Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2024

"Μέρες πίστης" και επιβίωσης των Bon Jovi στα '90s

 


Η πορεία των Bon Jovi στην δεκαετία του ΄90 ήταν αρκετά μοναχική αλλά και συνάμα ενδιαφέρουσα αφού η παρέα του Jon κατόρθωσε να επιβιώσει μπροστά στην ηχητική λαίλαπα των grunge συγκροτημάτων.
Το πάρτυ των '80s είχε σχεδόν τελειώσει και συγκροτήματα όπως η μπάντα από το New Jersey όφειλε να δώσει τον δικό της αγώνα για να παραμείνει στην κορυφή. To ευτύχημα για τους ίδιους ήταν ότι το κατόρθωσαν σε μεγάλο βαθμό ενώ παράλληλα έκαναν και ένα ακόμα σημαντικό βήμα αφού μπορεί να κυκλοφόρησαν μόνο δύο δίσκους την τελευταία δεκαετία του περασμένου αιώνα αλλά τόσο το"Keep the Faith" όσο και το "These Days" ήταν μία από τις πιο ώριμες και γοητευτικές δισκογραφικές κυκλοφορίες των Bon Jovi.
Ο Jon εκείνο το χρονικό διάστημα των '90ς αντιλαμβανόμενος το νέο πεδίο που είχε δημιουργηθεί εν μία νυκτί στη μουσική βιομηχανία, προσαρμόστηκε σχετικά άμεσα αλλά με τον δικό του ευφυή τρόπο ώστε να μην ακολουθήσει σε συνθετικό επίπεδο όσα πρέσβευε το νέο μουσικό κίνημα που μόλις είχε γεννηθεί στο Σιάτλ. Μπορεί να "σόκαρε" αρκετούς τα κοντά κουρέματα των μελών του γκρουπ και να προσαρμόστηκαν στις απαιτήσεις της δισκογραφικής τους εταιρίας για αλλαγή image αλλά μέχρι εκεί. Οι μελωδίες, η ενέργεια το πάθος και η έμπνευση ευτυχώς δεν είχαν χαθεί για τους Bon Jovi παρότι η μπάντα είχε αρκετά εσωτερικά προβλήματα και είχε κουραστεί από τις συνεχόμενες περιοδείες.
Η εργατικότητα, ο επαγγελματισμός αλλά προπάντων η αγάπη για αυτό που έκανε ο Jon Bon Jovi δεν του επέτρεψε να παραδοθεί στα νέα "ροκ" καλέσματα στο οποίο περιλάμβανε μπάντες που είχαν έναν άλλον προσανατολισμό και μία διαφορετική αντίληψη της ροκ μουσικής oπου μετά από λίγα χρόνια ξεφούσκωσε και μόνο ελάχιστα σχήματα κατάφεραν να παραμείνουν διαχρονικά όπως έγινε με τους Pearl Jam, Soundgarden, Alice in Chains και τους βραχύβιους Nirvana. Βέβαια σε όλο αυτό το νέο "πανηγύρι" που έστησαν οι δισκογραφικές εταιρίες συμμετείχαν και αρκετοί ατάλαντοι επιτηδευμένοι πεσιμιστές, παρακμιακοί εναλλακτικοί νεορόκερ και πρόσκαιροι επαναστάτες που έκαναν κηρύγματα περί ταξικότητας υπό την χορηγία των μεγαλύτερων πολυεθνικών δισκογραφικών και μηντιακών Ομίλων των ΗΠΑ δηλαδή της καρδιάς του καπιταλισμού. Σε όλη αυτήν τη "ειρωνεία" οι Bon Jovi απάντησαν με το αστείρευτο ταλέντο τους και απέδωσαν με περίσσιο οίστρο όσα τους είχε μάθει ο μέντορας τους Bruce Springsteen όπου είχε ως ευαγγέλιο και ως θεμέλιο βάση, την δημιουργία όμορφης και δυνατής μουσική ντυμένη σε έναν λιτό συναισθηματικό ανθρωποκεντρικό στίχο.

                                             
                                    "Στα πρόθυρα της διάλυσης"
Το "Keep the Faith" ήταν το πέμπτο στούντιο άλμπουμ του αμερικανικού ροκ συγκροτήματος Bon Jovi, και κυκλοφόρησε στις 3 Νοεμβρίου 1992, από τη Mercury Records. Είναι το τελευταίο στούντιο άλμπουμ των Bon Jovi που έχει και τα πέντε αρχικά μέλη, καθώς ο μπασίστας Alec John Such απολύθηκε από το συγκρότημα το 1994 ενώ παράλληλα είναι το πρώτο άλμπουμ των Bon Jovi από το άλμπουμ "7800 ° Fahrenheit" του 1985 που δεν έχει στην παραγωγή τον πολύπειρο Bruce Fairbairn. Ο λόγος ήταν ότι ο πετυχημένος Καναδός παραγωγός είχε αναλάβει την ίδια περίοδο την ηχογράφηση του "Get a Grip" των Aerosmith.
Στο άλμπουμ παραγωγός είναι ο Bob Rock που έχει αναλάβει πρωταγωνιστικό ρόλο και ηχογραφήθηκε στα Little Mountain Sound Studios στο Βανκούβερ της Βρετανικής Κολούμπια.
Το "Keep the Faith" ουσιαστικά σηματοδοτεί την αλλαγή πορείας της εικόνας και του ήχου της μπάντας βάζοντας στην άκρη την glam πλευρά γνωρίζοντας όμως και αυτός ο δίσκος μεγάλη εμπορική επιτυχία φτάνοντας στο νούμερο πέντε στο US Billboard 200 chart ενώ έγινε διπλά πλατινένιος.
 
Μετά την ολοκλήρωση της περιοδείας "New Jersey" στα τέλη της δεκαετίας του '80 το συγκρότημα αποφάσισε να ξεκουραστεί όμως ο Jon Bon Jovi δεν έμεινε άπραγος και έγραψε το soundtrack για την ταινία "Young Guns II" (1990) καθώς και το σόλο άλμπουμ του με τίτλο "Blaze of Glory" ενώ το ίδιο έπραξε και ο κιθαρίστας Richie Sambora κυκλοφορώντας κι αυτός με την σειρά του, τον πρώτο του προσωπικό δίσκο με τίτλο "Stranger in This Town". Την ίδια περίοδο ο Jon Bon Jovi απολύει τον μακροχρόνιο μάνατζερ της μπάντας τον Doc McGhee και δημιουργεί την Bon Jovi Management πέρνωντας  αποκλειστικά στα χέρια του, τις τύχες της γκρουπ. Βέβαια την ίδια περίοδο οι διαπροσωπικές σχέσεις ων μελών είχαν επιδεινωθεί και τον Οκτώβριο του 1991 το συγκρότημα πήγε στο νησί St. Thomas της Καραϊβικής ώστε να λύσουν τις όποιες διαφορές τους. Όπερ και εγένετο και αποφάσισαν όλοι μαζί να σχεδιάσουν τα μελλοντικά βήματα της μπάντας.
 
Σε μια συνέντευξη το 1993 ο Sambora αναγνώρισε πως οι Bon Jovi είχαν φτάσει στα πρόθυρα αποσύνθεσης αναφέροντας τα εξής:
"Έπρεπε να βρεθούμε ατομικά. Η κατάσταση στους Bon Jovi ήταν εξαιρετικά επιτυχημένη και ήμουν πολύ χαρούμενος που βρισκόμουν σε ένα συγκρότημα αυτού του μεγέθους, αλλά δεν υπήρχε σχεδόν τίποτα για να γράψω εκείνη τη στιγμή - όλοι ήμασταν τόσο κουρασμένοι και τόσο εξουθενωμένοι. Το μόνο που κάναμε όλο το προηγούμενο διάστημα ήταν να είμαστε στο δρόμο και να είμαστε σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου μόνοι μας και να μιλάμε με τις κοπέλες μας  στο τηλέφωνο για το πόσο μας λείπουν οπότε έπρεπε να κάνουμε αυτό το διάλειμμα για να μπορέσουμε να βρούμε τον εαυτό μας και επιστρέψουμε για να γράψουμε νέα κομμάτια". Και συνεχίζει:
"Παράλληλα εκείνη την χρονική περίοδο που ηχογραφούσαμε τα σόλο άλμπουμ μας ξαφνικά βρεθήκαμε ο καθένας από την πλευρά του να δουλεύουμε με σπουδαίους ανθρώπους και μουσικούς όπως ο Eric Clapton και ο Tony Levin ενώ ο Jon δούλευε με τους Elton John και τον Jeff Beck. Οπότε η συνεργασία  με όλους με αυτούς τους διαφορετικούς καλλιτέχνες μας έδωσε διαφορετικές επιρροές, τις οποίες φέραμε πίσω στους Bon Jovi. Συνέπεια όλων αυτών ήταν το "Keep the Faith" να ακούγεται φρέσκο ​​και ολοκαίνουργιο, και ήμασταν ενθουσιασμένοι που είμαστε ξανά μαζί".

 

Τον Ιανουάριο του 1992 η μπάντα ξεκίνησε τις ηχογραφήσεις στο Little Mountain Studios  και μετά από επτά μήνες δημιούργησαν το άλμπουμ "Keep the Faith"με τον Bob Rock στην παραγωγή.  Ο γκουρού των στούντιο ήταν στο απόγειο του από την επιτυχία του  "Black Album" των Metallica και έτσι είχε αποκτήσει μεγάλη εμπειρία ώστε να βοηθάει τα hard rock συγκροτήματα να περιηγηθούν στο νέο ηχητικό τοπίο της δεκαετίας του '90 και οι Bon Jovi το ενσωμάτωσαν αρκετά καλά, κυρίως επειδή κράτησαν αυτό που έκαναν καλύτερα.
"Όταν γυρίσαμε μαζί σε ένα δωμάτιο στο Βανκούβερ", σημείωσε ο Jon Bon Jovi το 2007, "κλείσαμε την πόρτα και αγνοήσαμε τι είχε συμβεί στην μουσική που υπηρετούσαμε. Μπορεί να φάγαμε κλοτσιά στα δόντια εκείνη την εποχή από την κυριαρχία των Nirvana αλλά δεν μας επηρέασε. Ξεφορτωθήκαμε τα κλισέ, γράψαμε στίχους με κοινωνική συνείδηση ​​και κουρευτήκαμε! Δεν έκανα ούτε grunge, ούτε ραπ. Αλλά ήξερα ότι δεν μπορούσα να επαναλάβω συνθέσεις όπως το "Livin' on a Prayer" οπότε δεν το προσπάθησα καθόλου, με αποτέλεσμα αυτό να αποδώσει."
Συνολικά γράφτηκαν τριάντα τραγούδια στα οποία σε ορισμένα συμμετέχει συνθετικά ο Desmond Child όμως ουσιαστικά μόνο δώδεκα τραγούδια (με ένα επιπλέον στην ευρωπαϊκή και ιαπωνική έκδοση) έφτασαν τελικά στο άλμπουμ.
Πριν την επανένωση της μπάντας στο στούντιο, ο Jon Bon Jovi πέρασε το καλοκαίρι του 1991 οδηγώντας τη μοτοσικλέτα του σε μέρη όπως η Αριζόνα, αποκτώντας εμπειρίες που τον ενέπνευσαν να γράψει σπουδαία κομμάτια όπως το "Dry County" και την θαυμάσια μπαλάντα "Bed of Roses" σχολιάζοντας:
«Δεν θα μπορούσα ποτέ να γράψω και να εμπνευστώ τραγούδια όπως "Bed of Roses" και "Dry County" πριν από πέντε χρόνια αν δεν έκανα αυτό το ταξίδι".
Για να προωθήσει το "Keep The Faith", ο Jon Bon Jovi αποφάσισε να ξεκινήσει τις εμφανίσεις της μπάντας τα μικρά κλαμπ του New Jersey όπου είχαν ξεκινήσει την καριέρα τους ώστε η μπάντα να ανακτήσει την χαμένη ενέργεια της ενώ εμφανίστηκαν και στο MTV Unplugged, για να διατηρήσουν υψηλά την δημοφιλία τους.
Η συγκεκριμένη παράσταση αποτυπώνει τους Bon Jovi να εκτελούν σε ακουστικές και ηλεκτρικές αποδόσεις τις κλασικές επιτυχίες τους και συνάμα νέο υλικό από το "Keep the Faith". Η συναυλία κυκλοφόρησε  το 1993 ως "Keep the Faith: An Evening with Bon Jovi".
 
 
                                                "Τα τραγούδια"
 
To άλμπουμ ξεκινά με το επικό "I Believe" (UK/#11) πλημμυρισμένο από μελωδίες με την ερμηνεία του Jon να είναι σε πάει στα ουράνια θυμίζοντας ελαφρώς και τον τεράστιο Β. Springsteen. Ακολουθεί το ομότιτλο "Keep The Faith" (#29/USA) όπου κυριαρχεί η μπασογραμμή του Alec John Such (παίζει εξαιρετικά στο κύκνειο άσμα του) βάζοντας σε άλλο επίπεδο το συνθετικό προφίλ της μπάντας (συμμετέχει και ο Desmond Child) αφού τα φάνκυ στοιχεία έχουν τον πρώτο ρόλο με το ρεφρέν να ακούγεται εκπληκτικό.
 
Faith: you know you're gonna live thru the rain
Lord you got to keep the faith
Faith: don't let your love turn to hate
Right now we got to
Keep the faith
Keep the faith
Keep the faith
Lord we got to keep the faith
Tell me baby when I hurt you
Do you keep it all inside
Do you tell me al's forgiven
And just hide behind your…
 
Επόμενο τραγούδι το ξεσηκωτικό "I'll Sleep When I'm Dead" το οποίο είναι ένα κλασικό "Bon Jovi άσμα" με περισσότερο πάρτι και rock 'n roll διάθεση και φυσικά με φωνακλάδικο ρεφρέν.
Το "In These Arms" (#29/USA & 9/UK) συγκαταλέγεται στα καλύτερα τραγούδια της μπάντας. Ξεκινά σε αυτό το αργό αλλά σαγηνευτικό ύφος που σε τρελαίνει και εξελίσσεται στον απόλυτο μελωδικό ροκ ύμνο με την φωνή του Jon να απογειώνει ακόμη περισσότερο την σύνθεση.
Για την μπαλάντα "Bed of Roses" (#10/USA &13/UK)  τα πολλά λόγια είναι περιττά. Eδώ υπάρχει ένα θανατηφόρος συνδυασμός όπου η εμπνευσμένη κιθαριστική δεξιοτεχνία του R. Sampora, η καθηλωτική ερμηνεία του Jon και τα μαγικά τα πλήκτρα του David Bryan μαζί με την αριστουργηματική ενορχήστρωση δημιουργούν ίσως μία από τις κορυφαίες μπαλάντες όλων των εποχών. Ο Jon αποκάλυψε αργότερα ότι όταν έγραφε το συγκεκριμένο κομμάτι στο ξενοδοχείο ότι είχε τρομερό πονοκέφαλο...
Εν αντιθέσει στο "If I Was Your Mother" τα hard 'n heavy στοιχεία κυριαρχούν ολοκληρωτικά χωρίς βέβαια να λείπουν οι μελωδικοί τονισμοί,  δίνοντας αποστομωτικές απαντήσεις σε όσους κατηγορούν την μπάντα ότι έχει γλυκανάλατο ήχο.
Ακολουθεί το "Dry County" άλλη μία εξαιρετική σύνθεση με στίχους που "καίνε" και που γκρεμίζουν το αμερικάνικο όνειρο δίνοντας μία βαθύτατη και ποιητική χροιά στις αγωνίες και τα όνειρα των ανθρώπων για μία καλύτερη ζωή. Το "Dry County" αφορά την παρακμή της εγχώριας βιομηχανίας πετρελαίου των ΗΠΑ και την επίδρασή της σε εκείνους των οποίων το εισόδημα βασίστηκε σε αυτήν. Η εξέλιξη του  κομμάτι από την μέση και μετά θυμίζει σούπερ κλασικά ροκ τραγούδια από τα '70s όπως τα "Free Bird" (Lynyrd Skynyrd) και "Stairway to Heaven" (Led Zeppelin). Επίσης στις ζωντανές εκδόσεις του τραγουδιού, κατά τη διάρκεια της δημιουργίας του δεύτερου σόλο κιθάρας, ο Jon Bon Jovi περιλαμβάνει συχνά έναν μονόλογο για την σκληρή καθημερινότητα που βιώνουμε όλοι μας.
 
"You can't help but prosper
Where the streets are paved with gold
They say the oil wells ran deeper here
Than anybody's known
Now I packed up on my wife and kid
And left them both back at home
See there's nothing in this paydirt
The ghosts are all I know
Now the oil's gone
And the money's gone
All the jobs are gone
Still we're…"
Το "Woman In Love" ακούγεται ευχάριστα απλοϊκό και ανέμελο με κεφάτο ρεφρέν ενώ το "Fear" είναι η bon jovi εκδοχή του "Ender Sadman" άνευ άλλου σχολίου αφού εδώ ο Bob Rock ουσιαστικά εκθέτει αναίτια την μπάντα.
Η μπαλάντα "I Want You" είναι ακόμη μία θαυμάσια  σύνθεση αλλά όταν έχει προηγηθεί το "Bed of Roses" τότε οι συγκρίσεις θα αδικήσουν το εν λόγω υπέροχο τραγούδι. Ακολουθούν τα "Blame It on the Love of Rock & Roll" που δίνει ένα ακόμη πιο διασκεδαστικό τόνο στο άλμπουμ ακριβώς στο ύφος που αναφέρει ο τίτλος ενώ το "Little Bit of Soul" ακολουθεί ένα blues/southern μοτίβο με τον Sambora να βάζει την δική του σφραγίδα.
To  άλμπουμ κλείνει με το"Save a Prayer" με έντονες θρησκευτικές αναφορές αλλά συνθετικά είναι αρκετά προοδευτικό για τον ήχο της μπάντας και σίγουρα αδικημένο ενώ στην special edition του "Keep the Faith" το 1998 υπάρχει ένα bonus CD με ένα ακυκλοφόρητο κομμάτι με τίτλο "Starting All Over Again" που ακούγεται μέτριο και που θυμίζει Van Halen των '90ς.

 
 
                                                 "These Days"
Βλέποντας λοιπόν οι  Bon Jovi ότι η μουσική βιομηχανία έχει επιβάλλει ολοκληρωτικά τo grunge αλλά και τον συναφή ήχο στα ραδιόφωνα απαξιώνοντας το hard rock και το μελωδικό ροκ κατανόησαν ότι για να επιβιώσουν χωρίς να αλλάξουν με έξυπνο τρόπο την μουσική τους φυσιογνωμία, έπρεπε να χαμηλώσουν τους τόνους και να προσαρμοστούν με τους δικούς τους όρους στα νέα ροκ δεδομένα.
Τον Ιούνιο του 1995 η αμερικάνικη μπάντα κυκλοφορεί το έκτο στούντιο άλμπουμ της με τίτλο "These Days" από την Mercury Records και είναι το πρώτο άλμπουμ που οι Bon Jovi κυκλοφορούν μετά την απόλυση του αρχικού τους μπασίστα Alec John Such, ο οποίος αντικαταστάθηκε ανεπίσημα από τον Hugh McDonald (Alice Cooper). Είχε προηγηθεί η λήξη της περιοδείας "Keep the Faith Tour"  τον Δεκέμβριο του 1993, με την μπάντα να υποχωρεί σε δημοφιλία της στις ΗΠΑ αλλά να κρατά σταθερά ψηλά την δημοτικότητά σε Ευρώπη και Ιαπωνία. Χωρίς να υπάρχουν οι εντάσεις των προηγούμενων χρόνων ο Jon Bon Jovi το 1994  γράφει στις διακοπές του το "Something to Believe In", που είναι και το πρώτο τραγούδι που γράφτηκε για το άλμπουμ. Τους επόμενους εννέα μήνες, ο Jon Bon Jovi και ο Richie Sambora γράφουν ασταμάτητα τραγούδια και φτάνουν στο σημείο να έχουν σαράντα συνθέσεις για την τελική επιλογή.
Το "These Days" είχε αρχικά προγραμματιστεί να κυκλοφορήσει το τέταρτο τρίμηνο του 1994, αλλά ζήτησε η μπάντα περισσότερο χρόνο για να γράψει επιπλέον υλικό. Για να κερδίσουν τον απαραίτητο χρόνο κυκλοφορούν το "Cross Road", το πρώτο τους μεγάλο άλμπουμ επιτυχιών, με δύο νέα τραγούδια τον Οκτώβριο του 1994.
Το άλμπουμ περιέχει επιτυχίες από όλα τα άλμπουμ που κυκλοφόρησαν στο παρελθόν ξεκινόντας από το ντεμπούτο τους, "Bon Jovi" (1984) έως και στο "Keep the Faith" (1992). Το άλμπουμ διαθέτει επίσης δύο νέα κομμάτια: τα επιτυχημένα singles "Always" και "Someday I Be Saturday Night", καθώς και μια νέα,  απόδοση του "Livin' on a Prayer" με τίτλο "Prayer '94" διαθέσιμά αρχικά μόνο σε τις εκδόσεις της Βόρειας Αμερικής ενώ υπήρχε η πρόθεση να γίνει το ίδιο και με το "Runaway" και να ηχογραφηθεί ξανά με τίτλο "Runaway '94"  αλλά τελικά δεν συνέβη ποτέ.
Ο Jon Bon Jovi κατανοώντας σε τι εποχή κυκλοφορούσε το "These Days" και τον "πόλεμο" που δεχόταν από τα media λόγω της πρόσκαιρης επικράτησης της grunge σκηνής δήλωνε προφητικά:
Οι Bon Jovi δεν έχουν καμία πρόθεση να δείξουμε πόσο φοβερό συγκρότημα είμαστε, αλλά από την άλλη πόσες εναλλακτικές μπάντες μπορούν να αντέξουν στον χρόνο; Απλώς καταλαβαίνω ότι η μόδα είναι μόδα (εννοεί το grunge) αλλά εμείς είμαστε πολύ καιρό  στο προσκήνιο και θα πιθανόν να είμαστε και στο μέλλον αλλά η μόδα έρχεται και παρέρχεται. Σίγουρα οι καλές μπάντες θα επιβιώσουν όπως οι Pearl Jam ενώ οι υπόλοιπες θα φτιάξουν ένα δεύτερο ή τρίτο άλμπουμ και θα ξεθωριάσουν. Προσωπικά δεν μπορώ να προσποιηθώ να γράψω κάτι που δεν μου αρέσει να γράφω και δεν επιθυμώ να ενσωματωθώ με την μόδα γιατί θα ήταν μαλ@#ία. Έτσι, γράφω πράγματα που έχουν σημασία για μένα, και ελπίζω ότι θα  αρέσουν στους ανθρώπους. Αυτή είναι η μόνη στάση που μπορώ να ακολουθήσω".
 

Βέβαια από την άλλη πλευρά η μπάντα προφύλαξε και τα νώτα της αφού εξέλιξε  τον ήχο της προσαρμόζοντας τον, να ταιριάζει καλύτερα με το νέο "εναλλακτικό" τοπίο που ήδη κυριαρχούσε και είχε στείλει στα αζήτητα σημαντικές μπάντες της δεκαετίας του '80
"Έχω ακούσει πολλά συγκροτήματα όπως το Nine Inch Nails και Tool", δήλωσε ο Jon Bon Jovi στο Request το 1994. "Σίγουρα δεν γράφω τέτοια τραγούδια αλλά όμως σε κάνουν να σκεφτείς ορισμένα πράματα."
Οι ηχογραφήσεις το άλμπουμ στο Νάσβιλ ξεκίνησαν το το φθινόπωρο του 1994. Μετά από μια εβδομάδα έως δέκα ημέρες ηχογράφησης, τον Οκτώβριο του 1994, ο Jon Bon Jovi τα διέγραψε όλα. Η ηχογράφηση συνεχίστηκε για τους επόμενους τέσσερις μήνες και μετατοπίστηκε μεταξύ του οικιακού στούντιο San Bon Sanctuary I του Jon Bon Jovi στο Woodstock της Νέας Υόρκης και τριών ξεχωριστών στούντιο στο Λος Άντζελες (One On One Studios, Ocean Way Recording και A&M Studios).
Για την παραγωγή ο Jon Bon Jovi προσέλαβε τον Peter Collins τον οποίο εκτιμούσε λόγω των παραγωγών που είχε κάνει σε δίσκους των Rush, Queensrÿche και Alice Cooper με τον Jon Bon Jovi και Richie Sambora να γίνονται συν-παραγωγοί του άλμπουμ.
Υπήρχαν διάφοροι λόγοι για τους οποίους χρησιμοποιήθηκαν τόσα πολλά διαφορετικά στούντιο με διάφορα ευτράπελα να το σημαδεύουν. Ένας λόγος για τις αλλαγές στο στούντιο, ενώ ηχογράφησε στο Woodstock της Νέας Υόρκης, ήταν ότι η η metal μπάντα των Fear Factory ηχογράφησε το άλμπουμ τους "Demanufacture" σε ένα γειτονικό στούντιο. Οι μηχανικοί των Bon Jovi διαμαρτύρονταν επανειλημμένα διότι οι Fear Factory έκαναν τρομερό θόρυβο ειδικά τα τύμπανα τους. Παράλληλα συνέβαιναν κι άλλα πράματα όπως ο γάμος του Richie Sambora με την ηθοποιό Heather Locklear ενώ η μπάντα ξεκίνησε μια μίνι χριστουγεννιάτικη περιοδεία σε κλαμπ τον Δεκέμβριο του 1994.
Αρχικά το άλμπουμ ήταν να ονομαστεί "Open All Night" ή "Strip" αλλά τελικά, επικράτησε το "These Days" ενώ η φωτογραφία του άλμπουμ ήταν να τραβηχτεί στο Μεξικό αλλά δεν έγινε όπως ήθλε ο Jon με αποτέλεσμα να μπει στο άλμπουμ η φωτογραφία του Mark Selliger από το Los Angeles.
To άλμπουμ κατατάχθηκε στο νούμερο 2 στη λίστα του περιοδικού Q των "Top 50 άλμπουμ του 1995", κάτω από το "The Great Escape" του βρετανικού συγκροτήματος Blur ενώ στο Ηνωμένο Βασίλειο, το άλμπουμ ήταν ιδιαίτερα επιτυχημένο με πολύ καλές κριτικές εν αντιθέσει με  τους κριτικούς στις Ηνωμένες Πολιτείες που το αδίκησαν με τα αρνητικά σχόλια τους όμως  κατόρθωσε να φτάσει στο νούμερο εννέα στο Billboard.
 
 
                                             "Tα τραγούδια"
Το άλμπουμ ξεκινά με το δυναμικό "Hey God" κτισμένο πάνω σε μία σκοτεινή διάθεση, με τον Jon να κάνει μία παθιασμένη ερμηνεία και τον Sambora να οργιάζει κιθαριστικά. Το τραγούδι στιχουργικά αναφέρεται σε ιστορίες ανθρώπων που βρίσκονται στα πρόθυρα της απελπισίας αναζητώντας πνευματική βοήθεια. Ο Richie Sambora αποκάλυψε ότι εμπνεύστηκε το κομμάτι όταν καθόταν στο λιμουζίνα του και είδε μία εικόνα εγκατάλειψης που βιώνουν διάφοροι άνθρωποι ανάμεσα σε χαρτόκουτα. Αυτό το αίσθημα ενοχής τον έκανε να γράψει το "Hey God" μαζί με τον Jon o οποίος είχε δει κάτι ανάλογο με έναν άντρα μpoy φόραγε ένα κοστούμι Armani να κάθεται δίπλα σε παιδιά που κοιμούνται στο δρόμο.
Ακολουθεί το "Something For The Pain" (#8/UK) σε πιο ανάλαφρη ροκ διάθεση και την συμμετοχή του Desmond Child και με το αντίστοιχο βίντεο κλιπ να κλέβει τις εντυπώσεις. Συγκεκριμένα ο  σκηνοθέτης Marty Callner δείχνει έναν έφηβο  να μπαίνει σε ένα κατάστημα μουσικής  και να κατευθύνεται για να ακούσει κάποια δείγματα μουσικής. Στην οθόνη, εμφανίζεται η μπάντα να παίζει με τα υπόλοιπα μέλη να τραγουδούν. Στο βίντεο είναι ηθοποιοί  μιμούνται τους Eddie Vedder, Snoop Dogg, Dr. Dre, Courtney Love και Scott Weiland, οι οποίοι τραγουδούν επίσης το τραγούδι. Ο έφηβος απολαμβάνει την όλη κατάσταση και όταν εμφανίζεται ο Bon Jovi, εκφράζει περιφρόνηση για τους προαναφερθέντες  καλλιτέχνες που είχαν ξεπεράσει τον Bon Jovi σε δημοτικότητα και το βίντεο τελειώνει με τον έφηβο να κλέβει ένα αντίγραφο του άλμπουμ "These Days".
Επόμενη σύνθεση είναι η μπαλάντα "This Ain't a Love Song" (#14/USA & #6/UK) στο γνωστό ύφος της μπάντας με ορισμένα blues στοιχεία ενώ το εν λόγω κομμάτι έχει και ισπανική εκδοχή ώστε να προσελκύσει το λατινόφωνο κοινό.
Το ομότιτλο "These Days" (#7/UK) ακολουθεί στιχουργικά και ηχητικά των μεγάλο μέντορα του Jon, τον Bruce Springsteen αφού οι αναφορές για τις ανθρώπινες σχέσεις περιλαμβάνουν τον έρωτα, την απώλεια της αθωότητας και φτάνουν μέχρι τις μεγάλες κοινωνικές ανισότητες όπως είναι οι άστεγοι και η ανεργία.
I was walking around, just a face in the crowd
Trying to keep myself out of the rain
Saw a vagabond king wear a Styrofoam crown
Wondered if I might end up the same
There's a man out on the corner
Singing old songs about change
Everybody's got their cross to bare, these days
She came looking for some shelter with a suitcase full of dreams
To a motel room on the boulevard
I guess she's trying to be James Dean
She's seen all the disciples and all the wanna be's
No one wants to be themselves these days
Still there's nothing to hold on to but these days
These days the stars seem out of reach
These days there ain't a ladder on the streets
Oh no, no, no
These days are fast, nothing lasts in this graceless age
There ain't nobody left but us these days
 
Το "Lie to Me" βάζει σε άλλο επίπεδο τις μπαλάντες των Bon Jovi αφού εκτός από την μελωδικότητα και την τρυφερή ερμηνεία διακρίνουμε και ορισμένες sixties επιρροές ενώ το "Damned" έχει μπόλικα ροκ ξεσπάσματα αν και ξεκινά σε φάνκυ ρυθμό με τα πανέμορφα πνευστά που υπάρχουν στη σύνθεση να του προσδίδουν ένα πιο γοητευτικό χρώμα. Εδώ οι στίχοι αφορούν την σχέση ενός άντρα με μία παντρεμένη γυναίκα με αναφορές στον Θεό.
Ακολουθεί το "My Guitar Lies Bleeding In My Arms" που είναι μία από τις πιο σκοτεινές συνθέσεις της μπάντας με μία καταθλιπτική ερμηνεία του Jon και σίγουρα αν δεν άκανε αυτόν τον φοβερό κιθαριστικό επίλογο ο Sambora θα τη χαρακτηρίζαμε την πιο grunge σύνθεση του γκρουπ σε όλα τα επίπεδα.
Το  "(It's Hard) Letting You Go" έχει μία υπέροχη ερωτική ατμόσφαιρα στο οποίο κυριαρχούν τα πλήκτρα του David Bryan ενώ ο Jon Bon Jovi κάνει μία ανατριχιαστική ερμηνεία.
Eπόμενο τραγούδι το "Hearts Breaking Even" που συνεχίζει σε blues rock ρυθμούς με μελωδίες από τα sixties και τον Desmond Child να έχει βάλει για τα καλά το χεράκι του θυμίζοντας βέβαια και λιγάκι το "Cryin'" των Aerosmith.
Το "Something to Believe In" ξεκινάει με μία διπλή κραυγή θυμίζοντας την γνωστή επιτυχία των Simple Minds αλλά στη συνέχεια ακολουθεί ένα ημιμπαλαντοειδή ρυθμό που το ακολουθεί ένα ερμηνευτικό ξέσπασμα του Jon Bon Jovi ενώ στο κομμάτι υπάρχουν αρκετά αλληγορικά στιχουργικά θέματα που αφορούν την αναζήτηση της θρησκευτικής πίστης.
Ο επίλογος γράφεται με το "If That's What It Takes" που βαδίζει σχεδόν σε ένα ηλεκτροκακουστικό μοτίβο με πανέμορφο ρεφρέν και το κλείσιμο γίνεται με την μπαλάντα "Diamond Ring" που ουσιαστικά είναι μία ερωτική εξομολόγηση με τον Sambora να θυμίζει Eric Clapton. 
Στην ευρωπαϊκή και Ιαπωνική έκδοση του "These Days" υπάρχουν δύο εξαιρετικές συνθέσεις το μπητλτικό "All I Want Is Everything" και η μπαλάντα "Bitter Wine".
Το συνθετικό δίδυμο Jon και ο Richie σαν γνήσια καλλιτεχνικά τέκνα, του συντοπίτη τους και οραματιστή Β. Springsteen μιλούν και προβληματίζουν το κοινό για τις κοινωνικές ανισότητες που συνεχίζουν να βασανίζουν ακόμη και σήμερα την ανθρωπότητα και όσους η ζωή άδικα τους έστειλε στο περιθώριο. Όλα αυτά δοσμένα με έναν ποιητικό και γιατί όχι με θρησκευτικό τρόπο που μπορούν και αγγίζουν την ψυχή όλων μας. Στο άλμπουμ συναντούμε έναν διαφορετικό και πιο ώριμο Bon Jovi  όπου μας χαρίζει μία πανδαισία συναισθημάτων γεμάτο εσωτερική αναζήτηση δοσμένη άλλοτε με θυμό σαν μία κραυγή διαμαρτυρίας και άλλοτε σε μορφή παράκληση προς τον Θεό ώστε να σταματήσει την αδικία. Μία από τις κορυφαίες δημιουργίες αναμφισβήτητα του Αμερικανού μουσικού.
Στη συνέχεια ακολούθησε μια υπερ-επιτυχημένη παγκόσμια περιοδεία με αποκορύφωμα τις sold out εμφανίσεις στο Wembley ενώ η επόμενη κυκλοφορία των Bon Jovi το 2000  με το "Crush" θα τους απογείωνε ξανά στην κορυφή....
 
Υ.Γ.: Το  "Diamond Ring" γράφτηκε αρχικά για το άλμπουμ New Jersey το 1988 και έπαιξε ζωντανά έξι φορές κατά τη διάρκεια του New Jersey Syndicate Tour, αλλά δεν κυκλοφόρησε ποτέ σε κανένα προηγούμενο άλμπουμ των Bon Jovi.
Επίσης το "It's Hard) Letting You Go" γράφτηκε από τον Jon Bon Jovi για την ταινία Moonlight and Valentino στην οποία εμφανίστηκε.
 
Φώτης Μελέτης

Τετάρτη 3 Απριλίου 2024

Irene Papas and Vangelis: “Rapsodies”

 Rapsodies - Wikipedia

Η συνεργασία του Βαγγέλη Παπαθανασίου (Vangelis) με την Ειρήνη Παππά είχε ξεκινήσει στις αρχές της δεκαετίας του ’70, σ’ ένα από τα πιο σημαντικά άλμπουμ του προοδευτικού ροκ στο “666” (1972) των Aphrodite's Child που αναφέρεται κυρίως στην «Αποκάλυψη του Ιωάννη» με την στιχουργική συμβολή του σκηνοθέτη Κώστα Φέρρη.

 

Μερικά χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα το 1979 ηχογραφούν ξανά μαζί τον δίσκο «Ωδές» που περιλαμβάνει ελληνικά παραδοσιακά- δημοτικά τραγούδια διασκευασμένα στο γνωστό ηλεκτρονικό ύφος του Vangelis.
Η συνεργασία τους λοιπόν τριτώνει με το θαυμάσιο δίσκο “Rapsodies” (Ραψωδίες) που περιλαμβάνει μερικούς από τους κορυφαίους χριστιανικούς ύμνους που ψάλλονται κυρίως την Μεγάλη Εβδομάδα αλλά και δύο μοναδικές συνθέσεις του Vangelis βάζοντας την δική του σφραγίδα σε τούτο το άλμπουμ.  
Ο δίσκος ηχογραφήθηκε  στα Nemo Studios στο Λονδίνο με ηχολήπτη τον John Martin ( Jon Anderson) ενώ το artwork είναι του Νίκου Κωστόπουλου. Παρακάτω κάνουμε μία σύντομη περιγραφή όλων των συνθέσεων του άλμπουμ “Rapsodies” (Ραψωδίες), το οποίο παντρεύει σε τέλειο βαθμό την παράδοση αιώνων το οποίο εκφράζει μοναδικά η Ειρήνη Παππά συνδυασμένη με την συμπαντική και εμπνευσμένη μουσική του σπουδαίου Βαγγέλη Παπαθανασίου (Vangelis).


  "To My Champion and Commander" (Τη Υπερμάχω Στρατηγώ)  
Το άλμπουμ ξεκινά με έναν από τους μεγαλύτερους ορθόδοξους χριστιανικούς ύμνους που ψάλλεται στους ναούς την Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Ένα εκπληκτικό αριστούργημα της βυζαντινής υμνογραφίας. Η ενορχήστρωση του Βαγγέλη Παπαθανασίου (Vangelis) είναι εκπληκτική  (εδώ δεν τραγουδά η Ειρήνη Παππά) ξεκινώντας πολύ ροκ και επικά  με ιαχές, ποδοβολητά, χλιμιντρίσματα μεταφέροντας νοητά τον ακροατή στην Βασιλεύουσα (Κωνσταντινούπολη) με τα επιβλητικά πλήκτρα να σε καθηλώνουν  και να σε οδηγούν σιγά-σιγά στο ψιθύρισμα  μίας αθάνατης μελωδίας.
 
 "Oh, My Sweet Springtime" ( Ω! Γλυκύ Μου Έαρ)
Ένα θαυμάσιο εγκώμιο του Επιταφίου Θρήνου της Μ. Παρασκευής. Είναι από τους πιο συγκλονιστικούς ορθόδοξους βυζαντινούς ύμνους. Ένα τρυφερό μοιρολόι που εξιστορεί την σταύρωση του Ιησού και εκφράζει τον πόνο της Αγίας του Μητέρας με την ερμηνεία της Ειρήνης Παππά να δημιουργεί μία άκρως κατανυκτική ατμόσφαιρα και το πομπώδη επαναλαμβανόμενα πλήκτρα να ακούγονται αγγελικά και ουράνια.
  
 "I See Your Bridal Chamber All Bedecked" (Τον Νυμφώνα Σου Βλέπω)  
Άλλος ένα υπέροχος ορθόδοξος χριστιανικός ύμνος που ψάλλεται την Μεγάλη Δευτέρα και αναφέρεται για όσες μετανοημένες ψυχές έχουν κατανοήσει την συναίσθηση της δικής αμαρτωλότητας και της ευθύνης. Εδώ η Ειρήνη Παππά τραγουδάει ακαπέλα λες και βρίσκεται σε κάποιο μοναστήρι σε μορφή ελεγείας και παράλληλα λειτουργεί σαν εισαγωγή του επόμενης σύνθεσης του δίσκου που ανήκει αποκλειστικά στον δημιουργό του.

"Rhapsody" (Ραψωδία)
Η ενορχήστρωση, το μελωδικό βάθος και το δέος που σου προκαλεί τούτη η προσωπική δημιουργία του Βαγγέλη Παπαθανασίου (Vangelis) είναι τεράστια. Τα απρόσμενα ξεσπάσματα, τα ιδιαίτερα ηχητικά εφέ, τα ανεβοκατεβάσματα του Βαγγέλη Παπαθανασίου (Vangelis)  παραπέμπουν σε ένα άλλο σύμπαν στέλνοντας στο Θεό την δική του μελωδία. 
 

"The Beauty of Your Virginity and The Splendor of Your Purity" (Την Ωραιότητα Της Παρθενίας Σου)
Η συγκεκριμένη σύνθεση είναι ένα από τα ωραιότερα εγκώμια της Παρθένου Mαρίας και παράλληλα συμβολίζει τον  έμμεσο έλεγχο όσων εγκατέλειψαν τα διδάγματα του Ευαγγελίου και έχουν μετατραπεί σε όμηροι των παθών και των ηδονών τους. Άλλη μία μυστηριακή ερμηνεία από την Ειρήνη Παππά που εκπέμπει μία ξεχωριστή ιερότητα και ένα δυνατό μήνυμα προς κάθε «αδύναμο» άνθρωπο.
 

 "Resurrection" (Χριστός Ανέστη)
Το εκπληκτικό αναστάσιμο τροπάριο  που δημιουργεί και στον πιο “άπιστο»  μία ψυχική ανάταση. Εδώ ο Βαγγέλη Παπαθανασίου (Vangelis) δίνει πραγματικό ρεσιτάλ με τα πλήκτρα άλλοτε να ακούγονται σαν βεγγαλικά, άλλοτε σαν κροτίδες και άλλοτε να εξελίσσονται στο απόλυτο ουράνιο άσμα με απανωτές κορυφώσεις δημιουργώντας μία πνευματική και ψυχική ευδαιμονία. Στην μέση της σύνθεσης και μέχρι το τέλος, οι τόνοι πέφτουν και μετά από διάφορες παύσεις η δομή της ενορχήστρωσης από Αναστάσιμη περνά σε μία άλλη ατμόσφαιρα στέλνοντας το μήνυμα μιας νέας γέννησης.

"Song of Songs, (Άσμα Ασμάτων) (Original Composition)
Η ικετευτική, ερωτική και σπαρακτική ερμηνεία της Ειρήνης Παππά, θυμίζει περισσότερο μία αρχαία τραγωδία όπως εκείνης της Ηλέκτρας και της Ιφιγένειας.
Σύμφωνα με την παράδοση αλλά και με τα credits του άλμπουμ, δημιουργός του είναι ο Σολομώντας (10ος π.Χ. αι.) σε μετάφραση από τον Λευτέρη Παπαδόπουλο. Αλλά τα πραγματολογικά στοιχεία του κειμένου, η γλώσσα και το ύφος του, δεν στηρίζουν απόλυτα την άποψη αυτή. Η επικρατέστερη άποψη είναι ότι συντέθηκε πιθανότατα αρκετούς αιώνες αργότερα, διαδόθηκε προφορικά και απέκτησε οριστική μορφή με την καταγραφή του μεταξύ 450-400 π.Χ.
Εν κατακλείδι θα περιγράφαμε ότι η συγκεκριμένη έκδοση αποτελεί μία από τις ιστορικές κυκλοφορίες αφού δύο μεγάλες μορφές της παγκόσμιας τέχνης ενώσανε τις δυνάμεις τους  σε απόλυτη αρμονία ενώ το ανεξάντλητο ταλέντο τους πάνω σε αιώνιες μελωδίες και ψαλμούς κατόρθωσαν να δώσουν μία άλλη διάσταση πιο “progressive” από τα καθιερωμένα μουσικά δεδομένα.
Τέλος στο άλμπουμ υπάρχει μία μικρή αφιέρωση της σπουδαία Ελληνίδας καλλιτέχνιδας στο τόπο που την γέννησε, το Χιλιομόδι Κορινθίας που αποτελεί όπως φαίνεται και η πρωταρχική πηγή έμπνευσης του δίσκου και που μπορείτε να διαβάσετε παρακάτω:
«Στα χέρια της γιαγιάς μου το κερί, βιολέττες, το λιβάνι. Στο Χιλιομόδι Ανάσταση και Κυριακή, η πρώτη αγάπη, βαρελότα, το σκοτάδι. Δεύτε λάβετε…Το Φως… «Το Πάθος» ο ιδιωτικός θεός. Σημαίνει πάλι Εσπερινός κι εκεί ο Μάρκελλος ψάλτης.»
 
Φώτης Μελέτης
ΥΓ: Αφιερωμένο στην μνήμη του πατέρα μου, που αγαπούσε πάρα πολύ αυτούς τους ψαλμούς αλλά και γιατί η γεννήθηκε στον ίδιο τόπο με την Ειρήνη Παππά.

Δευτέρα 18 Δεκεμβρίου 2023

Χριστούγεννα με τους Lynyrd Skynyrd, Bob Dylan, Johnny Cash, Elvis και Twisted Sister

 


Πληθώρα από ροκ μπάντες και σόλο καλλιτέχνες λατρεύουν τα Χριστούγεννα και το δείχνουν με ανάλογες κυκλοφορίες διασκευάζοντας κλασσικά εορταστικά παραδοσιακά τραγούδια μέχρι κάλαντα και χριστιανικούς ύμνους.
Οι περισσότεροι επιλέγουν να διατηρήσουν στις ηχογραφήσεις και στις μελωδίες τους, το πνεύμα των Χριστουγέννων ενώ άλλοι προσθέτουν πιο ροκ ρυθμούς προσαρμόζοντας και τους στίχους ανάλογα με την διάθεση.
Παρακάτω επιλέγουμε μερικά χριστουγεννιάτικα άλμπουμ που μας συγκίνησαν περισσότερο και μας ταξίδεψαν από την Βηθλεέμ μέχρι την κοσμοπολίτικη αύρα της Νέας Υόρκης και τις χιονισμένες οροσειρές της Σκανδιναβίας.

38 Special: "A Wild-Eyed Christmas Night" (2001)

Η σπουδαία Αμερικάνικη μπάντα των Donnie Van Zant και Don Barnes, με ρίζες από τους περίφημους Lynyrd Skynyrd μας χάρισαν στην αρχή του αιώνα ένα από τα πιο όμορφα και δυναμικά χριστουγεννιάτικα ροκ άλμπουμ.
Εκτός από τα παραδοσιακά και κλασσικά "Holy Night", "God Rest Ye Merry Gentlemen", "Here Comes Santa Claus" και "The Little Drummer Boy" συναντάμε δύο εξαιρετικές "νέες" συνθέσεις "It's Christmas and I Miss You"  και "A Wild-Eyed Christmas Night" με την υπογραφή του Jim Peterik (Survivor).


 

Lynyrd Skynyrd: "Christmas Time Again" (2000)
Οι θρύλοι του southern rock συμμετέχουν κι αυτοί με τον δικό τους μοναδικό τρόπο στην εορταστική ατμόσφαιρα των Χριστουγέννων με πιο blues διάθεση. Διασκευάζουν εκτός από μερικά κλασικά παραδοσιακά τραγούδια και το υπέροχο "Messin' with the Kid" του μπλουζίστα Eddie C. Campbell ενώ γίνονται άκρως διασκεδαστικοί με το "Rudolph the Red-Nosed Reindeer". Απρόσμενη έκπληξη και η συγγραφή, δικών τους χριστουγεννιάτικων συνθέσεων με αποκορύφωμα το θαυμάσιο "Christmas Time Again" με την Dale Krantz Rossington να εντυπωσιάζει με την ερμηνεία της.
Οι 38 Special υπογράφουν και συμμετέχουν ως guest στην σύνθεση "Hallelujah, It's Christmas" όπως και ο Charlie Daniels στο "Santa Claus Is Comin' to Town".
 
Michael McDonald"Season of Peace: The Christmas Collection" (2001)
Η γοητευτική φωνή των The Doobie Brothers, μας βάζει σε εορταστική και οικογενειακή ατμόσφαιρα κυκλοφορώντας ένα αριστοκρατικό άλμπουμ που συμμετέχουν η σύζυγός και το παιδί του. Έντονο είναι το θρησκευτικό στοιχείο ενός οι pop, soul, country και ροκ μελωδίες εναλλάσσονται ταξιδεύοντας τον ακροατή σε χιονισμένα μέρη γεμάτους Αγιοβασίληδες.
Η εκτέλεση του "Children Go Where I Send Thee" είναι πραγματικά συγκλονιστική!
 
Charlie Daniels Band: "A Merry Christmas to All" (2002)
Mία από τις πιο εμβληματικές μορφές της country/southern rock μουσικής, ηχογράφησε ένα πανέμορφο άλμπουμ γεμάτο γλυκές χριστουγεννιάτικες μελωδίες όπου μαζί με ορισμένες κλασσικές εορταστικές συνθέσεις ο Αμερικανός καλλιτέχνης έδωσε βάρος κυρίως σε δικά του χριστουγεννιάτικα τραγούδια.
Το κλίμα του άλμπουμ είναι ιδιαίτερα θρησκευτικό, με πιο χαρακτηριστικό δείγμα το υπέροχο "Jesus Is The Light Of The World".
 
Marshall Tucker Band: "Carolina Christmas" (2005)
Ακόμη μία σπουδαία southern rock μπάντα υποκλίνεται στα Χριστούγεννα με παραδοσιακά τραγούδια με ηγέτη τον τραγουδιστή Doug Gray. Ξεχωρίζουν οι σαγηνευτικές εκτελέσεις των "Silent Night" (απίθανα πνευστά από τον David Muse) και "Merry Christmas Baby" ντυμένες σε ροκ ύφος.
Στα ατού του συγκεκριμένου δίσκου είναι και η δική τους σύνθεση "Christmas In Carolina" παιγμένη σε πιο jazz ύφος και το  "Leave The Christmas Lights On".
 
Chicago: “Chicago XXV The Christmas Album" (1998)
Μία εξαιρετική χριστουγεννιάτικη (πλούσια) κυκλοφορία από μία θρυλική μπάντα όπου το κοσμοπολίτικο πνεύμα των εορτών πλημμυρίζει όλο τον δίσκο. Κλασσικά χριστουγεννιάτικα κομμάτια διασκευασμένα εμπλουτισμένα με παιδικές χορωδίες συνδυασμένες με εμπνευσμένες σολιστικές δημιουργίες βγαλμένες από τις σπουδαίες ορχήστρες του περασμένου αιώνα. Αγαπημένο το all time classic, "Little Drummer Boy", το ισπανικό "Feliz Navidad( José Feliciano), το ροκάδικο  "Jolly Old St. Nicholas" καθώς και το συγκινητικό "Have Yourself a Merry Little Christmas". O δίσκος επανακυκλοφόρησε το 2003 με έξι επιπλέον συνθέσεις. και με τον τίτλο "What's It Gonna Be, Santa? ". Συναρπαστικό το φωνητικό τρίο των Bill Champlin, Robert Lamm και Jason Scheff.
 
Brian Setzer Orchestra: "Christmas Comes Alive" (2010)
Πιθανόν το καλύτερο και πιο χορευτικό άλμπουμ για τα Χριστούγεννα και ειδικά σε όσους αρέσκονται σε swing και jump blues ρυθμούς. Αν λατρεύετε τον Elvis, Eddie Cochran και Gene Vincent καθώς και τις big band με τα φοβερά πνευστά και τις εντυπωσιακές ενορχηστρώσεις τότε θα λατρέψετε τούτο το άλμπουμ με την υπογραφή του ηγέτη των Stray Cats.
Οι εκτελέσεις των "Santa Claus Is Back In Town", "[Everybody's Waitin' For] The Man With The Bag" και "Boogie Woogie Santa Claus" είναι απλά καταπληκτικές!
To καλύτερο δώρο για τις γιορτές!



 
Bob Dylan: "Christmas in the Heart" (2009)
Αποφεύγοντας τα κλισέ ο σπουδαίος τραγουδοποιός δίνει μία νέα πνοή σε ένα ρεπερτόριο χριστουγεννιάτικων τραγουδιών (κάλαντα, ύμνοι) ενώ υπάρχουν και στιγμές που οι μελωδίες θυμίζοντας παλιές ταινίες της Disney. Ο Dylan αν και γεννήθηκε και μεγάλωσε Εβραίος (ασπάστηκε τον Χριστιανισμό στα τέλη της δεκαετίας του 1970), δεν ένιωσε ποτέ ότι έμεινε έξω από τα Χριστούγεννα κατά τη διάρκεια της παιδικής του ηλικίας στη Μινεσότα. Σχετικά με τη δημοτικότητα της χριστουγεννιάτικης μουσικής, είπε, «... είναι τόσο παγκόσμια και ο καθένας μπορεί να τη συσχετίσει με τον δικό του τρόπο». Όλα τα δικαιώματα του Dylan από την πώληση αυτού του άλμπουμ ωφελούν τις φιλανθρωπικές οργανώσεις Feeding America στις ΗΠΑ, Crisis στο Ηνωμένο Βασίλειο και το Παγκόσμιο Επισιτιστικό Πρόγραμμα στο διηνεκές.
 
Johnny Cash: "Christmas With Johnny Cash" (2003)
Λίγους μήνες μετά το θάνατο του θρυλικού καλλιτέχνη, κυκλοφορεί η χριστουγεννιάτικη εκδοχή του Johnny Cash με μία συλλογή 12 τραγουδιών που ηχογραφήθηκαν μεταξύ 1962 και 1980.  
Η πιο συγκινητική στιγμή του δίσκου είναι το ακυκλοφόρητο "Christmas as I Knew It", από μια πρόβα με τον Cash να αφηγείται ένα ποίημα για την παιδική του ηλικία ενώ ξεχωρίζει η εκτέλεση και η ερμηνεία του στο "O Come All Ye Faithful".
 
Elvis Presley: "Elvis’ Christmas Album" (1957)
Θεωρείται ότι είναι από τα πρώτα ροκ χριστουγεννιάτικα άλμπουμ που κυκλοφόρησαν με τους blues και οι rock 'n roll ρυθμούς να δίνουν τον απαραίτητο μουσικό τόνο. Ο Elvis μόλις έχει ξεκινήσει την επιτυχημένη του πορεία ενώ ο δίσκος περιλαμβάνει ένα μείγμα από γκόσπελ, κοσμικά εορταστικά κομμάτια καθώς και παραδοσιακούς χριστουγεννιάτικους ύμνους.
Το άλμπουμ έμεινε τέσσερις εβδομάδες στο Νο. 1 του Billboard Top Pop Albums chart, έχει πουλήσει πάνω από 17 εκατομμύρια αντίτυπα και είναι επίσης το χριστουγεννιάτικο άλμπουμ με τις περισσότερες πωλήσεις όλων των εποχών στις Ηνωμένες Πολιτείες.
 
Eric Clapton: "Happy Xmas" (2018)
Σε μία πιο κατανυκτική ή σκοτεινή (κατά άλλους), διάθεση αυτό είναι το πρώτο χριστουγεννιάτικο άλμπουμ του θρυλικού κιθαρίστα με τους blues ρυθμούς να κυριαρχούν παντού. Ο Clapton αναφέρει ότι η αρχική έμπνευση για τον δίσκο προήλθε από τη σύζυγό του Melia. Ο Clapton ήταν αρχικά απρόθυμος, να ηχογραφήσει αυτό το άλμπουμ αλλά πείστηκε αφού άρχισε να συνεργάζεται με τον πιανίστα Walt Richmond (The Tractors), ο οποίος κατέληξε σε αντισυμβατικές ενορχηστρώσεις για το μεγαλύτερο μέρος του δίσκου ενώ υπάρχει και μία νέα σύνθεση με τίτλο "For Love On Christmas Day".
 
Twisted Sister: "A Twisted Christmas"
Το άλμπουμ περιλαμβάνει κλασικά χριστουγεννιάτικα τραγούδια που εκτελούνται σε hard rock/metal εκδόσεις, με στιχουργικές αλλαγές.
Το κάλαντα των εορτών "Oh Come All Ye Faithful", το οποίο ενέπνευσε σε μεγάλο βαθμό το δημοφιλές τραγούδι του συγκροτήματος "We're Not Gonna Take It", ηχογραφήθηκε σε στυλ ακριβώς όπως η μεγάλη επιτυχία της μπάντας.
Γεννημένος και μεγαλωμένος σε ένα χριστιανικό σπίτι, ο frontman των Twisted Sister, Dee Snider, λατρεύει την συγκεκριμένη εορτή ενώ στο δίσκο συμμετέχουν στα φωνητικά η Lita Ford και η Doro Pesch.
 
Φώτης Μελέτης

Τετάρτη 6 Σεπτεμβρίου 2023

Bernie Marsden: Η ευγενική ψυχή ενός σπουδαίου κιθαρίστα

 Bernie Marsden obituary | Pop and rock | The Guardian

"Αγαπούσα τον Hank Marvin στο The Shadows ως παιδί, αλλά ο Eric Clapton ήταν ο πρώτος κιθαρίστας που λάτρευα πραγματικά, γιατί ήμουν αρκετά μεγάλος για να σχετιστώ μαζί του. Είδα τους Fleetwood Mac αρκετές φορές με τον Peter Green. Το 1968 ταξίδεψα στο Βόρειο Λονδίνο για να τους δω σε μια παμπ στο Seven Sisters Road, αμέσως μετά την κυκλοφορία του πρώτου άλμπουμ. Έφτασα εκεί νωρίς και βοήθησα τους roaders με τον εξοπλισμό και μετά έφυγα. Κάποιος πρέπει να είπε στον Peter Green ότι είχα βοηθήσει, οπότε αργότερα ήρθε και μου είπε: «Μοιάζεις σαν να μπορείς να πιούμε μία μπύρα μαζί». Μετά κάθισε και κουβέντιασε μαζί μου. Ήταν μια τόσο μεγάλη στιγμή για μένα".
Τάδε έφη ο σπουδαίος κιθαρίστας, συνθέτης αλλά και ερμηνευτής Bernie Marsden. Γεννήθηκε στις 7 Μαΐου του 1953 κοντά... στο παλάτι του Buckingham.
Σε ηλικία 17ετών, φτιάχνει την πρώτη του, σοβαρή, μπάντα με την ονομασία Skinny Cat και το1973 κάνει το πρώτο του συναυλιακό ντεμπούτο με τους θρυλικούς UFO αλλά διάφορα τραγελαφικά προβλήματα που προέκυψαν δεν του επέτρεψαν να συνεχίσει μαζί τους ενώ το 1974 παίζει με τους Wild Turkey όπου ηγείται ο Glenn Cornick πρώην μπασίστας των Jethro Tull.
Παράλληλα μαζί με τον θρυλικό ντράμερ Cozy Powell συμμετέχει στο συγκρότημα Hammer και το line up περιλάμβανε τον Don Airey των Deep Purple. Οι Hammer δεν άντεξαν πολύ, ηχογράφησαν μία και μοναδική επιτυχία για το RAK Label του Mickie Most και έκαναν μια περιβόητη περιοδεία στο Ηνωμένο Βασίλειο με τη Suzi Quattro.
Στα μέσα της δεκαετίας του '70 προσλαμβάνεται στους σπουδαίους Babe Ruth με πρωταγωνιστή την μαγική φωνή της Janita "Jennie" Haan με τους οποίους κυκλοφορεί δύο αξιόλογα άλμπουμ τα, "Stealin' Home" (1975) και Kid's Stuff" (1976).
Το 1977 ύστερα από εισήγηση του κουμπάρου του πλέον, Cozy Powell (Rainbow), προσλαμβάνεται στους Paice Ashton Lord, παίζοντας στο κλασσικό τους άλμπουμ "Malice in Wonderland" αναφέροντας ο ίδιος ότι ήταν "ένα από τα καλύτερα πράγματα που είχε κάνει ποτέ στην ζωή του". To συγκεκριμένο σχήμα φτιάχτηκε από τις στάχτες των Deep Purple, είχε σύντομο τέλος και κατά την διάρκεια των ηχογραφήσεων του δεύτερου άλμπουμ (που δεν κυκλοφόρησε ποτέ) στο Μόναχο γνωρίστηκε με τον μετέπειτα ηγέτη και τραγουδιστή των Whitesnake.
 
                                                 Whitesnake
"Υπήρχε μια άμεση σχέση μεταξύ μας. Ήταν σαν παρένθετος αδερφός (David Coverdale) για μένα. Κανένας από εμάς δεν είχε αδέρφια ή αδερφές, γεννηθήκαμε την ίδια χρονιά, και παρόλο που μεγαλώσαμε διακόσια μίλια μακριά, ανακαλύψαμε ότι είχαμε τις ίδιες επιρροές. Μόλις άρχισα να μιλάω για τον Howlin' Wolf ήταν όλο αυτιά. Αλλά δεν ήξερε πώς ακριβώς έπαιζα μέχρι που έφτιαχνε τους Whitesnake και πήγα στην οντισιόν. Το μόνο που ήξερε ήταν ότι ήμουν ο τύπος της session και είχε κάνει όλους αυτούς τους δίσκους με διαφορετικούς μουσικούς. Το άλμπουμ των Paice Ashton Lord είναι πολύ ελεγχόμενο και γλαφυρό.. Έτσι, όταν άρχισα να παίζω ελεύθερα στην πρόβα, ο David εντυπωσιασμένος μου λέει: "Εμ, μπορώ να πω μια λέξη; Δεν είχα ιδέα ότι έπαιζες τόσο εκπληκτικά."
Το 1978 παρέα με τον David Coverdale, τον κιθαρίστα Micky Moody, τον μπασίστα Neil Murray δηλαδή το πιο δημιουργικό line up όλων των εποχών για τους Whitesnake κυκλοφορούν μία σειρά από εξαιρετικά hard rock albums μπολιασμένα από καθηλωτικά blues rock παιξίματα.
Δίσκοι όπως τα "Trouble", "Lovehunter", "Ready an' Willing", "Come an' Get It" και  "Saints & Sinners" έχουν λατρευτεί από όσους αγαπούν πραγματικά αυτόν τον σκληρό ήχο ενώ το ανεπανάληπτο  "Live...in the Heart of the City" θεωρείται δικαίως από τα καλύτερα ζωντανά άλμπουμ όλων των εποχών.

Τραγούδια όπως τα: Trouble, "Walking in the Shadow of the Blues", "Love Hunter", "Fool for Your Loving", "Sweet Talker", "Child of Babylon" και φυσικά το ανεπανάληπτο "Here I Go Again" φέρουν και την δική του υπογραφή.
Υπέροχες συνθέσεις γεμάτες πάθος, συναίσθημα και δυναμισμό όπου οι ερμηνείες του David Coverdale και τα κιθαριστικά παιξίματα του Bernie Marsden τις απογείωσαν κανονικά.
Βέβαια εκτός από τα κλασσικά "Fool for Your Loving" και "Here I Go Again" υπάρχει και ένα ακόμη τραγούδι που αποθεώθηκε από τους οπαδούς των Whitesnake και στις συναυλίες που έδινε η μπάντα μέχρι και πριν λίγα χρόνια ήταν το αγαπημένο τους.
Ο λόγος για το "Ain’t No Love In The Heart Of The City"  όπου ο Marsden σε μία παλιότερη συνέντευξη του αποκαλύπτει πως:
"Σε μία πρόβα πρότεινα στον David την διασκευή του "Ain’t No Love In The Heart Of The City" του Bobby Bland και αποδείχτηκε μια βασική στιγμή στην πορεία του Whitesnake. Αυτό το τραγούδι είναι για μένα από τα πιο σημαντικά πράματα που έχουν κάνει οι Whitesnake. Ήμουν πάντα μεγάλος θαυμαστής του Bobby Bland και όταν βγήκε αυτό το άλμπουμ  "Dreamer" (1974) για περίπου ένα χρόνο ήδη έπαιζα όλα τα κιθαριστικά μέρη του. Όταν ήρθε η ώρα να κάνω πρόβα, είπα στον David : «Υπάρχει αυτό το υπέροχο μπλουζ τραγούδι του Bobby Bland και θέλω να το διασκευάσουμε και να το κυκλοφορήσουμε. Καταλήξαμε όμως να πάρουμε λάθος τους στίχους, κάτι που ήταν δικό μου λάθος γιατί δεν τα αντέγραψα σωστά. Αλλά η εκδοχή μας είναι τόσο δημοφιλής που πολλοί άνθρωποι εξακολουθούν να πιστεύουν ότι είναι ένα τραγούδι των Whitesnake".
                                                                 
                                                     
                                                Επόμενοι σταθμοί
Επόμενος σταθμός οι Alaska (είχαν προηγηθεί οι βραχύβιοι Bernie Marsden's SOS) με σαφή πιο μελωδικό AOR/Rock ύφος με τον Robert Hawthorne στα φωνητικά και τον Richard Bailey στα πλήκτρα να είναι άξιοι συνεργάτες. Μαζί τους κυκλοφόρησε δύο πολύ καλούς δίσκους τα: "Heart of the Storm" (1984) και "The Pack" (1985).
Το 1989, ο Marsden επανενώθηκε με τον κιθαρίστα των Μ. Moody για να σχηματίσουν το συγκρότημα The Moody Marsden, ηχογραφώντας ένα ακουστικό ζωντανό άλμπουμ στη Νορβηγία με το όνομα "Live In Hell" και ένα ηλεκτρικό ζωντανό άλμπουμ που ηχογραφήθηκε στην Αγγλία, "Never Turn Our Back on the Blues" που περιλάμβανε τον Zak Starkey στα ντραμς.
Οι Marsden & Moody περιόδευαν σε όλη την Ευρώπη και ηχογράφησαν ένα στούντιο άλμπουμ που ονομαζόταν "Real Faith" το 1994. Αργότερα δημιούργησαν ένα νέο συγκρότημα με το όνομα The Snakes με τον Νορβηγό τραγουδιστή Jørn Lande όπου έπαιζαν τραγούδια από την εποχή που ήταν στους Whitesnake, κυκλοφορώντας ένα στούντιο abum το "Once Bitten" και ένα ζωντανό δίσκο το "Live in Europe", και τα δύο το 1998. 
Το συγκεκριμένο σχήμα μετά από αρκετές αλλαγές στο line up μετονομάζεται σε The Company Of Snakes, με τον Don Airey στα πλήκτρα, τον παλιό τους φίλο, μπασίστα Neil Murray, τον ντράμερ John Lingwood και τον πρώην τραγουδιστής της Bad Company, Robert Hart όπου και αυτός αντικαταστάθηκε από τον τραγουδιστή Stefan Berggren. Eπιπρόσθετα έιχαν άλλες δύο στούντιο κυκλοφορίες τα "Here They Go Again" ( 2001) και "Burst the Bubble" (2002). Τελικά το συγκρότημα άλλαξε το όνομά του για άλλη μια φορά σε M3 και με συνεχείς αλλαγές στα μέλη του κατάφερε να επιβιώσει παίζοντας συνθέσεις των Whitesnake κυκλοφορώντας μόνο live dvd ενώ στα φωνητικά πέρασαν από την μπάντα ο Doogie White (Rainbow) και ο Tony Martin (Black Sabbath).

                                               
                                                         Solo
Αξιοσημείωτες είναι επίσης και οι σόλο κυκλοφορίες του Bernie Marsden με πιο χαρακτηριστικά δείγματα τα δύο πρώτα σόλο άλμπουμ του στα οποία εκτός από το άψογη κιθαριστική του απόδοση, τραγουδά θαυμάσια όλες σχεδόν τις συνθέσεις αναδεικνύοντας και το ερμηνευτικό του ταλέντο την ίδια εποχή που έπαιζε και με τους  Whitesnake.
Συγκεκριμένα το 1979 κυκλοφορεί το "And About Time Too" και το 1981 το "Look at Me Now" δείχνοντας ότι παραμένει ένας ανεξάντλητος κιθαριστικός στρατιώτης της ροκ μουσικής. Και στις δύο, εν λόγω στούντιο κυκλοφορίες ακούμε ένα πάντρεμα από κλασικό ροκ, blues, hard rock μέχρι και ΑΟR μελωδίες ενώ βρίσκουμε ότι τον πλαισιώνουν στις ηχογραφήσεις, οι παλιοί του φίλοι όπως οι: Neil Murray, Ian Paice, Jon Lord, Don Airey, Simon Phillips και Jack Bruce.
Τα επόμενα χρόνια και ταυτόχρονα με τις μπάντες που έπαιζε είχε κυκλοφορήσει, ως σόλο καλλιτέχνης μερικά άλμπουμ αφιερωμένα στους σπουδαίους κιθαρίστες όπως ο Peter Green, John Mayal, Rory Gallagher καθώς και δίσκους αφιερωμένους σε συνθέσεις της blues μουσικής που ήταν και η μεγάλη του αγάπη. 
To 2014 κυκλοφόρησε το "Shine" στο οποίο συνεργάζεται μετά από πολλές δεκαετίες με τον David Coverdale και επανεκτελούν του υπέροχο "Trouble" ενώ λίγα χρόνια πριν στο Sweden Rock Festival το 2011, ο Bernie Marsden έπαιξε με τους Whitesnake για πρώτη φορά από το 1981, οπότε έγινε το μοναδικό αρχικό μέλος των Whitesnake που έπαιξε με μεταγενέστερο line up.
Το 2017 ο Bernie δημοσίευσε την αυτοβιογραφία του, "Where's My Guitar: On the Tourbus with the Snakeman" και το βιβλίο καλύπτει το μουσικό ταξίδι του Bernie, με χιούμορ και ειλικρίνεια και περιλαμβάνει πολλές προσωπικές και άγνωστες στιγμές από την πολυετή καριέρα του.
Εκτός από τη δημιουργία σόλο δίσκων, ο Bernie έχει παίξει με μερικούς από τους μεγαλύτερους μουσικούς ροκ εν ρολ όλων των εποχών. Παίζοντας δίπλα στους Robert Plant, Paul Weller, Jon Lord, Gary Moore, συμμετέχοντας στο Ringo Starr Band, Cozy Powell, Rory Gallagher, Jack Bruce, Warren Haynes, Joe Bonamassa και Ginger Baker .
Τα επόμενα χρόνια ο Marsden έπαιξε κιθάρα με τον Elkie Brooks, έναν τραγουδιστή που θαύμαζε από καιρό. με τους Diesel Band με τον John Coghlan. Εργάστηκε στο Εθνικό Θέατρο σε δύο παραγωγές του Σαίξπηρ με τον Sir Nicholas Hytner και έγραψε για τον Joe Bonamassa. και έπαιξε με τον Warren Haynes των Allman Brothers Band.
Ένα προσωπικό αποκορύφωμα της μακρόχρονης καριέρας του ήταν να παίζει κιθάρα στο Ringo Starr Band με παραστάσεις στο Μονακό και στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Το 2021, ο Bernie Marsden συνεργάστηκε με την Conquest Music για να κυκλοφορήσει το σόλο άλμπουμ του, "Kings", ένα αφιέρωμα στους Albert King, Freddie King και B.B. King. Το "Kings" έφτασε στο νούμερο 18 στο UK Albums Chart και ακολούθησε γρήγορα η κυκλοφορία του Chess, εμπνευσμένο από την εταιρεία Chess με έδρα το Σικάγο. Ο δισκογραφικός επίλογος γράφτηκε το 2022 με το άλμπουμ "Trios".
Το βράδυ της 24ης Αυγούστου 2023 σε ηλικία 72 ετών, ο Bernie Marsden εγκατέλειψε τα εγκόσμια αφού πέθανε από βακτηριακή μηνιγγίτιδα έχοντας στο πλευρό του τη σύζυγό του και τις δύο κόρες του.
Η διαδρομή αυτού του σπουδαίου κιθαρίστα είναι μεγάλη και σίγουρα συναρπαστική όμως αυτό που θα μείνει χαραγμένο σε όσους τον γνώρισαν είναι η ευγένεια και το χαμόγελό του.
Bernie Marsden: "Το 1967, όταν με ρώτησαν τι θα κάνεις για μια δουλειά, δεν μπορούσες να γυρίσεις και να πεις: Θα παίξω κιθάρα, μαμά". Οι γονείς μου ήταν πάντα πολύ υποστηρικτικοί, γιατί συνειδητοποίησαν ότι μπορούσα να παίξω αρκετά καλά και τους το είχαν πει άλλοι άνθρωποι. Αλλά όταν ήρθα μια μέρα και τους είπα ότι γίνομαι επαγγελματίας, αυτό ήταν μια ανησυχία, ειδικά με τη μητέρα μου. Έλεγε: Τι γίνεται με όλα τα ποτά, τα ναρκωτικά και τις άγριες γυναίκες;
Της είπα: "Για αυτό θέλω να το κάνω!"

Προτεινόμενα τραγούδια "made by Bernie Marsden"

Babe Ruth
"Winner Takes All'
"Keep Your Distance"
"Living A Lie"
"Kid's Stuff'

Whitesnake
Here I Go Again"
"Walking in the Shadow of the Blues"
"Fool for Your Loving"
"Sweet Talker"
"Trouble"
"She s Women"
"Child of Babylon"
"Young Blood"

Bernie Marsden
"Look at Me Now”
"Behind You Dark Eyes"
"Ladyfriend"

Alaska
"Don't Say It's Over"
"The Sorcerer"
"S.o.s.""

The Snakes
Labour Of Love

 
Y.Γ.1: Το 1977 ο Bernie Marsden είχε πρόταση να πάει στους Paul McCartney's Wings αλλά (ευτυχώς) προτίμησε τους Whitesnake ενώ το 1979 συμμετέχει στο σόλο άλμπουμ του Cozy Powell με τίτλο "Over the Top" και την σύνθεση "El Sid" όπως και το 1981 συμμετέχει σε ένα ακόμη σόλο άλμπουμ του Cozy Powell με τίτλο "Tilt" στο blues κομμάτι "Living a Lie".

Y.Γ.2: To 1982 συμμετέχει και παίζει κιθάρα σε δύο συνθέσεις στο σόλο άλμπουμ του κημπορντίστα των Deep Purple, Jon Lord με τίτλο "Before I Forget". Μάλιστα στο "Chance on a Feeling" τραγουδά ο ίδιος ο Bernie Marsden ενώ στο "Bach Onto This".
To 1988 με τον Ian Gillan κυκλοφορεί το σινγκλ "South Africa" αφιερωμένο στα 70 γενέθλια του Nelson Mandela και στην συναυλία που δόθηκε εκείνη την χρονιά προς τιμήν του στο Wembley.
 
Υ.Γ.3: Ο Marsden ηχογράφησε δύο CD soundtrack. Η μουσική του έχει εμφανιστεί σε πολλές τηλεοπτικές εκπομπές των ΗΠΑ.
 
Φώτης Μελέτης
 

Σάββατο 2 Σεπτεμβρίου 2023

Lynyrd Skynyrd 1991: Η χρονιά που ανέκτησαν το στέμμα τους

 LYNYRD SKYNYRD 1991

H ιστορία των Lynyrd Skynyrd εκτός από κλασικά κομμάτια, υπέροχα άλμπουμ και εξαιρετικές συναυλίες είναι γεμάτη από τραγικά γεγονότα, με απρόσμενες απώλειες, τραγικά δυστυχήματα και φυσικά με πολλά ναρκωτικά και περίσσειο αλκοόλ.
Η μοίρα των βασιλιάδων του southern rock, τους επιφύλασσε πολλά άσχημα γεγονότα που αν ήταν κάποιο άλλο συγκρότημα στην θέση τους πιθανόν να μην είχαν συνεχίσει ποτέ.
Το πρώτο και καθοριστικό κτύπημα ήρθε με το τραγικό αεροπορικό δυστύχημα στις 20 Οκτωβρίου του 1977 όταν η μπάντα βρισκόταν στο ιδιωτικό της αεροσκάφος και μεταβαίνοντας από το Γκρίνβιλ της Νότιας Καρολίνας στο Μπατόν Ρουζ της Λουιζιάνα, ξαφνικά τελειώνουν τα καύσιμα του αεροπλάνου και το σκάφος συντρίβεται με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους, ο τραγουδιστής Ronnie Van Zant, ο κιθαρίστας Steve Gaines, η τραγουδίστρια Cassie Gaines (αδελφή του Steve), ο μάνατζερ Dean Kilpatrick και οι δύο πιλότοι του αεροσκάφους. Και όλα αυτά τρεις μέρες μετά την κυκλοφορία του σπουδαίου άλμπουμ τους με τον ειρωνικό τίτλο "Street Survivors".
Βέβαια στην ροκ μουσική οι ανθρώπινες απώλειες εκτός από πένθος φέρνουν και χρήματα και μάλιστα μπόλικο....
Μετά το δυστύχημα λοιπόν, οι πωλήσεις του "Street Survivors" ανέβηκαν κατακόρυφα με αποτέλεσμα να βραβευθεί ως πλατινένιο, ενώ το σινγκλ "What's Your Name" έφθασε στο # 13 του Billboard. Τα υπόλοιπα μέλη του σχήματος εφαρμόζοντας το ρητό "η ζωή συνεχίζεται ή αλλιώς οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους και οι ζωντανοί με τους ζωντανούς" αποφασίζουν να μην συνεχίσουν με το όνομα των Lynyrd Skynyrd. Όσοι όμως επέζησαν (Collins, Rossington, Wilkeson, Powell, Pyle, Hawkins και ο tour manager Ron Eckerman) σχηματίζουν έπειτα διάφορα άλλα συγκροτήματα. Η συνέχεια για τα εναπομείναντα μέλη της μπάντας όμως φύλαγε και άλλα δυσάρεστα γεγονότα, η λεγόμενη και ως κατάρα των Lynyrd Skynyrd.
Επόμενο θύμα αυτή την φορά, ο κιθαρίστας Allen Collins (ένας από τους συνθέτες του μνημειώδες "Free Bird") που ενώ γλίτωσε από την πτώση του αεροσκάφους, δεν είχε την ίδια τύχη με το μαύρο Ford Thunderbird που οδηγούσε στις 29 Ιανουαρίου του 1986, το οποίο συγκρούστηκε με άλλο αυτοκίνητο και τον άφησε παράλυτο από την μέση και κάτω, με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να ξαναπαίξει κιθάρα.
Πριν το τροχαίο ο Collins είχε προλάβει να κυκλοφορήσει δύο στούντιο άλμπουμ με τους Rossington-Collins Band στις αρχές της δεκαετίας του '80 και έναν δίσκο ως Allen Collins Band, το 1983 με το άλμπουμ "Here, There, and Back". 
Η τελευταία παράσταση του Collins με τον Lynyrd Skynyrd (μετά το δυστύχημα) ήταν στην πρώτη επανένωση της μπάντας  στο Volunteer Jam V στο Νάσβιλ του Τενεσί to 1979. Όλα τα εναπομείναντα μέλη του Lynyrd Skynyrd επανενώθηκαν επίσημα το 1987, αλλά λόγω του τραυματισμού του, ο Collins δεν μπορούσε να παίξει και ανέλαβε έναν άλλον ρόλο εκείνου του "μουσικού σκηνοθέτη" των συναυλιών των Skynyrd.
Δυστυχώς λίγα χρόνια αργότερα στις 23 Ιανουαρίου του 1990 , ο A. Collins απεβίωσε από χρόνια πνευμονία. 


                                                                       
                                                  Επανασύνδεση
Το 1987 οι εναπομείναντες Lynyrd Skynyrd επιθυμούν να επανέλθουν πιο δυναμικά ξεκινώντας, με μία συναυλία - μνήμης, για την 10η επέτειο της συντριβής του μοιραίου αεροσκάφους, με τραγουδιστή αυτή την φορά τον μικρότερο αδερφό του Ronnie Van Zant, τον Johnny Van Zant. Βλέποντας ότι η συγκεκριμένη συναυλία είχε τελικά μεγάλη αποδοχή από τον κόσμο, αποφάσισαν να ξεκινήσουν μία τουρνέ δίνοντας 100 παραστάσεις για τα επόμενα δύο χρόνια που τελικά οδήγησε λίγα χρόνια αργότερα στη δημιουργία του "Lynyrd Skynyrd 1991", ενός νέου άλμπουμ.
Πριν όμως την επιστροφή στο στούντιο για το νέο άλμπουμ στους τραγικούς ήρωες του southern rock, η μπάντα κυκλοφόρησε ένα live album στο οποίο περιλαμβάνονται οι καλύτερες live στιγμές από την tribute τουρνέ και το ονομάτισαν "Southern by the Grace of God". Η σύνθεση του συγκροτήματος για τις αυτές συναυλίες συμπεριλαμβάνει τους "Skynyrd δεύτερης γενιάς" όπως αναφέρουν τα περιοδικά της εποχής και την αποτελούν: ο Johnny Van Zant, (μικρότερος αδερφό του Ronnie Van Zant, που αναλαμβάνει τα φωνητικά), ο Ed King στην κιθάρα, ο οποίος είχε αποχωρήσει από το συγκρότημα κατά τη διάρκεια μιας περιοδείας το 1975 και ο κιθαρίστας Randall Hall, ο οποίος αντικατέστησε τον κτυπημένο από παραλυσία Allen Collins.
Οι King, Hall μαζί με το ιδρυτικό μέλος Gary Rossington είναι πλέον οι τρεις κιθαρίστας που αποτελούν το βαρύ πυροβολικό των Lynyrd Skynyrd ενώ τα δεύτερα φωνητικά αναλαμβάνουν η Carol Bristow και η Dale Krantz-Rossington.
"Ποτέ δεν ονειρευόμουν ότι θα το έκανα αυτό", είπε ο Johnny Van Zant, στο περιοδικό Μojo. "
Είχα κυκλοφορήσει εκείνη την περίοδο του δικό μου σόλο άλμπουμ (εννοεί το "Brickyard Road"του 1990) και πραγματικά δεν ήθελα να το κάνω. Δεν είμαι ο Ronnie. Αν τραγουδάω σαν κι αυτόν μερικές φορές, είναι μόνο επειδή κοιμηθήκαμε στο ίδιο δωμάτιο και φάγαμε τηγανητό κοτόπουλο μαζί. Ήμουν οπαδός των Skynyrd προτού μπω στην μπάντα και σκέφτηκα ότι οι θαυμαστές θα έλεγαν ότι κάπου εδώ είναι το τέλος". Και συνεχίζει:
"Μου πήρε δύο μήνες για να το αποφασίσω. Ήθελα να μιλήσω με τους γονείς μου, τις αδερφές μου και τον αδερφό μου Donnie. Όλοι ένιωθαν ότι o Ronnie θα είχε εγκρίνει αυτή την επιλογή. Τότε είχα μια συνάντηση με την υπόλοιπη μπάντα στο Τζάκσονβιλ. Μόλις τους αντίκρυσα όλους μαζί δεν υπήρχε τρόπος να αρνηθώ".
Παράλληλα όμως υπήρχε και ένα μεγάλο κομμάτι των οπαδών που αντιδρούσαν σε αυτήν την εξέλιξη αφού θεωρούσαν ότι οι Skynyrd δεν πρέπει να υφίστανται από την στιγμή που ο Ronnie Van Zant είναι νεκρός. Παράλληλα η "νέοι Lynyrd Skynyrd" είχαν να αντιμετωπίσουν και τις νομικές επιθέσεις που δεχόντουσαν από τις χήρες συζύγους των συγχωρεμένων Ronnie Van Zant και Steve Gaines,  οι οποίες απαιτούσαν να μην χρησιμοποιούν οι επιζώντες το ιστορικό όνομα της μπάντας
Ο θρυλικός πιανίστας του γκρουπ B. Powell όμως είχε αντίθετη άποψη:
"Θα ήταν αμαρτία να μην συνεχίσουμε τη μουσική και την μπάντα ώστε να την πάμε όσο μπορούμε" ενώ ο G. Rossington συμπλήρωνε: 
Μετά από όλα που έχουμε περάσει, έχουμε γίνει πιο δυνατοί με την πάροδο των ετών. Το να έχεις τον Johnny στην σκηνή είναι σαν να έχεις ένα κομμάτι του Ronnie. Νιώθεις ότι το πνεύμα του είναι στη σκηνή μαζί μας κάθε βράδυ".


 
 
                                      1991: Το άλμπουμ της επιστροφής
Το άλμπουμ που σηματοδοτεί την ολική επιστροφή του θρυλικού σχήματος φέρει τον τίτλο "Lynyrd Skynyrd 1991" και κυκλοφορεί στις 11 Ιουνίου της ίδιας χρονιάς σε παραγωγή του του πολύπειρου Tom Dowd (Black Oak Arkansas, Derek and the Dominos, Rod Stewart, Wishbone Ash).
Στην μπάντα παίζουν από τα εναπομείναντα μέλη, ο Leon Wilkeson (μπάσο), Gary Rossington (κιθάρα), Ed King (κιθάρα), Artimus Pyle (ντραμς) και ο Billy Powell (πιάνο). Στην φωνή είναι ο Johnny Van Zant (ο αδελφός του αδικοχαμένου Ronnie) και αντικαταστάτης του μακαρίτη Steve Gaines, είναι o κιθαρίστας Randall Hall. Eπιπρόσθετα στα τύμπανα συμμετέχει ο Kurt Custer και στα υπέροχα δεύτερα φωνητικά, η Dale Krantz-Rossington (σύζυγος του Gary), η Stephanie Bolton και η Susan Marshall.
Ο δίσκος ξεκινά με το υπέροχο "Smokestack Lightning" και είναι γεγονός ότι η κληρονομιά που άφησε πίσω του ο αδικοχαμένος Ronnie Van Zant συνεχίζεται πλέον με πιο φρέσκο αέρα. Ακολουθεί το τρομερό "Keeping the Faith" στο οποίο φαίνεται πανηγυρικά πως οι βασιλιάδες του southern rock ανακτούν το στέμμα τους με την φωνή του Johnny να προκαλεί συγκινήσεις και τα δεύτερα φωνητικά να απογειώνουν την σύνθεση.
Το "Southern Women" κρύβει έναν γοητευτικό rock τσαμπουκά, εν αντιθέσει με το "Pure & Simple" που είναι μία τρυφερή μπαλάντα με το πιάνο του Billy Powell να δίνει το δικό του χρώμα.
Το "I've Seen Enough" βασίζεται σε φάνκυ ρυθμό και είναι αρκετά ρυθμικό με τις κιθάρες να "φλερτάρουν" μεταξύ τους.
Το "Good Thing" ξαναβάζει την μπάντα στους γνωστούς "νότιους" ρυθμούς. Μία σύνθεση δεμένη από μία καθηλωτική μουσική γέφυρα πριν το δυναμικό ρεφρέν καθώς οι κιθάρες παίρνουν φωτιά ενώ οι εναλλαγές είναι αλλεπάλληλες με τον Powell να δίνει στο τέλος ρεσιτάλ.
Το "Money Man" είναι το ιδανικό κομμάτι για τα saloon των ΗΠΑ ή για μουσική επένδυση σε ταινία western ενώ το "Backstreet Crawler" είναι από τα καλύτερα κομμάτια του άλμπουμ. Μία αυθεντική southern ροκιά που σε κάνει χίλια κομμάτια με το ρεφρέν να σπάει κόκαλα και το κιθαριστικό τρίο να προκαλεί ταχυπαλμίες.
Στο ίδιο δυναμικό μοτίβο και το "It's a Killer" όπου ξανά τα δεύτερα φωνητικά προσδίδουν μία ξεχωριστή αύρα στο κομμάτι ενώ η μπαλάντα "Mama (Afraid to Say Goodbye)" είναι απλά συγκινητική.
Ο επίλογος γράφεται με ένα μοναδικό κομμάτι που μόνο οι Lynyrd Skynyrd ξέρουν να γράφουν. Το "End of the Road" είναι ένα μικρό southern rock κομψοτέχνημα με στίχους γεμάτους νοσταλγία αλλά και αισιοδοξία που τιμούν την παράδοση, το ήθος και τον ήχο που χαρακτηρίζει τους Lynyrd Skynyrd.
"We know we've got a legacy
That's hard to live up to
But there's still a lot of reasons
Why we play these songs for you
It's a family tradition
And as long as we're around
That Freebird keeps on flyin'
And it never will come down
Oh, we can't seem to find the end of the road
Roots never grow on the seeds that we sow
We've still got our music…"


Ο μπασίστας Leon Wilkeson  αναφέρει τότε σχετικά για το άλμπουμ της επανασύνδεσης:
"Θα έπρεπε να ευχαριστήσω τους οπαδούς μας για την μεγάλη υποστήριξη που έδειξαν στο συγκρότημα όλα αυτά τα χρόνια που απουσιάζαμε και κρατήσαν τη μουσική μας ζωντανή. Ήταν η ίδια φοβερή απάντηση σε κάθε παράσταση που έχουμε εκτελέσει. Νομίζω ότι οι στίχοι του "End of the Road" το περιγράφουν χαρακτηριστικά:
"Ξέρουμε ότι έχουμε μια κληρονομιά που είναι δύσκολο να ανταποκριθούμε / Υπάρχουν ακόμα πολλοί λόγοι για τους οποίους παίζουμε αυτά τα τραγούδια για εσάς / την οικογενειακή παράδοση και ως όσο είμαστε γύρω / Αυτό το ελεύθερο πουλί συνεχίζει να πετάει και δεν θα πέσει ποτέ".
                                               Επiλογος
Δεκατέσσερα χρόνια αργότερα από το τραγικό δυστύχημα, οι Lynyrd Skynyrd έπαιξαν τελικά στο Baton Rouge.
"Εκεί ξεκινήσαμε επίσημα η περιοδεία", λέει ο Leon Wilkeson για το "Lynyrd Skynyrd 1991".
Η ιδέα πίσω από αυτό ήταν να αντισταθμίσει τη συναυλία που έπρεπε να συμβεί, η οποία δεν έγινε λόγω της συντριβής του αεροπλάνου. Έτσι λοιπόν αποφασίσαμε ότι οι κάτοχοι εισιτηρίων για τη συναυλία που έπρεπε να συμβεί το 1977 "τιμήθηκαν" με νέα εισιτήρια για την παράσταση και όλα τα εισιτήρια ήταν προς πώληση για 10 δολάρια και τα έσοδα πήγαν σε παιδιά με ειδικές ανάγκες στο Μπατόν Ρουζ και σε ιατρικές μονάδες έκτακτης ανάγκης στο Μισισιπή. Η συναυλία πήγε πολύ καλά και καταφέραμε να θάψουμε πολλά φαντάσματα. Ήταν ένα αληθινό θείο δώρο που το πήραμε από αυτή τη συναυλία και έτσι μπορέσαμε να συνεχίσουμε".

Υ.Γ.: Η κατάρα με τους θανάτους στα αρχικά μέλη των Lynyrd Skynyrd συνεχίστηκε.
Ο μπασίστας Leonn Wilkeson πέθανε τον Ιούλιο του 2001, ο πιανίστας Billy Powell πέθανε τον Ιανουάριο του 2009 και ο Ed King απεβίωσε τον Αύγουστο του 2018.
 
Φώτης Μελέτης

Παρασκευή 1 Σεπτεμβρίου 2023

Chris Daughtry: Το "American Idol" που έγινε ροκ σταρ

 Daughtry - Alive (Official Music Video)

O Αμερικανός Chris Daughtry, γεννημένος στις 26 Δεκεμβρίου του 1979 στο Roanoke Rapids στην Βόρειο Καρολίνα, είναι από εκείνους τους τυχερούς μουσικούς που είδαν τα όνειρα τους γίνονται πραγματικότητα.
Σε ηλικία 16 ετών, ο Chris Daughtry άρχισε να ασχολείται σοβαρά με το τραγούδι ως μουσικός παίζοντας σε σχολικές εκδηλώσεις και σε τοπικούς χώρους με την μπάντα που ονομαζόταν Cadence με τους οποίους κυκλοφόρησε το 1999 το άλμπουμ με τίτλο "Eyes on You".
Αργότερα σχημάτισε τους Absent Element κυκλοφορώντας το 2005 το άλμπουμ "Uprooted".
Η συμμετοχή του στο "American Idol" τον έκανε πασίγνωστο σε όλη την Αμερική, και του έδωσε το εισιτήριο για να κυκλοφορήσει το ντεμπούτο του, άλμπουμ από την RCA Records στις 21 Νοεμβρίου 2006.
Ο Chris Daughtry, ο οποίος τερμάτισε στην τέταρτη θέση στην πέμπτη σεζόν του American Idol το 2006, δήλωσε τότε ότι θα σχημάτιζε ένα νέο συγκρότημα αφού απέρριψε την προσφορά των Fuel για να αναλάβει τα φωνητικά.
Η απόφαση λήφθηκε να ονομαστεί το συγκρότημα Daughtry προκειμένου να διατηρηθεί η αναγνώριση του ονόματος. Σε μια συνέντευξή του, ο Chris Daughtry είπε: «Θα μπορούσαμε να βγούμε με ένα πραγματικά ασαφές όνομα, αλλά προερχόμενος από μια τηλεοπτική εκπομπή και έχοντας αναγνώριση του ονόματος, ήταν πιο εύκολο να πορευθώ με το επίθετό μου».
Στο παρθενικό άλμπουμ των Daughtry συμμετέχουν σπουδαίοι κιθαρίστες όπως ο Phil X (Triumph, Alice Cooper, μετέπειτα Bon Jovi), ο Slash στην σύνθεση "What I Want" αλλά και τραγουδιστής Brent Smith (Shinedown), σε ρόλο κιθαρίστα και συνθέτη για το θαυμάσιο τραγούδι "There and Back Again".
Άλλα τραγούδια  ξεχωρίζουν είναι τα, "Its Not Over", "Home", "Crashed" και η όμορφη μπαλάντα "What About Now" ενώ ο δίσκος έγινε τρεις φορές  πλατινένιος στις ΗΠΑ (τώρα έχει φτάσει τις έξι) δείχνοντας μία πρωτόγνωρη δυναμική για νεοεμφανιζόμενο καλλιτέχνη.
Ο δίσκος κέρδισε τα American Music Awards το 2007 για το αγαπημένο ποπ-ροκ άλμπουμ και ήταν υποψήφια για τέσσερα βραβεία Grammy 2008.
Η ροκ φόρμουλα των Daughtry, περιλαμβάνει ορμητικούς ροκ ρυθμούς, απογειωτικά φωνητικά, εξαιρετική παραγωγή, λυρικές μπαλάντες και όλα αυτά εμπλουτισμένα με όμοφες δυναμικές μελωδικές γραμμές.
Το δεύτερο άλμπουμ κυκλοφορεί τον Ιούλιο του 2009 με τίτλο "Leave This Town" και στις συνθέσεις τον βοηθούν σημαντικά ο Richard Marx, ο Chad Kroeger (Nickelback), ο Ryan Tedder (OneRepublic), ο Jason Wade (Lifehouse), ο Adam Gontier (Three Days Grace), ο Eric Dill (The Click Five), ο Tommy Henriksen (Warlock, Alice Cooper) και ο Mitch Allan (SR-71). To "Leave This Town" έκανε το ντεμπούτο του στο νούμερο ένα στο Billboard 200 chart, αποτελώντας το δεύτερο νούμερο ένα άλμπουμ των Daughtry στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μέχρι σήμερα, το "Leave This Town" έχει πουλήσει πάνω από 1,3 εκατομμύρια αντίτυπα στις Ηνωμένες Πολιτείες και έχει πιστοποιηθεί ως πλατινένιο από την RIA
Ξεχωρίζουν οι συνθέσεις "What I Meant To Say", "September", "Ghost Of Me" (ακούγεται στην τηλεοπτική σειρά CSI: Miami) και το καταπληκτικό "Supernatural" αλλά το μεγάλο και κρυφό ατού αυτής της κυκλοφορίας είναι ένα εξαιρετικό iTunes Bonus Track όπου εκεί βρίσκεις μικρά διαμαντάκια όπως τα "What Have We Become" και "Traffic Light".
Επιπρόσθετα η συνεργασία με τον κάντρι καλλιτέχνη Vince Gill στο "Tennessee Line" έκανε ιδιαίτερη αίσθηση.
Το Νοέμβριο του 2011 κυκλοφορεί το τρίτο άλμπουμ με τίτλο "Break the Spell" σε παραγωγή του ταλαντούχου Howard Benson και καταφέρνει να φτάσει στο νο 8 του Billboard τσαρτ.
Αυτή την φορά στην συγγραφή των κομματιών βοηθούν ο Marti Frederiksen (Aerosmith, Ozzy), o Busbee και ο κάντρι συνθέτης Brett James.  Σύμφωνα με τον Chris Daughtry, το άλμπουμ είναι "πιο αισιόδοξο και θετικό στιχουργικά" και δήλωσε επίσης ότι το άλμπουμ "δεν ακούγεται σαν τα δύο προηγούμενα".
Τραγούδια που ξεχωρίζουν είναι τα: "Renegade", "Outta My Head", "Rescue Me"καθώς και τα "Maybe We're Already Gone" και "Who's They" από την ειδική έκδοση του δίσκου αλλά και το "Never Die" που υπάρχει μόνο στη Ιαπωνική έκδοση.


 
Τον Νοέμβριο του 2013 κυκλοφορεί το τέταρτο στούντιο δίσκο του με τίτλο "Baptized" όπου οι Daughtry κάνουν μία στροφή στον πιο electro-pop ήχο με αρκετή εμπορική απήχηση στην προσπάθεια να προσελκύσουν ένα διαφορετικό κοινό απογοητεύοντας όμως τους πιστούς οπαδούς τους ενώ οι μικτές κριτικές δεν βοήθησαν ώστε το άλμπουμ να βρει την αποδοχή που επιθυμούσε ο Αμερικανός καλλιτέχνης. 
Οι συνεργασίες με άλλους συνθέτες και παραγωγούς όπως οι  Martin Johnson (Boys Like Girls,  the Night Game), Sam Hollander (Panic! at the Disco,  Weezer, blink-182, Billy Idol, Def Leppard) και Busbee (Garth Brooks, Christina Aguilera, Keith Urban) δεν βοήθησαν τα αναμενόμενα και ούτε έκανα μία μεγάλη επιτυχία παρά το βαρύ βιογραφικό τους.
Κομμάτια που ξεχωρίζουν είναι το ομότιτλο, η μπαλάντα "Broken Arrows" και το "Long Live Rock & Roll" με στιχουργικές αναφορές στους ροκ ήρωες του Chris Daughtry.
Toν Ιούλιο του 2018 κυκλοφορεί την πέμπτη δισκογραφική του δουλειά με τίτλο "Cage to Rattle", επιστρέφοντας σε mainstream ποπ-ροκ ήχους. Ο Chris Daughtry, αναφέρει πως το συγκεκριμένο άλμπουμ ήταν ότι πιο διασκεδαστικό έχει ηχογραφήσει ως τώρα με πολλές απαιτήσεις στην διαδικασία ολοκλήρωσης του. Εμπορικά το "Cage to Rattle" πήγε αρκετά καλά και στις δυο πλευρές του ατλαντικού ενώ και οι κριτικοί αποθέωσαν το άλμπουμ.
Την παραγωγή έχει αναλάβει ένας μαιτρ του είδους βραβευμένος με Grammy, Jacquire King (Kings Of Leon, Buddy Guy, Tom Waits).
Συνθέσεις που ξεχωρίζουν είναι τα: "Just Found Heaven", "Backbone", το ατμοσφαιρικό "Gravity" και το παθιασμένο "White Flag" όμως εκείνα που ανέβηκαν στα τσαρτ ήταν τα ημιμπαλαντοειδή "Deep End" και "As You Are" ενώ αρνητική εξέλιξη ήταν και η αποχώρηση του ντράμερ Brandon Maclin.
Τον Σεπτέμβριο του 2021 κυκλοφορεί το, εξαιρετικό έκτο άλμπουμ με τίτλο "Dearly Beloved" με τους Daughtry, να αλλάζουν δισκογραφική εταιρία μετακομίζοντας από την RCA Records στην Dogtree Records.. Ο Daughtry είπε: "Πάντα ήμασταν ένα ροκ συγκρότημα. Και όταν έχεις να κάνεις με μια μεγάλη δισκογραφική, υπάρχει πάντα αυτή η πίεση ότι πρέπει να κάνεις επιτυχίες και να πρέπει να ανταποκριθείς σε ένα συγκεκριμένο σχήμα, και εγώ το έκανα. Τώρα δεν θέλω να το κάνω πια".
Ένα τραγικό γεγονός όμως σημάδεψε εκείνο το χρονικό διάστημα τον Chris Daughtry και αυτός ήταν ο ξαφνικός θάνατος της θετής κόρης του με πιθανό αίτιο την αυτοκτονία. Γενικά ολόκληρο το άλμπουμ είναι εκπληκτικό από τις εμπνευσμένες ενορχηστρώσεις και τα παθιασμένα  φωνητικά αλλά και από την μοναδική ένταση και τους ηχητικούς κραδασμούς που δημιουργεί αλλά και από τα πολιτικοποιημένα στιχουργικά μηνύματα του "Dearly Beloved".
Τραγούδια που ξεχωρίζουν είναι το έξοχο "World On Fire", τα καθηλωτικά "Heavy Is the Crown" και  "Changes Are Coming", τα αργόσυρτα και συνάμα συναρπαστικά "Asylum" και Evil. Η πιανιστική μπαλάντα "Break Into My Heart" που αναδεικνύει όλο το μεγαλείο της φωνής του Chris Daughtry
Στην wallmart έκδοση του album υπάρχει extra και μία  διασκευή στο "Hunger Strike" των Temple of the Dog (σύνθεση του Chris Cornell) ερμηνευμένο παρέα με τον Lajon Witherspoon (Sevendust).
Σημαντική η συμβολή των Marti Frederiksen (Aerosmith, Carrie Underwood, Ozzy Osbourne, Mötley Crüe) και Scott Stevens (The Exies, Halestorm, Skillet) τόσο στην παραγωγή αλλά κυρίως στις συνθέσεις του δίσκου.
Στις αρχές του 2023, το συγκρότημα κυκλοφόρησε μια φοβερή διασκευή της μεγάλης επιτυχίας των Journey, "Separate Ways (Worlds Apart)", με καλεσμένη φωνητικά την frontwoman των Halestorm, Lzzy Hale.
Μέχρι σήμερα, o Chris Daughtry και η μπάντα του έχουν πουλήσει πάνω από 9 εκατομμύρια άλμπουμ και πάνω από 25,6 εκατομμύρια ψηφιακά κομμάτια στις Η.Π.Α. ενώ έχει κάνει ο ίδιος σημαντικές συνεργασίες με καλλιτέχνες και συγκροτήματα όπως οι 12 Stones, Sevendust, Timbaland, Lifehouse αλλά και με τον Carlos Santana στο "Photograph" των Def Leppard σε ένα δίσκο αφιερωμένο στην Βρετανική μπάντα.
 
Υ.Γ.: Ο Chris Daughtry έχει και υποκριτική φλέβα αφού έκανε το ντεμπούτο του, ως ηθοποιός στο  CSI: New York. Στη συνέχεια απεικόνισε τον Ιούδα Ισκαριώτη στη Βιβλική ζωντανή έκδοση του "The Passion", που προβλήθηκε στις 20 Μαρτίου 2016. Επίσης ο Daughtry υποδύθηκε τον Hugo Strange στην ταινία "Batman: Dying Is Easy" ενώ σχεδιάζει κόμικς και είναι θαυμαστής του Batman.
 
Φώτης Μελέτης

Τρίτη 6 Ιουνίου 2023

Supertramp: "Live in Paris"

Paris (Supertramp album) - Wikipedia 

Tο live album των Supertramp ‘’Live In Paris’’ αποφασίστηκε να πραγματοποιηθεί ίσως στο καταλληλότερο χρονικό σημείο που θα μπορούσε να γίνει ένα τέτοιο εγχείρημα. Η μπάντα, η οποία σχηματίστηκε στο Λονδίνο το 1970, είχε ήδη εκτοξευθεί στο απόγειο της δόξας της ύστερα από σούπερ επιτυχημένο ‘’Breakfast In America’’ το οποίο είχε κυκλοφορήσει το 1979 και το οποίο μάλιστα είχε ολοκληρώσει τον χρυσό κύκλο μιας σειράς εξαιρετικών άλμπουμ (Crime Of The Century-1974, Crisis What Crisis-1975, Even In The Quietest Moments-1977) από το 1974 έως το 1980.

 

Η συγκυρία ήταν επίσης ιδανική διότι εξυπηρετούσε το γεγονός ότι τα μέλη της μπάντας ήθελαν πάση θυσία να κερδίσουν χρόνο πριν τη δημιουργία επόμενου άλμπουμ, καθώς με το "Breakfast In America’’ είχαν θέσει πολύ ψηλά τον πήχη και υπήρχε η πίεση από studio  και παραγωγούς για αναλόγως ίση ή και μεγαλύτερη επιτυχία στην επόμενη δουλειά τους, γεγονός  που τους άγχωνε.
Το όποιο επόμενο project δεν υπήρχε περίπτωση να είναι έτοιμο πριν το 1981 και σαφώς έπρεπε να επιδείξουν κάτι ενδιάμεσο προκειμένου να καλύψουν το χρονικό κενό.
Οι εγκέφαλοι του συγκροτήματος ήταν οι υπερταλαντούχοι ιδιοφυείς μουσικοί Roger Hodgson και Rick Davies.
Οι δυο τους είχαν γνωριστεί το 1969, χάρη σε μια αγγελία που είχε βάλει ο Davies στο περιοδικό Melody Maker αναζητώντας κιθαρίστα για το νεότευκτο τότε σχήμα. Ο Hodgson επελέγη ανάμεσα σε 93 ενδιαφερόμενους, όμως τελικώς ανέλαβε καθήκοντα μπασίστα, καθώς την κιθάρα ανέλαβε ο Richard Palmer.
Κατά τη διάρκεια της πορείας του γκρουπ και οι δύο Hodgson και Davies έγραφαν, συνέθεταν και τραγουδούσαν ο κάθε ένας τις δικές του συνθέσεις για τη μπάντα, γεγονός που αναδεικνύει τους Supertramp ως ιδιαίτερη περίπτωση μουσικού σχήματος.

Εν αντιθέσει με άλλα progressive rock συγκροτήματα της δεκαετίας του '70, όπως οι Genesis ή οι Yes, oι Supertramp είχαν επιλέξει έναν σαφώς πιο εμπορικό, εξωστρεφή  και pop ήχο συνθέτοντας ευήκοα και  φιλικά προς το ευρύ κοινό τραγούδια, χρησιμοποιώντας δυνατά φωνητικά, μελωδική ηλεκτρική κιθάρα, γοητευτικούς ήχους από σαξόφωνο και αρκετή δόση από πιάνο. Επίσης ‘’φλέρταραν’’ συχνά με μουσικά είδη  όπως η jazz και η blues.
Η πρώτη ύλη λοιπόν για το άλμπουμ ήταν έτοιμη. Τα τέσσερα LP που προαναφέραμε είχαν τόσα πολλά hits, που σαφώς θα "γέμιζαν’’ άνετα το live album, από την άλλη πλευρά όμως την ίδια στιγμή ήταν τόσο μεγάλος ο αριθμός τους, ούτως ώστε κάποια τραγούδια θα έπρεπε να μείνουν εκτός.
Το υλικό συγκεντρώθηκε από τους παραγωγούς Russell Pope και Pete Henderson, οι οποίοι παρουσίασαν στα μέλη της μπάντας ηχογραφήσεις από διάφορες συναυλίες που είχαν πραγματοποιήσει στον Καναδά και την Ευρώπη κατά τη διάρκεια της περιοδείας τους με τίτλο: "Breakfast In America’’, ηχογραφήσεις που γίνονταν στο κινούμενο studio το οποίο διέθεταν. Όλα τα μέλη της μπάντας αποφάσισαν να μπουν στο άλμπουμ οι live εκτελέσεις από τη συναυλία που είχαν δώσει στις 29 Νοεμβρίου του 1979 στο Παρίσι, στο Pavillon, έναν συναυλιακό χώρο, που λειτουργούσε παλαιότερα ως σφαγείο.



Να σημειωθεί ότι στη Γαλλία το "Breakfast In America’’  είχε τεράστια επιτυχία και σε εκείνη τη συναυλία αποθεώθηκαν κυριολεκτικά από 8.000 θεατές. Ασφαλώς προστέθηκαν και ορισμένα κομμάτια κι από άλλες συναυλίες και επιπροσθέτως έγινε αρκετή δουλειά σε overdubbing, δηλαδή στουντιακή επεξεργασία στα τραγούδια,  "πέρασμα’’ ήχου, κυρίως σε ότι αφορά το σκέλος του πολυοργανίστα John Helliwell στα φωνητικά και στο παίξιμο των οργάνων.
Ωστόσο ο Helliwell ισχυρίστηκε πώς η επεξεργασία αυτού του είδους είναι η ελάχιστη δυνατή εν συγκρίσει με live album άλλων συγκροτημάτων εκείνης της εποχής. Ανέφερε χαρακτηριστικά :’’Πολλοί όταν εργάζονται πάνω σε ένα live album αφήνουν μόνο τα drums και το μπάσο και ‘’πειράζουν’’ όλα τα άλλα’’.
Οι συναυλίες μαγνητοσκοπήθηκαν από τον σκηνοθέτη Derek Burbidge σε φιλμ των 16 mm αφήνοντας εκτός πέντε τραγούδια, τα "You Started Laughing’’, "A Soapbox Opera’’, "From Now On’’, "Aint Nobody But Me’’ και το "Downstream’’. Όλα εκτός από το τελευταίο συμπεριελήφθησαν, ωστόσο, στο άλμπουμ.
To εξαρχής παράδοξο να συγκαταλέγονται μόνο 3 τραγούδια από το "Breakfast In America", εξηγείται από το γεγονός ότι στην πρόθεση των μελών της μπάντας ήταν να συστήσουν στο αμερικανικό κοινό, που μόλις είχε αρχίσει να τους γνωρίζει για τα καλά, το υλικό των προηγούμενων άλμπουμ. Για αυτό εξάλλου στη set list περιλαμβάνονται σχεδόν όλα τα τραγούδια του "Crime Of The Century’’ (ένα άλμπουμ που τα μέλη του γκρουπ θεωρούν ιδιαιτέρως σημαντικό), τρία τραγούδια από το "Crisis, What Crisis’’ και δύο από το "Even In The Quietest Moments’’.
To συνολικό υλικό τελικώς περιείχε 16 τραγούδια και είναι από τις ελάχιστες φορές στην ιστορία της μουσικής, οπού οι live εκτελέσεις αγγίζουν το επίπεδο των ηχογραφήσεων του studio.
H live εκτέλεση των τραγουδιών αποτελεί τρανό παράδειγμα, του πόσο άριστη μπορεί να είναι μια ζωντανή συναυλία και πόσο μοναδικά συναισθήματα μπορεί να χαράξει στην ψυχή του καθενός μας, όταν πραγματοποιείται από πραγματικά ταλαντούχους μουσικούς που παίζουν με ψυχή, μεράκι και πάνω από όλα σέβονται το κοινό τους.
Η γνώριμη εισαγωγή με την περίφημη φυσαρμόνικα του ‘’School’’ ξεσηκώνει όπως ήταν αναμενόμενο τον ενθουσιασμό των θεατών.
Η blues είναι απόλυτα κυρίαρχη στο "Aint Nobody But Me’’ και υποστηρίζεται πολύ από τα φωνητικά και το μαγευτικό σαξόφωνο.
Το διασημότερο τραγούδι τους "Logical Song’’, δεν χρειάζεται συστάσεις και είναι βέβαιο ότι διαφέρει ελάχιστα από τη στουντιακή εκτέλεση.
To καθηλωτικό ηλεκτρικό πιάνο του Rick Davies είναι σε όλο του το μεγαλείο στο "Bloody Well Right’’ το οποίο έχει προσεγμένους στίχους και προδίδει τις progressive καταβολές του.



Πριν την υπέροχη ερμηνεία του επίσης διάσημου "Breakfast In America’’ προηγείται η απαραίτητη συνομιλία με το κοινό.
Πολύ ατμοσφαιρική η εισαγωγή του "You Started Laughing’’ το οποίο οι θεατές σε κάποιο σημείο συνοδεύουν ρυθμικά με τα παλαμάκια τους ενώ το "Hide In Your Shell’’ έχεις την αίσθηση ότι ακούγεται  κατευθείαν από το στούντιο και το πρώτο μέρος τελειώνει αξιοπρεπώς με το "From Now On’’.
Φυσικά το "Dreamer’’ στην αρχή του δεύτερου μέρους δεν θα μπορούσε να είναι κάτι λιγότερο από τέλειο με έξοχα φωνητικά ενώ οι παριζιάνοι θεατές ενθουσιάστηκαν με το "Rudy’’ και το μοναδικό piano solo.
Ακολουθεί το 'Soapbox Opera’’ που και αυτό αναδεικνύει την πιο progressive πλευρά του συγκροτήματος.
Μακρόσυρτο και σχολαστικό το "Asylum’’, βεβαίως τέλειο στη live performance του, όχι από τα αγαπημένα μου, ωστόσο ξεσήκωσε και αυτό τους θαυμαστές.
Τα "Take A Long Way Home’’ και "Fools Overture’’ ανήκουν στις κορυφαίες στιγμές της συναυλίας και δείχνουν ότι, παρά τις απαιτήσεις, τα μέλη της μπάντας ήταν ακούραστα και γεμάτα ενέργεια.
Η αγάπη του κοινού φτάνει στην απόλυτη κορύφωση στην όμορφη μπαλάντα "Two Of Us’’ η οποία λειτουργεί ως ζέσταμα (διαρκεί μόλις ένα λεπτό και 25 δεύτερα) για την ολοκλήρωση της ανεπανάληπτης βραδιάς με το "Crime Of The Century”.
To "Paris’’, στο oποίο αρχικά ήθελαν να δώσουν τον τίτλο "Roadworks’’ στην εποχή του το 1980, σημείωσε τεράστια επιτυχία καταφέρνοντας να φτάσει στο νούμερο 8 του Billboard 200 και στο νούμερο 7 των βρετανικών charts,  φυσικά έγινε χρυσό, ενώ μάλιστα η ζωντανή εκδοχή του 'Dreamer’’ κατάφερε να διεισδύσει στο Αμερικανικό Top 20.
To 2012 κυκλοφόρησε σε διπλή εκδοχή DVD και Blue Ray Disc(οπότε έγινε επανεπεξεργασία στην εικόνα και στον ήχο), η μαγνητοσκόπηση της συναυλίας με τίτλο "Live In Paris’’, προκαλώντας τη δυσαρέσκεια του Hodgson, καθώς σύμφωνα με τον ίδιο, τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας δεν έλαβαν υπόψη τον ίδιο ή τον Davies για την ολοκλήρωση του project.Συνεπώς το 2015, κυκλοφόρησε μια ακόμη επανέκδοση μαζί με δύο cd και τη σωστή κατανομή ονομάτων και, όσον αφορά το κομμάτι του songwriting.
Η μεγάλη και ιστορική, πάντως, αξία του άλμπουμ είναι ότι σαφώς περιέχει την αφρόκρεμα των επιτυχιών, από τη "χρυσή’’ εποχή της μπάντας και με την original line up. Σημειωτέον, ότι σχεδόν αμέσως μετά ο Roger Hodgson αποχώρησε από τους Supertramp, κυρίως λόγω διαφωνιών με τον Rick Davies για την καλλιτεχνική πορεία του συγκροτήματος και έκτοτε δεν ξαναγνώρισαν την επιτυχία που είχαν πρωτύτερα.
Κάθε συλλέκτης, παλαιότερος ή και νεότερος  ο οποίος λατρεύει τη χρυσή εποχή της classic rock και σέβεται τον εαυτό του, οφείλει να το έχει στη συλλογή του.

Δημήτρης Πολίτης

Πέμπτη 20 Οκτωβρίου 2022

The Cure: "Disintegration"

 The Cure - Disintegration - CD | Dirty Noise Record Store

Η ημέρα 26η Οκτωβρίου 2016, ξημερώματα, με βρίσκει να ταξιδεύω μέσα σε ένα λεωφορείο, ανάμεσα σε αγνώστους, έχοντας όμως όλοι έναν κοινό προορισμό: τη Βουδαπέστη και τη συναυλία των Cure που λαμβάνει χώρα τη μεθεπόμενη.

Έχοντας ανάμικτα ήδη συναισθήματα για την ξαφνική (και κάπως περίεργη τουλάχιστον για τα μάτια των άλλων) απόφαση να πραγματοποιήσω ένα τόσο μεγάλο ταξίδι φθινοπωριάτικα ενώ εκκρεμούν βαριές επαγγελματικές (και οικογενειακές) υποχρεώσεις, βρίσκω άλλοθι σε γνωστό απόφθεγμα:
Μα όλα τα ωραία στη ζωή έτσι δεν γίνονται, απρόοπτα και χωρίς σχέδιο;

Σκέψεις σκόρπιες και ευκαιρία για περισυλλογή σε ένα ταξίδι που όσο περνάει η ώρα φαντάζει όλο και πιο μακρινό.
Σύνορα, οι απαραίτητοι έλεγχοι με τις εντεύθεν καθυστερήσεις, αναγκαίες στάσεις ….. και όλα αυτά να μεγαλώνουν την αναμονή. Κάποια στιγμή, ο οδηγός μας μεταφέρει τον διάλογο που είχε με υπάλληλο στα σύνορα. Όταν ρωτήθηκε ποιοι είμαστε και πού πηγαίνουμε εκείνος με φυσικότητα απάντησε: «Γκρουπ από τη Θεσσαλονίκη που πηγαίνει στη Βουδαπέστη για συναυλία των Cure». Η απάντηση από τον υπάλληλο ήταν αυθόρμητη:
«Μα καλά, τρελοί είστε ;». Η συνοιδοπόρος του μπροστινού καθίσματος ανταποκρίθηκε ολόσωστα: «Τώρα το καταλάβατε;».
Μέσα στο κλίμα αυτό σκέφτομαι ότι πράγματι, έτσι είναι, και ότι για να γίνει κάποιος φαν των Cure πρέπει πρώτα να ξεπεράσει τα συμβατικά όρια στα μουσικά γούστα. Μόνο έτσι θα μπορέσει να διαβεί τα μονοπάτια που εκείνοι χάραξαν με τη μουσική τους, μια μουσική διαποτισμένη από απόγνωση, σκληρότητα αλλά και υπέρμετρη ευαισθησία, όπως δηλαδή ακριβώς είναι και η ζωή η ίδια.


Τα παραπάνω στοιχεία είναι αυτά ακριβώς που κυριαρχούν στο αριστουργηματικό "Disintegration", το όγδοο studio άλμπουμ του συγκροτήματος που κυκλοφόρησε στις 2 Μαϊου 1989 και συμπληρώνει την τριλογία που ξεκίνησε με τα "Head on the door" και "Kiss me kiss me kiss me".
Κατά γενική ομολογία το άλμπουμ αυτό, σκοτεινά σαγηνευτικό και διαποτισμένο από μια μόνιμη μελαγχολία, αναδεικνύεται από κοινό και κριτικούς ως η καλύτερη δουλειά που είχαν να επιδείξουν οι Cure στη μέχρι τότε πορεία τους, αλλά – κατά πολλούς – και μέχρι σήμερα. Μακριά από τα «εύκολα» εμπορικά κομμάτια που τους έκαναν γνωστούς, το "Disintegration" κατάφερε να μετουσιώσει τις πρώτες εσωτερικές αναζητήσεις που εκδήλωσε το γκρουπ ήδη από τις αρχές του ’80, χωρίς βέβαια να παραβλέπεται η επίδραση της κατάθλιψης και της χρήσης παραισθησιογόνων ουσιών από τον Smith.
Όλα τα κομμάτια, ένα προς ένα, συνθέτουν έναν κόσμο λυρικό, αισθησιακής περισυλλογής και σκοτεινού πάθους όπου κυριαρχούν ανέλπιδες καταστάσεις, αλλά την ίδια στιγμή συντίθεται μία πολύχρωμη πραγματικότητα από την οποία αναβλύζει τελικά η πολυπόθητη αχτίδα φωτός στα αδιέξοδα που καταδείχθηκαν.
Μέσα σε όλα αυτά ο θάνατος δεν φαντάζει ως απειλή, είναι η αναπόφευκτη κατάληξη που μπορεί να προσφέρει ζεστασιά και θαλπωρή όταν τελειώσει το ταξίδι της ζωής. Σε αυτό τον σκοπό συμβάλλουν με απόλυτη επιτυχία οι «μελαγχολικές» κιθάρες και τα «πένθιμα» keyboards που με πραγματική μαεστρία ξέρει να καθοδηγεί ο Smith.
Τα φωνητικά εξάλλου είναι εύστοχα λιγοστά αφήνοντας τις ψυχεδελικές μελωδίες να κυριαρχούν.
 

Αν και "Disintegration" ο τίτλος, ο οποίος επιλέχθηκε σε μια περίοδο αντιθέσεων μεταξύ των μελών του γκρουπ, η συνοχή είναι εκείνη που κύρια χαρακτηρίζει τα κομμάτια μεταξύ τους δημιουργώντας μια ιδιοφυή αλληλουχία στις καταστάσεις που περιγράφονται.
Opening track (ιδανικά) το "Plainsong", χτυπάει στα αυτιά σαν μια βροντή που σε εισάγει αυτόματα στον παράξενο κόσμο των Cure, μέσα από την παρουσία και τα λόγια ενός κοριτσιού που συγκρίνει τον καιρό με τον θάνατο και εκφράζει το παράπονο ότι ήδη αισθάνεται σαν γέρος. Μετά από μια τέτοια εισαγωγή, είσαι πλέον έτοιμος για όλα. Ακολουθεί (ως «χαλαρωτικό» διάλειμμα) το πιο συμβατικό "Pictures of You".
Ξεπερνώντας σε διάρκεια τα 8 λεπτά μας φέρνει αντιμέτωπους με τον θλιμμένο δημιουργό του, που αναπολεί κάποια παλιά αγάπη κοιτάζοντας μια συλλογή από φωτογραφίες. Η γλυκιά λύπη του μετουσιώνεται σε τέτοιο βαθμό που μας κάνει να ευχόμαστε να μην επιστρέψει ποτέ αυτή η κοπέλα.
Τρίτο κατά σειρά το "Closedown", με το οποίο δηλώνεται αμετάκλητα ότι «τελείωσε ο χρόνος» μέσα από τη συνοδεία μελωδικών synths. Αμέσως μετά ακολουθεί το περίφημο "Love Song", το γαμήλιο δώρο του Smith στη σύζυγό, το οποίο αποτελεί ταυτόχρονα ένα από τα ομορφότερα τραγούδια αγάπης που γράφτηκαν ποτέ.
Εξάλλου, η δήλωση απερίφραστου έρωτα από έναν κατεξοχήν καταθλιπτικό δημιουργό αποτελεί μια ούτως ή άλλως σπάνια μουσική συγκυρία. Φυσικά η αιώνια ευτυχία είναι μια ουτοπία (κατά τον Smith), γεγονός που μας καταδεικνύεται αρκετά εύγλωττα με το "Last dance": η σχέση έχει δοκιμαστεί, ο καιρός έχει περάσει και το τέλος που πλησιάζει είναι χειρότερο και από τον χωρισμό. Σε όλα αυτά όμως έρχεται να μας κλείσει το μάτι το «ονειρικό» και υπνωτικό «Lullaby» - μια μεγάλη εμπορική επιτυχία - που μας μεταδίδει την αίσθηση που αποκόμισε ο Smith από τη χρήση ναρκωτικών.
Στη συνέχεια, ο ψυχεδελικός ήχος μιας κιθάρας μας εισάγει στο «μισανθρωπικό» "Fascination Street", συνθέτοντας μια παράξενη χορευτική μελωδία με σεξουαλικά υπονοούμενα. Τη σκυτάλη παίρνουν τα βουτηγμένα στην απελπισία αλλά απλά εξαιρετικά "Prayers for rain", "Same deep water as you" και "Disintegration" (το τελευταίο με αυτοκτονικές τάσεις), ενώ η μαύρη διάθεση κάπως μετριάζεται με τα δύο τελευταία κομμάτια "Homesick" και "Untitled". 
Ως αποτέλεσμα λοιπόν έχουμε να κάνουμε με ένα αληθινό αριστούργημα πραγματικής μουσικής ωριμότητας που δικαίως το περιοδικό "Rolling Stone" το κατέταξε ανάμεσα στα 500 πιο σημαντικά άλμπουμ όλων των εποχών. Γι’ αυτό όσοι το έχουν στην κατοχή τους ας το λιώσουν στην κυριολεξία ακούγοντας το δυνατά.

Mαίρη Γεωργιάδου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...