Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2013

EDGE: “Heaven Knows”


Οι Edge είναι μια νέα μπάντα από την Σουηδία και αποτελείται από τέσσερις μουσικούς οι οποίοι συμμετείχαν σε διάφορα συγκροτήματα πριν σχηματίσουν τους Edge.
Οι δυο ιδρυτές του συγκροτήματος, Jonas Forss και Tobias Andersson (Shadowland, Seven Wishes) έχοντας μια μακροχρόνια φιλία βρήκαν αμέσως την χημεία μεταξύ τους και ξεκίνησαν αμέσως να γράφουν τραγούδια και να υλοποιούν τις ιδέες τους!
Ο στόχος τους ήταν να δημιουργήσουν κάτι το οποίο πρώτα από όλα θα γουστάρουνε οι ίδιοι και φυσικά να έχει και απήχηση στο ευρύτερο κοινό του μελωδικού hard rock ήχου. Έτσι λοιπόν το ντεμπούτο τους με τίτλο “Heaven Knows” έρχεται για να προστεθεί  και αυτό στις πολύ καλές και ελπιδοφόρες κυκλοφορίες  της Σουηδικής μελωδικής σκηνής των τελευταίων χρόνων.
Η μουσική τους αποτελείται από ωραίες ενορχηστρώσεις, πιασάρικα και μελωδικότατα ρεφραίν, όμορφα πλήκτρα και παθιασμένες ερμηνείες. Σίγουρα ακολουθούν την περπατημένη οδό όπως και πολλά άλλα συγκροτήματα αυτής της σκηνής αλλά το σίγουρο είναι πως το αποτέλεσμα τους δικαιώνει αφού πρόκειται για ένα καλοπαιγμένο άλμπουμ με πολύ δυνατές στιγμές!
Ακούστε το φανταστικό mid-tempo “Get Over It”, το εναρκτήριο “Little Girl” με το κολλητικό ρεφραίν, το “How Long” και το ανεβαστικό “I Could Never Live”
Ένα πραγματικά πολύ καλό άλμπουμ το οποίο θα ξεκινήσει ευχάριστα το 2013 και θα μας προσφέρει δυνατές συγκινήσεις με την ποιότητα του και τις ωραίες μελωδίες!

Βασίλης Χασιρτζόγλου

AFFIANCE: “The Campaign”



Οι Affiance είναι μια σχετικά καινούργια μπάντα (δημιουργήθηκαν το 2007) και έχουν κυκλοφορήσει μέχρι και σήμερα ένα EPάκι και ένα full length. Ομολογώ ότι δεν τους ήξερα και από ότι παρατήρησα με μια μικρή έρευνα που έκανα, ότι έχουν ήδη δημιουργήσει έναν πυρήνα οπαδών.
Κυκλοφορούν λοιπόν φέτος την δεύτερη ολοκληρωμένη τους δουλειά με τίτλο “The Campaign” η οποία σύμφωνα με τον τραγουδιστή της μπάντας Dennis Tvrdik είναι δύο επίπεδα πάνω από την προηγούμενη δουλειά τους. Συνήθως δεν δίνω και πολύ σημασία στα press release και στις προκαταβολικές δηλώσει μιας και όλοι τα ίδια λένε. Εδώ ο τυπάς έχει απόλυτο δίκιο όμως και από ότι φαίνεται οι Affiance όχι μόνο διατήρησαν το πολύ καλό επίπεδο που είχαν αλλά έκαναν το κάτι παραπάνω με την καινούργια τους δουλειά.
Καταρχάς, να δώσω ένα στίγμα για το τι πρόκειται μουσικά. O metalcore χαρακτηρισμός νομίζω ότι απέχει αρκετά από αυτό που ουσιαστικά παίζουν οι Affiance. Okay, υπάρχουν οι γκρούβιες και μερικά metalcore ξεσπάσματα αλλά μέχρι εκεί. Κάπου είδα τον χαρακτηρισμό alternative metal (για κάτι άσχετο) αλλά νομίζω οτί εδώ κολλάει αρκετά. Ο δίσκος είναι γεμάτος heavy metal και κυρίως power metal ριφιές με μια πιο μοντέρνα αισθητική και προσέγγιση. Η μπάντα που μου έρχεται πρώτη στο μυαλό για να τους συσχετίσω είναι οι Killswitch Engage αν και οι Affiance έχουν μια πιο power/heavy metal προσέγγιση. Αυτά με τις ταμπέλες και ελπίζω να έγινα κατανοητός. Στο ψητό τώρα.
Ο δίσκος ξεκινάει με ένα καταπληκτικό κομμάτι (“Kings Of Deceit”) που σου καρφώνεται στο μυαλό και θέλεις να το ακούς ξανά και ξανά. Η αρχή είναι το ήμισυ του παντός λοιπόν και από κει και πέρα τα πάντα μοιάζουν εύκολα για τους Affiance. Έξυπνες αλλαγές, extra πιασάρικα ριφάκια και ένας τραγουδιστής που τραγουδάει σε υψηλές συχνότητες κατά κόρον μαγνητίζοντας τον ακροατή. Είμαι σίγουρος πως πολλά heavy/power συγκροτήματα θα τον ήθελαν στο ενεργητικό τους. Ο δίσκος πλημμυρίζετε από καλαίσθητα κομμάτια με αποκορύφωμα τα “Bohemian” και “Jericho” χωρίς να υπάρχουν κάποια συγκεκριμένα που να υστερούν. Bασικό πλεονέκτημα λοιπόν: ο δίσκος έχει ροή και υψηλές επιπέδου συνθέσεις χωρίς να κάνει κοιλιά.
Δεν ξέρω να έγινα κατανοητό με την μέχρι τώρα κριτική αλλά να διευκρινίσω ότι πρόκειται για έναν δίσκο που προσδοκεί να έχει τεράστια εμπορική επιτυχία. Τα πάντα είναι φτιαγμένα προσεκτικά ώστε να είναι όσο πιο ακουστικά φιλικά γίνετε. Τα τύμπανα, οι κιθάρες, τα σόλος, οι αλλαγές στα φωνητικά και κυρίως τα ρεφρέν είναι φτιαγμένα για να αρέσουν. Το θέμα είναι ότι υπάρχουν τα στοιχεία που διατηρούν τους Affiance στο χώρο του metal και δεν αποτελεί μουσική για να ακούγεται από δεσποινίδες και μικρά κοριτσάκια σε παρτυ λυκείου και μόνο.
Οι Affiance είναι heavy metal και με το παραπάνω. Τώρα το ότι επιθυμούν να κάνουν τεράστια εμπορική επιτυχία, τους το εύχομαι. Μέχρι στιγμής κάνουν τα πάντα σωστά. To “The Campaign” είναι ένας άριστα δομημένος δίσκος, πολύ προσεγμένος στο σύνολό του και περιέχει και τα απαραίτητα χιτάκια.  Ακόμη και αν τα προσωπικά μου γούστα είναι κάπως πιο extreme οι Affiance κέρδισαν την συμπάθεια μου και ποντάρω στην μελλοντική τους επιτυχία.


Νίκος Τόλης

Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2013

TASTE: “Taste”


Ακούγοντας το εν λόγω άλμπουμ των συμπαθέστατων Taste, μου ήρθαν στο μυαλό μνήμες από αντίστοιχα groups, που η μελωδία με τον σκληρό ήχο ήταν άριστα συνυφασμένα.
Η αλήθεια είναι ότι από το μυαλό μου, παρέλασαν πολλές μπάντες του παρελθόντος, τις οποίες δεν χρειάζεται να αραδιάσω εδώ, άφησαν όμως την έντονη επιρροή τους στους Taste. Ενδεικτικά να αναφέρω ότι οι Europe, White Lion και FM, ίσως είναι τα πρώτα συγκροτήματα που έρχονται στο μυαλό του μυημένου στο μελωδικό στοιχείο, ακροατή, ακούγοντας το συγκεκριμένο δισκάκι.

Τα αδέρφια Christoffer και Phelix Borg σχημάτισαν την εν λόγω μπάντα το 2009, ευελπιστώντας να προσαρμόσουν τον ήχο των αξεπέραστων 80s στις επιταγές του σήμερα και μπορώ να πω ότι το καταφέρνουν σε αρκετά ικανοποιητικό βαθμό.

Μελωδίες διανθισμένες με όμορφο τρόπο, χωρίς να παρουσιάζεται κάτι το πρωτότυπο ή το νέο, απλά για να χαλαρώσεις και να ταξιδέψεις νοερά, σε στιγμές και γεγονότα του παρελθόντος που στιγμάτισαν τον καθένα μας. Προσωπικά δεν περιμένω να βρω κάτι το πρωτοποριακό σε τέτοια ακούσματα, δεν μπορώ όμως να μην παραδεχτώ ότι το συγκεκριμένο είναι αρκετά συμπαθητικό και με έκανε να νιώσω όμορφα ακούγοντας το.

Μουσικά τώρα η συγκεκριμένη κυκλοφορία, έχει γλυκές κιθάρες, που περισσότερο αγγίζουν την καθεαυτού μελωδία, παρά την σκληράδα, τα τύμπανα ακολουθούν πιστά τον υπόλοιπο ρυθμό, το μπάσο δένει με τον καλύτερο τρόπο, κρατώντας τον ρυθμό που χρειάζεται και τα φωνητικά δεν θα μπορούσαν να είναι καλύτερα για αυτό που θέλει να περάσει η μπάντα.

Τα “Back To The Future”, “Our Dreams και “My Rose”, τράβηξαν περισσότερο την προσοχή μου, όχι τόσο ώστε να ξεχωρίσουν, μια και όλα σχεδόν τα κομμάτια είναι πανομοιότυπα μεταξύ τους.

Δεν ξέρω πόσοι θα χρειαστεί να αναζητήσουν με οποιοδήποτε τρόπο το συγκεκριμένο δισκάκι, το μόνο που μπορώ να εγγυηθώ στους ακροατές που θα το ακούσουν, είναι ότι θα περάσουν κάποια λεπτά ξεγνοιασιάς και τίποτα παραπάνω. Για το “βαρύ πυροβολικό”, σίγουρα πρέπει να ψάξουν αλλού… Η συγκεκριμένη κυκλοφορία θα παρουσιαστεί επίσημα στα δισκοπωλεία στα μέσα Γενάρη.



Τάσος Λεοντιάδης

Δευτέρα 31 Δεκεμβρίου 2012

DARE:“Calm Before The Storm 2”

Για όσους δεν το γνωρίζουν oι DARE, δηλαδή ο Darren Wharton, είχε “κολλήσει” τα πρώτα του μουσικά ένσημα με τους Thin Lizzy και είχε τιμήσει με τα εξαιρετικά πλήκτρα του το συγκρότημα του θρυλικού Phil Lynott ενώ συνεχίζει και σήμερα να συμμετέχει στους τωρινούς (αν και είναι ιεροσυλία) “Thin Lizzy”.
To “Calm Before The Storm” είχε πρωτοκυκλοφορήσει το 1998 μόνο στην Ευρώπη και συμπεριλάμβανε τότε και το διασκευασμένο “Still in Love with You” των Ιρλανδών rockers, το οποίο δεν υπάρχει στο φετινό “Calm Before The Storm 2”.

Στην καινούργια έκδοση  έχουμε λοιπόν δύο νέα κομμάτια τα πανέμορφα και μελωδικά “Precious” και “Cold Wind Will Blow” και καλύτερη σαφώς παραγωγή όπου αναδεικνύεται το μελαγχολικό, ρομαντικό και νοσταλγικό ύφος του γκρουπ.

Το line up είναι διαφορετικό από την πρώτη κυκλοφορία και εδώ όλοι οι μουσικοί προσθέτουν συνεχώς γλυκές πινελιές και αποθεώνουν τον βρετανικό aor ήχο.

Όσοι δεν είχατε ακούσει το “Calm Before The Storm” είναι ευκαιρία να ακούσετε την ελαφρώς εμπλουτισμένη επανέκδοσή του και να νιώσετε ήρεμοι και ανανεωμένοι συναισθηματικά από ένα τίμιο και ειλικρινή δημιουργό.



Φώτης Μελέτης

SHYLOCK: “Walking Tall”


Νέο άλμπουμ για τους Γερμανούς Shylock που τιτλοφορείται “Walking Tall”, οι οποίοι έχουν λιγοστούς οπαδούς στη χώρα μας και παρά το γεγονός ότι έχουν κυκλοφορήσει ήδη πέντε δίσκους δεν έχουν αγκαλιαστεί από τους φίλους του ευρωπαϊκού hard rock.
To group παίζει πολύ καλά, οι συνθέσεις τους είναι αξιόλογες, και η ερμηνεία του Matthias Schenk είναι ικανοποιητική ενώ ο  ήχος τους κινείται ανάμεσα στους σύγχρονους Scorpions, τους παλιούς καλούς Bonfire, και πολλά τραγούδια τους θυμίζουν έντονα Gotthard και Shakra.
Το “Walking Tall” ακολουθεί πιστά τους προηγούμενους προαναφερόμενους εμπνευστές των Shylock με αρκετή εμπορική διάθεση, την μελωδία να πρωταγωνιστεί στα περισσότερα τραγούδια και τις κιθάρες να δίνουν τον ανάλογο και άρτιο γερμανικό hard rock τόνο.
Πιστεύω την διαφορά θα την έκανε μία πιο ξεχωριστή φωνή  μιας και ο Matthias Schenk μπορεί να είναι άριστος ερμηνευτής αλλά δεν κάνει την προαναφερθείσα διαφορά ώστε να τους λατρέψει το κοινό μιας και αρκετά σημεία σου φέρνει μνήμες από τον Claus Lessmann (τραγουδιστή των Bonfire).
Ξεχώρισα τα “Rock DNA”, το εξαιρετικό “I Can't Wait Now”, “Sad To Know”, “Right Now Or Never” και “Touch My Soul”. Συνοπτικά δεν έχουμε εκπλήξεις με το “Walking Tall” και προτείνεται ανεπιφύλακτα σε όσους αγαπούν το συγκεκριμένο ήχο.

Φώτης Μελέτης

SHAKRA: “Powerplay”


Η αλήθεια είναι ότι όταν αναφερόταν μουσικά κάποιος στην Ελβετία, όσον αφορά τον σκληρό ήχο, το μυαλό μου πήγαινε αυτοστιγμεί στους Krokus. Τους ομοεθνείς των Krokus, τους Shakra, τους έμαθα σχετικά πρόσφατα, ακούγοντας διάσπαρτα κάποια κομμάτια από την πορεία τους, η οποία ξεκινά το 1998.
Θα επαναλάβω κάτι που έχω πει και σε άλλες κριτικές μου, ότι μεγάλο ρόλο παίζει το μουσικό υπόβαθρο που έχεις αποκτήσει συν τον χρόνο και γενικά η πληθώρα ακουσμάτων, που έχει κάποιος έτσι ώστε να μπορεί να κρίνει όσο το δυνατόν αμερόληπτα και χωρίς παρωπίδες οποιοδήποτε album από οποιονδήποτε καλλιτέχνη.

Οι Shakra παίζουν καθαρόαιμο hard rock με προεκτάσεις προς τον μεταλλικό ήχο, που σίγουρα δεν μπορούν να αφήσουν κάποιον αδιάφορο, δεν μπορούν όμως και να του προσφέρουν κάτι το καινούριο. Τα δύο πρώτα τους album πίσω στον χρόνο, το ομότιτλό τους δηλαδή και το “Moving Force”, έκαναν έναν σχετικό πάταγο εκείνη την εποχή, βάζοντας τους στο μουσικό προσκήνιο. Η σχετική αναγνώριση ήρθε λίγο αργότερα, με τις περιοδείες τους δίπλα σε μεγάλα ονόματα της μουσικής, όπως οι Great White και οι Uriah Heep. Ακολούθησαν ζωντανές εμφανίσεις με τους Stratovarius και τους Hammerfall, παράλληλα όμως με κάποια προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε ο πρώτους τους τραγουδιστής έγινε η σχετική αντικατάσταση και κάπως έτσι φτάνουμε στην σημερινή εποχή όπου το νέο τους album είναι έτοιμο να κυκλοφορήσει στις αρχές του νέου έτους.

Ομολογώ ότι ακούγοντας τα τραγούδια που περιέχονται σε αυτό, δεν εντυπωσιάστηκα. Αυτό που αποκόμισα από την εν λόγω ακρόαση, είναι ότι κάτι λείπει, ότι και χωρίς αυτό, ζεις… Η μουσική , τα φωνητικά και οι συνθέσεις ,δεν παρεκκλίνουν από τις επιταγές της συγκεκριμένης μουσικής, όμως αυτό δεν είναι σίγουρα αρκετό για να εδραιωθεί στα αυτιά των αδηφάγων ακροατών.

Ειλικρινά μετά από την πρώτη ακρόαση, εμένα προσωπικά δεν μου έμεινε κάτι και σίγουρα δεν με έκανε να το ξανακούσω. Τα κομμάτια μεταξύ τους είναι πανομοιότυπα, χωρίς να σταθείς κάπου συγκεκριμένα και αν θέλουμε οπωσδήποτε να συγκεκριμενοποιήσουμε κάποια πράγματα, θα έλεγα ότι τα “Higher”, “Save You From Yourself” και “Stevie”, κάτι έκαναν στα αυτιά μου, χωρίς ωστόσο να καταφέρουν να διεισδύσουν περισσότερο.

Οι εποχές είναι δύσκολες και σίγουρα οι μπάντες είναι πάρα πολλές που η κάθε μια προσπαθεί από την δική της οπτική γωνία να προσφέρει το δικό της λιθαράκι στην μουσική βιομηχανία και ειδικότερα στην σκληρή μουσική. Για τον λόγο αυτό είναι απαραίτητο να ξεχωρίζουμε και να κατηγοριοποιούμε κάποια πράγματα έτσι ώστε να δίνουμε πάντα την απαραίτητη προσοχή σε αυτούς που πραγματικά αξίζουν και διαθέτουν σίγουρα και την απαιτούμενη έμπνευση!



Τάσος Λεοντιάδης

Τρίτη 25 Δεκεμβρίου 2012

ADLER: “Back From The Dead”


O πρώην ντράμερ των θρυλικών Guns N' Roses, Steven Adler, μετά από μία πολύχρονη και σκληρή περιπέτεια με τις καταχρήσεις, ένα μέτριο δίσκο με τους Adler's Appetite και αρκετές αποτυχημένες live εμφανίσεις, επανέρχεται δυναμικά με το άλμπουμ “Back From The Dead” και το όνομα του (Adler) για τίτλο του γκρουπ.
Στο δίσκο συμμετέχουν μερικοί όντως εκλεκτοί καλεσμένοι με σημαντικότερους τον σπουδαίο κιθαρίστα και παλιό συνεργάτη, Slash, τον μπασίστα Jeff Pilson (Dokken, Foreigner) και τον κιθαρίστα John 5 (Marilyn Manson, Rob Zombie).
Ολόκληρο το “Back From The Dead” είναι μία καλοστημένη αμερικάνικη hard rock δημιουργία με τον κιθαρίστα Lonny Paul να συνεισφέρει καθοριστικά στο τελικό αποτέλεσμα ενώ οι μπητλικές και southern μελωδίες υπάρχουν διάσπαρτες στο άλμπουμ αλλά και οι κιθαριστικοί περφεξιονισμοί με το ανάλογο “dirty στυλ” αναδεικνύουν όλες τις συνθέσεις.
Τα φωνητικά του Jacob Bunton ταιριάζουν απόλυτα με το ύφος του άλμπουμ και σε πολλά σημεία οι ερμηνείες του έχουν μπόλικη δόση από το σήμερα. Στο “Just Don't Ask” όπου συμμετέχει ο Slash υπάρχει μία μικρή απογοήτευση αφού αντί για ένα ροκ δυναμίτη ακούς μία νοσταλγική ημιμπαλάντα χωρίς να υπάρχει κάτι άλλο που να σε κερδίζει. Kάτι που όμως δεν συμβαίνει στο “Good To Be Bad” όπου ο πολυτάλαντος John 5 βάζει την δική του κιθαριστική και ενορχηστρωτική σφραγίδα.
Συνολικά έχουμε να κάνουμε με ένα προσεγμένο δίσκο από ένα μουσικό που εδώ και δεκαετίες ήταν χαμένος. Οπότε, είναι ευχάριστο κάποιοι από τους “κατεστραμμένους” να επιστρέφουν και να μας χαρίζουν αξιόλογα τραγούδια. Άλλωστε ο τίτλος του δίσκου υποδηλώνει μία μεγάλη αλήθεια για τον Steven Adler και για αυτό φαίνεται να τον διάλεξε…

  

BLUE OYSTER CULT: “Some Enchanted Evening”


Blue-Oyster-Cult-Some-Enachanted-EveningΑνάμεσα στα καλύτερα Live Albums που έχουν κυκλοφορήσει γενικά, ανήκει και το “Some Enchanted Evening” των Αμερικανών Blue Oyster Cult. Πρόκειται για τη δεύτερη ζωντανή ηχογράφηση στην ιστορία του συγκροτήματος, ένας από τους πιο μοσχοπουλημένους τους δίσκους του και χρονολογείται το Σεπτέμβρη του 1978. Οι πωλήσεις του μόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες ξεπέρασε τα 1.000.000 (!) αντίτυπα και παγκοσμίως πάνω από 2.000.000 κομμάτια.
Τι να πει κανείς για αυτή τη μπάντα που δεν έχει ειπωθεί ήδη και τι να γράψει όταν όλα έχουν γραφθεί γενικά και ειδικά για τη συγκεκριμένη ηχογράφηση; Οι ερμηνείες όλου του συγκροτήματος είναι από μαγευτικές και αποστομωτικές έως απίστευτες και φανταστικές. Εξάλλου οι περισσότερες συναυλίες τους κρίνονται κάπως έτσι, όσοι τους έχουμε δει, ξέρουμε για τι πράγμα μιλάω, πόσο μάλλον τότε που ήταν και στα ντουζένια τους. Αν σας δοθεί η ευκαιρία να τους δείτε, πράξτε το χωρίς ενδοιασμούς και δευτερεύουσες σκέψεις, σας αρέσουν δεν σας αρέσουν σαν συγκρότημα γιατί πέρα από την εμπειρία που θα αποχτήσετε βλέποντας τους, θα παρακολουθήσετε μια συναυλία διδακτορικού επιπέδου και όχι μόνο!
Στο θέμα μας τώρα, η αυθεντική έκδοση του 1978, ξετυλίγονταν μέσα από 7 συνθέσεις (με 2 από τα 7 τραγούδια να είναι διασκευές), οι οποίες λαμβάνουν χώρα μέσα από διάφορες περιοχές της Αγγλίας και των Ηνωμένων Πολιτειών και βρέθηκαν στα ράφια των καταστημάτων μέσω της Columbia Records.
Το άλμπουμ, επανακυκλοφόρησε το 2007 από τη Legacy Recordins, με το προσωνύμιο “Legacy Edition” με 7 επιπλέον συνθέσεις σαν bonus κομμάτια, ηχογραφημένες και αυτές σε διάφορες περιοχές των Ηνωμένων Πολιτειών όμως μόνο. Σαν κερασάκι στη τούρτα, η εν λόγω έκδοση, περιελάμβανε και ένα DVD, κάτω από τον τίτλο “Some Other Enchanted Evening”, με ακυκλοφόρητο υλικό 11 τραγουδιών, βιντεοσκοπημένα από τη συναυλία τους στο Capitol Cente, στο Largo, Maryland την άνοιξη του 1978. Στα charts τώρα, στο Billboard 200 της Αμερικής, κατέλαβε τη 44η θέση, στα Βρετανικά του UK Album Chart, τη 18η και στα PRM100 Albums του Καναδά, τη 43η. όσον αφορά τις πωλήσεις του, κατάφερε το 1988, να γίνει πλατινένιο στην Αμερική με πάω από 1.000.000 αντίτυπα.
Όσοι δεν το έχετε, θα ήταν φρόνιμο να το αποκτήσετε, μια και θα κοσμεί τη δισκοθήκη σας, σαν απομεινάρι από διαμάντι μιας περασμένης εποχής. Η λειτουργία του επίσης είναι και σαν best of της πρώτης περιόδου των Blue Oyster Cult, για όσους θέλουν να έχουν κάτι από τους Αμερικανούς. Προτιμείστε το από τις αντίστοιχες στουντιακές συλλογές του εμπορίου.

 Γιώργος Βαλιμίτης

PAT BENATAR: H πεταλούδα της ροκ



H Pat Benatar γεννήθηκε το 1953, ενώ το πραγματικό της όνομα είναι Patricia Mae Andrzejewski.
Μπορεί στην Ελλάδα να την θυμούνται ελάχιστοι, στην Αμερική όμως παραμένει δημοφιλής αφού η πορεία της ήταν αρκετά πετυχημένη, με πολλές βραβεύσεις Grammy, με εκατομμύρια πωλήσεις και αρκετά τραγούδια να καταφέρνουν να σκαρφαλώσουν στα τσαρτ του Billboard.

Στο ξεκίνημα της πειραματίστηκε τραγουδιστικά στο θέατρο και ιδιαίτερα σε διάφορα musical όμως από τα μέσα της δεκαετίας του ‘70 άρχισε να παίζει με αρκετές μπάντες ώσπου το 1978 την ανακαλύπτει ο Rick Newman ο οποίος ανέλαβε και να την μανατζάρει.


Η εξέλιξη της ήταν άμεση και επιτυχημένη αφού το 1979 κυκλοφορεί το υπέροχο ντεμπούτο της άλμπουμ με τίτλο “In The Heat Of The Night” που γίνεται πλατινένιο, κερδίζει τέσσερα Grammy με παραγωγό τον Μike Chapman (Knack, Blondie) και στο tracklist του δίσκου ανακαλύπτουμε πως υπογράφουν μερικές από τις συνθέσεις του άλμπουμ ο Alan Parsons-Eric Woolfson και John Mellencamp.

Η hard rock καταιγίδα του άλμπουμ συνδυάζεται θαυμάσια με τις aor μελωδίες και τo τραγούδι “Heartbreaker” απογειώνει το τίτλο “In The Heat Of The Night”. H "αγριάδα" και ο "τσαμπουκάς" Pat Benatar κερδίζει με το καλημέρα το ροκ κοινό της εποχής και πλέον η Αμερικανίδα τραγουδίστρια αρχίζει μια μεγάλη καριέρα.



Στη συνέχεια, το 1980, κυκλοφορεί το "Crime of Passion" στο ίδιο ηχητικό μοτίβο που φτάνει στο Νο2 των Αμερικανών τσαρτ και οι πωλήσεις φτάνουν στο εντυπωσιακό αριθμό των 5 εκατομμυρίων αντιτύπων. Στο δίσκο υπάρχει η υπέροχη διασκευή στο "Wuthering Heights" της σαγηνευτικής Kate Bush, το εξαιρετικό "Hit Me With Your Best Shot" αλλά και το καταπληκτικό τραγούδι "You Better Run" το οποίο για την ιστορία είναι το δεύτερο video clip που έπαιξε το ΜΤV όταν ξεκίνησε να εκπέμπει στη δεκαετία του ‘80.

Με την επιτυχία λοιπόν να έχει εκτοξεύσει σε δημοτικότητα την Pat Benatar ακολουθεί το 1981 το τρίτο άλμπουμ που ονομάζεται "Precious Time" που κτυπά κορυφή ενώ σιγά-σιγά και η Μ.Βρετανία αρχίζει να την ανακαλύπτει. Στο συγκεκριμένο δίσκο υπάρχει η τραγουδάρα "Fire and Ice" ενώ καταφέρνει να κερδίσει και δεύτερο Grammy.


Το 1982 κυκλοφορεί το καταπληκτικό "Get Nervous", η επιτυχία συνεχίζεται και η Pat Benatar στις αποσκευές της βάζει κι άλλο Grammy για καλύτερη γυναικεία Rock Vocal Performance κάτι που μπορείτε εύκολα να διαπιστώσετε στο εκπληκτικό κομμάτι "Shadows of The Night" ενώ o δίσκος γίνεται πλατινένιος.



Το 1983 κυκλοφορεί το “Live From Earth” που περιλαμβάνει γνωστά τραγούδια της σε ζωντανές εκτελέσεις με επιπλέον δύο νέα studio tracks με το “Love is a Battlefield” να γίνεται τεράστια επιτυχία αλλά και το εκπληκτικό “Hells Is For Children” να αναδεικνύει την ερμηνευτική μαγεία της Pat Benatar. Τα βραβεία Grammy πέφτουν βροχή ξανά για την Αμερικανίδα τραγουδίστρια και η επιτυχία δεν λέει να την αφήσει.



To 1984 ακολουθεί το συμπαθητικό “Tropico” όπου οι hard rock ρυθμοί έχουν πέσει αρκετά ενώ την επόμενη χρονιά κυκλοφορεί το “Seven The Hard Way”. Κάπου εδώ αρχίζει η πτωτική πορεία της αν και ο δίσκος γίνεται χρυσός. Όμως η μητρότητα κτύπησε την πόρτα της Pat Penatar και του συζύγου της Neil Geraldo ο οποίος πρέπει να επισημάνουμε ότι είναι μαζί της σχεδόν από την αρχή της καριέρας της τόσο σαν συνθέτης των κομματιών της αλλά και σαν μουσικός στις live εμφανίσεις που κάνουν.



Τον Ιούλιο του 1988 το καινούργιο άλμπουμ ονομαζόταν “Wide Awake In Dreamland”, γίνεται χρυσό και περιέχει ένα τρομερό τραγούδι το “All Fired Up” αλλά και το μικρό διαμαντάκι "Cerebral Man" ενώ καταφέρνει να κάνει επιτυχία και στην Αυστραλία. Η τραγουδίστρια ξαφνικά αποφασίζει κουρασμένη από τις συναυλίες και την πίεση να παγώσει τις δραστηριότητες της και να αφοσιωθεί στην οικογένεια της.



Το μικρόβιο όμως του τραγουδιού την επαναφέρει στην δισκογραφία και το 1991 κυκλοφορεί σε συνεργασία με τον σύζυγο της (παραγωγή, ενορχηστρώσεις, συνθέσεις) το άλμπουμ "True Love" με σαφείς blues επιρροές αφού υπάρχει και η συμμετοχή του μεγάλου bluesman B.B.King. O δίσκος δεν πήγε άσχημα αλλά τα εκατομμύρια των πωλήσεων ήταν πια μακρινό παρελθόν.



Το 1993 η Pat Benatar προσπαθεί να θυμηθεί τις aor ρίζες της (αν και στο άλμπουμ κυριαρχούσαν οι ακουστικές κιθάρες και μελωδίες) με το δίσκο "Gravity‘s Rainbow" που ήταν και το τελευταίο της με την εταιρία Chrysalis λόγω του ανύπαρκτου promotion. To άλμπουμ ήταν καλό αλλά ο κόσμος δεν το τίμησε και έτσι το καλοκαίρι του 1997 κυκλοφορεί καινούργιο δίσκο το μέτριο “Innamorata”.



To 2003 η Pat Benatar κυκλοφορεί το "Go" και πλέον η Αμερικανίδα τραγουδίστρια έχει περιοριστεί σε ένα κοινό που μεγάλωσε με τις επιτυχίες της στη δεκαετία του '80 ενώ τον Ιανουάριο του 2005 κυκλοφόρησε το "Summer Vacation Tour Live".



To 2010 δημοσιεύει το βιβλίο "Between a Heart and a Rock Place" και περιγράφει στιγμές και δυσκολίες που αντιμετώπισε στην καριέρα της ενώ τραγούδια της υπάρχουν πλέον και σε δημοφιλή video games.

Η ίδια συνεχίζει με τον σύζυγο της Neil Geraldo τις όμορφες live εμφανίσεις αλλά και τις τουρνέ με μεγάλα σχήματα του χώρου (Journey) και προσπαθεί να μας υπενθυμίσει το δοξασμένο παρελθόν της με τα φοβερά τραγούδια εκείνης της περιόδου.


ΦΩΤΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ

H ξεχασμένη γοητεία των Nuclear Valdez


Nuclear-Valdez-1Στο Μαιάμι το 1985 ο τραγουδιστής και κιθαρίστας Froilan Sossa μαζί με τον μπασίστα Juan Diaz ξεκίνησαν τους Nuclear Valdez και στη πορεία προστέθηκαν ο κιθαρίστας Jorge Barcala και ο ντράμερ  Robert Slade LeMont.

Η μπάντα μετά από αρκετές live εμφανίσεις και “κυνηγητό” με τις τότε ισχυρές δισκογραφικές εταιρείες καταφέρνει να υπογράψει στα τέλη των ’80 συμβόλαιο με την περίφημη  Epic Records.
Τον Ιούλιο του 1989 κυκλοφορούν το εξαιρετικό ντεμπούτο τους άλμπουμ με τίτλο “I Am I” και ακολουθούν σειρά συναυλιών ανοίγοντας για μπάντες όπως οι Living Colour, Jane's Addiction, Ηοοters,  Ronnie Wood, Hoodoo Gurus.  Τα τραγούδια και ο ήχος του παρθενικού άλμπουμ ήταν ένα πανέμορφο συνονθύλευμα rock, folk, pop, latin και λιγοστών aor μελωδιών στα Nuclear-Valdezοποία ξεχώριζε η ερμηνευτική δεινότητα του Froilan Sossa. To κομμάτι Summer αγαπήθηκε πάρα πολύ ενώ εκτός από το εκπληκτικό του ρεφρέν αναφερόταν στιχουργικά και στην κουβανέζικη επανάσταση του 1959 εμπνευσμένο από την καταγωγή των μελών του γκρουπ. Το συγκρότημα έκανε μία μικρή επιτυχία μιας και τα υπόλοιπα τραγούδια του δίσκου ήταν πολύ αξιόλογα (Where Do We Go from Here, Εve, I am I και Strength) αλλά συνάμα υπήρχε και η υποστήριξη του MTV που έπαιζε σημαντικό ρόλο στην προβολή ενός σχετικά άγνωστου τότε γκρουπ.
Στην προσπάθεια τους να  αξιοποιήσουν την μικρή τους επιτυχία ακολουθεί το 1991 ο δεύτερος δίσκος των Nuclear Valdez σε παραγωγή του πολύπειρου Steve Brown (The Alarm,The Cult, Dire Straits, Elton John) που ονομάζεται “Dream Another Dream” με σαφή προσανατολισμό σε ακόμα πιο mainstream rock/pop καταστάσεις. Παρότι ο δίσκος ήταν αρκετά καλός το άλμπουμ απέτυχε εμπορικά με συνέπεια η μπάντα να διαλυθεί.
Nuclear-Valdez
Το 2002 όμως οι Nuclear Valdez αποφασίζουν να επιστρέψουν με το τρίτο τους δίσκο που τιτλοφορείται “In a Minute All Could Change” στους γνωστούς μελωδικούς ρυθμούς και με ισπανόφωνα στιχουργικά κομμάτια χωρίς όμως να καταφέρουν να συγκινήσουν τα πλήθη όπως έκαναν στο ξεκίνημα τους. Κάπου εκεί χάνουμε και εμείς τα ίχνη τους… Όσοι λατρεύετε πάντως ξεχασμένες καλοκαιρινές μπάντες οι Nuclear Valdez είναι μία καλή ανακάλυψη για τις διακοπές σας.

ΦΩΤΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ

Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2012

BLACK COUNTRY COMMUNION: “Afterglow”

Τρίτο και καλύτερο album για την παλιοπαρέα των Glenn Hughes (lead vocals, bass ), Joe Bonamassa (electric guitar), Jason Bonham (drums) και Derek Sherinian στα keyboards.
Όσους δίσκους και να βγάλει αυτό το σχήμα, ο ήχος και οι συνθέσεις θα είναι απαράλλακτες και σαφώς κλασσικές. Το μίγμα του “Afterglow” περιλαμβάνει  κυρίως παλιομοδίτικο αλλά ατόφιο hard rock, πολλές δόσεις από τα τιμημένα seventies, αγριάδα και ροκ τσαμπουκάς με αρκετές σταγόνες μελωδίας και έμπνευσης από Deep Purple, Who, Led Zeppelin, Bad Company, Mountain και πολλών ανάλογων γκρουπ.
Η φωνή του Glenn Hughes παραμένει καταπληκτική και γοητευτική, τα κιθαριστικά κρεσέντα του σπουδαίου Joe Bonamassa είναι πραγματικά κεραυνοί και καταιγίδα μαζί ενώ τα τύμπανα του Jason Bonham και τα υπέροχα  πλήκτρα του Derek Sherinian κορυφώνουν με μοναδικό τρόπο συνθέσεις που έρχονται από το μακρινό αλλά δοξασμένο παρελθόν.
Σίγουρα δεν περίμενα ότι οι Black Country Communion μέσα σε τρία χρόνια θα κυκλοφορούσαν τόσο καλά άλμπουμ αλλά ευτυχώς με διέψευσαν και ηχογράφησαν συνθέσεις που αποτελούν κληρονομιά για τις νεότερες γενιές που θέλουν να υπηρετήσουν το συγκεκριμένο ήχο.
Οι Black Country Communion ήρθαν, χτύπησαν με ταχύτητα και λάβωσαν τις καρδιές μας και δημιούργησαν ιδιαίτερα αισθήματα σε εμάς που μεγαλώσαμε με αυτούς τους κλασσικούς ήχους. Φυσικά η άψογη παραγωγή του θρυλικού Kevin Shirley αποτελεί εγγύηση για το τελικό αποτέλεσμα.

Φώτης Μελέτης

BOB KATSIONIS: “Rest In Keys”



Το “Rest In Keys” συζητείται ήδη εδώ και καιρό, κάτι απόλυτα λογικό μιας και φέρει το όνομα του Κατσιώνη στο εξώφυλλο και ακόμη και οι πέτρες ξέρουν το όνομά του και τη δουλειά του. Για την ακρίβεια, είτε σου αρέσει ο Bob, είτε όχι, σίγουρα έχεις ακούσει κάτι δικό του και με το ντόρο που έχει ήδη κάνει το “Rest In Keys”, ασχολείσαι μαζί του θες, δε θες!
Ουσιαστικές διαφορές, σε ότι αφορά την προσέγγιση, δεν υπάρχουν σε σχέση με τις προγενέστερες solo κυκλοφορίες του, καθώς πάντα ο Bob φρόντιζε να υπάρχει μια ποικιλομορφία στις δουλειές του. Αυτό που αλλάζει είναι το ότι έχοντας πλέον ο ίδιος ακόμη περισσότερη εμπειρία στις πλάτες του, συλλέγει τα ηχοχρώματα που συνάντησε τα τέσσερα χρόνια που μεσολάβησαν από το προηγούμενο πόνημά του και τα ανάγει σε νότες, προσφέροντας ένα δίσκο γεμάτο αναμνήσεις και “ταξίδια”.
Το album ανοίγει δυναμικά με το “On My Own”, στο οποίο συμμετέχει ο Peter Ellis (Monument), με τον Bob να προσφέρει με χαρακτηριστική ευκολία έναν αξιοπρεπέστατο power metal ύμνο. Η συνέχεια ανήκει στα πλήκτρα (άλλωστε μιλάμε για έναν instrumental δίσκο στην πλειοψηφία του), με τα “Gravity Dance” (feat. Gary Wehrkamp- Shadow Gallery) και “Game of Drones” (feat. Chris Amott- Arch Enemy) να αποδεικνύουν το πόσα μπορείς να κάνεις με δαύτα. Το επιβλητικό “Epirus Rising” είναι η ελληνική πινελιά του δίσκου, καθώς είναι επηρεασμένο από την παραδοσιακή μουσική της Ηπείρου.
Μέχρι στιγμής όλα καλά και όλα ωραία! Ότι περίπου περίμενα, αυτό άκουγα και αυτό με ευχαριστούσε. Έλα όμως που ο Bob είχε κρυμμένους άσσους στο μανίκι του… Το “In My Little Big Planet”, παρότι απλούστερο σε σημεία σε σχέση με άλλες συνθέσεις του, αποτέλεσε μια από τις πιο αγαπημένες μου στιγμές του δίσκου, ενώ το “Another World” που ακολουθεί (και φιλοξενεί στα φωνητικά τη Maxi Nil από τους Visions of Atlantis) θα το ζήλευαν αρκετές female fronted μπάντες. Ακολουθεί το συνθετικό όργιο που ονομάζεται “Poseidon’s Rage”, με τον Gus G να ασελγεί ξεδιάντροπα πάνω στα τάστα της κιθάρας του και τον Bob να ταλανίζει τα πλήκτρα του, κλείνοντας το μάτι στους απανταχού wanna be shredders!
Άλλη  μια στιγμή που προσωπικά με χαροποίησε, είναι το “Falling From the Edge of Space”, θυμίζοντάς μου καλές prog στιγμές των νιάτων μου. Το “Rendez-Vous In the Sky” έχει ήδη γίνει γνωστό και παρόλο που συμμετέχει η μοναδική Liv Kristine, δεν είναι αυτή που κλέβει την παράσταση, αλλά η μελωδία και η γλυκιά μελαγχολία της σύνθεσης!
Με αυτά και με αυτά, ένα είναι σίγουρο: τo album στην αρχή είναι πολύ καλό… Στην πορεία όμως απογειώνεται!
Προτελευταίο κομμάτι το “Rest In Keys”, μια ωραία, τεχνική σύνθεση, αντιπροσωπευτικό δείγμα της δουλειάς του Bob, αλλά όχι εξίσου δυνατή με τις πέντε που προηγήθηκαν.
Και κάπου εκεί φτάνουμε στον επίλογο του δίσκου με μια δωδεκάλεπτη ελεγεία για τον έρωτα. Καταρχάς δηλώνω λάτρης του πιάνου, καθώς όσο και εάν μου αρέσουν τα πλήκτρα και τα εφέ, τον ήχο που βγάζει το εν λόγω έγχορδο, δεν τον ξεπερνάνε στα δικά μου αυτιά. Επίσης, έχοντας ασχοληθεί στο παρελθόν επί χρόνια με το συγκεκριμένο όργανο, πάντα θεωρούσα πολύ πιο δύσκολο το να συνθέσεις κάτι αργό και εύηχο, παρά το να επιδίδεσαι συνέχεια σε ανεβοκατεβάσματα κλιμάκων. Δε λέω, έχει και αυτό τη χάρη του, αλλά με συνεχή εξάσκηση είναι αρκετά εφικτό. Η “μαγκιά” βρίσκεται στη σύνθεση και εκεί είναι που το “The Four Seasons of Love” προσωπικά με συνεπαίρνει και ουσιαστικά επιβεβαιώνει τα όσα γράφω. Ένα αξιοζήλευτο έπος που κλείνει πανηγυρικά το εν λόγω album, με τον καλλιτέχνη να απογυμνώνεται μπροστά στον ακροατή, δείχνοντάς του μέσω της πιο λιτής του έκφρασης, ολόκληρο τον εαυτό του, εκθέτοντας σε κοινή θέα τα συναισθήματά του. Άμα δε σου “μιλάει” αυτή η σύνθεση, έχεις θέμα, τελεία και παύλα!
Και επειδή έγραψα ολόκληρη έκθεση, το συμπέρασμα που έβγαλα ακούγοντας το “Rest In Keys” είναι απλό…
Πιάνο ρε μουνιά!


Στέφανος Στεφανόπουλος

Roger Waters: Ξεκινά η προπώληση



ROGER WATERS - THE WALL, ΤΕΤΑΡΤΗ 31 ΙΟΥΛΙΟΥ 2013, ΟΛΥΜΠΙΑΚΟ ΣΤΑΔΙΟ, ΑΘΗΝΑ
Η ΠΡΟΠΩΛΗΣΗ ΞΕΚΙΝΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 21 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2012 
Ο Roger Waters πραγματοποιεί τη μεγαλειώδη του επιστροφή στην Ευρώπη για το 2013 με το οπτικοακουστικό του αριστούργημα –THE WALL.
O Roger Waters, συνιδρυτής και κύριος συνθέτης των PINK FLOYD ανακοινώνει την επιστροφή της μεγαλειώδους παραγωγής του THE WALL στην Ευρώπη το 2013. Το οπτικοακουστικό του αριστούργημα , που περιγράφει την αποξένωση και μετάλλαξη του ατόμου , θα αναπαραχθεί στην ολότητα του με την βοήθεια της πλήρης μπάντας του και μιας εξέχουσας παραγωγής. Το The Wall αποτελεί μια από τις πιο επιτυχημένες περιοδείες στην ιστορία της rock μουσικής με 192 παραστάσεις και 3.3 εκατομμύρια θεατές σε όλο τον κόσμο.
Η περιοδεία του 2013 θα πραγματοποιηθεί σε 25 μεγαλοπρεπή στάδια όπως το Ολυμπιακό Στάδιο της Αθήνας, το Wembley του Λονδίνου, το Stade de France στο Παρίσι, το Ολυμπιακό Στάδιο της Ρώμης, το Αmsterdam Arena και το Ολυμπιακό Στάδιο του Βερολίνου.

Για περισσότερες πληροφορίες παρακαλούμε επισκεφτείτε την ιστοσελίδα www.RogerWaters.com

Ο Roger Waters έχει επανασχεδιάσει και επεκτείνει την παραγωγή του The Wall σύμφωνα με τα δεδομένα των μεγάλων αυτών συναυλιακών χώρων ώστε όλοι οι θεατές να ζήσουν την μοναδική αυτή εμπειρία στον μέγιστο δυνατό βαθμό.
Ο Roger Waters δηλώνει:
“Είμαι εξαιρετικά ενθουσιασμένος που επιστρέφουμε με το The Wall στην Ευρώπη. Έχω επανασχεδιάσει το show ειδικά για μεγάλους συναυλιακούς χώρους. Το αποτέλεσμα είναι πραγματικά πολύ καλό. Ακόμη πιο εντυπωσιακό, συγκινητικό και δραματικό από ποτέ. Η συγκεκριμένη παραγωγή δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί 40 χρόνια πριν. Δε θα μπορούσαμε να επιτύχουμε ικανοποιητικά την συναισθηματική, μουσική και θεατρική απόδοση του έργου. Με τη βοήθεια όμως της σύγχρονης τεχνολογίας αυτό είναι πλέον εφικτό.”
To 2010 o Roger Waters με τη βοήθεια των σύγχρονων τεχνολογικών επιτευγμάτων και των ειδικών εφέ, επαναπροσδιόρισε την σκηνική παρουσίαση του The Wall, η οποία επιβραβεύθηκε με αμέτρητες sold out εμφανίσεις σε όλο τον κόσμο, μεταξύ των οποίων και οι 9 συνεχόμενες sold out εμφανίσεις στο στάδιο River Plate του Μπουένος Αίρες στην Αργεντινή. Το The Wall αποτελεί ένα από τα πιο επιδραστικά άλμπουμ στην ιστορία της μουσικής με εμφανές αντίκτυπο στην pop κουλτούρα και με απήχηση σε πολλές γενιές φίλων της μουσικής.


Πριν από το 2010, το μέγεθος του show αποτελούσε απαγορευτικό παράγοντα για την δυνατότητα περιοδείας του. Σήμερα όμως οι περιορισμοί αυτοί έχουν εξαλειφθεί.
Ο Roger Waters έδωσε νεα πνοή στην εμφάνιση και στο συναίσθημα του έργου ώστε να εναρμονίζεται με τα σημερινά δεδομένα αλλά ταυτόχρονα να διατηρεί την αυθεντική θεατρική του μαγεία.
Η πρωτότυπη παρουσίαση του The Wall πραγματοποιήθηκε το 1980 μέσα από 29 εμφανίσεις στα πλαίσια της περιοδείας για την προώθηση του ομώνυμου δίσκου καθώς επίσης και στο Βερολίνο για τον εορτασμό της πτώσης του Τείχους.

 
Η προπώληση των εισιτηρίων για την συναυλία της Αθήνας θα ξεκινήσει την Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου 2012.

ΣΗΜΕΙΑ ΠΡΟΠΩΛΗΣΗΣ 
Αθήνα
TICKETHOUSE Πανεπιστημίου 42 (εντός της στοάς).
Τηλ.: 210 3608 366
Ωράριο Λειτουργίας
Δευτέρα & Τετάρτη: 10:30 – 18:30
Τρίτη, Πέμπτη & Παρασκευή: 10:30 – 21:00
Σάββατο: 10:30 – 16:00 

Θεσσαλονίκη 
MUSICLAND Μητροπόλεως 102
Τηλ.: 2310 264 880
Ωράριο Λειτουργίας
Δευτέρα με Παρασκευή (πρωί): 10:30 – 14:30 &
Τρίτη, Πέμπτη, Παρασκευή (απόγευμα): 17:30 – 20:30
Σάββατο: 10:30 – 15:00 

Online Sales:
Για αγορές μέσω διαδικτύου με πιστωτική κάρτα, 24 ώρες/ωρο:
www.ticketpro.gr  | www.tickethouse.gr
Για την αγορά εισιτηρίων μέσω internet ή μέσω πιστωτικής κάρτας υπάρχει επιβάρυνση 10% στην τιμή του εισιτηρίου.


Ο ξένος τύπος σχολιάζει χαρακτηριστικά για το υπερθέαμα του «Τείχους»:
“The best Arena show ever.  Period.” - New York Post
“The Wall Live is flawless. Everyone should see it once before they die.”- Philadelphia Inquirer
“The work resonates even more strongly than before” - The Independent
“The Wall is a triumph of scale and ambition…. the pinnacle of rock achievement” The Times, London
“You certainly get a lot of bang for your bucks” - The Telegraph
“The Wall is the perfect screen for the most eye-popping, thought provoking concert animations and visual graphics I’ve ever seen.” - London Evening Standard
“It is impossible not to be impressed with this show as a sensory experience” - The Guardian

THE WALL – ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΕΙΑ 2013
ΙΟΥΛΙΟΣ 2013
Σάββατο 20 Ιουλίου,  Werchter Festival Site
Τρίτη 23 Ιουλίου, Στάδιο Poljud, Σπλιτ
Παρασκευή 26 Ιουλίου, Στάδιο Euganeo, Πάδοβα
Κυριακή 28 Ιουλίου, Ολυμπιακό Στάδιο, Ρώμη
Τετάρτη 31 Ιουλίου , Ολυμπιακό Στάδιο, Αθήνα

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2013
Σάββατο 3 Αυγούστου, University Sports Field, Κωνσταντινούπολη
Τετάρτη 7 Αυγούστου, Στάδιο Synot Tip, Πράγα
Παρασκευή 9 Αυγούστου, Commerzbank Arena, Φρανκφούρτη
Κυριακή 11 Αυγούστου, Στάδιο Parken, Κοπεγχάγη
Τετάρτη 14 Αυγούστου, Telenor Arena, Όσλο
Πέμπτη 15 Αυγούστου, Telenor Arena, Όσλο
Σάββατο 17 Αυγούστου, Στάδιο Ullevi, Γκέτεμποργκ
Τρίτη 20 Αυγούστου, Στάδιο Narodowy, Βαρσοβία
Παρασκευή 23 Αυγούστου, Donauinsel, Βιέννη
Κυριακή 25 Αυγούστου, Στάδιο Puskas Ferenc, Βουδαπέστη
Τετάρτη 28 Αυγούστου, Piata Consitutiei, Βουκουρέστι
Παρασκευή 30 Αυγούστου, Στάδιο Vasil Levski, Σόφια

ΣΕΠΤΕΜBΡΙΟΣ 2013
Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου, Usce Park, Βελιγράδι
Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου, Ολυμπιακό Στάδιο, Βερολίνο
Παρασκευή 6 Σεπτεμβρίου, Esprit Arena, Ντύσελντορφ
Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου, Άμστερνταμ Arena
Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου, Letzigrund stadium, Ζυρίχη
Σάββατο 14 Σεπτεμβρίου, Στάδιο Wembley, Λονδίνο
Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου, Στάδιο Aviva, Δουβλίνο
Κυριακή 21 Σεπτεμβρίου, Stade de France, Παρίσι

Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2012

ANASTACIA: “It's a Man's World”



Όσο μεταλλάς και να νιώθεις  σε αυτήν τη κακούργα την κοινωνία δεν μπορείς να αμφισβητήσεις τις φωνητικές και ερμηνευτικές ικανότητες της Anastacia.
Μία σπουδαία φωνή που μεγαλούργησε κυρίως στις αρχές της περασμένης δεκαετίας και κινήθηκε ανάμεσα σε pop-rock μονοπάτια με καθαρά εμπορικό χαρακτήρα, αλλά και που βασανίστηκε η ίδια από τον καρκίνο. Αν και η αναγνωρισιμότητα της παραμένει υψηλή, η εμπορική της απήχηση έχει πέσει αρκετά οπότε διάλεξε να ηχογραφήσει δέκα υπέροχα κλασσικά ροκ, μπαλαντοειδή και hard rock κομμάτια από όλες σχεδόν τις δεκαετίες, εκπλήσσοντας μας ευχάριστα για αυτήν της επιλογή της.
Η αρχή γίνεται με δύο εκπληκτικά τραγούδια από εντελώς διαφορετικές εποχές, το “Ramble On” των Led Zeppelin και “Best Of You” των Foo Fighters και με χαρά βλέπουμε ότι η φωνή της ANASTACIA στέκεται αντάξια των προσδοκιών. Η συνέχεια ανήκει στα δύο πιο αλήτικα συγκροτήματα, τους Guns 'N Roses με το “Sweet Child O' Mine” (μέτρια εκτέλεση)  και Rolling Stones με το “You Can't Always Get What You Want”. Το “One” των U2 αποδίδεται άψογα με πολλές  στιγμές συγκίνησης και ακολουθεί  το πασίγνωστο “Back In Black” των AC-DC, με την ANASTACIA να τα καταφέρνει σε μεγάλο ποσοστό και να μην σκοτώνει το κομμάτι. Για το “Dream On” των Aerosmith ομολογώ πως η εξαίρετη ερμηνεύτρια μπόρεσε και πλησίασε την ατμόσφαιρα και το πάθος ενός τέτοιου διαχρονικού τραγουδιού, μόνο που στο τέλος (εκεί που ουρλιάζει δηλαδή ο S.Tyler…) δεν τα κατάφερε. 
Ανεπάντεχη ήταν η επιλογή της να διασκευάσει το “Use Somebody” των Kings Of Leon διότι πιθανόν ήθελε να δείξει ότι ακόμη και σήμερα κυκλοφορούν φοβερά ροκ κομμάτια αλλά και να προσεγγίσει και το σημερινό ροκ κοινό. Το album κλείνει πρώτα με το “You Give Love A Bad Name” (Bon Jovi) όπου σαν τραγούδι  νομίζω ότι δεν κολλάει καθόλου με την φωνή της, παρά το δυναμισμό που δίνει στο ρεφρέν, κάπου χάνεται, ενώ  με το “Wonderwall” (Oasis) έχουμε μία αναμενομένη ερμηνεία μιας και το συγκεκριμένο τραγούδι δεν έχει τις μεγάλες  απαιτήσεις σε φωνητικό επίπεδο που είχαν τα προηγούμενα κομμάτια.
Η παραγωγή του “It's a Man's World” είναι του Glen Ballard (Jack Wagner, Toto, Aerosmith, Van Halen) και κρίνω ότι είναι μία ικανοποιητική κυκλοφορία από μία καλλιτέχνιδα που παλεύει ακόμα να κρατηθεί στο προσκήνιο.


Φώτης Μελέτης

SOUNDGARDEN: “King Animal”


Υπάρχουν πολλοί τρόποι να ερμηνεύσει κανείς το comeback των Soundgarden. Από τη μία μπορεί κάλλιστα να επικαλεστεί κάποιος το οικονομικό κίνητρο, από την άλλη το μουσικό τέλμα που είχαν επέλθει κάποια από τα μέλη (πχ ο Chris Cornell που στον τελευταίο του solo δίσκο συνεργάστηκε με τον Timbaland…), ενώ πιθανότατα μπορεί να ζήλεψαν την επάνοδο των Alice In Chains.
Όπως και να έχει, για το γράφοντα, μια τέτοια κίνηση μόνο ευχάριστη μπορεί να είναι, μιας και οι Soundgarden αποτέλεσαν ένα από τα σημαντικότερα σχήματα που έβγαλε αυτό το περιβόητο grunge, με δίσκους κοσμήματα για το ιδίωμα, αλλά και για τη μουσική γενικότερα! Το “Down On the Upside” του 1996, παρότι δισκάρα, δεν είχε αρκετά radio friendly κομμάτια και η παράλληλη πτώση της σκηνής, έφερε πρόωρα το τέλος για το group.
Τι έχουν να πουν ύστερα από τόσα χρόνια; Πολλά!
Καταρχάς οι ενασχολήσεις των μελών τους με άλλα σχήματα (Audioslave, Pearl Jam, Sunn O))), Probot, Mark Lanegan Band κτλ) δεν τους καθήλωσε ηχητικά και τους έβγαλε από το καλούπι των Soundgarden, αφήνοντας περιθώρια στους ίδιους ώστε να μην αναλωθούν επαναλαμβάνοντας τη συνταγή που τους έκανε γνωστούς. Για αυτόν ακριβώς το λόγο το “King Animal” τους βγήκε αβίαστα και δεν προσπαθεί να πιέσει τον ακροατή για το “είναι” του!
Για την ακρίβεια, το album άνετα θα μπορούσε να είχε κυκλοφορήσει ελάχιστα χρόνια μετά το “Down On the Upside”, ως φυσική του συνέχεια, χωρίς αυτό να σημαίνει πως επαναπαύεται στο παρελθόν. Απλά οι Soundgarden προσφέρουν αυτό ακριβώς που θα ήθελαν οι fan τους και όχι αυτό που θα αποζητούσαν εκείνοι που γνωρίζουν μονάχα τα “Black Whole Sun” και “Spoonman”. Το “King Animal” δεν είναι αρπαχτή, γκέγκε;
Από την άλλη, μην περιμένετε να πάθετε το κοκομπλόκο που νιώσατε ακούγοντας το “Black Gives Way to Blue” των Alice In Chains… Σίγουρα όμως μιλάμε για ένα τίμιο album, με “τούμπανες” συνθέσεις, ήδη με αξιώσεις για τη φετινή top 20 λίστα μου.
Τα τέσσερα παλιόπαιδα από το Seattle επέστρεψαν και είναι σα να μην πέρασε τόσος καιρός… Welcome back!


Στέφανος Στεφανόπουλος

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...