Τρίτη 15 Αυγούστου 2017

Roger Waters: "In This The Life We Really Want?"

Αφ’ ότου συγκρούστηκε μετωπικά με τις ταξιαρχίες της μουσικής βιομηχανίας πριν 30 χρόνια και έχασε στα δικαστήρια της Α.Μ. το όνομα “Pink Floyd”, ο Waters επικεντρώθηκε στο να αφυπνίσει τη συνείδηση του ακροατή, μέσα από το μετασχηματισμό της μουσικής του σε μια multi-art πολιτική πρόταση.

Με το “Radio Waves” (’87), το οποίο στη συνέχεια αποκήρυξε, προσπάθησε να πιάσει το σφυγμό του παντοδύναμου τότε ραδιοφώνου και να γνωμοδοτήσει θετικά “The Tide Is Turning”.
Με το τρίτο του σόλο άλμπουμ “Amused To Death (’92) ανέλυσε  κάθε εξαρτησιογόνο πτυχή των μέσων μαζικής ανημέρωσης και των διαδικασιών επιβολής που αυτά δρομολογούσαν, προλέγοντας στρατιωτικές επιδρομές «απελευθέρωσης» εθνών και εμφυλίους, την ύπνωση των μαζών και την παγκοσμιοποίηση.
Με την περιοδεία του
In The Flesh (1999-2002) βρήκε την ιδανική ανθολογία από Φλοϋδικά έργα που θεωρεί -ή και είναι στην ουσία-«δικά του» και την παρουσίασε ανά τον κόσμο με μια πληθωρική μπάντα. Με τοThe Dark Side Of The Moon Live(με το οποίο και πέρασε από τη Μαλακάσσα το 2006) απέδειξε τη διαχρονική σημασία των θεμάτων του οριακού αυτού άλμπουμ μέσα από ένα οπτικοακουστικό show που οδηγούσε πέρα από το χώρο και το χρόνο.
Και με τις 219 παραστάσεις του
The Wall Liveμεταξύ 2010 και 2013 έδωσε στο κοινό μια από τις πιο σύγχρονες μουσικές παραστάσεις που έχουν παρουσιαστεί ποτέ (επισήμως, δε, ανακηρύχθηκε την περίοδο εκείνη το κορυφαίο, από πλευράς εισιτηρίων, live show παγκοσμίως). Και συνέχισε, πέρσι με τις multimedia παραστάσεις της μίνι περιοδείας “Desert Trip” και φέτος με την ευρείας κλίμακας “Us + Them”, που περιλαμβάνουν μεγάλο μέρος του καινούριου άλμπουμ.
Το ερωτηματικό του τίτλου δείχνει ότι ο Waters, όσο «στρατευμένος» κι αν ακούγεται για τα αισθητικά στάνταρ μοντερνιστών, αντιδραστικών και νεοαγνωστικιστών (λ.χ. η μουσική στήλη της Independent, μεταξύ άλλων, για μια ακόμη φορά τον έθαψε ως παρωχημένο) έχει θέσει προ πολλού στο ραντάρ του το στόχο και, ακόμη και τώρα στη δύση της καρριέρας του, την ώρα που άλλοι συνομίληκοί του «σταρ» νεάζουν ή βαμπιρίζουν το παρελθόν τους, αυτός επιβεβαιώνει ότι δεν σκοπεύει να παρεκκλίνει απ’ αυτόν το στόχο, ούτε κατά μισή μοίρα. Επιδιώκει να απευθύνεται σε νοήμονες ακροατές, κατά προτίμηση σ’ αυτούς που έχουν την, ας το πούμε, προ-παιδεία και το ψυχικό και πνευματικό περιθώριο να τον αφουγκραστούν και να συμφωνήσουν μαζί του, αποκλείοντας εκ των προτέρων τους καταναλωτές μουσικής. Στην προσπάθειά του αυτή χρησιμοποιεί την αναγνωρίσιμη μουσικοστιχουργική του γραφή. Την τόσο ιδιαίτερη, ώστε προσφέρει η ίδια το πάτημα στους εκ των προτέρων αντι-Watersικούς να την απορρίψουν ως «μονόχνωτο διδακτισμό υπερηλίκου».
Είναι  μυστήριο, αλλά το νέο άλμπουμ του Waters θυμίζει από περισσότερες από μια πλευρές το τελευταίο άλμπουμ του Leonard Cohen, “You Want It Darker. Ως προς το πώς αντιμετωπίζει την επικείμενη θνητότητα - με αφοβία. Ως προς την ειλημμένη πρόθεσή του, αν έμαθε κάτι από μισό και πλέον αιώνα μουσικής δημιουργίας, αυτό και να αφήσει. Ως προς τη φροντίδα να διασώσει το δικό του απόσταγμα, όσο σκληρό, δυσάρεστο ή «ειδικού σκοπού» κι αν ακούγεται, ενσταλάζοντας σ’ αυτό ό,τι υφολογικά καινούριο του ταιριάζει.
Η ενορχήστρωση σκόπιμα μινιμαλιστική. Δεν υπάρχουν εξάρσεις, μόνον απόηχοι που διακριτικά παρεισφρύουν. Κάπου από το “The Final Cut”, άλλοτε από το “Animals”, ή το “Wish You Were Here”. Εκεί που στο “The Pros & Cons…” υπήρχε ο Eric Clapton και στο “Amused…” ο Jeff Beck”, εδώ δεν επιτρέπεται στις κιθάρες να πάρουν ποτέ τον πρώτο λόγο. Ακουστικές δομές, βιολιά, samples από δελτία ειδήσεων, αποσπασματικές ομιλίες και ήχους της φύσης, ηλεκτρονικά beat μικροσυμφωνικές εμφάσεις και ίχνης νεοψυχεδέλειας, με άξιο δευτεραγωνιστή τον παραγωγό των Radiohead, Nigel Godrich, έναν άνθρωπο που αναδεικνύει και μια βαθιά διασύνδεση αυτών των δύο γενεών μουσικών οραματιστών: και οι δύο χρησιμοποιούν την τεχνολογία για να μιλήσουν μέσα στην εποχή τους για το βάρος της ανθρώπινης ύπαρξης.
Στο επίκεντρο όλων η φωνή . Η προφορά, η εκφορά, οι παύσεις, η ένταση. Ενώ η φωνή, λ.χ., του Dylan τα τελευταία 20 χρόνια καταφέρνει να συμβαδίζει φωνητικά με τη βιολογική ηλικία που έμοιαζε ανέκαθεν να είχε, ο Waters, στα 74, ακούγεται ξανά σαν ενός τριαντάρη, που έχει μεγαλώσει όχι από τον χρόνο τον ίδιο, αλλά από το κουβάλημα στην πλάτη χίλιων τόσων μαθημάτων ματαιότητας που από πολύ νέος είχε ξεκινήσει να παίρνει. Γι’ αυτό και μπαίνει κατευεθίαν στο θέμα με το ενάμισυ λεπτού εισόδιο When We Were Young”.

Στο “Déjà Vu”, αυτός ο δεδηλωμένος άθεος, κλείνει το μάτι στο δημιουργό, αγναντεύοντας αφ’ υψηλού την εν απαξία διάλυση της πλάσης του (“If I had been God - I would have rearranged the veins in the face to make them more resistant to alcohol and less prone to aging” - “If I had been given the nod - I believe I could have done a better job”).
Ο μόνος λυτρωτικός υπαινιγμός έρχεται από ονειρικά ψήγματα νοσταλγίας για τον έρωτα (“And it feels like déjà vu  - the sun goes down αnd I’ m still missing you - counting the cost of love that got lost”).
Στο “The Last Refugee” (με το σπαρακτικό βίντεο κλιπ) η αντίστιξη μεταξύ του πόνου του πρόσφυγα για την απώλεια του παιδιού του που ξεβράζεται νεκρό στην παραλία και του στίχου “…while bathing belles, soft beneath hard bitten shells, punch their i-phones, erasing the numbers of redundant lovers - and search the horizon” είναι ό,τι πιο πολιτικοποιημένο μπορεί να γραφτεί για την σημερινή κατάσταση στην (δια)ταραγμένη Ευρωπαϊκή Μεσόγειο.



Στο Broken Bones ο απολογισμός είναι ενοχικός και γίνεται σε πρώτο πληθυντικό, σα να αφορά τη γενιά του. ΣτοPicture That -από μουσική άποψη η υπόκωφη αγωνία του “One Of These Days” μετατρέπεται σε μια εναλλακτική γέφυρα απ΄το “Dogs”- ο Waters απασφαλίζει, μ’ έναν καταιγισμό από f@ck&sh#tολογία, λες και δεν βρίσκει το λόγο να συγκρατήσει την αηδία και την αγωνία του ("...Picture a shithouse with no fucking drains - Picture a leader with no fucking brains"), ενώ στο ομόνυμο, Is This The Life We Really Wanted?”, σαρώνει την σύγχρονη πραγματικότητα με ριπές μιας δηκτικότητας σχεδόν μανιώδους:
Φοιτητές που τους λιώνουν τανκς, ρωσίδες για πούλημα, προνομιακά δάνεια που καταλήγουν θηλειές στο λαιμό, κατεστραμμένα νοικοκυριά, ανήλικα κορίτσια στην πορνεία, αστυνομική βία, ρατσισμός, white trash πρότυπα, όλοι έχουν μερίδιο ευθύνης:
Every time the curtain falls on some forgotten life - It is because we all stood by silent and indifferentits normal !”.
Η δε φωνή του πλανητάρχη που ακούγεται στην εισαγωγή, απόσπασμα τηλεοπτικής εμφάνισή του, απωθεί ακαριαία. Απρόβλεπτη, άψυχη σαν εμμονικού πρωταγωνιστή b-movie που κρατάει πισθάγκωνα δεμένη μια ολόκληρη υψήλιο από θύματα και τους κάνει διάλεξη για τις προθέσεις του, λίγο προτού ανάψει το φυτίλι που θα τους τινάξει όλους στον αέρα.

Χωρίς να απεκδύεται της universal ματιάς του, ακούγεται έντονα υπαρξιακός στο Bird In A Gale και το γεμάτο εικόνες The Most Beautiful Girl όπου η αθώα, φευγαλέα, θηλυκή μορφή και πάλι το θύμα των powers that be, φτάνει να αντιπροσωπεύει όλα τα ουσιώδη για τον οενιροπόλο αφηγητή : I'm the life that you gave - I'm the children you save - I'm the promise you made - I'm the woman you crave - So hold on- I'm coming home.
Τo Smell The Roses”, με τις πιο προφανείς Floyd παραπομπές απ’ όλο το υλικό, αφυπνιστικό και οξύ παρά τον φαινομενικά αποπροσανατολιστικό τίτλο του (“There's nothing but screams in the field of dreams - This is the room where they make the explosives - Where they put your name on the bomb…”) δίνει τη σκυτάλη στην εννιάλεπτη τριλογία που κλείνει το άλμπουμ (Wait For Her”/“Oceans Apart”/“A Part Of Me Died). Με το ένα κομμάτι να ρέει μέσα στο επόμενο, εκεί βρίσκεται το τρομακτικό συναισθηματικό φορτίο μιας αυλαίας. Του άλμπουμ σίγουρα. Του κύκλου μιας μεγαλειώδους καρριέρας, ίσως.
Εκεί ο Waters, μονολογεί με μια πηγαία σοφία, ποιητικός και προσωπικός όσο ελάχιστες φορές, για την καρτερικότητα, το σεβασμό και την βαθιά αγάπη με την οποία «οφείλει» να περιβάλει τη μούσα του, είτε αυτή πάρει τη μορφή της ανώνυμης αγαπημένης (“…always the love of my life) είτε της επερχόμενης θνητότητας, που θα εμφανιστεί ντυμένη ως αιθέρια ύπαρξη, όπως στο τέλος του “All That Jazz” (if she comes soon wait for her, and if she comes late wait, wait). Είναι αυτή που με μια ματιά σκότωσε τον «κακό του εαυτό» (“…but when I met you, a part of me died”), γι’ αυτό και σ’ αυτήν πιστεύει ως ποιητής, μέχρι το τέλος. “Bring me a bowl - To bathe her feet in - Bring me my final cigarette - It would be better by far to die in her arms - Than to linger - In a lifetime of regret”.

Mετά από μια ζωή γεμάτη εξορκισμούς δαιμόνων, γεμάτη συγκρούσεις και απολυτότητες στο δρόμο για να περισώσει την προσωπική του έκφραση, ο Roger δηλώνει παρών και έτοιμος.  Με ένα ambient ποίημα 54 λεπτών, ένα πικρό, συχνά οργίλο και σαρκαστικό κατηγορώ, ένα θρηνητικό υστερόγραφο για το αναπότρεπτο τέλος της διαδρομής, ένα «άντε και να προσέχετε, σας τά’ χω ξαναπεί, το νου σας».
Από τα άλμπουμ που έρχονται ως επείγοντα, χωρίς όμως να φθάνουν πολύ νωρίς για κανέναν. Θα εκτιμηθεί στο μέλλον όπως του αξίζει.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Τετάρτη 2 Αυγούστου 2017

Styx: “The Mission”


Επιστροφή μετά από δώδεκα χρόνια, σε στούντιο κυκλοφορία με νέα κομμάτια οι Αμερικανοί STYX και για άλλη μια φορά το θρυλικό συγκρότημα που διακρίθηκε κυρίως στις δεκαετίες ’70 και ’80 ηχογράφησε έναν εξαιρετικό δίσκο τιμώντας πρωτίστως την ιστορία του αλλά και δείχνοντας σεβασμό στους πολλαπλούς οπαδούς του.

Έχουμε γράψει επανειλημμένως ότι συγκροτήματα όπως οι Styx, Journey, Toto, Foreigner, REO Speedwagon , Asia, Survivor, Loverboy έχουν συκοφαντηθεί από τις ντόπιους metal και alternative αυθεντίες αφενός για την εμπορικότητα των συνθέσεων τους και αφετέρου για τον mainstream ήχο τους ενώ παράλληλα ηρωοποιούσαν καθετί παρακμιακό  βίαιο και  φιλοσοφημένο ατάλαντο.
Δυστυχώς για όλους αυτούς τους ειδήμονες οι συγκεκριμένες μπάντες  παίζουν απλά μελωδικό rock ‘n roll άλλοτε με λιτό ύφος και άλλοτε με πιο πολύπλοκη ενορχήστρωση και πραγματοποιούν  εδώ και δεκαετίες πετυχημένες συναυλίες σε γεμάτες αίθουσες, κυκλοφορούν αξιόλογα άλμπουμ και φυσικά αρκετοί οι δίσκοι τους έχουν μείνει κλασσικοί και θα πουλούν μέχρι τον επόμενο αιώνα!
Ερχόμενοι τώρα στη νέα κυκλοφορία των STYX το ευχάριστο είναι ότι εκτός από το στιχουργικό concept του Misson” που αναφέρεται  σε μία επανδρωμένη αποστολή στον Άρη το έτος 2033 έχουμε μία άριστη prog/aor-rock δημιουργία που δείχνει το μεγαλείο ενός συγκροτήματος που μπορεί άνετα να ξεδιπλώνει το ταλέντο της ακόμη όταν όλα τα μέλη του γκρουπ (εξαιρείται ο 49χρονος ντράμερ Todd Sucherman) διανύουν την έκτη δεκαετία της ζωής τους.
To άλμπουμ ξεκινά με το ολιγόλεπτο ορχηστρικό "Gone Gone Gone" σε prog ρυθμούς και συνεχίζει με το καταιγιστικό παλιοροκάδικο “Gone Gone Gone” με τον Lawrence Gowan να τραγουδά με το ρεφρέν να είναι μία χορωδιακή πανδαισία που σε γυρίζει στις παλιές δοξασμένες μέρες του γκρουπ.
Ακολουθεί το “Hundred Million Miles From Home” σε πιο χαλαρούς σχεδόν funky ρυθμούς με ένα πανέμορφο ρεφρέν καθώς αυτή την φορά συναντάμε τον Tommy Shaw στα φωνητικά ενώ στο “Trouble At The Big Show” τον πρώτο ρόλο στο μικρόφωνο αναλαμβάνει η παλιά καραβάνα της μπάντας ο κιθαρίστας James "JY" Young στο  θαυμάσιο “Trouble At The Big Show” με τα δεύτερα φωνητικά να κάνουν ντουέτο μαζί του.
To Locomotiveαποτελεί μία από τις γοητευτικές συνθέσεις των Styx αφού το λυρικό ξεκίνημα μετατρέπεται σε ένα διαστημικό ροκ ταξίδι με τα δεύτερα φωνητικά να θυμίζουν κάτι μεταξύ America  και Crosby,Still Nash and Young (οι επιρροές είναι εμφανείς σε αρκετές συνθέσεις) και το κιθαριστικό σόλο να έχει κάτι από την μαγεία του David Gilmour!
To Radio Silenceξεκινά με μια ανατριχιαστική ερμηνεία του Tommy Shaw βοηθούμενη από τα space πλήκτρα του Lawrence Gowan  ενώ  στη συνέχεια ακούγεται ένα επιβλητικό ρεφρέν όπου αποδεικνύει για ποιο λόγο ετούτη η μπάντα υπάρχει 45 χρόνια!!!
Η μπαλάντα  The Greater Goodακούγεται ονειρεμένη και ταξιδιάρικη με τον Lawrence Gowan να έχει τον πρώτο λόγο στα φωνητικά όπως και στο εξαίσιο  “Time May Bend” που κινείται περίπου στα ίδια ηχητικά μονοπάτια.
Το  ατμοσφαιρικό "Ten Thousand Ways" ουσιαστικά είναι η εισαγωγή του εξαιρετικού "Red Storm" όπου ο στίχος Theres no turning back, going to make it to the mother-ship τα περιγράφει όλα. Μία σύνθεση που παντρεύει την μελωδικότητα,  την ουράνια ερμηνεία του Tommy Shaw , τα πλήκτρα made in seventies και την εκρηκτικότητα του ντράμερ Todd Sucherman.
Το μόλις 17 δευτερόλεπτων “All Systems Stable” δίνει την σκυτάλη στο “Khedive” με τα πλήκτρα  να δίνουν μοναδικό ρεσιτάλ και την κιθάρα απλά να θυμίζει κάποιο ξεχασμένο σόλο του Brian May.
O δίσκος κλείνει με το “The Outpost” σε mainstream prog-rock ρυθμούς και περιέχει πανέμορφα γυρίσματα ενώ το “Mission To Mars” είναι ένας χαρούμενος-νοσταλγικός επίλογος.
Οι Styx με τούτο το άλμπουμ κατέθεσαν ψυχή και έμπνευση χωρίς εκπτώσεις στις συνθέσεις τους και κυρίως είχαν έναν παραγωγό τον Will Evankovich (βοήθησε και στα Synthesizers, και στις κιθάρες) που κατόρθωσε να ανανεώσει τον ήχο της μπάντας και να μας μεταδώσει μια ροκ γαλήνη που την έχουμε τόσο ανάγκη μπροστά στην ακατάσχετη ηχορύπανση που δέχονται τα αυτιά μας  εδώ και δύο δεκαετίες από τους κήρυκες του μίσους .

Φώτης Μελέτης

Τρίτη 11 Ιουλίου 2017

Lindsey Buckingham, Christine McVie: “Lindsey Buckingham/Christine McVie”


 
Κατευθείαν από το περίφημο line up των Fleetwood Mac, του συγκροτήματος που κέρδισε επάξια μια θέση στην ιστορία της μουσικής, έρχεται μέσα στο 2017 μια ανέλπιστη συνεργασία, αυτή του κιθαρίστα, συνθέτη και τραγουδιστή Lindsey Buckingham και της κημπορντίστριας και τραγουδίστριας (και παρολίγον γλύπτριας στα νιάτα της) Christine McVie.

Για αλλαγή, χωρίς το πιο διάσημο ίσως μέλος τους, τη Nicks, αλλά με μία McVie, ως διαχρονική μουσική αξία, πανέτοιμη να αναπληρώσει το κενό που είχε αφήσει η 16χρονη απουσία της από τους Fleetwood Mac (μέχρι το 2014) και με έναν Buckingham σε μια ευαίσθητη και συνεσταλμένη μουσική φάση, το ντούο καταθέτει μπόλικη έμπνευση βγαλμένη από το καταξιωμένο παρελθόν του.
Η συνεργασία είχε ήδη ρίξει τις ρίζες της 3 χρόνια πριν τότε που η McVie επέστρεψε στο συγκρότημα για να συμμετάσχει στην περιοδεία “On With The Show”. Ήδη κατά τη διάρκεια των προβών για τη συναυλία, το ντούο είχε βρει τα μουσικά του πατήματα υλοποιώντας το εγχείρημα μέσα και από ηχογραφήσεις. Όπως καταθέτει ο Buckingham, «είχαμε μπει σε μια δημιουργική διαδικασία και το project άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά. Είχαμε έτσι ήδη
τον βασικό κορμό του άλμπουμ και η όλη περίσταση μας έκανε να αισθανθούμε αυτόματα: “Γιατί αργήσαμε τόσο να συναντηθούμε μουσικά;”».
Θυμίζοντας η ιδέα σε αντιστοιχία το άλμπουμ “Buckingham Nicks” από τον Σεπτέμβριο του 1973, οι δύο μεστωμένοι πλέον καλλιτέχνες αφού βρήκαν την απαραίτητη χημεία μεταξύ τους κι έχοντας ως πολύτιμη βοήθεια τους «μάγους» του είδους Mick Fleetwood και John McVie, μπήκαν στο γνωστό στούντιο ηχογραφήσεων “The Village Studios” στο Λος Άντζελες, όπου ηχογραφήθηκαν μερικά από τα πιο κλασικά άλμπουμ των Fleetwood Mac, όπως το Tusk(1979).
Με το άλμπουμ να φέρει έναν απλό, easy to remember τίτλο, θυμίζοντας εξώφυλλο σχολικού τετραδίου με τα ονόματα των δύο καλλιτεχνών, γίνεται το απόλυτο comeback της McVie παρέα με τον παλιό της συνεργάτη Buckingham. Η κυκλοφορία του στις 9 Ιουνίου μας συστήνει 10 κομμάτια της ίδιας δημιουργικής ορμής που χαρακτήριζε συνθέσεις – θρύλους, όπως το “Don’t Stop” και το “Think About Me”. Κυρίαρχο το ποπ σκηνικό και η κατάληξη ένα κάπως παράξενο μείγμα με ιλλουστρασιόν, καλιφορνέζικο περιτύλιγμα που κρύβει μια γερή στρώση μελαγχολίας και σκοτεινής διάθεσης.
Η αρχή γίνεται δυνατά με τρεις δυναμίτες: Το Sleeping Around the Corner του Buckingham, το Feel About You,” που έγραψε μαζί με την McVie και το In my World πάλι από τον Buckingham.
Το εναρκτήριο Sleeping Around The Corner, το bonus track από το “Seeds We Sow”, μοιάζει να φτιάχτηκε από την αρχή για να υπηρετήσει το γνωστό στυλ των Fleetwood Mac με τις ροκ αρμονίες του και τις κορυφώσεις από τα κήμπορντς. Έχουμε ουσιαστικά εδώ ένα καλοφτιαγμένο δείγμα από αυτά που μας είχε συνηθίσει το συγκρότημα, με μια ιδέα προσαρμογής στα σύγχρονα μουσικά δρώμενα.

Σε χαρούμενο, παιχνιδιάρικο ρυθμό ακολουθεί το «μεσογειακό» Feel About You που τη διαφορά κάνουν η μαρίμπα και η μπασογραμμή του John Mc Vie.
  To μεγάλο χιτ είναι το In My World. Καταπιάνοντας το αγαπημένο θέμα του Buckingham, την παράφορη αγάπη, η πιασάρικη μελωδία του και τα σέξυ «μουγκρητά» του μας γυρνάνε πίσω στο “Big Love”.

 
Κι αν εξακολουθεί κάποιος ακόμη να νοσταλγεί τη Nicks ας δώσει μια ευκαιρία ακόμη ακούγοντας το Red Sun. H McVie συνήθως λειτουργώντας αθόρυβα στο παρασκήνιο και με τα φώτα να πέφτουν άπλετα στη Nicks, έχει εδώ όλη την ευκαιρία δική της να μας δείξει πως εκτός από βασική συνθέτρια είναι και μια πολύ ικανή ερμηνεύτρια. Αν και κατά παράδοση εκπροσωπούσε πάντα την αισιόδοξη πλευρά του συγκροτήματος, στο κομμάτι αυτό αποφασίζει να ρίξει λίγο τους συνηθισμένους τόνους και να ξεδιπλώσει τον εσωτερικό εαυτό της, μεταδίδοντας και μια μελαγχολία. Τα φωνητικά της δυναμικά όσο πρέπει αναδύουν μια αυτοπεποίθηση που απογειώνει τη σύνθεση.
Στο πιο ροκ κομμάτι του άλμπουμ Too Far Gone με το ριφ να είναι δανεισμένο από το “Tusk”, τα δυνατά ντραμς του κλέβουν την παράσταση ενώ στο Game of Pretend η McVie από τη συνηθισμένη της θέση πίσω από το πιάνο μας ταξιδεύει με μια πολύ όμορφα μελωμένη μπαλάντα.
Ανέλπιστα ονειρικό το Carnival begin πάλλεται αρμονικά στη νέα σφαίρα πραγμάτων που προσπαθεί να δημιουργήσει το ντουέτο με την σπαρακτική κιθάρα του Buckingham στο τέλος να δίνει το ιδανικό ολοκλήρωμα και να μας κάνει να θέλουμε λίγο ακόμη.
  Τελικά μπορεί κάποιοι να αναρωτηθούν αν αυτό το άλμπουμ άξιζε πραγματικά υπό το βάρος των ονομάτων που το προσυπογράφουν. Καταρχήν αναγνωρίζουμε ότι ήταν έξυπνο που δεν υπογράφηκε ως η επόμενη δουλειά των Fleetwood Mac. Οι δημιουργοί του απελευθερωμένοι από το βαρύ φορτίο που φέρει και μόνο το άκουσμα του ονόματος του συγκροτήματος, βάδισαν στα γνωστά μονοπάτια που τους καταξίωσαν ως ούτως ή άλλως βασικούς συνθέτες των Fleetwood Mac. Και αν και απέχει από το να θεωρηθεί ως τέλεια, είναι πολύ καλύτερη από το αναμενόμενο. Το ντούο έφτιαξε ένα αξιοπρεπέστατο υλικό, το εμπλούτισε με την πείρα του και μας παρουσίασε ένα είδος σάουντρακ παλιάς καλής κινηματογραφικής ταινίας. Έχοντας εξασφαλίσει ένα τέτοιου είδους ξεκίνημα, ευχόμαστε η συνεργασία αυτή να συνεχιστεί στο εγγύς μέλλον. Διότι μας έχουν λείψει οι καλές ροκ στιγμές μιας άλλης εποχής.

Μαρία Γεωργιάδου

Παρασκευή 7 Ιουλίου 2017

Mr Big: "Defying Gravity"


Καινούργιο δίσκο κυκλοφόρησαν οι MR. BIG και τιτλοφορείται "Defying Gravity". Η αλήθεια είναι πως αρκετοί θρύλοι της hard rock όπως οι Krokus, Deep Purple και άλλοι κυκλοφορούν δίσκους τα τελευταία χρόνια με νέο υλικό και παραμένουν στο προσκήνιο με επιτυχία(;)το ίδιο ισχύει για μία από τις μεγαλύτερες μπάντες, το supergroup των Mr. Big.

Τέσσερα από τα ιδρυτικά μέλη είναι παρόντα και σε αυτήν τη δημιουργία: οι Eric Martin (φωνή), Paul Gilbert (κιθάρες), Billy Sheehan (μπάσο) και ο  Torpey (τύμπανα). Με την επανεμφάνιση του παραγωγού Kevin Elson, που δούλεψε σε δύο επιτυχημένες κυκλοφορίες όπως τα "Lean Into It"(1991)και "Bump Ahead" (1993), ήταν ενδεικτική η διάθεση της μπάντας και προδιαγραφόμενη η επιτυχία. Αξίζει δε να επισημάνουμε ότι στα τύμπανα συμμετέχει ως guest o ντράμερ  Matt Starr που είχε αντικαταστήσει στην περιοδεία του 2014, τον Torpey που αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας με τη νόσο του Parkinson.
Το συνολικό άκουσμα του άλμπουμ είναι ο χαρακτηριστικός Mr. Big ήχος που "συμπλέκει" τεχνική μαεστρικότητα, μελωδία με ταχύτητα. Ο βιρτουόζος κιθαρίστας Paul Gilbert σε συνεντεύξεις αναφέρει ότι η μπάντα ηχογράφησε το δίσκο σε έξι ημέρες και μάλιστα ζωντανά στο στούντιο!!!
Ο δίσκος ξεκινά με το δυναμικό  "Open Your Eyes" γεμάτο από ενέργεια, με πιασάρικο ριφ και την κιθάρα να "γλυκοκελαηδά" σολάροντας στη μέση του τραγουδιού. Η επόμενη σύνθεση που είναι το ομότιτλο τραγούδι του δίσκου ξεκινά μελωδικότατα κιθαριστικά και η θελκτικότατη φωνή του   Eric Martin ακούγεται νεανικότατη και αισθαντική στην απόδοση της σύνθεσης.
Στις υπόλοιπες συνθέσεις ξεχώρισα τα , "Damn I’m In Love Again", που ακούγεται αρκετά διαφορετικό καθώς αποπνέει αίσθημα αρμονικής country που συνδυάζει μελωδία ακουστικά παιγμένη.
Προσωπικά εκτίμησα ιδιαίτερα τις τρεις  επόμενες συνθέσεις: τα "Mean To Me", "Nothing Bad (About Feeling Good) " και "Forever And Back" που "χρωματίζονται" διάχυτα με  80ς pop/rock ήχο και πνεύμα μπαλάντας διαπραγματευόμενες θέματα αγάπης, σχέσεων κτλ και σίγουρα θα ενθουσιάσουν τους παλιομοδίτες λάτρεις των μπαλαντών.
Φυσικά, πάλι η φωνή του  Eric Martin συνδράμει "ηχοκαρυκεύοντας" τις συνθέσεις!
Το "1992" είναι μία νοσταλγική και πανέμορφη συνάμα σύνθεση που ανατρέχει χρονικά στα 1992, τότε που η μπάντα γνώρισε παγκόσμια αποδοχή και αποθέωση με το ανυπέρβλητο "To Be With You".
Το "Be Kind" που κλείνει το δίσκο σίγουρα θα έλξει πολλούς  καθώς πρόκειται για μία πολύ μελωδική και αισθαντική μπαλάντα που "ξεχειλίζει" από μουσικότητα.
Μπορεί το ακαλαίσθητο κατ’ εμέ εξώφυλλο αλλά πολύ περιγραφικό, όπου ένα μαμούθ πέφτει επάνω στο τρέχον μουσικό σενάριο του κόσμου,  να με προδιέθεσε αρνητικά αλλά με τις ακροάσεις που έχω κάνει 20 μέρες τώρα καθίσταται σίγουρα ένα από τα αγαπημένα μου και όχι μόνο γιαυτό το καλοκαίρι!

Νότης Γκιλλανίδης

Τετάρτη 28 Ιουνίου 2017

Cheap Trick: "We're All Alright!"

 
Όταν συγκροτήματα με σαράντα χρόνια πορείας ακόμη και σήμερα κυκλοφορούν εξαιρετικούς δίσκους τότε οι νέοι καλλιτέχνες (ελάχιστες οι εξαιρέσεις) όχι μόνο πρέπει να ανησυχούν αλλά πρέπει να προβληματίζονται, τι φταίει που η επιτυχία τους είναι εφήμερη και κυρίως δεν έχει διάρκεια.


Οι Cheap Trick στην χώρας μας, ήταν αποδεκτοί και αναγνωρίσιμοι αλλά ποτέ δεν ήταν οι λατρεμένοι όπως στις ΗΠΑ και στους σχιστομάτηδες της Ιαπωνίας παραταυτα παραμένoυν μελωδικοί με ανεξάνλητο ταλέντο, γοητευτικά διασκεδαστικοί με ιδιαίτερη έμπνευση και μοναδικό στυλ.
Η αγάπη τους για τα sixties και για τα γκρουπ με τα οποία μεγάλωσαν είναι εμφανή σε τούτο το άλμπουμ αφού στο "We're All Alright!" για άλλη μια φορά οι Kinks με τους Who συναντούν τους Beatles.
Οι garage κιθάρες, εναλλάσονται με τους ορμητικούς ροκ εν ρολλ ρυθμούς με δυναμικές power pop μελωδίες συνδυασμένα με μεράκι και ατελείωτη party διάθεση.
Ο δίσκος ξεκινά με το δυναμικό ροκάκι "You Got It Going On" (θυμίζει εκπληκτικά σύνθέσεις των Who) και συνεχίζει με το  "Long Time Coming" που το ριφ είναι ολόιδιο με το "All Day and All of the Night" των Kinks ακολουθεί το "Nowhere"  με τα "μεγαφωνικά"  φωνητικά ενώ το "Radio Lover" θυμίζει κάτι από Elvis.
Το "Lolita" φλερτάρει με τους Muse (!!!) και το "Brand New Name on an Old Tattoo" περιέχει αρκετή hard rock διάθεση εν αντιθέση με το ποπ ψυχεδελικό "Floating Down".
Ακολουθεί το "She's Alright" το οποίο είναι μία ποπ εκδοχή των Lynyrd Skynyrd και το "Listen to Me" μία εκρηκτική σύνθεση με την μπασογραμμή "κλεμμένη" από τους Simon & Garfunkel ενώ τέλος το "The Rest of My Life" ακούγεται σαν μία χαμένη σύνθεση των Σκαθαριών.
Οι Cheap Trick επιβεβαιώνουν την λαική ρήση.... η "γριά κότα έχει το ζουμί" και βάζουν τα γυαλιά σε πολλούς δήθεν επιδοτούμενους σύγχρονους rock αστέρες που παλεύουν με τα views στο youtube και τα like στο fb αλλά από έμπνευση, δημιουργία και συνέπεια ίσα που πιάνουν την βάση και αν είχαν έστω και λίγο από την απίστευτη φρεσκάδα και ενέργεια των Cheap Trick, τότε το ροκ δεν θα αντιμετώπιζε τα σημερινά χάλια των καινούργιων εκπροσώπων του.
Το
"We're All Alright!" χωρίς πολλά λόγια είναι ένα από τα καλύτερα άλπουμ της φετινής χρονιάς!
 
Φώτης Μελέτης

Παρασκευή 2 Ιουνίου 2017

Nickelback: “Feed The Machine”


 
Ένατη στούντιο δουλειά για τους Καναδούς ρόκερ με πάνω από είκοσι χρόνια δισκογραφικής παρουσίας και φαίνεται ότι παρά τις αντιδράσεις που έχουν από μία μερίδα του κοινού και των κριτικών κατoρθώνουν να κυκλοφορούν αξιοπρεπείς δίσκους.

 Το κουαρτέτο δείχνει ότι έχει ξεπεράσει προ πολλού  τις δάφνες του περίφημου πλέον “How You Remind Me” και παράλληλα φαίνεται ότι προσπαθεί οι συνθέσεις του να μην θυμίζουν τον ήχο που κάποιοι τον λατρεύουν αλλά και αρκετοί τον μισούν θανάσιμα.
Nickelback σε τούτη την νέα δισκογραφική κυκλοφορία έχουν κάνει τον ήχο τους πιο επιθετικό και λίγο “πιο Metallica” θα λέγαμε. Αυτό καταγράφεται με απόλυτο τρόπο στα "Coin for the Ferryman", "Must Be Nice", "The Betrayal (Act III)" αλλά και στο εξαιρετικό ομότιτλο κομμάτι.
Τα μπαλαντοειδή "After the Rain", "Home"  και  "Song on Fire" αναδεικνύουν την πιο μελωδική πλευρά της μπάντας ενώ τα πανέμορφα "Silent Majority" και "Every Time We're Together" θυμίζουν  τον γνωστό ήχο που καθιέρωσε και έκανε δημοφιλές το γκρουπ σε όλο τον κόσμο.
Το άλμπουμ κλείνει κάπως απρόσμενα με το ορχηστρικό "The Betrayal (Act I)" ενώ μεγάλη έκπληξη αποτελεί και η κιθαριστική παρουσία του Nuno Bettencourt (Extreme), στον δυναμίτη "For the River".
Μεγάλο ατού αποτελεί επίσης και η κρυστάλλινη παραγωγή της μπάντας παρέα με τον Chris Baseford που έχουν καθαρίσει από κάθε τι περιττό το “Feed The Machine” με συνέπεια να ακούγεται φρέσκο και δυναμικό.
Συνοπτικά θα λέγαμε ότι οι Nickelback κατόρθωσαν να μην  αντιγράψουν τόσο πολύ τον εαυτό τους και να μας χαρίσουν έναν θαυμάσιο metal-rock δίσκο.

Φώτης Μελέτης

Κυριακή 28 Μαΐου 2017

John Mellencamp: “Sad Clowns & Hillbillies”


To 23ο στούντιο άλμπουμ του σπουδαίου Αμερικανό τραγουδοποιού τιμά για πολλοστή φορά την μεγάλη δισκογραφική του πορεία που έχει συμπληρώσει ήδη τέσσερις δεκαετίες πετυχημένης διαδρομής και στα 66 του, παραμένει ένα ζωντανός και ταπεινός Rock & Roll θρύλος που αποδεδειγμένα σέβεται και αγαπά το κοινό του.

Στο Sad Clowns & Hillbillies” είναι η νέα δουλειά του John Mellencamp  και σημαντικό ρόλο παίζει η συνεργασία του με την country τραγουδίστρια Carlene Carter  με την οποία ερμηνεύουν παρέα πέντε κομμάτια και δίνουν ένα ακόμη πιο συναισθηματικό  και εμπνευσμένο τόνο στο άλμπουμ.
Οι συνθέσεις του δίσκου νομίζεις ότι είναι βγαλμένες από τους αμερικάνικους αγρούς αφού κυριαρχούν οι παραδοσιακές κάντρυ μελωδίες, οι southern ερμηνείες, οι blues και folk αναφορές, οι "θρησκευτικοί" στίχοι και ότι άλλο συνοδεύουν αυτό τον ήχο με τις φυσαρμόνικες,, τις ακουστικές κιθάρες και τα βιολιά να παίζουν στην πρώτη γραμμή.
Το άλμπουμ ξεκινά με τα "Mobile Blue" (διασκευή
σε σύνθεση του MickeyNewbury) και "Battle of Angels"  σε κλασσικό blues/country rock στυλ και οι ρυθμοί πέφτουν με το "Indigo Sunset" που ακούγεται άκρως τρυφερό με το πιάνο και το βιολί να προσθέτουν ακόμη πιο ρομαντική ατμόσφαιρα ελέω φυσικά και της ερμηνείας της Carlene Carter.
Έχει προηγηθεί όμως το υπέροχο "Grandview" σ΄ένα ντουέτο με την Martina McBride (αστέρι της κάντρι ποπ) αλλά η έκπληξη στην συγκεκριμένη σύνθεση είναι ότι στην κιθάρα συναντάμε τον περίφημο  Izzy Stradlin (πρώην Guns N' Roses) που δίνει το δικό του ξεχωριστό χρώμα στο κομμάτι.
Εξίσου θαυμάσιο  είναι το αφηγηματικό "What Kind of Man Am I" που ξεκινά σε ύφος μπαλάντας και εξελίσσεται σε ένα μικρό ρυθμικό ύμνο. Ακολουθούν το εξαιρετικό  "All Night Talk Radio" που είναι σε χορευτική διάθεση ενώ το "Sugar Hill Mountain" θυμίζει σκηνή από γουέστερν γυρισμένη σε σαλούν.
Το "You Are Blind" είναι απλά μία ήρεμη σύνθεση, όμως η συνέχεια ανήκει στο συγκλονιστικό  "Damascus Road" που πιθανόν να είναι και το καλύτερο τραγούδι του άλμπουμ με την Carlene Carter  και τους αλληγορικούς στίχους να κλέβουν τις εντυπώσεις.
Την ανατριχίλα του  "Damascus Road"  διαδέχεται το διασκευασμένο και αισιόδοξο (λόγω μαντολίνου) "Early Bird Cafe" (το είχε πρωτοτραγουδήσει ο
Jerry Hahn Brotherhood) ενώ στο "Sad Clowns" οι επιρροές από τον Louis Armstrong είναι εμφανείς.
Το  άλμπουμ κλείνει με τα ξεσηκωτικό "My Soul's Got Wings”  με την Carlene Carter σε πρώτο ρόλο αλλά και τον
φολκ θρύλο και μακαρίτη Woody Guthrie (βασική επιρροή του J.M.) να συνυπογράφει τους στίχους σύνθεση και τέλος το "Easy Target" φλερτάρει ολίγον από Tom Waits.
Εν κατακλείδι στην ερώτηση "τι αίσθηση σου δίνει το νέο άλμπουμ του John Mellencamp;;;" θα απαντούσα  ότι:
H κληρονομιά που άφησαν πίσω τους ο Bob Dylan, οι Crosby, Still, Nash and Young  με σπουδαίους καλλιτέχνες όπως οι Bruce Springsteen, Tom Petty και John Mellencamp μπορεί να μεγάλωσαν κι αυτή  ηλικιακά αλλά επειδή όλες αυτές οι μελωδίες που γράφονται από δαύτους μένουν στην αιωνιότητα θα συνεχίζουν μέχρι τελικής πτώσεως να αποδεικνύουν τι εστί ροκ με ψυχή και ήθος.
Καλή ακρόαση σε αγαπούν το γνήσιο ροκ...

Φώτης Μελέτης

Πέμπτη 25 Μαΐου 2017

Walk on Fire: "Mind Over Matter"


Είχα παρουσιάσει πριν μερικά χρόνια τον πρώτο δίσκο της μπάντας και έγραφα: "Από το 1989 η μπάντα αυτή κυκλοφόρησε ένα δίσκο και μετά η λήθη σκέπασε τα ίχνη της. Κρίμα και μόνο κρίμα, διότι τούτη εδώ η "δουλειά" είναι η επιτομή του A.O.R:

Στα πλήκτρα είναι ο Dave Cairns στο φουλ, φωνή του Alan King μελωδικότατη και κρυστάλλινη, κιθάρα σε αρμονικές και σόλο ευφάνταστα με τον Mike Casswell (πρώην Brian May)  ενώ το rhythm section με τους Phil Williams (πρώην Spandau Ballet) στο μπάσο και τον Trevor Thornton (πρώην  Asia) στα ντραμς μετρονομική παρουσία  πραγματικά. Τα δεύτερα φωνητικά πλούσια και χορωδιακά συμπληρώνουν το παζλ της αοριάς…"
Μετά την κυκλοφορία του πρώτου δίσκου τους "Blind Faith", από την MCA περιόδευσαν με τους  Ratt και  The Dan Reed Network και μάλιστα είχαν και μία σχετική επιτυχία, ειδικά με το  12″ Wastelands αλλά τα παράτησαν και διαλύθηκαν.
Πρόλαβαν όμως και ηχογράφησαν υλικό άξιο για κυκλοφορία αλλά έπεσαν στην άνοδο του  grunge και έτσι ο εκλιπών Mr. Cobain εν μέρει "ευθύνεται" για την απουσία και την μη κυκλοφορία 23 χρόνων…
Ακούγοντας το υλικό μπορώ να πω με σιγουριά, ότι εάν είστε φίλοι του καθοδηγούμενου από κιθάρα  AOR θα ενθουσιαστείτε, καθώς πρόκειται για μία απρόσμενα σπουδαία κυκλοφορία!
Και εξηγούμαι : από το εναρκτήριο "Mind Over Matter"  ο ακροατής προϊδεάζεται για ένα μελωδικού  rock καλλιτέχνημα.
Σίγουρα, κάθε τραγούδι αξίζει της προσοχής σας αλλά υπάρχουν 2-3 πραγματικά μελωδικά, μουσικά κομψοτεχνήματα, όπως για παράδειγμα το πανέμορφο  AOR ύφους "Reign Down" ή το δεξιοτεχνικό με απίστευτο αίσθημα και χορωδιακή επωδό που θα σας "αποτελειώσει" το   "Long Live Love" (λατρεμένο) όμως ιδιαίτερη μνεία θα κάνω για το προσωπικά αγαπημένο μου  "αραχνοΰφαντο" Wicked. Αν προτιμάτε βέβαια κάτι βαρύτερο σίγουρα θα σας εντυπωσιάσει το  "Drag Me Down".
Ένα "φάντασμα" κλασικού μελωδικού ήχου, αρχετυπικό δείγμα των '80ς, που σίγουρα θα μας "στοιχειώνει" με τα χρόνια που παρέμενε στην αφάνεια.
Είμαστε τυχεροί που ακούμε όλα τα κλασικά μουσικά στοιχεία  των 80ς του AOR μελωδικού rock. Αρμονικότητα, μελωδίες, φωνητικές συναρμογές, καθαρές κιθαριστικές γραμμές και στιβαρή ρυθμική γραμμή. Και καθώς έχει συντεθεί από έναν άνθρωπο των πλήκτρων, πιάνο και συνθεσάιζερ  δίνουν ατμοσφαιρικό χρώμα σε "πολύχρωμες" μουσικές εισαγωγές και σολαρίσματα.
Είναι λυπηρό που ο κιθαρίστας Mike Casswell έχασε τη ζωή του σε θαλάσσιο ατύχημα στα  2016  ένας εξαιρετικός κιθαρίστας, δεξιοτέχνης με λαμπρά τεχνικά "ακροβατικά" στις ταστιέρες της εξάχορδης "θεάς".
Τραγουδιστικά ο Alan King σίγουρα "κλέβει" την παράσταση με τα καθάρια και μελωδικά φωνητικά του. Μία πολύ καλή κυκλοφορία που αδικήθηκε καθώς έπειτα από 28 χρόνια και με το μακρινό 1989 να παρουσιάζει τους  Walk On Fire  και το ντεμπούτο τους  ‘Blind Faith’ τερπόμαστε ηχητικά/μουσικά με το  "Mind Over Matter".
Είτε πιστεύετε στη μοίρα ή στην πρόνοια και πρόβλεψη, οι μουσικές Μοίρες επέτρεψαν οι τελευταίες ηχογραφήσεις των  Walk On Fire  που είχαν χαθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα αλλά δεν ξεχάστηκαν, να βρεθούν!
Το  "Mind Over" έχει υλικό εξαιρετικό και αξίζει της ακοής σας. Συλλογή από κλασικό '80ς UK AOR μελωδικό rock. Βάλτε το λοιπόν στη λίστα σας και την επόμενη φορά που θα επισκεφθείτε το κάποιο από τα λιγοστά κατάστημα δίσκων που απέμειναν και αναζητήστε το.
Αξίζει!!!


Νότης Γκιλλανίδης

Πέμπτη 18 Μαΐου 2017

Raw Silk: “The Borders of Light”



Η είδηση έπεσε σαν κεραυνός… οι «Raw Slk επιστρέφουν!!!!» Τσεκάρω άμεσα να δώ ότι δεν είναι κάποια ιντερνετική πλάκα, μπαίνω στο προφίλ του Κώστα Κυριακίδη στο fb και ναι!!! Μία από τις πιο αγαπημένες μου εφηβικές μπάντες επανακάμπτουν και κυκλοφορούν νέο άλμπουμ.

Το αρχικό ευχάριστο σοκ διαδέχεται η αναμονή, στο τι θα ακούσουμε από τους αναγεννημένους Raw Silk αν και όλες οι πληροφορίες και συνομιλίες που είχαμε αρκετοί από εμάς, με τον ιδρυτή του γκρουπ δεν φαινόταν στον ορίζοντα ότι θα συνέβαινε, η εν λόγω επιστροφή.
Μετά λοιπόν και τα ευχάριστα νέα της κυκλοφορίας δεύτερου άλμπουμ ήρθαν και οι πληροφορίες που δίχασαν αρκετούς από τους πιστούς οπαδούς του συγκροτήματος. Πρώτον ότι δεν υπήρχε στα φωνητικά ο Γιώργος Φλωράκης που έχει βάλει την δική του σφραγίδα στο “Silk Under the Skin” και δεύτερον όλα τα υπόλοιπα μέλη δεν είχαν καμία σχέση με το παρελθόν του γκρουπ αφού ήταν όλοι οι μουσικοί από Αγγλία μεριά.
Όμως το κομβικό σημείο που απογοήτευσε και χώρισε στα δύο στρατόπεδα τους οπαδούς των Raw silk ήταν το πρώτο κομμάτι που δόθηκε στην δημοσιότητα αφού ήχος και κυρίως η καινούργια σύνθεση (“Nobody Fills the Loneliness”) δεν είχε καμία σχέση με τον aor/ melodic hard rock ύφος που τους λατρέψαμε.
Οι συζητήσεις στο διαδίκτυο άναψαν με τα σχόλια να είναι καυστικά αλλά αυτό προσωπικά το προσπερνώ μιας και ήθελα πρώτα να ακούσω ολόκληρο τον δίσκο και μετά να κρίνω τα δέοντα. Πιστεύω πάντως ότι τα γκρουπ που αλλάζουν τον ήχο τους και προσπαθούν να μην εμπορευματοποιηθούν αξίζουν σεβασμό
όχι για λόγους ανοχής ή επίεικιας αλλά διότι ρισκάρουν καλλιτεχνικά περισσότερο από κάποιους που έχουν "βολευθεί" με συνταγή της αποδοχής και της επιτυχίας.
Ερχόμενοι λοιπόν στο άλμπουμ, αυτό που κυριαρχεί είναι τα αρκετά prog – metal στοιχεία συνδυασμένα με μπόλικη μελωδία βασισμένη στα πλήκτρα χωρίς όμως κανένα aor ίχνος και με καμία μουσική αναφορά σε ότι έκανε γνωστή την μπάντα.
Τα heavy κιθαριστικά ριφ δίνουν άλλοτε μία epic ατμόσφαιρα βοηθούμενοι και από τις ερμηνείες του
Chris Dando που ντύνουν με ένα βαρύ ρυθμικό πέπλο σχεδόν όλες τις συνθέσεις του The Borders Of Light”.
Το άλμπουμ ξεκινά με ένα υπέροχο άσμα το “One Lifetime”  που είναι ίσως η κορυφαία σύνθεση του άλμπουμ όπου η ψυχεδέλεια συναντά το prog/rock-metal και ακολουθεί το Nobody Fills the Lonelinessπου είναι το κομμάτι που σήμανε την επιστροφή της νέας παρέας του Κώστα Κυριακίδη και αποτελεί μία από τις πολύ καλές στιγμές.
ΤοChimeraμου θύμισε αρκετά Threshold με ολίγους πρώιμους Dream Theater ενώ τοNight Time Angelsείναι μία εξαιρετική σύνθεση με πανέμορφα μελωδικά prog γυρίσματα και με δυνατό ρεφρέν σε αντίθεση με το  “The Road you've Takenπου ακολουθεί ένα μελαγχολικό δρόμο.
Η συνέχει ανήκει στο  “Losing my mind που ξεκινά με τον κλασσικό blues ρυθμό και συνεχίζει πάνω σε αυτή την φόρμα, όπως και το  “Distressed and Powerlessπου περιέχει ένα βαρύ και ασήκωτο κιθαριστικό ριφ με το ρεφρέν να βάζει μία πιο μελωδική νότα στην συγκεκριμένη σύνθεση ενώ τοOut of Reachτο διακατέχει μία μικρή αύρα από τους Raw Silk που γνωρίσαμε στη δεκαετία του ’90.
Ο δίσκος κλείνει με τo ομότιτλοThe Borders of Lightπου είναι μία μεγαλεπήβολη σύνθεση 12 λεπτών όπου τόσο το αναγεννησιακό στοιχείο είναι εμφανές όσο και οι επιρροές από το art-rock των seventies με τα metal φωνητικά να την απογειώνουν και ο επίλογος να γίνεται ελληνικούς στίχους με αναφορές στον Όμηρο και το Φως!!! Τέλος το Solitude of Painκινείται σε ακουστικά μονοπάτια με τον λυρισμό να είναι διάχυτος και το σόλο να θυμίζει Pink Floyd.

Εν Κατακλείδι τοThe Borders Of Light” είναι μία αξιόλογη κυκλοφορία όμως σίγουρα οι σημερινοί Raw Silk δεν έχουν καμία σχέση με τη μπάντα του 1990 και θα ήταν πιο σοφό να είχαν χρησιμοποιήσει κάποιο άλλο όνομα και όχι να βασισθούν στον μύθο που δημιούργησαν πριν μερικές δεκαετίες.

Φώτης Μελέτης

Πέμπτη 11 Μαΐου 2017

Mike and The Mechanics: “Let Me Fly”

Το προσωπικό μουσικό όχημα του κιθαρίστα Mike Rutherford των θρυλικών Genesis ξεκίνησε δισκογραφικά στα μέσα της δεκαετίας του ’80 και τα πρώτα τους άλμπουμ έβγαλαν μία σειρά από θαυμάσια singles με πιο γνωστά τα "All I Need Is a Miracle", "The Living Years" , "Word of Mouth", "Over My Shoulder" και "Silent Running (On Dangerous Ground)".

To δυνατό όπλο της μπάντας ήταν κι οι δύο ερμηνευτές, ο  Paul Carrack (Ace) και Paul Young (πέθανε τον Ιούλιο του 2000) ενώ την δεκαετία του ’90 κυκλοφόρησαν τρεις καλούς δίσκους και το 2004 επανέρχονται με το έκτο άλμπουμ τους με τίτλο “Rewired”. Στη συνέχεια οι Mike and The Mechanics μπαίνουν στο ψυγείο και το 2009 ο Mike Rutherford τους επανασχηματίζει χωρίς όμως κανένα από τα αρχικά μέλη και στο γκρουπ προστίθενται αξιόλογοι μουσικοί με κορυφαίο τον τραγουδιστή Andrew Roachford. Το συγκρότημα κυκλοφορεί το 2011 το συμπαθητικό “The Road” όπου για πρώτη φορά δεν συμμετέχει ο Paul Carrack στα φωνητικά.
To νέο και όγδοο στούντιο άλμπουμ της παρέας του Mike Rutherford συνεχίζει να μας υπενθυμίζει ότι το συγκεκριμένο σχήμα παραμένει ένα ποιοτικό ποπ  - ροκ γκρουπ με καθαρό mainstream προσανατολισμό και κατορθώνει να παράγει όμορφα αποτελέσματα στο σύνολο των συνθέσεων. Η παρουσία και οι ερμηνείες των καινούργιων τραγουδιστών της μπάντας του πολυτάλαντου Kαναδού Tim Howar (ηθοποιός και χορευτής) και του Andrew Roachford έχει δώσει μια ανάσα φρεσκάδας και ανανέωσης όπου το κυρίαρχο στοιχείο είναι οι γλυκές και συγκινητικές μελωδίες όπου χαρακτηρίζονται από πανέμορφους ρυθμούς χάριν στα πλήκτρα του Luke Juby και φυσικά την κιθάρα του Mike Rutherford.
Τραγούδια που ξεχωρίζουν είναι το μελαγχολικό “Don't Know What Came Over Me”, το πιο κεφάτο “Are You Ready”, η μπαλάντα “Let Me Fly” που θυμίζει τις πρώτες επιτυχημένες εποχές της μπάντας. Tο ίδιο ισχύει και για το “The Best Is Yet to Come” αλλά και το υπέροχο “The Letter” που σε γυρίζουν σε εκείνες τις περίφημες μελωδίες κλασσικών επιτυχιών τους
"Silent Running" και "The Living Years".
Το  “Let Me Fly” είναι μία αξιόλογη και συνεπή κυκλοφορία με τον ήχο που υπηρετεί το συγκρότημά τρεις δεκαετίες τώρα και θα αρέσει σίγουρα σε όσους νιώθουν ότι ο χρόνος περνάει γρήγορα αλλά τα καλά τραγούδια μπορούν και τον σταματούν έστω για λίγα λεπτά…

Φώτης Μελέτης

Σάββατο 29 Απριλίου 2017

Blackfield: “Blackfield V”


Το 2004 ένα σόου των Porcupine Tree στο Ισραήλ ήταν η συγκυρία που ένωσε τις τύχες του Άγγλου μουσικού και παραγωγού, Steve Wilson, επονομαζόμενου και ως «βασιλιά της new prog» (και σημειωτέον ιδρυτή των Porcupine Tree) και του Ισραηλινού, αμφιλεγόμενου ρόκερ Avin Geffen

Αποτέλεσμα της ευτυχούς συνεύρεσης το μελωδικό ροκ σχήμα Blackfield που έκανε πραγματικότητα την επιθυμία του Wilson να αφήσει τα μονοπάτια της prog rock επιλέγοντας εκείνα της art rock.
Οι δύο πρώτες τους δουλειές, τα “Blackfield” και “Blackfield II”, έφεραν τη σφραγίδα και των δύο αυτών μουσικών υπό το όχημα μιας μελαγχολικής alternative pop. Tα δύο μεταγενέστερα, “Welcome to my DNA” και “Blackfield IV”, ήταν λιγότερα ποιοτικά - παρά την παρουσία εξαιρετικών καλεσμένων όπως ο Brett Anderson των Suede και ο Jonathan Donahue των Μercury Rev - και περισσότερα μονοδιάστατα λόγω της απεμπλοκής του Wilson, με τον Geffen να ηγείται του συγκροτήματος και των δημιουργιών του.
Παρά την πρόθεση του Wilson να αποχωρήσει από το σχήμα το 2014, «γιορτάζοντάς» το και με μια αποχαιρετιστήρια συναυλία, επέστρεψε στα μέσα του 2015.
Μετά από 18 μήνες studio sessions σε Λονδίνο και Τελ Αβίβ και με λίγη βοήθεια από τον τεράστιο Alan s (αναφέρουμε μόνο την παραγωγή του στο “The Dark Side of the Moon” των Pink Floyd), το νέο άλμπουμ ολοκληρώθηκε και κυκλοφόρησε στις 10 Φεβρουαρίου με τον τίτλο “Blackfield V”.          
Στο “Blackfield V”, o Wilson μαζί με τον Geffen επιστρέφουν στις παλιές καλές στιγμές συνδημιουργίας τους και πιάνοντας το νήμα από εκεί που το άφησαν στο πρώτο άλμπουμ, κάνουν μια θαρραλέα βουτιά σε βαθιά νερά συναισθημάτων βγαλμένα από εμπειρίες ζωής. Κατάληξη ένα κάτι παραπάνω από αξιοπρεπές art rock προϊόν 44 λεπτών με την ποιοτική συμβολή του Wilson. Ο απολογισμός είναι 13 κομμάτια, 13 μικρές ιστορίες που πραγματεύονται τον κύκλο της ζωής και τη ματαιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης και ξεχειλίζουν άρωμα από τον ωκεανό. Η διάθεση αν και κατά βάση μελαγχολική, με εκείνον τον ιδιαίτερο βρετανικό τρόπο, ανακάμπτει αναζωογονημένη βγάζοντας συνάμα και αισιοδοξία (όπως συνήθως γίνεται με τα «εσωτερικά» άλμπουμ).

Η δυναμική επιστροφή του Wilson διαφαίνεται ακόμη και μόνο κοιτάζοντας το εξώφυλλο. Το μπουκάλι που ανασύρθηκε μόλις από τον ωκεανό και προέρχεται από το εξώφυλλο του πρώτου δίσκου συμβολίζει και την ολική, συνειδητή επάνοδο του Wilson στα γνώριμα εδάφη των Blackfield στην αυγή του νέου αιώνα.
 


Οι προθέσεις του άλμπουμ σηματοδοτούνται εύγλωττα με το ορχηστρικό, σαν από σάουντρακ βγαλμένο, εναρκτήριο “A Drop in the Ocean”, δίνοντας τη σκυτάλη στο πιο δυνατό κομμάτι του δίσκου, το “Family Man”, με τη χαρακτηριστική φωνή του Wilson και τον κλασικό, old school Porcupine Tree ήχο. Παρόμοιο ήχο αναδίδει και το ροκ “Lately”,  ένα ευδιάθετο τρακ που διαθέτει ευχάριστο ρυθμό κι ένα όμορφο κιθαριστικό σόλο.


Στιγμές όπως το πιασάρικο “We’ll Never Be Apart” και το αιθέριο “Life is an Ocean” μας εμφυσούν  τις υπνωτικές αρετές τους μέσα από «καθαρούς», απλούς μουσικούς τόνους. Στο πρώτο, έχουμε την ευκαιρία να απολαύσουμε την ωμή και επιτακτική ερμηνεία του Geffen Στο δεύτερο τα backing vocals έρχονται από το υπερπέραν ως απάντηση στα κύρια φωνητικά με τα ντραμς στο τέλος να δίνουν μια κλωτσιά στο κομμάτι βάζοντάς το στη σωστή θέση. Εύστοχα φωνητικά συναντάμε και στο μεγαλειώδες "Undercover Heart" με υπέροχα βιολιά και καθηλωτικές διφωνίες και στο ποπ "Lonely Soul" με ξεχωριστές γυναικείες φωνές να συνοδεύουν τον Geffen στον επαναλαμβανόμενο από αυτόν στίχο “I’m a lonely soul”.
 

Μια εξαίσια σκοτεινή μπαλάντα, το «συμφωνικό» “How Was Your Ride”, απλό και συνάμα απολαυστικό στην εκτέλεσή του, όπως αρχίζει μόνο με το πιάνο και τη φωνή του Wilson, επιδεικνύει τις ικανότητες αυτού και του Geffen να ανασύρουν συνθέσεις από τις εμπνεύσεις τους και να τις ανυψώνουν στις συνειδήσεις μας. «Αέρινες» μελαγχολίες συναντάμε στα “Sorrys” και “The Jackal” αλλά και στο ορχηστρικό “Salt Water”. Όσο για το “October” θα μπορούσε να θεωρηθεί highlight του άλμπουμ. Ο Wilson με τη συνοδεία του πιάνου δίνει μια γνήσια αισθαντική ερμηνεία prog rock καταβολών και με στοιχεία από το παρελθόν του Elton John, καταφέρνοντας να μας περάσει το τραγούδι με τον πλέον προσωπικό τρόπο.
 Ο δίσκος κλείνει με το καταθλιπτικό, γενναίο στην ειλικρίνειά του “From 44 to 48”. Αφηγούμενο το πέρασμα της ζωής μέσα από τα επιμέρους ηλικιακά στάδια, αποτίει τελικά φόρο τιμής σε όλες εκείνες τις στιγμές αληθινής προσωπικής ευτυχίας που χαθήκανε στο όνομα της καριέρας και του διαρκούς αγώνα για την επιτυχία αφήνοντας μια πικρία.
 

Αν και το άλμπουμ αντικατοπτρίζει κυρίως την πετυχημένη σύζευξη μεταξύ του Wilson και του Geffen, θα ήταν άδικο να μην αναφερθεί η καίρια συμβολή στο συνολικό ηχητικό αποτέλεσμα του ντράμερ Tomer Z, του κημπορντίστα Eran Mitelman και του μπασίστα Seffy Efrati που κατάφεραν με εξαιρετική επιτυχία να δώσουν την κατάλληλη ατμόσφαιρα χωρίς να υπερβάλλουν ούτε στο ελάχιστο. Την παραγωγή έχουν αναλάβει από κοινού ο Wilson και ο Geffen, με τον «θρύλο» Alan Parsons να έχει βάλει κι αυτός τις πινελιές του σε τρία κομμάτια.

Συνολικά εκτιμώντας το “Blackfield V”, έχουμε να κάνουμε με ένα περιεκτικό, ισορροπημένο μουσικό ανθολόγιο μελωδικών περιπλανήσεων γύρω από τα αιώνια ερωτήματα που εδώ τίθενται με φόντο τον ωκεανό. Και μέσα από εύστοχες ενορχηστρώσεις οι δημιουργοί προσπαθούν να ανακτήσουν το στυλ και τα στοιχεία που καταξίωσαν τους Blackfield, χωρίς να επαναλαμβάνονται, και να δώσουν τη συνέχεια των Blackfield I και ΙΙ καταφεύγοντας σε έναν πιο φωτεινό ήχο. Και τελικά καταθέτουν την καλύτερη δουλειά τους εδώ και μία δεκαετία, δημιουργώντας την προσδοκία για τίποτα το λιγότερο στο μέλλον.

Μαρία Γεωργιάδου

Κυριακή 23 Απριλίου 2017

Mike Tramp: “Maybe Tomorrow”


Άλλη μία όμορφη δισκογραφική σόλο δουλειά από τον frontman των White Lion, Mike Tramp που όσο μεγαλώνει γίνεται όλο ώριμος και πιο εσωστρεφής σε σημείο ο λόγος και η ερμηνεία του να περιέχει έναν απλό ποιητικό τόνο.

Ο εμπνευσμένος συνδυασμός τρυφερών μελωδιών, λυρικών ερμηνειών και ήρεμων ρυθμών με τις ηλεκτροακουστικές κιθάρες και τις λιτές ενορχηστρώσεις να έχουν σημαντικό ρόλο μιας και είναι κάτι που το επαναλαμβάνει συνεχώς στους τελευταίους σόλο δίσκους του ο Δανός τραγουδιστής αφού φαίνεται ότι είναι κάτι που τον ευχαριστεί και θέλει να το μεταδώσει και στους οπαδούς του.
Σίγουρα η εποχή των White Lion έχει περάσει ανεπιστρεπτί και όσοι περιμένουν ανάλογες συνθέσεις από το δοξασμένο παρελθόν θα απογοητευθούν σφόδρα μιας και ο Mike Tramp έχει αλλάξει αρκετά εδώ και πολλά χρόνια και τραγουδά για πράματα της καθημερινότητας με μικρή δόση μελαγχολίας και νοσταλγίας αλλά αφήνοντας πάντα μία νότα αισιοδοξίας και χαράς.
Το άλμπουμ ξεκινά δυνατά  με το εξαιρετικό  “Coming Home” που θυμίζει λίγο από Tom Petty ενώ ακολουθεί το ταξιδάρικο It's Not How We Do It” . Άλλωστε σε όλη την καριέρα του ο Mike Tramp είχε μία μεγάλη αγάπη για τις μηχανές και απεικονίζεται συνεχώς τόσο στα βίντεο κλιπ (βλέπε το προπέρσινο  “Give It All You Got” , αλλά και το κλασσικό “Radar Love”) αλλά και στα εξώφυλλα των άλμπουμ των όπως κάνει και στο “Maybe Tomorrow”.
Η συνέχεια στον δίσκο ανήκει στα μελωδικά “Spring" και Would I Lie To You"  ενώ έπεται το “Rust And Dust"  σε ρυθμούς που φέρνουν έστω και λίγο από την εποχή των White Lion. Στο άλμπουμ συναντάμε μία υπέροχη μπαλάντα το Time And Place" που  είναι εκτελεσμένη μόνο σε φωνή και πιάνο και ακολουθεί το μπητλικό  (ιδιαίτερα στο ρεφρέν) What More Can I Say" ενώ  το  Why Even Worry At All"  περιέχει αρκετά γυρίσματα που από σύγχρονους U2 και Bon Jovi.
To άλμπουμ κλείνει με το ομότιλο “Maybe Tomorrow" και αποτελεί μία από τις πιο δυνατές στιγμές του άλμπουμ όπου το πιάνο και η ερμηνεία του Mike Tramp είναι πολύ συναισθηματική και τρυφερή με το κιθαριστικό σόλο να απογειώνει την σύνθεση.
Το έχουμε ξαναγράψει κι παλιότερα και θα το επαναλαμβάνουμε ότι ο Mike Tramp  μεγαλώνει και γίνεται σαν το παλιό κρασί, με ερμηνείες και μελωδίες που μπορεί να ακούγονται ολίγον ρετρό αλλά περιέχουν πολύ καρδιά, αγάπη, ζεστασιά και επιθυμία για ζωή με την απλότητα που οι περισσότεροι από εμάς αναζητούμε.

Φώτης Μελέτης

Πέμπτη 20 Απριλίου 2017

Eclipse: “Monumentum”

Το ερώτημα που τίθεται εδώ με τους ECLIPSE είναι απλό. Πως είναι δυνατόν να κυκλοφορήσουν κάτι τόσο εντυπωσιακό ή έστω ισάξιο με το “Armageddonize”; Και όμως μπορούνε! Οι Eclipse θεωρούνται δικαίως μια από τις καλύτερες μπάντες στον χώρο του melodic hard rock.

Το ταλέντο τους αστείρευτο, τα τραγούδια τους πιασάρικα όσο δεν πάει άλλο, οι συνθέσεις τους σφιχτοδεμένες που σε κολλάνε στον τοίχο με το πρώτο άκουσμα και οι μελωδίες τους εμπνευσμένες χωρίς να γίνονται βαρετές.
Με τέτοιο back round και με "ηγέτη" τον ταλαντούχο Erik Martensson οι νέοι "βασιλιάδες" του melodic hard rock επιστρέφουν με ακόμη ένα αριστούργημα που φέρει τον τίτλο “Monumentum”.
Το πρώτο δείγμα της νέας τους δουλειάς το ακούσαμε πριν από περίπου έναν μήνα. Το  "Vertigo" ήρθε σαν καταιγίδα για να μας ταρακουνήσει και να πιστοποιήσει το μεγαλείο αυτής της μπάντας. Δύναμη, ένταση και συναίσθημα σε τέλεια αρμονία με τις εκπληκτικές μελωδίες και το ρεφραίν που θέλεις δε θέλεις σου μένει στο μυαλό με την πρώτη. Οι κιθάρες λίγο πιο heavy και τα φωνητικά του Erik δυνατότερα και πιο παθιασμένα από ποτέ.  
Η συνέχεια ήταν με το επόμενο video-single “Never Look Back” με το οποίο οι Eclipse το τερμάτισαν στην κυριολεξία!!! Ίσως ένα από τα καλύτερα τραγούδια που έχουν γράψει ποτέ. Ίσως από τα πιο πολυπαιγμένα κομμάτια στο cd-player, στο laptop, στο κινητό μου!
Με το "Killing Me" και το "The Downfall Of Eden" τούτοι εδώ οι εκπληκτικοί  Σουηδοί προσφέρουν άλλα δυο ανεκτίμητα διαμαντάκια. Ειδικά το "The Downfall Of Eden" έχει αυτό το κάτι διαφορετικό, λίγο πιο ‘σκοτεινό’, που πραγματικά το απογειώνει!   Με την μπαλάντα "Hurt" τα highlights του άλμπουμ δεν τελειώνουν ποτέ. Όμορφη μελωδία σε συνδυασμό με το εκπληκτικό κιθαριστικό σολάρισμα και τα παθιασμένα φωνητικά του  Erik Martensson  το “Hurt” δίνει πόνο!
Τα "Jaded", "Born To Lead" και το πιο heavy "Black Rain" (από τα πιο βαριά κομμάτια των eclipse) είναι 100% Eclipse. Kαι αυτό σημαίνει δυνατές κιθάρες, φοβερές μελωδίες, πιασάρικα ρεφραίν και άριστες ενορχηστρώσεις.
Το καλύτερο άλμπουμ για το 2017, μέχρι τώρα.
Προσωπικά πιστεύω πως λίγες μπάντες εκεί έξω μπορούν να προσφέρουν κάτι ανάλογο (ίσως το νέο H.E.A.T. που έρχεται) και κάτι τόσο πιασάρικο αλλά συγχρόνως τόσο ποιοτικό! The new kings of Hard Rock are back!

Βασίλης Χασιρτζόγλου

Δευτέρα 17 Απριλίου 2017

Unruly Child : “Can’t Go Home”


Η Marcie Free είναι χωρίς αμφιβολία μία από τις καλύτερες φωνές στον χώρο του melodic rock/AOR. Το ντεμπούτο των Unruly Child θεωρείται ένα από τα αριστουργήματα στον συγκεκριμένο ήχο.

Τα χρόνια που ακολούθησαν, μετά το χρυσό ντεμπούτο, ‘είδαν’ τους Unruly Child να κυκλοφορούν άλλα δυο άλμπουμ, με διαφορετικούς τραγουδιστές, και μια άκρως ενδιαφέρουσα συλλογή με ακυκλοφόρητα τραγούδια και demos.
Στην συνέχεια όλα τα μέλη της μπάντας συμμετείχαν σε διάφορα projects μέχρι το 2010 όπου οι Unruly Child επέστρεψαν με μια νέα κυκλοφορία, μέσω της Frontiers Records, με τον τίτλο “World's Collide”. Ένα πραγματικά εξαιρετικό δισκάκι που περιείχε κάποια πολύ καλά τραγούδια εμπλουτισμένα με όμορφες μελωδίες, έξυπνα ρεφραίν καθώς επίσης και με μια πιο ‘φρέσκια’ προσέγγιση που το έκανε must για κάθε οπαδό της μπάντας.
Πέρασαν λοιπόν σχεδόν 7 χρόνια και οι Unruly Child δεν τα παράτησαν. Επιστρέφουν με το ολοκαίνουριο πόνημα τους που τιτλοφορείται “Cant Go Home”.  Από το εναρκτήριο άσμα του  "The Only One" συνειδητοποιεί κάποιος ότι αυτοί εδώ οι τύποι έχουν ακόμη πολλά να προσφέρουν στην συγκεκριμένη σκηνή.  Μελωδικότατο με την φωνή της Free να σε ταξιδεύει και το ρεφραίν να σου κολλάει στο μυαλό αμέσως!! Το πομπώδες και πιο ‘σκοτεινό’, για τους Unruly Child, "Four Eleven" είναι πολύ καλό  ενώ  το  “Driving Into The Future" ακούγεται σαν να ξέμεινε από το προσωπικό άλμπουμ της Free (σαν Mark Free τότε).
Το  "Get On Top" είναι αρκετά καλό αλλά με το “She If She Floats” οι Unruly Child καταφέρνουν να μας προσφέρουν ένα από τα καλύτερα τραγούδια του νέου δίσκου. Mid-tempo ρυθμοί με μια πολύ όμορφη μελωδία και ένα ρεφραίν που σε κάνει να το σιγοτραγουδάς για μέρες. Το ομότιτλο "She Cant Go Home” μου άρεσε πολύ. Ο συνδυασμός του melodic rock/AOR μαζί με κάποια πιο pop στοιχεία το κάνει ιδιαίτερο και ακούγετε ευχάριστα. Από τα υπόλοιπα τραγούδια του δίσκου ξεχώρισα το ‘ταξιδιάρικο’ “When Love Is Here” και το πιο ροκάδικο “Someday, Somehow”.
Οι Unruly Child με το  "Can’t Go Home" αρνούνται να συνταξιοδοτηθούν και να πάνε  σπίτι τους  και για ακόμη μια φορά, μας προσφέρουν ένα αρκετά δυνατό άλμπουμ.

Βασίλης Χασιρτζόγλου

Παρασκευή 31 Μαρτίου 2017

Krokus: “Big Rocks”


Με ένα άλμπουμ διασκευών επιστρέφουν δισκογραφικά οι αναγεννημένοι Ελβετοί hard rockers οπότε δύο τινά συμβαίνουν σε αυτή την περίπτωση ή το γκρουπ το έχει εγκαταλείψει η έμπνευση και προσπαθούν με χιλιοακουσμένα classic tracks να κρατηθούν στην επικαιρότητα ή στα στερνά τους θέλουν να τιμήσουν συνθέσεις και μπάντες που αγάπησαν οι ίδιοι.

Η ζυγαριά μάλλον γέρνει προς την πρώτη πλευρά αν και οι Krokus σε παλαιότερους δίσκους τους διασκευάζουν καλλιτέχνες όπως ο Αlice Cooper, οι Sweet, οι The Guess Who και οι Bachman–Turner Overdrive οπότε δεν μας εκπλήσσει η συγκεκριμένη κυκλοφορία.
Το ιστορικό σχήμα κατά το παρελθόν είχε βρεθεί στο στόχαστρο των κριτικών ως αντίγραφο των AC/DC όμως το boogie hard rock που παίζουν σαράντα χρόνια τώρα δεν είναι προνόμιο μόνο των αυστραλών ρόκερ και μάλλον οι Ελβετοί γουστάρουν πιο πολύ τους B.T.O. και Guess Who.
Για να  τρολάρουμε και λίγο τους οπαδούς της παρέας του Angus Young, ο «κοντός με τα σχολικά»  δεν έχει γράψει ποτέ κομματάρες σαν τα Tokyo Nights”, "Rock City", "Headhunter", "Screaming in the Night", "Easy Rocker" ,"Streamer" ούτε βέβαια αυτή την αποτυχημένη aor-ια του άλμπουμ “Change of Address” (που προσωπικά το λατρεύω).
Eρχόμενοι τώρα στο Big Rocks” θα λέγαμε ότι οι διασκευές που ακούγονται με ενδιαφέρον και είναι αξιόλογες πάντα στο ύφος και στον ήχο της μπάντας είναι: το My Generation” (Τhe Who), το “Gimme Some Lovin'” (The Space Davies Group), το “Jumpin' Jack Flash” (Rolling Stones) ενώ το  “The House of the Rising Sun” (Animals) παρά την χαώδη διαφορά του Eric Burdon με τον  Marc Storace, η ερμηνεία του δεύτερου είναι παθιασμένη και δυναμική. Κάτι ανάλογο ισχύει και με  το “Rockin' in the Free World” (Νeil Young) όπου εδώ οι Krokus δίνουν τον καλύτερο τους εαυτό!
Όσο για τα υπόλοιπα τραγούδια: μέτριες είναι διασκευές στα Wild Thing” (The Troggs), "N.I.B". (Black Sabbath), Summertime Blues” (Eddie Cochran), Born to Be Wild” (Steppenwolf) που υπάρχει στο δίσκο τους με τίτλο "Hoodoo" (2010) καθώς και υπέροχο το folk-rock κομμάτι “Quinn the Eskimo” ( Bob Dylan, Manfred Mann) ενώ εντελώς άστοχες ήταν οι επιλογές των “Tie Your Mother Down” (Queen) και “Whole Lotta Love” (Led Zeppelin),.
Τέλος το άλμπουμ κλείνει με την επανεκτέλεση του “Back Seat Rock'n Roll”  ενός δικού τους κομματιού που βρίσκεται στο άλμπουμ “Metal Rendez-vous” (1980).

Φώτης Μελέτης

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...