Παρασκευή 29 Μαΐου 2015

WHITESNAKE: "The Purple Album"

Στα τέλη της προηγούμενης χρονιάς κάποιοι παλιοί φίλοι από
Αγγλία, μέλη των D.P.A.S (Deep Purple Appreciation Society ) και του MBtP (More Black than Purple ) με ενημέρωσαν, ότι ο μάστορας των τραγουδιών της ερωτικής αγάπης David Coverdale και η υπερλατρεμένη μπάντα του, θα κυκλοφορούσε νέο δίσκο!!

Ο δίσκος κυκλοφόρησε, αλλά και αυτό που πολλοί φαντάζονταν έγινε πραγματικότητα:
Ο David Coverdale επιτέλους αναδιαμόρφωσε μουσικά συνθέσεις  που τραγούδησε ο ίδιος  στους Deep Purple Mark III και  IV.
Και όταν ο αρχισυντάκτης για τo rocktime.gr,  Φώτης Μελέτης μου ανέθεσε την κριτική παρουσίαση του cd  με "έζωσαν τα φίδια".
Tα ερωτηματικά στο κεφάλι μου πολλά και έπρεπε να απαντηθούν. Aναμφίβολα ο τραγουδιστής και η μπάντα ανήκουν στην αγαπημένη μου τριάδα των hard rock καλλιτεχνών! Όμως…
Για να απαντήσω και στη δική σας  πιθανή καχυποψία , πρέπει ιστορικά –σύντομα-στοιχεία να παρατεθούν!
Ο Coverdale για περίπου 2,5 χρόνια’ από τον  Αύγουστο του 1973 μέχρι το Μάρτιο του 1976, όντας μέλος των Purple κυκλοφόρησε αρχικά δύο σπουδαία άλμπουμ  το "Burn" και το "Stormbringer" (το καθένα για δικούς του λόγους…) αλλά και το πολύ καλό αλλά πειραματικό "Come Taste the Band" (επεξηγήσεις στην παρουσίαση του δίσκου από το rocktime.gr).
Σημαδεύτηκε δε, αυτή η περίοδος με ανακατατάξεις στο γκρουπ με  σπουδαιότερο γεγονός την αποχώρηση του  Blackmore για να δημιουργήσει τον Ιούνη του  1975 τους Rainbow.
Το δυσάρεστο γεγονός του θανάτου του μέγιστου μαέστρου των Purple και  Whitesnake – του Jon Lord που μίλησε αρκετές φορές το 2012 για την επανασύνδεση των Purple ήταν πρώτη αφορμή.
Η επόμενη ήταν το σπάσιμο του πάγου ανάμεσα στους  Blackmore/Coverdale , που είχαν προχωρήσει και σε χειροδικία στο παρελθόν (βλ. σχετικά http://bdeeppurplefanforum.runboard.com/t16088), για επανένωση ή δημιουργία Blackmore/Coverdale project (στα πρότυπα Coverdale/Page project ) χωρίς όμως να προκύψει τίποτε.
Έτσι με την προτροπή της συζύγου του Coverdale (Cindy, όπως θα διαβάσετε και σε συνέντευξη του στο  rocktime.gr)  θέλησε να τιμήσει την κληρονομιά των  Purple στο νέο άλμπουμ των  Whitesnake.
Η εισαγωγή γίνεται με το εκπληκτικό "Burn" από το πρώτο ομώνυμο δίσκο του "Mark III" και βρισκόμαστε σε γνώριμα εδάφη καθώς και το "Stormbringer"  που κλείνει το  δίσκο μαζί με το  εμβληματικό "Soldier of Fortune" , που για χρόνια έκλεινε τις συναυλίες των  Whitesnake όλα αυτά τα χρόνια, με τις τρεις συνθέσεις  να αποτελούν για ορισμένους ανίδεους συνθέσεις των "ασπρόφιδων".
Δε θα ήθελα να προχωρήσω σε αναλυτική μουσική παρουσίαση των συνθέσεων, καθώς θα ήταν αδικία για τον τρισμέγιστο μουσικό Blackmore αφενός και αφετέρου η μουσικότητα των νυν μουσικών είναι αδιαμφισβήτητη.
Απλά συνθέσεις  40 ετών ακούγονται φρέσκες και επίκαιρες, ως να κυκλοφορούσαν οι τιτανομεγιστοτεράστιοι  Purple  στις μέρες μας (εννοώ με Blackmore και Coverdale)!
Βέβαια συνθέσεις όπως τα "Mistreated" και "Soldier of Fortune" είναι αξεπέραστα, κλασικά, μοναδικά! Νέα, ενδιαφέροντα στοιχεία άκουσα στα "You Fool No One" (Interpolating “Itchy Fingers”), "Lady Double Dealer", " Lay Down Stay Down".
Θα σύστηνα ανεπιφύλακτα το δίσκο στους οπαδούς των Whitesnake  κατά πρώτο λόγο, στους ανοιχτόμυαλους αμετανόητους των Deep Purple. Επίσης, στους υπόλοιπους  θα πρότεινα να ξεσκονίσουν τα αυθεντικά LP, cd’s των  τιτανομεγιστοτεράστιων.
Δεν θα τολμούσα να προτείνω παρά μόνο σε συλλέκτες (όπως κι εγώ) τόσο την απόκτηση της ιαπωνικής version  καθώς και της Super Deluxe Edition.
 Ένα είναι σίγουρο: όταν οι Whitesnake στην περιοδεία του  2015 περάσουν κι από τα μέρη μας, δε θα πρέπει να λείψει κανείς!
Η παρέα των  Whitesnake Greek female Choir  με τις Angie 'Dragon' Turner, Sylvia WhitehooliganSnake), Alexia Kapa Whitesnake, Athena Giotopoulou ήδη κάνουν πρόβες!!

Νότης Γκιλλανίδης

UFO: “A Conspiracy of Stars”

Αλήθεια τι μπορούμε να περιμένουμε εν έτη 2015 από τους
γερόλυκους UFO; Η απάντηση είναι απλή και αναμενόμενη: καλοπαιγμένο και μερακλίδικο hard rock του περασμένου αιώνα, με αρκετές εξαιρετικές κιθαριστικές σολιές του βιρτουόζου Vinnie Moore και την πνιχτή φωνή του Phil Mogg να συγκινεί ακόμη τα πλήθη.


Aπαιτήσεις από το νέο άλμπουμ της ιστορικής μπάντας στο συνθετικό επίπεδο δεν έχω και ούτε προσωπικά με ενδιαφέρει αφού  ότι  ήταν  να  δημιουργήσουν το έκαναν πολύ πετυχημένα και με εμπνευσμένο τρόπο  τις προηγούμενες δεκαετίες και κυρίως στα ‘70s, όπου ο γερμανός Michael Schenker  έγραψε μαζί τους  ιστορία.
Οι UFO με τους τελευταίους στούντιο δίσκους σίγουρα δεν εντυπωσιάζουν και  απλώς ανακυκλώνουν τον καλό εαυτό τους και παράλληλα  βρίσκουν  μία καλή αφορμή για περιοδεία και συναυλίες αφού αυτό είναι και το δυνατό χαρτί του θρυλικού συγκροτήματος. Ερχόμενοι στο “A Conspiracy of Stars”, τραγούδια που ξεχωρίζουν είναι το  “Sugar Cane”,  το υπέροχο  "The Real Deal", το μελωδικό "Rollin' Rollin'"  και το "Messiah of Love"  που έχει επιρροές από Steve Ray Vaughn
Το κλίμα σε όλο το άλμπουμ είναι  στη γνωστή συνταγή της μπάντας με τον κλασικότροπο hard rock ήχο, τον οποίο υποστηρίζουν με αγνό  και δημιοργικό επαγγελματισμό, οι παλιοί γνώριμοι της μπάντας: ο πληκτράς  Paul Raymond, ο ντράμερ Andy Parker  και  το πάζλ συμπληρώνεται με το νέοφερμένο  μπασίστα Rob De Luca (Of Earth, Joan Jett and the Blackhearts, George Lynch, Sebastian Bach). Φυσικά όπως ανέφερα και προηγουμένως  το  ελκυστικό κιθαριστικό παίξιμο του βιρτουόζου Vinnie Moore  και οι μεθυστικές ερμηνείες του Phil Mogg  είναι τα συστατικά για να κρατηθεί σε ικανοποιητικά επίπεδα  ο δίσκος.
Συνοπτικά θα κατέληγα στην άποψη να το ακούσετε κάνα δυό φορές το αξιόλογο “A Conspiracy of Stars” αλλά στη συνέχεια ξεθάψτε από την δισκοθήκη σας , τα περίφημα “Force It και  “Lights Out  για να  νιώσετε ξανά την μαγεία  ενός σπουδαίου συγκροτήματος.
   
Φώτης Μελέτης

MARK SLAUGHTER: "Reflections In A Rear View Mirror"

Ασφαλώς θυμάστε τις επιτυχίες “Love Kills” και “Fly To The
Angels”, καθώς και τη καθαρή, κρυστάλλινη φωνή (λίγο ιδιότυπη…), που τα ερμήνευε και που ήταν ο Mark Slaughter, από τις χαρακτηριστικές φωνές της χρυσής περιόδου του hair metal.

Ο γεννημένος στη Νεβάδα , τραγουδιστής των πολυπλατινένιων  SLAUGHTER και πρώην τραγουδιστής στους  VINNIE VINCENT INVASION, επίσης , μέλος της περιοδεύουσας μπάντας SCRAP METAL (μαζί με τον  Eric Martin των  MR BIG/The NELSON brothers και τον  Kelly Keagy των  NIGHT RANGER) ως τραγουδιστής /κιθαρίστας!
Όλα αυτά και πολλά άλλα με ώθησαν να αγοράσω  εσπευσμένα την πρώτη προσωπική κυκλοφορία του, όχι σε μορφή φυσικού ψηφιακού δίσκου ακτίνας (cd δηλαδή…), αλλά σε IDitty card γιαπωνέζικης προέλευσης  και μάλιστα υπογεγραμμένης από τον ίδιο τον καλλιτέχνη!
Εξαιρετικές συνθέσεις, όπως θα εκθέσουμε και παρακάτω, αλλά η έκπληξη/απορία μου, ήταν όταν αρχές Μάη πληροφορήθηκα την κυκλοφορία και σε cd (μήπως ήταν αρπαχτή, αλλά τελικά καθόλου!!).
Σε κάθε περίπτωση το “Reflections In A Rear View Mirror” είναι μία πολύ καλή κυκλοφορία με παραγωγό τον θρυλικό ειδήμονα του ήχου των χρυσών επιτυχιών στα 80’ς, Michael Wagener (SKID ROW/DOKKEN/STRYPER) και είναι το πρώτο δείγμα συνθετικής παρουσίας από το στρατόπεδο των Slaughter από τα  1999 και το τελευταίο δίσκο με τίτλο  “Back To Reality”.
Η μπάντα των  SLAUGHTER περιοδεύει στην αμερικανική ήπειρο  25 χρόνια έπειτα από την μεγάλη έκρηξη , που προξένησε στα μουσικά δρώμενα.
Ο δίσκος φυσικά δε θα μπορούσε να περιείχε κάτι διαφορετικό, από αυτό που μας καλοσυνήθισε ο Mark Slaughter κατά την σπουδαία και αξεπέραστη εποχή των 80’ς:
Ατόφιο αμερικανικό, μελωδικό Rock με τη χαρακτηριστική, υψίσυχνη χροιά της φωνής του και τις συνθετικές ικανότητες του ωριμότερες από ποτέ όπου δημιουργεί τραγούδια μελωδικά και πιασάρικα, όχι βέβαια όπως ο ύμνος του   Hair Metal,  “Up All Night” αλλά σε κάθε περίπτωση ακούγονται ευχάριστα .
Το εναρκτήριο “Away I Go” σφύζει από τον αγαπημένο 70’ς, Groovy Hard Rock ήχο  με μία δόση από τους αγαπημένους MONTROSE, ενώ το  “Never Givin’ Up” κατακτά τη ραδιοφωνική δόξα εύκολα… ένα πραγματικό  hit-single ,όπως αυτά του παρελθόντος!
Το “The Real Thing” είναι επίσης γεμάτο από την αύρα της μουσικής ανανέωσης και ενθουσιασμού’ καθαρόαιμο δείγμα αμερικάνικου  Rock ‘n’ Roll.
Τα ‘'Baby Wants”  και το  “Velcro Jesus” επίσης ελκυστικά με ενδιαφέρουσες ενορχηστρώσεις!
Μου άρεσε προσωπικά το ντουέτο με την  Gena Johnson στο “Don’t turn away” αλλά και η σύνθεση  "Somewhere Isn't Here".  Το τραγούδι που κλείνει το δίσκο, το  “Deep In Her Heart” αναδεικνύει ένα άλλο σημαντικό, όσο και αναπάντεχο στοιχείο της φωνής και της δημιουργικής ικανότητας του  Mark Slaughter.
Ενδιαφέρον δίσκος , όχι μόνο για τους βετεράνους, νοσταλγούς, επιζώντες της λαίλαπας (που μας πήρε και μας σήκωσε μουσικά κι ανεπανόρθωτα χε,χε,χε,χε…) του Hair Metal!!

Νότης Γκιλλανίδης

Τετάρτη 20 Μαΐου 2015

MICHAEL SCHENKER'S TEMPLE OF ROCK: "Spirit On a Mission"


Είναι στο πάλκο από τα τρυφερά 16, έχει περιοδεύσει και αποθεωθεί σε όλες τις σκηνές του ροκ κόσμου μέχρι τα 23, αναγορεύθηκε σε guitar hero από τα 25 μέχρι και τα 30, τον ήθελαν ο Οzzy κι οι Aerosmith, κι εκείνος εξακολούθησε να πίνει...


...Nα εγκαταλείπει τα γκρουπ τελευταία στιγμή, να σωριάζεται επί σκηνής, να γράφει και να ηχογραφεί με όποιον τραγουδιστή του φαινόταν να μπορεί να ταιριάξει με τα κοφτά του ακόρντα.
Είναι ο
Michael Schenker, οι κακές γλώσσες λένε «ο ταλαντούχος απ΄τα δύο αδέλφια».
Πάτησε τα 60 τον Γενάρη που μας πέρασε και ακούγεται και δείχνει απαράλλακτος. Ατόφιος. Μελωδικός. Επίμονος. Με αγγλικά επιπέδου κάτω του
lower (ναι, ακόμη), στεγνός και αινιγματικός, πάνω στη σκηνή με την ίδια στάση - πόδια λυγισμένα πάνω απ΄τη μαυρόασπρη Flying V, να παρασύρεται με τα ίδια του τα ριφ και να εξαπολύει το ένα ενστικτώδες σόλο μετά το άλλο.  
Αυτό το επί δεκαετίες ταυτισμένο με την Flying V ίνδαλμα, εδώ και τέσσερα χρόνια ξαναζεί δεύτερη νιότη με το σχήμα "Temple Of Rock". Σ' αυτό έχουν συμβάλει, όσο κι αν ακούγεται οξύμωρο, τρία «παλιακά» στοιχεία : Πρώτον, ότι επιτέλους έχει βρει έναν τραγουδιστή που ξέρει να γράφει και υποστηρίζει τα τραγούδια του.
Μετά το
cult ανέκδοτο Gary Barden, τον φλύαρο (και με χαμηλό συνθετικό χάρισμα) McAuley και μια σειρά ταλαντούχων τραγουδιστών που προσπαθούσαν να φτιάξουν το βιογραφικό τους δίπλα του, ο 55χρονος (νεούδι) Σκωτσέζος Doogie White μοιάζει ο άνθρωπός του.
Με θητεία στο ατυχές nineties αλμπουμ των Rainbow 20 χρόνια πριν, μια αποτυχημένη οντισιόν για τους Maiden (αποτέλεσμα της οποίας ήταν το να υποστεί η υφήλιος τον Blaze Bayley) και ένα επιτυχημένο πέρασμα από το σχήμα του Malmsteen (2002-2005, όσκαρ ανθεκτικότητας), ο White μπορεί σήμερα να είναι ένας καλοπληρωμένος γυρολόγος με γυμνασμένη φωνή και σταθερό συνθετικό απόθεμα, αλλά δείχνει να έχει βρει το λιμάνι του δίπλα στον Schenker.
Δεύτερον, η σιτεμένη δύναμη της πρώην ρυθμικής βάσης των Σκορπιών.
Οι Francis Buchholtz (61) και Herman Rarebell (65), έχουν δώσει προσωπικότητα στο άκουσμα, κάτι που έλειπε, χωρίς υπερβολή, από το μακρινό 1983 από τα σχήματα του Schenker (τότε με Ted McKenna και Chris Glen, και πάλι ένα δίδυμο που γνωριζόταν πολύ καλά από τους Sensational Alex Harvey Band).
Και τρίτον, ο πολυοργανίστας Wayne Findlay (χρόνια δίπλα στον Schenker) που προσθέτει χρώμα με τις επιλογές του (σ΄αυτό το άλμπουμ με επτάχορδες κιθάρες που πολύ ενέπνευσαν τον Michael, κατά δήλωσή του).

Για όσους ενθουσιάστηκαν με το "Bridge The Gap" του '13 όπου ακούγεται η ίδια σύνθεση, το "Spirit on a Mission" αποτελεί μια πάνω από ευπρόσδεκτη παράταση της απόλαυσης. Μάλιστα, το "S.O.A.M." είναι σκληρώτερο, αγγίζοντας σε σημεία το power metal, ήχο τον οποίο ούτως ή άλλως η κιθάρα του Michael βοήθησε να χτιστεί.
Το "
Vigilante Man" είναι ένα χαρακτηριστικό δείγμα οργής και ακρίβειας, με τον Schenker να λοκάρει ένα από τα αβίαστα γκρουβ του. Μοιρασμένο μεταξύ mid-tempo και γρήγορων κομματιών, ολόκληρο το άλμπουμ καταφέρνει να θυμίσει την κιθαριστική ευδαιμονία των πρώτων άλμπουμ του Michael.
"Saviour Machine", "Bulletproof", "Something of the Night", "Good Times" και "Let the Devil Scream", με την γνωστή Σενκερική οικονομία στην ανάπτυξη (minimum επιδειξιομανία και maximum ντράϊβ), πετυχαίνουν ευθεία το στόχο.

Για να γίνουμε και ελαφρώς tongue in cheek, δεν είναι καιροί να εκθειάζονται χωρίς περίσκεψη οι οποιοιδήποτε Γερμανοί, αλλά αυτός εδώ διαφέρει. Έχει ακολουθήσει τον δαίμονα εαυτού, ξοδεύοντας το ταλέντο του απερίσκεπτα, αψηφώντας χρήμα, δόξα και επιλογές καρριέρας για ένα και μόνο πράγμα, από τα 16 του μέχρι και σήμερα:
Για να παίζει και να γράφει αυτό που ακούει μέσα στο κρανίο του, χωρίς να υπολογίζει
trends, παίζοντας με όποιους αισθάνεται γόνιμος μουσικά, ακόμη κι αν έχει σκοτωθεί μαζί τους στο παρελθόν.
Είναι ένας παλαιάς κοπής ροκ σταρ, ένας αρτίστας της κιθάρας. Αναλογικά, με ποδοσφαιρικούς όρους, ένας Όβερατ, ένας Νέτσερ, ένας Μπράϊτνερ, ξεροκέφαλος και επιδραστικός όσο λίγοι.
Ένα πραγματικό «Πνεύμα σε Αποστολή».



Παναγιώτης Παπαϊωάννου

BACHMAN: "Ηeavy Blues"



Σκέψου να έχεις καβαλήσει ηλικιακά τα 70 και βάλε, να έχεις φάει όλη σου τη ζωή στη σκηνή, σε περιοδείες και στο δρόμο, παράλληλα να ηχογραφείς δίσκους από την δεκαετία του ’60 και να έρχεσαι εν έτει 2015 και να κυκλοφορείς τέτοια δισκάρα!!!



Η εισαγωγή  και  λόγος ανήκει δικαιωματικά στον υπέροχο καναδό Randy Bachman, με χιλιάδες μουσικά ένσημα στο ενεργητικό του κυρίως  με τους The Guess Who και τους  Bachman–Turner Overdrive και ευτυχώς άφησε σπουδαία κληρονομιά με δεκάδες αθάνατες ροκ συνθέσεις για τι νέες γενιές που πρέπει επειγόντως ο Dave Grohl  που ειδικεύεται τελευταία στην παρελθοντολογία  να τις επαναφέρει  και να τις υπενθυμίσει στο νεανικό ροκ κοινό.
Ακούγοντας λοιπόν το “Heavy Blues” έπαθα κυριολεκτικά σοκ με την δυναμική, την ενέργεια, το πάθος, την εκτελεστική δεινότητα και την  αγριεμένη hard ροκιά που εκπέμπει όλος ο δίσκος και αυτό το συνειδητοποιείς με το ξεκίνημα και με το εκπληκτικό  “The Edge”  που θυμίζει έντονα τους λατρεμένους Who αλλά και τους Β.Τ.Ο.
Το πιο σημαντικό κομμάτι στο άλμπουμ είναι οι πολλές και ποιοτικές συνεργασίες, που υπάρχουν, αρχίζοντας  με το  βαρύ και ασήκωτο  “Ton Of Bricks” (θυμίζει αρκετά B.O.C) όπου στην κιθάρα συναντάμε τον εξαιρετικό μουσικό Scott Holiday από τους νέους ροκ ήρωες, Rival Sons.
Η πανδαισία συνεχίζεται  με το ισοπεδωτικό Bad Child”  με την  κιθάρα του Joe Bonamassa να  βρίσκεται σε εκρηκτική κατάσταση και ακολουθεί το μεθυστικό Little Girl Lost”  με την συμμετοχή του άλλου γερόλυκου  Neil Young  με συνέπεια να ξυπνούν μνήμες από το ιστορικό παρελθόν των ’60s και των '70s ενώ το “Oh My Lord” με τον  Robert Randolph να παίζει την pedal steel κιθάρα  πετυχαίνει και  δίνει ξεχωριστό χρώμα στη συγκεκριμένη σύνθεση και σε αυτό βοηθά η σαγηνευτική  ερμηνεία του R.Bachman.
Στο επόμενο τραγούδι , το Confessin' To The Devil” συμμετέχει ο μακαρίτης Jeff Healey  και η rock ‘n’ roll διάθεση είναι έντονη αλλά και συνάμα συγκινητική. Το ομότιτλο κομμάτι είναι ένας πραγματικός  heavy rock  ύμνος, όπου εδώ η συνεργασία με τον Peter Frampton και τα σολάρισματα  είναι επιβλητικά  και κάνει τούτο το άλμπουμ απαραίτητο για όσους υποστηρίζουν ότι ακούει και αγαπά αυτή την μουσική.
ΤοWild Texas Ride” δεν περιλαμβάνει κάποιο συμμετέχοντα έκπληξη, και το ροκάρισμα είναι ατελείωτο ενώ  η καταιγίδα συνεχίζεται με το ορμητικό  “Please Come To Paris”  και τον καναδό συνθέτη και τραγουδιστή Luke Doucet  να  δίνει το alternative χρώμα του άλμπουμ χωρίς να μας ξενερώσει αφού τα  κιθαριστικά τάστα έχουν πάρει  κυριολεκτικά φωτιά… και αυτή σβήνει  με το ήσυχοWe Need To Talk”.
Η παραγωγή είναι  made in: Kevin Shirley (Journey, Mr. Big), οπότε καταλαβαίνετε ότι όλα είναι  σε τέλεια μορφή ενώ  η άλλη ευχάριστη έκπληξη είναι ότι οι μουσικές  κολώνες του καναδού καλλιτέχνη  τις αποτελούν  δύο θηλυκά, η Dale Anne Brendan στα drums και η Anna Ruddick  στο μπάσο.
Εν κατακλείδι θα πω ότι: Ο  Randy Bachman  δείχνει αστείρευτος και ανεξάντλητος  έστω και αν διανύει την έβδομη δεκαετία της ζωής του, έστω και αν υποστηρίζει  ότι αυτή η κυκλοφορία είναι και η τελευταία του... Εμείς δεν τον πιστεύουμε…  αλλά και έτσι να είναι χαλάλι του, διότι κλείνει μία πορεία με ένα πραγματικό έπος!

Φώτης Μελέτης

Δευτέρα 18 Μαΐου 2015

Beth Hart: "Better Than Home"




Η αμερικανίδα τραγουδίστρια συνεχίζει με περισσή έμπνευση να
μας χαρίζει ξεχωριστές blues rock/soul ερμηνείες με το νέο της άλμπουμ και πετυχαίνει να γοητεύει ξανά τους οπαδούς της, τόσο με το εκρηκτικό της ταπεραμέντο όσο φυσικά και με αυτή την ανεξάντλητη τραγουδιστική δεινότητα που διαθέτει.


Μπορεί η Beth Hart, δισκογραφικά να έχει ξεκινήσει από τη δεκαετία του ΄90 όμως αρκετοί από εμάς την μάθαμε όχι από την επιτυχία της "LA Song (Out of This Town)" αλλά από τη σπουδαία συνεργασία της με τον εξαιρετικό κιθαρίστα Joe Bonamassa και οι πιο μυημένοι από το τραγούδι "Mother Maria" που παίζει μαζί με τον περίφημο Slash.
Ερχόμενοι στοBetter Than Home” θα διαπιστώσουμε ότι αυτό το φαινομενικά αγριοθήλυκο έχει μέσα της πολλά έντονα συναισθήματα για τον συνάνθρωπό της, για τις δύσκολες καταστάσεις που έχει βιώσει αλλά  και για την μητέρα της και τον σύζυγό της.
Ξεκινώντας ο δίσκος με το  “Might As Well Smile”,  τα πνευστά καταφέρνουν και δίνουν ένα ιδιαίτερο τόνο και συνάμα τα χορωδιακά backing vocals κάνουν ακόμη πιο ελκυστικό το κομμάτι.
  Το Tell 'Em To Hold On”, είναι ένα τρυφερό και απαλό τραγούδι κάτι σαν  ερωτικό χάδι με το ρεφρέν να το απογειώνει ενώ στο ίδιο ακριβώς κλίμα είναι και η θαυμάσια μπαλάντα Tell Her You Belong To Me”.
  Με το  “Trouble” τα πράγματα αγριεύουν και η ροκέ ερμηνεία της Beth Hart, μας δημιουργεί γερές δονήσεις στο κορμί μας, με τα πνευστά να δίνουν για άλλη μια φορά νοσταλγικό χρώμα. Στο ομότιτλοBetter Than Home” και στο  “St Teresa”, οι ρυθμοί πέφτουν και οι μελαγχολικές μελωδίες παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο και κάτι ανάλογο συμβαίνει στοWe're Still Living In The City”.
Η διάθεση ανεβαίνει ξανά με τοThe Mood That I'm In” όπου η κιθάρα γίνεται λίγο πιο funky ενώ η φωνή της Beth Hart  παιχνιδίζει με την αγριάδα της σε πιο ήπιους τόνους.
Ακολουθεί το Mechanical Heart” όπου ξεφεύγει από τις στερεότυπες συνθέσεις του άλμπουμ και περιλαμβάνει αρκετά νέα ενορχηστρωτικά και ηχητικά στοιχεία που προέρχονται από τις μελωδίες που παίζουν όργανα συμφωνικής ορχήστρας. Ο δίσκος κλείνει με άλλο ένα μελαγχολικό και σίγουρα αυτοβιογραφικό τραγούδι το As Long As I Have A Song” ενώ τοMama this One’s for You” ακούγεται πολύ συγκινητικό.
Συνοπτικά θα λέγαμε ότι το “Better Than Home” είναι ένας πολύ προσωπικός δίσκος για την Beth Hart  όπου απουσιάζουν οι δυναμικές blues- rock εντάσεις και οι εκρηκτικές ερμηνείες αλλά κυριαρχούν  οι μπαλαντοειδείς blues-soul ρυθμοί και οι λυρικές εσωστρεφείς μελωδίες.

Φώτης Μελέτης

Πέμπτη 14 Μαΐου 2015

Steven Wilson: "Hand. Cannot. Erase."


Η Joyce Carol Vincent ήταν μια βρετανικής υπηκοότητας μιγάδα
(παιδί μεταναστών από τη Γρενάδα), με τις πενιχρές κοινωνικές και μορφωτικές συνιστώσες εκατομμυρίων σαν κι αυτήν. Ορφανή από μητέρα στα 11 της, την μεγάλωσαν οι τέσσερις μεγαλύτερες αδελφές της και κινείτο απ' τα 20 της σ΄ένα ρευστό αλλά υψηλού προφίλ background από δουλειές γραφείου, στα έγκατα του Λονδρέζικου Σίτυ.


Περιφερόταν σε ετερόκλητους κοινωνικούς κύκλους, ώσπου, καθώς επίσημες πηγές υποχρεωμένες να τηρούν το απόρρητο λένε, επιχειρώντας να ξεφύγει από μια κακοποιητική ερωτική σχέση, απέκοψε κάθε επαφή από τον περίγυρό της το Φεβρουάριο του 2003.
Παραιτήθηκε από την εργασία της, δεν απαντούσε στις κλήσεις της οικογένειάς της, εξαφανίστηκε. Την βρήκαν νεκρή -με πιθανή αιτία επιπλοκές από κρίση άσθματος- σχεδόν τρία ολόκληρα χρόνια αργότερα, τον Ιανουάριο του 2006, μέσα στο διαμέρισμα που είχε η ίδια βρει μέσω της Πρόνοιας για θύματα ενδοοικογενειακής κακοποίησης, στο Βόρειο Λονδίνο. Ήταν 38 ετών. Το ενοίκιο, οι δόσεις και τα κοινόχρηστά της πληρωνόταν διατραπεζικά για πολλούς μήνες. Κανείς δεν την αναζήτησε. Η διαρκώς ανοικτή τηλεόραση του «τυφλού» σε κοινή θέα διαμερίσματός της δεν ενόχλησε κανέναν και η μυρωδιά της αποσύνθεσης αποδιδόταν από τους περιοίκους στους παρακείμενους κάδους σκουπιδολυμάτων. Το 2011, μέσα από ένα ντοκυμανταίρ της βρετανικής τηλεόρασης, η ιστορία της έγινε γνωστή και η ίδια, μετά θάνατον, αναδείχθηκε σε σύμβολο της ανθρωπιστικής κρίσης που ροκανίζει τα σωθικά των κοινωνιών δυτικού τύπου στις αρχές του αιώνα μας.
Ο
Steven Wilson, ο άνθρωπος που με τους Porcupine Tree υπήρξε επαρκής λόγος για να αναβιώσει στα '90s η progressive rock σκηνή, ένας αναγεννησιακός τύπος, συνθέτης, μουσικός και αφοσιωμένος στο να δημιουργεί ατμοσφαιρική και πειραματική ηλεκτρική μουσική, παρακολούθησε το ντοκυμανταίρ. Είχε βρει την τραγική του μούσα.

Για όσους παρακολουθούν την πορεία του Wilson, δεν θα μπορούσαν να περιμένουν τίποτε λιγώτερο από μια ακόμη τολμηρή δημιουργία. Αυτή τη φορά, η μουσική κοινότητα πρέπει να είναι ευτυχής, καθώς το 4ο σόλο έργο του δεν είναι απλώς από τα καλύτερα άλμπουμ των τελευταίων χρόνων, αλλά ένα concept που συνιστά μια συνολική πολιτισμική θέση με γερά ερείσματα στο παρόν και στο μέλλον. Ένα άλμπουμ παραδοσιακής ροκ λογικής με ακραιφνώς μοντέρνο θέμα και φινίρισμα.

Θα μπορούσε κανείς να ξεκινήσει από μόνο το γεγονός ότι είναι ένα άλμπουμ που έρχεται ευθύς εξαρχής αντιμέτωπο στην διομισάλεπτη λογική της γενιάς του youtube, καθώς απαιτεί την προσοχή των αισθήσεων του ακροατή από την αρχή ως το τέλος. Και την κερδίζει.
Όχι μόνον με τα μουσικά του θέματα, αλλά και με τους στίχους και τις κινηματογραφικές εικόνες που η σύζευξη των δύο δημιουργεί, Με μια πλοκή σαν ταινίας, με ανατροπές, παρενθέσεις, φλας-μπακ και έντονη συναισθηματική φόρτιση. Να υποσημειώσουμε βέβαια ότι ο ήχος του 48χρονου
Wilson, που έζησε, ηχογράφησε και δημιούργησε το κοινό του στην εποχή του cd δεν μπορεί να υποκαταστήσει το βάθος του βινυλιακού ακούσματος των γκρουπ - τοτέμ της δεκαετίας του '70. Είναι ένας ήχος φτιαγμένος (άρτια, βέβαια) για digital αυτιά και για digital μυαλά, όμως φέρει τα αποτυπώματα της ενορχηστρωτικής ιδιοσυγκρασίας της «κλασσικής γενιάς» του progressive, των ηρώων του ίδιου του συνθέτη. (Και) Σε αυτό το δίσκο του, οι πιο προφανείς μουσικές επιρροές είναι οι Genesis της πρώτης πενταετίας, οι King Krimson της μεσαίας περιόδου, οι Rush των nineties και -όπως πάντα- οι κλασσικοί (1973-1980) Pink Floyd.

Όμως, η υποβλητικότητα του "Hand. Cannot. Erase." δεν είναι θέμα στυλ, ούτε ηλικιακής τάξης του κοινού ή του πόσο επιτυχημένα το άκουσμα φθάνει σε στοχευμένο κοινό. Τα κλειδιά που επιβάλουν να ανακαλύψει κανείς την αξία του είναι δύο : πρώτον, επιβάλει στον ακροατή το να προσεγγίσει τη μουσική του με όρους λογοτεχνίας και κινηματογράφου.
Δεύτερον, ακουμπάει την καρδιά ενός σύγχρονου και ιδιαίτερα ενοχλητικού ζητήματος: ποιά είναι η ουσία της ανθρώπινης επικοινωνίας;
Ποιά είναι η λειτουργία της ανθρώπινης μνήμης στον αγώνα του ανθρώπου να προσδιορίσει σήμερα την ταυτότητά του, το να ανήκει και και το να μοιράζεται μέσα από τις σχέσεις που κατορθώνει να αναπτύξει, να διατηρήσει ή να διασώσει;  


Οι στίχοι είναι συστατικοί για κάθε απόπειρα προσέγγισης του άλμπουμ, καθώς εντοπίζουν και αποστάζουν τόσο τα αισθήματα απομόνωσης και αποξένωσης που γεννά ως ζων οργανισμός η μετρόπολη, όσο και την απεγνωσμένη προσπάθεια του κατοίκου - μονάδας αυτής της πόλης να κρατηθεί από τη μόνη ζωντανή αλήθεια, από τα θραύσματα της μνήμης του, στην ουσία από τα κύρια απομεινάρια του ψυχοσυναισθηματικού του βιογραφικού ("A bicycle - A garden wall - A mother's call - A love is born" - "Ancestral").
Ο Wilson, αποδεικνύει ότι είναι άνθρωπος και καλλιτέχνης της εποχής του, καθώς, μέσα από την ιστορία της Joyce Carol Vincent απευθύνεται στα εκατομμύρια των χρηστών των social media με στίχους που σηματοδοτούν το σήμερα μέσα από σκληρούς αντικατοπτρισμούς της παράνοιας των σύγχρονων σχέσεων, ιδίως μάλιστα των «ψηφιακών» τους ιχνών:

"You make a list of all your big regrets - And share with people that you've never met" ("3 Years Older").
 "It's not you, forgive me if I find I need more space- Cos trust means we don't have to be together every day" ("Hand. Cannot. Erase.»).
 "Writing lying e-mails to our friends back home - Feeling guilty if we sometimes wanna be alone" ("Hand Cannot Erase").
"Download love and download war - Download the shit you didn't want- Download the things that make you mad - Download the life you wish you had" ("Home Invasion").
"And in the city there are those that live alone - Twilight brings them from the gloom into our homes - And hiding there among the wreckage left behind - They see things that haunt them when they close their eyes" ("Ancestral").

Οι επανειλημμένες ακροάσεις παίρνουν μαζί τους τον ακροατή, τουλάχιστον αυτόν που έχει στο dna του την ακρόαση μουσικών έργων χωρίς την ανάγκη του επάρατου shuffle. Η instrumental εισαγωγή του "First Regret", δίνει τη θέση του στo "3 Years Older", που αρχίζει μ' ένα ριφ αλά «Τόμμυ» και έχει την αναμνησιακή αύρα των Floyd. Ο ήχος του άλμπουμ αβίαστα γίνεται εικόνα ("You cross the schoolyard with your head held down - And walk the streets under the breaking cloud  -With a hundred futures cascading out - It's complicated" / "There was a time when someone seemed to care - A tourist in your bed, you left him there- And found a simple life with no one to share- It's not complicated").
Το ομώνυμο είναι ένα ιδιοφυές «ποπ» κομμάτι που λειτουργεί σαν συναισθηματικός καταλύτης σε ολόκληρο το άλμπουμ γιατί πράγματι, αν υπάρχει κάτι που δε σβήνει από χέρι (είτε χειριζόμενο γραφίδα, είτε πληκτρολόγιο), είναι ο έρωτας. Ή η αγάπη, αφού το ρεφρέν μας αναγκάζει να εγκλωβιστούμε σ' αυτή την εγγενή αδυναμία διαχωρισμού των δύο εννοιών της αγγλικής γλώσσας ("Together we have this love- Even so it's not enough - Bruised and burned - We won't lose heart - Just because - Life gets hard").

Το "Perfect Life" είναι ένα απλούστατο μελωδικό πέρασμα που διαλύει σωθικά, ιδίως βοηθούμενο από το βίντεο - κλιπ, το εμποτισμένο από την αίσθηση του πόσο υπερβατικά και ανεξίτηλα συναισθήματα μπορεί να γεννήσει μια χωρίς όρους φιλία της προεφηβίας. Και ασφαλώς δεν έχει καμία σημασία αν είναι γραμμένο, όπως και όλο το άλμπουμ, από «θηλυκή» οπτική γωνία. Ο Wilson αποδίδει συγκλονιστικά το ιδανικό της φιλίας, όπως παραμένει εγγεγραμμένο στη μνήμη από εκείνη την ηλικία, θαμπό, αλλά αποθεωμένο ("For a few months everything about our lives was perfect - It was only us, we were inseparable"), για να φθαρεί και να εξαϋλωθεί αργότερα κάτω από τον όγκο της σοβαροφανούς -αλλά ανούσιας- «ενήλικης» επικοινωνίας ("But gradually she passed into another distant part of my memory - Until I could no longer remember her face, her voice, even her name").



Στρατηγικά επιλεγμένες συνθετικές λεπτομέρειες, όπως τα (αλλά "Great Gig In The Sky") φωνητικά της Ισραηλινής Ninet Tayeb στο "Routine", έναν συντριπτικό μονόλογο για την άδεια από ενέργεια νοικοκυρά και μητέρα, προσδίδουν περαιτέρω δραματουργική διάσταση.

Στο "Home Invasion" - Regret No#9" κυριαρχούν οι πολύπλοκες ενορχηστρώσεις, καθώς η καταβύθιση στον αγχωτικό και αντιφατικό εσωτερικό κόσμο της πρωταγωνίστριας επιτρέπει στον Wilson να αποτανθεί στους proggheads (χρησιμοποιώντας από ήχους παραδοσιακού mellotron μέχρι και  ουρανομήκη Gilmour-ικά σόλο). Το "Transcience", σαν κάποιο μελωδικό πέρασμα του Alan Parsons, προσφέρει έκλαμψη ελπίδας ("it's only the start"), πριν έλθει το "Ancestral", ίσως το μουσικό απόγειο του άλμπουμ, με την παιδική χορωδία ("Come back if you want to"), ένα σπαρακτικό σόλο κι ένα μεταλλικό ξέσπασμα από ριφ -σκέτο vortex- προς το τέλος.

O Wilson έχει δηλώσει ότι σκόπιμα αφήνει ανοικτό το τέλος της ηρωίδας του, δεν την θέλει να «πεθαίνει», όπως στο ντοκυμανταίρ που αποτέλεσε και την πηγή της έμπνευσής του. Η τελική γεύση του άλμπουμ μετά το "Ancestral" θα ήταν βαριά και δυσοίωνη. Αλλά είναι με τo "Happy Returns" που επιτυγχάνεται η κάθαρση. Όχι με φθηνά τερτίπια ανακούφισης, όπως σε κάθε οπτικοακουστικό concept μαζικής κατανάλωσης. Αλλά αληθινά. Η ανθρώπινη επικοινωνία αποκαθίσταται, ελλειματική, κοπιώδης, γεμάτη αμφιβολίες, αλλά με μια ασίγαστη ελπίδα, που τόσο λυτρωτικά την κουβαλά ένα ρυθμικό σιγοτραγούδισμα βγαλμένο λες από τα '60s. "Hey brother, I'd love to tell you I've been busy - But that would be a lie - Cos the truth is the years just pass like trains - I wave but they don't slow down".

Μεταξύ πολλών υπερθετικών κριτικών του διεθνούς μουσικού τύπου για το άλμπουμ, έχει γραφεί ότι το "Hand. Cannot. Erase." αποτελεί το "The Wall" της γενιάς του Facebook. Όσο ρηξικέλευθη κι αν ακούγεται αυτή η θέση, τόσο πιο εύστοχη δείχνει μετά από κάθε νέα ακρόασή του.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Τετάρτη 6 Μαΐου 2015

Mahalia Barnes & The Soul Mates: “Ooh Yea! – The Betty Davis Songbook”


Τι σχέση μπορούν να έχουν ο φοβερός κιθαρίστας Joe Bonamassa,
με την κόρη του δημοφιλούς στην Αυστραλία ρόκερ, Jimmy Barnes και τον σπουδαίο τζαζίστα Miles Davis;


Αυτό που τους ενώνει λοιπόν εκτός από την μουσική και τα τραγούδια, είναι η 69 χρονη, Betty Davis, πρώην γυναίκα του μακαρίτη τρομπετίστα, η οποία στα μέσα της δεκαετίας του ’70 είχε κυκλοφορήσει μερικά εξαιρετικά σόλο άλμπουμ.
Έτσι λοιπόν η αγάπη στη συγκεκριμένη καλλιτέχνιδα εξελίχθηκε σε συνεργασία του Joe Bonamassa, με την Mahalia Barnes & The Soul Mates όπου διασκεύασαν και εκτέλεσαν εξαιρετικά τα πιο σημαντικά κομμάτια της Betty Davis και όλα αυτά σε παραγωγή του πολύπειρου Kevin Shirley.
Η απίστευτη και δυναμική φωνή της Mahalia Barnes δημιουργεί μία χορευτική και άγρια ατμόσφαιρα σε όλο το δίσκο όπου soul,funk, αλλά και ροκ ρυθμοί  ανακατεύονται και γίνονται ένα εκρηκτικό μίγμα με τα συναρπαστικά ερμηνευτικά ξεσπάσματα  της Mahalia Barnes να κυριαρχούν ολοκληρωτικά.

Η δουλειά, οι ενορχηστρώσεις και τα παιξίματα  που έχει κάνει ο Joe Bonamassa είναι εγγύηση για το τελικό αποτέλεσμα με τα θαυμάσια κοψίματα, τις κοφτές heavy κιθαριές και τις gospel-ικές μελωδίες, τα ερωτικά νιαουρίσματα και τους βασανιστικούς funky groovy ρυθμούς να απογειώνουν κυριολεκτικά ετούτο το δίσκο.
Το πάθος και το feeling  που κυριαρχεί στο “Ooh Yea! – The Betty Davis Songbook” είναι τρομερό αφού μαθαίνει στους νεώτερους και υπενθυμίζει στους παλαιότερους  μια από τις κορυφαίες και αδικημένες φωνές της funk μουσικής αλλά παράλληλα αναδεικνύει ένα σπουδαίο ερμηνευτικό ταλέντο που λέγεται Mahalia Barnes.
Τσεκάρετε άμεσα τη συγκεκριμένη κυκλοφορία και θα νιώσετε ότι σας κτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα με ένα θηλυκό να μην λέει να βγάλει το καλώδιο από την πρίζα με τίποτα μπας και σωθούμε από την τραγουδιστική λαίλαπα που μας εκτόξευσε.

Κομμάτια σαν τα  “If I'm Lucky I Might Get Picked Up”,  “He Was A Big Freak”, “Game Is My Middle Name”, “Nasty Gal” και “Ooh Yea” είναι ότι καλύτερο για να σας “φτιάξει” ολόκληρη τη χρονιά που διανύουμε!

Φώτης Μελέτης

Δευτέρα 27 Απριλίου 2015

Europe: "War of Κings"


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1: Η Ευρώπη της ελληνικής μυθολογίας υπήρξε
σύμφωνα με τις «μαρτυρίες» της εποχής απαστράπτουσα και αντικειμενικά πολύ όμορφη.


(O «δωδεκάλογος» του δωδεκάθεου και ο πόλεμος των βασιλέων...)

Αποδεικτικό στοιχείο, ότι έπεσε στον «έρωτα» του Δία… Και μπορεί ο «θεός των θεών», να υπήρξε ο πατέρας όλων των μεγάλων εραστών και καρδιοκατακτητών της ιστορίας του τότε γνωστού κόσμου, ωστόσο πρέπει να του αναγνωρίσουμε πως «ένα γούστο» ανέκαθεν το είχε.
Δεν πήγαινε με όποια έβρισκε μπροστά του… Είτε ήταν κόρη του, είτε αδερφή του, είτε οτιδήποτε άλλο. Συμπέρασμα, η Ευρώπη ήταν μια θεά της ομορφιάς και ο Δίας είχε γούστο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2: To 1987 η Εθνική Ελλάδος στο μπάσκετ πέτυχε το μεγαλύτερο αθλητικό θαύμα όλων των εποχών, «μέχρι το επόμενο»  όπως έλεγε ο «ήρωας» εκείνης της απρόσμενης επιτυχίας, ο μεγάλος  Νίκος Γκάλης.
Ένα χρόνο πριν οι Σουηδοί hard rockers Europe κατάφεραν ένα ανάλογο «μουσικό θαύμα», καταφέρνοντας σε «χρόνο ρεκόρ» να κατακτήσουν «εκ του μηδενός», τις κορυφές των charts όλου του κόσμου.
Από την Γροιλανδία μέχρι τη Νέα Ζηλανδία και από την Μογγολία, μέχρι την Γη του Πυρός… Και το κυριότερο; Τις κορυφές των charts σε ΗΠΑ, Μεγάλη Βρετανία και Ελλάδα!!!
Συμπέρασμα; Ελλάδα και Europe έχουν μια «καρμική σχέση», την οποία δεν γνωρίζουν εκατέρωθεν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3: Τα χρόνια των Μνημονίων και των πολιτικών λιτότητας σε όλη την Ευρώπη, το Eurogroup έχει μπει για τα καλά στην ζωή μας. Δυστυχώς οι Europe (the group) παραμένουν μακριά από την προσοχή του μέσου ροκ ακροατηρίου στην χώρα μας.
Το "Final Countdown" ένας από τους ροκ δίσκους με τις μεγαλύτερες πωλήσεις όλων των εποχών στην Ελλάδα, αντί να τους βοηθήσει, τους προσέφερε αρνητική δημοσιότητα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4: Βίκινγκς… Οι Europe είναι Σουηδοί…
Είναι οι «πατεράδες» μιας από τις πιο σημαντικές metal σκηνές του κόσμου. Ίσως της πιο σημαντικής στην Ευρώπη. Μιας Ευρώπης που μαστίζεται από συμφέροντα.
Μιας ανθρωπότητας που μαστίζεται από συμφέροντα. Μιας ανθρωπότητας που οι «βασιλιάδες» της, σφάζονται για την προσωπική τους ιδιοτέλεια. Ούτε καν για εκείνη των λαών τους.
Ο «πόλεμος των βασιλέων» είναι μια σύγχρονη παγκόσμια πραγματικότητα, η οποία θα έπρεπε να προβληματίζει τους πάντες…

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5: Οι Europe μετά από 32 χρόνια δισκογραφικής παρουσίας, έβγαλαν ένα άλμπουμ, το οποίο σίγουρα ΔΕΝ θα τους βάλει στα σαλόνια όλου του κόσμου, όπως κατάφεραν το 1986 με το θρυλικό "The final countdown".
Ωστόσο οι πέντε πρώην ξανθοί με μπούκλες και νυν μαυροφορεμένοι Σουηδοί κατάφεραν να κάνουν και πάλι το θαύμα τους. Το "War of kings" αποτελεί την απενοχοποίηση τους.
Οι περισσότεροι στην ροκ κοινότητα, ποτέ δεν εκτίμησαν την ποιότητα και το ταλέντο τους… Ούτε το πόσο επιδραστικοί υπήρξαν για την Ευρωπαϊκή hard rock σκηνή.
Το "War of Κings" είναι ένα album, όπως και τα περισσότερα τους (πλην εκείνων στα οποία έκανε κουμάντο η δισκογραφική τους εταιρεία), το οποίο οι Europe – πριν και πάνω απ’ όλα το έγραψαν και το έπαιξαν – για τους Europe.
Άλλωστε όλοι οι μεγάλοι καλλιτέχνες, πάντα γράφουν μουσική πρωτίστως για τον εαυτό τους. Από εκεί και πέρα το "War of Κings" είναι ένα μουσικό έργο, το οποίο έχει αποθεωθεί περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο στην πολύχρονη πορεία τους, από τους μουσικοκριτικούς όλου του κόσμου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6: Στο δια ταύτα, πρόκειται για μια 70’s μουσική πανδαισία, στην οποία η μπάντα για πρώτη φορά στην καριέρα της, καταφέρνει να συνδυάσει την αναμφισβήτητη δεξιοτεχνία της, την οποία γνωρίσαμε περισσότερο στα άλμπουμ της πρώτης περιόδου, με την συναισθηματική ωρίμανση που μας προσέφεραν απλόχερα στα άλμπουμ της δεύτερης περιόδου.
Το "War of Κings" σε σχέση με τις υπόλοιπες δουλειές τους, μας προσφέρει και κάτι άλλο, το οποίο ενδεχομένως να έλειπε και να είναι εκείνο, που έκανε τους μουσικοκριτικούς να «τρελαθούν»… ΥΦΟΣ… Ένα μεγαλοπρεπές, αυστηρό, αλλά βαθιά συναισθηματικό ΥΦΟΣ…
Σαν εκείνο που δίδαξαν στους λαούς όλου το κόσμου, μέσω της πολιτιστικής τους υπεροχής, οι αρχαίοι ημών πρόγονοι.

 
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7: Το να κάτσω να κάνω μουσική ανάλυση με ύφος ψευτοσοβαρού μουσικοκριτικού, μάλλον είναι βαρετό και υποκριτικό, αφού είμαι δεδομένα οπαδός της μπάντας.
Απλά θα πρέπει να συμπληρώσω ότι παραγωγός του album είναι ο Dave Gobb. Ένας νέος σε ηλικία και βραβευμένος με Grammy Αμερικάνος μουσικός παραγωγός, σε country δίσκους. Αυτός ο κύριος λοιπόν είναι το μεγάλο μυστικό του συγκεκριμένου album.
Η δουλειά του, κατά την γνώμη μου, είναι η καλύτερη δουλειά που είχαν οι Europe σε οποιοδήποτε άλλο album της καριέρας τους.
Αν συνυπολογίσουμε πως ο Gobb είναι ο άνθρωπος πίσω από τις εκπληκτικές δουλειές των Rival Sons, αντιλαμβανόμαστε ότι ο συγκεκριμένος «τύπος» στο μέλλον θα μας απασχολήσει ακόμα πιο έντονα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8: "Στο War of King" λάμπει το ταλέντο όλων των μουσικών του συγκροτήματος… Σχεδόν ισομερώς… Μέχρι και μπάσο ΑΑΑ εθνικής ακούμε…
Για να είμαι ακριβής, τόσο καλό μπάσο σε δίσκο των Europe είχα ν’ ακούσω από το αγαπημένο μου (και των ίδιων και των μουσικοκριτικών) "Wings of tomorrow". Επίσης θα πρέπει να επισημάνω πως για πρώτη φορά μετά το "Out of this world", οι Europe δεν «φοβούνται» πλέον την εκτεταμένη χρήση πλήκτρων.
Το σήμα κατατεθέν των Europe – καλώς ή κακώς – είναι αυτά τα «τρισκατάρατα» πλήκτρα… Η εκτεταμένη χρήση τους, αποτέλεσε σημείο τριβής στα λαμπερά χρόνια του The final Countdown και Out of this world.
Έκτοτε, όποτε πλησίαζε ένα νέο άλμπουμ των Europe, όλοι περίμεναν ν’ ακούσουν πλήκτρα και πλήκτρα δεν άκουγαν.
To "War of Κings" είναι τίγκα σε Hammond, Mellotron κλπ κλπ… ΜΟΝΟ που αυτά πλέον δεν ενοχλούν. Αντιθέτως προσθέτουν και δίνουν βάθος στον – ούτως ή άλλως – πολύ γεμάτο ήχο του cd… Mic Michaeli respect maestro. Επιτέλους…

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9: Τα golden boys των Europe (με την καλή έννοια) είναι ο μορφονιός (και στα 52 του) με την αγγελική φωνή Joey Tempest και ο αντικομφορμιστής John Norum.
Στο "War of Kings" και οι δύο μας παρουσιάζουν 12 διαφορετικές πτυχές του εαυτού τους. Πτυχές που τις γνωρίζαμε ή τις συναντάμε για πρώτη φορά.
O τίτλος «δωδεκάλογος» του δωδεκάθεου και ο πόλεμος των βασιλέων» περιγράφει με κάπως αδόκιμο τρόπο την συνεισφορά, αυτών των δύο σπουδαίων μουσικών σ’ αυτό το υπέροχο άλμπουμ…

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10: Το "War of Κings" είναι ο δέκατος δίσκος αυτής τους σπουδαίας μπάντας και στην ουσία το «10 το καλό» που θα έλεγε ο ποιητής της εξέδρας…

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11: Το "War of Κings" είναι το νέο θαύμα των Europe. Μέχρι το επόμενο…

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12: Το "War of Κings" είναι ΠΟΛΥ ΑΠΛΑ ο hard rock – και όχι μόνο – δίσκος της χρονιάς…


Αριστοτέλης Βασιλάκης


Mark Knopfler: "Tracker"



Οι Dire Straits υπήρξαν από τα μεγαλύτερα εμπορικά μεγέθη του
πρώτου μισού της δεκαετίας του '80, παρ' ότι η φωνή και η φρασεολογία της κιθάρας του αρχηγού τους, Mark Knopfler, ήταν εκτός τόπου και χρόνου για την flashy και επιφανειακή εποχή.


Από την αρχή της δισκογραφικής του πορείας ο Knopfler ήταν περιζήτητος ως guest κιθαρίστας (πρώτα έρχονται στο νου το "Slow Train", το "Solo In Soho", το "Boys And Girls" και το "Private Dancer", μεταξύ δεκάδων άλλων). Ακόμη και πριν το τελευταίο άλμπουμ των Dire Straits ("On Every Street", 1991) είχε φανερώσει την αγάπη του για την country και τα blues, είχε ξεκινήσει να γράφει σάουντρακ, να κάνει παραγωγές για νέους και λιγώτερο νέους καλλιτέχνες.
Ως ένας από τους επιζώντες της υπερβολής των '80s, έχει πράγματι σταθεί με ειλικρίνεια και ακεραιότητα στο έργο του.
Το τελευταίο του άλμπουμ ("Privateering", 2012) υπήρξε μια απροσδόκητη επιτυχία σε Ευρώπη και Αμερική, μια διπλή συλλογή από παραδοσιακά αμερικανικό ήχο των δεκαετιών του '50 και '60, με το υλικό του οποίου περιόδευσε εκτεταμένα.
Σ΄αυτό το όγδοο προσωπικό άλμπουμ του, ο πρώην σούπερ-σταρ, στα 65 πια, δοκιμάζει μια καθαρά roots προσέγγιση στην «παλιά» μουσική που πάντα άκουγε στο μυαλό του.
Φλάουτο, φλογέρα, ακορντεόν, μπάντζο τρομπέτα και φολκ κλίμα και τζαζ ματιά στα ηλεκτρικά όργανα. Ολόκληρο το άλμπουμ είναι χαμηλόφωνο, με αυτοεξομολογητική αύρα, μινιμαλιστική κιθάρα (μπόλικη slide) και χρειάζεται ακροάσεις για να εισχωρήσει κανείς στα κομμάτια του.
Πιο εύκολα, είναι η αλήθεια, το καταφέρνεις αν είσαι συνομίληκος του καλλιτέχνη.
Μόνο με προσοχή, περίσκεψη και διάθεση για αναπόληση μπορεί να προσεγγίσει κανείς τα κομμάτια του "Tracker" και μόνον αν έχεις πιάσει το ύφος και το frame of mind του δημιουργού του, ενός ανθρώπου που παίζει στη σκηνή χαλαρά στα όρια της ατονίας ρουφώντας τσάϊ, με την αναγνωρίσιμη -ακόμη κι απ΄την πρώτη νότα- country αίσθηση στις άκρες των δακτύλων και την ανυποχώρητα εσωστρεφή "J.J. Cale απ΄τη Γλασκώβη" φωνή.
Τα "Laughs And Jokes and Drinks And Smokes", "Lights Of Taormina", "Wherever I Go" και "Mighty Man" ξεχωρίζουν οπωσδήποτε, αλλά, πρέπει να τονιστεί ότι ολόκληρος ο δίσκος είναι ιδιοσυγκρασιακός.
Ο ίδιος ο Knopfler με το γνώριμο, απροσχημάτιστο στυλ του εξηγεί το προφανές:
«Ο τίτλος του άλμπουμ μου προέκυψε μέσα από την προσπάθειά μου, τόσες δεκαετίες, να βρώ το μουσικό μου δρόμο. Από την προσπάθειά μου να παρακολουθήσω το πέρασμα του χρόνου.
Ερευνώντας τους ανθρώπους, τα διάφορα μέρη και γεγονότα από τη δική μου ζωή. Από την προσπάθειά μου να φτιάξω μουσική, από τη διαδικασία να γράψω και να ηχογραφήσω τραγούδια μέσα στο στούντιο».

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

The Clash: "Combat Rock"


«Εκεί που οι περισσότεροι ψευδοπροφήτες και μονίμως
διαμαρτυρόμενοι του new wave περιμένουν έναν θαυμαστό, καινούριο κόσμο, οι Clash παλεύουν με νύχια, με δόντια και με τις κιθάρες τους να σώσουν αυτόν που έχουμε, με τον μόνο τρόπο που ξέρουν». - περιοδικό Rolling Stone, φθινόπωρο 1981.


Η αρχή της δεκαετίας του '80 είχε βρει τoν κόσμο του rock σε τραυματική αφασία από τις κραιπάλες των '70s.
Με την πληγή από τον παράλογο θάνατο του Lennon χαίνουσα, τον Dylan μόλις «αναγεννημένο εν Χριστώ», τους Stones χαμένους σε disco αναζητήσεις, τους Zeppelin διαλυμένους και με τον Bonham μακαρίτη, τους Who να μη μπορούν πια, τους Eagles να έχουν προτιμήσει σόλο πορείες, τους Floyd κλεισμένους μέσα στο τείχος τους, την περηφανή γενιά του Woodstock τοξικοεξαρτημένη (όση δηλαδή είχε μείνει έξω απ΄τα ξύλινα κοστούμια), τον Bowie σε διαρκή απεξάρτηση και βαθιά ετεροφυλόφιλη περίσκεψη, τους περισσότερους παραμανοφόρους ακολούθους των Pistols να νιώθουν κι αυτοί ότι «εξαπατήθηκαν» και τον Zappa να έχει κλείσει παραπάνω από δέκα χρόνια προβλέποντας την κατάρρευση αυτή και χλευάζοντάς την, το ευπώλητο όσο ποτέ ροκ είχε, πράγματι, παραδοθεί στο «σύστημα».
Από τη μια στο «ενήλικο» ροκ των άλμπουμ με ομογενοποιημένο ήχο, μαζί με κάτι πανούργα υβρίδιά του (βλ.
Police) και από την άλλη στο «νέο» κύμα, μια ολόκληρη γενιά παικτών με στενές γραβάτες, κοντά μαλλιά και μια ασίγαστη απέχθεια στα σόλο κιθάρας, έτοιμη να πέσει με νέα ορμή στα σαγώνια των δισκογραφικών.

Μέσα σε όλα αυτά, the only band that matters. Οι Clash.

Αφ΄ότου όρισαν τον ήχο της μετα-πανκ αντίστασης στην επελαύνουσα τότε Θατσερική λαίλαπα με το χωρίς προηγούμενο αιχμηρό και μουσικά πλουραλιστικό "London Calling", ανάγκασαν την CBS να κυκλοφορήσει ένα τριπλό άλμπουμ στην τιμή διπλού ("Sandinista"), γεμάτο reggae, ska, dub μίξεις, jazz και hip-hop περάσματα (κατά πολλούς το πρώτο ethnic άλμπουμ από ροκ γκρουπ), συνέχισαν απτόητοι να κορυφώνουν την πρόκληση φορώντας μπλουζάκια «Μπριγκάτε Ρόσσε», ποζάροντας με κόκκινες μεσίστιες σημαίες και τοποθετούμενοι δημόσια υπέρ των αναξιοπαθούντων του τρίτου κόσμου και των ανταρτών της Νικαράγουα και του Ελ Σαλβαδόρ.
Το καλοκαίρι του '81 κυριολεκτικά κατέκλυσαν με τον ήχο και την επιρροή τους τη Νέα Υόρκη. Δρώντας με ακραιφνή αδιαφορία για κάθε στυλ, στην εποχή που έμελλε να ορίσει όλα τα στυλ (τα '80
s), στα τέλη του '81 άρχισαν να ετοιμάζουν το νέο τους χτύπημα. Όμως είχαν ήδη ενοχλήσει περισσότερο απ΄όσο και οι ίδιοι μπορούσαν να φανταστούν το οικοδόμημα της μουσικής βιομηχανίας.
Η παγίδα ήταν στημένη και οι μέρες τους μετρημένες.


Μέσα στο συγκρότημα, τα «εγώ» των δύο κύριων συνθετών, Strummer και Jones, είχαν υπερτροφήσει επικίνδυνα. Και οι δυό τους είχαν μπει από καιρό σε μια συγκρουσιακή δίνη με τον μάνατζερ Bernie Rhodes - που επέστρεψε στις τάξεις τους μετά από επιμονή του Joe Strummer και επιδίωκε να τους χειραγωγεί- και με τον παραγωγό Glyn Johns -που ζητούσε λιγώτερη μουσική διάχυση και πιο «μαζεμένο» μουσικό έργο. Ο ακατάβλητος και πάντα εξωστρεφής Joe Strummer είχε αρχίσει να έχει αριστερόστροφες ενοχές για την τεράστια επιτυχία και την αναγνώρισή τους στην Αμερική.
Συγχρόνως, επηρεαζόμενος κατά πολύ από τον
Bernie Rhodes, δεν έβλεπε με καλό μάτι το κύλισμα του Mick Jones στις μεγεθυμένες από βουνά κοκαίνης παραισθήσεις ροκ μεγαλείου, χωρίς να σημαίνει ότι ο ίδιος ήταν αθώος τέτοιων δραστηριοτήτων.
Ο Jones, από την άλλη, αισθανόταν ότι οι μουσικές αναζητήσεις του ασφυκτιούσαν από τον Rhodes (που θεωρούσε ότι χωρίς αυτόν οι Clash δεν θα ήταν τίποτε). Την ίδια ώρα, η ραχοκοκκαλιά του πολυσχιδούς ήχου του γκρουπ, ο Topper Headon, ήταν ήδη εθισμένος στην ηρωίνη και ο φωτογενής μπασίστας Paul Simonon όταν δεν έμενε αμέτοχος, αλλοιθώριζε προς προσωπικά πρότζεκτ.

Το νέο άλμπουμ αρχικά προοριζόταν κι αυτό για διπλό και θα είχε τον αβανταδόρικο τίτλο "Rat Patrol from Fort Bragg", ο οποίος έφερε για μια ακόμη φορά σε σύγκρουση τα μέλη του γκρουπ και εγκαταλείφθηκε. Οι ηχογραφήσεις είχαν γίνει στη Νέα Υόρκη και στο Λονδίνο, με τον Glyn Johns να είναι αναγκασμένος να κάνει μεγάλες περικοπές, καθώς το υλικό αποτελείτο από μακρόσυρτα, ακατάτακτα σε στυλ - και πάλι - τραγούδια.

Ο δίσκος κυκλοφόρησε τελικά το Μάϊο του '82, πάνω που το βρετανικό πολεμικό ναυτικό κατευθυνόταν προς τα Φώκλαντς. Η ασυμβίβαστη ροή της μουσικής, η δύναμη των στίχων, το εξώφυλλο (το συγκρότημα σαν αλητοσυμμορία στη μέση μιας εγκαταλελλειμμένης σιδηροδρομικής γραμμής), αλλά και ο γενικός τίτλος ("Combat Rock"), δεν αφήνουν πολλά περιθώρια : Είναι μια τελευταία, αγέρωχη, όσο και απεγνωσμένη μάχη. Η τελευταία, κατά πολλούς, αναμέτρηση του ροκ με τον βιομηχανικό κόλαφο των πλαστικών hits που θα κατακλύσουν τη δεκαετία.

Ξεκινά με το αγριεμένο ska-punk μανιφέστο "Know Your Rights" (σαν απομεινάρι του "Sandinista"), με στίχους που αρπάζουν τον ακροατή απ΄το γιακά:

"This is a public service announcement - with guitaaaar" ουρλιάζει ο Strummer.

"Know your rights, all three of them. /The right not to be killed. Murder is a crime, unless it is done by a policeman, or an aristocrat. /The right to food money, providing of course, you don't mind a little investigation, humiliation, and, if you cross your fingers, rehabilitation. /The right to free speech (as long as you're not dumb enough to actually try it)".

Το άλμπουμ έχει ορμή αλλά δε στερείται από τις εξωτικές αποχρώσεις του "Sandinista". Πίσω από το "Know Your Rights" έρχεται μια ημιτελής ψυχεδελική άσκηση βασισμένη στα κρουστά ("Car Jamming") με συνειρμικούς στίχους του Strummer.
Έχει το "Red Angel Dragnet", ριγμένο με τα μούτρα σε μια dub εμμονή, που μιλά για την αυτοδικία στους σκοτεινούς δρόμους της μεγαλούπολης, με τον Kosmo Vinyl (φιγούρα του περιγύρου του γρουπ, dj και μετέπειτα παραγωγός) να κλωθογυρνάει ατάκες από τον «Ταξιτζή» του Σκορτσέζε. Το "Straight To Hell", μια off - beat κατακραυγή για την ανισότητα, την ανεργία των βιομηχανικών εργατών, τον αποκλεισμό των μεταναστών, την εγκατάλειψη των παιδιών που άφησαν πίσω τους οι αμερικάνοι στρατιώτες στο Βιετνάμ.
Το "Overpowered By Funk", έναν φανκ πυρετό με εικόνες από το αμερικάνικο γυρολόγιο των Clash τα δύο προηγούμενα χρόνια. Το δυσοίωνο "Ghetto Defendant", μια αλληγορία για το πώς η αντικουλτούρα απορροφάται από το mainstream, με σχολιαστική φυσαρμόνικα και υποβλητική απαγγελία από τον beat ποιητή Allen Ginsberg.

Αλλά κυρίως, το "Combat Rock" έχει δύο κομμάτια, που πλέον ακόμη και ο τουριστικός ακροατής του ροκ αναγνωρίζει. Δύο κομμάτια που σηματοδότησαν την ραγδαία κατάπτωση του γκρουπ, πάνω ακριβώς που του έβαζαν στο χέρι το εισητήριο για το πέρασμα στις mainstream συνειδήσεις, με την τεράστια επιτυχία που σημείωσαν.

Το ένα είναι το "Should I Stay Or Should I Go". Γραμμένο και τραγουδισμένο από τον Mick Jones, ένα εθιστικό ροκ ριφ γύρω από το προαιώνιο ερώτημα για το αν πρέπει -και ποιά στιγμή- να εγκαταλείψεις το σκάφος σε μια σχέση. «Όταν παίζαμε ελεύθερα, τέτοια πράγματα μας άρεσε να γράφουμε» θα πει ο ίδιος με νόημα αργότερα. Τα "gang" backing vocals στα ισπανικά («με προφορά απ΄το Εκουαδόρ», θα διακωμωδήσει αργότερα ο Strummer) και οι κραυγές λύτρωσης στη μέση (.) βοήθησαν να καταγραφεί σε εκατομμύρια υποσυνείδητα, μέτρο προς μουσικό μέτρο. Έφθασε Νο 8 στο Billboard τον Ιανουάριο του '83. Το Μάρτη του '91, έντυσε μια τηλεοπτική διαφήμιση για τα "Levi's 501" και έφθασε στην κορυφή των αγγλικών τσαρτ.
Η ύστατη ειρωνεία για ένα διαλυμένο, περίπου μια δεκαετία πίσω, συγκρότημα που όταν ξεκίνησε είχε στόχο του να βάλλει κατά του ξεπουλήματος της μουσικής στην κρεατομηχανή των εταιριών.
Και το δεύτερο κομμάτι, το "Rock The Casbah", που κτίστηκε πάνω σε ρυθμό και μελωδία στο πιάνο γραμμένη και ηχογραφημένη από τον Headon, σε μια εποχή που οι σχέσεις του γκρουπ ήταν κάκιστες, σε σημείο να μην βρίσκονται σχεδόν ποτέ όλοι μαζί στο στούντιο. «Δεν υπάρχει κανένας ρομαντισμός και καμία τρυφερότητα στο φανατισμό. Αυτό θέλει να πει το τραγούδι», θα πει αργότερα ο Strummer που έγραψε τους στίχους μονοκοντυλιά, γυρνώντας κατάκοπος κάποιο πρωί, σε μια μικρή γραφομηχανή.
Οι στίχοι μιλούν για την απαγόρευση της ροκ μουσικής από κάποιον άραβα «Άρχοντα», που μάλιστα καλεί τα πολεμικά αεροπλάνα να «βομβαρδίσουν» τον πληθυσμό που παραβαίνει το νόμο. Όμως ο λαός τον αψηφά και
rocks the casbah (σε κατά προσέγγιση μετάφραση, σείει το «φρούριο»). Ήταν το πρώτο βίντεο-κλιπ των Clash που έτυχε μεγάλης προβολής από το ΜΤV, από τα πρώτα μάλιστα που περιλάμβανε τοποθέτηση προϊόντων.


Όσο για την κληρονομιά αυτής της ανεπανάληπτης, αραβοφέρνουσας ragtime ρίμας; Κατά μια θλιβερή πολιτισμική παρερμηνεία, συχνή στο χώρο της δημοφιλούς μουσικής, ο τίτλος του τραγουδιού ήταν γραμμένος πάνω σε μια από τις πρώτες βόμβες που έριξαν τα αμερικάνικα βομβαρδιστικά στο Ιράκ το '91. Ο Strummer ξέσπασε σε κλάμματα όταν άκουσε την περηφανώς ηλίθια όσο και διαστροφική υφαρπαγή των στίχων του, σε κάποιο δελτίο ειδήσεων.

Ο ουσιαστικός συνθέτης του κομματιού, ο ντράμερ Topper Headon, εκδιωγμένος από το Μάϊο του '82 απ΄το συγκρότημα λόγω της εξάρτησής του απ΄την ηρωίνη, είδε κάποια μέρα την Άνοιξη του '83 στην τηλεόραση το βίντεο για το δικό του τραγούδι, υποφέροντας από στερητικά σύνδρομα σ΄ένα Λονδρέζικο καταγώγιο. Στη θέση του στα τύμπανα ήταν ο Terry Chimes. Όμως, το τελευταίο συγκρότημα που μπορούσε να σείσει τα μουσικά πράγματα, είχε φθάσει στο τέλος του δρόμου.

Παρ΄ότι οι θριαμβευτικές εμφανίσεις των Clash σαν support στην αποχαιρετιστήρια περιοδεία των Who στα τέλη του '82 χαιρετίστηκαν από την αισιόδοξη μερίδα του κοινού ως «παράδοση σκυτάλης» από τους παλιούς ασυμβίβαστους ήρωες των '60s στους φρέσκους υπέρμαχους του ροκ, η πορεία υπήρξε καταστροφική και σύντομη. Ο Mick Jones εκδιώκεται από τον Strummer και τον ραδιούργο Rhodes το Σεπτέμβριο του '83 και η μπάντα θα σέρνεται ψυχορραγώντας με δύο νέα εντελώς «ψαρωμένα» μέλη μέχρι τις αρχές του '85. Το καλοκαίρι του '85 οι «νέοι Clash» θα εμφανιστούν στο "Rock In Athens '85", αφήνοντας ενθουσιώδεις εντυπώσεις στο πεινασμένο δικό μας κοινό, αλλά ο ασθενής προ πολλού δεν ανανήπτει.
Ο
Mick Jones έχει σχηματίσει τους ηλεκτροφανκ Big Audio Dynamite (και γνωρίζει επιτυχία) και ο Strummer θα ταλαιπωρηθεί πολλαπλά (αποτυχημένα πρότζεκτ σε σινεμά, δισκογραφία, άρνηση από τον Jones για επανένωση του γκρουπ), πριν συνειδητοποιήσει τί φίδι υπήρξε ο μέντορας, φίλος και μάντατζέρ του, Bernie Rhodes.

Περίπου αυτό υπήρξε το "Combat Rock". Η τελευταία ηρωική πράξη αμφισβήτησης, η τελευταία προσπάθεια του ροκ να υπερβεί τον εαυτό του, η τελευταία δημιουργική συνύπαρξη δύο μεγάλων μουσικών οραματιστών, των Jones και Strummer.
Ένα απαιτητικό, ακατηγοριοποίητο και σκοτεινό άλμπουμ, με παραφωνία τα δύο up-tempo σινγκλ που διέτρησαν την ποπ υποκρισία των τσαρτς από το '82 και για πάντα.

«Κάναμε ένα προς ένα όλα τα λάθη που κάνει ένα συγκρότημα που ξεκινά από το μηδέν και θέλει να φθάσει στην κορυφή», θα πει αργότερα ο Jones. Πράγματι. Χρήμα, μωροφιλοδοξία, απειρία, ναρκωτικά, σκοπιμότητες όλων των τρωκτικών που ζώνουν κάθε ταλαντούχο συγκρότημα, αποπροσανατόλισαν και τελικά κατεδάφισαν τους Clash. "You can crush us, you can bruise us, but you'll have to answer to.".
"Rock History", για να παραφράσουμε ένα στίχο απ΄το "Guns Of Brixton". Και σ΄αυτήν την πολύπαθη Ροκ Ιστορία, το "Combat Rock" έχει δυσεύρετη μουσική αξία.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Παρασκευή 24 Απριλίου 2015

Tigertailz: “Young & Crazy”


Οι Tigertailz ξεκίνησαν το 1984 από το Κάρντιφ της Ουαλίας και
θεωρήθηκαν αρκετά πιο glam ειδικά στον τομέα της εμφάνισης από ανάλογα σχήματα του είδους.


Με βασικούς πρωτεργάτες τον κιθαρίστα Jay Pepper και τον φυσικό ηγέτη της μπάντας μπασίστα Pepsi Tate (Huw Justin Smith) κατάφεραν και βρήκαν τον τραγουδιστή Steevi Jaimz (πρώην China Rouge, Treason, Crash Co) ο οποίος έπεισε και έφερε στο γκρουπ τον αμερικανό ντράμερ από το Κολοράντο Ace Finchum.
Μετά λοιπόν από αρκετό ψάξιμο και ένα mini tour με τους Tokyo Blade σε Ολλανδία και Γερμανία οι Tigertailz και με δύο αποθεωτικές βραδιές στο ιστορικό Marquee Club του Λονδίνου καταφέρνουν και υπογράφουν συμβόλαιο με την περίφημη δισκογραφική εταιρία Music For Nation με την οποία κυκλοφόρησαν το 1987 το ντεμπούτο τους άλμπουμ “Young & Crazy”.
Ηχητικά ο δίσκος δεν διέφερε από τις κλασικές glam metal/rock μπάντες εκείνης της περιόδου και οι συγκρίσεις με γκρουπ όπως οι Poison και οι Μοtley Crue ήταν αναπόφευκτες. Σκληροί sleazly ρυθμοί, επιτηδευμένα άτεχνα κιθαριστικά σόλα, άγρια φωνητικά και ένα punk-rock υπόβαθρο συνθέτουν το “Υοung & Crazy”.  Υπέροχα τα τραγούδια LivinWithout You”, “Shameless”, “Star Attraction”, “Shoot to Kill καθώς και το μελαγχολικό “Fall in Love Again όπου οι Tigertailz πετυχαίνουν να κάνουν ένα εξαιρετικό ξεκίνημα.
Συνολικά το “Young & Crazy” είναι ένας καλός δίσκος κυρίως για εκείνους που αρέσκονται σε glam καταστάσεις με το νεανικό πάθος και την τρέλα που χαρακτήριζε την μπάντα όταν πρωτοξεκίνησε και η οποία συνέχισε στη δεκαετία του ’90 με άλλον τραγουδιστή, με ένα εκπληκτικό δίσκο το “Berzerk” αλλά και με τον μπασίστα Pepsi Tate να αποχαιρετά τον μάταιο τούτο κόσμο το 2007. Το “Young & Crazy” στην επανέκδοση του περιλαμβάνει ένα bonus cd με τραγούδια του άλμπουμ στην πρωτογενή έκδοση του και με μερικά επιπλέον sessions τραγούδια(διασκευάζουν μέχρι και Cheap Trick) όπου μπορείτε να τα βρείτε και στο άλμπουμ “Original Sin” που κυκλοφόρησε το 2003.

Φώτης Μελέτης



Τετάρτη 22 Απριλίου 2015

Τοbruk: Pleasure & Pain




Δυστυχώς στην ιστορία της μουσικής και ιδιαίτερα στον λεγόμενο "σκληρό ήχο" υπάρχουν συγκροτημάτα που μπορεί να τα έδωσαν όλα για να αφήσουν το στίγμα τους αλλά το κοινό δεν τους τίμησε δεόντως.

Μία τέτοια περίπτωση παρουσιάζουμε στο Rocktime.gr και αφορά τους Bρεττανούς TOBRUK που δημιουργήθηκαν το 1981 από τον τραγουδιστή Snake (Stuart Neal), τον κιθαρίστα Nigel Evans και τον κημπορνήστα Jem Davies. Το παζλ συμπληρώθηκε με τους Μike Brown (μπάσο), Mike Newman (κιθάρα) και τον Eddie Fincher στα ντραμς.
 


Oι επιρροές τους ήταν κατεξοχήν AOR με μπόλικη δόση ΝWOBHM και θύμιζαν πρώιμους Bon Jovi. Με βάση το Μπερμπιγχαμ το γκρουπ περιόδευσε σχεδόν παντού στην χώρα τους και το  1983 κυκλοφορούν από την ΝΕΑΤ Records , το πρώτο τους σινγκλ με τίτλο “Wild On the Run” μαζί με το “The Show Must Go On”.
Oι  TOBRUK όμως δεν βρήκαν την ανταπόκριση και  την βοήθεια που ήθελαν από την δισκογραφική τους εταιρία και προσπάθησαν να βρουν κάτι καλύτερο και τα κατάφεραν με το συμβόλαιο στην ΕΜΙ.
Όλο αυτό το διάστημα η μπάντα δούλεψε σκληρά και έκανε αρκετές συναυλίες με τους Diamond Head και UFO.
Το παρθενικό τους άλμπουμ κυκλοφόρησε λοιπόν τον Μάιο του 1985 ηχογραφημένο στα περίφημα Warehouse studios της Φιλδέλφειας με παραγωγό τον πασίγνωστο Lance Quinn (Bon Jovi, Lita Ford) και είχε τον τίτλο “Wild On The Run” (δανεισμένος ο τίτλοε από το πρώτο τους σινγκλ).
Το άλμπουμ ήταν καταπληκτικό γεμάτο δυναμικά melodic hard rock κομμάτια με την φωνή του Snake να δίνει ακόμα πιο wild έκδοση των τραγουδιών .
Η μπάντα αν και είχε θετικές κριτικές δεν πήγε καλά εμπορικά και οι τουρνέ που έκαναν με Manowar, Tokyo Blade, UFO τους βοήθησε να κρατήσουν δυνάμεις για το επόμενο βήμα τους, μιας και τα όνειρά τους ήταν για επιτυχία και αποδοχή από το αμερικάνικο κοινό.
Έτσι λοιπόν το 1987 κυκλοφορούν το δεύτερο δίσκο τους με τίτλο “Pleasure and Pain” (FM Records) όμως παρά το γεγονός ότι ήταν ένας πολύ καλός δίσκος η απογοήτευση για τη νέα εμπορική αποτυχία έφερε και τις τριβές στο γκρουπ με αποτέλεσμα να φύγουν δύο από τα ιδρυτικά μέλη, ο τραγουδιστής Snake και ο ντράμερ Εddie Fincher και να σχηματίσουν ένα αντίγραφο της πρώην πμάντα τους τους συμπαθητικούς IDOL RICH.


Σε κατάσταση διάλυσης οι TOBRUK προσπάθησαν να μαζέψουν τα κομμάτια τους και με δανεικό τραγουδιστή τον Τοnny Martin (μετέπειτα Black Sabbath) που έπαιζε εκείνη την περίοδο με τους  Alliance προσπάθησαν  να ανασυγκροτήσουν την μπάντα.
Μάταια όμως εκτός από κάποια demo που ηχογράφησαν δεν υπήρχε και η ανάλογη συνέχεια αφού και ο κιθαρίστας του γκρουπ Nigel Evans έδωσε τέλος στους TOBRUK και συνέχισε να παίζει με του τρομερούς SHY.

Η μετέπειτα πορεία του Snake ήταν με τους Wildhearts που δεν κατάφερε ο ίδιος να κυκλοφορήσει τίποτα επίσημο ενώ δυστυχώς τον Δεκέμβριο του 2006 έφυγε από τη ζωή σε ηλικία μόλις 43 ετών .

Οι Jem Davis και Eddie Fincher σχημάτισαν στη συνέχεια τους Midnight Blue στην οποία συμμετείχε και ο Doogie White (Rainbow, Y.Malmsteen).

To 2001 επανακυκλοφόρησαν τα δύο άλμπουμ των TOBRUK σε μία συσκευασία με τον τίτλο “Recaptured” με επιπλέον σπάνιο και ακυκλοφόρητο υλικό το οποίο αξίζει να το βρείτε και να το αγοράσετε.

ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ
 


  • The Girl with the Flyaway Hair (WEA - Ireland) 1981
  • Wild on the Run 45 (Neat) 1983
  • Wild on the Run (Parlophone / EMI) 1985
  • Wild on the Run [Re-released with Bonus Live Disc] (Majestic Rock Records) 2007
  • Pleasure + Pain (FM Revolver) 1987
  • Recaptured (Phoenix) 2001
Φώτης Μελέτης


Παρασκευή 17 Απριλίου 2015

Hanoi Rocks: "All Those Wasted Years"


Όσο απίθανο κι αν ακούγεται να ρέει ροκ ν΄ρολ σε φλέβες
Φιλανδών, αυτή ήταν η καύσιμη ύλη που ώθησε μια φιλόδοξη μπάντα απ΄το Ελσίνκι να μετακομίσει το Σεπτέμβρη του ’81 στο Λονδίνο.


Έχοντας περιφέρει στη Σκανδιναβία το ζωηρό μουσικό υβρίδιό τους από πανκ και Stones, αποφάσισαν, με μηδενικό κομπόδεμα, αλλά σκυλίσια αυτοπεποίθηση, αποκτημένη από μια ζωή κυριολεκτικά του πεζοδρομίου, να αναμετρηθούν με τη μουσική τους μοίρα.
Δυόμισυ χρόνια και τέσσερα στούντιο άλμπουμ αργότερα, τον Δεκέμβριο του ’83, το γκρουπ είχε παίξει σε κάθε καταγώγιο Βρεττανίας, Ιαπωνίας και Σκανδιναβικής χερσονήσου που διέθετε δικό του P.A. και μπαρ γεμάτο μπασταρδεμένο αλκοόλ.
Είχαν μάλιστα καταφέρει ν’ αναταράξουν τα αντεργκράουντ πράγματα του –σε πνιγηρά new wave και blue eyed soul κλίματα τότε- Λονδίνου, με μια σειρά συναρπαστικών εμφανίσεων, με αποτέλεσμα η CBS να τους προετοιμάζει για το πολυπόθητο άλμα στην Αμερικάνικη αγορά.
Οι ηχογραφήσεις για το επόμενο lp θα ξεκινούσαν σε μερικές εβδομάδες με τον πολλά βαρύ Bob Ezrin (μέχρι τότε: Alice Cooper, KISS, Aerosmith, Peter Gabriel, The Babys) πίσω απ’ την κονσόλα.
Η ευκολότερη λύση για την εισροή ρευστού ήταν ένα «επίσημο» live, που, χωρίς πολλά φτιασίδια, θα κυκλοφορούσε στην Ιαπωνική αγορά, όπου ήδη λατρεύονταν παροξυσμικά. Ο μάνατζέρ τους Seppo Vesterinen ήταν βέβαιος ότι έτσι θα μπορούσαν να πληρωθούν με φρέσκο χρήμα στούντιο και μεσάζοντες αλλά και να εξασφαλιστούν επαρκείς ποσότητες από μπουκάλια και σκόνες ώστε η φυσική και πνευματική κατάσταση των πέντε αγυρτών που απάρτιζαν το συγκρότημα να παραμείνει σε ελεγχόμενη αφασία.
Μια ακόμη βραδιά στη μεσαίας χωρητικότητας Μέκκα του ροκ, στο θρυλικό Marquee Club του Σόχο ήταν ό,τι χρειαζόταν για να αιχμαλωτιστεί επαρκώς ο ήχος της περιοδεύουσας παρακμής τους. Μηχανικός ήχου ένας δικός τους άνθρωπος, ο Mick Staplehurst, ενώ την επεξεργασία της ηχογράφησης ανέλαβε ο πρώην μπασίστας των Mott The Hoople και συμπαραγωγός του τελευταίου στούντιο άλμπουμ τους, Peter “Overend” Watts.
 Ποιοί ήταν όμως αυτοί οι μυστήριοι Φινλανδοί που ανέβηκαν στις αρχές Δεκεμβρίου του ’83 στη σκηνή του Marquee;
Πρώτα απ΄όλους το ανδρόγυνο φαινόμενο που άκουγε στο όνομα Μichael Monroe (πραγματικό όνομα Matti Fagerholm). Ένας 22χρονος με οξυζεναρισμένα αγκαθωτή κώμη, ση-θρου αμάνικα, νομαδικά φουλάρια κλεμμένα απ΄τον Steven Tyler, φουλ γυναικωτό μέϊκ-απ κατευθείαν απ΄τους New York Dolls, κάτι από τον σεξουαλικά αμφιλεγόμενο μαγνητισμό του πρώϊμου Jagger και μια από σκηνής ευχέρεια να αποδίδει τις ιστορίες αστικής παράνοιας, πόνου, εξάρτησης και ξοδεμένης λαγνείας των τραγουδιών με ενέργεια Iggy Pop και αγοραία πόζα τραβεστί.
Σαν να μην έφτανε αυτός ο οπτικός ορυμαγδός, ήξερε να πετάει στο μίγμα κι ένα σχεδόν διεστραμμένο ταλέντο σε σαξόφωνο και φυσαρμόνικα.
Ο συνομήλικος του, ο τσιγγάνικης ρίζας Φινλανδός μεγαλωμένος στη Σουηδία Andy McCoy (πραγματικό όνομα Anti Hulkko), μια κακομούτσουνη, αλητήρια επιμειξία Keith Richards και Johnny Ramone, με χαϊμαλιά, μπαντάνες, σκουλαρίκια και καπέλα σε πιθανά και απίθανα χρώματα, ήταν η «μηχανή»: έγραφε σχεδόν όλη τη μουσική, κρατούσε τη σόλο κιθάρα και ήταν ο λοστρόμος της κραιπάλης σε όλη την ακολουθία από βρώμικα παρασκήνια και άθλια ξενοδοχεία που άφηνε η μπάντα πίσω της από το ’79 και μετά.
Δίπλα σ΄αυτούς τους δύο, υπήρχαν άλλοι τρεις : Ο Razzle (Nicholas Dingley – ο μόνος Άγγλος) ένας κοπαναράς μετρονόμος που είχε πάρει με θράσος τη θέση του προηγούμενου ντράμερ τους το καλοκαίρι του ’82, να συνέχει τον ρυθμό πάντα με μια δόση τοξικής επιτάχυνσης, ο μπασίστας Sammy Yaffa (κατά κόσμον Sami Lauri Takamäki) με το σκελετωμένο παράστημα και το μπλαζέ (οπωσδήποτε και απ’ την πρέζα) ύφος μαζί με τον ρυθμικό κιθαρίστα Nasty Suicide (Jan- Markus Stenfors), να λοκάρουν τα κοφτά ριφ και να ποζάρουν με καουμπόικα καπέλα, κομπάρσοι στο πιο αυτοκαταστροφικό γουέστερν που δεν είχε ακόμη κυκλοφορήσει. Όλοι μεταξύ 20 και 22 χρόνων.
Το live που ηχογραφήθηκε και κινηματογραφήθηκε (με προσθήκη δύο – τριών κομματιών από προηγούμενες εμφανίσεις) είναι μια αντιπροσωπευτική συλλογή από τα πιο δυνατά, συναυλιακά δοκιμασμένα, κομμάτια από τη μέχρι τότε δισκογραφία τους (‘81-‘83).
Ξεκινώντας με το ζέσταμα του κλασσικού “Pipeline”, το ένα κομμάτι σχεδόν απνευστί ακολουθεί το άλλο. Πυρετώδεις tribal ρυθμοί (“Oriental Beat”), μετα-πανκ γκάζια και stomp (“Motorvatin’”, “Tragedy”, “11th Street Kidz”), ακόμη και μπαλαντοειδή παραναλώματα (“Until I Get You”, “Don’t You Ever Leave Me”).
Οι καταραμένοι loser χαρακτήρες των “Visitor”, “Taxi Driver”, “Lost In The City” ενσαρκώνονται με ιδρώτα και απόγνωση καθώς ο McCoy πετάει τα Beck-οειδή και ChuckBerry-ικά σόλο του και ο Monroe ερμηνεύει νευρωτικά, με κάτι ημιπαράφωνες μαχαιριές από σαξόφωνο και περάσματα από φυσαρμόνικα να προσθέτουν ένταση στην όλη εμπειρία.
Το κρεσέντο έρχεται με ένα ισοπεδωτικό, τριπλό χτύπημα διασκευών: “Under My Wheels” (Alice Cooper), “I Feel Alright” (The Stooges) και “Train Kept A Rollin’” (Yardbirds), όπου παραληρούντες περίεργοι απ΄το κοινό ανεβαίνουν στη σκηνή αδυνατώντας να συλλάβουν κατάλληλο τρόπο να εξωτερικεύσουν τον ψυχοσωματικό συντονισμό που έχει περάσει το γκρουπ από τη σκηνή στην πλατεία του πακτωμένου Marquee. Στο βίντεο τελειώνουν με μια βίαιη εκτέλεση του “Blitzkrieg Bop” (Ramones), με τον Razzle στα φωνητικά και τον Monroe πίσω απ’ τα τύμπανα.
 Δυστυχώς, ο θεός του ροκ ν΄ρολ είχε άλλα σχέδια γι’ αυτούς.
To “All Those Wasted Years – Live At The Marquee” κυκλοφόρησε μέσα στο ’84, σε διπλό lp και σε VHS αρχικά στην Ιαπωνία. Τον Αύγουστο του ’84 κυκλοφόρησε διεθνώς το “Two Steps From The Μove” και ταυτόχρονα ξεκίνησε η εκτεταμένη τους περιοδεία (Ιαπωνία, Βρεττανία, Σκωτία), που αυτή τη φορά θα περνούσε τον Ατλαντικό.
Στις 8 Δεκεμβρίου του ’84 και ενώ οι εμφανίσεις τους στη Δυτική Ακτή τους περίμεναν ήδη sold – out, μετά από ένα πολυήμερο διάλειμμα ακολασίας με τους τότε «βασιλιάδες» του Sunset Strip, Mötley Crüe, o Razzle σκοτώνεται ακαριαία, όταν ο Vince Neil (ο γνωστός) στουκάρει το De Tomaso Pantera του σ΄ένα αυτοκίνητο στο αντίθετο ρεύμα. Είχαν πάει να αγοράσουν μπύρες από κοντινή κάβα, λιώμα και οι δύο.
 Η κατρακύλα υπήρξε ραγδαία. Η περιοδεία ακυρώθηκε και μέσα στο ‘85 διαλύθηκαν. Ο Monroe μετά τα τριάντα έκανε σόλο καρριέρα και επισταμένες προσπάθειες να αποδείξει ότι ήταν στρέϊτ, ο McCoy χάθηκε στις ουσίες, ο Nasty Suicide μετά από μερικά δισκογραφήματα στο στυλ των Hanoi έγινε φαρμακοποιός, ο Sammy Yaffa συνέχισε να παίζει και να ηχογραφεί σε low key σχήματα, μαζί με την …γυναίκα του. Το 2001 πάντως οι McCoy και Monroe, ως εκ θαύματος, επανασυνδέθηκαν και το όνομα Hanoi Rocks έκανε έναν ανέλπιστο γύρο θριάμβου που διήρκεσε 8 χρόνια και απέδωσε τρία άλμπουμ ακόμη. Αλλά αυτά, όπως λέγεται, είναι μια άλλη ιστορία.
 Ευτυχώς που πρόλαβαν να αφήσουν πίσω τους το “All Those Wasted Years”, τη ζωντανή απόδειξη του πόσο δυνατοί ήταν επί σκηνής. Σπανιότατο για χρόνια να το βρεις σε βινύλιο, σχεδόν αθέατο μέχρι την εποχή των remastered cd –και παντελώς ανεκθείαστο– στην Ελλάδα, είναι ένα live άλμπουμ που στέκεται άνετα πλάϊ σε ηφαίστεια ενέργειας της βινυλιακής εποχής όπως τα “Kick Out The Jams” (MC5), “It’s Alive” (Ramones), “Live” (Status Quo), “Stupidity” (Dr. Feelgood).
 Είναι να μην αρχίζει κανείς να υφαίνει τα sine qua non σκεπτικά στην ιστορία του ροκ.
Όμως μέσα απ’ αυτό το live (και το video), η ηχητική και η οπτική συνθήκη φωνάζει από χιλιόμετρα: αν δεν θα υπήρχαν οι Hanoi Rocks του ’83 δεν θα ακουγόταν ούτε θα έδειχνε έτσι η όλη σκηνή του L.A. των ‘80s, ούτε θα γνωρίζαμε ποτέ τους Guns N’ Roses το ‘88. Κι από κει και πέρα, δένει κανείς στην αλυσίδα ό,τι καταλαβαίνει.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου



LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...