Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2024

Camel: "A Live Record"

 A Live Record - Album by Camel | Spotify

Οι θρυλικοί CAMEL χωρίς να έχουν την υπερ-προβολή των υπολοίπων μεγαθήριων του χώρου (Yes, Genesis, Pink Floyd) κατόρθωσαν να αποκτήσουν με το σπαθί τους ένα μεγάλο και πιστό κοινό του prog-rock ήχου.

Η Βρετανική μπάντα μεγαλούργησε κυρίως στα '70ς ξεκινώντας στο Γκίλφορντ, της Αγγλίας με επικεφαλής τον κιθαρίστα Andrew Latimer κυκλοφορώντας  τρομερούς δίσκους όπως τα "Μirage" (1974), "The Snow Goose" (1975), "Moonmadness" (1976) και "Rain Dances" (1977) ενώ συνέχισαν να κυκλοφορούν στούντιο άλμπουμ μέχρι και το 2002 με το "A Nod and a Wink" .
Οι Camel κατάφεραν να πρωτοπορήσουν με τον ήχο τους αφού με το αστείρευτο ταλέντο που διέθεταν πέτυχαν να συνδυάσουν στοιχεία από ροκ, ποπ, τζαζ, μπλουζ, φολκ, κλασική και ηλεκτρονική μουσική, αψηφώντας τις σύγχρονες μουσικές τάσεις της εποχής και ακολουθούσαν πάντα το δικό τους καλλιτεχνικό μονοπάτι.
Παρακάτω θα παρουσιάσουμε την πρώτη και ιστορική ζωντανή ηχογράφηση της θρυλικής μπάντας που κυκλοφόρησε το 1978 ενώ και εδώ στην Ελλάδα είχαμε  την χαρά να τους απολαύσουμε το 2000  σε δύο απίθανες συναυλίες όπου ζήσαμε το αξεπέραστο μεγαλείο των Camel σε όλα τα επίπεδα.

 
                                                     
                                                    "A Live Record"
Τον Απρίλιο του 1978 οι Camel κυκλοφορούν το πρώτο τους επίσημο ζωντανά ηχογραφημένο άλμπουμ με τίτλο "A Live Record" και περιλαμβάνει κυρίως εμφανίσεις που έγιναν από το 1974 έως και το 1977 στο Λονδίνο σε ιστορικούς live χώρους της Βρετανικής πρωτεύουσας όπως τα, The Marquee Club, The Royal Albert Hall και  Hammersmith Odeon ενώ περιλαμβάνει και συναυλίες που δόθηκαν στο Μπρίστολ και στο Ληντς.
Ο πρώτος δίσκος του διπλού άλμπουμ περιέχει μία σειρά εξαιρετικών κομματιών από τα πρώτα πέντε άλμπουμ της μπάντας μαζί με ένα ακυκλοφόρητο instrumental το "Ligging at Louis'". Επιπρόσθετα ακούγονται μερικά κλασικά τραγούδια από την πρώιμη περίοδο των CAMEL όπως τα "Metrognome" και "1st Light" από το άλμπουμ "Rain Dances", το "Lunar Sea" από το "Moonmadness" και το αθάνατο "Lady Fantasy" (Mirage) σε μία εκτέλεση που είναι λίγο πιο σκληρή από το στούντιο. Επίπρόσθετα περιέχει το υπέροχο και συνάμα μελαγχολικό "A Song Within A Song" όπου μιξάρονται δύο μελωδίες στο ίδιο κομμάτι εξ ου και ο τίτλος του.
Η παρουσία στο μπάσο των Doug Ferguson καθώς και του αντικαταστάτη του στην ίδια κυκλοφορία, Richard Sinclair είναι πραγματικό σεμινάριο σε συνδυασμό με την έξοχη δουλειά του Andy Ward στα τύμπανα. Φυσικά οι Peter Bardens (πλήκτρα) και ο Andrew Latimer (φωνή, κιθάρα, φλάουτο) συναρπάζουν με την εκτελεστική και συνθετική δεινότητα που διεθέτουν ενώ η παρουσία του Mel Collins (σαξόφωνο και το φλάουτο), διευρύνει ακόμη περισσότερο τον ήχο του συγκροτήματος.
Στο δεύτερο δίσκο περιλαμβάνεται ολόκληρο το αριστουργηματικό "The Snow Goose" σε συνεργασία με τη Συμφωνική Ορχήστρα του Λονδίνου υπό τη διεύθυνση του David Bedford και το αποτέλεσμα είναι εξίσου καταπληκτικό με το στούντιο άλμπουμ τους, τα οποία είναι ηχογραφημένα εξ ολοκλήρου στο Royal Albert Hall τον Οκτώβριο του 1975. Bέβαια σύμφωνα με τον Latimer είχαν προκύψει μερικά προβλήματα αφού έγινε μόνο μία πρόβα με την Ορχήστρα και αυτή όχι όπως ήθελε αλλά ευτυχώς αυτό δεν επηρέασε τη απόδοση της μπάντας.
Ωστόσο, σε αυτή την ζωντανά ηχογραφημένη έκδοση, υπάρχει πολύ περισσότερο πάθος στα τραγούδια με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τον εντυπωσιακό επίλογο στο περίτεχνο "Dunkirk" και τις θαυμάσιες εναλλαγές που συμβαίνουν στο "Migration" αλλά και τα "Rhayader Goes to Town" και "La Princesse Perdue" διατηρούν αξιέπαινα το υπέροχο ηχητικό στυλ της μπάντας.

Η μουσική των Camel στο "A Live Record" μπορεί σήμερα για ορισμένους να παραπέμπει σε ένα ξεχασμένο παρελθόν όμως τότε κατόρθωνε να συνδυάζει μοναδικά την συμφωνική και κλασική ροκ μουσική με τις εμπνευσμένες μελωδίες να κυριαρχούν παντού και να αφήνουν σημαντική παρακαταθήκη για τις μετέπειτα μπάντες τους prog ήχου.
Μάλιστα ένα περιοδικό για να τονίσει τον επαγγελματισμό και την σπουδαία απόδοση τους έγραψε για τη συγκεκριμένη κυκλοφορία:
"Ούτε μια νότα λάθος! Όλα είναι πιο συναρπαστικά και η ποιότητα της ηχογράφησης είναι κρυστάλλινη".

Υ.Γ.: Το 1981, ο Latimer  δήλωσε για το "A Live Record", ότι ήθελε ένα ζωντανό άλμπουμ για να θυμίζει την ιστορία του Camel ενώ στην remastered εκδοχή που κυκλοφόρησε το 2002, υπάρχουν αρκετά bonus κομμάτια ιδιαίτερα από το  άλμπουμ "Raindances".
 
Φώτης Μελέτης

Styx: Από την αποθέωση του "The Grand Illusion" στην αποκορύφωση του "Piece of Eight"

 Winterland, San Francisco 1978 by Styx (Bootleg): Reviews, Ratings,  Credits, Song list - Rate Your Music

Πολλοί του χαρακτήρισαν σαν τους Queen της Αμερικής και μπορεί ο χαρακτηρισμός να είναι υπερβολικός ή αδόκιμος σίγουρα όμως οι Styx μισό αιώνα τώρα δείχνουν τον δρόμο ότι εκτός από την σκληρή δουλειά, την καλή συνεργασία και την θεά τύχη χρειάζεται μπόλικο ταλέντο και θεία έμπνευση ώστε μία μπάντα να γράψει ιστορία και να συγκινεί εκατομμύρια ροκ οπαδών ανά την υφήλιο.
Παρακάτω θα παρουσιάσουμε δύο άλμπουμ τα "The Grand Illusion" και "Piece of Eight" που θεωρούνται το καλλιτεχνικό αποκορύφωμα της μπάντας σε όλα τα επίπεδα αφού εκτός από τα σπουδαία μουσικά μέρη οι Styx διαθέτουν σπάνια πνευματικότητα και αξεπέραστο ροκ λυρισμό.
                                                                 
                      Σύντομη αναδρομή
Τα αδέλφια Chuck και John Panozzo (μπάσο και ντραμς αντίστοιχα) μαζί με τον τραγουδιστή Dennis De Young (πλήκτρα) και τους κιθαρίστες James Young και John Curulewski (Tradewinds) κυκλοφορούν το παρθενικό τους άλμπουμ τον Μάρτιο του 1972, με τίτλο το όνομά τους και το ύφος τους συνδυάζει το κλασσικό hard rock με μπόλικα prog στοιχεία και φοβερά χορωδιακά φωνητικά. Toν Ιούλιο του 1973 κυκλοφορούν το "STYX 2" στο ίδιο μουσικό μοτίβο με την μπαλάντα "Lady" να γίνεται η πρώτη εμπορική επιτυχία της μπάντας.
Στη συνέχεια το γκρουπ κυκλοφορεί τον Οκτώβριο του 1973 το, "Τhe Serpent is Rising"  με κλασσικές αναφορές στους μεγάλους μουσουργούς του μεσαίωνα.

Επόμενο άλμπουμ το "Man Of Miracles" (1974)  όπου αναδεικνύονται ξανά τα επικά φωνητικά, οι progressive επιρροές και ο μελωδικός λυρισμός και τον
Δεκέμβριο του 1975, κυκλοφορούν το "Equinox" όπου ξεχωρίζουν τα "Lorelei" και το εκπληκτικό  "Suite Madame Blue".
Το 1976 έρχεται μια σημαντική αλλαγή στο συγκρότημα αφού ο Tommy Shaw (φωνή, κιθάρα) αντικαθιστά τον John Curulewski (πέθανε δυστυχώς το 1988) και κυκλοφορούν το έξοχο "Crystall Ball".
Το ομότιλο τραγούδι μαζί με τα πολύ καλά "Mademoiselle", "Jennifer" και το εκπληκτικό  "This Old Man" δίνουν το συνθετικό στίγμα του Tommy Shaw ενώ από εναρκτήριο “Put Me On”, η ενορχηστρωτική καταιγίδα της μπάντας έχει δώσει άλλον αέρα στο γκρουπ, το οποίο έχει μεταμορφωθεί ακόμη πιο δυναμικά και στο εκτελεστικό επίπεδο
Οι STYX πλέον καθιερώνονται για τα καλά στο ροκ χάρτη καιοι περιοδείες που ακολουθουν γνωρίζουν τεράστια απήχηση στο κοινό. 


 
                                     "The Grand Illusion"
Το "The Grand Illusion" κυκλοφορεί τον Ιούλιο του 1977 και το άλμπουμ ξεκινά με το ομότιτλο πομπώδες κομμάτι, όπου τα επικά και prog μέρη εναλλάσσονται με τα μελωδικά κουπλέ με την φωνή του Dennis De Young να δίνει το απαραίτητο ύφος. Η παρουσία του T. Shaw στο δίσκο είναι πλέον καθοριστική αλλά τα ηνία διατηρεί ο DeYoung γράφοντας αυτόν τον μικρό ύμνο περιγράφοντας την παρακμή του Αμερικάνικου ονείρου και την εμμονή στον καταναλωτισμό ενώ το εξώφυλλο του δίσκου βασίζεται στον πίνακα του Βέλγου σουρεαλιστή ζωγράφου Rene Magritte με τίτλο "Le Blanc-Seing" με κεντρικό θέμα ότι το μυαλό είναι ικανό να κατασκευάσει το αδύνατο.
 
Welcome to the Grand illusion
Come on in and see what's happening
Pay the price, get your tickets for the show
The stage is set, the band starts playing
Suddenly your heart is pounding
Wishing secretly you were a star.

But don't be fooled by the radio
The TV or the magazines
They show you photographs of how your life should be
But they're just someone else's fantasy
So if you think your life is complete confusion
Because you never win the game
Just remember that it's a Grand illusion
And deep inside we're all the same.
We're all the same...

So if you think your life is complete confusion
Because your neighbors got it made
Just remember that it's a Grand illusion
And deep inside we're all the same.
We're all the same...

America spells competition, join us in our blind ambition
Get yourself a brand new motor car
Someday soon we'll stop to ponder what on Earth's this spell we're under
We made the grade and still we wonder who the hell we are


 

Ακολουθεί το "Fooling Yourself (The Angry Young Man)",(#29 ΗΠΑ , τσαρτ) με τον Tommy Shaw να υπογράφει και να ερμηνεύει την εν λόγω σύνθεση με τα πλήκτρα και τις λυρικές μελωδίες να έχουν τον πρώτο λόγο. Το κομμάτι έχει υπέροχο χορωδιακό ρεφρέν και εμπνευσμένο παίξιμο από τον μπασίστα Chuck Panozzo.
Το "Superstars", μπορεί να είναι από τα άγνωστα κομμάτια της μπάντας αλλά εδώ συναντάμε ξανά δυνατές φωνητικές μελωδίες εμπλουτισμένο με ένα πανέμορφο κιθαριστικό σόλο. Ο μάνατζερ της μπάντας, ο Derek Sutton και ο συνεργάτης του Jim Cahill, ήθελαν να είναι το "Superstars" το πρώτο single αλλά οι Styx το απέρριψαν πανηγυρικά και το θεωρούσαν το πιο αδύναμο τραγούδι στο άλμπουμ όταν μάλιστα βρίσκεται ενδιάμεσα σε δύο σπουδαίες συνθέσεις του δίσκου: του "Fooling Yourself" και του "Come Sail Away" που ακολουθούσε.
Το κλασικό "Come Sail Away" ξεκινά ως μία επική μπαλάντα αλλά στην συνέχεια η σύνθεση γίνεται απολαυστική, δυναμική και άκρως μελωδική με τον DeYoung να  θεωρεί πως  επηρεάστηκε από την τεχνοτροπία του"Stairway to Heaven".
Οι στίχοι του κομματιού μιλούν νοσταλγικά για την παιδική φιλία συνδυασμένη με ένα βιβλικό θέμα με τη προφητεία του Ιεζεκιήλ που αφορά την "συγκέντρωση αγγέλων" και για την μεταφορική έννοια ένος σκάφος που ανέβηκε στους ουρανούς. Αρκετά χρόνια αργότερα ο De Young αποκάλυψε ότι το κομμάτι όταν γράφηκε πέρναγε ο ίδιος περίοδο κατάθλιψης.
Το "Miss America" είναι σύνθεση του κιθαρίστα James Young, που την ερμηνεύει δυναμικά δίνοντας μία πιο ροκ διάσταση αν και τα πλήκτρα μαζί με το χορωδιακό ρεφρέν έχουν κυρίως τον πρώτο λόγο. H σύνθεση χλεύαζε τα αμερικάνικα καλλιστεία ομορφιάς με το περιοδικό Rolling Stone να κατηγορεί τους Styx για μισιγυνισμό!
Το άλμπουμ κλείνει με δύο εξαιρετικά τραγούδια. Το ονειρικό "Man in the Wilderness" το οποίο είναι σίγουρα από τις πιο συγκλονιστικές συνθέσεις των Styx με την ερμηνεία του Tommy Shaw να είναι ανατριχιαστική και τις κιθάρες να προσθέτουν ένα μοναδικό επίλογο. Οι στίχοι αναφέρονται στον πόλεμο του Βιετνάμ και στους πολιτικούς ενώ ο T. Shaw δήλωσε πως το μουσικά το κομμάτι είναι επηρεασμένο από μία εμφάνιση των Kansas στο Ντιτρόιτ που τον εντυπωσίασε ιδιαίτερα.
Λίγο πριν το τέλος του "The Grand Illusion" απολαμβάνουμε το αργόσυρτο "Castle Walls" που καταφέρνει να δημιουργεί μία μυστηριακή ατμόσφαιρα με την ερμηνεία του DeYoung να μας χαρίζει ένα ξεχωριστό prog/melodic έπος! Στιχουργικά το "Castle Walls" περιγράφει διάφορους συμβολισμούς και για τον δημιουργό Dennis DeYoung η περίοδος που έγραψε το κομμάτι ήταν αρκετά σκοτεινή με κρυφά νοήματα που αφορούσαν τον ρόλο της οικογένειας.


 
Το δίλεπτο "The Grand Finale" ολοκληρώνει σε μία πολύ σύντομη μίξη μελωδιών και ρυθμών της ίδιας της μπάντας στην πιο κλασική κυκλοφορία του Αμερικάνικου σχήματος. Ο δίσκος πουλά 3 εκατομμύρια αντίτυπα ενώ μέχρι σήμερα έχει ξεπεράσει τα 6 εκατομμύρια πωλήσεις φτάνοντας μέχρι το νο 6 των Billboard τσαρτ δείχνοντας το μέγεθος της τεράστιας επιτυχίας της μπάντας.

 
                                "Piece of Eight"
Πρωτομηνιά του Σεπτεμβρίου του 1978 και οι Αμερικανοί κυκλοφορούν ακόμη ένα μεγαλειώδες άλμπουμ ηχογραφημένο στα Paragon Recording Studios του Σικάγο. Βασικό θέμα του άλμπουμ είναι η αναζήτηση πνευματικών όπλων έναντι των υλικών αγαθών σε μία δικιά τους concept εκδοχή.
Ο δίσκος ξεκινά με το ορμητικό "Great White Hope", γραμμένη και ερμηνευμένη από τον κιθαρίστα James Young όπου ο συνδυασμός prog/ aor και hard rock ρυθμών δημιουργούν μία πανδαισία ήχων.
Στο "I'm O.K." ο μπασίστας Chuck Panozzo δίνει τα ρέστα του ενώ το ρεφρέν εκπέμπει μία απέραντη αισιοδοξία και χαρά, επηρεασμένο από Beatles.
To "Sing for the Day" είναι μία σύνθεση που θυμίζει Yes με το μαντολίνο του και την ερμηνεία του T. Shaw να τις προσδίδει μία μεσαιωνική μελωδική χροιά.
Ακολουθεί το μονόλεπτο "The Message", το οποίο ουσιαστικά είναι η εισαγωγή στο επόμενο κομμάτι, το σπουδαίο "Lords of the Ring". Η συγκεκριμένη σύνθεση μπορεί με το πρώτο άκουσμα να σε παραπέμπει στο βιβλίο του Tolkin αλλά τελικά δεν έχει καμία σχέση. Ο λυρισμός και η αρτιότητα ξεχειλίζει με τον κιθαρίστα James Young να έχει αναλάβει τα κυρίως φωνητικά ενώ το χορωδιακό ρεφρέν με την αριστουργηματική ενορχήστρωση δίνουν ένα τόνο προοδευτικής ροκ αποθέωσης στην σύνθεση.
Μάλιστα DeYoung αποκαλύπτει σε μία παλιότερη συνέντευξή του:
Το "The Lords of the Ring' δεν αφορούσε τον J.R.R Tolkien. Υπάρχει αυτή η ανύψωση του ροκ σταρ στον πολιτισμό μας και το βλέπεις παντού μέχρι και στην πολιτική όπως έγινε πρόσφατα με τον Ομπάμα. Οι άνθρωποι λένε, "Θα ροκάρουμε" ή λένε, "Let’s Rock n 'Roll". Το να είσαι ροκ σταρ σημαίνει ότι είσαι ένας γαμ@#$... βασιλιάς του κόσμου της ψυχαγωγίας και μέσω του κομματιού σχολιάζουμε - σε μεταφορικό πάντα ύφος -  ότι μπορεί και εμείς να είμαστε οι "άρχοντες του δακτυλιδιού" αλλά δεν καυχώμαι για τη επιτυχία μας. Διότι το να είσαι ο βασιλιάς ψυχαγωγίας είναι καθαρή μία φανταστική κατάσταση και δεν σημαίνει ότι είμαστε καλύτεροι άνθρωποι από όσους μας θαυμάζουν. Αυτός είναι ο ρόλος του media να παράγουν αυτήν την μυθολογία. Απλά όλοι έχουμε την ανάγκη για ένα όραμα για μία ελπίδα."
 

Επόμενο κομμάτι του άλμπουμ το θρυλικό "Blue Collar Man (Long Nights)" το οποίο δεν χρειάζεται ιδιαίτερες περιγραφές αφού αποτελεί τον ιδανικό ύμνο των Styx που τα περιλαμβάνει όλα.
Δυνατό ρεφρέν, έξοχη ερμηνεία, εξαιρετικό κιθαριστικό σόλο και μία απίθανη εισαγωγή των πλήκτρων που δημιουργούν ένα από τα καλύτερα τραγούδια όλων των εποχών!  Ο Τ. Shaw είχε αποκαλύψει πως την την περίφημη εισαγωγή του κομματιού με τα πλήκτρα την είχε εμπνευστεί στο σκάφος του όταν κάποια στιγμή η μηχανή του δεν έπαιρνε μπροστά, κάνοντας έναν ξεχωριστό κατά την άποψη του θόρυβο.
Ο κιθαρίστας James Young δίνει μία άλλη διάσταση στο "Blue Collar Man" δηλώνοντας:
"Αυτό το τραγούδι βασίζεται σε έναν φίλο του Tommy που ήθελε απεγνωσμένα να βρει δουλειά και δεν μπόρεσε να βρει και μισούσε να βρίσκεται στο όριο της ανεργίας. Οι στίχοι είναι επηρεασμένοι από τις δοκιμασίες του φίλου του και πολλοί  στις συναυλίες όταν ακούν το συγκεκριμένο τραγούδι νιώθουν ότι έχουν περάσει ή περνούν μία παρόμοια κατάσταση ειδικά στην καπιταλιστική κοινωνία που ζούμε όπου το κυνήγι του χρήματος είναι η μέγιστη ανάγκη του ανθρώπου".


 
Το "Queen of Spades" έχει την σφραγίδα του Dennis DeYoung. Εκπληκτική ερμηνεία με το μπαλαντοειδές ξεκίνημα να μετατρέπεται σε μία κλασικοροκάδικη σύνθεση που το space ρεφρέν και το εκρηκτικό κιθαριστικό σόλο το απογειώνει κυριολεκτικά.
Το "Renegade" διαθέτει πάθος και τσαμπουκά που εκπλήσσει και είναι σίγουρα η πιο ροκ στιγμή του άλμπουμ με τα φωνητικά να θυμίζουν έντονα C.S.N.Y. ενώ για την ποδοσφιαρική ομάδα του Pittsburgh Steelers, αποτελεί μέχρι και σήμερα ο ύμνος των οπαδών.
Ακολουθεί η πιο θεατρική στιγμή του δίσκου με το ομότιτλο κομμάτι να αναδεικνύει το πολύπλευρο ταλέντο όλων των μελών της μπάντας και ο δίσκος κλείνει ήρεμα με το "Aku-Aku" ίσως ο πιο παράξενος ή ιδιόμορφος επίλογος ενός αριστουργήματος όπως είναι το "Piece of Eight".
Το μεγαλείο και το σπουδαίο συνθετικό αλλά και συνάμα στιχουργικό ταλέντο των Styx είναι ανυπέρβλητο και αυτά δεν είναι ούτε λόγια υπερβολής ούτε φράσεις εντυπωσιασμού.
Οι Styx κάνοντας μία σύνοψη της καριέρας τους και τιμώντας ως όφειλαν ετούτες τις μοναδικές δημιουργίες τους το 2010 και 2011 έκαναν περιοδεία παίζοντας μόνο κομμάτια από τα δύο κορυφαία άλμπουμ τους και το 2012 κυκλοφόρησαν το σχετικό dvd/2cd με τίτλο "The Grand Illusion/Pieces of Eight"  βιντεοσκοπημένο από την συναυλία που έδωσαν στο Orpheum Theater στο Memphis, που αξίζει να αποκτήσετε
 
Διαβάστε παρακάτω τους στίχους του ομότιτλου "Piece of Eight" για να διαπιστώσετε ότι όσο θα υπάρχει αυτός ο πλανήτης άλλο τόσο οι στίχοι αυτοί θα είναι επίκαιροι και διαχρονικοί...

It's six O'clock, good morning sounds are everywhere
The warmth of spring, a gentle breeze blows through my hair
I hurry through my life never stopping to see
How beautiful it was meant to be
I'm just a prisoner in a king's disguise
Broken dreams as we shuffle by
It's six O'clock, it's quitting time I'm done for the day
Out on the streets, I overheard a lady say
We now have everything, or so people say
But now this emptiness haunts me every day
We seek the lion's share never knowing why
Come alive spread your wings and fly
Pieces of eight, the search for the money tree
Don't cash your freedoms in for gold
Pieces of eight can't buy you everything
Don't let it turn your heart to stone
Pieces of eight, the search for…
 
ΥΓ.1: Η μπάντα αντέδρασε έντονα με το εξώφυλλο του "Piece of Eight", το οποίο είχε σχεδιάσει η περίφημη της Hipgnosis. Βλέποντας οι Styx, τις τρεις συμπαθητικές ηλικιωμένες γυναίκες φορώντας ένα σκουλαρίκι με άγαλμα από τη Νήσο του Πάσχα απογοητεύτηκαν πλήρως ενώ όταν διαπίστωσαν ότι στο οπισθόφυλλο δεν υπήρχαν ούτε η φωτογράφία τους όπως συνήθως γίνεται τότε σοκαρίστηκαν εντελώς. Η μπάντα αναγκάστηκε να αποδεχτεί τις απαιτήσεις της δισκογραφικής τους εταιρίας...
ΥΓ.2: Ο ντράμερ και ιδρυτικό μέλος του γκρουπ, John Panozzo απεβίωσε στις 16 Ιουλίου του 1996 από κίρωση του ήπατος σε ηλικία 47 ετών και ήταν δίδυμος αδελφός του μπασίστα Chuck Panozzo. Οι Styx αφιέρωσανε την περιοδεία "Return to Paradise" του 1996 σε αυτόν, και ο Tommy Shaw,  έγραψε το τραγούδι "Dear John" εις μνήμην του.
Υ.Γ.3:
Ο Dennis DeYoung σε μία προσωπική εξομολόγησή του σχετικά με το "Grand Illusiοn" αναφέρει: "Το 1977 χαρακτηρίστηκε από δύο τραγικά γεγονότα. Από τον θάνατο του Elvis και το τραγικό αεροπορικό  δυστύχημα των Lynyrd Skynyrd. Αλλά για τους Styx, αυτή ήταν η χρονιά του μεγαλύτερου θριάμβου μας. Το "Grand Illusion" είναι μακράν το καλύτερο άλμπουμ μας», λέει ο Young. "Ήμασταν στο αποκορύφωμα της δημιουργίας μας".
 
Φώτης Μελέτης

Β. Springsteen: "Μέχρι το τέλος του σκοταδιού, βρήκα την φωνή της ενηλικίωσης μου"

 Bruce Springsteen - Darkness On The Edge Of Town (Vinyl Record, 1978, JC  35318)

"Όσο διήρκεσε το χρονικό διάστημα της διένεξης με τον πρώην μάνατζερ μου, είχα αφιερωθεί να ακούω συνειδητοποιημένα ποπ σχήματα στην κλάση των Animals, τα beat γκρουπ των '60s και αρκετό punk.
Ταυτόχρονα άρχισα να ακούω πιο σοβαρά την country μουσική ώσπου ανακάλυψα τον Hank Williams. Όλα αυτά μου έδωσαν έμπνευση σε τραγούδια όπως το "Factory" και "The Promised Land" αλλά και ένα σύνθημα που με χαρακτηρίζει πλέον και λέει: "Ανατίναξε τα όνειρα που σπάζουν την καρδιά σου. Το "Darkness On The Edge Of Town" ήταν ο δικός μου Σαμουράι δίσκος. Όλα ψυχικά απογυμνωμένα για την μεγάλη μάχη".
Κάπως έτσι περίγραψε ο Bruce Springsteen με ποιο τρόπο βίωσε την ηχογράφηση του εμβληματικού του, άλμπουμ "Darkness On The Edge Of Town" στη φημισμένη αυτοβιογραφία του "Born to Run" το 2016".
Παράλληλα την ίδια αυτή πολύ δύσκολη περίοδο για τον Bruce, αποκαλύπτεται στην συγκεκριμένη αυτοβιογραφία, ότι έβλεπε ταινίες των John Ford, Howard Hawks και John Huston και διάβαζε τα μυθιστορήματα των John Steinbeck και John Dos Passos που του είχε δώσει ο φίλος του και μετέπειτα παραγωγό του Jon Landau. Οι κοινωνικές ανησυχίες μιας σκληρής καθημερινότητας της κατώτερης και μεσαίας τάξης που απέρρεαν μέσω της τέχνης από όλους τους παραπάνω δημιουργούς έγιναν και ανησυχίες του Springsteen για τις οποίες άρχισε να αισθάνεται παθιασμένος και ταυτισμένος μαζί τους.
Όλη αυτή η δύσκολη κατάσταση που ζούσε ο Springsteen με τις διαμάχες με το άγχος που του είχε δημιουργήσει η τεράστια επιτυχία του "Born to Run", αντικατοπτρίζονται στην συγγραφή των στίχων του με αποτέλεσμα το γράψιμό του να γίνει πιο άμεσο και σίγουρα πιο ανθρώπινο.

 
 

Το "Darkness on the Edge of Town" σηματοδότησε το τέλος ενός τριετούς χάσματος του Bruce με τον πρώην μάνατζερ του, Mike Appel και τις νομικές μάχες που προέκυψαν από τις συμβατικές υποχρεώσεις που είχε μία τέτοια συνεργασία.
Οι συγκρούσεις είχαν ξεκινήσει από τις ηχογραφήσεις του "Born to Run" (1975) αφού ήδη υπήρχε αρνητικό κλίμα στην επαγγελματική τους σχέση με τον Springsteen να προσπαθεί να τον αντικαταστήσει με τον παραγωγό Jon Landau.
Η διένεξη τους, τελείωσε οριστικά με εξωδικαστικό συμβιβασμό. Ο Appel έπειτα, δεν μπόρεσε να κάνει περαιτέρω επιτυχία και στη συνέχεια συν-έγραψε, με τον Marc Eliot, το βιβλίο Down Thunder Road (1992) για τις εμπειρίες του με τον Springsteen αλλά άθελα του βοήθησε τον Bruce μέσω αυτής της δοκιμασίας να βελτιωθεί καλλιτεχνικά και να ηχογραφήσει τα επόμενα χρόνια μία σειρά εξαιρετικών δίσκων.
Ανακάμπτοντας ο Springsteen από τα νομικά προβλήματα και αντιλαμβανόμενος πως έπρεπε με κάθε κόστος να διαχειριστεί την μεγάλη επιτυχία του "Born to Run", προχώρησε ένα ακόμη δισκογραφικό σκαλοπάτι στην καριέρα του ηχογραφώντας το λιγότερο εμπορικό άλμπουμ αλλά συνάμα αριστουργηματικό, "Darkness on the Edge of Town".
Σε αντίθεση με το "Born to Run", τα τραγούδια ηχογραφήθηκαν από ένα πλήρες συγκρότημα τους περίφημους E Street Band, σε στίχους φυσικά του Springsteen ενώ ο κιθαρίστας Steven Van Zandt βοήθησε σημαντικά εκτός από τις ενορχηστρώσεις και στην παραγωγή του άλμπουμ. 
Κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων του "Darkness On The Edge of Town", ο Springsteen έγραψε πάρα πολλά τραγούδια που τελικά κατέληξαν να μην μπουν στο άλμπουμ. Η διατήρηση της θεματικής αίσθησης του δίσκου ήταν πολύ σημαντική για αυτόν και τα τραγούδια συσσωρεύτηκαν επειδή οι ηχογραφήσεις συνεχίστηκαν για σχεδόν ένα χρόνο.
Η αρχική ιδέα ήταν να ονοματιστεί το άλμπουμ "Badlands" και ετοιμάστηκε να κυκλοφορήσει τον Οκτώβριο του 1977,  αλλά απορρίφθηκε την τελευταία στιγμή από την Springsteen, επειδή πίστευε ότι δεν είχε ολοκληρώσει όπως είχε ονειρευτεί  τις ηχογραφήσεις οι οποίες τελικά τελείωσαν τον Ιανουάριο, αλλά η μίξη συνεχίστηκε τρεις επιπλέον μήνες. 
Σύμφωνα με τον θρυλικό παραγωγό Jimmy Iovine (συμμετείχε ως τεχνικός στο άλμπουμ), ο Springsteen έγραψε τουλάχιστον 70 τραγούδια κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου με τα 52 από αυτά να είναι ολοκληρωμένα και τα υπόλοιπα 18 να μην έχουν ολοκληρωθεί. 


Ορισμένα από αυτά θα βρουν το δρόμο τους σε άλμπουμ φίλων του, όπως της Patti Smith με το κλασικό "Because The Night" που βρίσκεται στο δίσκο "Easter" (1978), ενώ άλλα βρέθηκαν στο μετέπειτα  δικό του άλμπουμ "The River" (1980). 
Παράλληλα μερικά άλλα όπως το "Fire" τα δώρισε στον Robert Gordon και στις The Pointer Sisters, το "Rendezvous" στον Greg Kihn και δύο ακόμη κομμάτια στους Southside Johnny & Asbury Jukes, τα "Hearts of Stone" και "Talk to Me".
Ορισμένα άλλα τραγούδια όπως "Independence Day", "Drive All Night", "Ramrod" και "Sherry Darling" θα εμφανιστούν στο επόμενο άλμπουμ του "The River", ενώ μερικά ακόμα θα εμφανιστούν στις συλλογές του Springsteen με τίτλο "The Promise" (2010).
Πολύς λόγος επίσης έγινε για την περίφημη φωτογραφία του δίσκου που έχει από πίσω της μία ενδιαφέρουσα ιδέα.
Η φωτογραφία του εξώφυλλου αλλά και όσες υπάρχουν στο εσωτερικό του δίσκου τραβήχτηκαν από τον φωτογράφο Frank Stefanko μέσα στο σπίτι του στο Haddonfield του New Jersey με τον Sprinsteen να δηλώνει:
"Όταν είδα την εικόνα, είπα: Ναι αυτός είναι  ένας τύπος που λέει τα τραγούδια. Ήθελα να είναι αυτό το μέρος του εαυτού μου που είναι στο εξώφυλλο. Ο Frank αφαίρεσε όλη τη διασημότητα και άφησε την ουσία δηλαδή έναν απλό τύπο (και όχι έναν ροκ σταρ) που στέκεται με τα χέρια στις τσέπες του σε ένα παραμελημένο διαμέρισμα, ενσαρκώνοντας αυτή την ωμή εικόνα του δίσκου".
Το "Darkness on the Edge of Town" κυκλοφόρησε τελικά στις 2 Ιουνίου 1978 και το άλμπουμ δεν είχε την ανάλογη εμπορική επιτυχία του "Born to Run", αλλά τα πήγε αρκετά καλά στα charts, φτάνοντας Νο. 5 (στο Billboard 200) και πούλησε περισσότερα από τρία εκατομμύρια αντίγραφα. Τα single του άλμπουμ ήταν μέτριες επιτυχίες με το το "Prove It All Night" να φτάνει στο No. 33 και το "Badlands" στο No. 42. Γενικά το άλμπουμ παρέμεινε στα charts για 97 εβδομάδες και κατάφερε να γίνει τριπλά πλατινένιο. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, το άλμπουμ κατατάχθηκε στο νούμερο 1 μεταξύ των "Albums of the Year" για το 1978 από τον NME.
Το περιοδικό Rolling Stone, και ο συντάκτης Dave Marsh περιέγραψε, το "Darkness on the Edge of Town" ως ένα ορόσημο στο ροκ εν ρολ λόγω της σαφήνειας της παραγωγής του, της μοναδικής κιθάρας του Springsteen και του προγραμματισμού, τον οποίο είπε ότι κατόρθωσε να συνδέει τους χαρακτήρες και τα θέματα με έναν λεπτό αλλά συνεκτικό τρόπο.
Ο Marsh παρατήρησε ότι: "Αυτό που πάντα έλεγαν ήταν ότι κάποια μέρα ο Bruce Springsteen θα έκανε rock & roll που θα συγκλόνιζε τις ψυχές των ανθρώπων και θα τους έκανε να αμφισβητήσουν την κατεύθυνση της ζωής τους. Θα έκανε, εν συντομία, όλα τα υπέροχα πράγματα που το Rock είχε υποσχεθεί να κάνει".
Οι περισσότερες κριτικές  για το άλμπουμ είναι διθυραμβικές και κατέληγαν στο συμπέρασμα ότι το "Darkness on the Edge of Town" περιλαμβάνει ένα μίγμα από σκληρές αλήθειες που αφορούν την εργατική τάξη των ΗΠΑ δοσμένα με μία μοναδική τρυφερότητα όπου o Springsteen αφηγείται την αμερικανική ζωή του κόσμου της σκληρής εργασίας μέσω της δικής του απεικόνισής. Αυτή η καθημερινότητα περιγράφεται από τον Bruce άλλοτε χαρούμενη και άλλοτε σαν καταραμένη.
Ορισμένοι άλλοι κριτικοί προσέγγισαν διαφορετικά το άλμπουμ αναφέροντας ότι ηχητικά είναι:
"επηρεασμένο από το punk-rock συνδυασμένο με τον παραδοσιακό αμερικάνικο ήχο" ενώ άλλοι το προσεγγίσανε μάλλον πιο εύστοχα αναφέροντας ότι: "Το Darkness on the Edge of Town" έδειξε πως κάποιος θα μπορούσε να παντρέψει πετυχημένα το hard rock με το πιάνο και το σαξόφωνο".
 Βέβαια στο γαϊτανάκι των κριτικών μπήκαν μέχρι και οι διανοούμενοι όπως ο συγγραφέας Rob Kirkpatrick που το θεωρούσε ως: "το άλμπουμ στο οποίο ο Springsteen αφήνει την R&B πίσω και ριζώνει σταθερά στον κόσμο τoυ σκληρού ροκ, των seventies!"
                                           
                
                                        - Τα τραγούδια του άλμπουμ -
Ο δίσκος ξεκινά με το περίφημο "Badlands" όπου ουσιαστικά είναι αποτέλεσμα ενός αυτοσχεδιασμού σε μία πρόβα που έκανε Bruce με τη μπάντα του, στο στούντιο παραλλάσσοντας το θρυλικό "Don't Let Me Be Misunderstood των Animals.
Με την προσθήκη της απίθανης εκτέλεσης του σαξόφωνου του Clarence Clemons, του έντονου μελωδικού πιάνου και την ορμητική ερμηνεία του Springsteen δημιουργείται μία αξέχαστη ηχητική πανδαισία με όλη την E Street Band να αποδίδει εξαιρετικά.
Παράλληλα υπάρχει και μία ενδιαφέρουσα στιχουργική παράμετρος του "Badlands" αφού σύμφωνα με τον ίδιο τον δημιουργό είναι επηρεασμένο από το κομμάτι "King of the Whole Wide World" του Elvis Presley που παιζόταν στην ταινία
Kid Galahad (1962) στις οποίες  βλέπουμε και θρησκευτικές αναφορές  ενώ για την ιστορία ο κιθαρίστας των The Who, Pete Townshend, το είχε χαρακτηρίσει το "σαν μία προσευχή επί σκηνής".
"Well, I believe in the love that you gave me
I believe in the faith that can save me
I believe in the hope and I pray
That someday it may raise me
Above these"
 
Ακολουθεί  το πιο ροκ κομμάτι του άλμπουμ, το δυναμικό "Adam Raised a Cain" σε μία οργισμένη ερμηνεία με τις κιθάρες να σπέρνουν φωτιές και με τους στίχους να έχουν βιβλικές αναφορές προσπαθώντας να εξηγήσουν την σχέση μεταξύ πατέρα και γιου.
Ο Springsteen αποκαλεί αυτό το τραγούδι: "Συναισθηματικά αυτοβιογραφικό. Η πραγματική μας σχέση ήταν πιθανώς πιο περίπλοκη από το πώς την παρουσίασα. Αυτό το τραγούδι μιλούσε για την σχέση που είχα με τον πατέρα μου εκείνη την εποχή, επειδή δεν μίλησε και δεν μιλήσαμε πολύ".
Ο Springsteen και οι E Street Band κυκλοφόρησαν μια μεγαλύτερη έκδοση του τραγουδιού στο live άλμπουμ τους το 1986 "Live / 1975–85" σε μία όντως φοβερή εκτέλεση.
Η συνέχεια ανήκει στο συγκλονιστικό "Something in the Night" που ξεκινά με πιάνο και την φωνή του Springsteen σαν λυγμό-μοιρολόι, η οποία μετά και από μπάσιμο του Weinberg στα τύμπανα μετατρέπεται σε ανατριχιαστική ροκ ψαλμωδία με αποκορύφωμα το σημείο που λέει...
"Nothing is forgotten or forgiven,
when it's your last time around,
I got stuff running 'round my head

That I just can't live down".
 
Επόμενη σύνθεση το "Candy's Room" που εξιστορεί το πορτρέτο της λαγνείας που εδώ  απεικονίζεται  στο πρόσωπο μία πόρνης ή στην σχέση μιας βραδιάς ηδονής. Την δυναμική του κομματιού, την δίνουν τα ασταμάτητα και καταγιστικά τύμπανα του Weinberg, όπου μαζί με την κιθάρα δημιουργούν ένα συνεχόμενο ροκ οργασμό.
 
 
Η μπαλάντα "Racing in the Street" ξεκινά πάλι με ένα όμορφο θέμα στο πιάνο από τον Roy Bittan. 
Το “Racing in the Street” είναι μια υπέροχη αφήγηση και ένα υπέροχο τραγούδι. Οι στίχοι μιλούν για την ερήμωση, τις χαμένες πιθανότητες και τα πράγματα που κάνουν οι απελπισμένοι μόνο για να ζήσουν, τόσο στον κόσμο όσο και με τον εαυτό τους.
Ο Springsteen δίνει σε αυτά τα λόγια ζωή και ανάσα αποκαλύπτοντας την επιθυμία των Αμερικανών ανδρών για ελευθερία από την ευθύνη, όπως συμβολίζεται από την ικανότητα της οδήγησης με ένα ταχύτατο αμάξι. Η ιστορία εμπλουτίζεται με μία ρομαντική ματιά για ένα θλιμμένο κορίτσι που ταλαιπωρείται από τα συναισθήματα της. Ένα τραγούδι που λατρεύτηκε από τους  Bob Dylan και Joe Strummer (Clash) ενώ εντοπίζονται και επιρροές από Martha and the Vandellas, Van Morrison και The Crystals.
To "The Promised Land" κινείται στο γνωστό αγαπημένο ροκ μοτίβο της E Street Band και αποτίει φόρο τιμής στο τραγούδι του Chuck Berry με τίτλο "Promised Land" με την φυσαρμόνικα να δίνει ένα πιο συγκινησιακό τόνο στο κομμάτι.
Στο ντοκιμαντέρ "The Promise: The Making of Darkness On the Edge of Town", ο Springsteen είπε ότι το τραγούδι αφορά:
"το πώς τιμούμε την κοινότητα και τον τόπο από τον οποίο ήμαστε".  Στο ίδιο ντοκιμαντέρ ο Springsteen σημείωσε ότι στοιχεία του τραγουδιού αντικατοπτρίζουν τη δική του κατάσταση όταν το έγραψε. Δεν μπορούσε να ηχογραφήσει ένα νέο άλμπουμ λόγω των νομικών προβλημάτων και ένιωθε αδύναμος, ανίκανος να κάνει ό, τι ήθελε. Το τραγούδι αντικατοπτρίζει την αίσθηση της απόγνωσης, αλλά και της ανθεκτικότητας και της αποφασιστικότητας και της επιθυμίας να ξεπεράσει τους περιορισμούς που ένιωθε εκείνη τη στιγμή.


Το "Factory" είναι μια ήσυχη, προσωπική ωδή στον πατέρα του στον σκληρό τρόπο της εργασιακής του ζωής και όπως και στο "Adam Raised a Cain" έτσι και το "Factory" αφορούν σχέσεις πατέρα-γιου και ούτω καθεξής.
Μία σαγηνευτική λιτή μελωδία και ερμηνεία...

"Early in the morning factory whistle blows,
Man rises from bed and puts on his clothes,
Man takes his lunch, walks out in the morning light,
It's the working, the working, just the working life.
 
Through the mansions of fear, through the mansions of pain,
I see my daddy walking through them factory gates in the rain,
Factory takes his hearing, factory gives him life,
The working, the working, just the working life.
 
End of the day, factory whistle cries,
Men walk through these gates with death in their eyes.
And you just better believe, boy,
somebody's gonna get hurt tonight,
It's the working, the working, just the working life".
 
Στο αργόσυρτο "Streets of Fire" διαπιστώνει κανείς εύκολα από που έχει επηρεαστεί ο Bono (U2) ενώ το κιθαριστικό σόλο σε blues ύφος ακούγεται καθηλωτικό. Μία ερμηνεία που όσο φτάνει το κομμάτι προς το τέλος όλο γίνεται και πιο εκρηκτικό και σίγουρα πιο πονεμένο.
Το "Prove It All Night" θυμίζει στιγμές από τα "Rosalita (Come Out Tonight)" και "Thunder Road" εμπλουτισμένο με μία νεανική ερωτική διάθεση και ένα υπέροχο ρεφρέν. Το σόλο στο σαξόφωνο και το κιθαριστικό σόλο  κάνει την σύνθεση ακόμη πιο χαρούμενη.
Πάντως τον επίλογο του "Prove It All Night" θα τον βρείτε σε κάποιες από τις μεγάλες επιτυχίες των Bon Jovi.

To άλμπουμ κλείνει με το ομότιτλο "Darkness On The Edge of Town" όπου περιέχει μία εκπληκτική μελωδία, με το πιάνο να δημιουργεί μία κατανυκτική διάθεση και τον Springsteen να δίνει για ακόμη μια φορά ρεσιτάλ παθιασμένης ερμηνείας.
Συνοπτικά τα τραγούδι απεικονίζει τους αγώνες των λιγότερα τυχερών ανθρώπων, όχι μόνο για να επιβιώσουν, αλλά για να διατηρήσουν το πνεύμα και τη βούλησή τους να παραμείνουν ζωντανοί και ενεργοί.
"Well now some folks are born into a good life,
And other folks get it anyway, anyhow,
Well now I lost my money and I lost my wife,
Them things don't seem to matter much to me now.
Tonight I'll be on that hill 'cause I can't stop,
I'll be on that hill with everything I got,
With lives on the line where dreams are found and lost,
I'll be there on time and I'll pay the cost,
For wanting things that can only be found
In the darkness on the edge of town.
In the darkness on the edge of town."
 
 
                                                ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Για τους περισσότερους οπαδούς του Bruce, το "Darkness on the Edge of Town" παραμένει μια αξεπέραστη και συγκλονιστική ακρόαση. Ο ήχος, ο ρυθμός, οι ερμηνείες ενός καλλιτέχνη που ακονίζει την τέχνη του και λέει τις ιστορίες με μία εκλεπτυσμένη ωριμότητα καθώς ασχολείται με θέματα που σχετίζονται κυρίως με την απώλεια της δύναμης και της ψυχής της εργατικής τάξης. Αυτό είναι ένα άλμπουμ με αίμα, ιδρώτα, δάκρυα και πολύ καρδιά. Ένα αριστούργημα που αξίζει το ίδιο επίπεδο προσοχής με το ονειρικό "Born To Run", το πολιτικοποιημένο "Born In The USA", ακόμη και με το ποιητικό "Nebraska".
Όπως το έθεσε ο ίδιος ο Springsteen, "μέχρι το τέλος του σκοταδιού, βρήκα την φωνή της ενηλικίωσης μου".
 
Υ.Γ.: Η Επανέκδοση σετ κουτιού με τίτλο "The Promise: The Darkness on the Edge of Town Story" κυκλοφόρησε στις 16 Νοεμβρίου 2010.  Το σετ 6 δίσκων περιλαμβάνει 3 CD και 3 δίσκους DVD ή Blu-ray. Περιέχει μια αναδιαμορφωμένη έκδοση του άλμπουμ "Darkness on the Edge of Town", ένα νέο άλμπουμ 2 CD, με τίτλο "The Promise", το οποίο περιέχει 22 προηγουμένως ακυκλοφόρητα κομμάτια και ένα ντοκιμαντέρ με τίτλο "The Promise: The Making of Darkness on the Edge of Town" και δύο DVD ζωντανών παραστάσεων. Το σετ της πολυτελής επανέκδοσης περιέχει επίσης ένα βιβλιαράκι 80 σελίδων από τα πρωτότυπα σημειωματάρια του Springsteen που περιλαμβάνουν άγνωστες λεπτομέρειες και προσωπικές του σημειώσεις.
Το  The Promise: The Darkness on the Edge of Town Story" κέρδισε το βραβείο Grammy 2012 για το πακέτο Best Boxed ή Special Limited Edition. 
 
Φώτης Μελέτης

38 Special: 20+1 υπέροχα τραγούδια

 Pin page

Στα τέλη της δεκαετίας του ΄60, ο Donnie Van Zant, ο μικρότερος αδερφός του ιδρυτή των Lynyrd Skynyrd, Ronnie Van Zant, μαζί με τον κιθαρίστα Jeff Carlisi, τον μπασίστα Ken Lyons και τον ντράμερ Steve Brookins σχημάτισαν τους Sweet Rooster, προσπαθώντας να εκπληρώσουν το μεγάλο τους ροκ όνειρο ενώ στην πορεία προστέθηκε ο Don Barnes (αποχώρησε προσωρινά ο Jeff Carlisi).
Εκείνη την περίοδο προείχε για τα μέλη της μπάντας η προσπάθεια οικονομικής επιβίωσης κάνοντας άλλες δουλειές παράλληλα όμως συνέχισαν να γράφουν τραγούδια και το κυνήγι για ένα ικανοποιητικό δισκογραφικό συμβόλαιο είχε γίνει αυτοσκοπός.
Μετά από λίγα χρόνια το 1974, αποφάσισαν ότι είχε έρθει η ώρα να σοβαρευτούν και να σχηματίσουν "το απόλυτο συγκρότημα"  και η προσπάθεια συνεχίστηκε με την μπάντα να αποτελείται εκείνη την περίοδο από τους Van Zant, Barnes, Lyons, Brookins, τον δεύτερο ντράμερ Jack Grondin και τον Carlisi που επέστρεψε στην παρέα.
Το όνομα του συγκροτήματος προέκυψε μετά από ένα περιστατικό που βρήκε τα μέλη του γκρουπ να ασκούνται στην σκοποβολή σε μια αποθήκη στη μέση του πουθενά. Όταν έφτασε η αστυνομία αφού ειδοποιήθηκε από τους ντόπιους για τον θόρυβο που έκαναν. Τα μέλη της μπάντας δεν μπόρεσαν να βγουν έξω λόγω ενός λουκέτου στην πόρτα και ένας από τους αστυνομικούς είπε, "Δεν πειράζει. Θα αφήσουμε αυτό το "Special 38 να μιλήσει" και πυροβόλησε την κλειδαριά και κάπως έτσι προέκυψε και το όνομά τους.
Μετά και από αυτά τα γεγονότα η μπάντα είχε πεισμώσει ώστε να πετύχει το όνειρό της οπότε ο Donnie Van Zant  άρχισε τα "παρακάλια" στον αδερφό του Ronnie Van Zant για να τους βοηθήσει και αυτή η πίεση έφερε καρπούς με αποτέλεσμα να
υπογράψουν συνεργασία με τον μάνατζερ των Lynyrd Skynryd, Peter Rudge, ο οποίος διεύθυνε τους Who αλλά και ήταν επικεφαλής περιοδειών για τους Rolling Stones.
Ο Rudge κανόνισε οι 38 Special να ανοίξουν τις συναυλίες των Peter Frampton, Foghat και Kiss, και παράλληλα συμφώνησαν με την  A&M Records, η οποία ανέθεσε στον Dan Hartman (Edgar Winter Group) να κάνει την παραγωγή τος πρώτο τους ομότιτλου άλμπουμ που κυκλοφόρησε τον Μάιο του 1977.
Στη συνέχεια η μπάντα κυκλοφορεί άλλα δύο στούντιο άλμπουμ μέσα στα '70ς, τα "Special Delivery" (1978 ) και "Rockin' into the Night" (1979) που κινούνται στο κλασικό southern rock ύφος. 
Η τεράστια εμπορική αποδοχή έρχεται με τα επόμενα τέσσερα στούντιο άλμπουμ όπου ο ήχος τους γίνεται πιο AOR και τους βοηθά να κάνουν σπουδαίες επιτυχίες με τραγούδια όπως τα "Hold On Loosely", "Caught Up in You", "If I'd Been the One", "You Keep Runnin' Away", "Back Where You Belong", "Like No Other Night""Teacher, Teacher", και "Second Chance"  ενώ τα άλμπουμ "Wild-Eyed Southern Boys" (1981), "Special Forces" (1982), "Tour de Force" (1983) και "Strength in Numbers" (1986) γίνονται πλατινένια στις ΗΠΑ. Οι περιοδείες που ακολούθησαν τους έκαναν ακόμη πιο γνωστούς και επιτυχημένος ενώ σημαντικό ρόλο σε αυτή την επιτυχία έπαιξε και το γεγονός ότι σε αρκετές συνθέσεις βοήθησε ο Jim Peterik των Survivor.
Τα επόμενα άλμπουμ που ακολούθησαν "Rock & Roll Strategy (1988), "Bone Against Steel" (1991), "Resolution" (1997), "A Wild-Eyed Christmas Night" (2001), "Drivetrain" (2004) δεν μπόρεσαν ούτε την εμπορική επιτυχία των προηγούμενων δίσκων να επαναλάβουν και ούτε οι συνθέσεις τους μπόρεσαν να μείνουν στις συνειδήσεις των οπαδών τους όμως είχαν αξιοπρεπείς και όμορφες ροκ μελωδίες.
Παρακάτω επιλέγουμε 20+1 τραγούδια των 38 Special που αγαπήσαμε και τα συνιστούμε σε όσους ακόμη δεν τους γνωρίζετε ώστε να κάνετε μία καλή πρώτη ακρόαση.
Όσο για τους υπόλοιπους αξίζει να σας ξυπνήσουμε αναμνήσεις και να σας θυμίσουμε μερικά από τα συναρπαστικά τραγούδια τους.
 
"Just Hang On"
Album: "38 Special" (1977)
Aπό το ντεμπούτο της παρέας του Jacksonville επιλέγουμε μία πανέμορφη μπαλάντα. Στην παραγωγή είναι ο Dan Hartman που έκανε λίγα χρόνια αργότερα μεγάλες ποπ επιτυχίες με πιο γνωστή το "I Can Dream About You".
 
"Who's Been Messin'"
Album: Special Delivery (1978)
Η δεύτερη στούντιο κυκλοφορία της Αμερικάνικης μπάντας κινείται σε κλασικό southern rock ύφος με τον Dan Hartman να συμμετέχει ξανά στην παραγωγή και να υπογράφει και την εν λόγω σύνθεση.
 
"Stone Cold Believer"
Album: "Rockin' into the Night" (1979)
Ένα θαυμάσιο τραγούδι σε φάνκυ southern rock ύφος με το πιανίστα Billy Powell (Lynyrd Skynyrd) και τον Lawrence Edward Junstrom στο μπάσο να δίνουν το δικό τους χρώμα στο τραγούδι.
 
"Rockin' Into The Night"
  Album: "Rockin' into the Night" (1979)
Η σπουδαία τριάδα των Survivor (Jim Peterik, Gary Smith, Frankie Sullivan) δώρισε στους 38 SPECIAL αυτήν την θαυμάσια ροκ σύνθεση βάζοντας τους για πρώτη φορά στο παιχνίδι των καταλόγων επιτυχιών του Billboard.
 
"Hold On Loosely"
Album: "Wild-Eyed Southern Boys" (1981) 
Ο Don Barnes επηρεασμένος από τα συζυγικά προβλήματα έστειλε την μελωδία στον Jim Peterik  για να την ολοκληρώσει και εκείνος συνδύασε τους Cars με τους Lynyrd Skynyrd. Το κομμάτι και θυμίζει το "Just What I Needed" (Cars) λόγω του κιθαριστικού ριφ του Jeff Carlisi. 
 
"You Keep Runnin' Away"
Album: "Special Forces" (1982)
Εδώ ξαναβάζει το χεράκι του Jim Peterik ενώ το λιτό αλλά "έξυπνο" ρεφρέν δυναμώνει την όλη σύνθεση που αν την προσέξει κάποιος θυμίζει σε ένα σημείο το "Cum On Feel the Noize".
 
"Take 'Em Out"
Album: "Special Forces (1982) 
Οι κιθάρες παίρνουν φωτιά σε ύφος Lynyrd Skynyrd και σε αυτό τον καυτό ρυθμό ακολουθούν τα απίθανα πλήκτρα του Terry Emery που δημιουργούν μία άκρως διασκεδαστική southern rock ατμόσφαιρα.
 
"Chain Lightning"
Album: "Special Forces" (1982)
Ένα από τα κορυφαία τραγούδια της μπάντας σε αργό τέμπο με τα εξαιρετικά φωνητικά του Don Barnes να του προσθέτουν μία ιδιαίτερη γοητεία. 
 
 
"Caught Up In You"
Album: "Special Forces (1982)
Η εμπορική απογείωση της μπάντας γίνεται με αυτό το τραγούδι όπου κτυπά την πρώτη δεκάδα των τσαρτ των ΗΠΑ. Μία απλοϊκή και εμπνευσμένη ροκ μελωδία.
 
"Back On The Track"
Album: "Special Forces" (1982)
Τσαμπουκάλιδικη σύνθεση βγαλμένη από τα  καπνισμένα μπαρ του Νότου με την ερμηνεία του Donnie Van Zant να τιμά με το παραπάνω την κληρονομιά των Lynyrd Skynyrd. Το κιθαριστικό σόλο απλά το επιβεβαιώνει... 
 
"If I'd Been The One"
Album: "Tour de Force" (1983)
H aor στροφή της μπάντας είναι γεγονός και η η συγκεκριμένη σύνθεση θεωρείται ακόμη και σήμερα από τις καλύτερες του είδους χάριν του ρεφρέν του.
 
"Back Where You Belong"
Album: "Tour de Force" (1983)
Ο εμπλουτισμός του southern ήχου με arena/rock και aor μελωδίες ήταν το κλειδί της επιτυχίας της μπάντας στα μέσα της δεκαετίας του '80. Το συγκεκριμένο τραγούδι τα περιλαμβάνει όλα αυτά.
 
"Twentieth Century Fox"
Album: "Tour de Force" (1983)
Ο ρόλος του Donnie Van Zant ήταν περιορισμένος στο "Tour de Force" (τραγουδά μόνο σε τρία κομμάτια) όμως σε αυτή την υπέροχη σύνθεση δίνει το δικό του στίγμα όπου το ταξιδιάρικο ύφος δημιουργεί ένα μοναδικό συναίσθημα.
 
"Teacher, Teacher"
Album: "Teachers" (OST,1984)
Η πιο αγαπημένη μου σύνθεση που την υπογράφουν οι B. Adams και J. Vallance δεν βρίσκεται σε κάποιο άλμπουμ αλλά στο soundtrack της ταινίας "Teachers" που πρωταγωνιστούν οι Nick Nolte και Ralph Macchio.
 

"Somebody Like You" 
Album: "Strength in Numbers" (1986)
Κλασική aor/rock σύνθεση με πιασάρικο ρεφρέν και στους συνθέτες διαβάζουμε το ονοματάκι του Jim Vallance (Bryan Adams, Scorpions, Kiss, Aerosmith)
 
"Like No Other Night" 
Album: "Strength in Numbers" (1986)
To συγκεκριμένο κομμάτι πήγε αρκετά καλά στα τσαρτ (#14 USA) το οποίο είναι πλημμυρισμένο μέσα στην μελωδία και χάριν στην ερμηνεία του Don Barnes γίνεται ακόμη πιο όμορφο.
 
"Heart's On Fire"
Album: "Strength in Numbers" (1986)
Δυναμικό κομμάτι όπου μπορεί η παραγωγή του Keith Olsen να έχει υποβαθμίσει κάπως τις κιθάρες αλλά εδώ αναδεικνύεται όλο το συνθετικό ταλέντο της μπάντας.
 
"Second Chance"
Album: "Rock & Roll Strategy" (1988)
Πανέμορφο κομμάτι σε μορφή ημιμπαλάντας όπου εδώ έχουμε στα φωνητικά τον Max Carl (ο Don Barnes είχε αποχωρήσει) με θαυμάσιο στίχο ενώ έφτασε αρκετά ψηλά στα τσαρτ (#6, USA).
 
"Rebel to Rebel"
Album: 'Bone Against Steel" (1991)
Η παρουσία του Peterik είναι έντονη και σε αυτό το κομμάτι μιας και το συνυπογράφει με τους Carlisi, Peterik, Van Zant. Το ρεφρέν του δίνει εκείνη την ξεχωριστή μαγεία που χρειάζεται μία τέτοια σύνθεση.
 
"Fade to Blue"
Album: "Resolution" (1997)
Θυμίζοντας κομμάτια και μελωδίες των REM, η εν λόγω σύνθεση δείχνει και την εναλλακτική πλευρά των 38 SPECIAL. 
 
"Trooper With an Attitude" 
Album: "Drivetrain" (2004)
Επιστροφή στους σκληρούς southern rock ρυθμούς με τις κιθάρες και τις φυσαρμόνικες να παίρνουν φωτιά.
 
Φώτης Μελέτης

Όταν ο Van Stephenson ερωτεύτηκε το AOR

 Suspicious Heart

Για τους μυημένους ο Van Stephenson είναι ένας θρύλος του AOR και δυστυχώς το δισκογραφικό του έργο δεν έχει την τύχη της αναγνώρισης που του αξίζει τόσο στη Ευρώπη όσο φυσικά και στην χώρα μας. Ας δούμε λοιπόν παρακάτω τι μας κληρονόμησε αυτός ο σπουδαίος και ίσως θα λέγαμε και αδικημένος καλλιτέχνης.
Το πρώτο φως της ζωής του ο Van Stephenson το είδε στις 4 Νοεμβρίου του 1953 στο Χάμιλτον του Οχάιο όμως λίγα χρόνια αργότερα μετακόμισε στην καρδιά της κάντρι μουσικής στο Νάσβιλ του Τενεσί.
Η αγάπη του για την μουσική φάνηκε από μικρό παιδί, είτε παίζοντας με τοπικά συγκροτήματα στα γκαράζ των φίλων του, είτε συνθέτοντας στιχάκια και μελωδίες για κάποιο κορίτσι. Βλέποντα ότι διαθέτει ένα φυσικό ταλέντο αποφασίζει στις αρχές της δεκαετίας του '70 να παρακολουθήσει διάφορα σεμινάρια ώστε να βελτιωθεί ως συνθέτης.
Αυτό το βήμα τον βοήθησε καθοριστικά αφού έγραψε την πρώτη του μεγάλη επιτυχία στα Αμερικάνικα chart ως τραγουδοποιός για την σπουδαία κάντρι καλλιτέχνιδα Crystal Gayle, με το τραγούδι "Your Kisses Will" το 1979.
Η συγκεκριμένη σύνθεση αποτέλεσε το εισιτήριο ώστε να τον επιλέξουν σημαντικοί κάντρι τραγουδιστές για τους γράψει κομμάτια και να τον καλούν για συνεργασία όποτε εκείνοι το θεωρούσαν σκόπιμο.
Όλη αυτή επιτυχία έβαλε τον Stephenson για τα καλά στην μουσική βιομηχανία και βλέποντας ο ίδιος ότι διαθέτει και πλούσιο συνθετικό ταλέντο αλλά και πολύ καλή φωνή καταφέρνει να κλείσει ένα δικό του δισκογραφικό συμβόλαιο με την Handshake Records, με την οποία κυκλοφόρησε το πρώτο του σόλο άλμπουμ, το "China Girl", το 1981.

 
                                                   "China Girl"
Το 1981 κυκλοφορεί το παρθενικό του, σόλο άλμπουμ με τίτλο "China Girl" και την παραγωγή έχει αναλάβει ο πρώην συνεργάτης του Buddy Holly, Bob Montgomery και ο Jeff Silbar που κέρδισε αργότερα (το 1990) το Grammy με την Bette Midler και το "Wind Beneath My Wings".
Στην κιθάρα αναλαμβάνει πρώτο ρόλο ο Kenny Mims με αρκετά sessions και παραγωγές στην πλάτη του με πιο γνωστές συνεργασίες στους Jim Jamison, Louisiana Red, Hank Williams, Jr., Kenny Rogers and Tanya Tucker και πολλών άλλων καθώς και ο κιθαρίστας ο Wayne Perkins (Βob Marley, Michael Bolton).
Το άλμπουμ ξεκινά με το "You've Got A Good Love Comin'" που είναι μία αργόσυρτη σύνθεση με το σαξόφωνο να κυριαρχεί φτάνοντας μέχρι το US:#79. Ακολουθούν τα "Looks Like A Loser" που θυμίζει περισσότερο Cars και η τρυφερή μπαλάντα "Seeing Is Believing" που κινείται σε ύφος America και Styx,
Το ρομαντικό "China Girl" αναδεικνύει την γλυκύτητα της φωνής του Van Stephenson θυμίζοντας Michael McDonald και στο ίδιο μπαλαντοειδές ύφος είναι και το "Weekend Warrior" με πιο southern ήχο.
Το "I Would If I Could" δεν ξεφεύγει από την ερωτική ατμόσφαιρα του άλμπουμ με πανέμορφο ρεφρέν όπως και το άκρως μελωδικό "Tonight The Love's On Me".
Το "Hotter In The Night" έχει πιο ροκ χρώμα ακολουθώντας κυρίως τους Atlanta Rhythm Section ενώ με το "New York, Hold Her Tight" επιστρέφουμε στις γλυκές μπαλάντες όπου τα πλήκτρα κυριαρχούν θυμίζοντας Barclay James Harvest και Moody Blues.
Ο επίλογος γράφεται με το  ροκέ "Lion In The Night" δείχνοντας συνοπτικά ότι στο εν λόγω άλμπουμ μπορεί η φωνή του Van Stephenson να είναι θαυμάσια αλλά οι συνθέσεις γενικά ήταν μέτριες και δεν βοήθησαν σε κάποια έστω και μικρή επιτυχία.
Στην επανέκδοση του 1999 (από την Grand Slamm Records) υπάρχουν δύο bonus κομμάτια, οι μπαλάντες "Louder Than Words" και "Years" που δεν συγκινούν ιδιαίτερα.
 
                                                                   
                                       "Righteous Anger"
To 1984 αποφασίζεται αλλαγή πορείας για τον Αμερικανό τραγουδοποιό και ερμηνευτή σε πιο μελωδικά και radio friendly μονοπάτια οπότε και κυκλοφορεί το δεύτερο σόλο άλμπουμ με τίτλο "Righteous Anger" σε παραγωγή του Richard Landis (Spencer Davis, Albert Collins,  Desmond Child & Rouge), ο οποίος ήταν και ο άνθρωπος που έπεισε την MCA Records να υπογράψει με τον Van Stephenson πιστεύοντας ότι θα κάνει το μεγάλο άλμα προς την κορυφή αφού και ανεξάντλητο ταλέντο διέθετε και εξαίσια φωνή.
Μία σειρά εξαιρετικών μουσικών συμμετέχουν στο δίσκο όπως ο σπουδαίος κιθαρίστας και συνθέτης Dann Huff (Giant, White Heart), ο μπασίστας Dennis Belfield, ο ντράμερ Mike Baird και στα πλήκτρα οι Mike Hanna και Alan Pasqua. Επιπρόσθετα συμπράττουν και συνθέτες όπως οι Dave Robbins,  Jan BuckinghamJeff SilbarPhil Brown και Steve Buckingham ενώ δεύτερα φωνητικά κάνουν οι Bill Champlin (Chicago), Phil Brown (Little Feat, Cher, Steve Perry) και ο Tom Kelly (Billy Steinberg, Pat Benatar). 
Το άλμπουμ ξεκινά με τον μικρό aor ύμνο "Modern Day Delilah" (US:#22) και συνεχίζει στο ίδιο υπέροχο μοτίβο με το φανταστικό "I Know Who You Are (And I Saw What You Did)" και τον ντράμερ Mike Baird (Journey, Hall & Oates, Bob Dylan) να δίνει μία θαυμάσια δυναμική στις συνθέσεις καθώς ο Van Stephenson κάνει μία υπέροχη ποιητική ερμηνεία. 
Ακολουθεί  το "What The Big Girls Do" (US:#45) σε πλήρες aor/rock ρυθμό δημιουργώντας μία ατμόσφαιρα γεμάτη έμπνευση και μελωδία.
Στο "Don't Do That" ξεχωρίζει το πνιχτό σόλο στο σαξόφωνο και στο "Others Only Dream" έχουμε μία τρυφερή μπαλάντα που αν ήταν τραγουδισμένη από τους Chicago ή τον Bryan Adams θα ήταν all time classic!
To ομότιλο "Righteous Anger" είναι μία πραγματική μελωδική ροκ καταιγίδα με επιβλητικό ρεφρέν και αριστοτεχνικό κιθαριστικό σόλο.
Το "The Cure Will Kill You" ηχεί περισσότερο σαν μία τεχνο-ποπ σύνθεση ενώ το μέτριο "You've Been Lied To Before" ακούγεται  στην ρομαντική κωμωδία "Secret Admirer" (1985) με πρωταγωνιστές τον C. Thomas Howell.
Το "Heart Over Mind" είναι απλά μία μνημειώδη μπαλάντα με απογειωτικό ρεφρέν και τον Van Stephenson να κάνει μία από τις κορυφαίες και μοναδικές ερμηνείες του.
O δίσκος κλείνει με το κεφάτο "All American Boy" που κι αυτό υπάρχει στη ταινία "The Slugger's Wife" (1985).
Γενικά θα λέγαμε ότι "Righteous Anger" αποτελεί ένα από τα κορυφαία διαμάντια του AOR ήχου και σε αυτό το εξαιρετικό άλμπουμ προστίθεται και το εκπληκτικό εξώφυλλο που είναι ένα μοναδικό εικαστικό κομψοτέχνημα.
 
                                                                       
                                      "Suspicious Heart"
Παρά την σχετική επιτυχία "Righteous Anger" τόσο οι πωλήσεις όσο και αποδοχή από τον κόσμο για τον Van Stephenson δεν ήταν η αναμενόμενη για τις απαιτήσεις της MCA Records δίνοντας του, άλλη μία ευκαιρία που θα ήταν και η τελευταία.
Το 1986 κυκλοφορεί το τρίτο σόλο του άλμπουμ με τίτλο "Suspicious Heart" σε παραγωγή ξανά του Richard Landis ελπίζοντας σε κάτι καλύτερο με την ίδια ομάδα μουσικών να ηχογραφούν και την ίδια melodic-rock/aor συνταγή.
Στο μπάσο είναι ο πολύπειρος Dennis Belfield (Ι-Ten, Stan Bush, Rick Springfield, Laura Branigan), στις κιθάρες ξανά ο σπουδαίος μουσικός Dann Huff (Giant, White Heart), ο Mike Baird στα ντραμς και ο πολύπειρος Alan Pasqua στα πλήκτρα.
Ο δίσκος ξεκινά με τα "We're Doing Alright" και "(We Should Be) Together Tonight" που θυμίζουν αρκετά Bryan Adams και ακολουθεί ένας σπουδαίος και αδικημένος AOR ύμνος, το ομότιτλο τραγούδι του άλμπουμ "Suspicious Heart" .
Στη συνέχεια έπονται τρεις μπαλάντες τα: "Never Enough Night", "Confidentially Yours" και το ιδιόμορφο αλλά πανέμορφο "Desperate Hours" που προσθέτουν μία πιο συναρπαστική μελωδική αύρα στο άλμπουμ.
Το "Dancing With Danger" βαδίζει σε πιο ρυθμικά χνάρια ενώ το "Fist Full Of Heat" είναι η κορυφαία σύνθεση του "Suspicious Heart" όπου όλη η ενορχηστρωτική δομή της σύνθεσης (κουπλέ, ρεφρέν σόλο) αποτελεί την ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ του AOR ήχου.
Ο δίσκος κλείνει με το "Make It Glamorous" που ακούγεται στο φιλμ "The Wild Life" (1984) του Cameron Crow και με το δυναμικό "No Secrets" από την ταινία Secret Admirer (1985).
Δυστυχώς παρά το γεγονός ότι το "Suspicious Heart" θεωρείται μαζί με το προηγούμενο του "Righteous Anger", από τις κορυφαίες κυκλοφορίες του είδους δεν είχε την ανάλογη εμπορική επιτυχία με αποτέλεσμα να διακοπεί η συνεργασία του με την MCA Records.
Ο ίδιος πάντως συνέχισε να γράφει τραγούδια ελπίζοντας σε μία νέα κυκλοφορία που τελικά δεν ήρθε ποτέ σε επίσημη μορφή.

 
 
                                    "Unreleased 4th Album (88-90)"
Το συγκεκριμένο ακυκλοφόρητο άλμπουμ περιλαμβάνει 12 συνθέσεις στο ύφος των προηγούμενων δύο άλμπουμ όπου κυριαρχεί ο soft-rock ήχος συνάμα με την υπέροχη φωνή του Van Stephenson. Κομμάτια που ξεχωρίζουν είναι τα "Fear Of Falling", "Love Is Stranger", "Change" και το εξαιρετικό "Don't Walk Away".
Εδώ συναντάμε επίσης και μερικούς πειραματισμούς όπως το "Snow And Thunder" που θυμίζει τους Yes των '80s αλλά και το "Mambo Willie" φέρνει κάτι από τις σόλο δουλειές του Sting.
Το "Get Used to It" είναι μία εκπληκτική hard- ροκιά που το ηχογράφησαν και το κυκλοφόρησαν αργότερα οι Giant  και υπάρχει στο δίσκο τους "Time to Burn" (1992) όπως και κάτι αντίστοιχο συνέβη με την μπαλάντα "If That Was A Lie" που το κυκλοφόρησε από τους Blackhawk το 1997και βρίσκεται στο άλμπουμ τους "Love & Gravity".
Για τις ηχογραφήσεις αυτές ο Van Stephenson συνεργάστηκε στενά με τον φίλο του Dan Huff που υποτίθεται ότι θα υπήρχαν στους GIANT όμως ο Huff ήταν πολύ απασχολημένος με τα sessions που έκανε για άλλους καλλιτέχνες οπότε οι Giant ως συγκρότημα είχε τεθεί σε αναμονή. Στη συνέχεια, ο Van Stephenson δεν μπόρεσε να περιμένει τον φίλο του μιας τα οικονομικά ζόρια ήταν μεγάλα και αποδέχτηκε την πρόταση από τους BLACKHAWK με αποτέλεσμα να μείνουν τα κομμάτια ουσιαστικά ακυκλοφόρητα.
 
                                         Οι BlackHawk και ο θάνατος
Ο Stephenson βλέποντας ότι τα σόλο άλμπουμ του δεν είχαν την εμπορική αποδοχή που περίμενε σταμάτησε να πλέον να κυκλοφορεί σόλο δίσκους.  Φυσικά στην δεκαετία του '90 δεν σταμάτησε να ηχογραφεί και να κυκλοφορεί άλμπουμ αφού συμμετείχε στην δημιουργία ενός country τρίο ως τραγουδιστής τενόρος στο συγκρότημα της κάντρι μουσικής BlackHa  με τους οποίους έκανε σημαντικές επιτυχίες με πλατινένια άλμπουμ απευθυνόμενος βέβαια σε ένα πιο ειδικό κοινό που το γνώριζε και τον γνώριζαν πολύ καλά από τότε που ξεκίνησε την καριέρα του.
Με  τους Blackhawk κυκλοφόρησε 4 άλμπουμ: το ομότιτλο Blackhawk (1994), το "Strong Enough" (1995), το "Love & Gravity" (1997) και το "The Sky's the Limit" (1998). Δυστυχώς τον Φεβρουάριο του 1999, ο Stephenson διαγνώστηκε με μελάνωμα και υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση αποχωρώντας από την μπάντα ώστε να αντιμετωπίσει το καρκίνο, αλλά δεν τα κατάφερε και πέθανε το πρωί της 8ης Απριλίου 2001 σε ηλικία μόλις 47 ετών.
Τα λόγια του Andrew McNeice, ιδρυτή της περίφημης ιστοσελίδας MelodicRock περιγράφει με τον πιο όμορφο τρόπο την προσωπικότητα του Van Stephenson:
«Ο Van είναι ένας μουσικός ήρωάς μου και ήμουν πραγματικά τυχερός που τον γνώρισα λίγο πριν από τον πρόωρο θάνατό του. Ήταν μια γενναιόδωρη, αστεία, ταπεινή ψυχή, στον οποίο θα είμαι για πάντα ευγνώμων, που μου έδωσε λίγη από την αγαπημένη μου μουσική".
Το ευτύχημα για όλους εμάς που αγαπήσαμε τα τραγούδια και την ζεστή φωνή του Van Stephenson είναι ότι παρέμειναν για πάντα στις καρδιές μας και ακόμη και σήμερα υπάρχουν αρκετοί ανά τον κόσμο οπαδοί του που τον μνημονεύουν συνέχεια.
 
Υ.Γ.1: Το 2021 το MelodicRock Classics για να τιμήσει την 20ή επέτειο από τον θάνατο του Van Stephenson συνεργάστηκε με τη σύζυγο του Van, Karen, για να παρουσιάσει ένα από τα πιο αγαπημένα τραγούδια του Van στην αρχική του μορφή demo για πρώτη φορά. Το "Ships Of Heaven"  θα ήταν το τελευταίο τραγούδι που έγραψε και ηχογράφησε ο Van πριν από το θάνατό του.

Υ.Γ.2:  Παράλληλα με την σόλο πορεία του ο  Van Stephenson συνεργάστηκε με τον Dave Robbins, γράφοντας μια σειρά από επιτυχίες για την κάντρι μπάντα των Restless Heart.

Φώτης Μελέτης

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...