Τετάρτη 19 Οκτωβρίου 2016

Cry of Dawn: “Cry of Dawn”

Mία από τις καλύτερες και ποιοτικότερες φωνές του λεγόμενου melodic hard rock ήχου είναι σίγουρα ο εξηντάρης πλέον Goran Edman με σημαντική προϋπηρεσία στους Madison, Yngwie Malmsteen, John Norum, Glory, Street Talk, Karmakanic, Brazen Abbot, και με μπόλικες και αξιόλογες συνεργασίες με αρκετούς άλλους δημιουργούς και συγκροτήματα.

Αν και ήμουν διστακτικός αρχικά στο τι θα ακούσω αφού θεωρούσα πως ο Goran Edman είχε κουράσει με τις πολλές συμμετοχές του σε μέτρια άλμπουμ τα τελευταία χρόνια, η έκπληξη ήταν μεγάλη διότι, ότι κακία σκέφτηκα για αυτόν τον μεγάλο τραγουδιστή την κατάπια όλη μονoμιάς ακούγοντας αυτό το μικρό διαμάντι της φετινή χρονιάς.
Είχα πολύ καιρό να απολαύσω ένα τόσο δυνατό και γοητευτικό άλμπουμ. Ανεξάντλητες μελωδικές συνθέσεις, ερμηνείες γεμάτες αισιοδοξία και πάθος, θανατηφόροι συνδυασμοί κιθάρας και πλήκτρων και θαυμάσιες εμπνεύσεις στο ενορχηστρωτικό επίπεδο. Τέτοιο εκπληκτικό άλμπουμ με την φωνή του Σουηδού τραγουδιστή  είχα να ακούσω από το μοναδικό και κλασσικό άλμπουμ των Kharma  με τίτλο “Wonderland” (2000).
Το άλμπουμ ξεκινά με το καταπληκτικό “Chance” και μας βάζει βαθιά στον μελωδικό παράδεισο που ακολουθεί. Η συνέχεια γίνεται συναρπαστική με το “Listen to Me” με πολλά γυρίσματα στην φωνή να θυμίζουν Rob Halford.
To When right is wrong” ακολουθεί τα μελωδικά βήματα του ξεκινήματος ενώ το Tell it to my heart” με τα πλήκτρα να έχουν κυρίαρχο ρόλο μαγεύουν και η φωνή του Goran Edman απογειώνει στα ουράνια μία πανέμορφη σύνθεση.
Το Light a light”  aor-ιζει στο φουλ και η ατμόσφαιρα των ‘80s ξαναζωντανεύει αυτή την φορά με τις επιρροές από Journey να γίνονται ιδιαίτερες αισθητές και το Can't go on”  που έπεται να συνεχίζει να μας χαρίζει ένα απίθανο ρεφρέν.
ΤοBuilding towers” είναι μία υπέροχη μπαλάντα όπου πάλι η ερμηνεία του Goran Edman είναι εξαιρετική με κάτι ανάλογο να  ισχύει και για το “Hands around my heart”.
Ακολουθεί τοLife after love” με την κιθάρα να κελαηδάει και τα πλήκτρα να σε πλημμυρίζουν από αισθήματα αισιοδοξίας και χαράς. ΤοYearn” έχει μία ξεχωριστή ερμηνευτική εισαγωγή και στη συνέχεια εξελίσσεται σε μία κλασσική aor/melodic rock σύνθεση ενώ ο δίσκος κλείνει με το φανταστικόTell me” όπου εδώ υπάρχει ο απόλυτος  ορισμός σε ότι ονομάζουμε aor/melodic hard rock ενώ to ρεφρέν του, αναμένεται να  χιλιοτραγουδηθεί.
Τα εύσημα ανήκουν εκτός από τον Goran Edman που έχει βάλει την σφραγίδα του στο ομότιτλο άλμπουμ των “Cry of Dawn” και στους Michael Palace (κιθάρες, μπάσο), Sören Kronqvist (πλήκτρα) και Daniel Flores (ντραμς, πλήκτρα, παραγωγή) που όλοι μαζί έφτιαξαν αυτόν τον  αριστουργηματικό δίσκο.
Ειδικά όσοι λατρεύετε ακόμη τους Night Ranger, Journey, Bad English και Starship οφείλετε να αγοράσετε αυτό το άλμπουμ.
Στα υποψήφια για τα καλύτερα άλμπουμ του 2016…

Φώτης Μελέτης

Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2016

Darrel Treece-Birch: "No More Time"

Ο "μάστορας" στα πλήκτρα της αγαπημένης μελωδικής
μπάντας των Ελλήνων , των Ten, ο Darrel Treece-Birch δεν έχει ίσως πολλές φορές την ευκαιρία να μας παρουσιάσει το εξαιρετικό τάλαντο του. Επίσης, είναι ο ιθύνων νους των Nth Ascension με τους οποίους μάλλον εκδηλώνει τις ικανότητες του και στο prog rock.

Με την προσωπική του κυκλοφορία "No More Time", ο Darrel ξεδιπλώνει τις πολυτάλαντες του ικανότητες στην σύνθεση και με εργαλείο του τα πλήκτρα συνδυάζει εξαιρετικά το rock/prog/ambient "μουσικό αμάλγαμα" των συγκροτημάτων που συμμετέχει ή που επηρεάστηκε: των Ten/Nth/Yes/Floyd, με ελαφρές "δόσεις" του  εξαιρετικού Wakeman  στις εξάρσεις του, διατηρώντας πάντοτε το προσωπικό του ύφος.
 Σε έναν κόσμο αντιγραφών και ανακυκλωμένων μουσικών θεμάτων από το ένδοξο και περίτεχνο παρελθόν, ο Darrel Treece-Birch τολμά σε αυτήν την πέμπτη προσωπική του δημιουργία να πρωτοτυπήσει…
Στο "No More Time" θα ακούσουμε πρωτότυπες συνθέσεις, ταξιδιάρικες, "μαγικά" περίτεχνες με πλούσια πλήκτρα δεμένα με σφιχτοδεμένες ενορχηστρώσεις με αναγνωρίσιμο το  Progressive "άρωμα" σε όλες τους.
Μερικές συνθέσεις έχουν φωνητικά που προσωπικά με ενθουσίασαν με την αιθέρια φωνή της Karen Fell, όπως τα  "Hold On", "Twilight" και το  "Music Of The Spheres".
Άλλα παραμένουν οργανικά και αποτελούν την μουσική υπόκρουση των μελαγχολικών φθινοπωρινών ημερών και συντροφεύουν την αναπόληση των καλοκαιρινών ημερών της ξεγνοιασιάς και της χαλάρωσης των διακοπών…. Αξιάκουστη ιδιαίτερα η τριών μερών σύνθεση  "Nexus (Part 1, 2 and 3)", με την κάθε σύνθεση να λάμπει από μόνη της αποτελώντας μέρος ενός "πολύχρωμου μουσικά πίνακα"!!!
 Το "μουσικό μυστικό" των δεκαπέντε συνθέσεων του δίσκου "No More Time" είναι η πολυποικιλότητα. Από τα δυναμικά  uptempo κομμάτια που συνθέτει ο Treece-Birch εμπνευσμένα από το μελωδικό  Rock των Ten ("Earthbound", "Riding The Waves", "No More Time") μέχρι τα "εύθραυστα μπαλαντοειδή" ("Requiem Pro Caris", "Mother (Olive’s Song)", "Twilight") και τα μεγαλοπρεπή  ("Legacy", "The River Dream").
Μας εκπλήσσουν ευχάριστα το  heavy, κιθαριστικά επενδυμένο "Freedom Paradigm" που αναμιγνύει τη βαρύτητα των Metal θεμάτων με την ηλεκτρονική αίσθηση των  Zeppelin μουσικών θεμάτων. Θέματα που σε "ταξιδεύουν" ακούγοντας τους ήχους της θάλασσας και ζωντανεύουν τη μουσική περιπλάνηση του δίσκου!
Άλλο ένα μοναδικό στοιχείο στη κυκλοφορία του "No More Time" είναι ότι ο δημιουργός  Darrel Treece-Birch  συμπλέκει περίτεχνα :πλήκτρα, μαντολίνο, μπασοκιθάρα, και τύμπανα  . Σε αυτό συμβάλλουν και οι μουσικοί συνοδοιπόροι του από τους Ten, Gary Hughes Band και μέλη των  Nth Ascension, νυν και πρώην, που πλουσιοπάροχα χαρίζουν τη μουσικότητα τους στο τελικό αποτέλεσμα του δίσκου. Πλούσιο μουσικά, περίτεχνο ενορχηστρωτικά το "No More Time" σίγουρα είναι ό,τι καλύτερο μου προέκυψε μετά τις καλοκαιρινές διακοπές και θα με συντροφεύει ως μουσική επένδυση και για τις υπόλοιπες μέρες του χρόνου…Διαχρονικό soundtrack.
Επενδύστε άφοβα!

Νότης Γκιλλανίδης

Πέμπτη 13 Οκτωβρίου 2016

Kansas: "The Prelude Implicit"

Η μεγάλη στούντιο δισκογραφική επιστροφή των Αμερικανών prog-rockers μετά από 16 χρόνια είναι γεγονός και αν μη τι άλλο δείχνει ότι οι μπάντες που κυριαρχούσαν πριν μερικές δεκαετίες επιμένουν να μας αποδεικνύουν πόσο σημαντικές και μεγάλες παραμένουν.

Στην περίπτωση των KANSAS δεν χρειάζεται μία νέα στούντιο κυκλοφορία για να επιβεβαιώσει το τεράστιο μέγεθος τους, διότι με τα εκπληκτικά  άλμπουμ που είχαν κυκλοφορήσει ειδικά την δεκαετία του ’70 κατάφεραν να μείνουν στην ροκ αιωνιότητα.
Τώρα ερχόμενοι στο “The Prelude Implicit” δύο είναι οι σημαντικές αλλαγές στην σύνθεσή τους όπου δεν μετατρέπει ουσιαστικά τα μέχρι τώρα συνθετικά δεδομένα της μπάντας. Έχουμε λοιπόν τον David Ragsdale  στο βιολί στην θέση του τρομερού Robby Steinhardt και τον Ronnie Platt στα φωνητικά στην θέση του άλλου σημαντικού δημιουργού και τραγουδιστή Steve Walsh ενώ για να μην φανούν αυτά τα δύο μεγάλα κενά έχουν προστεθεί ο Zak Rizvi στην κιθάρα και ο David Manion στο πιάνο και keyboards.
To νέο album δεν μας επιφυλάσσει εκπλήξεις αλλά περιλαμβάνει όλα αυτά τα στοιχεία για τα οποία έχουμε λατρέψει τους Kansas σε αρκετό πιο μοντέρνο ύφος κι αυτό οφείλεται πρωτίστως στην κρυστάλλινη παραγωγή των Zak Rizvi, Phil Ehart και Richard Williams.
Έχουμε και λέμε λοιπόν: Εμπνευσμένες ενορχηστρώσεις, πανέμορφες μακρόσυρτες μελωδίες, τεχνική αρτιότητα χωρίς να κουράζει, ερμηνευτικές αρμονίες στο έπακρο, ροκ ακροβατισμοί γεμάτοι δυναμισμό και το μεγάλο ατού είναι  η εκτελεστική πανδαισία του βιολιού που αποτελεί και το σήμα κατατεθέν των Kansas.
Οι Beatles επιρροές είναι σκόρπιες παντού κι σε αυτό τον δίσκο και είναι παραπάνω από εμφανείς με πιο χαρακτηριστικές σε κομμάτια  όπως το “Visibility Zero”.
ΤοWith This Heart”  που ξεκινά το άλμπουμ σε βάζει άμεσα στο κλίμα της μπάντας μιας και οι μελωδίες και η ερμηνεία του Ronnie Platt είναι εξαιρετικές και η χροιά της φωνής του θυμίζουν το Tommy Shaw των Styx. ΤοRhythm in the Spirit” είναι από τα πιο δυναμικά κομμάτια του άλμπουμ με ποικίλες εναλλαγές με τις κιθάρες να έχουν τον πρώτο λόγο ενώ το “The Unsung Heroes” που έχει προηγηθεί είναι μία θαυμάσια μπαλάντα.
Το  “Refugee”  που ακολουθεί έχει έναν ποιητικό λυρισμό που θυμίζει αρκετά τους Kansas των πρώτων άλμπουμ όπως και το The Voyage of Eight Eighteen”  που αποτελεί μία κλασσική σύνθεση της μπάντας ενώ το Camouflage”  υπερτονίζει το πάντρεμα βιολιού και κιθάρας  με το ρεφρέν να απογειώνει την σύνθεση.
Το “Summer”  που ακολουθεί ακούγεται πιο απλοϊκό και σε πιο ροκ ύφος ενώ τοCrowded Isolation” περιέχει αρκετά σύγχρονα prog στοιχεία όπου για άλλη μια φορά το βιολί του David Ragsdale κλέβει την παράσταση και τέλος το ορχηστρικόSection 60” συγκινεί με την μελωδική του αύρα.
Στην deluxe έκδοση του άλμπουμ περιλαμβάνονται επιπλέον κι άλλα δύο αξιόλογα τραγούδια το μελαγχολικό Home on the Range” και το νοσταλγικό “Oh Shenandoah” .
Συνοπτικά οι  Kansas με το The Prelude Implicit” αναπαριστάνουν πετυχημένα τον εαυτό τους στο μεγάλο αυτό ταξίδι που έχουν ξεκινήσει από τον περασμένο αιώνα και μπορεί ορισμένοι να μην άντεξαν αυτή την κουραστική αλλά συναρπαστική διαδρομή όμως κάποιοι άλλοι θέλουν να φτάσουν μέχρι τέλους, οπότε συνεχίζουμε…

Φώτης Μελέτης

Παρασκευή 7 Οκτωβρίου 2016

DangerAngel: “All The King's Horses”

Τρίτη δισκογραφική δουλειά για μία μπάντα που υπάρχει εδώ και μία δεκαετία και η οποία δουλεύει πολύ σοβαρά όλα αυτά τα χρόνια αφού παράγει ήχο αρκετά μπροστά για τα δεδομένα και τα στερεότυπα του hard ‘n heavy rock τόσο με το προηγούμενο όσο και με το νέο άλμπουμ τους.

Σίγουρα το “All The King's Horses” είναι η πιο ώριμη στούντιο κυκλοφορία τους και εκπλήσσει ευχάριστα με τις πρωτοποριακές συνθέσεις, δείχνοντας πόσο σπουδαίο ταλέντο διαθέτουν οι Danger Angel μιας και η η κυκλοφορία κάτω από την ετικέτα της MelodicRock Records τους δίνει την δνατότητα να τους μάθει ακόμη μεγαλύτερο κοινό αλλά και παράλληλα να δείξουν πόσο διαφορετικοί είναι από τα συνηθισμένα γκρουπ του χώρου.
Τα φωνητικά του Βραζιλιάνου B.J. ανεβάζουν κι άλλο την ποιότητα του σχήματος και φυσικά όλων των συνθέσεων όπως και τα υπόλοιπα μέλη δείχνουν ότι ξεφεύγουν από τα συνηθισμένα εκτελεστικά κλισέ. Σημαντικό ρόλο έχουν παίξει τόσο τα πλήκτρα του Ahas που συνδυάζονται μοναδικά με τις κιθαριστικές εμπνεύσεις του
Ethan Snow αλλά η κρυφή δύναμη ακούει στα ονόματα Rudy Rallis στο μπάσο και Tony V στα τύμπανα.
Όταν μιλάμε για σύγχρονο προοδευτικό hard rock album τότε το “All The King’s Horses” είναι ότι καλύτερο έχουν κυκλοφορήσει μέχρι τώρα οι DangerAngel.
O δίσκος ξεκινά με το καταιγιστικό To Kill A Saint”   κινείται σε κλασσικά μελωδικά hard rock μονοπάτια όπως και το υπέροχο Dia De Los Muertos”  που θα ζήλευε να είχε γράψει κάθε νεόκοπο σκανδιναβικό σχήμα που προωθείται σκανδαλωδώς από τα media.
Το  Dead In The Water” που ακολουθεί ξεκινά με τον B.J. σε ρόλο αφηγητή αλλά οι εναλλαγές που έρχονται δίνουν ένα μοναδικό χρώμα, όπου οι σκοτεινές μελωδίες, οι ερμηνευτικές ακροβασίες και οι ενορχηστρωτικές και κιθαριστικές εκρήξεις δημιουργούν μία ουράνια σύνθεση.
 Το Who You Are”  είναι μία σύνθεση που απλά επιβεβαιώνει τον συνθετικό οίστρο της μπάντας ενώ το  Call My Name”  περιέχει έξυπνα κοψίματα, μελετημένες κιμπορντίστικες πλάτες και μία πιασάρικη μελωδία που την σιγοτραγουδώ συνέχεια.
Μπορεί η εισαγωγή του Best Of Me” να φέρνει κάτι από Dickinson όμως η συνέχεια μετατρέπεται σε μία επική σύνθεση όπου οι Queensrÿche συναντούν τους Metallica.
Το  All The King’s Horses”  είναι μία υπέροχη μπαλάντα με τρομερά ξεσπάσματα και παθιασμένα φωνητικά με την κιθάρα του  Ethan Snow να σε καθηλώνει με το εντυπωσιακό παίξιμο του. Στο Speak To Me”  τα πλήκτρα με τον ιδιαίτερο ήχο τους κερδίζουν τις εντυπώσεις και στη συνέχεια η ερμηνεία του B.J. δημιουργεί πολλά ρίγη.
Το “Will You Follow”  ακολουθεί  με γρήγορους και ταχείς ρυθμούς ενώ το  “How About Right Now”  αποδεικνύει πόσο μεγάλη μουσική προσωπικότητα είναι Ahas όπου βάζει την δική του σφραγίδα σε ένα κρεσέντο πλήκτρων!
Το “Devil’s Waltz”  έχει μία εισαγωγή που θυμίζει Depeche Mode με αρκετά προοδευτικό ήχο και με εκπληκτικό ρεφρέν  και το  Hollow Men”  κλείνει  με μπόλικο hard rock δυναμισμό.
Ακούγοντας ξανά και ξανά τον δίσκο νομίζω ότι έχουμε να κάνουμε με μία εξαιρετική κυκλοφορία και φυσικά δεν έχει να κάνει με τα κλασσικά λόγια για να αναπτερώσουμε το ηθικό των συμπατριωτών μας αλλά αντιθέτως για να τονίσουμε ότι μας κάνει ιδιαίτερα χαρούμενους ένα τέτοιο θαυμάσιο άλμπουμ και θα μας συνοδεύει σε ότι ηχοσύστημα διαθέτουμε για πολλούς μήνες ακόμη. Επενδύστε χωρίς αναστολές σε μία από τις σπουδαιότερες κυκλοφορίες της χρονιάς.

Φώτης Μελέτης

Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2016

Mecca: "III"

Μετά από περίπου πέντε χρόνια δισκογραφικής απραξίας ο εξαίρετος Αμερικάνος τραγουδιστής και συνθέτης Joe Vana και το μουσικό του σχήμα, οι Mecca, επιστρέφουν με το "ΙΙΙ" και σίγουρα οι δοξασμένες εμπορικές μέρες της πρώτης κυκλοφορίας ίσως έχουν περάσει ανεπιστρεπτί.

Ο τρίτος δίσκος ακολουθεί τον ήσυχο τρόπο που δραστηριοποιούνταν  ο Joe Vana με  ήρεμες, νοσταλγικές, γλυκές μελωδίες όπου τον πρώτο λόγο έχει η θαυμάσια-ζεστή  φωνή του και φυσικά οι αρμονικές ενορχηστρώσεις .
Το μεγαλύτερο όπλο:
ο Vana εξακολουθεί να έχει "κρυμμένα στο μανίκι" του ισχυρά όπλα’ τις μουσικές επιρροές του και τη μεγάλη του συνθετική και ενορχηστρωτική ικανότητα. Το ΙΙΙ είναι αγνό 80ς  AOR, μελωδικό rock με "επικάλυψη" από  Westcoast ηχόχρωμα. Με την παρακαταθήκη των Toto, Survivor και  Mr. Mister να ακούγεται ολούθε στο δίσκο. Στις καλοδημιουργημένες συνθέσεις, υπάρχει άριστη μουσικότητα, άψογη παραγωγή και το αποτέλεσμα είναι ακόμη ένα  AOR "διαμαντάκι". Ο  Joe Vana είναι ο ιθύνων νους πίσω από το μελωδικό τούτο εγχείρημα συνεπικουρούμενος από δεξιοτέχνες με ιστορία λαμπρή, μουσικούς όπως οι: Shannon Forrest τυμπανιστής των Toto (που αναλαμβάνει και την παραγωγή), στο μπάσο ο  David Hungate (Toto), στην κιθάρα ο αντάξιος γιος του πατέρα του, ο Joey Vana και στα πλήκτρα ο  Tim Akers (Rascal Flatts/Kid Rock).
 Με το μοναδικό ηχόχρωμα της φωνής του Joe Vana και την παρουσία των δύο μελών των  Toto δεν είναι καθόλου παράξενο που ο ήχος της συγκεκριμένης μπάντας πλανιέται σε όλο το δίσκο, με χαρακτηριστικότερο ίσως παράδειγμα το Unknown.
Η δε μουσική ανάπτυξη του Alone μαγεύει: περίτεχνα πλέκονται τα πλήκτρα με τα κρουστά, και η ξεσηκωτική  επωδός είναι απλά μεγαλειώδης! Σεμιναριακή παρουσίαση πως δημιουργείται μία μπαλάντα που αντέχει στον χρόνο…
 Οι οπαδοί της West Coast μουσικής σίγουρα θα ενθουσιαστούν με την σύνθεση  "Gone" που είναι "κατακλυσμιαία" δημιουργημένη με απίστευτη μουσικότητα. Το "A Kiss On the Wind", τρανή απόδειξη του "φωνητικού άθλου" του Joe Vana. Ο Shannon Forest αξίζει επαίνων όχι μόνο για την αξιομνημόνευτη εξαίρετη παραγωγή του αλλά και την μετρονομική παρουσία του στα τύμπανα και το ογκώδες παίξιμο του…
Θα σκεπτόμουν, ότι οι οπαδοί του μελωδικού rock/AOR θα έπρεπε να ολοκληρώσουν τις λίστες με τους αγαπημένους δίσκους της χρονιάς  και να παραβλέψουν το γεγονός, ότι περιέχονται μόνο οκτώ συνθέσεις πρόκειται φίλτατοι μου για δίσκο ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ και όχι ποσότητας.
Οι  Mecca δημιούργησαν ένα ποιοτικό πόνημα υψηλής μελωδικοροκάδικης απόλαυσης  και πάλι!
Σε συνέντευξη δε που παραχώρησε ο Joe Vana και σύντομα θα διαβάσετε στο rocktime.gr, μας εκμυστηρεύεται την κυκλοφορία και τέταρτου δίσκου λίαν συντόμως….
Κλείνοντας θα κάνουμε ιδιαίτερη αναφορά στον γιο του Joe Vana που αποδίδει εξαιρετικά τις κιθαρωδίες του δίσκου, τον  Joey Vana. Ο νεαρός κιθαρίστας  ξεδιπλώνει τις πτυχές του ταλέντου του στα  "Alone", "Take My Hand", "Gone" και "A Kiss on the Wind", για να αναφέρω την ιδιαίτερη παρουσία του.
 Εάν ενθουσιαστήκατε με την πρώτη κυκλοφορία των  Mecca, τότε μην περιμένετε: προ παραγγείλατε το "ΙΙΙ" τώρα!!!
Πρόκειται για έναν  πληρέστατο  και  ονειρικό δίσκο του AOR/ μελωδικού rock γένους της μπάντας των  Mecca.

Νότης Γκιλλανίδης

Πέμπτη 29 Σεπτεμβρίου 2016

Mitch Malloy: “Live from Rock City” (dvd)

Ο "άγνωστος" σε αρκετούς Έλληνες ροκ οπαδούς, ο Αμερικανός τραγουδιστής και συνθέτης Mitch Malloy έχει κυκλοφορήσει το 2009 το dvd με τον τίτλο “Live from Rock City” βιντεοσκοπημένο στο Νότιγχαμ της Αγγλίας τον Οκτώβριο του 2008 στο “Firefest V”. 
Ο Mitch Malloy δισκογραφικά έχει βγάλει πολύ λίγα άλμπουμ αν αναλογιστεί κανείς ότι στο χώρο βρίσκεται σχεδόν είκοσιπέντε χρόνια και για ένα φεγγάρι πέρασε και από τους VAN HALEN όμως τελικά δεν κατάφερε να γίνει τραγουδιστής τους παρά μόνο να ηχογραφήσει μερικά τραγούδια μαζί τους που βγήκαν στην δημοσιότητα πριν λίγο καιρό. 
 Για να επανέλθουμε στην συγκεκριμένη κυκλοφορία οι οπαδοί του melodic rock θα χαρούν πραγματικά με αυτό το dvd διότι περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία εκείνα που το κάνουν ενδιαφέρον δηλαδή τρυφερές μελωδίες, δυνατές ερμηνείες, σκληρές κιθάρες (ο Tommy Denander βάζει πάλι την σφραγίδα του) και καλή σκηνική παρουσία ειδικά ο γυναικείος πληθυσμός θα μείνει γοητευμένος. 
 Στα έντεκα τραγούδια που περιλαμβάνονται στο “Live from Rock City” ξεχωρίζουν τα υπέροχα “Anything at All”, “Over the Water, η μπαλάντα “Nobody Wins In This War” και το θαυμάσιο “Stranded In The Middle of Nowhere”. Επίσης υπάρχει η διασκευή στο “Stone In Love” των θρυλικών Journey και η συμμετοχή του σπουδαίου κιθαρίστα και συνθέτη Tom Denander. 
Οι λήψεις και η σκηνοθεσία είναι αρκετές καλές ενώ στο dvd συμπεριλαμβάνεται μόνο η συνέντευξη του Mitch Malloy χωρίς δυστυχώς κάποιο άλλο έξτρα υλικό που θα βοηθούσε τους νέους οπαδούς να ανακαλύψουν και να μάθουν κι άλλα ενδιαφέροντα στοιχεία για ένα αδικημένο καλλιτέχνη. 

 Φώτης Μελέτης

Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου 2016

The Rockin’Dead: "Here Comes the Darkness"



Οι The Rockin’Dead είναι μία σχετικά καινούργια αλλά αξιόλογη ελληνική μπάντα που ψάχνει την αναγνώριση και την αποδοχή από το ευρύ κοινό με την κυκλοφορία του πρώτου στούντιο άλμπουμ τους που τιτλοφορείται "Here Comes the Darkness". Το συγκρότημα έχει ξεκίνησει την πορεία του, το 2013 κυκλοφορώντας το single με τίτλο “City Of Sin” με κορμό τότε τους Κώστα Στριφτό (φωνή, κιθάρα) και Πάνο Μαλαχία (κιθάρα). 
Αργότερα η μπάντα συμπληρώθηκε με την τραγουδίστρια Aννα Οικονομοπούλου και παράλληλα προστέθηκαν ο Θοδωρής Παπαχριστόπουλος (μπάσο) και ο Άκης Γαβαλάς (ντραμς). Ο ήχος και οι συνθέσεις των The Rockin’Dead παντρεύουν άψογα το alternative, garage και new rock ήχο και με βάση τις εμπνευσμένες μελωδίες δίνουν ένα όμορφο αποτέλεσμα. 
Τραγούδια που ξεχωρίζουν είναι αρχικά τα δύο μικρά διαμάντια του άλμπουμ, τα "Victory or death" και "Angel in Distress" με το δεύτερο να θυμίζει κάτι μεταξύ Him και Evanescence. Το "She kicks & rocks" ροκάρει και ενθουσιάζει στο έπακρο. αλλά και το “Reckless Soul” με την κιθαριστική του δύναμη και τις εναλλαγές στα φωνητικά ανεβάζει κι άλλο στην εκτιμησή μας την μπάντα όπως και το εξαιρετικό "City of Sin" που θυμίζει έντονα κάτι από Depeche Mode και The Jesus and Mary Chain. 
Το ομότιλο κομμάτι είναι μία τρυφερή μελωδία που δείχνει και την λυρική πλευρά του σχήματος όπως το ίδιο συμβαίνει και στο "Burn & Fade" ενώ το "Your truth is just a lie" πιο alternative σύνθεση δεν γίνεται. Συνοπτικά οι Rockin’Dead με την συγκεκριμένη κυκλοφορία καταθέτουν ψυχή και ταλέντο και πετυχαίνουν να μας κάνουν οπαδούς τους. Θα περιμένουμε με ανυπομονησία το επόμενο βήμα τους και φυσικά όπου ακούσετε ότι παίζουν live μην τους χάσετε. 


 Φώτης Μελέτης

Δευτέρα 19 Σεπτεμβρίου 2016

Michael Sweet: "One Sided War"



H φωνή των Stryper κυκλοφόρησε την έβδομη σόλο δουλειά του και καταφέρνει να μας δώσει για πολλοστή φορά εξαιρετικά δείγματα heavy και hard rock ενορχηστρώσεων. 
Χωρίς το βάρος και την ιστορία που κουβαλά η μπάντα του και με πολύ θετική διάθεση νομίζω ότι ο “χριστιανός” ερμηνευτής μας χαρίζει ένα θαυμάσιο άλμπουμ που δείχνει να το απολαμβάνει και ο ίδιος. 
 Σε αυτό το δίσκο όμως ο Michael Sweet είχε δυνατούς συνεργάτες, οι οποίοι είναι σαρωτικοί σε όλες τις συνθέσεις του “One Sided War” αφού ο κιθαρίστας Joel Hoekstra (Whitesnake, Night Ranger), ο ντράμερ Will Hunt (Evanescence), ο έτερος κιθαρίστας Ethan Brosh (Burning Heat) και ο μπασίστας John O’Boyle (Tom Ingram Band) απογειώνουν με την εκτελεστική τους δεινότητα κυριολεκτικά την συγκεκριμένη κυκλοφορία. Το άλμπουμ ξεκινά με το καταιγιστικό και επιβλητικό “Bizarre” και ήδη το πρώτο μικρό αλλά ευχάριστο σοκ μας ήρθε κατακούτελα, ακολουθεί το εξαιρετικό “Can't Take This Life” που θυμίζει μέρες από Dio με το ρεφρέν να κάνει την πιο όμορφη μελωδική υπέρβαση. 

Το ίδιο κομμάτι υπάρχει και σε δεύτερη εκδοχή σαν bonus track όπου στην φωνή συναντάμε την ταλαντούχα Mariah Formica. Με το “Radio” η κατάσταση γίνεται επική αφού τόσο η καθηλωτική ερμηνεία του Michael Sweet αλλά και η εκπληκτική κιθαριστική δομή του Joel Hoekstra δημιουργούν ένα από τα καλύτερα τραγούδια της χρονιάς με το ρεφρέν να ακούγεται ουράνιο. Το “Golden Age” κινείται σε μεγάλες ταχύτητες με τις κιθάρες και τα σόλα να παίρνουν φωτιά ενώ το “Only You” ρίχνει για λίγο τις στροφές με τις μελωδικές γραμμές να γίνονται όλο και πιο συναρπαστικές. 
To “I Am” αναδεικνύει την πιο μοντέρνα heavy rock πλευρά του δίσκου ειδικά στο ρεφρέν με την κιθάρα να πρωτοτυπεί ενώ στο κουπλέ, οι Dio αναφορές είναι πάλι έντονες. To “Who Am I” ξεκινά με αργόσυρτους ρυθμούς με την ταξιδιάρικη ερμηνεία του Michael Sweet να δημιουργεί ανατριχίλες ενώ το “You Make Me Wanna” ακολουθεί την γνωστή συνταγή μιας δυναμικής και καλοπαιγμένης hard ‘n heavy σύνθεσης. To “Comfort Zone” επιβεβαιώνει ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με συνθέσεις που σέβονται και τον πιο δύσπιστο ακροατή με τον Michael Sweet να “ξελαρυγγιάζεται” όμως τα εύσημα οφείλουν να αποδοθούν και στους αφανείς ήρωες Will Hunt (ντραμς) και John O’Boyle (μπάσο) που δίνουν πραγματικό ρεσιτάλ δυναμισμού, συγχρονισμού, έμπνευσης και όγκου. 
To άλμπουμ κλείνει με το “One Way Up” που είναι το πιο “χορευτικό” τραγούδι του άλμπουμ με το φωνακλάδικο ρεφρέν να σε ξεσηκώνει και να δημιουργεί μία πάρτι ατμόσφαιρα.
 Εκείνο όμως που με γοήτευσε στο “One Sided War” είναι ότι εκτός πιστός "χριστιανός" που δηλώνει ότι είναι ο Michael Sweet φαίνεται ότι είναι και αρκετά πιστός στις αρχές του σκληρού ήχου αφού επιμένει να τιμά την μουσική που τον έκανε διάσημο και πλούσιο. Χωρίς πολλά-πολλά φτιαξίδια, χωρίς φτηνά επιικοινωνιακά κόλπα με τέρατα και μασκότ και χωρίς την αβάντα που έχουν πολλοί άλλοι συνάδελφοί του, καταθέτει ένα μικρό κομψοτέχνημα όπου metal, hard rock και μελωδία συνδυάζονται πετυχημένα και με ανεξάντλητο δυναμισμό. 
Μία πραγματικά ευλογημένη και υπέροχη κυκλοφορία με τον Michael Sweet να αποδίδει φανταστικά γεμάτος συναίσθημα, πάθος και με απίστευτες γοητευτικές διακυμάνσεις στις ερμηνείες του. Μην κάνετε το λάθος και δεν ακούσετε αυτό το άλμπουμ… 

 Φώτης Μελέτης

Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου 2016

Τesla: "Mechanical Resonance Live"



Συμπληρώθηκαν τριάντα χρόνια από την πρώτη και φοβερή και πλατινένια κυκλοφορία του “Mechanical Resonance” και τα Αμερικανάκια από το Σακραμέντο αντέχουν στον χρόνο και με μπόλικο ταλέντο δίνουν άλλο ένα εξαιρετικό δείγμα ατόφιου hard rock γιορτάζοντας με αυτό τον τρόπο το ντεμπούτο τους.
 Γνήσια τέκνα των Aerosmith, Lynyrd Skynyrd, Led Zeppelinκαι και Grand Funk, οι Tesla δεν συμβιβάστηκαν ποτέ με τα εμπορικά αναμασήματα άλλων νεόκοπων αλλά και παλιών συναδέλφων τους μιας και με όσα άλμπουμ έχουν εκδώσει, τιμούν και συνεχίζουν απερίσπαστοι και με συνέπεια το πνεύμα και την παράδοση της classic rock μουσική των seventies. 
Αγνό, αυθεντικό hard rock με τον Jeff Keith να ερμηνεύει με πάθος και δύναμη και τις κιθάρες των Frank Hannon και Dave Rude άλλοτε να πετούν φωτιές και άλλοτε να γρυλλίζουν μελαγχολικά αποδεικνύοντας περίτρανα γιατί οι TESLA διατηρούν την ζωντάνια και την ενέργεια τους σε υψηλό επίπεδο. Όπως γράψαμε και παραπάνω όλο το “Mechanical Resonance Live” είναι η σημερινή live εκδοχή ενός δίσκου που κυκλοφόρησε το 1986 και μας σημάδεψε ολοκληρωτικά και τον λατρέψαμε παράφορα.
 Είναι ένας δίσκος που περιλαμβάνει σπουδαίους ύμνους όπως τα "EZ Come EZ Go", “Modern Day Cowbo”y, "Cumin' Atcha Live" , "2 Late 4 Love" , "Rock Me to the Top" και το θαυμάσιο"Changes". Η μικρή έκπληξη στο “Mechanical Resonance Live” είναι η συμμετοχή του Phil Collen κιθαρίστας των Def Leppard στο ολοκαίνουργιο και πανέμορφο τραγούδι “Save That Goodness”. 

 Φώτης Μελέτης

Δευτέρα 12 Σεπτεμβρίου 2016

Blackfoot: "Southern Νative"



Όταν «έσκασε» η είδηση για τους Blackfoot ότι συνεχίζουν με ολοκαίνουργια νέα μέλη και χωρίς τον ηγέτη τους Rickey Medlocke ποτέ δεν φανταζόμουν ότι η μουσική βιομηχανία και η απληστία των μουσικών θα έφτανε σε τέτοιο σημείο. 
Βέβαια θα μου πείτε, εδώ οι άλλοι ιεροσυλούν στο όνομα των Thin Lizzy στους Blackfoot κόλλησες εσύ… 
 Είχα γράψει σε παλιότερο άρθρο μου ότι όπως πάει η δουλειά μιας και δεν υπάρχουν σήμερα οι δεκάδες καλές μπάντες του περασμένου αιώνα και παράλληλα ακόμη μεγαλουργούν συγκροτήματα όπως οι Iron Maiden, Scorpions, Metallica, Judas Priest, Ozzy ότι όλα αυτά θα αντικατασταθούν όταν επέλθει και η βιολογική φθορά με tribute μπάντες, με καλλιτέχνες ολογράματα (Dio) και ροκ μιούζικαλ ώστε κάποιοι να συνεχίζουν να τα τσεπώνουν εκμεταλλευόμενοι την λατρεία των οπαδών χωρίς ίχνος σεβασμού στην ιστορία του κάθε καλλιτέχνη.
 Όμως με τους Blackfoot που έχουν μία αξιοπρεπή πορεία όλα αυτά τα χρόνια και ενώ είναι ακόμη στη ζωή τόσο ο Rickey Medlocke αλλά και άλλα μέλη όπως ο θρυλικός μπασίστας Greg T. Walker θα μπορούσαν να κάνουν ένα καλό reunion έστω και σε συναυλιακό επίπεδο και όχι να διασύρονται με κινήσεις που μόνο κάποιος «σάπιος» χαρτογιακάς των δισκογραφικών εταιριών μπορούσε να είχε σκεφτεί. Τέλος πάντων μπορεί η απογοήτευσή μου να είναι μεγάλη όχι τόσο από την μετριότητα του άλμπουμ αλλά από την ισοπέδωση που καλλιεργείται από εξαιρετικούς μουσικούς που όμως για λίγα δολλάρια ακόμη ξεπέφτουν στα μάτια μας. 
Ερχόμενοι στο άλμπουμ λοιπόν θα λέγαμε ότι είναι μία φιλότιμη southern rock δουλειά με συμπαθητικές μελωδίες και νεανική φρεσκάδα, επαγγελματικά παιξίματα, δυνατές κιθάρες με καλοπαιγμένα σόλα αλλά φυσικά δεν έχει καμία σχέση με το συναίσθημα και την ανατριχίλα που δημιουργούσαν οι Blackfoot την δεκαετία του ‘70 και ‘80 και την rock περηφάνεια που εξέπεμπαν άλμπουμ όπως τα “Siogo”, “Marauder” και “Strikes”. 
To μόνο άσμα που θυμίζει ελάχιστα κάτι από τις δοξασμένες εποχές του παρελθόντος είναι το ομότιτλο κομμάτι χάριν στην συμμετοχή του Rickey Medlocke και το “Satisfied Man” ενώ οι εκπλήξεις συνεχίζονται με το “Take me Home” που θυμίζει Alice in Chains!
 H προσπάθεια της νεόκοπης μπάντας και του μέντορα τους, που έχει αναλάβει και την παραγωγή να σώσουν την κατάσταση με τις διασκευές στο κλασικό "Ohio" ((Crosby, Stills, Nash & Young ) και “Whisky Train" (Procol Harum) επιβεβαιώνει για μένα πόσο τυχοδιωκτική είναι αυτή η κυκλοφορία. 

 Φώτης Μελέτης

Τετάρτη 7 Σεπτεμβρίου 2016

Outlasted: "Into The Night"

Το γένος του μελωδικού rock/A.O.R εμπλουτίσθηκε εδώ και ένα μήνα περίπου από έναν ακόμη άξιο εκπρόσωπο της σκανδιναβικής χερσονήσου: τους Νορβηγούς OUTLASTED που με το εξαιρετικό πρωτόλειο τους "Into The Night" κατέλαβαν επάξια θέση στο στερέωμα των μελωδικών δημιουργών.

Ως πρώτη εντύπωση: σαφέστατα σε κερδίζει το εντυπωσιακό εξώφυλλο απόλυτα ταιριαστό, όπως και ο πιασάρικος τίτλος του δίσκου, με το ύφος της μουσικής που παίζουν. Και όταν έβαλα το cd στο ηχοσύστημα οι εκπληκτικές συνθέσεις μου "πήραν το μυαλό"!
Η μοναδική μπάντα, προς το παρόν, που θα μπορούσα να αποθεώσω επίσης ως τις μεγάλες ελπίδες  του "χρυσωρυχείου του A.O.R"  είναι οι  Winter Road (παρουσίαση λίαν συντόμως)!
Εξηγούμαι περαιτέρω: Τα  δύο εναρκτήρια "Someone Like You" και  "Ghost Of Love" που περιγράφουν με το καλωσόρισμα τις μελωδικές ηχητικές πανδαισίες που ακολουθούν… μελωδικές κιθάρες, πλήκτρα "μελωμένα", βαρβάτες μπασογραμμές και στιβαρά τυμπανίσματα με  μία καθάρια φωνή  στηριγμένα σε πανέμορφα χορωδιακά φωνητικά.
Τα "Loving You Ain't Easy", "Live For Today", "I Want You To Know" και το  "Living A Lie" είναι η δεύτερη δόση ισχυρού "μελωδιογόνου", όπου οι συνθέσεις πλουσιοπάροχα επενδυμένα με synths συν τα προηγούμενα πλήρη συστατικά που περιέγραψα, γίνονται υμνικές και "εξαρτησιογόνες".
Το "Sacrifice", που ακολουθεί μελωδικότατο και ρυθμικό εντυπώνεται αμέσως στο μυαλό. Τα  "Anything For You" και "Back To You" (Bonus Track) είναι εξαιρετικά καλοφτιαγμένες μπαλάντες, απόλυτα ταιριαστές για τις τελευταίες καλοκαιρινές ρομαντζάδες … φεγγάρι, αεράκι, κλειστά μάτια και ταξιδεύεις με τούτες τις συνθέσεις.
Tα δύο τραγούδια που κλείνουν το δίσκο, τα "Writing On The Wall" και το "Unbroken", όπως άρχισε ο δίσκος: μελωδικά και ρυθμικά και με σπουδαία κιθαριστική δουλειά, ειδικά η δεύτερη σύνθεση.
Το σπουδαιότερο στοιχείο αφορά το νεαρό της ηλικίας των μελών της μπάντας, όπου με άψογη μουσικότητα μοιάζουν με βετεράνοι στο περίτεχνο χώρο της μελωδίας και του A.O.R !
Απευθύνεται ο δίσκος ειδικά σε όποιον θεωρεί εαυτόν αφοσιωμένο οπαδό του A.O.R και του μελωδικού χώρου γενικότερα. Μέσα στα 10 καλύτερα για το 2016!

Νότης Γκιλλανίδης

Τρίτη 6 Σεπτεμβρίου 2016

John Miles Βand: “Transition”



Γεννημένος τον Απρίλιο του 1949 ο πολυτάλαντος(φωνή, κιθάρα, πλήκτρα, συνθέτης) JOHN MILES ξεκίνησε την καριέρα του το 1976 και με καθοδηγητή τον παραγωγό Alan Parson κατόρθωσε με το ξεκίνημα του να κάνει επιτυχία στην χώρα του την Αγγλία με το τραγούδι “Music”(έφτασε στο Νο3) από το ντεμπούτο του άλμπουμ “Rebel”. 
 Μετά και από την κυκλοφορία έξι μέτριων δίσκων αποφασίζει σαν JOHN MILES BAND το Noέμβριο του 1985 να κυκλοφορήσει το έβδομο άλμπουμ που φέρει τον τίτλο “Transition” στο οποίο συμμετέχουν οι Bob Marshall στο μπάσο και ο πρώην ντράμερ των Jethro Tull, Barriemore Barlow οι οποίοι με την καθοριστική βοήθεια τριών παραγωγών του κιθαρίστα Τrevor Rabin από τους ΥΕS, του Beau Hill (Ratt, G.Moore, Streets,Kix) και του Pat Maron (R.Plant, Hawkwind) δημιούργησαν ένα αξιόλογο αποτέλεσμα. 
Το “Transition” περιέχει μία ποικιλία συμπαθητικών εμπορικών ροκ και ποπ ήχων συμπληρωμένα με αισθησιακές μπαλάντες όπως τα “I Need Your Love”, “You ‘re the One” και το θαυμάσιο “Blinded”( στην επανέκδοση υπάρχει και η σινγκλ μορφή του) που ερμηνευτικά θυμίζει έντονα τον Sammy Hagar. Ο δίσκος πάντως αρχίζει πολύ δυναμικά με δύο καταπληκτικά τραγούδια το εξαιρετικό “Once In Your Life” και τον ξεχασμένο aor ύμνο “Run”. 
Σε αρκετά σημεία το “Transition” θυμίζει καλλιτέχνες όπως τους Hall and Oates, Go-West, Police και Phil Collins ειδικά σε τραγούδια όπως το “Who Knows” και “Watching Over Me” ενώ εκτός από το “Run” άλλο ένα υπέροχο τραγούδι που κερδίζει τις εντυπώσεις στο άλμπουμ είναι και το “Hard Times”. 
Ο δίσκος παρότι ήταν πολύ καλός, εμπορικά απέτυχε και το μόνο που έκανε στην συνέχεια ο John Miles ήταν να κυκλοφορήσει δύο-τρία άλμπουμ και να παίξει σε τουρνέ με τους Tina Turner, Bryan Adams, και να συμμετάσχει σε άλμπουμ των Alan Parsons Project, Joe Cocker και στο Outrider του Jimmy Page των Led Zeppelin. Τέλος αξίζει αν αναφέρουμε ότι τo “Transition” επανεκδόθηκε το 2010. 

 Φώτης Μελέτης

Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2016

Blues Pills: "Lady In Gold"



Δεύτερη ολοκληρωμένη δισκογραφική δουλειά για τους Σουηδούς Blues Pills, την νέα υπέρ-μπάντα, σύμφωνα με τη ταπεινή μου άποψη όμως. Ο τίτλος του δίσκου είναι “Lady In Gold” και η Elin Larson με τις επιδόσεις της, αφήνει ανοιχτά τα στόματα. Αυτό από μόνο του δυσκολεύει πολύ μα πάρα πολύ στο να παρουσιάσεις ένα άλμπουμ που σε κερδίζει από τα πρώτα δευτερόλεπτα του εναρκτήριου κομματιού. Ας πάμε να δούμε αναλυτικότερα τι γίνεται εδώ…
Tο άλμπουμ ανοίγει με το ομώνυμο κομμάτι και αμέσως σου περνάει την αίσθηση ότι ωρίμασαν ακόμα περισσότερο.
Πώς να μην γινόταν άλλωστε όταν κάνανε περιοδείες παντού και η επαφή που είχαν με τον κόσμο ήταν κάτι παραπάνω από άμεση; 
Το όλο κλίμα που επικρατεί, σου περνά μια χίπικη αύρα και την αίσθηση ότι αυτό το συγκρότημα βγήκε κατευθείαν από την δεκαετία της εποχής των λουλουδιών. Πόσο πιο απλά να το περιγράψω; 
Τα τραγούδια του είναι όλα μετρημένα στα δάχτυλα (και των δύο χεριών) όπου κάθε δάχτυλο παίρνει και έναν από τους τίτλους του. Ο ένας ύμνος διαδέχεται τον άλλο και πραγματικά δυσκολεύτηκα αρκετά να ξεχωρίσω πιο κομμάτι είναι το καλύτερο σημείο του δίσκου. Το “Lady In Gold”;, το αλά Freddy Mercury meets Lady Gaga “I Felt A Change”;, το “Rejection”; Το “Bad Talkers”;, το “Burned Out”;, το “You Gotta Try”; το “Gone So Long”;, το “Elements And Things”;, το “Won’t Go Back”; το “Little Boy Preacher”; Ποιο;;ΠΟΙΟ;;;; Ουπς, μόλις συνειδητοποίησα ότι έγραψα όλα τα κομμάτια του λευκώματος. Όλα τα όργανα δουλεύουν αρμονικά, οι μουσικοί τους είναι ένας προς έναν διαλεγμένοι και δεν γνωρίζω αν έχουν μουσική παιδεία, όμως σίγουρα έχουν καταπληκτική τεχνική κατάρτιση και πολύ καλή γνώση των δρόμων που θα κινηθούνε. 
Η Elin, δεν «τσιρίζει» όπως στο προηγούμενο άλμπουμ σε κομμάτια τύπου “Devil Man”, τα πλήκτρα είναι αισθητά και χρωματίζουν ακριβώς όπως έπρεπε να χρωματιστούν σε μια μπάντα που αναγεννήθηκε από τις retro rock hippie στάχτες.
 Οι επιρροές τους επίσης είναι εμφανής με Deep Purple, Black Sabbath, Jethro Tull, Led Zeppelin, Janis Joplin, Cream, The Yardbirds, The Doors κλπ είναι μερικά από τα ονόματα που θα σας θυμίσουν σε σημεία. Προσοχή όμως, θα σας θυμίσουν, όχι ότι αντιγράφουν! Καταπληκτική δουλειά σε όλους τους τομείς, για εμένα είναι ο δίσκος που περίμενα -μιας και λατρεύω τον retro ήχο και τις μπάντες παλιάς κοπής – που μου δείχνει ότι τέτοιες μπάντες και μπάντες όπως οι Will-O-The Wisp, οι Ghost, οι White Wizard, οι Wolfmother, οι Blood Ceremony, οι Witchcraft, οι Routes, οι V.I.C. μπορούν να κρατήσουν τη σημερινή rock και metal σκηνή ζωντανή. Ίσως κάποιο από αυτούς να καταφέρνουν να γίνουν μεγάλα σχήματα και τους το εύχομαι γιατί για τα δικά μου δεδομένα, έχουν τα φόντα. 
Όσον αφορά το “Lady In Gold” των Blues Pills, θεωρώ ότι πρέπει να υπάρχει σε κάθε σπίτι κάθε ροκά, που σέβεται τον εαυτό του και την μουσική κληρονομιά της μουσικής μας, όπως και σε κάθε σπίτι hippie ανεξαρτήτως ηλικιών. Για εμένα, μέχρι ώρας, καπαρώνει την πρωτιά στους δίσκους της χρονιάς με μεγάλη διαφορά από τον δεύτερο. 

 Γιώργος Βαλιμίτης 

 Υ.Γ. Ξέχασα να αναφέρω ότι είναι ΔΙΣΚΑΡΑ!

Δευτέρα 29 Αυγούστου 2016

Wolf Hoffman: "Headbangers Symphony"

Έχοντας παρατηρήσει πολλές φορές σε κομμάτια της βασικής του μπάντας, τους
Accept αναφορές, γέφυρες ή έστω κάποια περάσματα από κλασσική μουσική, εύκολα καταλαβαίνει κανείς την αγάπη του για την πιανιστική μουσική.

Άλλωστε το είχε επιχειρήσει ξανά το 1997, με την πρώτη του solo προσπάθεια, κυκλοφορόντας έναν δίσκο γεμάτο με διασκευές σε γνωστούς συνθέτες, το Classical”.
Φυσικά αναφέρομαι στον Wolf Hoffmann, ο οποίος είναι γνωστός για την λατρεία του σε τέτοιου είδους κομμάτια.
 Στο παρελθόν, έχουν γίνει αντίστοιχες προσπάθειες και από άλλους καλλιτέχνες της rock – metal μουσικής, είτε με ολόκληρα άλμπουμ είτε με μεμονωμένες διασκευές σε κομμάτια είτε αποσπάσματα από συνθέσεις. Αν κάνεις κανείς μια πρόχειρη έρευνα, θα ανακαλύψει πολλούς και διάφορους. Ο Uli Jon Roth, οι Savatage και οι Trans-Siberian Orchestra, οι Nightwish αλλά και ο Wolf Hoffmann (με τους Accept και σαν solo) είναι μερικά από τα πιο γνωστά ονόματα τον χώρο.
  Δεκαεννέα χρόνια μετά, επιχειρεί το ίδιο πράγμα που έκανε και τότε, προσφέροντάς μας για δεύτερη φορά μια συλλογή διασκευών χτισμένο πάνω σε συνθέτες της κλασσικής εποχής, της μπαρόκ περιόδου και της ρομαντικής . Ο τίτλος του είναι “Headbangers Symphony”. Ένα άλμπουμ που σου αφήνει μοναχά δύο επιλογές: είτε το κάνεις τρελά κέφι και σου αρέσει είτε σου περνάει αδιάφορο. Δύσκολη επιλογή για έναν οπαδό.
Κάνοντας κλασσικές μουσικές σπουδές τα τελευταία χρόνια και έχοντας πρόσφατα ολοκληρώσει ένα πολύ μεγάλο κεφάλαιο των θεωρητικών τους μαθημάτων, παράλληλα με το κάθε κομμάτι, θα αναφέρω πολύ συνοπτικά δυο λόγια για το κάθε κομμάτι και τον αυθεντικό συνθέτη του διότι πλέον γνωρίζω πολύ καλά ότι ολόκληρη η μουσική είναι χτισμένη πάνω σε αυτούς και άλλους πολλούς από όλες τις εποχές της (μεσαίωνας , αναγέννηση, μπαρόκ, κλασσική, ρομαντική, σύγχρονη).
Παρά όλη την γκρίνια μου για την βαρύτητα, την δυσκολία αλλά και την κούραση του να περάσεις μέσα από μια διδακτική ύλη μαθημάτων όπως είναι η μορφολογία της μουσικής και η ιστορία της μουσικής, όταν τελικά ολοκληρώσεις το κεφάλαιο και καθαρίσει το μυαλό σου από όλα αυτά τα διαβάσματα αυτό που σου μένει στο τέλος είναι η γνώση και η εκτίμηση των πραγμάτων στη μουσική, καλύτερα από ποτέ.
Ας μην πλατειάσουμε όμως με αυτό άλλο, δεν είμαι εγώ το θέμα μας και ας πάμε να δούμε τι είναι αυτό που μας προσφέρει μέσα από αυτή του τη δουλειά ο Hoffmann.
Οι μουσικοί που επιστράτευσε για τις ανάγκες του άλμπουμ, είναι ο παλιός του συνοδοιπόρος στους Accept, Peter Baltes (Bass), ο Cristpher Williams (Drums), ο Melo Mafali (Orchestrations) αλλά και ό ίδιος ο Wolf (Guitar, Keyboards, Bass).
 Η ατμόσφαιρα που επικρατεί και η παραγωγή του, κατατάσσουν το παρόν έργο σε αυτές τις εποχές, αποφεύγοντας την πολύ γυαλάδα και στοιχεία που θα το έκανα να ξεφεύγει από το ύφος.
 Το κομμάτι που ανοίγει τον δίσκο, είναι το Scherzo”.το κομμάτι αφορά την “9η Συμφωνία” του Beethoven, ο οποίος έμεινε στην ιστορία για τις επιρροές του σε όλους τους μετέπειτα συνθέτες και ανήκει στην Κλασσική και Ρομαντική εποχή, μιας και συνέπεσε με την μετάβαση από την μία εποχή στην άλλη και είναι γνωστός για τις συμφωνίες του. Εδώ ο Wolf Hoffmann, χρησιμοποιεί το βασικό riff του Teutonic Terror από τον δίσκο Blood Of The Nations  (Accept).   Την σκυτάλη παίρνει το Night On Bald Mountain , η μουσική του ανήκει στον Modest Mussorgsky και στην ομώνυμη συμφωνία του. Ανήκει στην ρομαντική περίοδο, Ρώσος και ήταν σε ένα γκρουπ γνωστό ως «Οι Πέντε».
Η μουσική του περιείχε πολλά στοιχεία ιστορίας και folklore (αλλά και άλλων εθνοτήτων) της πατρίδας του.
  Ακολουθεί το Jes Crois Enterndre Encore” του George Bizet, γάλλος συνθέτης, ρομαντικός και αυτός. Εδώ ο Hoffman, παντρεύει την μουσική του Bizet με στοιχεία από τη metal και από τη μπλουζ, αλλά νομίζω ότι η μελωδία του μιλάει από μόνη της.
  Αφήνουμε για λίγο τη ρομαντική εποχή και πάμε στην Baroque και στον Vivaldi. Το έργο που διάλεξε να διασκευάσει εδώ είναι το “Double Cello Concerto In G Minor”, στο οποίο προσθέτοντας  τα riffs της ηλεκτρικής του έδωσε ένα πιο metal ύφος. Ο Antonio Vivaldi, είναι γνωστός συνθέτης αυτής της εποχής, βιρτουόζος βιολιστής, δάσκαλος και κληρικός. Το πιο γνωστό του έργο είναι μια σειρά από κοντσέρτα για βιολί γνωστή και ως οι «Τέσσερις Εποχές».
  Συνεχίζουμε το μουσικό μας ταξίδι στην ίδια εποχή και πάμε σε μια σύνθεση του Albinoni, το Adagio In G Minor”. Εδώ ο Wolf, το έκανε σκέτο Adagio το επέκτεινε και το έκανε να ηχεί ελαφρώς διαφορετικά, ωστόσο εκφράζοντας το σκεπτικό του, παρέμεινες πιστός ακολουθώντας τη φόρμα της αυθεντικής σύνθεσης με το κύριο θέμα της.  Ο Albinoni, Ιταλικής καταγωγής, γνωστός στην εποχή του σαν συνθέτης όπερας , για τον ορχηστρικό του πλούτο και για τα κοντσέρτα του.
  Το Symphony No. 40” που παίζει μετά, ανήκει στην ομώνυμη σύνθεση του Johannes Chrysostomus Wolfgangus Theophilus Mozart (Wolfgang Amadeus Mozart), ο οποίος ανήκει στην κλασσική περίοδο της μουσικής, με περιγραφικότητα και επιρροές στις συνθέσεις των μεταγενέστερών του.  Εδώ το βασικό του θέμα στην πρώτη φωνή, περνάει όλο από την ηλεκτρική αλλάζοντας οκτάβες  με heavy riffs ενώ τα υπόλοιπα μουσικά όργανα συνοδεύουν αρμονικά με συγχορδίες και παραλλαγές τους ακολουθώντας το στυλ της σύνθεσης της ομοφωνίας.

 Πάμε πάλι στη ρομαντική περίοδο και συγκεκριμένα προς τα τέλη της και στον Pyotr Ilyich Tchaikovsky. Η επιλογή του εδώ αφορά το έργο “Η Λίμνη Των Κύκνων” (Swan Lake), το οποίο είναι μπαλέτο. Ακούγεται εντελώς διαφορετικό από άλλες εκδοχές που του έχουν δώσει άλλοι καλλιτέχνες της ροκ. Το έκανε λίγο πιο Sabbathικό με στοιχεία Maiden.  Ο Tchaikovsky, τιμήθηκε το 1984 από τον Αυτοκράτορα Alexander III και πολλά από τα έργα του έμειναν στο κλασικό ρεπερτόριο της περιόδου του.


Το Madame Butterfly”, είναι το όγδοο κατά σειρά που επιλέγει να διασκευάσει. Εδώ μας δίνει μια διαφορετική υπογραφή με την κιθάρα του η οποία αναλαμβάνει χρέη φωνής. Το έργο αυτό είναι μια όπερα και ήταν γραμμένο για γυναικεία φωνή. Ανήκει στα έργα του Giacomo Puccini, ο οποίος θεωρήθηκε σαν τον μεγαλύτερο συνθέτη όπερας της Ιταλίας μετά τον Verdi. Πέρασε στα έργα του το ρεαλιστικό στυλ λ βερισμού και έγινε ένας από τους καθοδηγητές εκθέσεων της φόρμας αυτής.  Επιστρέφουμε και πάλι σε έργο του Beethoven, δεύτερο στο άλμπουμ. Αυτή την φορά, καταπιάνεται με την «Παθητική». Το "Pathétique", ήταν ένα καθαρά πιανιστικό έργο, το οποίο στα ωδεία δίνεται στην τάξη της ανωτέρας και όλα τα θέματα του περνάνε από την ηλεκτρική και τα συμφωνικά πλήκτρα, κάνοντας το ένα βαρύγδουπο κομμάτι μπολιασμένο με riffs. Το συγκεκριμένο κομμάτι, λόγο τα βαρύτητας που έχει στην κλασσική οργανική μουσική, θα μπορούσε να θεωρηθεί ιεροσυλία, αλλά προς τιμή του, δε ξέφυγε καθόλου από τα μοτίβα του και απλά το έκανε μετάβαση όπως ήταν, αλλά με συνοδεία μουσικών οργάνων, ακλουθώντας το στυλ της πολυφωνίας, όπου τα θέματα του περνάνε από όλα τα μουσικά όργανα.   Συνέχει με το Meditaion το οποίο είναι μπαλάντα και η μοναδική «μπαλάντα» του δίσκου, παρμένο από την ομώνυμη όπερα του γάλλου Jules Masseget  και στο οποίο δεν διακρίνονται και μεγάλες αλλαγές. Ο Massenet, σαν ρομαντικός, ήταν γνωστός για τις όπερές του, όπου έγραψε συνολικά τριάντα.  Οι δύο πιο γνωστές του είναι το Manon (1884) και Werther (1892). Έγραψε επίσης ορατόρια, μπαλέτα, ορχηστρικά έργα, πιανιστικά κομμάτια, σκηνική μουσική, τραγούδια και διάφορα άλλα πολλά.
  Και κάπου εδώ φτάνουμε στο τέλος του άλμπουμ, το οποίο ολοκληρώνεται με μια μπαρόκ σύνθεση. Αυτή είναι το Air On The G String”, το οποίο προέρχεται από το ομότιτλο έργο του Johann Sebastian Bach – ο οποίος δεν γινόταν να λείπει από κάτι τέτοιο - ή όπως είναι και πιο γνωστό σαν έργο στους πιανίστες Orchestral Suite No.3 In D Minor”. Στους φοιτητές – σπουδαστές της κλασσικής μουσικής, είναι και γνωστός σαν Αχ-Μπαχ αλλά τι να πρωτοπεί κανείς για τον Bach; Θα σταθούμε σε ελάχιστα και πολύ βασικά σημεία, όπως στο ότι έφερε την απόλυτη αρμονία και πολυφωνία, ότι θεωρείται πατέρας της αντίστιξης. Ολοκλήρωσε και τελειοποίησε όλες τις φόρμες και επεξεργάστηκε  έργα άλλων συνθετών κάνοντας τα ακόμα πιο αξιόλογα και φυσικά μας έδωσε το κλειδί για να ανοίξουμε τις πόρτες του ναού της σύγχρονης μουσικής με λίγα λόγια. Το πιο γνωστό του έργο, το Toccata & Fugue In D Minor, όπως και ότι μας άφησε την τέχνη της φούγκας, βασιζόμενη σε ένα μόνο θέμα με 17 φούγκες, το οποίο δεν κατάφερε να ολοκληρώσει. Εδώ ο Hoffmann, χωρίς να έχει κάνει σπουδαίες αλλαγές, περνάει το κύριο θεματικό του στην ηλεκτρική και το αφήνει να ξετυλιχθεί ακολουθώντας πιστά την αυθεντική εκτέλεση, αλλά συνοδευόμενο με ορχήστρα.
  Εν κατακλείδι, η δουλειά αυτή, στο σύνολο της μου άρεσε, αλλά επίσης μου αρέσει και η κλασσική μουσική αλλά και η ροκ και μέταλ (και τα παρακλάδια τους), όπως και τα έργα που διάλεξε να διασκευάσει. Για εμένα το πάντρεμα αυτών των δύο ειδών, είναι μια ωραία συγκεχυμένη αρμονία με πλούσια μελωδικότητα που καταφέρνει να συνδυάζει δύο διαφορετικά είδη τόσο πολύ ταιριαστά μεταξύ τους. Επίσης το είδος της μουσικής που ακούμε, προέρχονται όλα από την οργανική - πιανιστική μουσική η οποί αφορά όλα τα είδη από τον μεσαίωνα έως την σύγχρονη.
Σε προσωπικό επίπεδο το βρήκα αρκετά ενδιαφέρουσα δουλειά και διαφορετική από ότι συνηθίζουμε να ακούμε. Κάτι τέτοιο, συνήθως χρειάζεται πολλές ακροάσεις και καλό θα ήταν να γνωρίζει κανείς και τα αυθεντικά έργα για να έχει μέτρο σύγκρισης αλλά ώστε να μπορεί να διακρίνει τη διαφορά, τη διαφορετικότητα και τις όποιες αλλαγές που μπορεί να προκύπτουν. Αν φυσικά σας αρέσουν τα παραπάνω είδη αλλά και η μίξη των δύο τους, τότε σίγουρα θα σας αρέσει και το προτείνω ανεπιφύλακτα. Αν όμως είστε σε αυτούς που δεν τους αρέσει αυτό το είδος ή το οτιδήποτε, τότε αυτή η δουλειά δεν απευθύνεται σε εσάς.
Είναι ιδιάζουσα περίπτωση και πάλι  όμως, αφορά τα ακούσματα που έχει ο καθένας και τις επιρροές του, όπως και ο Wolf Hoffmann, μας παρουσιάζει εδώ τις δικές του. Αν και καλό θα ήταν να του δίνατε μια ευκαιρία όπως και να έχει. Σε γενικές γραμμές, είναι δίσκος που αφορά τα δύο άκρα love it or hate it.
Διαλέξτε πλευρά και θα έχετε κάνει αυτόματα και την επιλογή σας για αυτόν.

Γιώργος Βαλιμίτης

Δευτέρα 22 Αυγούστου 2016

Jorn Lande: "Heavy Rock Radio"


Αναμφίβολα ο Jorn Lande είναι "η" φωνή του heavy metal της γενιάς αυτής και
όταν καμμιά φορά αναρωτιέμαι: ποιος θα αναλάβει να κουβαλήσει τη "δάδα" του heavy metal τώρα που οι Dickinson και Halford είναι πλέον στη δύση της καριέρας τους, το όνομα που έρχεται στο μυαλό, πολλών από εμάς επίσης, είναι αυτό του Jorn Lande.

Ο  Jorn είναι  metal. Αρκεί κάποιος να ακούσει τη φωνή του άνδρα και να αντιληφθεί τα νοούμενα των γραφομένων. Δυναμική φωνή, πλούσια, υψηλές και χαμηλές γεμάτες νότες, για να μην αναφέρω, ότι για χρόνια παραλληλίζονταν με τους υπέρτατους Ronnie James Dio και  David Coverdale.
 Ο Jorn Lande επιστρέφει λοιπόν με ένα δίσκο διασκευών από αγαπημένες του (και δικές μας) συνθέσεις. Το πόνημα του ονομάζεται "Heavy Rock Radio"και περιγράφει αυτό ακριβώς που ακούμε στη δημιουργία αυτή: τραγούδια από τον ευρύτερο χώρο της rock παρουσιασμένα από τον καλλιτέχνη με βαρύτερη, μεταλλική προσέγγιση!
Και αυτά είναι: η κλασική σύνθεση της  Frida των ABBA "There’s Something Going On", που μεταμορφώνεται σε μία συναρπαστική "μεταλλική" σύνθεση. Το  αγαπημένο "Rev on the Red Line" των  Foreigner, που ο Jorn το μετα(λ)μορφώνει εντελώς!
Ξεχωρίζουν επίσης τα: "Rainbow in the Dark" του Dio, ιδιαίτερο το  "You’re the Voice" του John Farnham.
Εκείνο όμως που διαφοροποιείται αρκετά για την ιδιαίτερη και πανέμορφη διασκευή του είναι το υπεραγαπημένο "Don’t Stop Believing" των Journey.
Η ευαρέσκεια μου επεκτείνεται και για το  "Hotel California" των The Eagles.
Η μεγάλη αγάπη του είναι όμως οι Deep Purple και το αποδεικνύει στο τεράστιο "Stormbringer"!"Ξεσκονίζει" τέλεια και μία αδικημένη σύνθεση του  Paul Stanley, το "Live to Win" με εντυπωσιακό τρόπο!!
Νομίζω, ότι πρόκειται για μία εξαιρετική προσέγγιση του καλλιτέχνη σε συνθέσεις που αγαπήθηκαν αλλά θα περιμένω την επόμενη προσωπική του.

Νότης Γκιλλανίδης

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...