Τρίτη 19 Μαΐου 2020

Giant: Όταν οι μελωδικοί γίγαντες ροκάρουν

Πολλοί από εμάς λατρεύουμε το άλμπουμ “1987” των Whitesnake για πολλούς και διάφορους λόγους που δεν είναι της παρούσης να τους αναλύσουμε άλλωστε το έχει κάνει με απίθανο τρόπο ο συνεργάτης μας Παναγιώτης Παπαϊωάννου στην στήλη του με τίτλο "To Be A Rock And Not To Roll".
Σε εκείνο το θρυλικό άλμπουμ όπου είχαν γίνει μαλλιά κουβάρια σχεδόν όλοι με όλους κρύβεται μία τελείως διαφορετική ιστορία δύο session μουσικών που όταν “κόλλαγε” το πράμα έβαζαν την πείρα τους  κάτω από τις εντολές της δισκογραφικής εταιρίας που πλήρωνε αδρά και ηχογραφούσαν για λογαριασμό άλλων ώστε να ολοκληρωθεί ότι είχαν αφήσει στην μέση τα κυρίως μέλη. H ιστορία έγραψε ότι ο Dann Huff είναι ο κιθαρίστας της USA radio εκτέλεσης του "Here I go Again" ενώ ο ίδιος είχε ήδη παίξει σε αμετρητα sessions σπουδαίων καλλιτεχνών (Joe Cocker, Amay Grant, Bob Seger, Barbra Streisand, Chaka Khan) μέχρι να σχηματίσει τους Giant.
Εκεί λοιπόν στα στούντιο που ηχογραφήθηκε το "1987" συναντήθηκαν οι δύο πολύ σπουδαίοι session μουσικοί,  Dann Huff και Alan Pasqua και αφού αντάλλαξαν τηλέφωνα και διευθύνσεις έβαλαν σκοπό μόλις τελειώσουν τις υποχρεώσεις τους να βάλουν μπροστά το δικό τους σχήμα.
Το 1988  είχαν καταλήξει τι ακριβώς αναζητούσαν οπότε βρήκαν και τους υπόλοιπους που θα τους πλαισιώνουν. Αρχικά με τον αδελφό του Dann, τον  ντράμερ David Huff με τον οποίο έπαιζαν μαζί στο θαυμάσιο χριστιανικό ροκ συγκρότημα των White Heart και το παζλ συμπληρώθηκε με τον  μπασίστα Mike Brignardelllo που συνεργαζόταν κυρίως με σπουδαίους κάντρυ καλλιτέχνες.
 

Για καιρό έψαχναν να αναλάβει κάποιος τα κυρίως φωνητικά με τον Tom Kelly να είναι στα υπόψην αλλά μάταια. Τελικά πείσθηκε με την προτροπή των υπολοίπων ο Dann Huff να γίνει ο βασικός τραγουδιστής των Giant και παράλληλα να είναικαι ο βασικός κιθαρίστας της μπάντας.
Τους Giant βοηθά ο διάσημος παραγωγός Keith Olsen να κλείσουν κάποιο συμβόλαιο, και τελικά τα καταφέρνουν μέσω του Bud Prayer, μάνατζερ- τότε- των Bad Company με την Βρετανική δισκογραφική εταιρία Α&Μ.
Μετακομίζουν στην Αγγλία για τις ηχογραφήσεις του ντεμπούτου τους άλμπουμ με τίτλο Last of the Runways” που κυκλοφορεί στα τέλη Αυγούστου του 1989 υπό την καθοδήγηση στην παραγωγή του Terry Thomas πρώην τραγουδιστή και κιθαρίστα των Charlie. Tα γεμάτα πάθος φωνητικά του Dann Huff , τα αιχμηρά κιθαριστικά σόλο, τα βελούδινα πλήκτρα καi οι όμορφες μελωδίες είναι η βασική συνταγή των Giant.



To Last of the Runways” ξεκινά με ένα καταιγιστικό κιθαριστικό σόλο που μας εισάγει στο "I'm a Believer”. Mία aor-hard rock σύνθεση με το ρεφρέν να σε κολλάει στον τοίχο όπως και το επίσης υπέροχο "Innocent Days" που συνεχίζει στο ίδιο υπέροχο μελωδικό μοτίβο.
Όλα τα όργανα ισορροπούν  αρμονικά με τις ερμηνείες να εξελίσσουν τον melodic hard rock/aor ενώ παράλληλα οι κιθάρες είναι τόσο προσεγμένες που όσο τις ακούς άλλο τόσο σε εντυπωσιάζουν με την αρτιότητα τους.
Το αργόσυρτο "I Can't Get Close Enough" ακούγεται ογκώδες και επικό με εξαιρετική ενορχήστρωση  και η μπαλάντα I'll See You in My Dreams είναι από τις καλύτερες που έχει γράψει ροκ σχήμα και καταφέρνει να φτάσει ως το νο 20 των αμερικάνικων τσαρτ. Το "No Way Out" έχει ένα blues/funky στυλ ενώ το Shake Me Up" έχε αυτό το κλασσικό ξεσηκωτικό arena/rock ύφος.
Το "It Takes Two" είναι από τις πιο γοητευτικές συνθέσεις του άλμπουμ που ξεκινά ήρεμα αλλά εναλλάσσει τις ταχύτητες σε aor ημιμπαλαντοειδές φόρμες. Το “Stranger To Me” είναι μία επιβλητική αργόσυρτη hard rock σε blues ύφος σύνθεση, όπου κυριαρχούν τα πλήκτρα του Alan Pasqua.
Το "Hold Back the Night" έχει το απόλυτο μελωδικό ρεφρέν από εκείνα που σε κάνουν να λατρεύεις τα '80ς, σε αντίθεση με την μέτρια  μπαλάντα "Love Welcome Home ενώ ο δίσκος κλείνει με το "The Big Pitch", μία δυνατή party-rock σύνθεση.
Αξίζει να σημειώσουμε ότι τις περισσότερες συνθέσεις τις συνυπογράφει και ο Mark Spiro που έχει συνεργαστεί με καλλιτέχνες όπως ο Steve Perry, David Lee Roth, Rick Springfield και με πολλούς άλλους.
Οι Giant καταφέρνουν με το ντεμπούτο τους να κάνουν την αίσθηση που επιθυμούσαν και το παράδοξο ήταν ότι ήταν πιο αποδεκτοί στο Ηνωμένο Βασίλειο από ότι στις ΗΠΑ. Άλλωστε και οι πιο πετυχημένες live εμφανίσεις τους ήταν στην Ευρώπη κάτι που τους εξασφάλισε και την μεταγραφή τους σε μεγαλύτερη εταιρία την Epic Records στην οποία θα κυκλοφορούσαν το δεύτερο στούντιο άλμπουμ τους. άξιο αναφορά είναι ότι στην τουρνέ που ακολούθησε συμμετείχε ως δεύτερος κιθαρίστας ο Mark Oakley.


 

Στις 31 Μαρτίου του 1992 οι Giant κυκλοφορούν το "Time to Burn" με τον πληκτρά Alan Pasqua να έχει ορισμένες διαφωνίες για τις νέες συνθέσεις αλλά αυτές ξεπεράστηκαν μιας και ανήκαν πλέον σε νέα δισκογραφική εταιρία και έπρεπε να αρπάξουν την ευκαιρία που τους δόθηκε.
Για τα νέα κομμάτια του άλμπουμ εκτός από τα κυρίως μέλη, επιστρατεύονται δύο πετυχημένοι συνθέτες ο Καναδός Jim Vallance και ο Αμερικανός Van Stephenson ενώ στην παραγωγή είναι ξανά ο Terry Thomas.
To "Time to Burn" συνεχίζει με έμπνευση και δημιουργικότητα εκεί που σταμάτησε ο πρώτος δίσκος της μπάντας και φέρνει αρκετά ο ήχος σε συγκροτήματα όπως οι Foreigner,  Bad English και Loverboy.
Ο δίσκος ξεκινά με το φωνακλάδικο "Thunder and Lightning" και συνεχίζει με το φανταστικό "Chained" που ξεκινά αργά και εξελίσσεται σε μία hard rock/melodic βόμβα με το ρεφρέν να το απογειώνει.



Ακολουθούν τα "Lay It on the Line" και το αριστουργηματικό "Stay" με τις κιθάρες και τις ερμηνείες του Dann Huff να είναι σε πολύ υψηλό επίπεδο. Η μπαλάντα "Lost in Paradise" είναι απλά υπέροχη και το ομότιτλο κομμάτι κινείται σε ταχύτητες ανάμεσα σε Mr. Big και Van Halen με ένα φονικό κιθαριστικό σόλο!
Το "I'll Be There (When It's Over)" σε παραπέμπει στις χρυσές μέρες του Bryan Adams και αυτό μάλλον οφείλεται ότι την σύνθεση υπογράφει o Jim Vallance.
Ακολουθούν τα "Save me Tonight" και "Without You" σε φουλ aor-αδικη διάθεση και το  άλμπουμ κλείνει με την υπέροχη μπαλάντα "Now Until Forever" και το ροκέ "Get Used to It".
Δυστυχώς το Time to Burn” δεν πάει καθόλου καλά εμπορικά και η μπάντα ουσιαστικά διαλύεται αφού προηγήθηκε μία μεγάλη τουρνέ χωρίς όμως να συμμετέχει ο Alan Pasqua που είχε δείξει εξ αρχής τις διαφωνίες του  ενώ την  χαριστική βολή έδωσε και η επικράτηση της grunge rock σκηνής.
Στα χρόνια που ακολούθησαν και πριν την επανασύνδεση του 2010, ο ηγέτης των Giant, Dan Huff, έγινε  από τους πιο περιζήτητους παραγωγούς, του είδους, δουλεύοντας στη rock, heavy metal, pop και country μουσική με αμέτρητους καλλιτέχνες συμπεριλαμβανομένων των Faith Hill, Shania Twain, Megadeth, Faith Hill, Madonna και Bon Jovi.
 


Το 2001 η μπάντα επιστρέφει στην δισκογραφία με το τρίτο στούντιο άλμπουμ της, με τον κλασσικό τίτλο "III".  Τίτλος ο οποίος είχε διπλό συμβολικό χαρακτήρα μιας και ήταν το τρίτο στούντιο άλμπουμ που κυκλοφορούσαν αλλά είχαν απομείνει τρία από τα αρχικά μέλη διότι είχε αποχωρήσει οριστικά ο Alan Pasqua που ακολούθησε μία jazz μουσική πορεία.

                      Επανασύνδεση και τέλος
Είχαν προηγηθεί δύο χρόνια επαγγελματικών ραντεβού και συζητήσεων με την Frontiers Records στο Σικάγο, η οποία τότε είχε αρχίσει την ανοδική της πορεία της ως η νέα δισκογραφική που στηρίζει τον melodic/hard/rock/aor ήχο. Οι υπεύθυνοι της Frontiers έδειξαν πως ήθελαν πάρα πολύ να επιστρέψουν δισκογραφικά οι "μελωδικοί γίγαντες" και κατόρθωσαν να πείσουν τους GIANT να κυκλοφορήσουν το πολυπόθητο τρίτο άλμπουμ τους.
Ο δίσκος τελικά κυκλοφορεί το 2001 και κινείται στα γνωστά μελωδικά μονοπάτια της αμερικάνικης μπάντας, με τις κιθάρες  να σαρώνουν, τις μελωδικές γραμμές να εντυπωσιάζουν και τις ερμηνείες να είναι θειικές.
Ο δίσκος ξεκινά με ένα μικρό καταιγιστικό κιθαριστικό σόλο υπό τον τίτλο “Combustion”  που μας "ζεσταίνει" χωρίς υπερβολές για την φανταστική epic/aor σύνθεση με τίτλο “ You Will Be Mine” επιπρόσθετα κάτι ανάλογο συμβαίνει με το “Over You” όπου το κιθαριστικό σόλο μαζί με το ρεφρέν «τα σπάνε» κυριολεκτικά.
Ακολουθεί η όμορφη μπαλάντα “Don't Leave Me In Love και το μελωδικό “Love Can't Help You Now” με την ερμηνεία του Dann Huff να είναι άκρως παθιασμένη. Και στις δύο παραπάνω συνθέσεις η παρουσία του Mark Spiro για ακόμη μία φορά είναι πολύ έντονη.
Έπεται το  δυναμικό The Sky Is The Limit” και η μπαλάντα “It's Not The End Of The World όπου εδώ η συνθετική βοήθεια του Van Stephenson είναι εμφανής. Ακολουθούν τα Oh Yeah”  σε ύφος Bad Company και ακόμη μία μπαλάντα, με τίτλοCan't Let Go”.
Ο δίσκος κλείνει, με μία εκρηκτική διασκευή στο “Bad Case of Loving You (Doctor, Doctor)” του Moon Martin πρωτοτραγουδισμένη από τον Robert Palmer.



Το άλμπουμ παρά τις θετικές κριτικές δεν έφερε και την ανάλογη συνέχεια στο γκρουπ αφού οι “δουλειές” του Dann  Huff είχαν ανοιχτεί πάρα πολύ και ήταν περιζήτητος τόσο σαν παραγωγός όσο και σαν μουσικός και φυσικά τα χρηματικά ποσά που απολάμβανε ήταν αρκετά μεγάλα. Oπότε ο χρόνος του σπουδαίου μουσικού, παρέμεινε περιορισμένος για να ασχοληθεί όπως πρέπει για την προώθηση των Giant σε όλα τα επίπεδα.
Η απραξία των Giant κράτησε σχεδόν μία δεκαετία και το 2010 αποφασίζουν να κυκλοφορήσουν το "Promise Land", αυτή την φορά χωρίς την παρουσία του ηγέτη των Giant, Dann Huff.
Βέβαια ο ίδιος είχε φροντίσει να γράψει επτά κομμάτια για το τέταρτο άλμπουμ ενώ συμμετέχει σε δύο συνθέσεις παίζοντας τα κιθαριστικά σόλα.
Τα φωνητικά του Promise Land έχει αναλάβει ο αξιόλογος Terry Brock (Le Roux, Phantom's Opera, The Sign, Slamer, Strangeways) και τις κιθάρες ο John Roth (Winger, Black Oak Arkansas ) αλλά και συνθέτης μαζί με τον  Jimi Jamison (Survivor) του κομματιού Rock Hardτης περίφημης τηλεοπτικής σειρά  Baywatch.
Η αγωνία των οπαδών για το πώς θα ακούγεται το Promise Land ήταν έντονη αλλά ευτυχώς το άλμπουμ ήταν αντάξιο της μικρής αλλά σημαντικής πορείας του γκρουπ.
Το ξεκίνημα  του άλμπουμ ήταν στο ύφος που λατρέψαμε τους Giant, με την εξαιρετική σύνθεση “Believer” που την υπογράφει ο ταλαντούχος Σουηδός Erik Mårtensson (Eclipse, W.E.T.) με τον Robert Säll (Work of Art, W.E.T.) ενώ εδώ σολάρει ο ίδιος ο Dann Huff.
Aκολουθεί το ομότιτλο κομμάτι σε μία πλήρως aor ατμόσφαιρα με την συνέχεια να είναι πιο δυναμική. Το melodic hard rock, “Νever Surrendere” έχει καθαρά με χριστιανικές στιχουργικές αναφορές και εκπληκτικό κιθαριστικό σόλο.
Η συνέχεια ανήκει στην υπέροχη μπαλάντα “Our Love” ισάξια με άλλες κλασσικές συνθέσεις ανάλογων σχημάτων ενώ το “Prisoner Of Love πατάει πάνω σε blues/aor φόρμες.
To “Two Worlds Collide” κινείται στα ίδια μελωδικά μονοπάτια και στο “Plenty Of Love” νομίζεις ότι ακούς την κιθάρα του Joe Satriani.
Τα Through My Eyes” και “Dying To See You είναι δύο μέτριες μπαλάντες ενώ το “I'll Wait For You” έχει γραφτεί αποκλειστικά από τον κιθαρίστα John Roth σε μελωδικό ύφος.
Το Double Trouble είναι μία προβλέψιμη αλλά θαυμάσια hard rock σύνθεση ενώ το “Complicated Man” έχει ταχύτητες από Van Halen και Mr. Big με τις κιθάρες να φλέγονται. Το άλμπουμ κλείνει με το funky/rock,  “Save Me”, στο οποίο σολάρει ο ίδιος Dann Huff.
Μετά την συγκεκριμένη στούντιο κυκλοφορία, οι Giant δεν είχαν κάποια συνέχεια, δείχνοντας ότι έχουν εκπληρώσει οριστικά το μουσικό τους καθήκον.
Τελευταία νέα για αυτούς ήταν το reunion live που έδωσαν στον Νάσβιλ τον Ιούλιο του 2017, με την συμμετοχή των Dann Huff, David Huff  και  Mike Brignardello αλλά και του κιθαρίστα Mark Oakley που τους βοηθούσε στις live εμφανίσεις της δεκαετίας του ’90. Στη σκηνή βρέθηκαν μαζί τους, ο τραγουδιστής Bryan Cole και ο κιμπορντίστας Tyler Leslie και έπαιξαν όλοι μαζί μόνο τρεις συνθέσεις τα “I’m A Believer,” “Innocent Days” και την μπαλάντα “I’ll See You In My Dreams”.

Υ.Γ. 1:  Οι Giant έχουν κυκλοφορήσει επίσης  την συλλογή “It Takes Two + Giant Live” (1990) και το “Live and Acoustic - Official Bootleg” (2003).
Υ.Γ. 2: Στο “Last of the Runaways” συμμετέχει στα δεύτερα φωνητικά ο Lea Hart (Fastway,) και ο Peter Howarth (Hollies) ενώ συμμετέχει και στην συγγραφή των συνθέσεων ο βραβευμένος με Grammy  Phil Naish.

Υ.Γ.3: Ο Dann Huff  έχει βραβευτεί τρεις φορές για λογαριασμό των Country Music Association Awards και τις τελευταίες δυο δεκαετίες έχει επικεντρωθεί σε συνεργασίες με κάντρι καλλιτέχνες.

Φώτης Μελέτης

Δευτέρα 11 Μαΐου 2020

Genesis: "Duke"

Το δέκατο στούντιο άλμπουμ των Genesis κυκλοφόρησε στα τέλη Μαρτίου του 1980 και παρότι είχαν υποστεί σημαντικές απώλειες με τα μέλη της μπάντας, κατόρθωσαν όχι μόνο να επιβιώσουν αλλά και να έχουν αιφνιδιάσει ευχάριστα και τους μουσικούς κριτικούς της εποχής που εκείνη την περίοδο ήταν πολύ αυστηροί και καθόλου ευχάριστοι στις παρουσιάσεις τους.
Όταν μάλιστα το σπουδαίο τρίο καταφέρνει να έχει την μερική αποθέωση μεγάλων μουσικών περιοδικών της εποχής όπως το The Rolling Stone  και το Sounds εν μέσω punk και new wave μόδας, τότε κατανοείς πόση σημαντική μουσική και καλλιτεχνική δύναμη κουβαλούσαν όλα αυτά τα χρόνια, οι χαρακτηρισμένοι κακοπροαίρετα ως prog-rock "δεινόσαυροι".
To πρώτο εξάμηνο του 1979 ήταν χρόνος αδράνειας για την μπάντα αν και οι Tony Banks και Mike Rutherford κυκλοφόρησαν σόλο άλμπουμ. Η συγκεκριμένη περίοδος ήταν πολύ δύσκολη για τον Phill Collins αφού προσπαθούσε να σώσει τον πρώτο γάμο του και για αυτό τον λόγο είχε μετακομίσει από το Ηνωμένο Βασίλειο στο Βανκούβερ του Καναδά, μιας και η τότε σύζυγός του, Andrea Bertorelli,  είχε προβεί σε διάφορου είδους τελεσίγραφα, προσπαθώντας και εκείνη με την σειρά της να σώσει έναν γάμο που ήταν ήδη καταδικασμένος, μιας το πρόγραμμα και ο τρόπος ζωής του Phiil Collins ήταν απίθανο να μπορέσει να του δώσει το φιλί της ζωής.
Τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας βλέποντας το δράμα που ζούσε ο frontman του γκρουπ και λειτουργώντας ως οικογένεια αποδέχονται το αίτημα του Collins ώστε να μπορέσει να επανέλθει πρωτίστως στις οικογενειακές του υποχρεώσεις και μετέπειτα στις δισκογραφικές και συναυλιακές υποχρεώσεις των Genesis. Παράλληλα ο Collins είχε πολλά πράματα στο μυαλό του αλλά ήταν αρκετά δύσκολο όλα να συνδυαστούν. Από την μία η εύρεση οικογενειακής γαλήνης και η μετακόμιση στον Καναδά και από την άλλη η φιλόδοξη σκέψη του, που την είχε ομολογήσει και στους υπόλοιπους Genesis ότι, είχε έρθει η ώρα για την μπάντα να κάνουν την μεγαλύτερη τους εμπορική επιτυχία. Ταυτόχρονα μέσα σε όλα αυτά υπήρχε και το jazz rock σχήμα των Brand X, στο οποίο είχε ενεργό συμμετοχή ο δραστήριος μουσικός, οπότε όπως καταλαβαίνετε πολλά καρπούζια στην ίδια μασχάλη ήταν λιγάκι δύσκολο να κρατηθούν.


 
Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν ο γάμος του, να διαλυθεί και να του αφήσει έντονα σημάδια κατάθλιψης, μιας και με την Andrea Bertorelli ήταν μαζί από την εφηβική τους ηλικία και είχαν αποκτήσει δύο παιδιά, οπότε το συναισθηματικό πλήγμα ήταν βαρύ. Βέβαια χάριν σε αυτό το άκρως δυσάρεστο γεγονός ο Collins έγραψε ένα από τα καλύτερα του κομμάτια, το, "In The Air Tonight". Μάλιστα τα υπόλοιπα μέλη των Genesis, τον "κατηγόρησαν" και συγκεκριμένα ο T. Banks, γιατί το συγκεκριμένο κομμάτι δεν ήθελε ο Collins να το συμπεριληφθεί στο "Duke" αλλά προτίμησε να το κυκλοφορήσει στο πρώτο σόλο δίσκο με τίτλο "Face Value". Ο λόγος είναι μάλλον προφανής...
Εν τέλει ο γάμος του P. Collins δεν σώθηκε αλλά στάθηκε μία καλή αφορμή ώστε οι Genesis να συνθέσουν μία από τις κορυφαίες στούντιο κυκλοφορίες τους.
Άλλωστε η μπάντα ήδη μετρούσε δύο σημαντικές απώλειες (Peter Gabriel και Steve Hackett) και αντί αυτό να σταθεί αρνητικός παράγοντας, συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Ειδικά στα δύο προηγούμενα άλμπουμ "Wind & Wuthering" (1976) όσο και το "...And Then There Were Three..." (1978), οι Genesis έδειξαν σημαντικές αντοχές καλλιτεχνικής δημιουργίας που ανάγκασαν μέχρι και τους "σκληρούς" κριτικούς να παραδεχτούν ότι είναι πολύ καλά άλμπουμ.
Βάζοντας πίσω όσα προβλήματα κουβαλούσαν (ειδικά όπως είπαμε ο Phill Collins), το γκρουπ ξεκινά να συνθέτει νέα κομμάτια, περίπου στα μέσα του 1979 αλλάζοντας το πλάνο τους στην δημιουργία τραγουδιών δηλαδή σταμάτησαν να δουλεύουν κυρίως με προπαρασκευασμένες ιδέες αλλά αποφάσισαν να συν-δημιουργούν μέσα στο στούντιο κάνοντας ουσιαστικά πρόβες και jam ώστε να προκύψει κάτι πιο αυθόρμητο και εμπνευσμένο. Επιπρόσθετα ο Phill Collins επιστρέφοντας στο Ηνωμένο Βασίλειο, σε ότι κενά είχε με τους Genesis, ηχογράφησε την ίδια χρονιά το "Product" με τους Brand X (μία jazz-fussion μπάντα) αλλά παράλληλα έγραφε και συνθέσεις για το πρώτο σόλο δίσκο του με τίτλο "Face Value" ενώ ο ίδιος πειραματιζόταν με μία μηχανή ηλεκτρονικών τυμπάνων Roland, προσπαθώντας να καταπολεμήσει με πλήρη μουσική εργασιοθεραπεία τον χωρισμό από την γυναίκα του.
 
Το φθινόπωρο του 1979, οι Banks και ο Rutherford μετακόμισαν με τον Collins στο Shalford για να ξεκινήσουν τις πρόβες για το "Duke". Ο Collins είχε γράψει ήδη ένα μεγάλο αριθμό τραγουδιών, αλλά ένιωθε ότι δεν ταίριαζαν με το μουσικό ύφος  των Genesis, ενώ οι Banks και Rutherford δεν είχαν να καταθέσουν κάποιο σημαντικό υλικό διότι πολύ απλά, όποια μουσική ιδέα είχαν, την είχαν κυκλοφορήσει στα προσωπικά τους άλμπουμ. Βλέποντας το αδιέξοδο αποφασίζουν ο καθένας τους να συνθέσουν από δύο κομμάτια. Συνέπεια όλων αυτών ήταν ο κημπορντίστας Tony Banks να γράψει τα "Heathaze" και "Cul-de-Sac", ο κιθαρίστας Mike Rutherford τα "Man of Our Times" και "Alone Tonight" ενώ ο P. Collins τα "Misunderstanding" και "Please Don't Ask". Οι υπόλοιπες συνθέσεις προέκυψαν στις πρόβες που έκανε η μπάντα αν και για το κομμάτι "Cul-de-Sac", ο P. Collins είχε αντιρρήσεις (κακιστα όπως αποδείχτηκε) διότι υποστήριζε ότι δεν είναι στο ύφος του, ενώ δεν του άρεσαν και οι στίχοι.


 
Τελικά όλο αυτό το σχέδιο των τριών, με τις πρόβες και τα δύο τραγούδια που οφείλουν να συνθέσουν, o καθένας τους λειτούργησε αναζωογονητικά για το άλμπουμ και στα μέσα Νοεμβρίου του 1979 βρέθηκαν όλοι μαζί στο Polar studios, στην Στοκχόλμη της Σουηδίας (στούντιο που έχουν ηχογραφήσει οι ABBA και Led Zeppelin) όπου μέχρι και το τέλος Δεκεμβρίου του 1979 ολοκλήρωσαν και τις ηχογραφήσεις του "Duke".
Την εξαιρετική παραγωγή ανέλαβε ο David Hentschel (Ringo Starr, Queen, Nazareth, Mike Oldfield, Renaissance, Peter Hammill) και ήταν η τελευταία του συνεργασία με τους Genesis.
Το άλμπουμ ξεκινά με το "Behind the Lines" που αρχικά ήταν σχεδιασμένο να είναι ένα 30λεπτο κομμάτι που θα περιλάμβανε  σε μία ενότητα τα "Duchess", "Guide Vocal", "Turn It Again", "Duke's Travels" και "Duke's End" κάτι που τελικά δεν συνέβη. Το "Behind the Lines"  είναι μία εξαιρετική σύνθεση όπου τα συμφωνικά  πλήκτρα του Tony Banks συνδυάζονται μοναδικά με τα ρυθμικά μέρη, και την πανέμορφη κιθαριστική μελωδία του Mike Rutherford. Όλο αυτό το συνθετικό αριστούργημα συμπληρώνεται με την παθιασμένη ερμηνεία του P. Collins που το κάνουν υπέροχο. Oι στίχοι μιλούν για έναν πρώην εραστή κάτι που παραπέμπει στα προσωπικά "ερωτικά δράματα" του χωρισμένου ντράμερ και που θα μας απασχολήσουν και σε ορισμένες άλλες συνθέσεις του άλμπουμ. Για την ιστορία το "Behind the Lines" υπάρχει σε διαφορετική πιο funky εκτέλεση και στο πρώτο σόλο δίσκο του P. Collins.
H συνέχεια ανήκει σε μία φοβερή σύνθεση, το "Duchess" που αναφέρεται στην άνοδο και την πτώση μία θηλυκής ροκ σταρ. Το κομμάτι ξεκινά με ένα δίλεπτο ηχητικό ατμοσφαιρικό σίγασμα και στη συνέχεια μεταλλάσσεται σε μία μνημειώδης μελωδία, με το ρεφρέν να είναι ένας μοναδικός μελωδικός παράδεισος αλλά και τον P. Collins να κάνει μία από τις καλύτερες ερμηνείες του.
Το ολιγόλεπτο "Guide Vocal" που ακολουθεί είναι μία πανέμορφη μελαγχολική σύνθεση με καθαρά αυτοβιογραφικούς στίχους και αποτελεί ουσιαστικά μία ωραία εισαγωγή για το επόμενο κομμάτι που ακολουθεί, το πιο ροκέ "Man of Our Times". Ένα τραγούδι όπου ρεφρέν φτάνει μέχρι τον ουρανό ενώ το υπόγεια φωνητικά του Collins εναλλάσσονται με τα "εμμονικά" πλήκτρα του Tony Bnaks.
Η συνέχεια ανήκει στο "Misunderstanding", το οποίο είναι ένα μίγμα ανάμεσα στο "Hot Fun in the Summertime" των Sly and the Family Stone, το "Hold the Line" (Toto) και το"Sail on Sailor" των The Beach Boys και σύμφωνα με τα λεγόμενα του Tony Banks και τα τρία μέλη των Genesis είναι φανατικοί θαυμαστές των Beach Boys.


 
Ακολουθεί το ανατριχιαστικό  "Heathaze", ένα κομμάτι που έχουν αντιγράψει ειδικά στην ενορχήστρωση του, όλες οι σύγχρονες prog rock μπάντες. Υπέροχη και δυνατή ερμηνεία από τον P. Collins με τους ποιητικούς στίχους να το κάνουν ακόμη πιο συγκινητικό.
Στη συνέχεια ακολουθεί το ραδιοφωνικό, "Turn It On Again", όπου οι ρυθμοί γίνονται πιο mainstream ενώ για αυτούς που "ψάχνονται" την λεπτομέρεια θα βρουν ότι μέσα στην σύνθεση υπάρχει και ένα έξυπνο πέρασμα από γιαπωνέζικη μελωδία.
Το "Turn It On Again" έγινε για πολλά χρόνια ένα από τα πιο συναυλιακά κομμάτια της μπάντας.
Οι ρυθμοί στη συνέχεια πέφτουν με το "Alone Tonight" και όπως περιγράφει ο τίτλος του, είναι ένα "μοναχικό" κομμάτι, κοινώς μία μπαλάντα που θυμίζει πιο πολύ τις μετέπειτα σόλο συνθέσεις του P. Collins.
To "Cul-de-sac", μπορεί ο Collins να μην ήθελε να το ερμηνεύσει αλλά ευτυχώς επικράτησε η άποψη των υπολοίπων. Εδώ μιλάμε για μία επική λυρική prog σύνθεση του γκρουπ, η οποία χάριν της μουσικής ευφυίας του Tony Banks, ακούμε μία από τις καλύτερες μελωδίες του άλμπουμ.
Το "Please Don't Ask" είναι μία ομαδική σύνθεση και μία λιτή όμορφη μπαλάντα όπου στιχουργικά παραπέμπει για άλλη μια φορά στον χωρισμό του P. Collins.
Ο δίσκος κλείνει με το "Duke's Travels" και το ορχηστρικό "Duke's End", όπου όσοι αγαπούν περισσότερο τα πρώτα άλμπουμ της μπάντας, εδώ θα απολαύσουν τους prog περφεξιονισμούς.
Oι 130 συναυλίες που έδωσαν οι Genesis για την προώθηση του "Duke", ήταν ένας πραγματικός θρίαμβος όπου καταγράφεται χαρακτηριστικά στη συναυλία που έδωσαν στο Lyceum Theatre του Λονδίνου, την οποία αν δείτε αποσπάσματα στο youtube θα νιώσετε την ένταση και την φλόγα που είχαν εκείνη την περίοδο οι Genesis.
Το "Duke" για όσους ακολουθούν πιστά τους Genesis, αποτελεί μία από τις καλύτερες στούντιο κυκλοφορίες τους. Μπορεί οι σκληροπυρηνικοί οπαδοί εποχής Peter Gabriel να κατακρίνουν την στροφή του γκρουπ. Όμως οι Genesis απέδειξαν ότι δεν κόλλησαν σε ηχητικά στεγανά και ούτε βούλιαξαν στον ελιτισμό που ακολούθησαν άλλα prog σχήματα και κυρίως απέφυγαν το ναυάγιο που έπαθαν ανάλογα συγκροτήματα εκείνη την εποχή από την λαίλαπα της punk και της new wave μουσικής.
 
Υ.Γ. 1.Το άλμπουμ κυκλοφόρησε στα τέλη Μαρτίου του 1980, έφτασε μέχρι το νο1, των τσαρτ του Ηνωμένου Βασιλείου και στις ΗΠΑ έφτασε μέχρι το νο 11 και έγινε πλατινένιο και στις δυο πλευρες του Ατλαντικού.
 
Υ.Γ 2.Το εξώφυλλο του άλμπουμ επιμελήθηκε, ο Γάλλος εικονογράφος Lionel Koechlin με την βοήθεια  του Bill Smith και είναι επηρεασμένο από το  βιβλίο του L'Alphabet d'Albert, που δημοσιεύτηκε το 1979. Στον P. Collins δεν άρεσε το συγκεκριμένο εξώφυλλο διότι υποστήριζε ότι θεματικά δεν είχε σχέση με τις συνθέσεις του Duke".
Αντιθέτως στους Banks και Rutherford αλλά και στην Charisma Records, τους άρεσε η συγκεκριμένη εικονογράφηση και φυσικά επικράτησε η δική τους άποψη.
 
Υ.Γ. 3. Στα b- sides του "Misunderstanding", υπάρχει το  ρομαντικό "Evidence of Autumn" (σύνθεση του Tony Banks) ενώ το ερωτικό "Open Door" είναι στην δεύτερη πλευρά του σινγκλ "Duchess".
 
 
Φώτης Μελέτης

Παρασκευή 1 Μαΐου 2020

Silvernite: "Μια ακρόαση με κλειστά μάτια θα σας πείσει!"

Χάρηκα, διότι τον τελευταίο μήνα κυκλοφορεί δίσκος του μελωδικού γένους. Xάρηκα ακόμη περισσότερο που η κυκλοφορία είναι ελληνική.
Xάρηκα πολύ, διότι οι πολυτάλαντοι και πολυοργανίστες καλλιτέχνες τόλμησαν να δημιουργήσουν έναν δίσκο αμιγώς με την αγαπημένη '80ς μουσική "φορεσιά":
σπουδαία μουσικά "άγκιστρα", καθοδηγούμενα από πλήκτρα και συνθεσάιζερ, σπουδαία φωνητικά, ευφάνταστες καθάριες κιθαριστικές γραμμές.
Στα πλαίσια προβολής λοιπόν κάθε ελληνικής μελωδικής μπάντας από το rocktime.gr, είχαμε την καλή συντυχία να μιλήσουμε με τους δημιουργούς του δίσκου και συγκεκριμένα με τον βιρτουόζο Στράτο Καραγιαννίδη (Strutter) και να παρουσιάσουμε τις επιδιώξεις και τα μουσικά όνειρα τους!

RT: Πώς δημιουργήθηκαν οι SILVERNITE και ποια η μέχρι τώρα πορεία σας; Δώστε μας λίγα στοιχεία για μία πρώτη γνωριμία για τους φίλους της καλής μελωδικής μουσικής…
Κατ' αρχήν χαιρόμαστε που ερχόμαστε σε επαφή μέσω του rocktime.gr με τους φίλους της καλής μουσικής! Οι Silvernite είναι το αποτέλεσμα μιας μουσικής ανησυχίας δικής μου και του Θανάση (Thanos G.). Πάντοτε ήμασταν λάτρεις της '80ς αισθητικής και θέλαμε μουσικά να κάνουμε κάτι αντίστοιχο. Έτσι ξεκινήσαμε από τα τέλη του 2018 να γράφουμε τα πρώτα κομμάτια, αλλά χωρίς να έχουμε σαν στόχο τότε να δημιουργήσουμε ένα νέο μουσικό συγκρότημα. Στόχος μας ήταν απλά να εκφραστούμε μέσω κάποιων τραγουδιών. Σιγά-σιγά τα τραγούδια μας άρχισαν να μαζεύονται και αρχίσαμε να συζητάμε το ενδεχόμενο μιας κυκλοφορίας αυτού του υλικού. Τότε παρουσιάστηκε και η ανάγκη μιας φωνής. Είχαμε την χαρά να συναναστρεφόμαστε με μια εξαιρετική φωνή από την Φινλανδία, την Τάνια Χαρκόνεν (Tanja Härkönen) και της ζητήσαμε να μας ηχογραφήσει κάποια δείγματα για τα τραγούδια μας. Το αποτέλεσμα ήταν εξαιρετικό και έτσι την προσκαλέσαμε στην μουσική μας παρέα. Απόρροια όλων των παραπάνω ήταν να ιδρυθούν οι Silvernite. Ένα μουσικό συγκρότημα που είναι η αντανάκλαση των εφηβικών μας ονείρων.

RT:  Ο τίτλος είναι σημαδιακός, περιγραφικός για κάτι/κάποιον ή κάποια; Σχετίζεται με τους στίχους και από πού αντλείς έμπνευση για τη μουσική;
Οι Silvernite είναι ένα concept συγκρότημα. Όλη μας η μουσική και οι στίχοι βασίζονται πάνω σε μία ιστορία επιστημονικής φαντασία. Η πρώτη μας δουλειά με τίτλο "So It Began" είναι ο πρόλογός της. Αυτόν τον καιρό δουλεύουμε πάνω στην δημιουργία ενός comic περιοδικού της ιστορίας μας το οποίο σε συνδυασμό με την μουσική θα μπορεί να δώσει στους ακροατές μας ένα ολοκληρωμένο αποτέλεσμα της αισθητικής μας. Το όνομά μας είναι κομμάτι της ιστορίας μας και για αυτόν τον λόγο δεν θα ήθελα να πω κάτι παραπάνω για να μην χαλάσω την ανάγνωση στους φίλους μας.

RT: Είναι δύσκολο για μία μπάντα να δημιουργεί σε μία κατάσταση οικονομικής κρίσης και πανδημίας, όπως αυτή που βιώνει η Ελλάδα;
-Όχι. Η δημιουργία δεν ήταν ποτέ ευκολότερη από ό,τι είναι τώρα στις μέρες μας. Πλέον η τεχνολογία είναι ένας εκπληκτικός σύμμαχος του μουσικού. Μειώνει το κόστος και μεγιστοποιεί τα διαθέσιμα εργαλεία, άρα όποια και να είναι η οικονομική κατάσταση, οι μέρες μας είναι σίγουρα πολύ καλύτερες από αυτές των δεκαετιών 60, 70, 80, 90 ακόμα και του 2000. Αυτό που θα έπρεπε να μας προβληματίσει δεν είναι το οικονομικό κομμάτι αλλά το αν υπάρχει διάθεση για δημιουργία καλής μουσικής. Όταν λέω καλή μουσική δεν εστιάζω σε κάποιο μουσικό είδος αλλά στο ταλέντο και στην αγάπη του μουσικού για έκφραση.

RT: Ποιες είναι οι μπάντες που σας επηρεάζουν στην κυκλοφορία αυτήν μουσικά;
Όλη η Hard Rock σκηνή της δεκαετίας του '80 με συγκροτήματα όπως οι: Journey, Toto, Boston, Survivor, Lita Ford, Vixen, Petra, Glenn Frey και πολλοί άλλοι. Αλλά και το σύγχρονο μουσικό ρεύμα της Synthwave σκηνής με συγκροτήματα όπως oι: The Midnight, LeBrock, Gunship, Kavinsky, September 87 κ.α.
 

RT:  Πώς θα περιγράφατε τη μουσική και τις εμφανίσεις σας σε κάποιον χωρίς ακοή και χωρίς όραση, αντίστοιχα;
Σε κάποιον χωρίς ακοή θα ήταν πολύ εύκολο να μας καταλάβει με την βοήθεια του κόμικ που ετοιμάζουμε. Όλη η ιστορία των τραγουδιών μας θα βρίσκεται μέσα στις σελίδες του περιοδικού. Σε έναν άνθρωπο χωρίς όραση η ίδια η μουσική μας δημιουργεί τόσες πολλές εικόνες που η φαντασία του θα ταξίδευε με ευκολία στον μαγικό μας κόσμο. Μια ακρόαση με κλειστά μάτια θα σας πείσει!

RT: Όταν συνθέτετε, τι προκύπτει πρώτα: η μουσική ή οι στίχοι;

Πρώτα έρχεται η ιστορία. Μετά ακολουθεί η μουσική βασισμένη πάνω στην ιστορία που θέλουμε να περιγράψουμε και μετά ντύνεται το μουσικό κομμάτι με τους αντίστοιχους στίχους. Δηλαδή δουλεύουμε με τον ίδιο τρόπο που θα συνέθεται κάποιος ένα soundtrack μιας ταινίας.

RT:Με ποιες μπάντες θα χαιρόσασταν να παίζατε /περιοδεύατε μαζί;
-Δεν υπάρχει κάποιο "απωθημένο". Όλοι μας σαν μουσικοί έχουμε μεγάλη πορεία. Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι να λήξει η περίεργη κατάσταση που βιώνουμε με τον κορωναϊό και να μπορέσουμε να φέρουμε την παράστασή μας στον κόσμο.

RT: Ποιος είναι ο "υπεύθυνος" για τους στίχους και τη μουσική;
Η μουσική γράφεται από εμένα και τον Θανάση και οι στίχοι είναι δικοί μου.

RT:Πώς ήταν η ατμόσφαιρα στις ηχογραφήσεις; κάποιο ιδιαίτερο περιστατικό θυμάστε;

Εξαιρετική! Υπήρχε μουσική σύμπνοια και φοβερό μεράκι, ερχόταν ο ένας και συμπλήρωνε τον άλλο σαν ένα τέλειο παζλ! Μακάρι όλοι οι μουσικοί να περνάνε τέτοιο ποιοτικό χρόνο μέσα στο στούντιο.

RT:Υπήρξαν στιγμές στη διάρκεια της πορεία σου που σκεφτήκατε να τα παρατήσετε, που νιώσατε ότι δεν βγάζει πουθενά, στην Ελληνική ταλαίπωρη μουσική ροκ σκηνή;
Με τους Silvernite όχι. Είμαστε πολύ νέο συγκρότημα! Αλλά σίγουρα με άλλα συγκροτήματα ήρθαμε πολλές φορές αντιμέτωποι με την απογοήτευση. Απλά να επισημάνω ότι η Ελληνική σκηνή δεν είναι καθόλου ταλαίπωρη. Ίσα-ίσα είναι πολύ καλύτερη σε αρκετούς
τομείς συγκρινόμενη με άλλες Ευρωπαικές χώρες. Απλά αυτό που απουσιάζει είναι η οργάνωση και η ενημέρωση των μουσικών για το πως πρέπει να λειτουργεί ένας μουσικός.

RT: Ποια είναι τα επόμενα βήματα των SILVERNITE;
-Αυτήν την περίοδο εργαζόμαστε πάνω στην σύνθεση του επόμενου άλμπουμ μας και μόλις με το καλό μπορέσουμε να βγούμε από τα σπίτια μας θα ξαναμπούμε στούντιο για την ηχογράφησή του. Επίσης η ολοκλήρωση του πρώτου μέρους της ιστορίας του κόμικς είναι προτεραιότητά μας και φυσικά αν επιτρέψουν οι συνθήκες, από την νέα σεζόν θα ξεκινήσουμε τις συναυλιακές μας δραστηριότητες.

RT: Είναι χαρά μας, που μιλήσαμε για την εξαιρετική δημιουργία σας . Ευχαριστούμε για το χρόνο σας και που μιλήσατε σε μας και στους οπαδούς σας για την τωρινή δουλειά σας…
Η χαρά είναι όλη δική μας Νότη και σας ευχαριστούμε για την ευκαιρία που μας δίνετε να επικοινωνήσουμε με φίλους της μουσικής.

  • Επιμέλεια Νότης "SILVERNITE" Γκιλλανίδης

Κυριακή 26 Απριλίου 2020

Pearl Jam: "Gigaton"

Μετά από επτά χρόνια δισκογραφικής απραξίας, το Αμερικανικό συγκρότημα επιστρέφει, και όσοι έχουν απογοητευτεί από τις τελευταίες στούντιο κυκλοφορίες τους είναι μία καλή αφορμή να "επανασυνδεθούν" με την μπάντα που κάνει ένα θετικό βήμα για να ακουστεί πιο εμπνευσμένη και πιο λυρική.


Οι Pearl Jam από την αρχή της καριέρας τους δεν έχουν κάνει σημαντικές αλλαγές στα μέλη τους και με ηγετική φυσιογνωμία τον τραγουδιστή Eddie Vedder προσπαθούν να δώσουν μέσα από την ωριμότητα και την πνευματικότητα που διαθέτουν όμορφες και ενδιαφέρουσες συνθέσεις αλλά και δυνατές στιχουργικές στιγμές αφού όλοι αναγνωρίζουν την ευαισθησία τους στα επίκαιρα κοινωνικοπολιτικά και οικολογικά ζητήματα που ταλανίζουν τον πλανήτη.
Ο δίσκος ξεκινά με δύο αρκετά δυνατές συνθέσεις τα "Who Ever Said" και "Superblood Wolfmoon" ενώ ακολουθούν σε με μία δικιά τους πειραματική μορφή τα, "Dance of the Clairvoyants"  και "Quick Escape" που θυμίζουν Talking Heads.
Η συνέχεια ανήκει στο υπέροχο-μελαγχολικό "Alright" ενώ το "Seven O’Clock" είναι επηρεασμένο από Bruce Springsteen και REM.
Τα "Never Destination" και "Take the Long Way" σε γυρίζουν στις πρώτες χρυσές εποχές της δεκαετίας του '90  ενώ ο δίσκος στη συνέχεια κάνει μία ανεξήγητη κοιλιά και ολοκληρώνεται με τέσσερα μέτρια  κομμάτια τα: "Buckle Up", "Comes Then Goes" "Retrograde" και "River Cross" που ακούγονται μόνο και μόνο χάριν στην ερμηνεία του Eddie Vedder.
Εν κατακλείδι το "Gigaton" δεν κάνει την μεγάλη διαφορά με τα προηγούμενα άλμπουμ της μπάντας όμως θα ικανοποιήσει τους πιστούς οπαδούς τους και παράλληλα δίνει την δυνατότητα σε όλους εμάς - αν και απογοητευμένοι μαζί τους - να απολαύσουμε μερικές πανέμορφες συνθέσεις.
 
Φώτης Μελέτης

Ο C. Santana, o B. Miles και η συναυλία στην Χαβάη

To μεγαλείο των τελευταίων ετών της δεκαετίας του ΄60 και της δεκαετίας του ’70, ειδικά μέχρι να ξεσπάσει η punk καταιγίδα ήταν, η κυκλοφορία σημαντικών δίσκων που καθόρισαν την ιστορία της ροκ μουσικής.
   

             - Carlos Santana & Buddy Miles! Live! (1972) -
Πολλά συγκροτήματα αλλά και καλλιτέχνες έβαλαν την δική τους σφραγίδα αλλά το σπουδαιότερο είναι ότι κατάφεραν οι περισσότερες κυκλοφορίες εκείνης της χρονικής περιόδου να μείνουν στην αιωνιότητα. Το πολύπλευρο συνθετικό ταλέντο, η εκτελεστική εκρηκτικότητα, η ενορχηστρωτική εφευρετικότητα αλλά κυρίως η αγάπη και το πάθος για την ροκ μουσική σε όλες της τις μορφές (classic, hard, prog, latin) μας χάρισαν αξέχαστα άλμπουμ αλλά και μία ενέργεια που δύσκολα θα τη σβήσει ο χρόνος.



Μία λοιπόν από τις πιο σπουδαίες μορφές της latin rock μουσικής είναι και ο Carlos Santana, o οποίος στις αρχές του 1972 συμπράττει επί σκηνές με έναν μεγάλο ντράμερ, τον Buddy Miles που μέχρι εκείνη την περίοδο είχε γίνει ευρύτερα γνωστός από την συμμετοχή του στην μπάντα του Jimi Hendrix ενώ είχε παίξει μέχρι τότε με τους The Electric Flag (του Mike Bloomfield), τον John McLaughlin (στο άλμπουμ “Devotion”, 1970) και με τον Muddy Waters (συμμετέχει στο άλμπουμ “Fathers and Sons”).
Ο Carlos Santana εκτός από σπουδαίος κιθαρίστας και συνθέτης που ως βάση είχε τις afro/latin rock μουσικές ήταν μεγάλος θαυμαστής του Jimi Hendrix. Όσοι μάλιστα έχετε ακούσει το ακυκλοφόρητο single του 1967 με τίτλο "Ballin" που βρίσκεται στην συλλογήViva Santana!” υπάρχουν εμφανείς επιρροές από τον J. Hendrix.
Aπό την άλλη ο Buddy Miles εκείνη την περίοδο είχε πολλά προβλήματα με τα ναρκωτικά και είχε τα σχετικά μπλεξίματα με την αστυνομία και τις φυλακές. Παράλληλα καταφέρνει και αλλάζει δισκογραφική εταιρία από την Mercury και υπογράφει στην Columpia,  η οποία βρίσκει την ευκαιρία να κυκλοφορήσει την συγκεκριμένη live εμφάνιση παρά τις όποιες αντιρρήσεις του
C. Santana.
Η συμμετοχή μελών, από την "Woodstock Era", είχε τελειώσει για τον Carlos Santana αφού με το διπλό πλατινένιο, τρίτο στούντιο άλμπουμ που είχε κυκλοφορήσει τον Σεπτέμβριο του 1971, είχε κλείσει ένας κύκλος για τον μεγάλο Μεξικανό κιθαρίστα.
  • Στο ενδιάμεσο και πριν κυκλοφορήσει το περίφημο “Caravanserai” τον Οκτώβριο του 1972 αποφάσισε να ακολουθήσει ένα νέο μονοπάτι αναζητώντας καινούργια καλλιτεχνικά πειράματα, που θα τον έφερναν πολύ πιο κοντά στον Jazz/Fusion ήχο.

Ο εμπνευστής του latin rock ήχου έκανε λοιπόν την δική του μουσική μετάβαση αφού ήδη είχε ηχογράφησε τρία γοητευτικά άλμπουμ και παράλληλα έψαχνε νέους μουσικούς για να σχηματίσουν τη δεύτερη ενσάρκωση των Santana.


  •  
Σε αυτή λοιπόν την ενδιάμεση περίοδο η οποία διήρκεσε λίγους μήνες, o Santana ένωσε τις δυνάμεις της με τον ντράμερ Buddy Miles (Electric Flag, Jimmy Hendrix) δημιουργώντας ένα συγκρότημα, το οποίο έπαιξε αρκετές ζωντανές συναυλίες.
Μπορεί η προσωπική φήμη του B. Miles, να είχε τσαλακωθεί από τα προβλήματα που είχε με τα ναρκωτικά και την επαγγελματική ασυνέπεια που τον διακατείχε στις συναυλίες αλλά το πνεύμα δημιουργικής ελευθερίας που είχε κτίσει με τους Band of Gypsys του J. Hendrix ήταν αυτό που ταίριαζε με την “φάση” που περνούσε την ίδια περίοδο ο C. Santana.
Σε αυτό βοηθούσε ότι στις συναυλίες συμμετείχαν εκείνη την περίοδο ο μπασίστας Ron Johnson και ο οργανίστας Bob Hogins προερχόμενοι και οι δύο από το γκρουπ του B. Miles μαζί με τον ντράμερ Greg Errico (προερχόμενος από τους Sly and the Family Stone) αλλά κα τους ταλαντούχους στα κρουστά Richard Clark, ο Coke Escovedo, Mike Carabello Mingo Lewis, Victor Pantoja συνεισφέρουν τα μέγιστα σε αυτοσχεδιασμούς και με τα πνευστά των Hadley Caliman και Luis Gasca δημιουργούν μία μοναδική αφρολατινικη ροκ πανδαισία στο υψηλότερο επίπεδο που μπορούσαν για εκείνη την εποχή!
                                          
                                       Οι Φήμες

Για το συγκεκριμένο Live, υπήρξαν μία σειρά από φήμες ότι αυτή η συναυλία δεν συνέβη ποτέ, μετά κυκλοφόρησαν άλλες φήμες ότι ο Carlos Santana παίζει ελάχιστα στον δίσκο και τα περισσότερα θέματα και σόλα τα παίζει ο κιθαρίστας Neal Schon (μετέπειτα Journey, Bad English).
Φυσικά καμία φήμη δεν ίσχυε και η συναυλία είχε πραγματοποιηθεί κανονικά στο κέντρο του ηφαιστειακού κρατήρα Diamond Head, την 1η Ιανουαρίου 1972 κατά τη διάρκεια του Φεστιβάλ “Sunshine 72” στην Χονολουλού της Χαβάης.
Bέβαια όλη αυτή παραφιλολογία εξυπηρετούσε τα media της εποχής (τηλεόραση, ράδιο, περιοδικά) ώστε να εξάπτεται η φαντασία των οπαδών και ανάλογες κυκλοφορίες στις οποίες συνεργάζονται σπουδαίοι μουσικοί να αποκτούν ένα δικό τους μύθο.
Ο αντίλογος ήταν ένα ένα κολάζ 14 φωτογραφιών από τη συναυλία στην Χαβάη και φυσικά για τους μυημένους, το κιθαριστικό παίξιμο του C. Santana είναι χαρακτηριστικό όσα χρόνια και αν περάσουν ενώ τα bootleg που κυκλοφόρησαν έπειτα διαψεύδουν και τον πιο κακοπροαίρετο.


                                       Τα τραγούδια
Η συναυλία ξεκινά με το κομμάτι "Marbles", μία σύνθεση του μεγάλου κιθαρίστα John McLaughlin, και υπάρχει στο δίσκο του με τίτλο “Devotion” (1970) και στο οποίο τύμπανα παίζει ο Buddy Miles. Τα κρουστά σκορπούν τον πανικό ειδικά όταν οι εκτελεστές είναι συνεργάτες του Carlos Santana, ο οποίος με την κιθάρα  δίνει έναν πιο επιθετικό και εκφραστικό τόνο στο "Marbles".
Ακολουθεί το Lava”, που είναι γραμμένο από τον B. Miles με τις κιθάρες να είναι σε παραλήρημα και οι αυτοσχεδιασμοί  να είναι ασταμάτητοι.
Το “Evil Ways” ακούγεται πιο ταχύτατο από το πρωτότυπο που ήταν στο ντεμπούτο άλμπουμ του Santana και τα κύρια φωνητικά ανήκουν στον Buddy Miles. Στα πλήκτρα δίνει ρεσιτάλ ο Bob Hogins ενώ τα πνευστά ακολουθούν σε αυστηρό fusion ύφος. Την εν λόγω σύνθεση έχει γράψει ο jazz κιθαρίστας Clarence "Sonny" Henry.
Το δίλεπτο "Faith Interlude" το υπογράφουν από κοινού, οι δύο σπουδαίοι μουσικοί και είναι περισσότερο μία αυτοσχέδια “γέφυρα” για το "Them Changes" που ακολουθεί.
Mε το "Them Changes" ο δίσκος επανέρχεται σε μία προσωρινή “κανονικότητα”, όπου το συγκεκριμένο κομμάτι υπάρχει στο πρώτο σόλο δίσκο του του B. Miles και εδώ μετατρέπεται σε ένα υπέροχο funk/rock/latin πάρτι.
Το άλμπουμ κλείνει με ένα μαραθώνιο αυτοσχεδιασμού με το “Free Form Funkafide Filth”. To μπάσο του Ron Johnson δίνει ένα απίστευτο ρυθμό συνδυασμένο αριστοτεχνικά με τα πνευστά ενώ τα τύμπανα έχουν πάρει φωτιά. Παράλληλα τα οργιώδη φωνητικά αυτοσχεδιάζουν ανακατεμένα με τα πνευστά να σολάρουν κάνοντας τη δαιδαλώδη σύνθεση εντελώς φευγάτη.
Οι ατίθασες κιθάρες του C. Santana αλλά και του Neal Schon δίνουν χώρο στα υπόλοιπα όργανα αλλά ενδιάμεσα προσθέτουν το δικό τους ακατέργαστο ήχο από ψυχεδελικές μελωδίες και jazz/rock νότες.
Το άσχημο είναι ότι από την συγκεκριμένη συναυλία δυόμισι ωρών στο βινύλιο καταγράφηκαν μόνο τα 45 λεπτά ενώ δεν υπάρχουν άλλα κομμάτια που να έχουν κυκλοφορήσει παρά το γεγονός ότι ο δίσκος επανεκδόθηκε το 1994, το 2005 και το 2008 χωρίς κανένα bonus τραγούδι. Βέβαια κυκλοφορούν πολλά bootleg από εκείνη την συναυλία στην Χαβάη οπότε όσοι είστε λάτρεις των δύο μουσικών μπορείτε να τα ανακαλύψετε..
Τέλος για την ιστορία στη δεκαετία του '80 οι δύο μεγάλοι μουσικοί ξανασυναντήθηκαν και περιόδευσαν μαζί, με τον B. Miles να παίζει και κιθάρα.

Υ.Γ.1.: Σύμφωνα με τον Neal Schon, κάποια μέρη ξαναηχογραφήθηκαν στο στούντιο διότι αρκετοί μουσικοί δεν είχαν την απόδοση που όφειλαν λόγω της υπερβολικής δόσης LSD που είχαν πάρει. Πιθανόν να είναι και η πραγματική αιτία που το live στην Χαβάη δεν κυκλοφόρησε ποτέ ολόκληρο επίσημα.

Φώτης Μελέτης

Δευτέρα 13 Απριλίου 2020

Outlaws: "Dixie Highway"

Dixie Highway έλεγαν πριν από 100 χρόνια το βασικό οδικό δίκτυο που συνέδεε το Chicago με το Miami, τη ζωτική δίοδο με τις κρίσιμες διακλαδώσεις ανάμεσα στις μεσοδυτικές πολιτείες και το νότο.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’20 η χρησιμότητά της υποχώρησε έναντι του πιο βελτιωμένου συστήματος των λεωφόρων, αν και τμήματα της DH εξακολουθούν να διατηρούνται και να λειτουργούν σε Florida, Georgia, Tennessee και Ohio. Μέσα στα χρόνια η Dixie Highway δεν έπαυσε να αποτελεί  είναι ένα σύμβολο, φορτωμένο με άπειρους μύθους για τις βαθιά αμερικανοποιημένες αξίες της εξερεύνησης του άγνωστου, της ηρωϊκής φιγούρας του σκαπανέα, που τυχοδιώκτης, παράνομος ή δουλευτής, προχωρά μπροστά με τον προσωπικό του κώδικα, στον οποίο πίστη στην αυταξία, σκληρή δουλειά και δικαίωμα στην ευημερία έχουν συμπλακεί με τρόπο αδιάσπαστο.  
Στον καινούριο τους δίσκο οι βετεράνοι Outlaws, οι οποίοι κυριολεκτικά αποτελούν αυτό που λένε οι οπαδοί τους, “Southern Rock’s Last Band Standing”, παίρνουν τον ακροατή, τον ανεβάζουν στο pick-up truck και τον βολτάρουν στους μύθους αυτούς, ακολουθώντας συμβολικά την Dixie Highway. Και δεν είναι υπερβολή να πει κανείς ότι πρόκειται για τη βόλτα σε μια ολόκληρη ζωή τη ζωή και την ιστορία των Outlaws.
«Η Dixie Highway είναι μια μεταφορά: Το ταξίδι είναι ισότιμο με τον τελικό προορισμό», συνοψίζει ο συνιδρυτής των Outlaws Henry Paul. O δίσκος απηχεί μια ολόκληρη ζωή στο δρόμο, κάτι σύμφυτο με ένα southern rock σχήμα. «Οι οπαδοί μας θέλουν να γνωρίζουν για τους δεσμούς που είχαμε με τους σύγχρονούς μας μουσικούς μέσα στα χρόνια. Πώς ήταν η μεταξύ μας διάδραση πάνω στη σκηνή, στα παρασκήνια, στα λεωφορεία των περιοδειών. Αυτός ο δίσκος μιλά για την πορεία μας. Την ίδια στιγμή, στέκει στο κατώφλι του αύριο».
Φέτος, το συγκρότημα από την Tampa της Florida κλείνει 45 χρόνια στη δισκογραφία. Όπως οι Skynyrd και οι επίγονοί τους, Molly Hatchet, ξεχώρισαν για την συνύπαρξη στην πρώτη γραμμή του ήχου του των τριών κιθάρων, μια συνθήκη που ενδυνάμωνε τα country, blues, bayou, tex-mex ίχνη των επιρροών τους σε ένα μοναδικό ροκ κράμα. Τα πρώτα τρία τους άλμπουμ γέννησαν τις επιτυχίες “There Goes Another Love Song”, “Green Grass & High Tides”, “Knoxville Girl” και “Freeborn Man” και οι αδιάκοπες περιοδείες με ονόματα όπως οι Allman Brothers, Lynyrd Skynyrd, The Marshall Tucker Band και The Charlie Daniels Band, καθώς και support εμφανίσεις τους σε τιτάνες όπως οι The Who, Eagles and The Rolling Stones τους προσέδωσε το προσωνύμιο “The Florida Guitar Army”. Πολύ νερό κύλησε κάτω απ’ το αυλάκι όταν το 2012 οι ανενεργοί από το ’94 Outlaws επανέκαμψαν, μετά από απώλειες, αποχωρήσεις μελών, με το άλμπουμ “It’s About Pride” και το προ τριετίας διπλό “Legacy Live”.
Της μπάντας ηγούνται πλέον οι δύο επιβιώσαντες της αρχικής σύνθεσης : ο 71χρονος Henry Paul σε κιθάρα – φωνητικά και ο 68χρονος Monte Yoho στα τύμπανα και τα κρουστά. Έμειναν οι δυό τους όταν το 2007, ο βασικός τραγουδιστής, ιδρυτικό μέλος και κιθαρίστας Hughie Thomasson, ο μόνος που ήταν εκεί από την αρχή σε κάθε δίσκο τους, πέθανε ξαφνικά από καρδιακή προσβολή στα 55. Είχαν προηγηθεί το 1995 ο Frank O'Keefe από overdose και ο Billy Jones που αυτοκτόνησε κάποιες εβδομάδες μετά.
Οι σημερινοί συνοδοιπόροι των δύο παλιών κάθε άλλο παρά καινούριοι είναι. O Steve Grisham (κιθάρα, φωνητικά) είχε περάσει μια τριετία μαζί τους στην άδοξη φάση 1983-86, όμως είναι ξανά μαζί τους από το 2013, λόγω της αναγκαστικής αποχώρησης του κιθαρίστα Billy Crain για λόγους υγείας, είναι αυτός που έχει γράψει το hit των Henry Paul Band  "Keepin' Our Love Alive" (US#50 το 1981) και αυτός που ασχολείται έμπρακτα με την παράδοση του Southern Rock, όντας εκ των συνιδρυτών της μπάντας “Brothers of the Southland”, ενός all star σχήματος με ρόκερ του νότου, όπου συμμετέχουν παλιοί και νεώτεροι μουσικοί. Ο μπασίστας Randy Threet ήταν μαζί με τον Henry Paul στους πλατινένιους αστέρες της country Blackhawk, όπως και ο πληκτράς Dave Robbins που έχει κάνει όνομα σαν συνθέτης γράφοντας για ονόματα όπως ο Kenny Rogers και ο Eric Clapton. Νεώτερος όλων, αλλά καθόλου άψητος όπως δείχνει η απόδοσή του, ο Dale Oliver (lead κιθάρα, φωνητικά) αντικατέστησε πριν δύο χρόνια τον Chris Anderson, μόνιμο μέλος τους από το 2005.
«Πίσω στη δεκαετία ‘70, κάθε κομμάτι που γράφαμε είχε να κάνει με τις δυσκολίες και τις προκλήσεις της ροκ-εν-ρολ ζωής», λέει ο με παρουσιαστικό ακμαίου 40άρη Henry Paul. «Τώρα, γράφουμε για τα πράγματα που μας αφορούν συλλογικά. Όταν έχει διατηρήσει το μυαλό σου στα καά του και την ικανότητά σου να γράφεις τραγούδια, τότε είσαι μια υπολογίσιμη δύναμη, δημουργικά». Σε παραγωγή των ίδιων των Outlaws, το “Dixie Highway” εμφορείται από το πάθος και την ειλικρίνεια που χαρακτηρίζει όλα τα μεγάλα μουσικά έργα του southern rock, γιατί έχει γραφτεί από ανθρώπους που έχουν μάθει το μάθημά τους από χιλιάδες μίλια ταξιδιού στα πιο κακοτράχαλα μέρη. «Γράφουμε καλύτερα, μπαίνουμε πιο βαθιά και παίζουμε όλο και καλύτερα με τα χρόνια», επιβεβαιώνει ο Paul.
Πριν κλείσουν τα πρώτα 20 δευτερόλεπτα του “Southern Rock Will Never Die” που ανοίγει το άλμπουμ, όσοι έχουν αξιολογήσει ως κρίσιμες στο ροκ βιογραφικό τους τις έννοιες “Freebird”, “Fall Of The Peacemakers” και “Ghost Riders In The Sky” θα πατήσουν pause, θα ευθυγραμμίσουν ένα σφηνάκι, ένα τετράγωνο ποτήρι με βαρύ πάτο και στρογγυλεμένες γωνίες γεμάτο πάγο και Jack Daniels και μια παγωμένη Bud, θα βρουν κάποια δικαιολογία να ξεφορτωθούν τους πάντες από το σπίτι και θα συνεχίσουν την ακρόαση, όπως αρμόζει σε ένα από τα καλύτερα southern κομμάτια που έχουν βγει εδώ και πολλά χρόνια: δυνατά.
Πρόκειται για ένα southern έπος, που αποτίει ονομαστικό φόρο τιμής στους πεσόντες southern rock συντρόφους των Outlaws: Ronnie Van Zant και Steve Gaines των Skynyrd, Toy και Tommy Caldwell των Marshall Tucker Band, Duane και Greg Allman, τον ‘Taz’ DiGregorio των Charlie Daniels Band, αλλά και τους δικούς τους, Tommy Crain, Billy Jones, Frank O’Keefe και Hughie Thomasson.
«Το δικό τους πνεύμα, το πνεύμα των ανθρώπων στους οποίους οφείλεται η ύπαρξη του southern rock είναι αυτό που μας έδωσε την ώθηση τότε, αυτό που μας εμπνέει ακόμη και σήμερα».
Το ομώνυμο Dixie Highway στέλνει ρίγη σε κάθε ραχοκοκκαλιά, καθώς τα τραχιά, ποτισμένα από χίλιες νύχτες στο δρόμο φωνητικά του Henry Paul εναλλάσσονται με τις τρομερές τρεις κιθάρες. «Το τραγούδι αυτό ανάβλυσε από μέσα μου χωρίς να προσπαθήσω καθόλου. Αυτό είναι. Αυτό υπήρξαν οι ζωές μας. Όχι μόνο το πώς τις ζήσαμε, αλλά και το πώς κάθε μέρα παλέψαμε και παλεύουμε να διαμορφώσουμε αλλιώς την πορεία που για τον καθένα μας έδειχνε προδιαγεγραμμένη».
Το πράγμα απογειώνεται στο “Endless Ride”, ένα ακόμη εξομολόγημα στη φλέβα των μεγάλων southern blues που επιταχύνει και σε παίρνει μαζί του. Από τα κομμάτια που χτυπούν τόσα σωστά σημεία ταυτόχρονα, ώστε ζητάνε από μόνα να τα ακούσεις πολλές φορές, γιατί δεν τα χορταίνεις με τη μία.
Στο κινηματογραφικό “Dark Horse Run”  οι φωνές είναι ενορχηστρωμένες θαυμάσια και οι κιθάρες πάλι παίρνουν φωτιά, ενώ το “Heavenly Blues” είναι μια επανεκτέλεση από το κλασικό τους άλμπουμ “Hurry Sundown” του 1977. Στο “Rattlesnake Road” (“too young to quit, too old to try”) και στο “Lonesome Boy From Dixie” ροκάρουν γερά. Στο instrumental “Showdown” οι κιθάρες απλώνονται χωρίς τύχη, ενώ στο Macon Memoriesανακαλούν με νοσταλγία μνήμες από μια επίσκεψη στο στο πατρικό των αδελφών Allman.
Για το “Windy Citys Blue” ο Henry Paul ξέθαψε ένα demo γραμμένο από το 1972, χωρίς ποτέ να ηχογραφηθεί από το μακαρίτη μπασίστα Frank O’Keefe και τα αποτελέσματα είναι εκπληκτικά. «Ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της μπάντας, όμως σε μια μπάντα που έγραφαν τέσσερις άνθρωποι, η συμβολή του δεν αναδείχθηκε όσο θα μπορούσε», λέει ο Paul. Το άλμπουμ είναι αφιερωμένο σ’ αυτόν.
Οι Outlaws εξακολουθούν να πορεύονται ως μια band of brothers. Μια δεμένη ομάδα που ανεβαίνει και παίζει δίνοντας ό,τι έχει και δεν έχει, με με τη φλόγα και την αιχμή που μουσικοί με το ένα τρίτο από τα χρόνια τους στερούνται.
Πιθανότατα, ένας από τους δίσκους της χρονιάς.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Παρασκευή 3 Απριλίου 2020

America: "Homecoming"


Οι AMERICA δημιουργήθηκα από τρεις Αμερικανού-Βρεττανούς μουσικούς (τι περίεργο άραγε), οι οποίοι συναντήθηκαν στα μέσα της δεκαετίας του '60, στη βάση της Πολεμικής Αεροπορίας των Ηνωμένων Πολιτειών στη RAF South Ruislip κοντά στο Λονδίνο μιας και εκεί δούλευαν οι πατεράδες τους.


Μετά από διάφορες μουσικές περιπέτειες, χρήσιμες συνεργασίες και κάποιες σκόρπιες live εμφανίσεις το εξαιρετικό τρίο, των Dan Peek (γεννημένος ΤΟ 1950 στη Φλόριδα των ΗΠΑ, απεβίωσε το 2011), ο Gerry Beckley (γεννήθηκε στο Τέξας το 1952), ο Dewey Bunnell (γεννημένος το 1952 στο Yorkshire της Αγγλίας)  αποφασίζουν να ενώσουν τις δυνάμεις του, το 1970 και να ακολουθήσουν πιστά τα μονοπάτια των Crosby, Still Nash Young, Byrds, Beatles, The Hollies, Joni Mitchell και Bob Dylan, βάζοντας στον δικό τους μίξερ όλους αυτούς τους ήχους των σπουδαίων καλλιτεχνών δημιουργώντας ένα θαυμάσιο μίγμα folk-rock αλλά και ποπ μελωδιών.
Μετά από την αποφοίτηση τους, ξεκίνησαν τις ηχογραφήσεις και κυκλοφόρησαν το πρώτο τους άλμπουμ κάτω από την βαριά ετικέτα της Warner Records ενώ ήδη είχαν γίνει γνωστοί από τις live εμφανίσεις τους αν και οι μετακομίσεις ανάμεσα σε Αγγλία και ΗΠΑ είχαν δημιουργήσει μία σειρά μικρών προβλημάτων για το τρίο.

Το ομότιτλο ντεμπούτου τους άλμπουμ κυκλοφόρησε το 1971 και η επιτυχία ήταν μεγάλη με το ξεκίνημα αφού ο δίσκος σκαρφάλωσε στην κορυφή των αμερικάνικων τσαρτ και κομμάτια όπως τα σινγκλ "A Horse with No Name"  και "I need You" έμειναν στη ιστορία.

Με όπλο την μεγάλη  εμπορική αποδοχή οι ΑΜΕRICA συνεχίζουν απτόητοι και βρίσκονται παράλληλα σε μεγάλο συνθετικό οίστρο με συνέπεια να κυκλοφορήσουν τον Νοέμβριο του 1972, το δεύτερο στούντιο δίσκο τους με τίτλο "Homecoming". Παρότι ο τραυματισμός του Dan Peek καθυστερεί για λίγο τις ηχογραφήσεις, η μπάντα έχει ήδη καθιερωθεί στις συνειδήσεις των απανταχού folk-rockers ενώ κατάφεραν την ίδια χρονιά να βραβευθούν με Grammy ως Best New Artist βάζοντας γερά θεμέλια για την μετεπειτα πορεία τους
Ο δίσκος ξεκινά με το θρυλικό "Ventura Highway" μία σπουδαία σύνθεση με τον Dewey Bunnell να αποκαλύπτει ότι την εμπνεύστηκε όταν ήταν παιδί και ζούσε στην Omaha και ταξίδευε με την οικογένεια του προς την Καλιφόρνια.


 
Το "To Each His Own" είναι μία μπαλάντα με κυρίαρχο τον ήχο του πιάνο ενώ το "Don't Cross The River" κινείται σε πιο county/rock ατμόσφαιρα θυμίζοντας εικόνες της αμερικάνικης επαρχίας. Το "Moon Song" ακούγεται πιο ηλεκτρισμένο με τις ερμηνείες να είναι λυρικές και ρομαντικές με την κιθάρα του Dan Peek να ζωγραφίζει.
Ακολουθεί το μπητλικό "Only in Your Heart" με το πιάνο να έχει τον πρώτο λόγο και το κιθαριστικό σόλο στο τελείωμα του κομματιού να κλέβει τις εντυπώσεις. Το “Till the Sun Comes Up Again” είναι στο ύφος που λατρεύτηκαν οι America με τα εναρμονισμένα φωνητικά να δίνουν μία ουράνια μελωδική διάσταση ενώ το εκπληκτικό "Cornwall Blank" έχει μία πιο southern χροιά με την ηλεκτρική κιθάρα να δίνει ένα πιο ροκ-ψυχεδελικό χρώμα.
Η συνέχεια ανήκει στο "Head and Heart" που είναι μία απαλή και γλυκιά σύνθεση που ανήκει στον σπουδαίο σύνθετη, κιθαρίστα και τραγουδιστή  John Martyn.
Για το τέλος συναντάμε το, "California Revisited" που βαδίζει στον γοητευτικό folk-rock δρόμο που έχει χαράξει το τρίο σε πιο βαρύ μοτίβο χάριν της έντονης μπασογραμμής του Joe Osborn ενώ το "Homecoming" κλείνει με το υπέροχο "Saturn Nights", μία απίστευτη δομημένη μελωδία κτισμένη στην αγγελική ερμηνεία των America.
Εν κατακλείδι το "Homecoming" είναι μία από τις κορυφαίες κυκλοφορίες της δεκαετίας του '70 και φυσικά από τα καλύτερα άλμπουμ του εξαιρετικού τρίο όπου εκτός των των άλλων αναδεικνύεται και το στιχουργικό τους μεγαλείο.
 
Φώτης Μελέτης

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2020

Genesis: "Three Sides Live"

Βρισκόμαστε την περίοδο που η θρυλική prog μπάντα έχει ακολουθήσει έναν πιο ποπ-ροκ δρόμο χωρίς φυσικά να έχει απαρνηθεί τις prog-rock ρίζες της και επιπρόσθετα έχει βάλει σε δεύτερη μοίρα σε συναυλιακό επίπεδο ότι παρέπεμπε στην εποχή του Peter Gabriel. Αυτό το γεγονός ήταν μία "δύσκολη" πραγματικότητα από το 1975, την χρονιά που αποχώρησε ο σπουδαίος καλλιτέχνης από τους Genesis.
Μετά την φυγή του Gabriel και μέχρι το "Three Sides Live" το γκρουπ κυκλοφόρησε τέσσερις δίσκους με μπροστάρη στα φωνητικά τον πολυτάλαντο Phil Collins.
Η μπάντα στις αρχές της δεκαετίας του '80 είναι αντιμέτωπη με μία ηχητική αλλαγή αφού η μουσική βιομηχανία και οι δισκογραφικές εταιρίες επιβάλλον πιο mainstream και πιο εύπεπτα μουσικά δημιουργήματα. Έτσι κι αλλιώς  οι Genesis θεωρητικά έκλειναν έναν κύκλο που άρχισε με το "A Trick of the Tail" (1976), έπειτα έκαναν μικρά βήματα σε πιο προσιτά prog μονοπάτια για το ευρύ κοινό, φλερτάροντας ανοικτά με πιο εμπορικές φόρμες όπως στο άλμπουμ "Abacab" (1981) που είναι φυσικά προσαρμοσμένο στο ύφος και παίξιμο των Genesis.
Στο μεταίχμιο αυτής της περιόδου και για τα επόμενα χρόνια, οι Genesis θα αποκηρύξουν σχεδόν εξ ολοκλήρου τον ήχο με τον οποίο ξεκίνησαν και μεγαλούργησαν στην δεκαετία του '70, παίζοντας κάτι άλλο από αυτό που τους θαυμάσαμε. Τα "Invisible Touch" (1986) και "We Can't Dance" (1991) που ακολούθησαν είναι απλά άλμπουμ που περιέχουν αξιοπρεπείς ποπ συνθέσεις με πιασάρικα βίντεο κλιπ "made in MTV", με κύριο στόχο να ανέβουν οι πωλήσεις και τα στάδια να συνεχίσουν να γεμίζουν από παλιούς και νέους πελάτες. Βέβαια για ποιότητα, έμπνευση και δημιουργία ούτε λόγος...
Το  Ιούνιο του 1982 οι Genesis κυκλοφορούν το "Three Sides Live". Είχε προηγηθεί το εξαιρετικό άλμπουμ "Abacab"  για το οποίο το συγκρότημα πραγματοποίησε μία θριαμβευτική περιοδεία από το Σεπτέμβριο έως το Δεκέμβριο του 1981, καλύπτοντας την Ευρώπη και τις ΗΠΑ και η οποία ευτυχώς φιλμογραφήθηκε και κυκλοφόρησε στην αγορά. Βέβαια η μπάντα εκείνη την περίοδο δεχόταν συνεχόμενα πυρά από τον μουσικό τύπο αφενός διότι κάποιοι ζούσαν με την ανάμνηση του Peter Gabriel και δεν μπορούσαν να την ξεπεράσουν κι άλλοι είχαν "στραβώσει" από το στυλ και την προσωπικότητα του Phil Collins, ο οποίος ως μουσικός και ερμηνευτής ήταν άριστος αλλά σαν performer αρκετοί τον αμφισβητούσαν κυρίως για το χαλαρό και χιουμοριστικό πρόσωπο που έβγαζε δημόσια. Βέβαια οι κακές γλώσσες έλεγαν ότι οι παραδόπιστοι κριτικοί του art-rock δεν συγχωρούσαν ότι ο Phill Collins την προηγούμενη χρονιά κυκλοφόρησε το πρώτο του σόλο δίσκο με τίτλο "Face Value" και είχε ήδη κάνει τεράστια εμπορική επιτυχία με το "In The Air Tonight". Αυτό ήταν κάτι που δεν συμβάδιζε με την δογματικότητα των  ιεροεξεταστών του progressive rock ήχου.
Ερχόμενοι λοιπόν στο "Three Sides Live", οι Genesis "στήνουν" για πρώτη φορά στην σκηνή, εντυπωσιακά φωτιστικά εφέ για την εποχή, με την ονομασία Vari-Lite και παράλληλα με μία πρωτόγνωρη ενεργητικότητα, καθηλώνουν τους χιλιάδες οπαδούς τους με τις ζωντανές  εμφανίσεις τους και στις δύο πλευρές του ατλαντικού.

Είναι η τρίτη επίσημη live κυκλοφορία και το "Three Sides Live", περιλαμβάνει ζωντανές ηχογραφήσεις από συναυλίες που έδωσε μεταξύ 1976 και 1981.
Τα τραγούδια που περιλαμβάνονται είναι κυρίως από τα στούντιο άλμπουμ που τραγουδά ο Phill Collins κάτι που τον διευκολύνει ώστε οι ερμηνείες του να είναι πιο συγκεντρωμένες και πιο εύστοχες και επιπρόσθετα να μην έχει τον βραχνά της σύγκρισης με τον μεγάλο Peter Gabriel.
Στο εναρκτήριο "Turn It On Again" κυριαρχεί η χαρισματική προσωπικότητα του Phill Collins αφού κάνει ένα μοναδικό και συνάμα εκρηκτικό ερμηνευτικό τελείωμα. Κάτι ανάλογο συμβαίνει με το υπέροχο και δυναμικό "Dodo Lurker" και το all time classic "Abacab".
Ακολουθούν από το άλμπουμ "Duke", το επιβλητικό "Behind the Lines" με την πολυδαίδαλη ενορχήστρωση του και το υπέροχο μελωδικό "Duchess" με τον Collins να δίνει πάλι ρεσιτάλ ερμηνείας. Η συνέχεια ανήκει στο μέτριο "Me And Sarah Jane" ενώ το "Follow You Follow Me" (από το άλμπουμ  "..And Then There Were Three...") δίνει μία πιο λυρική πλευρά της μπάντας. Το "Misunderstanding" θυμίζει του "Sail on Sailor" των The Beach Boys και το "Hold the Line" (Toto) αφού σύμφωνα με τα λεγόμενα του Tony Banks και τα τρία μέλη των Genesis είναι φανατικοί θαυμαστές των Beach Boys.
Το "In The Cage" είναι ένα απιθανο medley των συνθέσεων "Cinema Show – Slippermen" εποχής Gabriel, όπου η μπάντα μεγαλουργεί σε μία απολαυστική εκρηκτική εκτέλεση χωρίς να κουράζει ενώ στο "Afterglow" ("Wind & Wuthering"), η κυριαρχία του Tony Banks συνεχίζεται σε άλλο ύφος αυτή την φορά όπου δημιουργεί μία μελαγχολική ατμόσφαιρα.
Μετά το fadeout του "Afterglow", το άλμπουμ χωρίζεται σε δύο εκδόσεις, ανάμεσα στις αμερικανικές και τις βρετανικές κυκλοφορίες. Η αμερικανική έκδοση περιλαμβάνει κανονικά τις τρεις πρώτες live πλευρές του βινυλίου, ενώ η τέταρτη πλευρά περιέχει πέντε στούντιο συνθέσεις. Η βρετανική έκδοση του "Three Sides Live"  δεν περιέχει τις στούντιο συνθέσεις αλλά δύο live κομμάτια από το 1978 και ακόμη μία από την 1976,  το medley "it."/"Watcher of the Skies" από την περιοδεία με τον κιθαρίστα S.Hackett και τον B. Bruford στα ντραμς!
 
Στο "Three Sides Live" ηκιθάρα του Mike Rutherford είναι αρκετά πιο σκληρή και πιο επιθετική δίνοντας τον τόνο και τα ηχοχρώματα που χαρακτηρίζουν το γκρουπ ενώ τα πλήκτρα του Tony Banks  δίνουν μία ιδιαίτερη πιο προοδευτική ατμόσφαιρα συνδυάζοντας την αρτιότητα του seventies παρελθόντος  αλλά και τον μοντερνισμό του ήχου που θα κυριαρχούσε τα επόμενα χρόνια. Στα τύμπανα έχουμε έναν σπουδαίο παίκτη ονόματι Chester Thompson (με προϋπηρεσία στον Frank Zappa) που σαρώνει με το παίξιμό του ενώ στις "δεύτερες" κιθάρες σημαντική είναι και η συμβολή του πολύπειρου Daryl Stuermer που για τα επόμενα χρόνια θα ακολουθούσε την σόλο πορεία του Phill Collins όπως και ο Chester Thompson.
 
Επίσης το "Three Sides Live" τα κατάφερε ικανοποιητικά και στο επίπεδο εμπορικής απήχησης αφού στις ΗΠΑ ανέβηκε μέχρι το νο 10 στα τσαρτ και στο Ηνωμένο Βασίλειο μέχρι το νο2. Επιπρόσθετα κυκλοφόρησε σε μορφή βίντεο όπου φιλμογραφήθηκαν οι συναυλίες  που έγιναν στις 28 και 29 Νοεμβρίου του 1981 στο Savoy Theatre και Nassau Coliseum στη Νέα Υόρκη.
Συνοπτικά θα λέγαμε ότι η συγκεκριμένη κυκλοφορία αποτελεί ένα όμορφο ροκ κειμήλιο για κάθε σοβαρή δισκοθήκη και αξίζει για τους λάτρεις όλων των ειδών της ροκ μουσικής  να αποκτήσετε και το οπτικό (dvd, blu-ray) live ντοκομέντο των αξεπέραστων Genesis.
 
Φώτης Μελέτης

Τρίτη 3 Μαρτίου 2020

Wishbone Ash: "Coat Of Arms"

Το θρυλικό πλέον ντεμπούτο τους κυκλοφόρησε ακριβώς μισόν αιώνα πριν.Τα πρώτα 10 χρόνια της ύπαρξής τους ήταν αρκετά για να τους εξασφαλίσουν τη θέση στη ροκ αιωνιότητα, με τις συνθέσεις και κυρίως το ύφος που καθιέρωσαν:

Mια μπάντα χωρίς frontman, όπου οι δύο εκπληκτικές κιθάρες παίρνουν πάνω τους το μουσικό βάρος του ακροάματος, υποδεικνύοντας ότι ροκ-εν-ρολ δεν είναι μόνον επίδειξη και εξτραβαγκάνζα. Τα όσα ακολούθησαν είναι λίγο - πολύ γνωστά. Οι δύο βασικοί συνθέτες, Andy Powell (κιθάρα, φωνητικά) και Martin Turner (μπάσο, φωνητικά), αγνοώντας τί σώμα έργου έχουν αφήσει πίσω τους για τις επόμενες γενιές, διαφώνησαν για τη «μουσική κατεύθυνση». Ο Powell ήθελε να πιάσουν επιτέλους την καλή, προσλαμβάνοντας έναν κανονικό τραγουδιστή, όπως οι εταιρίες τους έλεγαν, για να προσπαρμοστούν στην καινούρια, τότε, δεκαετία. Ο Turner, φυσικά, ούτε ν' ακούσει κάτι τέτοιο. 
Τελικά, βρέθηκαν χαμένοι και οι δύο. Οι Wishbone Ash χωρίς τον Turner βολόδερναν μεταξύ ’81 και ’87, ενώ ο Turner δεν έκανε και τίποτε σπουδαίο μόνος του. Ακόμη και η επανένωσή τους για τρία άλμπουμ μεταξύ 1987 και 1991, παρ’ ότι απέδωσε καλή καινούρια μουσική και αξιοσημείωτες live εμφανίσεις δε στάθηκε ικανή να καλύψει τις διαφορές τους και οι δρόμοι τους χώρισαν και πάλι. Ακολούθησε αρκετά χρόνια αργότερα και η απαραίτητη νομική μονομαχία για το όνομα των Wishbone Ash, το οποίο τελικά κράτησε ο Andy Powell, με τον Turner να διατηρεί το δικαίωμα να παίζει και να ηχογραφεί ως “Martin Turner’s Wishbone Ash”.
Έκτοτε, από το 1996 μέχρι σήμερα, ο Andy Powell έχει κυκλοφορήσει υπό το όνομα Wishbone Ash 6 άλμπουμ με πρωτότυπο υλικό (και μερικά με επανηχογραφήσεις) και δεν έχει σταματήσει να περιοδεύει. Συχνά, οι περιοδείες των δύο σχημάτων χρονικά συμπίπτουν, σε μια άτυπη κόντρα των δύο αιωνίων πρώην συν-δημιουργών, με τις εκτιμήσεις να κλίνουν υπέρ του σχήματος του Turner ως προς τη ζέση με την οποία αποδίδει τα κλασσικά και υπέρ των νομικά ορθών Wishbone Ash, αυτών του Powell, όσον αφορά τη μουσικότητα, την κιθαριστική ευφωνία και τη φρεσκάδα του υλικού.

Το “Coat Of Arms” είναι το πρώτο άλμπουμ με καινούριο υλικό από το 2014. Ξεκινά με το “We Stand As One” ένα άρτιο κομμάτι για να συστήσει τον ήχο των Wishbone Ash σε οποιονδήποτε με ηλικία κάτω των 35, καθώς συμπυκνώνει τα συστατικά του: μελωδία, αρμονίες στις κιθάρες, ενoποιητική αύρα, ευσύνοπτη διάρκεια, έξυπνη φωτοσκίαση – πολλά συμβαίνουν μέσα στα 4 λεπτά του- και στιχουργικό θέμα που η ηλικία αυτή μπορεί να εκλάβει ότι την αφορά άμεσα – οικολογική καταστροφή, φωτιές του Αμαζονίου κα τα τοιαύτα. Το ομώνυμο, “Coat Of Arms”, ξεκινά σαν κάτι από το “Locked In”, 44 χρόνια πριν, εξελίσσεται όμως σε μια απολαυστική κιθαριστική περιήγηση σε όμορα στυλ. Σημασία έχει ότι σε κρατάει ο τόνος της κιθάρας και ο Andy Powell τον έχει τον τόνο ο άτιμος.
Το έξοχα ενορχηστρωμένο “Empty Man” ακουμπά στη folk πλευρά του Powell, που αποδεικνύει ότι κλείνοντας – κι αυτός- τα 70 (στις 19 Φεβρουαρίου), διατηρεί την ικανότητά του να ερμηνεύει φωνητικά με μια άχρονη ποιότητα τη δική του μουσική. Το “Floreana” έχει το αιθέριο στυλ που θα συγκινήσει κάθε κλασσικοροκά μέσης ηλικίας, με τον τρόπο του “Persephone”. Όταν μπαίνουν οι αρμονίες στις κιθάρες, κατευθείαν αντιλαμβάνεσαι το βάθος απ’ όπου έρχεται αυτό που ακούς. Το easy going Drive σε καλεί πράγματι, αν ζεις σε μια χώρα του πολιτισμένου κόσμου που διαθέτει ασφαλείς αυτοκινητόδρομους, να μπεις στο αμάξι και κατευθυνθείς στην εξοχή, έτσι απλώς για βόλτα.
Τα τελευταία τρία χρόνια, η δεύτερη δίπλα στον Powell κιθάρα ανήκει στον Mark Abrahams, έναν σαραντάρη που μελετά τους Wishbone Ash από τα εννέα του χρόνια («ξέρει τα κομμάτια μας καλύτερα και από μένα», λέει με περηφάνεια ο Powell). O Abrahams έχει εισφέρει στο καινούριο υλικό τον ενθουσιασμό του καλού μαθητή που έχει την τιμή να συνεργάζεται με έναν από τους δασκάλους κι εμπνευστές του. Δική του, για παράδειγμα, είναι η βασική ιδέα για το It´s Only You I See, μια από τις συνθέσεις που με την πρώτη ξεχωρίζουν. Πλήρης συναισθήματος – στη φλέβα του “You Rescue Me” από το άλμπουμ “New England” του ’76 - πραγματικά απογειώνεται από τις δίδυμες κιθάρες.
Οι Bob Skeat που ακούγεται στο μπάσο είναι δίπλα στον Powell 23 χρόνια και ο ντράμερ Joe Crabtree 13, οπότε το δέσιμο του ήχου και η σιγουριά στην απόδοση είναι δεδομένη. Στο “Back In The Day” μας δίνουν ένα απολαυστικό uplifting τρακ, ενώ στο Personal Halloween, με τα πνευστά και το πιάνο, η μπάντα δε διστάζει να κάνει για λογαριασμό του ακροατή ένα πέρασμα ακόμη κι απ’ τη Νέα Ορλεάνη. Το εύθραυστο Déjà Vu” είναι η πολλοστή απόδειξη ότι ο Powell, εκτός από ένας από τους κιθαρίστες που με το ύφος του καθόρισε τα ροκ πράγματα σε ένα πολύ βαθύτερο επίπεδο απ’ όσο συχνά αναφέρεται, παραμένει και άξιος συνθέτης, γι’ αυτό και εκείνος επέμενε περισσότερο από τον αντίπαλό του Martin Turner στο να κυκλοφορεί η μπάντα νέο υλικό. Αν ο Turner είναι πολύ πιο κοντά συναισθηματικά στην απόδοση των κλασσικών τους τραγουδιών, ο Powell είναι το ίδιο το DNA των Wishbone Ash, κι αυτό ακούγεται σε ο,τιδήποτε ηχογραφεί, με μια αβίαστη, αξιοθαύμαστη ποιότητα που γεμίζει τον ακροατή που έχει μέσα τουτις κλασσικές ροκ υποδοχές πριν καν το καταλάβει.

Παναγιώτης Παπαϊωαννου

Ποια είναι τα αγαπημένα τραγούδια του Johnny Van Zant (Lynyrd Skynyrd)

O frontman Johnny Van Zant των θρυλικών Lynyrd Skynyrd επέλεξε τα δέκα πιο αγαπημένα του τραγούδια του λεγόμενου southern rock.
Από τις πιο σκληρές μελωδίες του Νότου μέχρι τις πιο δυνατές μπαλάντες, ο Johnny Van Zant δηλώνει πως αυτό είναι το soundtrack στη ζωή του. Διαβάστε παρακάτω χωρίς αξιολογική σειρά τις πιο αγαπημένες του συνθέσεις.

 
1. Black Oak Arkansas – "Jim Dandy"
2. Wet Willie – "Keep On Smilin’"
3. Marshall Tucker Band – "Fire On The Mountain"
4. The Amazing Rhythm Aces – "Third Rate Romance"
5. Ram Jam – "Black Betty"
6. Atlanta Rhythm Section – "Champagne Jam"
7. Henry Paul Band – "Grey Ghost"
8. Gregg Allman –  "I'm No Angel"
9. Georgia Satellites  – "Keep Your Hands To Yourself"
10. Gov't Mule – "Bad Little Doggie"

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...