Στον rocktime.gr πολύ εκτιμήθηκε, καθώς έπαιζε στα γραφεία της ιστοσελίδας μας την τελευταία βδομάδα, το  AOR-ίζων  ''Painted Sky'', με έντονα  πλήκτρα / synths παρόντα στην σύνθεση.
Στον αρχισυντάκτη του Rocktime.gr, άρεσαν ιδιαίτερα τα ''I Wanna Run'', το μελωδικοροκάδικο  ''Oceans Of Sorrow'' και φυσικά το επηρεασμένο από όπου ξεκίνησαν όλα για την μπάντα πριν μια δεκαετία και βάλε, τους Thin Lizzy δηλαδή,  '' Best Things'' !!!
Στο ''Sins'', όπου ο συνδυασμός ακουστικών και ηλεκτρικών κιθαρών δημιουργούν μία εξαιρετική midtempo μελωδική σύνθεση που παραπέμπουν σε μία αγαπημένη μπάντα τους Shadow King, ενώ το ''Laochra'', αποτίει ''φόρο τιμής'' στην κέλτικη γη και τα τέκνα της(Phil Lynnot, Gary Moore),    για να καταλήξει σε πανέμορφα πρώιμα TOTO ηχοχρώματα.
Συνοψίζοντας, το "Escape From Yesterday", είναι το μουσικό πρωτόλειο που περιμέναμε από 5 ώριμους μουσικούς, έμπειρους και δεξιοτέχνες χρόνια τώρα.
Μελωδικότατο σε όλη την μουσική πορεία του, εντυπωσιακό σε εξέλιξη συνθέσεων είναι ο κατάλληλος σύντροφος για όλους τους κλασικοροκάδες που έχουν εντρυφήσει και στον μελωδικό ήχο!
Το λάτρεψα ήδη και ανυπομονώ ήδη για την συνέχεια!


Νότης Γκιλλανίδης

Πέμπτη 26 Μαΐου 2016

Blondie: "One Way Or Another", fame's gonna get ya


Με το προκλητικό γρύλισμα μιας θηλυκής λεοπάρδαλης γάλακτος
και την άμεσης επενέργειας χυμαδόν ριφφολά του, είναι το κομμάτι που έριξε γέφυρα, ενώνοντας το μουλιασμένο στον ιδρώτα του καταγωγιακού CBGB παρελθόν με το απροσδόκητα φωτεινό, γεμάτο αφθονία, λούσο και επιτυχία μέλλον της μπάντας με το όνομα Blondie.

Από πολλές απόψεις το κομμάτι αυτό υπήρξε η πλέον χαρακτηριστική στιγμή ενός απ' τα κλασσικά new wave άλμπουμ των ροκ χρονικών, του "Parallel Lines", που κυκλοφόρησε το 1978, έβγαλε από μέσα του έξι hit single σε Αμερική και Αγγλία και έφτασε σήμερα να αποτελεί τρανό απόκτημα σε περισσότερες από 20 εκατομμύρια δισκοθήκες ανά τον κόσμο.
Κι όμως, όλα αυτά τα επιτεύγματα ήταν αδιανόητα δύο χρόνια πριν την κυκλοφορία του. Μέσα από το κείνο το μάτσο από μπάντες που γέννησε η Νεοϋορκέζικη έκρηξη του πανκ, πίσω στα 1976, οι Blondie ήταν αυτό με τις λιγώτερες πιθανότητες να αποκτήσει αναγνωρισιμότητα, πολλώ μάλλον παγκόσμια φήμη και επιτυχία.
Οι Ramones, οι Television, οι Talking Heads, αυτοί ναι, ήταν πλασμένοι από κείνη την ουσία που στα μάτια των κριτικών και το μυαλό του κοινού σημαίνουν πρωτοτυπία, ανατροπή, εγκεφαλικότητα. Τί το τόσο ενδιαφέρον να είχε ένα γκαράζ σχήμα της σειράς, με πλήρωμα τέσσερις άντρες και μπροστάρισσα μια τριαντάρα ξανθιά, κόπια της Μέριλιν, με υποδεέστερα όμως σωματικά προσόντα;


Παρ' όλα αυτά, ξαφνικά, το 1977, το single "Rip Her To Shreds", απ' το ομώνυμο ντεμπούτο τους μπήκε στο τοπ-5 της Αυστραλίας. Πριν καλά - καλά το συνειδητοποιήσει ο εγκλωβισμένος μεταξύ δεινοσαυρικής Σκύλας ("Yes", Pink Floyd", Zeppelin") και παραμανοφόρου, αναιδούς Χάρυβδης ("Sex Pistols") μουσικός κόσμος, τα "Denis" (UK#12) και "(I'm Always Touched By Your) Presence Dear" (UK#12), απ' το δεύτερο άλμπουμ τους, "Plastic Letters", τρύπωσαν στα βρετανικά τσαρτ. Συνδύαζαν την απλοϊκή '60s προσέγγιση ενός μουσικά βατού, πανομοιότυπα ντυμένου γκρουπ με μια δόση girl power πίσω απ' το μικρόφωνο. Μια βαμμένη ξανθιά με εξοντωτικά τοξοειδές φρύδι και φιλήδονη οδοντοστοιχία, υποστηριζόμενη από τέσσερις μαντράχαλους με παντελόνια σωλήνες και στενές γραββάτες άρχισε να μην μοιάζει και τόσο άσχημη εναλλακτική λύση για μουσικό καταφύγιο.
Όμως η μεγάλη αγορά, αυτή της Αμερικής, παρέμενε ακόμη έξω απ' την ακτίνα δράσεως του γκρουπ. Ακριβώς τότε είναι που μπαίνει στο σκηνικό ο Mike Chapman, παραγωγός ήδη πετυχημένων μουσικών γκρουπ γκλαμ τσιχλόφουσκας όπως οι Sweet, η Suzi Quattro και οι Mud. Τον είχε φέρει η δισκογραφική να τελειώσει τη δουλειά που είχε αφήσει στη μέση ο Richard Gottehrer, ο μέχρι τότε παραγωγός των Blondie : να φροντίσει με το τρίτο στούντιο άλμπουμ τους να τους μετατρέψει σε κανονικούς σταρ.
«Δεν ξέρω αν ήταν αυτό που λέμε προσχεδιασμένο», αναλογίζεται ο βασικός συνθέτης και κιθαρίστας της μπάντας Chris Stein, «αλλά ξέραμε σίγουρα ότι ο Chapman είχε ανακατευτεί με πολλά τραγούδια που είχαν χτυπήσει το Νο1».



Ειδικά για το "
One Way Or Another", ο Stein είναι βέβαιος: η δουλειά του Chapman προσέδωσε αυτό το χαρακτηριστικό ραφινάρισμα στον ήχο που μπόρεσε να συνδέσει την αγριάδα του πανκ με τη λάμψη της ποπ.
Το κομμάτι ηχογραφήθηκε μεταξύ Ιουνίου και Ιουλίου 1978 στο περίφημο Record Plant της Νέας Υόρκης και συμπύκνωνε μέσα σε τριάμισυ λεπτά ένα πιασάρικο ριφ, μπάσο και ντραμς που κατάφερναν να είναι αιχμηρά και ξεσηκωτικά χωρίς να χάνουν σε μουσικότητα, μια γέφυρα με παλιομοδίτικο organ που καταλήγει να κάνει το εφέ μιας σειρήνας περιπολικού και μια βαβουριάρικη coda που παρέπεμπε στις γκαράζ ρίζες της μπάντας. Πάνω απ' όλα όμως, στο κομμάτι κυριαρχεί η ερμηνεία της βαμμένης ξανθιάς. Της Debbie Harry, aλησμόνητη σε κάθε της φθόγγο.
Ξεκινάει απαλά, φορτωμένη με μια παγερή σνομπαρία που χρειάζεται να τη δει κανείς λάϊβ για να τη διακρίνει. Σύντομα όμως δίνει τη θέση της σε μια κατάμουτρα άσωτη αμφιθυμία, με το απειλητικό "get-ya, get-ya, get-ya" να γίνεται "meet-ya, meet-ya, meet-ya" και να αναδεικνύει φόρα παρτίδα ότι η κυρία έχει γράψει μίλια μέχρι τα 33 της σε αυτοκαταστροφικές σχέσεις, καθώς μιλάει στους στίχους για μια τέτοια, ακόρεστη, πιεστική, σχεδόν βάναυση σχέση, κρατώντας για τον εαυτό της - κι όχι για τον ακροατή- σε ποιό φύλο ανήκει ο κυνηγός και σε ποιό το θήραμα. Όπως και νά' χει, η Debbie δεν αφήνει περιθώρια να περάσεις τον αφηγητή των στίχων ως κανένα θύμα. Γι' αυτό και καταλήγει με σιγουριά "one day, maybe next week, I' m gonna lose you, im gonna give you the slip".
Στην αυτοβιογραφία της, χρόνια μετά, θα αποκαλύψει επί τροχάδην ότι η έμπνευση των στίχων γεννήθηκε από μια ανυπόφορη σχέση:
«Εκείνος δούλευε όλη μέρα σ΄ ένα εργοστάσιο χημικών και έπινε όλη νύχτα. Όταν χωρίσαμε, άρχισε να με ακολουθεί συνέχεια. Με έπαιρνε τηλέφωνο κάθε μία ώρα και τον έβρισκα κάθε λίγο και λιγάκι έξω από την πόρτα του σπιτιού μου. Ο τύπος έγινε τόσο μπελάς, που στο τέλος, μετακόμισα απ' το
New Jersey και βρήκα την ησυχία μου» .
Οι ηχογραφήσεις του σημαδιακού εκείνου άλμπουμ ήταν από δύσκολες ως ανυπόφορες, σύμφωνα τουλάχιστον με όσα θυμάται ο Chapman. «Ήταν πολύ δύσκολοι στο στούντιο. Πέρα από τη Debbie και τον Chris Stein που είχαν δεσμό, οι υπόλοιποι δεν άντεχαν ο ένας τον άλλο. Είχαν όλοι μια τελείως ανώριμη στάση απέναντι σε όλα, κλασσική περίπτωση αντεργκράουντ μπάντας απ' το κύκλωμα της Νέας Υόρκης, εκείνη την εποχή. Ήθελαν να τα κάνουν όλα ίσωμα και δεν τους ένοιaζε τίποτα. Ήθελαν την επιτυχία, όχι όμως και να δουλέψουν σκληρά για να την αποκτήσουν».
Το έργο του Chapman ήταν σκληρό. Υποχρέωσε την μπάντα να βελτιώσει την απόδοσή της, τόσο ατομικά όσο και σαν ομάδα και μετά τους υποχρέωσε σε ατέλειωτα takes για κάθε κομμάτι, προκειμένου να πετύχει δεμένο και ακριβές αποτέλεσμα. Η εμμονή του στην πειθαρχία κόστισε νεύρα, καυγάδες και κλωτσοπατινάδες, αλλά απέδωσε τα μέγιστα.
Το άλμπουμ κυκλοφόρησε το Σεπτέμβριο του '78 και σε έναν περίπου χρόνο είχε κάνει την άγνωστη μπάντα απ' το
CBGB διάσημη σε όλη τη γη, με σινγκλ το ένα πιο πετυχημένο απ΄το άλλο : "Picture This" (UK#12 τον Οκτώβριο του '78), "Hanging On The Telephone" (UK#5 Νοέμβριο του '78), "Heart Of Glass" (UK#1 και US#1 στις αρχές του 1979), "Sunday Girl" (UK#1 τον Μάϊο του '79) και τελευταίο το "One Wαy Or Another (US#24, επίσης τον Μάϊο του '79).

Όσο για τη Debbie Harry, ο θρίαμβος ήταν όχι μόνο καλλιτεχνικός, αλλά κυρίως προσωπικός. Δεν έτρεχε τίποτε. Ας είχε αφήσει τα πρώτα νιάτα της γκαρσόνα στο Max's Cansas City, χορεύτρια στη Union City του New Jersey και κουνελάκι του Playboy. Ας είχε κάπως μπανάλ γωνιώδες πρόσωπο και μαλλί δίχρωμο, ξασμένο ξανθό με μαύρη ρίζα, φτιαγμένο κατά λάθος. Τα κοντά baby doll και το αυθάδες χείλι της έγιναν σήμα κατατεθέν για ολόκληρη την μετα-πανκ σκηνή.  Σαν το μαγικό ραβδί του Άντυ Γουόρχωλ να είχε μεταμορφώσει μια ξοφλημένη white trash σταχτοπούτα σε sex symbol πρώτης γραμμής.
Πού να το φανταζόταν. Ότι επειδή ήταν απ' τις γυναίκες που είχε να πει για τη ζωή της περισσότερα απ' όσα έδειχνε αλλά λιγώτερα απ' όσα έκανε τους άλλους να φαντάζονται, ήταν φτιαγμένη, τόσα χρόνια αγνοώντας το η ίδια, από το υλικό απ' το οποίο φτιάχνονται, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, οι ποπ θεότητες.


Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Σάββατο 21 Μαΐου 2016

Santana: "IV"

Το διαδεδομένο φιλολογίζον σετάκι περί «αρπαχτής» και η σχετική
δυσθυμία απέναντι σε βετεράνους μουσικούς που ξαναβρίσκονται καθώς οδεύουν στην τρίτη ηλικία, μπορεί όντως να έχουν τη βάση τους σε κάποιες πολυδιαφημισμένες μούφες του παρελθόντος.

Όμως η αναπαραγωγή τέτοιων βιαστικών ή υπεροπτικών «κριτικών» έναντι κάθε προσπάθειας με την αύρα του “IV” είναι άστοχη, αν δεν αποκαλύπτει μια ελαφρώς συμπλεγματική προσέγγιση όσων γνωμοπώληδων έχουν την ατυχία να αντλούν τα επιχειρήματά τους μόνο απ’ το σήμερα, από μια εποχή δηλαδή που κατασκευάζει εφήμερα είδωλα γιατί κατά βάθος φθονεί το πραγματικό χάρισμα. Ποιός πραγματικά νιώθει ότι έχει την πολυτέλεια να πει σε τέτοιους γερόλυκους να «σταματήσουν»;
Ναι. Ο Carlos Santana ξανασυγκέντρωσε την ομάδα που έφτιαξε τα πρώτα θρυλικά άλμπουμ, μετά από 45 χρόνια. Δεν το αποφάσισε σε μια νύχτα, το παλεύει από το 2013, ενώ παράλληλα δισκογραφεί. Και λοιπόν; Ασφαλώς και θα «θυμίζει τα παλιά» - αυτοί που τα δημιούργησαν δικαιούνται περισσότερο από κάθε άλλον να τους αρέσει η ίδια η δουλειά τους. Ασφαλώς και θα ακούγεται ανοικονόμητο στο μέσο αυτί – οι συγκεκριμένοι μουσικοί ακολουθούν το ένστικτό τους, τη χημεία τους, δεν χρειάζονται να περικόψουν την προσέγγισή τους. Ασφαλώς και θα ακούγεται «αβίαστο» - όλοι οι παίκτες στοIV” είναι πανέμπειροι. Ασφαλώς και δεν συνδέεται ένα τέτοιο project με «αρπαχτή». Όταν βρίσκεσαι κοντά στα 70, χρονικός ορίζοντας μέχρι πρότινος αχαρτογράφητος για τους ροκ μουσικούς, είναι το πιο φυσιολογικό να αναπολείς και το πιο θαρραλέο να δοκιμάζεις να ξαναζήσεις τις καλύτερες στιγμές σου.
Εξάλλου, κανένας από τους συμμετέχοντες δεν έχει ανάγκη να ανακτήσει εκβιαστικά τη δημοφιλία - ποτέ δεν υστέρησε σοβαρά σ΄αυτόν τον τομέα, τα τελευταία 40τόσα χρόνια. 

Ο κινητήριος μοχλός των Journey, Neil Schon, ο νεοσσός της θρυλικής εκείνης παρέας (σήμερα στα 62) αλλεπιδρά όσο λίγοι κιθαρίστες τόσο φυσικά στο φευγάτο, ενστικτώδες παίξιμο του Santana. Είναι επίσης από τους ελάχιστους που μπορούν να παίξουν κιθάρα σε κάθε μουσικό στυλ στο οποίο το όργανο αυτό μπορεί να έχει ρόλο. Η ικανότητά του να εντρυφεί στις ατμόσφαιρες όσο και στον αυτοσχεδιασμό είναι γνωστές.
Ο ντράμερ Michael Shrieve δεν χρειάζεται συστάσεις. Η εικόνα ενός 20χρονου να επιτίθεται στα τύμπανα στο “Soul Sacrifice” επί σκηνής Woodstock ήταν απλώς ο ανεξίτηλος πρόλογος μιας τεράστιας καρριέρας. Ο άνθρωπος, σήμερα στα 66, έχει ηχογραφήσει με το μισό ροκ σύμπαν της γενιάς του, συν το ότι έχει συνθέσει και κάνει παραγωγή σε διάφορα άλμπουμ, μεταξύ των οποίων το σημαδιακό για το μουσικό ύφος εκείνης της σύνθεσης των Santana, “Caravanserai”, στο οποίο, ας μην ξεχνάμε έχει συνυπογράψει με τον Carlos τέσσερα κομμάτια.
Ο 68χρονος Greg Rolie, ανέκαθεν αυτός με την πιο μελωδική φλέβα (το απέδειξε τόσο με τους Journey όσο και με τα προσωπικά του άλμπουμ), έχει να συνεισφέρει τα απελευθερωτικά του φωνητικά, παραπέμποντας στα «κανονικά» άλμπουμ του Santana, όταν ήταν μπάντα, όχι σαν αυτά των τελευταίων 15 χρόνων με τους χιλιάδες guest.
Ο επίσης 68χρονος Michael Carabello, o επιβλητικός αφάνας των τριών πρώτων άλμπουμ, ήταν από την αρχή του γκρουπ, δίπλα στον Shrieve (και τον Jose Areas), υπεύθυνος για τα κρουστά (κυρίως congas) μέχρι και τον Οκτώβριο του ’72, με τα γνωστά οργασμικά σε ρυθμό αποτελέσματα.
Αυτή ήταν η θρυλική μπάντα που συνέπεσε μεταξύ 1970 και 1972, στο απόγειο της πρώτης φάσης των Santana. Μόνο ο μακαρίτης David Brown (μπάσο) δεν θα μπορούσε, εδώ και 16 χρόνια, να βίσκεται μαζί τους. Γι΄αυτό και το οπλοστάσιο συμπληρώνεται εδώ από δύο «νέα» μέλη : ο Karl Perazzo και τα κρουστά του και ο Benny Rietveld στο μπάσο, παίζουν μαζί με τον Carlos μόνον τα τελευταία ... 25 χρόνια (ο δεύτερος με ένα μικρό κενό 5 ετών στα μέσα των ‘90s).
Ο ίδιος ο Carlos Santana, στα 68 κι αυτός, αναγνωρίζεται εδώ και δεκαετίες ως μια κιθαριστική κατηγορία από μόνος του και ως υπεύθυνος κατά μεγάλο μέρος για το πάντρεμα του latin ήχου με την ροκ κιθάρα, κάτι που συνέβαλε στη διάδοση όλου του ηχοχρώματος που υπάγεται σήμερα, από ειδικούς και μη, στον όρο “ethnic”.  Αυτό είναι το 24ο άλμπουμ της μπάντας Santana και δύσκολα μπορεί κανείς να φανταστεί πιο εμφατική δήλωση για το τί σημαίνει για τον ίδιο τον Μεξικάνο αυτό το reunion με τους συγκεκριμένους μουσικούς.
Μετά από μια εισαγωγή που θυμίζει ένα πιο moody “E Papa Ré” (Yambu) έρχεται το Shake It, όπου η συνύπαρξη Shrieve, Carabello και Perazzo γεννάει ένα tribal groove, πάνω στο οποίο Carlos και Neil Schon ανταλλάσσουν σόλο. H ανάταση έχει ξεκινήσει. Το “Anywhere You Want To Go” ανακαλεί την ατμόσφαιρα ελευθερίας του “Guajira” και του “Everybody’s Everything” σ΄ένα κομμάτι διαβατήριο για κάθε καλοκαίρι. Το instrumental Fillmore East”, φόρος τιμής στον ιερό τόπο συναυλιών όπου η σύνθεση αυτή μεγαλούργησε, είναι βγαλμένο θά’ λεγες από sessions μαθητών που μεγάλωσαν με το “In A Silent Way” του Miles Davis, με τις κιθάρες να ακολουθούν χαμηλόφωνες υπαινικτικές διαδρομές.
Τα “Love Makes The World Go Round” και “Freedom In Your Mind” με τa τραχιά απ΄το πέρασμα του χρόνου αλλά πάντα με βαθύ συναίσθημα φωνητικά του Ronald Isley των Isley Brothers πιάνουν το ρυθμικό νήμα από κει που το άφησε ο Tito Puente, ενώ η latin οίηση εξακολουθεί με το “Choo Choo”, που τροχοδρομεί πάνω σε βάση “Jingo”, μέχρι ν΄αρχίσουν οι δύο κιθάρες ν΄ανταλλάσσουν γρέτζο κατά βούληση (“All Aboard”). To εκθαμβωτικό instrumental “Sueños" είναι κάτι μεταξύ “Samba Pa Ti” και του μελιστάλαχτου (μεταγενέστερου στη δισκογραφία των Santana) “I Love You Much Too Much”.
Κι ενώ το Caminando ροκάρει καθ΄όλα, στο “Blues Magic” έρχεται μια απολαυστική δικαίωση της συνεύρεσης του Schon και του Carlos, η οποία αναπτύσσεται και στην fusion περιδίνηση του “Echizo”.
O Rolie μοιάζει νά’ ναι αυτός που δίνει συνθετικές ποπ ανάσες (υποβοηθούμενες από διαρκή κιθαριστικά σχόλια) στα “Leave Me Alone”, “You And Iκαι Come As You Are”. Το  επταμισάλεπτο, αναμενόμενα ευρύ και με συναιθηματικές κορυφώσεις της κιθάρας Forgiveness κλείνει το άλμπουμ. Σα να βλέπουμε τον Carlos Santana κάνει μια universal υπόκλιση, με το μήνυμα της «Συγχώρεσης» να είναι από κείνα που έχει πρεσβεύσει και διαδώσει εδώ και χρόνια μέσα απ΄το έργο του.
Αυτό που παίζει κρίσιμο ρόλο είναι η ποιότητα της ηχογράφησης που προσφέρει μια πλήρη surround εμπειρία στον σύγχρονο ακροατή. Όχι ίσως όπως θα ήταν να βρίσκεται σ΄ένα κονσέρτο στην περιοδεία του 1972, αλλά ό,τι πιο κοντινό.
M’ αυτό το χορταστικό άλμπουμ, συμβαίνει κάτι σπάνιο : είναι απ΄αυτά που θα μπορούσε να συστήσει κανείς σ΄έναν παρθένο ακροατή για να γνωρίσει όχι μόνο τον ήχο αλλά και την μουσική ουσία της πιο αξιομνημόνευτης εκδοχής της μπάντας του Santana, έστω και 45 χρόνια μετά την τελευταία ενσάρκωσή της. Η γενιά που έμαθε τον Carlos με το “Smooth” καιρός είναι να πάρει μια γερή γεύση από το πηγαίο και άφθαρτο ταλέντο των παπούδων της.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Δευτέρα 16 Μαΐου 2016

Lee Aaron: "Fire & Gasoline"

Στην πραγματικότητα ένα από τα πρώτα live show που
παρακολούθησα και μάλιστα στην αλλοδαπή ήταν της Lee Aaron! Θυμάμαι, σαν να ήταν χθες που η "βασίλισσα του metal", όπως αποκαλούνταν τότε, εμφανίστηκε ως support στους Nazareth τον Οκτώβρη του 1989 στο Giengen της Γερμανίας που είχα πάει για οικογενειακές υποχρεώσεις.

Η Lee Aaron επίσης μου θυμίζει τις πρώτες μέρες μου στο χώρο του hair metal πίσω στα '80ς και την εντύπωση που είχε προξενήσει στην αγορίστικη παρέα μας, στην επαρχιακή πόλη του βορρά.
Το δεύτερο, ομότιτλο της άλμπουμ το 1987 είχε μια αξιοσημείωτη αλλαγή ύφους της Lee. Είχε πλέον αντικατασταθεί η "πονηρή, καυτή εικόνα" της με ένα πιο χαμηλών τόνων look. Με τρία κομμάτια γραμμένα μαζί με τον θρύλο JOE LYNN TURNER, συμπεριλαμβανομένου του single "Only Human" και της μπαλάντας "Dream With Me" γραμμένο μαζί με τον Dan Hill ο δίσκος ήταν κομμένος και ραμμένος για το ραδιόφωνο. Το 1988 έκανε δεύτερα φωνητικά στο "Rhythm of Love" των Scorpions.
Το ενδέκατο και προτελευταίο  της άλμπουμ "Beautiful Things", ένα  pop-jazz υβρίδιο, κυκλοφόρησε στα  2004 και δεν είχε καμία σχέση με το παρελθόν.
 Η Lee Aaron βέβαια συνέχισε να εμφανίζεται σε επιλεγμένα rock και  jazz shows.Μία αναλαμπή για όλους εμάς και για την ίδια φαντάζομαι, ήταν η εμφάνιση της στο Sweden Rock Festival στις 11 Ιουνίου του 2011.
Και πριν γίνω υπέρμετρα νοσταλγικός, ας δούμε τι συμβαίνει σήμερα. Η  Lee Aaron μπήκε στο στούντιο και δημιούργησε ένα δίσκο έτοιμη να ροκάρει. Παραξενεύτηκα, γιατί αυτή η κυκλοφορία ήρθε από το πουθενά! Δεδομένου ότι η τελευταία προσπάθεια στα 2004 ήταν ένα αποκλειστικά jazz άλμπουμ.
 Το "Fire and Gasoline" είναι η μουσική δημιουργία της Lee Aaron με έντεκα συνθέσεις. Η πρώτη σύνθεση τιτλοφορείται  "Tomboy" και ξεκαθαρίζει απόλυτα, ότι ο νέος δίσκος δεν είναι (ευτυχώς) jazz πλέον. Βέβαια,  από την άλλη και πριν ενθουσιαστεί κάποιος δεν είναι στο γνωστό κι αγαπημένο ύφος της "Metal Queen". Είναι απλά (hard-)rock δίσκος που θυμίζει, στην καλύτερη περίπτωση, Robin Beck(καθόλου άσχημο βέβαια!!).
 Σύνθεση γραμμένη για την κόρη της Aaron  το "Tomboy", είναι ένα δυναμικό χαρντροκάδικο τραγούδι, με στίχους που αναφέρονται στην αυτοπεποίθηση και προσωπικά μου θύμισε την αγαπημένη ελληνοαμερικανίδα συμπατριώτισσα μας Electra Barakos και το πόνημα της "Problem Child" που  κυκλοφόρησε πέρυσι.
Εξερεύνηση καινούργιας μουσικής περιοχής είναι το  "Wanna Be". Στις πρώτες νότες ψήγματα  jazz και στην συνέχεια ρυθμικό εύπεπτο  punkrock με στοιχεία που θα αρέσουν.
 Το "Bittersweet" αντίθετα είναι ένα  rock τραγούδι με σπουδαία μελωδία  ενώ το  προσωπικά αγαπημένο "50 miles" αφήνει μία σκοτεινή αίσθηση.
Το ιδιαίτερο είναι ότι η ώριμη και δουλεμένη φωνή της  Lee Aaron ταιριάζει άψογα με αυτό το ύφος!
Θα θυμηθείτε τις  Heart  στο "Nothing Says Everything", μία σύνθεση που πιθανόν ξέφυγε από τους δικούς τους δίσκους.
 Δε θα έλεγα και τα επαινετικότερα σχόλια για το ομότιτλο τραγούδι "Fire and Gasoline". Απλά διεκπαιρεωτικό.
Όμως για να μην παρεξηγηθούν οι τελευταίες μου παρατηρήσεις: πολύ καλύτερο το άλμπουμ από ό,τι το πρόσμενα και η φωνή είναι ακόμη καλύτερη από παλιότερα. Όμως για όποιον θα πάει να αγοράσει το cd  και περιμένει να ακούσει την παλιά, καλή "metal queen" θα απογοητευτεί!
Όχι, δε θα βάλω να ακούσω το  "Metal Queen" του 1984. Οι μέρες αυτές πέρασαν και περιμένω, το επόμενο άλμπουμ που πιστεύω θα είναι δελεαστικότερο...

Νότης Γκιλλανίδης

Παρασκευή 13 Μαΐου 2016

Joe Lynn Turner: ''Street Of Dreams, Boston 1985''

Σίγουρα, ένας συλλέκτης θα ξοδέψει πολλά χρήματα. Σίγουρα, η
συλλεκτική μανία είναι ''αρρώστια'' και πάθος αδάμαστο που φθείρει…σίγουρα, να συλλέγεις μουσική θέλει χρόνο(ποοοολύ…), χρήμα(ποοοοολύ…) και αρκετή τύχη!

Όμως, ένας συλλέκτης μερικές φορές είναι τυχερός και χωρίς να ξοδέψει χρόνο και χρήμα μπορεί να βρει διαμαντάκια που είτε κάποιος θα πλήρωνε μία περιουσία για να τα αποκτήσει ή θα κυκλοφορούσαν έπειτα από δεκαετίες με κόστος μερικά ευρώ …προς τι ο γιγαντιαίος πρόλογος;
Αφενός, διότι πριν από μερικές εβδομάδες που είχαμε την χαρά να τον ξαναδούμε στην Αθήνα μας απογοήτευσε για μία ακόμη φορά με την επιλογή του ρεπερτορίου του και αφετέρου είναι πιθανόν να μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού οι rock τραγουδιστές με τόσο πλούσιο παλμαρέ δίσκων (προσωπικών, με μπάντες ή απλά με εμφανίσεις guest star!
Τριάντα χρόνια στο σανίδι με περισσότερα από 60 δίσκους να πιστώνονται με το όνομα του!! Μας αρέσει είτε όχι ήταν ο μακροβιότερος επιβιώσας τραγουδιστής δίπλα στον ιδιόρρυθμο ''θείο'' μουσικό Blackmore στο όχημα των  Rainbow ακολουθώντας τις φωνάρες των Dio(κατά κύριο λόγο…) και του Bonnet. Μετά τη διάλυση των  Rainbow εξαιτίας της επανένωσης των Purple έκαμε ένα εξαιρετικό δίσκο!
Μπορεί ο Bolton να έγινε ο αγαπημένος τραγουδιστής των ''σπιτονοικοκυρών'', ο JLT κατέκτησε τα FM της Αμερικανικής αγοράς με το pop-rock ύφος του, με τα δερμάτινα του, την πλούσια γυαλιστερή περούκα του και την απίστευτη φωνάρα που μπορεί να τραγουδήσει τα απάντα και με τους πάντες.
Σίγουρα έγινε γνωστός με τους  Rainbow, είχε μία πετυχημένη παρουσία στο πλάι του Malmsteen (κατά τη γνώμη μου και γνώμη πολλών στο καλύτερο άλμπουμ του) αλλά και με τους  Mothers Army (τους θυμάστε;;;;), τους Sunstorm (κυκλοφορεί ο νέος δίσκος με το πρώτο video clip να έχει φιλμογραφηθεί στην Ήπειρο από Έλληνα σκηνοθέτη), τους Deep Purple (ή μήπως να λέγαμε τους  Deep Rainbow), τους Hughes Turner Project (και στην Ελλάδα το 2004)  και πολλά προσωπικά άλμπουμ.

Η συγκεκριμένη συναυλία ηχογραφήθηκε στο Boston Paradise Rock Club και η μπάντα αποτελούνταν από αυτήν που ηχογράφησε το ''Rescue You'', δηλαδή τους  Chuck Burgi (τύμπανα), Al Greenwood (πλήκτρα, από τους ένδοξους  Foreigner), Bobby Messano (κιθάρα – από τους  Starz), και ο νεοφερμένος στο μπάσο από την μπάντα του  Pat Travers, ο Barry Dunaway.
Ο δίσκος είναι μία επιτομή της ηχογράφησης για λογαριασμό του  King Biscuit Radio Show.
 Ο δίσκος περιλαμβάνει φανταστικές συνθέσεις από τον μόλις κυκλοφορήσαντα τότε δίσκο του, το  ''Rescue You'' και η συναυλία ανοίγει με το εκρηκτικό ''I Found Love''.
Ο ανεπανάληπτος δίσκος ''Rescue You'' έχει τη μερίδα του λέοντος στην συναυλία με  8 από τα 11 τραγούδια να παίζονται τη νύχτα εκείνη και το πλήθος να εκστασιάζεται.
Υπόσχεση του J.L.T. είναι την επόμενη φορά που θα έρθει στην Ελλάδα είναι, ότι θα αλλάξει το set list  και θα έχει πλέον δικές του μόνο συνθέσεις, οπότε ευελπιστούμε, ότι θα ακούσουμε ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ και εμείς τις ''θείες'' αυτές μελωδίες!
 Όπως τα ''Losing You'' και ''Rescue You'' που παρουσιάζονται απείρακτα και αυθεντικά σε αυτήν την κυκλοφορία από την εταιρεία  Cleopatra.
 Φυσικά ο αγαπητός Joe δε θα μπορούσε να παραλείψει την έξοχη κληρονομιά των  Rainbow και τραγουδά τα  ''Stone Cold'' και ''Street Of Dreams'' με μία μικρή διαφοροποίηση στο  solo του ''Stone Cold''.
Το ''Feel The Fire''  ηχεί ως η μουσική αναπλήρωση του μέγιστου Michael Bolton που παράτησε τη μελωδία και στράφηκε στην εμπορικότητα του μαζικού….. Ο Messano επάξια αποδίδει μία  funky και εκτεταμένη παρουσίαση του  ''Get Tough'' με όλη τη μπάντα σε έξοχη απόδοση.
Η καλύτερη σύνθεση προσωπικά στο δίσκο τούτο.
 31 χρόνια πέρασαν από την ηχογράφηση αυτή και ο Joe που έχει λησμονήσει(;;;) τον  AOR ήχο ή τις καλές μελωδικές συνθέσεις με τον  Malmsteen και πέρα από τα χρόνια με τους  Rainbow, ο αυτός  και η μπάντα του ποτέ δεν ακουγόταν τόσο μα τόσο εκπληκτικά και άψογα δεμένοι, όπως σε αυτόν τον δίσκο!!!
Εάν δεν κοσμεί τη δισκοθήκη σας ήδη, ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟΝ!

Νότης Γκιλλανίδης

Δευτέρα 9 Μαΐου 2016

Dynazty: "Titanic Mass"

Η αλήθεια είναι ότι το πράγμα με τούτους εδώ τους Σουηδούς
γίνεται ολοένα και καλύτερο με κάθε τους δίσκο. Οι Dynazty ξεκίνησαν ως μια μπάντα Sleaze/Hard Rock με το ντεμπούτο τους, γίνανε πιο heavy με το εκπληκτικό hard rock / metal δισκάκι "Sultans Of Sin" και μετατράπηκαν σε ένα μελωδικό metal/power metal τέρας με το εξίσου εκπληκτικό "Renatus".

Ειδικά το "Renatus" ήταν ένα πολύ βαρύ, για τα δεδομένα της μπάντας, άλμπουμ  το οποίο συνδύαζε άψογα την hard ‘n’ heavy σκηνή με το σύγχρονο melodic metal  και με τις progressive πινελιές έγινε ένα πραγματικό διαμαντάκι που πρέπει να έχει κάθε οπαδός του metal ήχου.
Με το νέο τους πόνημα, που τιτλοφορείται “Titanic Mass”, οι Dynazty επιστρέφουν και είναι έτοιμοι να ταράξουν τα νερά για ακόμη μια φορά.  Για μένα, το νέο άλμπουμ, είναι η λογική συνέχεια του “Renatus".
Είναι πομπώδες, είναι βαρύ  χωρίς να χάνει τα μελωδικά στοιχεία της μπάντας και περιλαμβάνει εκπληκτικά και καλοπαιγμένα κομμάτια μέσα που θα τραβήξουν την προσοχή με το πρώτο άκουσμα. Τα progressive στοιχεία συνεχίζουν να εντυπωσιάζουν και η φωνή του Nils Molin είναι το κερασάκι πάνω σε αυτό το νέο αριστούργημα.
Το εναρκτήριο "Human Paradox" είναι και πρώτο highlight του νέου δίσκου. Δυνατό, μελωδικό με ένα ρεφραίν που σε κολλάει στον τοίχο με την μια!!!
Τα  "Untamer Of Your Soul”  και ”Roar Of The Underdog”  είναι και τα δύο τέλεια δείγματα της μουσικής των Dynazty. Τσαμπουκαλεμένα με έξυπνα ρεφραίν, μελωδίες να σιγοψιθυρίζεις για μέρες και πάνω απ’ όλα δυνατές ενορχηστρώσεις.
Το κιθαριστικό δίδυμο κυριολεκτικά ζωγραφίζει με τα εκπληκτικά σόλα του και τα heavy riff του. 
Στο "I Want To Live Forever" , το συγκρότημα προσφέρει απλόχερα ένα ακόμη δυνατό δείγμα μέσα από το νέο πόνημα του. Πρόκειται για ένα mid-tempo κομμάτι , πιο σκοτεινό, αλλά με μια πολύ όμορφη μελωδία ενώ στο "The Beast Inside" έχουμε τον απόλυτο power metal ύμνο!
Οι Dynazty με το “Titanic Mass” ελευθερώνουν το metal τέρας που έκρυβαν και δείχνουν πως το να προοδεύεις στην μουσική δεν είναι κακό, αρκεί να βρεις τον σωστό τρόπο και τις σωστές ιδέες.
Για μένα βάζουν τις βάσεις για ΤΟ άλμπουμ της χρονιάς!!!

Βασίλης Χασιρτζόγλου

Τρίτη 3 Μαΐου 2016

Joe Bonamassa: "Blues of Desperation"


Είναι φανερό τα τελευταία χρόνια ότι ο 39χρονος κιθαρίστας παίζει
χωρίς αντίπαλο στο σύγχρονο blues τοπίο. Ή μάλλον, με μοναδικό αντίπαλο τον πληθωρισμό από τις δικές του κυκλοφορίες. Κανένας λευκός στην ηλικία του δεν παίζει έτσι τα μπλουζ. Αυτό, βέβαια, είναι κάτι που ακούει να το λένε γι' αυτόν από τα 15 του.

Είχε προαναγγείλει ότι το επόμενο άλμπουμ του, το δεύτερο με δικές του συνθέσεις μετά το"Different Shades Of Blue" του '14, θα είναι "rock". Έχοντας στο πλευρό του τον παραγωγό Kevin Shirley (συνεχώς εδώ και 10 χρόνια), στα μέσα Μαρτίου κρέμασε στον ψηφιακό κόσμο της ακρόασης το 12ο στη σειρά δίσκο του, το "Blues of Desperation", τον οποίο ηχογράφησε μέσα σε μόλις πέντε μέρες, στην Μέκκα του roots ήχου, την Nashville, προσφέροντας στο κοινό 11 καινούρια κομμάτια. Προεξάρχει σε όλα το αναγνωρίσιμο κιθαριστικό του στυλ (ο μοναδικός κιθαρίστας της εποχής μας που συνδυάζει το άριστο διάβασμα των Jimmy Page, Gary Moore, Jeff Beck, Rory Gallagher συνδυασμένο με το αβίαστο feeling των Buddy Guy, Albert Collins και B.B. King) και η ολοένα και με μεγαλύτερο βάθος και αυτοπεποίθηση φωνή του. Το άκουσμα ενισχύεται από ξεκάθαρες, έμπειρες συνεισφορές μουσικών που ο καθένας έχει μακριά ιστορία πίσω του. Οι δύο ντράμερ Anton Fig και Greg Morrow, ο μπασίστας Michael Rhodes, στα πλήκτρα ο Reese Wynans, οι καλλιτέχνες των πνευστών Lee Thornburg, Paulie Cerra και Mark Douthit, καθώς και οι κυρίες Mahalia Barnes, Jade McRae και Juanita Tippins στα δεύτερα φωνητικά. Τα κομμάτια είναι γεμάτα χαρακτήρα, το καθένα έχει δικό του χρώμα, συνδυάζοντας τον «παραδοσιακό» blues rock ήχο με σύγχρονη, αυθόρμητη κιθαριστική επεξεργασία, που δε διστάζει να μεταβάλλει ρυθμούς, στυλ και συναίσθημα για να δώσει έμφαση στην ουσία κάθε σύνθεσης.
Το "This Train" με το σιδηροδρομικό ρυθμό και το σλάϊντ μπορεί να μην είναι τίποτε εντυπωσιακό, βάζει όμως στο κλίμα ότι επέρχεται ένα δουλεμένο άλμπουμ. Ακριβώς μετά έρχεται και σκάει το κοφτό ριφ του "Mountain Climbing", σαν βαρυκόκαλλο ξαδερφάκι του "The Ocean", που πραγματικά ορειβατεί πάνω σ' ένα αδιαπέραστο rhythm section, με ανάσες από τα γυναικεία δεύτερα φωνητικά. Ακόμη και επιδερμικός ακροατής του Bonamassa μπρεί να ποντάρει ότι το συγκεκριμένο κομμάτι θα μείνει στο live set του για καιρό. Το ομώνυμο, "Blues of Desperation, μαζί με τα "How Deep This River Runs" και "Distant Lonesome Train" έχουν έναν βαρύτονο καμβά, ιδανικό για να επεκταθεί ο Bonamassa χωρίς καθόλου να κουράζει - ένα άλλο του μεγάλο πλεονέκτημα. Το "You Left Me Nothing but the Bill and The Blues" έχει κι αυτό έναν αέρα φτιαγμένο για live, με κορύφωση τα δύο σόλο.

Όλα τα κομμάτια του άλμπουμ -εκτός από ένα- φέρουν δίπλα στην υπογραφή του Bonamassa και εκείνη ορισμένων φτασμένων συνθετών της Nashville όπως ο Tom Hambridge, ο Jeffrey Steele, ο Gary Nicholson, ο Jerry Flowers και σε έξι κομμάτια o James House. Μιλάμε για τους μάστορες του σύγχρονου blues και country ήχου (και πεπειραμένους μουσικούς), που έχουν προσδώσει αυτό το «κάτι» σε καθένα κομμάτι ώστε να στέκει αυτόνομα, όχι, ως συνήθως, σαν αφορμή να κάνει επίδειξη ο κιθαρίστας το brand name του οποίου πουλάει το άλμπουμ.
Το οκτώμισυ λεπτών "No Good Place For The Lonely" έχει ενδοσκοπικό στίχο, έγχορδα στο background κι ένα παραμορφωμένο σλάϊντ μοτίβο (θυμίζει την υπόκωφη οργή του Gary Moore), που όσο περισσότερο το ακούει κανείς, τόσο περισσότερο λειτουργεί (για τα σόλο δε χρειάζεται να ειπωθεί κάτι άλλο). Το πρώτο σινγκλ "Drive" δικαίως σκόρπισε προσδοκίες, με το απλό, σινεματικό του feeling. Το προτελευταίο τρακ, το "Livin' Easy" με το συνδυασμό Chicago style πιάνου, ακουστικής κιθάρας και πνευστών κλέβει την παράσταση. To επίσης ακουστικό γκοσπελίζον "Valley Runs Low" και το καθοδηγούμενο από τα πνευστά σλόου What I've Known For A Very Long Time" κάνουν τον ακροατή να χάσει την αίσθηση του χρόνου. Είναι όντως σημερινά αυτά τα 60 και κάτι λεπτά μουσικής, ή έχουν γραφτεί πριν από δεκαετίες;

Συνήθως όταν κάποιο άλμπουμ καταφέρνει κάτι τέτοιο, να νικήσει το χρόνο με τις πρώτες ακροάσεις, αξίζει πολλά. 

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...