Πέμπτη 24 Οκτωβρίου 2019

Robert Tepper: "Better Than The Rest"

Αποτάσσομαι, κατά κυριολεξία τρέμω, το ενδεχόμενο να αντικρύσω βλέμμα οίκτου ή και έκπληξης μειρακίου όταν θα πω σε κουβέντα ότι πήγα στην πρώτη προβολή του Rocky IV, τον Ιανουάριο του ’86.

Ο άνθρωπος που μαζί με τον Benny Mardones έγραψε στα 30 του μια από τις all time classic μπαλλάντες του νυχτερινού ραδιοφώνου επιστρέφει με το 5ο μόλις άλμπουμ του σε 34 χρόνια. Γέννημα – θρέμμα του NewJersey ο Tepper υπήρξε μια ενδιαφέρουσα περίπτωση για τη μουσική βιομηχανία. Συνδυάζοντας πλούσια με μεσαίες και χαμηλές συχνότητες, εκφραστική φωνή, συνθετικές ικανότητες και εικόνα poster boy, θα κανονικά θα έπρεπε να διαπρέψει.
Πέντε χρόνια μετά το “Into The Night”, ο Stallone τον ανακαλύπτει και με το “No Way Out” (US#22, 29/3/86) γράφει ιστορία. Εκατομμύρια μάτια καρφώνονται σ’ ένα ουσιαστικά βίντεο κλιπ μέσα στην ταινία, όπου ο Rocky, υπό τους ήχους του θρυλικοιύ sequencer, χώνει το κλειδί στη μηχανή της Φερράρι και με λυμένη τη γραββάτα ξεχύνεται νύχτα στους δρόμους και θυμάται στιγμές της ζωής του: τον κτηνώδη Ντράγκο, τον Aπόλλο να πέφτει νεκρός, την πρώτη του επική νίκη, τον αδικοχαμένο Μίκυ, τις αμφιβολίες για την αξία του μπροστά στον καθρέφτη, την ανάβαση στα μαρμάρινα σκαλοπάτια του μνημείου της Φιλαδέλφεια την αυγή, και ξανά τον Απόλλο να πέφτει νεκρός και να πεθαίνει στα χέρια του.
Σπάνια ένα κομμάτι περιέσωσε τον ερμηνευτή του για δεκαετίες και στάθηκε ικανό να στηρίξει μια ολόκληρη καρριέρα. Και του φωτογενούς Robert Τepper έμοιαζε ανθηρή τότε, στα 1986, ιδίως αφού ο Stallone τον ενέταξε και στο soundtrack του - cult πλέον για κάθε σοβαρό νεανία 50 ετών - “Cobra”, με το αξέχαστο "Angel Of The City”. Όμως, για κάποιο προφανώς άδοξο λόγο, το υποδειγματικό A.O.R. του παρθενικού του lp (“No Way Out”) που περιείχε και τα δύο αυτά μικρά hit, δεν πήγε καλά, ενώ το επόμενο άλμπουμ “Modern Madness” πάτωσε, παρά το καλό υλικό. Έκτοτε, μπήκε σε μια οδυνηρή διαμάχη με την Scotti Brothers, την εταιρία που είxε φτιάξει τους Survivor και συνδεόταν με τα επιχειρηματικά συμφέροντα του Stallone.
Επί οκτώ χρόνια ο Tepper δε μπορούσε να κυκλοφορήσει τίποτα στο όνομά του, έγραφε για άλλους. Όταν το επιχείρησε, όλο το έργο στη βιομηχανία είχε αλλάξει και ο ίδιος είχε καταχωρηθεί πλέον ως παλαιολιθικός one hit wonder.
Mετά από περίπου δύο δεκαετίες, ξαναμπήκε στη δισκογραφία με το "New Life Story" και στις ζωντανές εμφανίσεις. Τότε, στην Ισπανία, γνώρισε τον κιθαρίστα και συνθέτη Pablo Padilla, ικανό ενορχηστρωτή και με διάθεση να τον αναστήσει, κάτι που έδειξε ότι μπορεί να επιτευχθεί, αφού ο γεννημένος το 1950, o Tepper κρατούσε σε άψογη φόρμα τη φωνή του (αν και όχι τη χαίτη και τη διάμετρο της μέσης του). Το “Better Than The Rest” το 5ο άλμπουμ του Tepper είναι η πρώτη τους κοινή προσπάθεια.
To “Why Does Over Have To Be So Sad” ξεκινά με soul εισαγωγή, προχωρά στα εδάφη του μοντέρνου A.O.R, αφήνοντας χώρο στη φωνή και αφήνει προσδοκίες. Τις οποίες φτάνει κοντά στο να εκπληρώσει το Better Than The Rest, το οποίο παρά το ενοχλητικό στουντιακό παιχνίδισμα στη φωνή κατά τη διάρκεια του ρεφραίν (τί φτωχή ιδέα, τί πεπαλαιωμένο εφέ, έλεος!), είναι ένα από τα καλύτερα τραγούδια του Tepper, δυνατό στο ρεφραίν, όπως περιμένουμε τα απολειφάδια όπως ο γράφων που πήραμε εισαγωγής το “No Way Out” και το λιώσαμε. Ανάλογη ανάταση προκαλεί το καλύτερο κομμάτι του άλμπουμ, το “My Yesterday”, το οποίο με το ρεφραίν είναι σα να εκρήγνυται μέσα στις φλέβες, παρ’ ότι ο Padilla θα έπρεπε να πάρει κόκκινη κάρτα για το ότι δεν αποτολμά ένα κιθαριστικό σόλο που άνετα θα ανήγαγε το κομμάτι σε διαμάντι.


Το “Time Just This Time” ξεχωρίζει μια παλιάς κοπής ρομαντική fmμπαλλάντα που θα μπορούσε άνετα να παιχτεί δίπλα στους Hooters το 1986, με τον Padilla να αποφασίζει να δοκιμάσει ένα κανονικό σόλο στο κατάλληλο σημείο. Το “I Don’t Want To Make You Love Me” ανακουφίζει γιατί ο Padilla ζορίζει επιτέλους την ταστιέρα, ενώ το up-tempo “Show Me Where The Light Is Going” κλωτσάει ευπρόσδεκτα σαν κομμάτι που έμεινε έξω από το “Too Hot To Sleep” των Survivor. Ένα κράμα Def Leppard εποχής “Adrenalize” και Southside Johnny (ήχος και delivery του Jersey) είναι και το “Beyond The Atmosphere”, ενώ το “Tell Me You Love Me” περνάει τη βάση - ευδόκιμο filler.
Ακριβής στο να υπογραμμίζει τη μελωδία, η φωνή του Tepper αναζητά κάτι παραπάνω από την προβλέψιμη παραγωγή, κάτι που γίνεται γρήγορα αισθητό στα “All That We Never Have”,  στο άτολμο και αδύναμο να χτυπήσει το στόχο “Testimony” και το “You Know Just How You Feel”. Ενώ η φωνή ακούγεται κραταιά και γεμάτη συναίσθημα, έστω και σε ένα ρετρό ύφος, δεν παίρνει τις αιχμές που θα χρειαζόταν από την κιθάρα. Το συνολικό αποτέλεσμα είναι εύηχο, ικανό να τσιτώσει τα ηχεία και να συντροφεύσει μια μακριά αυτοκινητάδα, αφήνει πάντως την αίσθηση ότι η φωνάρα του Tepper μένει αναξιοποίητη πάνω σε A.O.R. ασκήσεις που δυσκολεύουν να απογειωθούν.
Better Than The Rest, σίγουρα, αν δει πού βρίσκονται οι σύγχρονοι του RockyIV τραγουδοποιοί οι ειδικευμένοι στα soundtrack της δεκαετίας του ’80.
Οι φανατικοί του δισκογραφικά εκλεκτικού Tepper θα το αγαπήσουν έτσι κι αλλιώς, όμως το άλμπουμ αν δεν είχε τα τρία – τέσσερα πεζά κομμάτια και την κιθαριστική ατολμία του Padilla να ξεσαλώσει, θα ήταν η «επιστροφή της χρονιάς».

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Τετάρτη 9 Οκτωβρίου 2019

Go-Go's: We Got the Beat!

Oι Αμερικανίδες GO-GO’S σχηματίστηκαν το 1978 στο Los Angeles και θεωρούνται ότι ήταν από τα πρώτα καθαρά γυναικεία σχήματα που υπέγραφε τις συνθέσεις του και έπαιζε το ίδιο τα όργανα ενώ η τραγουδίστρια τους Belinda Carlisle έκανε πετυχημένη σόλο καριέρα στo δεύτερο μισό της δεκαετίας του ΄80.
Η θηλυκή μπάντα αποτελείτο από τις: Belinda Carlisle στα φωνητικά, την Charlotte Caffeylead στην κιθάρα και το πιάνο, την Gina Schock  στα ντραμς, την Kathy Valentine  στο μπάσο και την Jane Wiedlin  στην κιθάρα και τα δεύτερα φωνητικά.
Ο συνδυασμός power pop μελωδιών, πανκ-ροκ ρυθμών και υπέροχων διπλών φωνητικών δημιούργησε μία νέα σχολή που κάποιοι κριτικοί τότε την χαρακτήρισαν ως New Wave κίνημα.



Η μπάντα στο ξεκίνημα της έγραψε σε demo πέντε τραγούδια και έπαιζε support με τους Madness οπότε και κατάφερε να δημιουργήσει ένα ευρύ κοινό και να κλείσει ένα καλό δισκογραφικό συμβόλαιο. Ο παρθενικός τους δίσκος κυκλοφόρησε το 1981 σε παραγωγή του Richard Gottehrer και ονομαζόταν “Βeauty and The Beast” κάνει τεράστια εμπορική επιτυχία αφού πούλησε πάνω από 3 εκατομμύρια αντίτυπα, έγινε διπλά πλατινένιο και έπιασε την κορυφή και οι Go-Go’s κερδίζουν το βραβείο Grammy σαν το καλύτερο νεοεμφανιζόμενο γκρουπ.
Το τραγούδι “We Got The Beat” έγινε μεγάλο hit και ακούγεται μέχρι και σήμερα από αρκετά ραδιόφωνα ενώ το άλμπουμ θεωρείται από το περιοδικό Rolling Stone μέσα στα 500 καλύτερα άλμπουμ όλων των εποχών.
Στο ίδιο άλμπουμ υπάρχουν έξοχα τραγούδια όπως τα "Lust to Love", “ Tonite”, Can't Stop The World” και “Our Lips Are Sealed” (το περιοδικό Rolling Stone  το τοποθετεί στα 100 καλύτερα ποπ τραγούδια).

Τον Αύγουστο του 1982 κυκλοφορεί το δεύτερο άλμπουμ του γκρουπ με τίτλο “Vacation” και γίνεται χρυσό ενώ καταφέρνει και φτάνει στο Νο 8 του Billboard και ο ήχος τους θυμίζει έντονα μπάντες των ‘60s. Η τουρνέ που ακολουθεί είχε επιτυχία, κέρδισαν κι άλλο βραβείο Grammy αλλά τα προβλήματα με τα ναρκωτικά κτύπησαν τα μέλη του συγκροτήματος με αποτέλεσμα να παρουσιαστούν και τα πρώτα προβλήματα. Tραγούδια που ξεχωρίζουν εκτός από το ομότιτλο (κυκλοφόρησε και σε cassette single!!!) είναι η διασκευή το Cool Jerk  των The Capitols, το He's so strange”, το “We Don't Get Along”, το "Get Up and Go" που στη δεύτερη πλευρά του υπήρχε το πανέμορφο  “Speeding που ακούγεται και στην ταινία “Fast Times at Ridgemont Highπου πρωταγωνιστεί ο Sean Penn.



To 1984 οι Go-Go’s κυκλοφορούν το τρίτο άλμπουμ, το μέτριο “Talk Show” και προσπαθούν να περισώσουν την κατάσταση με πολυδάπανα video clip κάτι που όμως δεν τους έσωσε από την εμπορική αποτυχία. Ξεχωρίζουν τα “Turn To You” (στο βίντεο κλιπ πρωταγωνιστεί ο ηθοποιός Rob Lowe), το εξαιρετικό “Head Over Heels”, το “Yes or No"  που το συνυπογράφουν με τους Sparks και τα θαυμάσια “Mercenary”  και “You Thought” όμως τα περισσότερα κομμάτια του νέου δίσκου δεν παίχτηκαν ούτε στις συναυλίες που ακολούθησαν αποδεικνύοντας το μέγεθος της απογοήτευσης και από το ίδιο το συγκρότημα.
Οι αλλαγές στο γκρουπ είχαν αρχίσει και παρά την αποδοχή του κόσμου σε ένα υπέροχο live στο Ρίο αποφάσισαν το 1985 να το διαλύσουν. Αυτή που ξεχώρισε μετά την διάλυση και έκανε μεγάλη εμπορική επιτυχία στη συνέχεια ήταν η τραγουδίστρια Belinda Carlisle με τα "Heaven Is a Place on Earth",  "I Get Weak" και αρκετά άλλα χορευτικά ποπ κομμάτια.



Το 1990 oι Go-Go’s αποφασίζουν να επανασυνδεθούν με την κλασική σύνθεση τους για μερικές συναυλίες και έπειτα μπαίνουν στο στούντιο για να επαναηχογραφήσουν δικά τους τραγούδια για μία greatest hits συλλογή. To 1994 με διαφορετικό line up η μπάντα κυκλοφορεί το διπλό Return to the Valley of The Go-Go's” με τρεις νέες ηχογραφήσεις.
Μετά από 17 χρόνια και συγκεκριμένα το 2001 αποφασίζουν να επανασυσταθούν και να κυκλοφορήσουν νέο άλμπουμ με τίτλο God Bless the Go-Go's” με ανανεωμένο ήχο και με την Susanna Hoffs (Bangles) να συμμετέχει σε ένα τραγούδι ως συνθέτης και τον Billie Joe Armstrong (Green Day) να υπογράφει το δυναμικό τραγούδι “Unforgiven” ενώ ξεχωρίζουν και τα “La La Land”, “Apology” και “Stuck in My Car”.
Το εξώφυλλο του άλμπουμ δημιουργήθηκε από τον φωτογράφο Maryanne Bilham  και επικρίθηκε από την Καθολική εκκλησία.
Παράλληλα την ίδια χρονική περίοδο έδωσαν αρκετά live show και έπαιξαν παρέα με τους Elton John, Billy Joel, David Crosby και Paul Simon, στη συναυλία  "An All-Star Tribute to Brian Wilson
Από το το 2010 και μετά, η μπάντα εξακολουθεί να υπάρχει και να παίζει σε διάφορες συναυλίες προσπαθώντας να διατηρήσει τον μύθο του παρελθόντος με την μπασίστρια Kathy Valentine να μην είναι στο σχήμα.
Studio albums

  • Beauty and the Beat (1981)
  • Vacation (1982)
  • Talk Show (1984)
  • God Bless The Go-Go's (2001)

Φώτης Μελέτης

Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2019

Neal Morse: "Jesus Christ The Exorcist"


Όσοι παρακολουθούν την πορεία του πολυτάλαντου Neal Morse δεν εκπλήσσονται από την αστείρευτη έμπνευση και το μέγιστο συνθετικό οίστρο του Αμερικανού καλλιτέχνη. Αυτή την φορά εντυπωσιάζει με την δημιουργία ενός prog-rock μιούζικαλ στα πρότυπα της κλασσικής ροκ όπερας Jesus Christ Superstar των Andrew Lloyd Webber και Tim Rice.


Παρά το γεγονός ότι τα τελευταία τρία χρόνια έχει κυκλοφορήσει δύο θαυμάσια prog album, τα "The Similitude of a Dream" (2016) και "The Great Adventure" (2019), δεν εμπόδισε τον ακούραστο Neal Morse να δημιουργήσει άλλο ένα εκπληκτικό concept δίσκο που κινείται στο πνεύμα του "Jesus Christ Superstar", παρέα με χαρισματικούς μουσικούς όπως  τον κιθαρίστα Paul Bielatowicz (Carl Palmer’s ELP), τον πληκτρά  Bill Hubauer, τον μπασίστα Randy George και τον Eric Gillette στα τύμπανα (ναι καλά διαβάσατε τον σπουδαίο κιθαρίστα των N.M.B) που εντυπωσιάζει με το πολύπλευρο ταλέντο του!
Τώρα ερχόμενοι στους πρωταγωνιστές του "Jesus Christ The Exorcist", τον Ιησού Χριστού αποδίδει εξαιρετικά ο Ted Leonard (Spock's Beard, Enchant), τον Ιούδα κάνει ο Nick D'Virgilio (Big, Big Train, Spock's Beard), ενώ ο Rick Florian (White Heart) αποδίδει τον Διάβολο και ο Matt Smith (Theocracy) αναλαμβάνει τον ρόλο του Ιωάννης Βαπτιστή.
Επίσης ο Jake Livgren (Proto-Kaw) κάνει τον Απόστολο Πέτρο  και τον Καϊάφα, ενώ η έκπληξη ακούει στο όνομα, της άσημης νεαρής Talon David ως Μαρία Μαγδαληνή. Τέλος στα φωνητικά συμμετέχουν ο John Schlitt (Petra), ο Wil Morse (γιος του Neal) και φυσικά o N. Morse κάνοντας τον Πόντιο Πιλάτo και παράλληλα παίζει κιθάρα, πλήκτρα, τραγουδά και έχει συνθέσει ένα τεράστιο μουσικό έργο που σε μερικά χρόνια εύχομαι να παίζεται σε μεγάλες και ιστορικές παγκόσμιες θεατρικές σκηνές.
Για άλλη μια φορά ο Αμερικανός καλλιτέχνης μας προσφέρει μοναδικές μελωδίες, ιδανική αρμονία, πανδαισία φωνητικών ερμηνειών, εκρηκτικές ενορχηστρώσεις ποτισμένα από έναν ανεξάντλητο λυρισμό βυθισμένα σε μία γοητευτική χριστιανική οπερατική ροκ ατμόσφαιρα.
Η εισαγωγή του "Introduction" είναι επιβλητική και ακολουθεί το λυρικό "Overture" που σε βάζει άμεσα στο Βιβλικό concept του δίσκου μαζί με το  "Getaway" ενώ το "Gather The People" ομορφαίνει με τα χορωδιακά φωνητικά και είναι μία από τις πιο δυνατές συνθέσεις μαζί με το κορυφαίο "Jesus’ Baptism".
Το "Jesus’ Temptation" ξεκινά εκρηκτικά και στη συνέχεια αποκτα μία πιο θεατρική διάσταση όπου σε καθηλώνει με την prog-rock δυναμική που εκπέμπει σε αντίθεση με το απλοικό "There’s A Highway" .
Ακολουθεί το ροκέ σε blues ύφος "The Woman Of Seven Devils" με την δυνατή ερμηνεία της Talon David που παραπέμπει στην εξέλιξή του, στους Queen ενώ η σαγηνευτική μπαλάντα "Free At Last" απογειώνεται πάλι χάριν της μοναδικής φωνής της Talon David.
Το "The Madman Of The Gadarenes" είναι αρκετά αφηγηματικό με τα φωνητικά να παιχνιδίζουν (θυμίζουν Gentle Giant και Yes) κάτι που δεν συμβαίνει με τα λιτά "Love Has Called My Name" και "Better Weather" ενώ το "The Keys To The Kingdom" είναι πανέμορφο και μελωδικό με τα φωνητικά να κερδίζουν τις εντυπώσεις (ακούγεται σαν μια παραδοσιακή χορωδία εκκλησίας) και παράλληλα το "Get Behind Me Satan" που κλείνει το πρώτο cd θυμίζει αρκετά Deep Purple και Mr. Big!!!


 
Το "He Must Go To The Cross" συνεχίζει εκεί που έκλεισε το πρώτο άλμπουμ και οι ροκιές συνεχίζονται αφού συνυπάρχουν επιρροές από Queen και AC/DC.
Το "Jerusalem" είναι απολαυστικό (σε Broadway κλίμα) με τα φωνητικά να σε στέλνουν στους ουρανούς , ακολουθεί  η μπαλάντα "Hearts Full of Holes" με τον Nick D'Virgilio να είναι εξαιρετικός και  η συνέχεια ανήκει στο μοναδικό "The Last Supper" που μαζί με τους prog ρυθμούς και την δυνατή ερμηνεία του Ted Leonard έχουμε ηχητικές αναφορές μέχρι και στους Black Sabbath.
To μελωδικό "Gethsemane" με τα απίθανα πλήκτρα φέρνει λίγο από Kansas ενώ το "Jesus Before The Council And Peter’s Denial" σε ταξιδεύει στην βιβλική περίοδο.
Το "Judas’ Death" είναι μία κορυφαία σύνθεση άκρως prog, συναρπαστικό, επικό όπως και το "Jesus Before Pilate And The Crucifixion" που κινείται στο ίδιο αριστουργηματικό μοτίβο παράλληλα το οπερατικό "Mary At The Tomb" μαγεύει λόγω της σπουδαίας ερμηνείας του Talon David.
Το δεύτερο cd κλείνει με το μελωδικότατο "The Greatest Love Of All"  σε ολοκληρωτικό μιούζικαλ ύφος καθώς και με την επανάληψη του "Love Has Called My Name".
Συνοπτικά το "Jesus Christ The Exorcist" αποτελεί  ένα μεγαλειώδες μελωδικό prog/rock έπος, πλημμυρισμένο με πανανθρώπινα συναισθήματα που δεν απευθύνεται μονάχα σε όσους πιστεύουν στον Ιησού Χριστό αλλά σε όλους εκείνους που τραβούν τον δικό τους μοναχικό Γολγοθά και έχουν σαν οδηγό την αγάπη, την πνευματικότητα και την πίστη.
Ακούστε ξανά και ξανά το συγκεκριμένο άλμπουμ και πιστέψτε με, θα ανακαλύψετε μουσικές και μηνύματα που οδηγούν σε μία καλύτερη αντίληψη και αντιμετώπιση της σημερινής σκληρής πραγματικότητας.
Το "Jesus Christ The Exorcist" είναι μία μικρή ροκ όαση στο σκοτάδι που μας πλασσάρουν επιτηδευμένα οι αγγελιοφόροι του μαρασμού και της μιζέριας και όλα αυτά χάριν στο αστείρευτο και μοναδικό ταλέντο του Neal Mοrse.
 
Φώτης Μελέτης

Πέμπτη 22 Αυγούστου 2019

Whitesnake: "Flesh & Blood"


Η διαχρονική αδυναμία χιλιάδων ανά την Ελλάδα φανς που ανήκουν στο ηλικιακό φάσμα 17 με 67, καθώς και εκατομμυρίων ανά τον κόσμο, επέστρεψε. Oι Whitesnake κυκλοφόρησαν το 13ο στούντιο άλμπουμ τους, το 3ο μόλις με καινούριο υλικό από το 1997 (δε μετρούν τα “Purple Album” και τα διάφορα liveκαι unplugged), δίνοντας τροφή στα πεινασμένα για κλασσικό ροκ του πάλαι ποτέ αυτιά μας.

Στο σημείο αυτό σχεδόν εξαντλούνται τα καλά νέα.
Γιατί η αλήθεια, ως συνήθως, βρίσκεται στις λεπτομέρειες, τουλάχιστον για όσους είναι πρόθυμοι και συγκεντρωμένοι να τις διακρίνουν.
Ο Coverdale ο ίδιος, στις συνεντεύξεις προώθησης για το “Flesh & Blood”, το είχε πει:
Δεν είχε στο μυαλό του να γράψει καινούριο υλικό, αλλά «ενθουσιάστηκε από τη διάθεση και τη χημεία των καινούριων μελών» και προχώρησε. Εν προκειμένω, αυτό σημαίνει ότι προφανώς προσεφέρθη παχυλό πακέτο από την Rhino, την καινούρια εταιρία διανομής σε Αμερική και Ιαπωνία και ως teaserπροώθησης ολόκληρης της δισκογραφίας των΄Snake και ζήτησαν κάτι καινούριο. Κάπου εκεί μπορεί να εξηγηθεί και αυτή η αλλαγή διάθεσης του Coverdale να ανέβει στη σκηνή με κάτι μουσικά «καινούργιο». «Όλοι δώσαμε ό,τι είχαμε και παραπάνω στη δημιουργία αυτού του άλμπουμ». Αυτό, δυστυχώς, δεν αποδεικνύεται αρκετό.
Προς αποφυγήν παρεξηγήσεων : το σχήμα που με κάποιες παραλλαγές έχει επισκεφθεί τη χώρα μας 3-4 φορές τα τελευταία 16 χρόνια είναι μια πολύ αξιόπιστη tribute band του ένδοξου παρελθόντος του Coverdale και αξίζει να την δει κανείς live, καθώς εκεί μετράνε (και) άλλα πράγματα: οι μνήμες, τα συναισθήματα, η οπτική εμπλοκή, η ένταση και ο ηλεκτρισμός της συναυλίας. Όμως, αν δούμε το “Flesh & Blood” ως δισκογράφημα, τα νέα δεν είναι σπουδαία.



Παρά τη αλαζονο-φιλοδοξία του αγαπημένου μας, εμβληματικά καλοδιατηρημένου 68χρονου – και πλέον, περιστασιακά μόνον καταναλωτή Bushmills – το άλμπουμ του κινείται μεταξύ του υπερπροβλέψιμου, ανολοκλήρωτου και απογοητευτικού, για τους εξής λόγους :
Πρώτον, του λείπουν τα αξιόλογα κομμάτια. Δε ζητά κανείς “Don’t Break My Heart Again”, ούτε “Lovehunter”, αλλά το στιχουργικό αναμάσημα των 15 λέξεων που αποτελούν τους τίτλους των τραγουδιών που συνυπογράφει ο Coverdale, συνοδευόμενο από τις μέτριες ιδέες των δύο κιθαριστών, κάνει το άλμπουμ να μην αντέχει σε σοβαρή αποτίμηση (πόσο τετριμμένος ο τίτλος: “Flesh & Blood” έχουν βγάλει, θυμάμαι πρόχειρα, οι  Poison το 1990 και ο Ted Nugent ένα κομμάτι το 1980, ενώ υπάρχει και η ταινία με τον Rudger Hauer του '85).
Δεύτερον, η αδυναμία των δύο κιθαριστών Reb Beach και Joel Hoekstra να συνθέσουν κάτι που να μπορεί να σηκώσει την ερμηνεία της ιστορικής φωνής του Coverdale πάνω από το σωρό (όπως, λ.χ. συνέβη με το “Love Will Set You Free” τo 2011), είναι προφανής. Φτάνουν κοντά σ’ αυτό που θα λέγαμε ικανοποιητικό filler με τα “Shut Up & Kiss Me”, “Trouble Is Your Middle Name” και “Hey You (You Make Me Rock)”, τα οποία κυκλοφορώντας ανά μήνα στο social media γέμισαν προσδοκίες το κοινό για κάτι ακόμη πιο δυνατό. Αυτά όμως είναι και τα καλύτερα κομμάτια του “Flesh & Blood”.

Τρίτον, είναι πλέον επίσης φανερό ακόμη και στον πιο τουρίστα με την ιστορία της μπάντας ότι οι παραγωγοί Mike Stone και Keith Olsen, καθώς και ο John Kalodner έπαιξαν τον καταλυτικό ρόλο για τη διαμόρφωση της παγκόσμιας εμβέλειας του ονόματος Whitesnake μεταξύ ’84 και ‘90. Αυτοί διάλεγαν τα τραγούδια, φινίριζαν τις ιδέες, υποδείκνυαν το setlist (εδώ, λ.χ., το άλμπουμ ξεκινά με τα δύο μετριώτερα κομμάτια “Good To See You Again” και “Gonna Be Alright”, πράγμα που δε θα επέτρεπε ούτε για αστείο ένας κανονικός παραγωγός), καλλώπιζαν τις διασκευές και φυσικά, έπαιρναν και γενναίο ποσοστό γι’ αυτό. Από τη στιγμή που κοντά στα τέλη των ‘90s ο Coverdale βρέθηκε να διαχειρίζεται μόνος του το brand name των Whitesnake, όλες αυτές οι ειδικές ποιότητες εκλείπουν.
Διαλέγει κιθαρίστες που να τον ακούνε, που όμως σχεδόν ποτέ δεν έχουν να επιδείξουν κάτι πραγματικά εξέχον σε επίπεδο σύνθεσης (ο Reb Beach είναι ως γνωστόν πολύ άξιος παίκτης, αλλά οι καλύτερες συνθέσεις στις οποίες έχει συμμετάσχει ανήκουν στον Kip Winger); Κάπως έτσι, από το “Good To Be Bad” του 2008 και μετά έχει επιστρέψει αυτό το «ηλεκτρικό blues» στοιχείο στα κομμάτια, που στην ουσία σημαίνει : όχι στον υπερηχητικό ήχο (που και η φωνή δεν μπορεί να εξυπηρετήσει), όχι στην αβανταδόρικη μεταλλική κιθάρα που να θυμίζει Sykes, όχι παραγωγός, όλα τα λεφτά (σύνθεση – παραγωγή – διαχείριση) στον θείο.
Όμως, με μισοψημένες ιδέες, τραχιές κιθάρες ανίκανες να χρωματίσουν το ο,τιδήποτε και ένα μάτσο “ooh baby”, “Well I Never, I never, ever, never met another girl like you”, “Always And Forever”, “Heart Of Stone (baby, why did you leave me all alone?)” αυτό που αποκαλύπτεται είναι μια συνειδητή έκπτωση στο πώς ο ίδιος ο Coverdale επεξεργάζεται τη δική του φόρμουλα.
Όπως έχει πρόσφατα πει ο David Lee Roth σε συνέντευξή του στον Joe Rogan«Αν δεν έχεις οργανώσει το πράγμα έτσι ώστε καθημερινά, όποτε βρίσκεται η ευκαιρία, να αποθησαυρίζεις μουσικές ιδέες και στίχους, τότε, όταν θα φτάσει η ώρα να μπεις στο στούντιο, θα σπάς το κεφάλι σου και θα σου έρχονται μόνο φρικτές κοινοτοπίες:
throw my hands in the air– ‘cause just dont care». Αυτό ακριβώς έχει συμβεί και στον Coverdale. 
Συνολικά, η φωνή του Coverdale είναι ευλόγως αποδυναμωμένη και οι κιθάρες φλύαρες, ειδικά όταν προσπαθούν να βγάλουν blues συναίσθημα, με slide και λοιπά. Ο ήχος είναι στο αναγνωρίσιμο, ικανοποιητικό επίπεδο, όμως αυτό σε καμία περίπτωση δεν είναι αρκετό. To“When I Think Of You (Color Me Blue)” είναι μια προβλεπόμενη απόπειρα σε “The Deeper Τhe Love”, που δεν απογειώνεται ούτε αν κάρφωνες τουρμπίνες στη Gibson του Reb, το δήθεν βαρέως ερωτοχτυπημένο “Heart Of Stone” είναι στην ουσία το “Best Days”, σε πιο αργό τέμπο, τα“Well I Never” και “Always And Forever” θα μπορούσαν να είναι κάτι με μουσική ουσία, αν δεν έπασχαν από στίχο για γέλια, ενώ στο εξάλεπτο “Sands Of Time” επαναλαμβάνεται η γνωστή επιδρομή του Coverdale στο ρυθμό του “Kashmir”, με ομολογουμένως όχι σπουδαία αποτελέσματα. Από τα υπόλοιπα δεν μένει πραγματικά τίποτε.
Λίγο μετά την κυκλοφορία του, το άλμπουμ έξυσε τον πάτο του Billboard Hot – 200 (US#131), ενώ έκανε ένα αξιοπρεπές πέρασμα από το αντίστοιχο βρετανικό (UK#7) για μία εβδομάδα. Η περιοδεία τους στην Αμερική, μπορεί και να έχει κάποια σχετική επιτυχία. Πιθανόν, οι εγχώριοι κατά συνήθειαν αποθεωτές των μεγάλων ονομάτων του ροκ να δυσανασχετήσουν. Οι εθισμένοι θα αποκτήσουν σε κάποια μορφή το “Flesh & Blood”, γιατί πρώτα κάνει κουμάντο η συνήθεια και η αφοσίωση και μετά όλα τα άλλα. Όμως δίσκοι όπως το “Flesh& Blood” αφαιρούν, δεν προσθέτουν στο πώς όσοι έχουμε χορτασμένα αυτιά θέλουμε να θυμόμαστε τους ήρωές μας.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Τετάρτη 10 Ιουλίου 2019

Bruce Springsteen: "Western Stars"



Πλησιάζοντας ολοταχώς στο κατώφλι της συμπλήρωσης των 70 του χρόνων, σύνορο αδιανόητο μέχρι πριν μια δεκαετία για τους ρόκερ πρώτης και δεύτερης γενιάς, ο Springsteen καλοδέχεται με νηφαλιότητα το συναπάντημα με την βιολογική του ηλικία. Όχι όμως αναπολώντας ή μιμούμενος θριάμβους, αλλά αποστάζοντας αυτό που πραγματικά είναι:


O τελευταίος λαϊκός ήρωας της αμερικάνικης μουσικής.
Τον βηματισμό στα μονοπάτια της μουσικής παράδοσης της folk και της country, συνοδευόμενο με μια τάση για απέριττη έκφραση, επέλεξαν και οι μεγαλύτεροί του: Dylan, Neil Young, Van Morrison, ακόμη και ο τρεις μήνες μικρότερός του Tom Waits. Όμως, λόγω καταβολών, ηχοχρώματος ή και τρόπου ζωής, κανείς τους δεν το έχει επιχειρήσει με τέτοια κινηματογραφική ποιότητα  - αυτή την κουβαλάει σήμερα μόνον ο Springsteen. Ο οποίος, διαχειριζόμενος ακόμη και την φυσική κόπωση που φέρνει η ηλικία με μια κατασταλαγμένη αισθαντικότητα που όμως στην περίπτωσή του δεν έχει ηλικία, μας παίρνει μαζί του σ’ ένα ταξίδι στοιχημένο με την πραγματική του κατάσταση, την τωρινή του ματιά. Μια ματιά που δεν υπολείπεται καθόλου σε έμπνευση.
Ο Springsteen εξακολουθεί να ελκύεται απ’ αυτό το «καθ’ οδόν» που περιγράφει ως διέξοδο, καταφύγιο ή και αποδραστικό αυτοσκοπό σε όλη του την καρριέρα. Η διαδρομή είναι αυτή τη φορά η αχανής, ακροθιγώς γεωγραφούμενη, παραμυθογέννα αμερικάνικη δύση, κυρίως οι υποφωτισμένες γωνιές της. Αυτές στεγάζουν τους χαρακτήρες, τις σκηνές και τα συναισθήματα που αναπνέουν σε καθεμιά από τις 13 μουσικές ιστορίες αυτού του δίσκου. Ερημικές λεωφόροι, ξεχασμένα μπαρ, σαράβαλα αμάξια, έρωτες - φαντάσματα, άνθρωποι που αναζητούν τελευταίες ευκαιρίες, που ζουν γείτονες με την απόγνωση και την απώλεια, διατηρώντας πεισματικά την ελπίδα και το όνειρο ζωντανό. Η δια στόματος Springsteen περιήγηση δεν είναι προβλέψιμη ούτε ασφαλής. Είναι όμως απελευθερωμένη από εξωραϊσμούς και βολικά happy end. Είναι ελλειπτική και περιεκτική συγχρόνως, γιατί αναφέρει μόνο τις λεπτομέρειες που αξίζει να διασωθούν.
Το άλμπουμ είναι σα να περίμενε την κατάλληλη χρονική στιγμή για να προκύψει μέσα από ορισμένες ιδέες του “Working OnA Dream” και των ενορχηστρώσεων του “High Hopes”. Κόρνα, φαγκότα, όμποε, τρομπέτες και έγχορδα αναβαθμίζουν το συναισθηματικό φορτίο κάθε τραγουδιού, το οποίο είναι μαστορεμένο για τέτοιες μουσικές υποδοχές. Πάνω από είκοσι μουσικοί συμμετέχουν – η μόνη από την EStreet Band η Patti Scialfa – ενώ την παραγωγή συνυπογράφει ο ίδιος ο Bruce με τον Ron Aniello και η ηχοληψία πιστώνεται σε by Rob Lebret, Ross Petersen, Toby Scott και Ron Aniello.
Το ταξίδι ξεκινά με το Hitch Hikin’”, όπου ο Bruceπαίζοντας banjo ξεκινά την εικονογράφηση : μια souped up Ford του ’72, τηλεγραφόξυλα να περνούν μπροστά απ’ τα μάτια του hitch-hicker, ταξίδι ολοήμερο κι ολονύχτιο, διαρκές. “Family man gives me a ride - Got his pregnant Sally at his side - Yes indeed, sir, children are a gift - Thank you kindly for the lift”.  Το ταξίδι του Springsteen δεν είναι αυτοσκοπός, δεν έχει να κάνει με την ποιητική νεύρωση του ανέστιου, είναι η φυσική κατάσταση ενός παρατηρητή που τριγυρνά για να ζει και στην πορεία γίνεται καλύτερος: πιο εμβριθής.
Στο travellingstomp του The Wayfarer, ανοίγει έναν διάλογο μ’ όσα απέφυγε – με τη γλυκιά, αποπνικτική λήθη της επανάληψης στην ζωή της μικρής του πόλης – μόνο και μόνο για να μπορεί έκτοτε να τ’ αντικρύζει στην πραγματική τους διάσταση. Τhe sweet streets of home - where kindness falls and your heart calls for a permanent place of your own”, “When everyone's asleep and the midnight bells sound - My wheels are hissing up the highway, spinning 'round and 'round”. Όταν στα μισά μπαίνει η full μπάντα πνευστών κι εγχόρδων, ανοίγονται πράγματι πεδιάδες και φωτισμένοι ουρανοί με φευγάτα σύννεφα, όπως στο εξώφυλλο.
Το Tucson Train εκτυλίσσεται σαν ταξιδιωτικό διήγημα που απλώνει τις σελίδες του με σιγουριά, σαν το “The Straight Story” του David Lynch, όπου η διαδρομή είναι η ύστατη κατάθεση. “We fought hard over nothing - We fought till nothing remained - I've carried that nothing for a long time - Now I carry my operator's license - And spend my days just running this crane”, “When a little peace would make everything right - If I could just turn off my brain”. Καθώς τα βιολιά πλαισιώνουν τη σκέψη με μια επαναλαμβανόμενη μελωδία, σαν από ξεχασμένη τηλεοπτική σειρά του ’60, αποκαλύπτεται ένα ακόμη κεφάλαιο της αντίληψης για τη ζωή μακριά από την πρώτη γραμμή της πόλης. Είτε απηχεί κάποιο συμβιβασμό με την ήττα των σκοπών, είτε περιγράφει το καταφύγιο ενός παραιτησία, η μόνη λύτρωση, έπαθλο, σωτηρία παραμένει ο έρωτας.
Το βίντεο κλιπ του “Western Stars” βρίσκει τον ήρωα μοναχικό στο μπαρ, να ξετυλίγει έναν από τους πιο Tom Waitsιώδεις στίχους του (“A coyote with someone's Chihuahua in its teeth skitters 'cross my veranda in the night - Some lost sheep from Oklahoma sips her Mojito down at the Whiskey Bar - Smiles and says she thinks she remembers me from that commercial with the credit card”).
Πρόσωπο με πρόσωπο με τον καθρέφτη, για πρώτη φορά αναμετρώμενος με το πέρασμα του χρόνου, κουρασμένος στο βολάν, με stetson καπέλο σε περισυλλογή, αποκοιμισμένος με την κιθάρα στα χέρια – σκεπτικός στο πρώτο φως της αυγής. Μονολογεί ένας στάντμαν (το alter ego του διάσημου αφηγητή επανακάμπτει στο Drive Fast [The Stuntman]”), κάποιος που είδε κι άγγιξε τους μεγάλους σταρ και λαχταρά μια τελευταία λάμψη, καθώς μια αέρινη ανεβαστική τοιχαρχία από έγχορδα υπογραμμίζει τη νόστο για τα ανεπιστρεπτί περασμένα.


To καρμικό σκηνικό της δύσης, με το ξεχασμένο σε κάποια γωνιά της ερήμου – του ίδιου του χρόνου; - καφέ, ζωντανεύει υπό country ήχους στο Sleepy Joes Café”, καθώς η ιστορία του Joe συνοψίζεται στο “see you out on the floor and Monday morning is a million miles away” με τη βεβαιότητα ότι ταπεινοί έχουν βρει τις απαντήσεις για τη μακροημέρευση. Στο “Chasin’ Wild Horses” η ορχηστρική ανάταση και πάλι εκεί (“Ever since I was a kid - Tryin' to keep my temper down is like - Chasin' wild horses”), σε αντίστιξη με το σύντομο, σπαρακτικό απολογισμό του “Somewhere North of Nashville”.
Το πιάνο του Matt Rollings στην εισαγωγή οδηγεί σ’ ένα υποβλητικό “Sundown”(“When summer's through, you'll come around - That little voice in my head's all that keeps me from sinking down - Come Sundown”), ενώ το “Hello Sunshine” θα’ λεγε κανείς ότι περνάει κάτι από το “Everybody’s Talkin’” του Harry Nilsson μέσα από τον Jimmy Webb. Τα up-tempo «σκουπάκια» του Matt Chamberlain κάνουν τη διαφορά απέναντι στο τρυφερό πιάνο του Rollings και την έτοιμη να δακρύσει από συγκίνηση ξαπλωτή slideτου Marc Muller. Ακόμη κι αυτό το φαινομενικά πιο ευθύ και αισιόδοξο απόσπασμα του δίσκου – γι΄αυτό ίσως και επιλέχθηκε σαν πρώτο single – έχει στα έγκατά του μια υπόκωφη ένταση, ίσα για να υπενθυμίζει ότι η ηλιαχτίδα ευτυχίας, ως ηλιαχτίδα, είναι εκ φύσεως φευγαλέα.
Στο Stones ο πρωταγωνιστής ξυπνά με το στόμα «γεμάτο πέτρες» - με πίκρα από την απιστία, τον παραλογισμό, την αχαριστία - και πάει να σταθεί όρθιος γνωρίζοντας τη ρίζα του κακού (“its only the lies you told me”). Η φωνή του Springsteen ντύνεται την "καου-μπόϋ" προφορά του εδώ κι εκεί, όταν και όπου το απαιτεί ο ρόλος, ενώ σε άλλα σημεία μας επιφυλάσσει μεγάλα, ευπρόσδεκτα ανοίγματα (“The Wayfarer”), στιβαρότητα απέναντι στο πλούσιο ορχηστρικό υπόβαθρο (“Sundown”), ακόμη και αυτό το δικό του (το «σαν») φαλσέττο, όπως στο “There Goes My Miracle”, όπου έρχεται κατακυριευτής ο Σπεκτορικός τοίχος από έγχορδα, εισχωρεί σε κάθε πόρο και ανοίγει χώρο για μια φωνητική ερμηνεία που κάνει την ψυχή συντρίμμια. Στο “Moonlight Motel”, ο αφηγητής αποκαμωμένος πίνει μόνος στο parking του στοιχειωμένου ξενώνα που έχει στεγάσει τόσες ασήκωτα ωραίες στιγμές, ανήμπορος να φέρει το χρόνο πίσω.
“She was boarded up and gone like an old summer song - Nothing but an empty shell - I pulled in and stopped into my old spot - I pulled a bottle of Jack out of a paper bag - Poured one for me and one for you as well - Then it was one more shot poured out onto the parking lot - To the Moonlight Motel”.
Η νεανική του εμμονή στη λεπτομέρεια και την ακατάσχετη ονοματοδοσία του “Greetings From Asbury Park” κοντεύει μισόν αιώνα μακριά, όμως η άγρυπνη ματιά είναι εκεί, το ίδιο εκφραστική, όμως πιο μεστή και διαυγής. Οι αδροί χαρακτήρες του “Western Stars”, φωτίζονται καθώς ολοκληρώνουν ή αφότου έχουν ήδη ολοκληρώσει ένα μακρύ και δύσκολο ταξίδι. Κάποιοι τσαλακωμένοι από τη φενάκη ενός πολύβουου, άτεγκτου κόσμου, άλλοι προσπαθώντας να συγκολλήσουν ξανά τα απομεινάρια που άφησαν πίσω τους οι μέρες εκείνες όταν με τη ρώμη της νεότητας διεκδικούσαν όλη τη δόξα, αυτές που δεν μπορούν ξαναρθούν. Κάθε τραγούδι είναι δεμένο με τη διαδρομή, είτε με μια πολύτιμη, παρατεινόμενη από ανάγκη ή από επιλογή στάση της. Πιο συχνά με την λαχτάρα για επιστροφή στην πιο οικεία και γόνιμη ουσία:
τη θέρμη της χωρίς φίλτρα ανθρώπινης επαφής.
Ο Springsteen, ακόμη θηρευτής αυτής της ουσίας, με επίγνωση για το χρόνο που έχει κατά το μεγαλύτερο μέρος του περάσει, μας ποτίζει με μια μουσική που περιέχει την έντονη γεύση της βιωμένης ποίησης. Αυτός, που μεγάλωσε ο ίδιος και μεγάλωσε και μας με την κάψα της αναχώρησης και τράφηκε μαζί μας με τα όνειρα που μπορούμε όλοι να δούμε μπροστά στα μάτια μας, αν μάθουμε να προσέχουμε καλά.
Τον έρωτα, τη συντροφικότητα, τη φιλία, την ανθρωπιά, το να διεκδικείς κάθε λεπτό της ζωής σα νά’ χεις μόλις γεννηθεί.
Πολύ δύσκολα δε θα είναι το πιο σημαντικό άλμπουμ της χρονιάς.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Παρασκευή 28 Ιουνίου 2019

Ευάγγελος Χ. Βαγενάς και το Εκτελεστικό Απόσπασμα: "Περπατώντας το Μεσημέρι"


Πρώτη δισκογραφική παρουσία για το προσωπικό σχήμα του Ευάγγελου Χ. Βαγενά με την ονομασία "το Εκτελεστικό Απόσπασμα" και ο τίτλος του άλμπουμ είναι "Περπατώντας το Μεσημέρι". Ο συγκεκριμένος εξαιρετικός μουσικός έχει μία σημαντική διαδρομή με τους ΧΕΡΟΥΒΕΙΜ, με ενδιαφέρουσες δισκογραφικές κυκλοφορίες.

Ο δίσκος χαρακτηρίζεται από έναν τολμηρό ποιητικό λόγο, του Ευάγγελου Χ. Βαγενά , στο οποίο περιγράφονται βιωματικές εμπειρίες από τις αθηναϊκές συνοικίες, εμπλουτισμένες από ένα εμπνευσμένο μείγμα σκοτεινού ροκ, ηλεκτροπόπ ρυθμών και ψυχεδελικών μελωδιών.
Τραγούδια που ξεχωρίζουν είναι το "Στο Βυθό" με το δυνατό ρεφρέν, το άκρως χορευτικό "Eλεύθερον Βάσης", το επιτηδευμένα θυμωμένο "Μωρό μου" αλλά και το "Βαρκαρόλα" που είναι ποίημα του Γάλλου αναρχικού ποιητή Laurent Tailhade. Επιπρόσθετα το δικό τους στίγμα δίνουν τραγούδια όπως, το "Σελήνη" που θυμίζει λιγάκι από Depeche Mode καθώς και το "Δέντρα Ι" και "Τα Δέντρα ΙΙ".
Ευχάριστη έκπληξη αποτελεί η σύνθεση "Το ταξίδι δεν θ’ αργήσει" στο οποίο συμμετέχει φωνητικά, ο θρυλικός Δημήτρης Δημητράκας (Panx Romana, Schmetterling, Ριφιφί, T.V.C.) αλλά και η  Nαταλία Ηλία  όπου εκτός από τις ιδιαίτερες ερμηνείες ξεχωρίζει και το λυσσαλέο κιθαριστικό σόλο το Γεράσιμου Σπυράτου.

 
Η παρουσία και εκτελεστική δεινότητα του Γιάννη Παπανικολάου στα πλήκτρα και Νίκου Γεωργάκη στις ηλεκτρικές κιθάρες που αποτελούν το "Εκτελεστικό Απόσπασμα" έχουν συνεισφέρει και προσθέσει πολλά και όμορφα ηχοχρώματα δίνοντας ένα ακόμη πιο μελαγχολικό ύφος. Παράλληλα σ΄όλο αυτό το θαυμάσιο αποτέλεσμα βοήθησαν στις ηχογραφήσεις οι μουσικοί:  Λεωνίδας Πετρόπουλος (μπάσο, πιάνο, synth, κιθάρα, programming), Ηλίας Ράπτης (κιθάρα), Παναγιώτης Σταματελόπουλος (κιθάρα, β΄ φωνή), Θεοδωρής Λίζος (κιθάρα, β' φωνή), Μιχάλης Μπαλάφας (κιθάρα, β' φωνή) και η  Ξένια Δούδαλη (φωνητικά).
Αξίζει να αναφέρουμε ότι Ευάγγελος Χ. Βαγενάς  έχει εκδώσει την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο "Μηχανές Ευτυχίας" το 2000 (κυκλοφόρησε η βελτιωμένη έκδοση το 2013) , η οποία περιέχει και το ομώνυμο cd με 12 τραγούδια σε στίχους και μουσική του ιδίου. Και κάτι για το τέλος, στο υπέροχο  τραγούδι με τίτλο "1505" κατά την ταπεινή μου άποψη απολαμβάνουμε ότι πιο ποιητικό και λυρικό έχουμε ακούσει τα τελευταία χρόνια από Έλληνα καλλιτέχνη.
Για πάρτε μία μικρή γεύση παρακάτω...
"Ξεράθηκαν τα χείλη σου και αυτό το καλοκαίρι. Χτύποι, φιλιά και δάκρυα που ο άνεμος σκορπίζει. Λουλούδια που μαραίνονται στη θέα της σελήνης. Το απόγευμα κρύβει τους λόφους του πόνου. Είναι ο ήλιος το φεγγάρι εγώ ή εσύ μία ύστατη μάχη που συνέβη εκεί. Ένα σώμα θαμμένο στις πλαγιές των βουνών κάποια μέρα που ήμουν, που ήμουν παρών. Είναι ο ήλιος το φεγγάρι εγώ ή εσύ".
 
Φώτης Μελέτης

Πέμπτη 2 Μαΐου 2019

John Miles Βand: “Transition”


Γεννημένος τον Απρίλιο του 1949 ο πολυτάλαντος(φωνή, κιθάρα, πλήκτρα, συνθέτης) JOHN MILES ξεκίνησε την καριέρα του το 1976 και με καθοδηγητή τον παραγωγό Alan Parson κατόρθωσε με το ξεκίνημα του να κάνει επιτυχία στην χώρα του την Αγγλία με το τραγούδι “Music”(έφτασε στο Νο3) από το ντεμπούτο του άλμπουμ “Rebel”.

Μετά και από την κυκλοφορία έξι μέτριων δίσκων αποφασίζει σαν JOHN MILES BAND το Noέμβριο του 1985 να κυκλοφορήσει το έβδομο άλμπουμ που φέρει τον τίτλο Transition” στο οποίο συμμετέχουν οι Bob Marshall στο μπάσο και ο πρώην ντράμερ των Jethro Tull, Barriemore Barlow οι οποίοι με την καθοριστική βοήθεια τριών παραγωγών του κιθαρίστα Τrevor Rabin από τους ΥΕS, του Beau Hill (Ratt, G.Moore, Streets,Kix) και του Pat Maron (R.Plant, Hawkwind) δημιούργησαν ένα αξιόλογο αποτέλεσμα.
Το Transition” περιέχει μία ποικιλία συμπαθητικών εμπορικών ροκ και ποπ ήχων συμπληρωμένα με αισθησιακές μπαλάντες όπως τα “I Need Your Love”, “You ‘re the One” και το θαυμάσιο  “Blinded”( στην επανέκδοση υπάρχει και η σινγκλ μορφή του) που ερμηνευτικά θυμίζει έντονα τον Sammy Hagar.
Ο δίσκος πάντως αρχίζει πολύ δυναμικά με δύο καταπληκτικά τραγούδια το εξαιρετικό “Once In Your Life” και τον ξεχασμένο aor ύμνο  Run”. Σε αρκετά σημεία το Transition” θυμίζει καλλιτέχνες όπως τους Hall and Oates, Go-West, Police και Phil Collins ειδικά σε τραγούδια όπως το “Who Knows” και “Watching Over Me” ενώ εκτός από το “Run” άλλο ένα υπέροχο τραγούδι που κερδίζει τις εντυπώσεις στο άλμπουμ είναι και το “Hard Times”.
Ο δίσκος παρότι ήταν πολύ καλός, εμπορικά απέτυχε και το μόνο που έκανε στην συνέχεια ο John Miles ήταν να κυκλοφορήσει δύο-τρία άλμπουμ και να παίξει σε τουρνέ με τους Tina Turner, Bryan Adams, και να συμμετάσχει  σε άλμπουμ των Alan Parsons Project, Joe Cocker και στο Outrider του Jimmy Page των Led Zeppelin.
Τέλος αξίζει αν αναφέρουμε ότι τo “Transition” επανεκδόθηκε το 2010.

 
Φώτης Μελέτης

Τετάρτη 10 Απριλίου 2019

Hooters: Τα ζόμπι... οι χορευτές και ο “Johnny B”


Ετούτοι εδώ οι αμερικανοί «λαϊκοί» ροκ καλλιτέχνες που έγιναν πασίγνωστοι ειδικά στη πατρίδα μας τη δεκαετία του ’80 με το κλασσικό “Johnny B”, έχουν μία ενδιαφέρουσα πορεία με αρκετές εμπορικές επιτυχίες στο ενεργητικό τους αλλά και σημαντικές συνθετικές αναφορές.

Οι HOOTERS με έδρα την Philadelphia ξεκίνησαν δισκογραφικά το 1983 με το άλμπουμ “Amore” σε ανεξάρτητη παραγωγή και παρόλα αυτά κατόρθωσε και πούλησε 100.000 αντίτυπα!!!
O ήχος τους περιείχε πολλά reggae, pop , φολκ και ροκ στοιχεία κάτι που τους έκανε να ξεχωρίζουν και να αποκτήσουν άμεσα πιστό πυρήνα οπαδών.
Το τραγούδι που φυσικά ξεχώρισε και τους έκανε αγαπητούς στο ευρύ κοινό ήταν το πανέμορφο "All You Zombies", το οποίο δύο χρόνια νωρίτερα (1981) είχε κυκλοφορήσει ως σινγκλ ενώ παραλίγο να το τραγουδήσει και η Cyndi Lauper για την οποία έγραφαν κομμάτια για ένα διάστημα το συνθετικό δίδυμο της μπάντας, οι Rob Hyman και Eric Bazilian. Το “Amore” επανεκδόθηκε το 2001 με δύο bonus κομμάτια τα οποία είναι και διασκευές και είναι το περίφημο "Lucy in the Sky with Diamonds" των Beatles και το "Man In The Street" του τζαμαϊκανού Don Drummond.


Το 1985 οι HOOTERS κάνουν το μεγάλο βήμα και υπογράφουν δισκογραφικό συμβόλαιο για την Αμερική με την Columbia Records και για την Ευρώπη με την CBS Records και τον Απρίλιο της ίδιας χρονιάς κυκλοφορούν το εξαιρετικό “Nervous Night” που περιέχει και τη διασκευή "She Comes in Colors” του  Arthur Lee  των Love που είχε πρωτοεκδοθεί το 1966.
Σε αυτό το δίσκο ξαναβρίσκουμε το "All You Zombies" ύστερα από απαίτηση της νέας δισκογραφικής τους εταιρίας ενώ άλλα κομμάτια που ξεχωρίζουν είναι τα "And We Danced",  "Day by Day",  "South Ferry Road" και το αργόσυρτο  "Where Do the Children Go" όπου δεύτερα φωνητικά κάνει η Patty Smyth.
Επίσης στο άλμπουμ υπάρχουν και αρκετά folk στοιχεία αφού φυσαρμόνικές, ακορντεόν, banjo και μαντολίνα κάνουν εμφανή την παρουσία τους. Το γεγονός όμως που τους απογειώνει σε δημοτικότητα είναι που ανοίγουν το περίφημο Live Aid στην Philadelphia. To 1986 τους βρίσκει να βραβεύονται από το MTV ως καλύτεροι νέοι καλλιτέχνες ενώ το “Nervous Night” είχε ξεπεράσει μέχρι τότε τις 2 εκατομμύρια πωλήσεις.
Το καλοκαίρι του 1987 το συγκρότημα κυκλοφορεί το “One Way Home” που έγινε χρυσό και περιέχει το κομμάτι που έχουμε όλοι αγαπήσει το καταπληκτικό “Johnny B”. Άλλα τραγούδια που ξεχωρίζουν είναι το "Karla With A K" σε ύφος κάντρυ, η επιτυχία τους "Satellite", το "One Way Home" (το κιθαριστικό ριφ δανεισμένο εν μέρει από το "Taxman" των  Beatles) ενώ συγκλονιστικό είναι και το  "Graveyard Waltz" με την blues δομή του. Τέλος το συγκρότημα πήρε τα εύσημα και από τον Bob Dylan που δήλωσε πως το τραγούδι τους “Washington's Day" είναι ένα από τα αγαπημένα του. Αξίζει να σημειώσουμε ότι σπουδαίο ρόλο στη συγγραφή των κομματιών του γκρουπ παίζει και ο συνθέτης Rick Chertoff με μεγάλη διαδρομή και επιτυχίες στην πλάτη του με καλλιτέχνες όπως οι Joan Osborne, Cyndi Lauper, Sophie B. Hawkins, The Kinks και Alan Parsons Project.
Τον Οκτώβριο του 1989 οι ΗΟΟΤΕRS κυκλοφορούν το “Zig Zag” με αρκετά συνειδητοποιημένο στίχο αφού ασχολούνται με θέματα όπως την εισβολή της τεχνολογίας, την έλλειψη στέγης, για τιςαιματηρές  διαδηλώσεις στη Πλατεία Τιενανμέν του Πεκίνο που γινόταν εκείνη την περίοδο, για την ελευθερία του τύπου, την κατάρρευση των δίσκων βινυλίου και για το θάνατο ενός φίλου τους. Το τραγούδι που έγινε γνωστό και έκανε επιτυχία ήταν το "500 Miles" που είχε πρωτοπεί το folk τρίο Peter, Paul and Mary  ενώ το τραγούδι χρονολογείται από τον Αμερικάνικο Εμφύλιο Πόλεμο, όταν ονομαζόταν "Ruben's Train". Επίσης ξεχώρισαν τα "Don't Knock It 'Til You Try It", το "Mr. Big Baboon" με το rock ‘n roll στυλάκι του
Το πέμπτο άλμπουμ της αμερικάνικης μπάντας κυκλοφόρησε τον Μάιο του 1993 και τιτλοφορείτο “Out of Body” με την υπογραφή της νέας τους δισκογραφικής εταιρείας MCA ενώ στην παραγωγή τους ανέλαβε ο Joe Hardy ( ZZ Top, Steve Earle, Tom Cochrane). Τραγούδια που διακρίθηκαν από το άλμπουμ είναι τα "Twenty-Five Hours a Day", το εξαιρετικό "Shadow of Jesus", το  "Dancing on the Edge"  και η μπαλάντα “Private Emotion” που το έχει ερμηνεύσει και ο Ricky Martin.
Το 1994 κυκλοφόρησαν το The Hooters Live ηχογραφημένο στη Γερμανία ενώ περιέχει και δύο διασκευές του Bob Dylan ("All I Really Want to Do" και "Blowin' in the Wind").



Μετά από πολλά χρόνια απραξίας το δημοφιλές συγκρότημα επιστρέφει και το Σεπτέμβριο του 2007 κυκλοφορούν το Time Stand Stillαρχικά μόνο στην Ευρώπη αλλά την επόμενη χρονιά το εκδίδουν και στις ΗΠΑ. Στο άλμπουμ περιέχεται και η διασκευή στο θαυμάσιο "The Boys of Summer" του Don Henley (Eagles) ενώ ο ήχος τους κινείται όπως πάντα σε rock, country, folk και ποπ  μονοπάτια… μιας και μελόντικες, τα ακορντεόν, το banjo, τα μαντολίνα στήνουν ένα συνεχόμενο δικό τους «λαϊκό» αμερικάνικο πανηγύρι.
Το 2008 κυκλοφόρησαν το δεύτερο «ζωντανό» δίσκο τους με τίτλο “Both Sides Live” ηχογραφημένο στην  Philadelphia και το 2010 το "Five by Five EP" που περιλαμβάνει σε ιδιαίτερες εκτελέσεις  το “Time After Time” που είχε κάνει επιτυχία η Cyndi Lauper  και το "One of Us" της Joan Osborne τα οποία είναι συνθέσεις των Rob Hyman και Eric Bazilian.
Τέλος αξίζει να σημειώσουμε ότι ο Eric Bazilian έχει κυκλοφορήσει δύο σόλο άλμπουμ αλλά κυρίως έχει συμμετάσχει σε συνθέσεις σπουδαίων καλλιτεχνών όπως οι Scorpions, Bon Jovi, Alannah Myles, Journey  και πολλών άλλων.

ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ
Amore (1983)
Nervous Night (1985)
One Way Home (1987)
Zig Zag (1989)
Out of Body (1993)
The Hooters Live (1994)
Hooterization: A Retrospective
Time Stand Still (2007)
Both Sides Live (2008)
Five by Five: EP (2010)

Φώτης Μελέτης

Τετάρτη 13 Μαρτίου 2019

ΕΝΔΕΛΕΧΕΙΑ: Βουτιά από ψηλά....

Οι ΕΝΔΕΛΕΧΕΙΑ αποτελούν για την λεγόμενη ελληνική ροκ σκηνή ένα σπουδαίο κεφάλαιο που κατόρθωσαν με κόπο και μπόλικο ιδρώτα να αφήσουν το δικό τους ξεχωριστό στίγμα με αρκετά υπέροχα τραγούδια.
Η διαδρομή του συγκροτήματος είχε πολλά και δύσκολα σημεία,ανυπέρβλητα εμπόδια όπως η χαμηλή προβολή (όπως και για τις περισσότερες ελληνικές μπάντες), αδιαφορία από τις δισκογραφικές εταιρίες, εσωτερικές διαφωνίες αλλά παρόλα αυτά πέτυχε να αφήσει ένα εξαιρετικό υλικό πίσω της που θα μνημονεύουμε για αρκετά χρόνια μιας και διαλύθηκε πριν από λίγους μήνες.
 Στη συνέχεια μπορείτε να διαβάσετε  την ιστορία του γκρουπ και όλες τις σημαντικές στιγμές της πορεία τους.


 Ας ξεκινήσουμε λοιπόν...
 Η ιστορία της μπάντας ουσιαστικά ξεκινάει στις αρχές της δεκαετίας του '80 όπου δύο μαθητές γυμνασίου (Δημήτρης Μητσοτάκης - Δημήτρης Λεοντόπουλος) αποφασίζουν με περισσό θρασος να φτιάξουν ένα ροκ συγκροτημα. "Η αλήθεια είναι πως πρώτα φτιάξαμε το συγκρότημα και μετά μάθαμε να παίζουμε! Οι πρόβες γίνονταν στην ταράτσα, στο πλυσταριό για την ακρίβεια, του σπιτιού του Λεοντόπουλου, στην Καλλιθέα. Τα όργανα που χρησιμοποιούσαμε τότε ήταν μία φτηνή κλασική κιθάρα και ντενεκέδες από λάδι. Αργότερα αγόρασα ένα σετ τύμπανα Premier του '58 στο οποίο και έμαθα να παίζω. Το σετ αυτό το διατηρώ ακόμα.
To σχήμα εκείνο μετατράπηκε άρδην σε ηλεκτρικό όταν ο Λεοντόπουλος αγόρασε με αιματηρές οικονομίες μία ηλεκτρική eko του πεντοχίλιαρου και το φοβερό ενισχυτή "ekolena". Το δολοφονικό εκείνο σχήμα συμπλήρωσε σχεδόν με το ζόρι ένας άλλος συμμαθητής, ο Σωτήρης Λάντας - νυν ηχολήπτης-του οποίου το αποθημένο ήταν τα τύμπανα, όμως εμάς μας έλειπε μπασίστας και αναγκαστικά αγόρασε μπάσο!
Λίγο αργότερα πέρασαν από αυτό το σχήμα διάφοροι φίλοι από την γειτονιά , κυρίως για πλήκτρα, κανείς όμως δεν άντεξε πάνω από ένα εξάμηνο. Τα ονόματα για την μπάντα εκείνη την περίοδο άλλαζαν σαν πουκάμισα (Αδέσμευτοι, Rainy Heroes, Candles, και άλλα τέτοια ευφάνταστα). Εκείνη την περίοδο ο στίχος ήταν σε απαράδεκτα αγγλικά επιπέδου δευτέρας κανονικής.

Εκείνη η μπάντα έληξε άδοξα στα μέσα της δεκαετίας του '80, όπου δημιουργείται ένα άλλο σχήμα (Άρτεμις) από τους - Μητσοτάκη (τύμπανα), Γιώργο Κουλούρη (μπάσο), ένα φίλο τους κιθαρίστα τον Φάνη Κινατίδη και τον Θανάση Σολούκο στα πλήκτρα. Τότε γίνεται η πρώτη προσπάθεια για τραγούδια με Ελληνικό στίχο. Από το '87 μέχρι το '90 υπάρχει σιωπή λόγω στρατού.

Κατά την περίοδο '90-'91 συναντιούνται εκ νέου οι: Μητσοτάκης, Κουλούρης, Κινατίδης, Λεοντόπουλος και Λάντας, όπου και υπάρχει η διάθεση για ηχογραφήσεις demo. Ο Λάντας αποχωρεί πολύ σύντομα αφού δεν υπήρχε δυνατότητα για δύο μπάσα. Παίρνεται η απόφαση για δεύτερο κιθαρίστα, θέση που παίρνει ο Αντώνης Δημητρίου, φίλος του Λεοντόπουλου. Τότε το γκρούπ ονομάζεται "ΕΝΔΕΛΕΧΕΙΑ" όνομα που προήλθε από μία κασσέτα με άσχετα μεταξύ τους τραγούδια. Η "βάφτιση" έγινε σε ένα καφενείο των Εξαρχείων.
 


Γίνονται οί πρώτες δοκιμαστικές ηχογραφήσεις με αυτό το σχήμα στο studio "Συν ένα". Ένα απ'τα τραγούδια εκείνης περιόδου της ('87 ΣΤ ') ανοίγει τον πρώτο δίσκο του συγκροτήματος. Λίγο αργότερα αποχωρεί ο Κινατίδης και τη θέση του παίρνει ο Παναγιώτης Κατσιμάνης (κιθάρες, φωνητικά). Η σύνθεση των Ενδελέχεια σταθεροποιείται και ακολουθούν νέες δοκιμαστικές ηχογραφήσεις στο στούντιο ίδιο με ηχολήπτη το Χρήστο Χατζηστάμου και με στόχο την δημιουργία ενός υλικού που θα αποτελούσε τα τραγούδια ενός, καλώς ερχόντων των πραγμάτων, μεγάλου σε διάρκεια δίσκου.
Την επόμενη χρονιά το γκρούπ γνωρίζεται με τον ηχολήπτη Λευτέρη Νεοκοσμίδη ο οποίος αναλαμβάνει την παραγωγή 12 τραγουδιών στο studio 111.
Το demo στέλνεται σε όλες σχεδόν τις δισκογραφικές εταιρείες και οι αρνήσεις διαδέχονται η μία την άλλη. Το φως ήρθε από μία κασσέτα που είχε δώσει ο Νεοκοσμίδης στον Ηλία Ασλάνογλου, που τότε δούλευε στην Eros music.
Ο Στέλιος Φωτιάδης, διευθυντής της Eros πρότεινε τριετές συμβόλαιο για δύο δίσκους. Το υλικό ηχογραφήθηκε ξανά στο studio "Polysound», με την προσθήκη 6 νέων τραγουδιών και με ηχολήπτη το Δημήτρη Παπαθεοδώρου.
Η ηχογράφηση έγινε το φθινόπωρο του '94, και διήρκησε 100 ώρες (σχεδόν οι μισές από εκείνες του demo).
Το άλμπουμ κυκλοφόρησε το Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς. Ο δίσκος τιτλοφορήθηκε "ΕΝΔΕΛΕΧΕΙΑ" και αγοράστηκε κυρίως (αν όχι μόνο) από συγγενικά πρόσωπα και φίλους. Το κομμάτι ('87 ΣΤ ') έγινε video clip, το γύρισμα του οποίου "διήρκησε 3 ώρες βαριά", με σκηνοθέτη τον Κλεόβουλο Ζαμίδη. "Οι συναυλίες εκείνης της περιόδου ήταν ελάχιστες".

Το Φλεβάρη-Μάρτη του '96 ηχογραφείται το δεύτεροάλμπουμ με τίτλο "ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ Ο, ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΠΙΟ ΠΕΡΑ" στο studio "Action" με ηχολήπτη το Γιώργο Αρχοντάκη. Κυκλοφορεί τον Ιούλιο του τα οποία ξεχωρίζουν '96 και περιέχει 12 κομμάτια απ 'τα "ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ", "ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΛΕΞΕΙΣ", "38,52". "Από αυτό το δίσκο δεν έγινε κανένα τραγούδι video clip". Αξίζει να σημειωθεί ότι και τα δύο άλμπουμ που εχουν, μέχρι τώρα, αναφερθεί, κυκλοφόρησαν και σε βινύλλιο. Να συγκρότημα αρχίζει να αποκτά ταυτότητα και τα τραγούδια του ακούγονται σε διάφορες εναλλακτικές-ραδιοφωνικές εκπομπές. Είναι η εποχή που το συγκρότημα παρουσιάζει τη δουλειά του σε ζωντανές εμφανίσεις, κυρίως σε μικρά club της Αθήνας και ορισμένων μεγάλων επαρχιακών πόλεων. Παράλληλα δουλεύεται το υλικό για τον επόμενο δίσκο.

Το φθινόπωρο του '97 υπογράφουν συμβόλαιο με την FM Records και ηχογραφείται ο δίσκος-ορόσημο "ΒΟΥΤΙΑ ΑΠΟ ΨΗΛΑ" με ηχολήπτη τον Αντρέα Βαϊτούδη Praxis στο στούντιο.
Τα τραγούδια "ΒΟΥΤΙΑ ΑΠΟ ΨΗΛΑ", "ΔΙΑΜΑΝΤΕΝΙΑ ΠΡΟΒΛΗΤΑ", "ΜΙΚΡΕΣ ΧΑΡΕΣ", "ΠΕΖΟ" αποκτούν μεγάλο playlist σε σχετικές με το είδος αλλά και άλλες ραδιοφωνικές εκπομπές. Το ομώνυμο τραγούδι γυρίζεται video clip από τον Νίκο Χατζηαγγελή. Ηχολήπτης εκείνης της περιόδου στις ζωντανές εμφανίσεις των Ενδελέχεια ήταν ο Κώστας Σαββίδης. Η χρονιά του '98 ήταν η εποχή που το γκρούπ γνωρίζει μεγάλη συναυλιακή επιτυχία σε όλη την Ελλάδα και την Κύπρο. Αξίζει να σημειωθεί η συμμετοχή των Ενδελεχεια στο κύμα φεστιβάλ ροκ του '98.

Το Μάρτιο '99 κυκλοφορεί ο τέταρτος κατά σειρά δίσκος του συγκροτήματος με τίτλο "ΧΑΡΤΙΝΕΣ ΣΑΪΤΕΣ". Τα Περιέχει 11 τραγούδια απ 'οποία γίνονται video clip τα - "ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΘΕΣ" (σκην. Μάνος Καμπίτης), "ΠΟΥ ΝΑ ΣΕ ΒΡΩ", "ΝΑ'ΡΘΩ ΚΙ'ΑΠΟΨΕ", "ΚΑΤΑΔΙΚΟΣ" (σκην. Νίκος Χατζηαγγελής ), τραγούδια τα οποία και ξεχώρισαν προσδίδοντας νέα δυναμική και ακροατήριο στο συγκρότημα. Το Μάιο εκείνης της χρονιάς αποχωρεί από το γκρούπ ο Αντώνης Δημητρίου και τη θέση του παίρνει ο Θανάσης Ταμπάκης μέχρι πρώτινος μαθητής του Κατσιμάνη.
Την ίδια εποχή αναλαμβάνει την ευθύνη του ήχου και στις ζωντανές εμφανίσεις ο Βαϊτούδης. "Αυτή είναι μία απ 'τις δυσκολότερες περιόδους στην ιστορία του συγκροτήματος αφού μετά από ένα δύσκολο και γεμάτο συναυλίες καλοκαίρι, με τη νέα σύνθεση να προσπαθεί να συντονιστεί, έρχεται στην αρχή του Σεπτέμβρη (έπονταν 13 συναυλίες μέσα στο μήνα) μια νέα ατυχία αφού ο Κατσιμάνης σπάει το χέρι του και το γκρούπ μένει με ένα κιθαρίστα. Ο Βαϊτούδης κάνει ό, τι μπορει φτιάχνοντας λούπες και ανεβαίνοντας για πρώτη φορά στη ζωή του στη σκηνή, παρ 'όλα αυτά όμως το πλήγμα ήταν μεγάλο ". Μέσα στην ίδια χρονιά κυκλοφορεί και η επανέκδοση των πρώτων δύο δίσκων του γκρούπ, σε μία συσκευασία, με τίτλο "ΠΡΩΤΕΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ" από την μουσική έρως.
 


Toν Ιούλιο του 2000 παράλληλα με την προετοιμασία των τραγουδιών για ένα νέο δίσκο, κυκλοφορεί το cd single "ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ" (studio Praxis-Βαϊτούδης). Είναι το πρώτο Ελληνικό ροκ multimedia cd, και περιέχει τις διασκευές "ΜΠΑΓΑΣΑΣ" (Άσιμος), "ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ" (Ξυδάκης-Γουδής), "ΘΑ Σ'ΑΝΤΑΝΑΚΛΩ" (Velvet underground-Ενδελέχεια) και επίσης οπτικό υλικό από συνεντεύξεις - βίντεο του γκρούπ.
Ο "ΜΠΑΓΑΣΑΣ" και το "ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ" γίνονται video clip από τον σκηνοθέτη Θάνο Γκομόζια. Τα πλάνα για το video clip "ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ" προέρχονται από ερασιτεχνικές λήψεις, φίλων του γκρούπ, που γυρίστηκαν κατά την διάρκεια της καλοκαιρινής περιοδείας εκείνης της χρονιάς. Τα τραγούδια αυτού του ενιαίου δεν περιέχονται σε καμμία άλλη δουλειά του γκρούπ.

Από τον Οκτώβριο του 2000 μέχρι το Φλεβάρη του 2001, ηχογραφείται το άλμπουμ "ΣΤΑ ΣΥΝΟΡΑ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ" (studio Praxis-Βαϊτούδης). O δίσκος κυκλοφορεί το Μάρτιο του 2001 υπό μορφή διπλού δίσκου (audio cd & cd rom). Ο δίσκος περιέχει 14 τραγούδια και το cd rom ένα οπτικό υλικό διάρκειας 45 λεπτών (video clip-συνεντέυξεις-συναυλιες-studio ηχογραφήσεις-remix-στίχους-φωτογραφίες).
Τα τραγούδια "ΟΛΑ ΕΔΩ ΓΥΡΝΑΝΕ" και "ΟΙ ΝΥΧΤΕΣ" γίνονται video clip από τους Κώστα Βαρναβόπουλο και Σίσσυ Σιαφάκα αντίστοιχα. Στις αρχές του καλοκαιριού αποχωρεί από το γκρούπ ο Κατσιμάνης και επιστρέφει ο Δημητρίου. Όλη τη διάρκεια του Το συγκρότημα πραγματοποιεί ζωντανές εμφανίσεις καθ 'καλοκαιριού.

Το 2002 οι συναυλίες συνεχίζονται. Από τον Ιούνιο μέχρι τον Ιανουάριο του 2003 ηχογραφείται στο "Studio Names", με παραγωγό τον Χρυσόστομο Μουράτογλου και ηχολήπτη τον Πώλ Στεφανίδη το άλμπουμ "ΜΙΑ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ ΠΟΥ ΞΕΦΕΥΓΕΙ" το οποίο κυκλοφορεί από την FM Records τον Φεβρουάριο του 2003. "Πρώτο και τελευταίο για εκείνη τη δουλειά v.clip ήταν το τραγούδι (ΚΡΙΣΗ ΠΑΝΙΚΟΥ) το οποίο λογοκρίθηκε μερικώς και κυκλοφόρησε σε 2 εκδοχές, μία πρωινή και μία μεταμεσονύκτια!"

Από το 2004 την θέση του Θανάση Ταμπάκη παίρνει ο Ανδρέας Βαιτούδης, για χρόνια ηχολήπτης και φίλος του γκρουπ.
Τον Μάιο του 2005 κυκλοφορεί το album "ΜΕΣΑ ΜΟΥ ΚΡΥΒΟΝΤΑΙ ΑΛΛΟΙ" από την FM Records. "Η πιο άτυχη δουλειά, ΕΔΩ ΜΩΡΗ ΘΑ ΛΕΓΕΣΑΙ τη χαντάκωσε η εταιρία, δεν την έβρισκες πουθενά! Το ότι υπήρξαν άτομα που τραγουδούσαν το "ΜΑΡΙΑ" στις συναυλίες μάς προξενούσε μεγάλη έκπληξη". Την παραγωγή του δίσκου επιμελήθηκε το ίδιο το συγκρότημα. Το εξώφυλλο όπως και το πρώτο v.clip "ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΝΑ ΘΥΜΑΜΑΙ" ανέλαβε ο εικαστικός Γιώργος Τσεριώνης.

Η τριετία 2005-2007 ήταν από τις δυσκολότερες εποχές της μπάντας λόγω της προσπάθειας του γκρουπ για αποδέσμευση από την FM rec. Μέσα στο 2007 κυκλοφορούν 2 (!!!) "Best of ΕΝΔΕΛΕΧΕΙΑ" τόσο από τη Sony BMG, όσο και από την FM rec., Ενώ το συγκρότημα έχει πλήρη άγνοια για τις κυκλοφορίες!

Τον Ιούνιο του 2008 κυκλοφορεί η ένατη δισκογραφική δουλειά με τίτλο "Σ 'ένα μεγάλο αύριο" από τη Sony BMG, με συμμετοχές των Λ. Μαχαιρίτσα, Μ. Φριντζήλα, Σ. Δρογώση, Ναμπίλ αλ Σάεγ, Φ. Σιώτα, Γ. Μακρή και πρώτο clip το τραγούδι. "Κάτι τους δένει" σκηνοθετημένο από την ομάδα της "White room". Το εξώφυλλο είναι από το έργο του Γιώργου Τσεριώνη με τίτλο "Εurasia-Utopia".
Το συγκρότημα πριν από μερικά χρόνια διαλύθηκε και ορισμένα από τα μέλη του ακολουθούν την δική τους ξεχωριστή  πορεία.

Επιμέλεια: Νίκος Καπίρης

Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2019

Mr. Mister: Οι "μελωδικοί Κύριοι" με τα σπασμένα φτερά

Mr. Mister: Οι "μελωδικοί Κύριοι" με τα σπασμένα φτερά

Σχεδόν όλες οι σημαντικές μπάντες έχουν ως αφετηρία δύο φίλους ή δυο συμμαθητές που ξεκινούν μαζί το μεγάλο όνειρο ή αλλιώς το μεγάλο ροκ ταξίδι.
Κάτι παρόμοιο συνέβη και με τους Mr. Mister όπου ο μπασίστας και τραγουδιστής Richard Page και κιμπορντίστας Steve George δύο καλοί παιδικοί φίλοι ξεκίνησαν αρχικά το 1978 τους Pages και μετά από τρία καλά σχετικά άλμπουμ αλλά χωρίς την ανάλογη εμπορική επιτυχία προχώρησαν στο επόμενο βήμα που έμελλε να ήταν και το πιο καθοριστικό για την μουσική τους καριέρα.
Πριν ξεκινήσουν τους Mr. Mister και αφού οι Pages ανήκαν στο παρελθόν, οι δύο φίλοι το 1981έφτιαξαν ένα στούντιο με session μουσικούς και ηχογραφούσαν κυρίως για ποπ καλλιτέχνες όπως η Laura Branigan  και οι Village People ενώ Richard Page είχε προηγουμένως εργαστεί ως μουσικός για τον Quincy Jones και είχε συνεργασίες με τον Michael Jackson, τον Rick Springfield, την Donna Summer, τον Kenny Loggins, τον Al Jarreau και πολλούς άλλους.
Το 1982 οι δύο φίλοι άρχιζαν να βάζουν σε εφαρμογή το σχέδιο τους για ένα καινούργιο σχήμα και μετά από τις σχετικές ακροάσεις κατέληξαν στον κιθαρίστα Steve Farris με συναυλιακή εμπειρία πλάι στον Eddie Money και στον ντράμερ Pat Mastelotto (Martin Briley)  παράλληλα προσπάθησαν να φέρουν κι έναν μπασίστα αλλά δεν ευδοκίμησε οπότε ο R. Page ανέλαβε τον διπλό ρόλο φωνής μπάσου.
Αν και η μπάντα δημιουργήθηκε στο Phoenix, Arizona, η βάση τους ήταν το Los Angeles και το κουαρτέτο άρχιζε να κάνει live εμφανίσεις ώστε να προκαλέσει το ενδιαφέρον των δισκογραφικών εταιριών και ήδη 4 από αυτές είχαν κάνει τις σχετικές προτάσεις με την RCA να είναι αυτή που θα τους κερδίσει. Η μπάντα άρχισε τις ηχογραφήσεις του παρθενικού τους δίσκου που ολοκληρώθηκαν στα τέλη του 1983. Όμως το σχήμα δεν είχε όνομα τότε δισκογραφική εταιρεία τους έφερε έναν τεράστιο κατάλογο ονομάτων αλλά κόλλησαν και δεν μπορούσαν να επιλέξουν. Ξαφνικά κάποιος είπε χαριτολογώντας: κ. Κύριε! (Μr. Mister) και ακούστηκε σαν ένα αστείο, οπότε άρχισαν να αποκαλούν ο ένας τον άλλον όταν η μπάντα βρισκόταν στο στούντιο "κύριε αυτό"... "κύριε εκείνο" με συνέπεια τελικά αυτό το αστείο να μείνει και να καταλήξουν στο Mr. Mister.  Mάλιστα όλο αυτό είχε ξεκινήσει με αφορμή ένα άλμπουμ των Weather Report με τίτλο Mr. Gone.
 
 
"I Wear the Face" (1984)
H πρώτη δισκογραφική παρουσία των Mr. Mister είναι πλέον γεγονός και τον Μάρτιο του 1984 κυκλοφορούν το "I Wear the Face" σε παραγωγή του Peter Mc Ian (Trevor Rabin, Men at Work) χωρίς ιδιαίτερη εμπορική απήχηση αφού έφτασε στο  νο170 του Billboard Top 200 chart και μόνο το τραγούδι "Hunters of the Night", κατάφερε να ακουστεί στο ευρύ κοινό (νο 57 στα αμερικάνικα τσαρτ). Η συ Περιοδεία δεν έγινε, η προβολή ελάχιστη οπότε το ντεμπούτο των Mr Mister δεν ήταν το αναμενόμενο και μέσα σε όλα αυτά ήρθε και μία τρομερή προσφορά στον Richard Page από τους Toto να αντικαταστήσει των αποχωρούντα Bob Kimball, που αναστάτωσε την μπάντα, την οποία και απέρριψε!
Το "I Wear the Face" (1984) είναι ένα εξαιρετικό άλμπουμ γεμάτο pop-rock ενέργεια και συνδυάζει θαυμάσια τους Police με τους Cars αλλά υπάρχουν και αρκετές επιρροές από τους Toto. Οι μελωδίες καλοδουλεμένες, οι ενορχηστρώσεις στην εντέλεια και τα φωνητικά του Richard Page σε κερδίζουν με το πρώτο άκουσμα. Ξεχωρίζει το υπέροχο "32" σε ρέγκε ρυθμούς, το  "Runway" με το όμορφο σόλο στο σαξόφωνο, το εξαιρετικό "Talk the Talk" όπου οι αναφορές σε Police και Toto είναι χαρακτηριστικές ενώ στο αξιόλογο "I'll Let You Drive" οι πινελιές από Yes είναι έντονες. Φυσικά τόσο το "Hunters of the Night" όσο και το "Partners in Crime" προσθέτουν μία ακόμη πιο μελωδική αύρα στον δίσκο. Σημειωτέον... το εξώφυλλο του άλμπουμ λόγω της επιτυχίας της επόμενης και μεγάλης αποδοχής του δεύτερου δίσκου άλλαξε για ευνόητους λόγους.
 
"Welcome to the Real World" (1985)
 
Ακολουθεί τον Νοέμβριο του 1985, το δεύτερο δισκογραφικό βήμα, με τίτλο "Welcome to the Real World" και το γκρουπ ζητά την στιχουργική συνδρομή του John Lang, ο οποίος κατορθώνει να προσθέσει μία ενδιαφέρουσα πτυχή στην μετέπειτα πορεία του γκρουπ. Στο συγκεκριμένο άλμπουμ η επιτυχία συνάντησε την έμπνευση με επακόλουθο ένα μοναδικό και ανεπανάληπτο θρίαμβο για τους Mr. Mister. Η κλασσική πλέον σύνθεση "Broken Wings" σκαρφαλώνει στην κορυφή των αμερικάνικων τσαρτ για δύο εβδομάδες και στο νο 4 στα Βρετανικά τσαρτ απογειώνοντας την μπάντα σε δημοφιλία.


Η πανέμορφη μπαλάντα ήταν δημιούργημα των Richard Page και Steve George σε στίχους του John Lang επηρεασμένο από το ομότιτλο βιβλίο του Kahlil Gibran. Το βίντεο κλιπ του "Broken Wings" είναι από τα πιο  κλασσικά των '80s με το ασπρόμαυρο φόντο να κυριαρχεί και τον Richard Page να οδηγεί στην έρημο μία Ford Thunderbird ανάμεσα σε πλάνα που εναλλάσσονται:  μία εκκλησία, ένα γεράκι καθώς και ένας άνδρας και μία γυναίκα  να χορεύουν τανγκο και να δημιουργούν ένα άκρως καλλιτεχνικό αποτέλεσμα.
Το δεύτερο σινγκλ που ξεχώρισε ήταν το μοναδικό "Κyrie" όπου κι αυτό ανέβηκε στο νο1 του Billboard  και νο 11 στο Ηνωμένο Βασίλειο. Φυσικά το κομμάτι αναφέρεται στην πιο γνωστή Ορθόδοξη χριστιανική προσευχή και ο μύθος αναφέρει ότι το τραγούδι γράφτηκε όταν ο Richard Page ήταν στο κρεβάτι του πόνου από επίθεση που δέχτηκε όταν ήταν νεαρός από κάποιους άνεργους καουμπόηδες κάτι που όμως διαψεύδει ο στιχουργός του κομματιού John Lang. Εδώ να σημειώσουμε ότι οι γονείς του Richard Page ήταν μουσικοί διευθυντές της τοπικής εκκλησίας των Μεθοδιστών στην Αλαμπάμα και επαγγελματίες μουσικοί με ειδικότητα στα χορωδιακά μέρη οπότε δικαιολογούνται οι μουσικές χριστιανικές επιρροές στις συνθέσεις των Mr. Mister.
Το "Kyrie" χρησιμοποιήθηκε στην αμερικανική τηλεοπτική σειρά Miami Vice στην δεύτερη περίοδο της σειράς και συγκεκριμένα στο επεισόδιο δεκατέσσερα με τίτλο "One-Way Ticket".
Ερχόμενοι στις υπόλοιπες συνθέσεις του "Welcome to the Real World", αυτό που διαπιστώνουμε είναι ότι η μπάντα ακούγεται πιο ώριμη και συγκροτημένη και παράλληλα με την βοήθεια του παραγωγού Paul DeVilliers έχουμε ένα αριστουργηματικό αποτέλεσμα. Ο λεγόμενος hi-tech aor ήχος κυριαρχεί παντού σε όλες τις συνθέσεις και επιβάλλει στις συνειδήσεις των "μελωδικών" οπαδών, τους Mr. Mister ως μία από τις πιο αξιόλογες μπάντες.
Συνθέσεις που ξεχωρίζουν είναι το: "Black/White", το "Uniform of Youth" που θυμίζει λίγο από Genesis, το δυναμικό "Don't Slow Down" ένα από τα καλύτερα κομμάτια του άλμπουμ και "Into My Own Hands" (σε Police ύφος) ενώ το συμπαθητικό "Is It Love" βρίσκεται και στο soundtrack της ταινίας "Stake out".
 Και ενώ η επιτυχία σφραγίζει τους Mr Mister άλλη μία δελεαστική πρόταση δέχεται ο Richard Page αυτή την φορά από τους Chicago (είχε αποχωρήσει ο Peter Cetera) όμως κι αυτή την φορά την απορρίπτει βλέποντας ότι η δική του μπάντα απογειώνεται κυριολεκτικά.
Η περιοδεία με τους Don Henley (Eagles), Heart και Tina Turner και η συνεχόμενη προβολή τους από το ραδιόφωνο τους κάνει πραγματικούς stars ενώ η Tina Turner τους παρακαλά να της γράψουν ένα κομμάτι σαν το "Kyrie".
Τον Ιανουάριο του 1986, εμφανίστηκαν στα American Music Awards και προς μεγάλη έκπληξή του, ο Richard είδε ότι στο κοινό βρισκόταν ο λατρεμένος του καλλιτέχνης Stevie Wonder που ήταν ακριβώς στην πρώτη σειρά  να χορεύει και να τραγουδά μαζί τους όλα τα λόγια του "Kyrie". Παράλληλα την ίδια χρονιά προτάθηκαν για βραβείο Grammy σαν το "Best Pop Group Vocal" για το "Broken Wings" ενώ οι κριτικοί τους έκαναν την ζωή δύσκολη με την αυστηρή κριτική τους ότι χρησιμοποιούν προηχογραφημένα μέρη κάτι που η μπάντα διέψευδε συνεχώς και όσοι τους έχετε δει στα διάφορα βίντεο από συναυλίες εκείνης της εποχής οι Mr. Mister είχαν απόλυτο δίκιο  (εκτός από ένα μέρος του "Broken Wings") αφού όλες τους οι συνθέσεις παίζονται ολοζώντανα. Μάλιστα το περιοδικό Rolling Stone αργότερα παρουσίασε ένα άρθρο όπου επαναπροσδιόρισε ολικά την άποψη του για τους Mr. Mister και τους αποκάλεσε μια πραγματική ροκ μπάντα. Ενδιάμεσα και πριν αρχίσουν τις ηχογραφήσεις του τρίτου άλμπουμ η μπάντα και ο πολυτάλαντος R. Page γράφει το "Over the midnight sky" με τους Al Jarreau και Jay Graydon, ένα τραγούδι που εμφανίζεται στο άλμπουμ του 1986 του Al Jarreau "L is for Lover" και το "Beat my heart like a drum" για την Patti LaBelle.
 
 
"Go On..." (1987)
Μετά την τεράστια επιτυχία του πολυπλατινένιου δεύτερου δίσκου το γκρουπ κυκλοφορεί το Σεπτέμβριο του 1987 το τρίτο τους άλμπουμ με τίτλο "Go On...". Εδώ η διαφορά είναι ότι στιχουργικά οι Mr. Mister παρότι ήταν παιδιά της ποπ-ροκ κουλτούρας των "80ς κατακρίνουν τον υλιστικό τρόπο ζωής και επισημαίνουν το πνευματικό κενό που αφήνει πίσω της η συγκεκριμένη δεκαετία στην αμερικάνικη κοινωνία.
Φυσικά ήταν πολύ βαριά η κληρονομιά του "Welcome to the Real World" με συνέπεια το "Go On..." να μην μπορεί να αντέξει τόσο στον χρόνο και να έχει την ίδια εμπορική αποδοχή παρότι είχε αξιόλογες συνθέσεις με πιο χαρακτηριστικές το υπέροχο "Stand and Deliver" το οποίο ακούγεται στην ομότιτλη ταινία που πρωταγωνιστούσε ο Edward James Olmos. To  συγκεκριμένο άσμα είχε γραφτεί για τη Tina Turner αλλά τελικά η "γιαγιά του ροκ" δεν το τραγούδησε ποτέ.
Στο τρίτο άλμπουμ συναντάμε μερικές πολύ δυνατές συνθέσεις χάριν της ερμηνείας του Richard Page όπως την ημιμπαλάντα "Dust" που αναφέρεται στους άσχημη εξέλιξη που είχαν οι αμερικανοί στρατιώτες στο Βιετνάμ όταν γύρισαν στην πατρίδα τους. Αξιέπαινο και το "Something Real (Inside Me/Inside You)" με το θαυμάσιο ρεφρέν που υπάρχει στο soundtrack της ταινίας "Youngblood" με τον Rob Lowe και τον Patrick Swayze (ακούγεται και στην τηλεοπτική σειρά Miami Vice).
Οι Police έχουν ξανά την τιμητική τους με το "Control" και το "Watching the World" και μπορεί να θυμίζει Phil Collins όμως αυτό δικαιολογείται απόλυτα μιας και υπάρχει στο άλμπουμ "Destiny" (1986) της soul ερμηνεύτριας Chaka Khan όπου τύμπανα παίζει ο Phil Collins! Oι μπαλάντες "Power Over Me" και "The Βorder" αναδεικνύουν το συνθετικό οίστρο του σχήματος με το πρώτο να είναι μία συγκλονιστική συναισθηματική σύνθεση μιας και γράφτηκε για την Aja  κόρη του R. Page που κινδύνεψε να πεθάνει όταν γεννήθηκε και το δεύτερο να έχει αναφορές από τον μεγάλο συγγραφέα Milan Kundera.


 
Στο συγκεκριμένο άλμπουμ στα δεύτερα φωνητικά βοηθούν ο Bill Champlin (Chicago), η  σύζυγός του Tamara Champlin (Elton John, Leon Russell, Nicky Hopkins). Επίσης άλλη μία σημαντική διάκριση για του γκρουπ ήταν ότι το "Healing Waters" κέρδισε το Grammy ως Best Gospel Performance.
Η περιοδεία "Go on ..." ολοκληρώθηκε επίσημα με μια τηλεοπτική παράσταση στο "The Late Show" με τον David Letterman τον Ιούνιο του 1988 ενώ είχε προηγηθεί μία φιλανθρωπική συναυλία Φοίνιξ για χήρε και παιδιά αστυνομικών.
Εδώ αξίζει να αναφέρουμε μία από τις πιο ιστορικές στιγμές του γκρουπ και συγκεκριμένα το  Νοέμβριο του 1987 όταν αρχικά οι Mr. Mister δέχτηκαν μία πρόταση να παίξουν μια συναυλία στο Διεθνές Φεστιβάλ Τραγουδιού στο Vina del Mar της Χιλής, σε ένα παραθαλάσσιο θέρετρο 70 μίλια από το Σαντιάγο. Το συγκρότημα γνώριζε ελάχιστα για το φεστιβάλ που χρηματοδοτούσε η αυταρχική κυβέρνηση του Αουγούστο Πινοσέτ. Ευτυχώς για τους ίδιους είχαν διαβάσει μια συνέντευξη στο περιοδικό Rolling Stone του Sting, ότι το άλμπουμ του με τίτλο "Nothing like the sun"" είχε απαγορευτεί στη Χιλή εξαιτίας του κομματιού "They dance alone", η οποία περιγράφει τη δυστυχία των συζύγων και των παιδιών πολιτικών αντιπάλων την κυβέρνηση Pinochet που είχαν «εξαφανιστεί». Καθώς η εκδήλωση πλησιάζει, οι Richard και ο John Lang διαβάζουν για τα μέλη της Sidarte και την Ένωση Χιλιανών Ηθοποιών και ότι πολλοί από αυτούς απειλούνταν με θάνατο με την πρπτροπή της Διεθνής Αμνηστίας .
Εκείνη τη νύχτα, στις 18 Φεβρουαρίου 1988, αφού έπαιξαν τρία τραγούδια μπροστά σε 25 χιλιάδες κόσμο (την δεύτερη μέρα έπαιξαν επιπλέον το "Higher Ground" του Stevie Wonder) ο Richard πήγε στο μικρόφωνο και είπε "Γεια σας" στα ισπανικά προς τους στρατιωτικούς αξιωματικούς και τους πάμπλουτους πολιτικούς υποστηρικτές του Πινοσέτ με αποτέλεσμα να επικρατήσει αρχικά εκνευρισμός για το τι θα ειπωθεί στην συνέχεια. Ο R. Page συνεχίζει λέγοντας:

 

"Χαιρετάμε όλους εσάς!".Η κατάσταση γίνεται εκρηκτική.  Το γκρουπ συνεχίζει και δηλώνει θαρραλέα : "Χαιρετίζουμε επίσης τους χιλιανούς ηθοποιούς και καλλιτέχνες που μπορεί να φοβούνται τον θάνατο όμως οι καλλιτέχνες όλου του κόσμου είναι μαζί σας" και η  μπάντα παίζει αμέσως το "Healing waters" για να προλάβει τις κυβερνητικές αντιδράσεις. Εν τω μεταξύ,   στα παρασκήνια  οι δυσαρεστημένοι αξιωματούχους του καθεστώτος απαιτούν από τον Richard Page  να  αποσύρει τη δήλωση του, την οποία (και μπράβο του) δεν έκανε.
Ο διοργανωτής της συναυλίας ήταν εξοργισμένος και φώναξε στον John Lang ότι η σωματική τους ακεραιότητα δεν μπορούσε πλέον να εξασφαλιστεί. Το επόμενο βράδυ ο Μr. Mister έπαιξαν και πάλι, και παρά την επίσημη αντίδραση της ντόπιας κυβέρνησης τους απονεμήθηκε o χρυσός πυρσός που δόθηκε με τον τίτλο του αγαπημένου ερμηνευτή του ακροατηρίου. Ωστόσο, οι κυβερνητικές μεθοδεύσεις και οι λεκτικοί προπηλακισμοί συνεχίστηκαν με συνέπεια να παγιδευτεί ο John Lang που δεν μπορούσε να εγκαταλείψει το ξενοδοχείο του. Τελικά εκείνη τη νύχτα η μπάντα έφυγε από τη Χιλή κάτω από μεγάλη ασφάλεια μιας και θα ήταν επιζήμιο για το καθεστώς να πάθαιναν κάτι άσχημο Αμερικανοί πολίτες-μουσικοί.

 

 
Μετά από αυτή την περιπέτεια και ενδιαφέρουσα εμπειρία στην Χιλή η  συνέχεια ήταν αρκετά δύσκολη για το αμερικάνικο συγκρότημα αφού οι τσακωμοί ανάμεσα στον κιθαρίστα Steve Farris με τον Richard Page για το ποιος θα είναι ο ηγέτης της μπάντας είναι αλλεπάλληλοι σε σημείο να συμβαίνουν επεισόδια πάνω στην σκηνή με αποτέλεσμα να αποχωρήσει ο Steve Farris. Οι υπόλοιποι Mr. Mister συνεργάζονται με τον Paul Clark που παίζει χριστιανική μουσική και παράλληλα ο ντράμερ Pat Mastelotto δέχεται μία ενδιαφέρουσα πρόταση από τους XTC και συμμετέχει στο άλμπουμ τους με τίτλο "Oranges and Lemons" (1989). Ο ίδιος αργότερα και μετά την διάλυση της μπάντας αποτέλεσε βασικός μέλος των θρυλικών King Crimson.
 
"Pull"
Χωρίς να το βάλουν κάτω και παρά την απογοήτευση που κυριαρχεί μιας και το προηγούμενο άλμπουμ τους δεν είχε την ανάλογη επιτυχία αρχίζουν να ηχογραφούν τον τέταρτο δίσκο τους με τίλο "Pull" με βοήθεια στις κιθάρες από τους Buzz Feiten (τον κιθαρίστα της μπάντας Stevie Wonder αλλά και Paul Butterfield Blues Band), τον Trevor Rabin (Yes), τους Doug Macaskill και Peter McRea. Το άλμπουμ ολοκληρώθηκε το 1990, αλλά η RCA Records αποφάσισε να μην το κυκλοφορήσει και δυστυχώς λίγο αργότερα, η μπάντα διαλύθηκε οριστικά. Η ιστορία είναι ότι το "Pull" είχε μία πιο πειραματική κατεύθυνση και δεν έμοιαζε πολύ με τις προηγούμενες στούντιο δουλειές της μπάντας και σε αυτό ευθύνεται η παραγωγή του Paul DeVilliers, οπότε η δισκογραφική εταιρία αρνήθηκε να κυκλοφορήσει υλικό που δεν ήταν mainstream με συνέπεια το γκρουπ να ψάχνεται και να έρθει το τέλος της. Μάλιστα οι δηλώσεις εκείνη την χρονική περίοδο έδειχναν την σύγχυση και το άγχος που επικρατούσε στην μπάντα σε σημείο  ντράμερ Pat Mastelotto να δηλώνει ότι το "Pull" θα είναι "κάτι ανάμεσα σε Van Halen και Beatles" και φυσικά τίποτα από αυτό δεν ακούγεται στον δίσκο.
Όντως ο ήχος στον συγκεκριμένο άλμπουμ έχει ένα αλλιώτικο ύφος  και το τελικό αποτέλεσμα είναι μέτριο με μικρές εξαιρέσεις και περισσότερο θυμίζει ολίγον Peter Gabriel.
Το ευτύχημα για τους οπαδούς των Mr. Mister είναι ότι το "Pull" κυκλοφόρησε επίσημα είκοσι χρόνια μετά,  τον Νοέμβριο του 2010 από την  δισκογραφική εταιρία του Richard Page την Little Dume Recordings.
Tέλος  το Νοέμβριο του 2018, οι τρείς Mr. Mister, ανακοίνωσαν ότι ξαναηχογραφούν τρείς συνθέσεις από την εποχή του "Pull" που δεν είχαν μπει στο εν λόγω άλμπουμ (
τα Slip Through My Fingers, Wheel of Life και Faith Unbroken) με την βοήθεια των Tim Pierce και Luis Conte σε κιθάρα και κρουστά αντίστοιχα.
 


Y.Γ. 1:Το 1994 κυκλοφόρησαν δύο συλλογές: Μια ιαπωνική κυκλοφορία με τίτλο "Best Selection" και μία στις ΗΠΑ με τίτλο "Kyrie" με τα 14 από τα καλύτερα τραγούδια τους από τα τρία τους πρώτα άλμπουμ.
Τον Μάρτιο του 1998 κυκλοφόρησε άλλη μια  συλλογή, η οποία προέρχεται από την Ουγγαρία. "Broken flings - The Very Best of" καιπεριέχει 16 κομμάτια. Μια άλλη συλλογή με τίτλο "Best 22" κυκλοφόρησε στην Ιαπωνία μόνο στις 21 Νοεμβρίου 1998. Και στις 30 Μαρτίου 1999 κυκλοφόρησε στην Αμερική μια πέμπτη συλλογή με τίτλο "Broken flings: Encore Collection".

Υ.Γ. 2:  Προτάσεις για μεταγραφή εκτός από τον R. Page είχε και ο Steve Farris που έλαβε μια προσφορά να αντικαταστήσει τον Ace Frehley στους Kiss στο album τους "Creatures of the Night" ωστόσο, ο Steve αποφάσισε να μην αφήσει τους Μr. Mister για το Kiss, παίζει όμως το σόλο στο ομότιτλο κομμάτι  άλμπουμ.

Υ.Γ. 3: Η πορεία του Richard Page είναι ένα ατελείωτο μουσικό ταξίδι που άρχισε  από τους Pages (τρία άλμπουμ), το 1994 ένα άλμπουμ με τους Third Matinee, τέσσερις solo δίσκοι και αμέτρητες συμμετοχές με δεύτερα φωνητικά σε άλμπουμ των Sammy Hagar, Reo Speedwagon, Whitesnake (Slip of the Tongue), Dione Warwick, Survivor, Twisted Sister (Stay Hungry), Toto, Motley Crue ενώ επίσης έχει κάνει ένα πανέμορφο ντουέτο με την Cher για το "One Small Step" και έχει συνθέσει την νο 1 επιτυχία της Madonna με τίτλο
"I'll Remember". Τέλος είναι και από τους σημαντικούς συνεργάτες των Ringo Starr All-Starr Band.


Φώτης Μελέτης

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...