Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2015

W.A.S.P.: "Golgotha"

Ο ινδιάνος Blackie και η παρέα του έξι χρόνια μετά και έπειτα από πολλές συναυλίες για το καταπληκτικό “Babylon”, αποφάσισαν να καθίσουν επιτέλους και να γράψουν νέο υλικό. Και μέσα από εννέα καινούριες συνθέσεις, εγένετο “Golgotha” .

Ο ινδιάνος Blackie και η παρέα του έξι χρόνια μετά και έπειτα από πολλές συναυλίες για το καταπληκτικό Babylon”, αποφάσισαν να καθίσουν επιτέλους και να γράψουν νέο υλικό. Και μέσα από εννέα καινούριες συνθέσεις, εγένετο Golgotha .
 Το άλμπουμ κάνει άλλη μια εξόρμηση στη βίβλο αλλά αυτή  τη φορά με επίκεντρο πάνω στα ιερά εδάφη, όπου σταυρώθηκε ο Ιησούς Χριστός («Γολγοθάς» είναι η Εβραϊκή λέξη για «τον τόπο του κρανίου»).
Ο Blackie Lawless έχει βιώσει την θρησκευτική αναγέννηση, θεωρώντας ότι ορκίστηκε πριν από τέσσερα χρόνια πως δεν θα παίξει ποτέ ξανά live το κομμάτι Animal” (Fuck Like A Beast) και λογοκρίθηκε για κάποια  μέρη του “Chainsaw Charlie” (Murders In The Rue Morgue) επί σκηνής.
Το άλμπουμ είναι μια δυναμική προσπάθεια με μια υποτιθέμενη καθοδήγηση του Αγίου Πνεύματος να δίνει συνείδηση και συγκέντρωση, όπως στο Eyes Of My Maker”.
Παρακαλώντας «Ιησού, σε χρειάζομαι τώρα» στο ομώνυμο τραγούδι, o Blackie είναι ένας εντελώς νέος άνθρωπος αλλά αυτή τη φορά με τεράστια πεποίθηση.
 Μπορεί να μην είναι εξ’ ολοκλήρου ένα concept άλμπουμ όμως δεν διαφέρει ως προς τη δομή από οποιαδήποτε W.A.S.P. άλμπουμ έχω ακούσει στο παρελθόν περιμετρικά.
  Το "Scream" που ανοίγει το άλμπουμ, είναι ένα σφιχτό αρχέτυπο W.A.S.P. με δυνατό μπάσο και φωνητικά. Τα δεύτερα φωνητικά και τα πλήκτρα στο όργανο το κάνουν ακόμα καλύτερο. Επίσης ξεχωρίζει και το επικό Slaves Of the New World Order με τα 8 περίπου λεπτά του να ξετυλίγονται προοδευτικά ενώ τα αφτιά στέκονται στο σόλο του Doug Blair, τόσο σε αυτό όσο και στην επίσης επτάλεπτη μπαλάντα Miss You”.
  Το καλπάζον μπάσο όπως σε κάθε σχεδόν άλμπουμ τους πρωταγωνιστεί σε πολλά κομμάτια, το ίδιο και η δίκαση στα τύμπανα και τα υπόλοιπα γνωστά στοιχεία τους, ειδικά των W.A.S.P. των τελευταίων 4 δίσκων.
  Αν ο Blackie Lawless θεωρεί τον εαυτό του αναγεννημένο,  ας είναι έτσι, δικό του θέμα. Εμάς μας ενδιαφέρει να παίζει καλή μουσική και να ακούμε αυτό που αγαπήσαμε στους W.A.S.P. .
Πόσο καλό όμως μπορεί να του κάνει αυτό μουσικά ώστε να το διατυμπανίζει και να χαίρεται για αυτό;
 Αναρωτιέμαι όμως και πόσο καλός “χριστιανός” μπορεί να είναι όταν κάνει αρπαχτές για τα χρήματα, εκμεταλλευόμενος τους οπαδούς του, στεκούμενος φυσικά στη τελευταία τους εμφάνιση στην Αθήνα που εξ’ αιτίας ενός προβλήματος με το merchandise αρνήθηκαν να παίξουν ολόκληρο το πρόγραμμα ενώ την επόμενη ημέρα δεν απαντούσαν καν στο τηλέφωνο.. Επαγγελματική και χριστιανική συμπεριφορά;
Και φυσικά αυτός που είναι στο τέλος θύμα είναι ο ίδιος ο ακροατής που τον στηρίζει αλλά δεν θα ακούσει ποτέ ζωντανά το Animal και από ότι φαίνεται και το Chainsaw Charlie θα βγει και αυτό από το set list τους.
  Όσον αφορά τον δίσκο σαν δίσκο, αν δεν είχε προηγηθεί το Babylonθα ήταν ένα διαμάντι. Επειδή όμως τα πράγματα έχουν όπως έχουν, το  Golgothaκρίνεται ως πιστή αντιγραφή του προηγούμενου, στην προσπάθειά τους να κάνουν ένα τόσο καλό άλμπουμ.
Καλό το να θες να πατήσεις σε κάτι που αγάπησε ο κόσμος γιατί θα το αγαπήσει το ίδιο και αυτό, όμως μη το ξεπατικώνεις.
Εκεί για εμένα φαίνεται ότι το παιχνίδια χάθηκε κάπου. Ακούστε το και μετά αποφασίζετε.

Γιώργος Βαλιμίτης

Πέμπτη 19 Νοεμβρίου 2015

Υpsilon: Το μελωδικό παιδί των Αphrodite's Child

Μετά το οριστικό τέλος των περίφημων Αphrodite's Child με τους οποίους μεγαλούργησε, ο θρυλικός ντράμερ Λουκάς Σιδεράς αποφασίζει να επιστρέψει στην Αθήνα από το Παρίσι (στο οποίο ζούσε) και αναζητά με διάφορους γνωστούς μουσικούς και φίλους του να δημιουργήσει μία εμπνευσμένη μπάντα.

Πρώτα επιχείρησε με τον κιθαρίστα Παντελή Δεληγιαννίδη (Δάμων & Φιντίας, Olympians) και με την προσωπική του μπάντα, τους Lucas Sideras Band να κάνει αίσθηση στην ελληνική ροκ κοινότητα κάτι που δεν ευδοκίμησε και τον ανάγκασε να επιστρέψει στη Γαλλία.
 Εκεί σχημάτισε με τον Λάκη Βλαβιανό (Demmis Roussos Band, Juniors) στο πιάνο, fender rhodes, moog, πλήκτρα, και τον Δημήτρη Κατακουζηνό (Axis) στο μπάσο και φωνή,  τους βραχύβιους Ypsilon, τους οποίος πολλούς μπερδεύουν με τους γερμανούς Epsilon.
Το 1977 στο Παρίσι λοιπόν οι Ypsilon ξεκίνησαν το σύντομο ταξίδι τους στο χώρο του προοδευτικού ροκ και ποπ ήχου.
Το άλμπουμ που ηχογράφησαν το ονόμασαν "Metro Music Man"  και πούλησε πάνω από 60 χιλιάδες παγκοσμίως ένα νούμερο μέτριο για την εποχή αλλά εξαιρετικό  με τα σημερινά δεδομένα.
O ήχος θυμίζει έντονα Procol Harum, Supertramp και Moody Blues λόγω των πλήκτρων και των μελωδικών συνθέσεων αλλά  περιέχει και πολλά στοιχεία από τους Αphrodite's Child.
Συναισθηματικές ερμηνείες συνδυασμένες με λιτές ενορχηστρώσεις όπου παιχνιδίζουν οι prog, folk και mellow rock ρυθμοί που δίνουν μία υπέροχη ομορφιά στο ένα και μοναδικό άλμπουμ που κυκλοφόρησαν οι Ypsilon.
Tους στίχους υπέγραφε η Sharon Woods και σε μερικά τραγούδια κιθάρα παίζει ο  José Sour ενώ στην πορεία, οι Ypsilon συνεργάζονται με τον δημοφιλή κινηματογραφικό συνθέτη Georges Garvarentz για τη ταινία  "Marche Pas Sur Mes Lacets!", εκτελώντας τα “Let me sing my song” και “Cosmic ride” και συμμετέχοντας και σε διάφορες ροκ/ποπ συλλογές της εποχής.

Στα τέλη του 1977, ο Κατακουζηνός και Βλαβιανός αποχωρούν και ο Σιδεράς είχε αναλάβει σχεδόν ολοκληρωτικά τα φωνητικά  παράλληλα, έρχονται αντικαταστάτες στο συγκρότημα και το άλμπουμ κατορθώνει παρά τα εσωτερικά προβλήματα να σκαρφαλώσει στο νο 6 στη Γαλλία, στο Νο 17 στη Γερμανία, στο νο 19 στην Ιταλία, στο νο 20 στην Ολλανδία.
Στην Ελλάδα οι Ypsilon επιχείρησαν να εμφανιστούν στο Φεστιβάλ Ελληνικού Τραγουδιού της ΔΕΘ που δυστυχώς δεν συνέβη ποτέ.

Το γκρουπ  στη συνέχεια ήρθε σε ρήξη με την δισκογραφική του εταιρία την Philips  και διαλύθηκε οριστικά ενώ ο ντράμερ Λουκάς Σιδεράς, συνέχισε την πορεία του στην Αθήνα και συμμετείχε αργότερα στους δίσκους του Στ. Λογαρίδη, των Diesel παρέα με την Sigma Fay και τον κιθαρίστα Γιάννη Δρόλαπα (ΜουσικέςΤαξιαρχίες) και συνεχίζει να παίζει live με τους  Los-Tres και με διάφορα άλλα σχήματα μέχρι και σήμερα.

Φώτης Μελέτης

Τρίτη 17 Νοεμβρίου 2015

Keith Richards: "Crosseyed Heart"


Το τρίτο σόλο άλμπουμ του 72χρονου Κηφ μετά το "Main
Offender" του '92 ήταν αναμενόμενο ότι θα κινήσει μεγάλο ενδιαφέρον. Και πράγματι, περιέχει ικανές δόσεις απ΄ όλα αυτά που μπορούν να τραβήξουν την προσοχή σε κάθε ζώσα γενιά του ροκ.

Από κακοτράχαλα blues (βλ. "Blues in the Morning"), ορμητικά σκαριφήματα προοριζόμενα πιθανόν για το επόμενο άλμπουμ των Stones (που μετά από 10 χρόνια αναμονής δεν άντεξε και βγήκε στην επιφάνεια - βλ. "Heartstopper"), μια διασκευή στην ανέκαθεν προσφιλή του reggae ("Love Overdue"), μια φολκ ανάγνωση ενός παλιού αγαπημένου του κομματιού από τα '50s ("Goodnight Irene"), μερικά αλητήρια αυτοβιογραφικά στάνταρ ("Trouble", "Robbed Blind", "Amnesia" [για τότε που έπεσε από το δέντρο]) με σαρδόνιο στίχο, ακόμη και μπαλάντες που αποκαλύπτουν κοιτίδες ευαισθησίας πίσω από την μπαρουτοκαπνισμένη-αρσενική Marianne Faithful με βρογχίτιδα- φωνή του (μεταξύ των οποίων πιο άμεση η επίδραση του "Nothing on Me").
Το δε ντουέτο με την Norah Jones "Illusion" προσδίδει την mainstream πινελιά που χρειάζεται για να λανσαριστεί το άλμπουμ ως σημερινό.
Μετά το 2011, όταν και ολοκλήρωσε τη συγγραφή, την κυκλοφορία και την προώθηση της αυτοβιογραφίας του ("Life"), ο Richards προσπάθησε ανεπιτυχώς να μαζέψει τους Stones για μια νέα κυκλοφορία.
Το μόνο που απέδωσε η επαναδραστηριοποίησή τους ήταν τα δύο καινούρια κομμάτια της συλλογής "
GRRR!" και κάπου εκεί ο ρόκερ που κατέχει το ρεκόρ σε φορές που έχει ξεγελάσει το χάρο, άρχισε -για πρώτη φορά- να αντικρίζει κατάματα την ιδέα του να αποσυρθεί. Όμως η ανάγκη του για να εκφραστεί μέσα από τη μουσική παραμέρισε, για μια ακόμη φορά, τις δεύτερες σκέψεις που προκαλεί η θνητότητα και ο κορεσμός.
Όπως ακούγεται να λέει στο
documentary "Crossfire Hurricane", «Θα έπαιρνα το ο,τιδήποτε που θα με βοηθούσε να μείνω ξύπνιος τόσο ώστε να τελειώσω με ένα ακόμη καταραμένο κομμάτι».
Έτσι κάπως ο Κηφ στράτευσε ξανά τον πολύτιμο συναυτουργό του στους X-Pensive Winos, Steve Jordan στα τύμπαναν, και με μια ομάδα έμπειρη και στο ίδιο μήκος κύματος με τον ίδιο (Ivan Neville στα πλήκτρα, Waddy Wachtel στην κιθάρα, Bobby Keys στο σαξόφωνο) προέκυψε το "Crosseyed Heart". O ήχος του αρχηγού της φυλής που ακολουθεί με το ένστικτο της ιδιότητας αυτής το προσωπικό του -μουσικό- αισθητήριο.
Δεν έχει σημασία αν ένα τέτοιο άλμπουμ είναι «καλό» με όρους της εποχής του, ή ακόμη και συγκρισιμότητας με τα προηγούμενα δύο προσωπικά του Richards (που μοιάζουν αιώνες παλιά).
Πρόκειται για σελίδες από ένα άχρονο σημειωματάριο του προπάτωρος of all things rock. Ένα άλμπουμ με 15 κομμάτια που αν μη τί άλλο αποδεικνύει ότι η πρώτη ύλη όλης αυτής της πρώτης γενιάς των τοτέμ του ροκ ν΄ρολ είναι το μπλουζ.
Στην περίπτωση, δε, του Κηφ, οι επιρροές είναι τόσο ευρείες και βαθειές, η βιωματική εκφορά των στίχων ηχεί τόσο χαρακτηριστική και η αμεσότητα στη σύνθεση και την εκτέλεση είναι τόσο επιδραστική στον ακροατή, ώστε να μιλά κανείς δικαιωματικά για τον ένα, τον εξ αδιαθέτου απόγονο του ίδιου του
Robert Johnson.


Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2015

Buddy Guy: "Born To Play Guitar"


Πολύ πιθανόν να είναι κυριολεκτικά ο τελευταίος από τους ζώντες
πρωτομάστορες του ηλεκτρικού blues. Γέννημα - θρέμμα της Λουιζιάνα, ανηφόρισε στα 21 του προς το Σικάγο, για να γνωρίσει τη μέθεξη κοντά σε μύθους όπως ο Howlin' Wolf και ο Muddy Waters.

Παίζοντας ακατάπαυστα, ανέπτυξε σε κείνα τα μέρη έναν χαρακτηριστικό, παθιασμένο κιθαριστικό ήχο που έμελλε να επηρεάσει (κατά την ευφημιστική εκδοχή - οι κυνικοί το λένε «στεγνά αντιγραφεί») όλο το λευκό μπλουζ, από τον Jeff Beck και τον Jimmy Page, ως τον Stevie Ray Vaughan (ο οποίος δήλωνε ότι του χρωστούσε την ίδια την ύπαρξή του). Ακόμη και η αυτού ιδιοφυία ο Jimi Hendrixφημολογείται ότι είχε πει (σε ποιά κατάσταση δεν ενδιαφέρει ακριβώς) "Heaven is lying at Buddy Guy's feet while listening to him play guitar." 
Παρ' ότι διάσημος στο κύκλωμα για τις φορτωμένες ενέργεια live εμφανίσεις του, η δισκογραφία του μέχρι τα τέλη των '60s παρέμενε στη σκιά, καθώς το ορμητικό του παίξιμο απαξιωνόταν ως «θόρυβος» από τους ανθρώπους της Chess. Αρκετά αργότερα, οι διάσημοι λευκοί απόγονοί του (ιδίως ο Eric Clapton) ανταπέδωσαν, επαναφέροντάς τον στο προσκήνιο στα '80s και τα '90s και εξυμνώντας τον ως πρωταρχική επιρροή τους.
Και κείνος, εξωστρεφής και ποτέ μικρόψυχος, όπως και το παίξιμό του, δε σταμάτησε μέσα στα χρόνια να μοιράζεται τη σκηνή με νέα ταλέντα και να περιοδεύει. Με διαχρονική προσήλωση και σεβασμό στις αρχές του 
blues, τέτοια που κάνει την τεράστια δισκογραφία του να μοιάζει με ανθολογία του ίδιου του ιδιώματος.  Είναι ο Buddy Guy, που έκλεισε τα 79 τον περασμένο Ιούλιο και συνεχίζει ακάματος.

Το άλμπουμ αυτό ακολουθεί τα χνάρια μιας αποστολής ζωής, στην οποία ο Guy  αφιερώθηκε από τότε που του είπε ο Muddy Waters"keep the damn blues alive".  Γιατί αυτό ακριβώς κάνει. Από το εύγλωττο ομώνυμο track που ανοίγει, έως το υπερχειλίζον συγκίνηση ντουέτο με τον Van Morrisson "Flesh and Bone" (αφιερωμένο στον μεγάλο εκλιπόντα, B.B. King) και το ακροτελεύτιο "Come Back Muddy", μια εγκάρδια συνομιλία με τον μακαρίτη μέντορά του, Muddy Waters ("... Lord knows you can't be replaced").

Μπορεί να συνυπογράφει τέσσερα μόνο από τα 14 κομμάτια, αλλά σε όλα ο Buddy Guy κυριαρχεί, τραγουδώντας και σολάροντας με την όρεξη τριαντάρη, την αξιοπιστία ενός κιθαρίστα που ηχογραφεί 62 χρόνια ασταμάτητα και την εκφραστικότητα αιωνόβιου σοφού σπουδαγμένου σε λασπωμένα σοκάκια («τά'χω δει όλα πέντε φορές, sit back son να στα κάνω πενηνταράκια»).
Με επίκεντρο τον ήχο - υπογραφή του Σικάγο, αναμιγνύει με άνεση σόουλ, ροκ και 
delta σχήματα, σε μια συλλογή απολαυστική, με το ένα blues άπερκατ να διαδέχεται το άλλο:
το πανέμπειρο "Whiskey, Beer & Wine", το σαρκαστικό σλόου "Crying Out Of One Eye", το πλείσμον σε wah-wah"Turn Me Wild", το στοχαστικό "Crazy World", το αλητήριο "Smarter Than I Was" με τα σαρωτικά σόλο, το ενισχυμένο με πανηγυρικά πνευστά "Thick Like Mississippi Mud". 
Στο "Kiss Me Quick" την κιθάρα του σιγοντάρει η φυσαρμόνικα του Kim Wilson των Fabulous Thunderbirds, που μας πάει πίσω στις χρυσές εποχές της σύμπραξης με τον Junior Wells, μισό αιώνα πριν, στο "(Baby) You Got What ItTakes" μοιράζεται φωνητικά με το κορίτσι - θαύμα της σύγχρονης σόουλ, την 28χρονη Joss Stone, ενώ στο "Wear You Out" ενώνει δυνάμεις με το γρύλισμα και τη διαολεμένη custom made Telecaster του Billy Gibbons, σ' ένα ντουέτο φουλ στις αδυσώπητες κιθαριστικές φράσεις ("Ain't slowing down, 'till I wear you out").

"I was born to play the guitar - People, I got blues running through my veinsακούγεται απερίφραστος στο ομώνυμο.
 Δε χρειάζεται να πει τίποτ' άλλο, ούτε να εξηγήσει.
 Αυτό μετράει στα blues, ότι κάθε φράση είναι βιωμένη.
 Μιλάμε για το μπλουζ άλμπουμ της χρονιάς και από τα καλύτερα που έχουν κυκλοφορήσει φέτος.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2015

Pat Travers Band: “Live! Go for What You Know”


Στις αρχές του 1979, ο καναδός κιθαρίστας και η μπάντα του
ηχογράφησαν το πρώτο ουσιαστικά live album, της μέχρι τότε εξέχουσας πορείας τους και την ίδια χρονιά το έδωσαν στην αγορά.

Ο δίσκος στις ΗΠΑ έγινε αμέσως χρυσός και η δημοτικότητα των Pat Travers Band εκτοξεύθηκε ακόμη περισσότερο κλείνοντας αρχικά και τον πρώτο κύκλο σπουδαίων στούντιο κυκλοφοριών αλλά και αναδεικνύοντας τον μύθο πόσο καταιγιστικοί ήταν στις ζωντανές τους εμφανίσεις.
Στο “Live! Go for What You Know φαίνεται πόσο ποτισμένη είναι η ψυχή του Pat Travers από τις εξάχορδες κλίμακες και με τι πάθος αποδίδει τις λίγες αλλά “καυτές” συνθέσεις του άλμπουμ.
Ειδικά στο κλασσικό “Stevie”, έχουμε το τρίπτυχο…  ερμηνεία, μελωδία, κιθαριστικό σόλο φτιαγμένα μαγικά και αρχέγονα και καθηλώνουν και τον πιο δύσκολο ακροατή.
Οι κιθαριστικοί οργασμοί αλλεπάλληλοι, τα άγρια σόλα σε επίκινδυνο βαθμό, τα κοψίματα και οι ταχύτητες ανεξάντλητες, το πνεύμα του Hendrix ολοζώντανο και διάχυτο παντού και όλα αυτά ο Pat Travers δεν τα έκανε μόνος τους αλλά συνείσφερε σημαντικά ο πολύτιμος συνεργάτης του για εκείνη την περίοδο, κιθαρίστας Pat Thrall.
Η εκρηκτική η διασκευή στο "Boom Boom (Out Go the Lights)" του Stan Lewis είναι όλα τα λεφτά ενώ η παραγωγή του Tom Allom (Judas Priest, Black Sabbath, Def Leppard) απλά βάζει το κερασάκι στην πιο ωραία τούρτα που φάγαμε ποτέ.
Μεγάλη συμβολή και δυναμική στο δίσκο προσφέρει ο τρομερός ντράμερ Tommy Aldridge (Black Oak Arkansas, και μετέπειτα Ozzy Osbourne, Gary Moore, Whitesnake, Ted Nugent και Thin Lizzy) μιας και με τους ντράμερ ο P.Travers είχε πάντα τους καλύτερους αφού και έχουν περάσει από το γκρουπ του, οι Nicko McBrain (Iron Maiden), Carmine Appice  και αρκετοί άλλοι.
Κλείνοντας... μία ατάκα που έπαιζε πολύ εκείνη την εποχή για τον ήχο που έβγαζε ο καναδός  κιθαρίστας και μας βρίσκει σχετικά σύμφωνους  ήταν … "the blues-rock sound of sixties and seventies metal".
Τέλος δεν νομίζω ότι είναι τυχαίο ότι το Guitar Player ψήφισε το: “Live! Go for What You Know” στα καλύτερα 40 live άλμπουμ όλων των εποχών!

Τραγούδια:
    "Hooked on Music" (Pat Travers)
    "Gettin' Betta" (Mars Cowling, Travers)
    "Go All Night" (Travers)
    "Boom Boom (Out Go the Lights)" (Stan Lewis)
    "Stevie" (Travers) -
    "Makin' Magic" (Travers)
    "Heat in the Street" (Jeffrey Lesser, Travers)
    "Makes No Difference" (Travers)
  
ΜΕΛΗ

    Pat Travers - guitar, vocals
    Mars Cowling - bass
    Pat Thrall - guitar, backing vocals
    Tommy Aldridge - drums

Φώτης Μελέτης

Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2015

Queensrÿche: "Condition Human"


Δεύτερη νιότη φαίνεται να διανύουν οι ‘Rÿche και με τη σκιά του
Tate, να έχει πλέον καλυφθεί εντελώς από τον – τουλάχιστον - καταπληκτικό Todd La Tore, δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν ειδικά από το πρόσφατο παρελθόν τους.

Ακόμα πιο ψαγμένος φαίνεται ο καινούριος δίσκος τους.
Το “Condition Human”, έχει ένα πολύ έξυπνο εξώφυλλο το οποίο κρύβει και αυτό τα δικά του μηνύματα, καθώς είναι συμβολικό. Το κοριτσάκι που βρίσκεται σε μια ξεχασμένη σοφίτα ή ένα εγκαταλελειμμένο δωμάτιο το οποίο αντιλαμβάνεται κανείς από τις αράχνες και την παλαιότητά του είναι ντυμένο στα λευκά.
Το λευκό συμβολίζει την αθωότητα, την καθαρότητα, την αγνότητα. Κοιτάζοντας στο παράθυρο, εντοπίζει το σύμβολο τους (το Triÿche δηλαδή) να σχηματίζεται σε αυτό και μέσα από αυτό της επιτρέπεται να δει την θέα προς τα έξω. Αυτό που βλέπει, είναι ένας δυσοίωνος σκοτεινός και απρόβλεπτος κόσμος.
Συνολικά η εικόνα αυτή λοιπόν για τους Queensrÿche, συμβολίζει τον ανθρώπινο παράγοντας που έπαψε να είναι σημαντικός στην εποχή μας και ότι πλέον στον κόσμο μας, το ανθρώπινο στοιχείο έχει χαθεί από το κέντρο του. Οι συνθέσεις του είναι όλες μικρές αυτόνομες ιστορίες και κοινό στοιχείο την εποχή που ζούμε.
Δηλαδή αναπτύσσεται ένα θέμα με βάσει την απάθεια που έχει κυριεύσει τον σημερινό άνθρωπο και η οποία έχει τη ρίζα της στον γρήγορο ρυθμό που αλλάζει ο κόσμος χωρίς να αφήνει περιθώριο να συνειδητοποιήσει, να κατανοήσει και να αντιληφθεί το τι γίνεται γύρω του. Δεν του αφήνει περιθώριο να αναπνεύσει, δεν σου δίνει χρόνο. Ο χρόνος δηλαδή, είναι σαν ένα τόξο που διανύει μια συγκεκριμένη και περιορισμένης διάρκειας τροχιά.
Ο χρόνος που είναι διαθέσιμος για εσένα πάνω στη γη. Όλα αυτά, έχουν σαν στόχο να σε κάνουν να σκεφτείς το πώς θα τον ξοδέψεις, που, με ποιον τρόπο, σε τι, κάνοντας σε να τον χρησιμοποιήσεις σωστά και σε αυτό που πραγματικά έχε σημασία για εσένα. Αυτά τα θέματα θα συναντήσουμε πάνω κάτω εδώ.
Αναπόφευκτες είναι οι συγκρίσεις όμως με τους Operation Mindcrime, την μπάντα του παλιού τους τραγουδιστή. Αυτό διότι σχεδόν ταυτόχρονα κυκλοφορούν και οι δύο κάποιο άλμπουμ, αλλά με ξεχωριστές γραμμές και πλέον με μία μπάντα που να έχει την ονομασία “Queensrÿche” , ελευθερώνοντας και τον κόσμο από το μπέρδεμα που ο «καμένος» Tate δημιούργησε μετά τον διωγμό του.
Εδώ φαίνεται πραγματικά ποιος είναι ποιος και ποιος είναι καλύτερος από ποιον, αλλά και με ξεκάθαρο το μήνυμα για το ποιος ευθυνόταν για την καθοδική πορεία τους.
Τα συμπεράσματα βγαίνουν αβίαστα και εύκολα ακούγοντας τις δουλειές της κάθε πλευράς ξεχωριστά.
Ο ακροατής μπορεί από μόνος του, τώρα που δεν υπάρχει αυτή η κόντρα και οι δίσκοι δημιουργήθηκαν με πιο καθαρό μυαλό τι είναι τα, ποιος είναι ποιος, τι αξίζει ή όχι και να κρίνει. Για τα δικά μου γούστα, χαίρομαι που ήρθε αυτό το διαζύγιο και ξεκαθάρισε το τοπίο στις παραπάνω σκέψεις.
Όπως είναι λογικό, μιλώντας για εμένα πάντα, η θέση μου βρίσκεται υπέρ των τωρινών Queensrÿche, χωρίς να απαξιώνω το (ένδοξο) παρελθόν.
Ναι, τους προτιμώ χωρίς των Tate, τον οποίο και θεωρώ υπεύθυνο για την αρνητική πορεία τους, για την αντικοινωνικότητα που είχανε, την ψεύτικη και πλαστική σχέση με το κοινό και τον αποκλεισμό τους από συναυλιακά γεγονότα.
Τώρα έχουν μια ειλικρινή σχέση με τον κόσμο, τους καλέσανε να παίξουν για πρώτη φορά στα χρονικά τους στο Wacken, γίνανε πιο επικοινωνιακοί και κοινωνικοί και γενικότερα, αφήσανε όλα τα αρνητικά του παρελθόντος με μία και μόνο αλλαγή: αυτή του τραγουδιστή. Πλέον η ομάδα, βγάζει μια αύρα αισιοδοξίας, θετικότητας και πάνω από όλα υγείας. Όσον αφορά το άλμπουμ; Μιλάμε για επιστροφή των Queensrÿche;
Σίγουρα ναι!
Ο δίσκος είναι πάρα πολύ καλός και τα επίπεδα που κινείται είναι υψηλά.
Σίγουρα μην περιμένετε στιγμές Empire, Operation Mindcrime ή Rage For Order, αυτό γιατί τέτοιοι δίσκοι γράφονται μία φορά. Θα μπορούσε όμως να τοποθετηθεί με αξιοπρέπεια και περηφάνια δίπλα τους σε κάποια χρόνια όταν και πλέον ο κόσμος θα το έχει χωνέψει.
Επίσης, πέρα από την τροφή για σκέψη και τους προβληματισμούς που σου δίνουν συνήθως με τους στοίχους τους, απολαμβάνεις ένα δίσκο κατανεμημένο σωστά, με ουσία και φοβερές μουσικές συνθέσεις.
Αν το σκέπτεστε μετά από όλα αυτά να επενδύσετε, θα σας έλεγα, κάντε το με κλειστά μάτια και δώστε τους μιας ευκαιρία, την ευκαιρία που αξίζουν με το σπαθί τους σε αυτή την δεύτερη εποχή πια που περάσανε.

Γιώργος Βαλιμίτης

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2015

Winery Dogs: "Hot Streak"

Αν αυτή η μπάντα υπήρχε πριν καμιά σαρανταριά χρόνια, σήμερα
θα γράφαμε μακροσκελή αφιερώματα και θα κάναμε τα συνηθισμένα "rock μνημόσυνα" ώστε να την μάθουν και πιο επιδερμικοί οπαδοί του σκληρού ήχου.

Συστήνοντας στο κοινό που δεν τους γνωρίζει, το σούπερ-τρίο των Winery Dogs, τους ενημερώνουμε ότι το αποτελούν ο κιθαρίστας και τραγουδιστής Richie Kotzen (Mr. Big, Poison), ο ντράμερ Mike Portnoy (Dream Theater, Flying Colors, Transatlantic) και ο μπασίστας Billy Sheehan (Mr. Big) και από ότι φαίνεται δεν χρειάζονται κι άλλους μουσικούς στη μπάντα τους, για να σαρώσουν τα πάντα με το εκπληκτικό παίξιμό τους.
Συνήθως όταν σμίγουν εξαιρετικοί μουσικοί για να κάνουν κάποιο ευκαριακό project ή κάποιο δήθεν σούπερ γκρουπ, τα περισσότερα άλμπουμ είναι μέτρια  ή αρπαχτές. Εδώ όμως έχουμε να κάνουμε με ένα πραγματικό hardn heavy rock κομψοτέχνημα οπου το τιμημένο παρελθόν συναντιέται με το απαιτητικό παρόν.
Αρχικά τις εντυπώσεις τις κερδίζει ο κιθαρίστας και τραγουδιστής Richie Kotzen, όχι μόνο για το όλοκληρωμένο κιθαριστικό feeling που εκπέμπει αλλά και για τις ερμηνευτικές ικανότητες του.
Η ζεστασιά και και χροιά της της φωνής του σε γυρίζει στα δοξασμένα seventies και με τις γκαζωμένες μπασογραμμές του ασταμάτητου και ευρηματικού Billy Sheehan αλλά και την τρομερή prog εκρηκτικότητα και δεξιοτεχνία του Mike Portnoy  έχουμε ένα δίσκο σκέτη απόλαυση.
Το άλμπουμ ξεκινά καταιγιστικά με το “Oblivion” και στη συγκεκριμένη σύνθεση το πνεύμα και οι ταχύτητες των Mr. Big είναι σχεδόν ίδιες.
Το Captain Love είναι μία εμπνευσμένη παραλλαγή του “Perfect Strangers” με ρεφρέν από AC/DC ενώ το ομότιτλο “Hot Streak”  συνδυάζει southern με funky/soul μελωδίες με τον Mike Portnoy να “κοπανά”  ατελείωτα αλλά τον Richie Kotzen να δίνει ένα εξαιρετικό κιθαριστικό ρεσιτάλ που σε καθηλώνει.
Στο “How Long” είναι η σειρά του Billy Sheehan να ισοπεδώσει τα πάντα με το παίξιμο του και  με τον αστείρευτο R. Kotzen  να δανείζεται λίγο από τα "κόλπα" του θρυλικού J. Hendrix και να δημιουργούν ένα μικρό hard rock διαμάντι. Ακολουθεί το “Empire” που ξεκινά εντυπωσιακά και μεταλλάσεται σε ένα  θαυμάσιο “παραμορφωμένο heavy blues ύμνο”  ενώ  το Fire   κάνει μία μελαγχολική και ήρεμη στάση στον hard rock τυφώνα που έχει προηγηθεί.
Το “Ghost Town” ακούγεται μελωδικό με υπέροχες ενορχηστρωτικές αλλαγές και με εξαιρετικό κιθαριστικό σόλο και “The Bridge” συνεχίζει το σερί των δυναμικών ξεκινημάτων όλων σχεδόν των συνθέσεων του νέου άλμπουμ και ξεχωρίζει για τα προσεγμένα κοψίματα και το ιδιαίτερο ρεφρέν του ενώ το  “War Machine” είναι από τις αδύναμες συνθέσεις.
Το “Spiral” σε ξαφνιάζει ευχάριστα αφού προσπαθεί να ακουστεί σαν τους Muse ή  τους Killers και το "Devil You Know" που ακολουθεί επανέρχεται στις ταχύτητες και τον δυναμισμό του άλμπουμ με τη φωνή του R. Kotzen να θυμίζει τον Glenn Hughes.
To "Think It Over" είναι η δεύτερη χαλαρή στιγμή του άλμπουμ και το  "The Lamb" αναδεικνύει το συνθετικό ταλέντο των τριών μεγάλων μουσικών σε ένα πιο σύγχρονο ύφος.
Ακούγοντας ξανά και ξανά το "Hot Streak" διαπιστώνω ότι  είναι ποτισμένο με το αθάνατο  πνεύμα των μεγάλων groups και καλλιτεχνών όπως είναι οι Grand Funk, Jimi Hendrix, Deep Purple, Free, Sly & Family Stone και Frank Zappa που επέβαλλαν τον συγκεκριμένο ήχο και τον έκαναν αιώνιο....
Εκπληκτικό άλμπουμ που πρέπει να διδάσκεται σε όλα τα ωδεία!

Φώτης Μελέτης

Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2015

Jailcat: "Men Or Mice"


Οι Jailcat από τη Θεσσαλονίκη υπάρχουν από το 2008 και με το
πρώτο τους full άλμπουμ (το ομώνυμο ΕP του 2010 ήταν απλώς μια καλή αρχή) καταφέρνουν να ανεβάσουν τον πήχυ στο πώς πρέπει ν΄ακούγεται ένα νέο metal συγκρότημα. Ο κύριος λόγος γι' αυτό είναι ότι το άλμπουμ φέρει την υπογραφή του μεγάλου Chris Tsagarides στην παραγωγή και τη μίξη.

Η επιλογή του γκρουπ να απευθυνθεί σε έναν από τους θρυλικούς παραγωγούς (Priest, Lizzy, Ozzy, Gary Moore και άλλοι ως ουκ έστιν αριθμός) και να δουλέψει για καιρό το υλικό του εκτός από τα Fireball Music Studios της Θεσσαλονίκης και στα Ecology Room Studios του Kent (UK) είναι σαφές ότι δείχνει το δρόμο. Για κάποιους σαν τους Jailcat το να είναι γνωστοί στην πόλη τους και να ενισχύονται στα live από το «δικό τους» κοινό δεν μοιάζει αρκετό.
Η προτεραιότητά τους ήταν να καταγραφούν τα κομμάτια τους με τον βέλτιστο ήχο, υπό την αιγίδα ενός μάστορα μεγάλου βεληνεκούς όπως ο Τσαγκαρίδης και σ΄αυτό πέτυχαν. Ολόκληρο το άλμπουμ έχει έναν σύγχρονο, κοφτερό metal ήχο με κιθάρες, και τύμπανα να γραπώνουν την προσοχή και το βαρύτονο και ταχύ
groove να κυριαρχεί.
Eπίσης προσεγμένο είναι τo εξώφυλλο και το όλο lay-out (Karrie White / Eric Kilby), λεπτομέρειες που ανεβάζουν το σύνολο ακόμη και στη σημερινή εποχή της digital ευτέλειας.  
Οι συνθέσεις είναι κατασταλαγμένες, με drive που κατά κανόνα προϊδεάζει για την κορύφωση και την εξέλιξή τους, δουλεμένες ώστε να λειτουργούν live, πεδίο στο οποίο κατά κοινή ομολογία το γκρουπ βρίσκεται στο στοιχείο του. Ξεχωρίζουν εύκολα τα τρία πρώτα.
Το εναρκτήριο "
Addicted To Lies", τόσο γιατί έχουν εκεί πετύχει την ιδανική ισορροπία σε μελωδική γραμμή και ενέργεια, όσο και για το βίντεο κλιπ του και τα "Goodfellas" και "Speak My Mind" για την αυτοπεποίθηση και τη φρεσκάδα τους.
Σε μικρή απόσταση από την πρώτη τριάδα, έρχονται τα "
For The Last Time" και «O.F.A.A.F.O. (To The Sun) από τα βέβαια συναυλιακά highlights του γκρουπ, με την ξεκάθαρη nineties αισθητική και την ευκρινή μελωδία τους.
Το γκρουπ είναι σαφώς δεμένο, καλοπροβαρισμένο και αυθεντικά ενθουσιώδες. Βέβαια, όπως κάθε γκρουπ με μέλη που έχουν κοινό παρελθόν από τα teens και εύχονται να βρουν ακόμη περισσότερο κοινό μέλλον μπροστά τους, αναμιγνύουν τις επιρροές τους (που έρχονται κυρίως από τον ήχο των τελευταίων 20 χρόνων) «δημοκρατικά», χωρίς αυτό να είναι υπέρ της ομοιογένειας του ύφους.
Το "
Burning Pictures", παρ' ότι στην αρχή ακούγεται σαν outtake των Tesla, δείχνει ότι, αν είχε ξεκαθαρίσει την δομή του, θα ήταν ένα πραγματικά σημαντικό κομμάτι, με την καλύτερη -ίσως- ερμηνεία όλου του άλμπουμ από τον Blake στα φωνητικά.
Το "
Life Is Calling", μοιάζει με εναλλακτικό μετά-grunge, ενώ η μπαλάντα "Infallible" αμφιταλαντεύεται ανάμεσα σε μελωδία αλά Skid Row και μια ιδέα νοσταλγικού mood που ξεκινά από τα τέλη των '90s περνάει τελευταία ως αναβιωμένο A.O.R..
Τα δε "Mice" και "When Patience's Gone" είναι '90s μέταλ, δυνατό, αλλά ελαφρώς τετριμμένο.
Τα φωνητικά του Blake είναι ευέλικτα, σωστά, με δύναμη και συναίσθημα, αλλά και με δρόμο ακόμη για να καταλήξουν σε προσωπικό τόνο.
Θυμίζει φορές έναν πιο μελωδικό
Chuck Billy, στα τραβήγματα των συλλαβών έναν πιο νέο Hetfield, ενώ σε στιγμές πάει να φύγει προς Axl Rose και Myles Kennedy.
Αν μιλάμε για λεπτομέρειες, το phrasing θέλει σε σημεία δουλειά για να εξαφανιστεί κάθε ίχνος ethnicity.
Είναι βέβαιο ότι η κυκλοφορία θα τους γεμίσει αυτοπεποίθηση και νέα κίνητρα. Τελικό κριτήριο, εξάλλου είναι η σκηνή, η αντοχή και η εξέλιξη.
Σε όλα αυτά τα επίπεδα οι
Jailcat έχουν παρόν και μέλλον.
Οι Jailcat είναι οι Kelly Blake (lead vocals), George Kats (rhythm guitar, backing vocals), Manny (lead guitar), Fotis Tsaky (Drums), Nick Grey (Bass).

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2015

Leslie West: "The Great Fatsby"

Το “The Great Fatsby” είναι το δεύτερο σόλο άλμπουμ του Leslie
West μετά το “Mountain”, το οποίο είχε πρωτοκυκλοφορήσει το 1969.

Μετά τη θητεία του στους Mountain και στους West, Bruce & Laing ο  Leslie West ξαναδοκιμάζει να πορευτεί σόλο έχοντας στο πλάι του πολλούς και καταξιωμένους μουσικούς, οι οποίοι φορτώνουν το δίσκο με μπόλικη δόση αίγλης, όχι πως την χρειαζόταν στη δεδομένη στιγμή ο Leslie, αλλά ήτανε βεβαίως ευπρόσδεκτη.
Πρώτος και καλύτερος guest ο «πολύς»  Mick Jagger, ο οποίος παίζει ρυθμική κιθάρα (sic), ενώ ο συνοδοιπόρος του  Leslie, ο Corky Laing (μαζί του στους Mountain και στους West, Bruce & Laing) ήταν φυσικά καταδικασμένος να συμμετέχει σε τούτο εδώ το πόνημα.
Επίσης γνωστοί μουσικοί που συνεπικουρούν με την εμπειρία τους το “The Great Fatsby” είναι ο Gary Wright (Spooky Tooth) και ο Howie Wyeth (γνωστός ως drummer του Bob Dylan), οι οποίοι παίζουν πιάνο.
  Μουσικά ο δίσκος είναι ένα μικρό αριστούργημα. Αποτελείται τόσο από συνθέσεις που συνυπογράφει ο ίδιος ο Leslie (I´m Gonna Love You Thru The Night, E.S.P, If I Still Had You), όσο και από εξαίρετες διασκευές, οι οποίες και κοσμούν το άλμπουμ.
Ο δίσκος κυκλοφόρησε το 1975 και ξεκινάει με το “Don’t Burn Me” μία καταπληκτική hard rock σύνθεση του Paul Kelly για να μας συνεπάρει στη συνέχεια με μία υπέροχη εκτέλεση του “The House Of The Rising Sun”. 
Οι Jagger και Richards βοηθούν συνθετικά το δίσκο (High Roller και  Honky Tonk Woman), ενώ τα  “Doctor Love” (του Andy Fraser, μια  σύνθεση που υπάρχει στο δίσκο First Water (1973) των Sharks, μπάντας που σχημάτισε ο Fraser μετά την αποχώρησή του από τους Free), “If I Were A Carpenter” (του Tim Hardin, το οποίο το έχουν διασκευάσει εκτός του Leslie West και οι Bobby Darin, Four Tops κ.α.) και “Little Bit Of Love” (από το Free At Last του 1972) συμβάλλουν τα μέγιστα στην επιτυχία του δίσκου.
 Συμπερασματικά θα λέγαμε ότι πρόκειται για ένα εξαίσιο άλμπουμ βινυλίου, το οποίο κατά την ταπεινή μου γνώμη είναι απαραίτητο να κοσμεί τη δισκοθήκη σας ιδιαίτερα αν είστε λάτρης του hard rock της δεκαετίας του ’70.
 

Outloud:" Destination: Overdrive"


Με αυτή την best of κυκλοφορία η παρέα του Bob Katsionis
κλείνει οριστικά πίσω της τον πρώτο κύκλο, της αξιοπρόσεκτης πορεία της και ανοίγει παράλληλα μια καινούργια σελίδα.


Το γκρουπ κέρδισε δίκαια και με το σπαθί του την διεθνή αναγνώριση αφού εκτός από τους δυνατές και αξιόλογες συνθέσεις που έχει ηχογραφήσει και στα υπόλοιπα επίπεδα δηλαδή της παραγωγής, των εξωφύλλων κα των βίντεο κλιπ έδειξε μεγάλο επαγγελματισμό.
Η μπάντα ξεκίνησε φιλόδοξα τον Αύγουστο του 2009 με το παρθενικό της άλμπουμ “We'll Rock You To Hel”l and Back Again”  και κέρδισε με το καλημέρα αρκετούς οπαδούς, του melodic hard rock αλλά και τους κριτικούς.  Ειδικά κομμάτια όπως τα “We Run”, το  “Broken Sleep”, τη φοβερή μπαλάντα “This Broken Heart”  και το υπέροχο “Tonight” ενθουσίασαν πολλούς από εμάς. Το συγκρότημα συνέχισε με δεύτερο δίσκο το 2011 με τίτλο  “Love Catastrophe” και με λιγοστά live στο ενεργητικό του που περιορίστηκε στην Ελλάδα αδικώντας τον εαυτό του  αφού οι συνθέσεις και αυτού του άλμπουμ ήταν εξαιρετικές με τα “Isolation Game”,” Falling Rain”, “Waiting for Your Love” και “The Night That Never Ends” να κλέβουν τις εντυπώσεις.
Το 2012 κυκλοφορεί το E.P του "More Catastrophe", που περιέχει μερικά επιπλέον κομμάτια και ένα χριστουγεννιάτικο άσμα.
Το 2014 οι Outloud κυκλοφορούν τον τρίτο ουσιαστικά δίσκο τους με τίτλο “LET’S GET SERIOUS” που κινείται ηχητικά στα χνάρια των προηγούμενων άλμπουμ όπου του melodic hard rock συναντά παράλληλα τους metal ρυθμούς και τις aor μελωδίες.
Ξεχωρίζουν το εκπληκτικό “I Was So Blind”, το “One More Time”,το  “Like a Dream”,  το “A While to Go”, το  “Bury The Knife” και η ποπ διασκευή στο "Enola Gay" που δεν συμπεριλαμβάνεται στο “Destination: Overdrive”.
Όλα τα προανεφερόμενα κομμάτια βρίσκονται σε αυτή την best of κυκλοφορία με μία επιπλέον έκπληξη που είναι η εξαιρετική διασκευή στο περίφημο χορευτικό hit της δεκαετίας του ’80, “ I'm So Excited” που είχαν τραγουδήσει οι The Pointer Sisters, στεναχωρώντας  πολλούς  συμπλεγματικούς “μεταλλοπατέρες” που δεν αντέχουν να ακούν  τα υπόλοιπα είδη μουσικής και κρίνουν με κακή προαίρεση κάθε τι που έχει γνωρίσει εμπορική επιτυχία.
Συμβουλή μας, χωρίς να το παίζουμε ειδήμονες ή ξερόλες και με αγάπη προς την δουλειά τους.
Αν πιστεύουν στην εξέλιξη του γκρουπ οφείλουν να μη το βλέπουν ως ένα ευχάριστο διάλλειμα από τις άλλες υποχρεώσεις τους αλλά να επενδύσουν κι άλλο στη μπάντα με περισσότερες συναυλίες ειδικά στο εξωτερικό και με συμμετοχές σε πιο πολλά φεστιβάλ.
Άλλωστε σε συνέντευξη που έδωσε πριν λίγους μήνες ο Bob Katsionis αποκαλύπτεί ότι: "Δεν έπρεπε να αφήσω τους OUTLOUD σε δεύτερη μοίρα όλα αυτά τα χρόνια".

Είναι κρίμα για την προσπάθεια που κάνουν και για τα τρία εξαιρετικά full στούντιο άλμπουμ  που έχουν κυκλοφορήσει να μην αποκτήσουν ακόμη μεγαλύτερο κοινό και ευχόμαστε η αλλαγή δισκογραφικής εταιρίας και το νέο μάνατζμεντ  να κάνει το θαύμα της.
Κλείνοντάς να επισημάνουμε ότι το προηγούμενο χρονικό διάστημα το συγκρότημα είχε ορισμένες αλλαγές στα μέλη του όμως η σταθερή αξία που λέγεται Chandler Mogel  στα φωνητικά, μαζί με τον δημιουργό, κιθαρίστα και βασικό συνθέτη των Outloud, Bob Katsionis  και τον μπασίστα Sverd έχουν ρίξει γερές βάσεις για την συνέχεια και ευχόμαστε με λίγη τύχη να έχουν την επιτυχία που τους αξίζει!

Φώτης Μελέτης

Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2015

Spock's Beard: "The Oblivion Particle"


Παρά τις διαφοροποιήσεις στη σύνθεσή τους, οι Spock's Beard
έχουν να επιδείξουν σταθερά υψηλή ποιότητα στα 23 χρόνια της δισκογραφικής τους πορείας. Ξεκίνησαν στην αρχή των συγκεχυμένων '90s ως μια ακόμη «εκτός τόπου και χρόνου» prog ιδιοτροπία, σύντομα όμως καθιερώθηκαν στο -μειοψηφικό τότε- classic rock ακροατήριο, παρέχοντας μαζί με σχήματα όπως οι Porcupine Tree τη σύνδεση με ροκ παρελθόν που η βιομηχανία προσπαθούσε να διασπάσει.

Κοντά στο γύρισμα της χιλιετίας, άρχισαν οι ανακατατάξεις.
Πρώτα άφησε το μικρόφωνο ο μέχρι τότε βασικός τους συνθέτης
Neal Morse, το 2002. Το γκρουπ συνέχισε με μακρόταλα ουσιώδη άλμπουμ με έντονο χαρακτήρα, όπως τα "Snow" και "Octane". Μετά το "X" του 2010, ο ντράμερ και -μετά την αποχώρηση του Morse- lead τραγουδιστής (κάπως σαν Phil Collins μετά το '75) Nick D' Virgilio έφυγε κι αυτός για να ασχοληθεί με την προσωπική του καρριέρα.
Σαν όμως να ήταν αυτό που έλειπε για να μεταμορφωθούν σε ένα νέο μουσικό ον, πιο συγκεντρωμένο στη μελωδία και τη σύνθεση. Τα cult επίπεδα του "The Light" (του '95) δεν γίνεται να επαναληφθούν, αλλά δεν μοιάζει να ήταν ποτέ αυτός ο σκοπός τους. Σήμερα, απαρτίζονται από τον Alan Morse (αδελφό του Neal, το μόνο ιδρυτικό μέλος σε κιθάρα φωνητικά) τον Dave Meros (από το '93 σταθερό σε  μπάσο, φωνητικά), τον Ryo Okumoto (από το '95 μαζί τους σε πλήκτρα, φωνητικά), τον Jimmy Keegan (από το '11 σε τύμπανα, φωνητικά) και τον Ted Leonard (αρχηγό των Enchant, από το '11 σε σε lead φωνητικά και κιθάρα).
Κατά κανόνα τα prog album θέλουν το χρόνο τους για να απορροφηθούν από τον μέσο ροκ οργανισμό, όμως το 12ο άλμπουμ των Καλιφορνέζων έχει την αρετή να περιλαμβάνει όχι μόνο περιπετειώδη tracks, αλλά και μελωδίες που μένουν, καθώς και μεστές «προσωπικές» ερμηνείες στίχων ικανών να περνούν το χωροχρόνο και να συντροφεύουν τον ακροατή για καιρό. Υπό τον τίτλο «Το Ψήγμα της Λήθης» και διπλωμένο σ΄ένα απ΄ τα λεπτομερή, «παλιά» εξώφυλλα (ιδανικό για βινυλιακό μέγεθος) το άλμπουμ, χωρίς να είναι concept, παίζει με το θέμα του χρόνου και της μνήμης.
Οι εννέα συνθέσεις έχουν διάρκεια μεταξύ 6 και 10 λεπτών, τον αέρα των ώριμων Yes, την στιβαρή μελωδία των Kansas και την αιχμή των ύστερων Rush, γαρνιρισμένες με δόσεις ψυχεδέλειας και νεοκλασσικής ambience.
Το εναρκτήριο ''Tides Of Time'' είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα: η πολυπλοκότητά του και η θεατρικότητα που του προσδίδουν τα πάντα εφευρετικά κήμπορντς του Okumoto δεν αποβαίνουν σε καμία στιγμή σε βάρος της σύνθεσης. Ο δε Ted Leonard στα φωνητικά, στο δεύτερό του μόλις άλμπουμ με το γκρουπ, ακούγεται ακριβής, με συναίσθημα, δύναμη και έκταση, σα νά'ταν εξαρχής μαζί τους.
Το "Minion" αποτελεί κι αυτό μια σύζευξη δυνατού ρεφραίν -αλά παλιών Kansas- που ταξιδεύει πάνω σε μια ποικιλία συναισθημάτων. Το βουκολικό πνευστό και η δομή "Yes εποχής Tormato" του "Hell's Not Enough" έρχεται να τέρψει διαφορετικά.

Τα πλήκτρα του Okumoto δεν είναι η μόνη πηγή πειραματισμού. Ο Alan Morse πέρα από κιθάρα παίζει σε διάφορα κομμάτια ηλεκτρικό sitar, autoharp, μπάντζο και μαντολίνο, ενώ ο ντράμερ Jimmy Keegan αναλαμβάνει πρώτη φωνή στο -με μια γερή δόση Beach Boys στις μελωδίες - "Bennett Builds A Time Machine", όπου ο ήρωας των στίχων (και του εξωφύλλου;) καταφέρνει να φτιάξει μια χρονομηχανή που με τη βοήθειά της θα διορθώνει τα λάθη του παρελθόντος του. Η δυάδα που σχηματίζει με το σχετικά ευθύ, ψυχεδελίζον ''Get Out While You Can'' οδηγεί τον ακροατή σε εύκρατα '60s εδάφη, πριν έρθει το πυρετώδες εννιάλεπτο "A Better Way To Fly", διακατεχόμενο από ένα συναρπαστικό κινηματογραφικό feeling.
Το με κλασσικής ευαισθησίας εισαγωγή από τον Okumoto "The Centre Line" είναι από τα πιο άμεσα κομμάτια του ρεπερτορίου τους, με ρεφραίν ουρανομήκες και μια εντυπωσιακή «διφωνία» κιθάρας - πλήκτρων στη μέση της επτάλεπτης διάρκειάς του.
Το ''To Be Free Again'' είναι ένα επικό κομμάτι, από τα πιο αξιόλογα που έχουν κυκλοφορήσει φέτος στον progressive χώρο. Ξεκινώντας από ένα βαρύ ριφ απελευθερώνει μια ευρεία γκάμα συναισθημάτων, μέσα από έναν συμφωνικό δαίδαλο στον οποίο ο ακροατής χάνεται μετά χαράς.
Τον δίσκο ολοκληρώνει το "Disappear", ένα ακόμη πολυατμοσφαιρικό εξάλεπτο που παραπέμπει σε διασταύρωση Yes και Weather Report, με γεμίσματα βιολιού από τον David Ragsdale.
Η όλη εμπειρία ακρόασης του «Ψήγματος της Λήθης» είναι από τις πιο ουσιαστικές που μπορεί να δώσει το σύγχρονο prog. Εσκεμμένες συνθέσεις, με νοήμονα πλοκή που στιγμή δεν ξεπέφτει σε χαοτική, ασαφή ή αυτάρεσκη, εύληπτα «κύρια σημεία» σε συνοχή μεταξύ τους και ήχο απολαυστικό απ' άκρη σ' άκρη. Υποψήφιο για τα καλύτερα της φετινής rock παραγωγής γενικώς.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2015

Ugly Kid Joe: “Uglier Than They Used Ta Be”


Μετά από δύο δεκαετίες δισκογραφικής απραξίας οι συμπαθητικοί
αμερικανοί UGLY KID JOE επιστρέφουν με νέο δίσκο και μπαίνουν ξανά και επάξια στον ροκ χρηματιστήριο και με τιμές ανοδικές...

Οι Ugly Kid Joe  αν και ποτέ δεν ήταν το συγκρότημα που θα σε καθήλωνε κατάφερνε και κέρδιζε τον ακροατή με τον νεανικό ενθουσιασμό, τις εναλλακτικές αλλά hard/heavy rock συνθέσεις του και την αστείρευτη ενέργεια του, ειδικά στις live εμφανίσεις.
Οι Αμερικανοί κυκλοφορούν λοιπόν, το τέταρτο στούντιο δίσκο τους και οι συνθέσεις περιλαμβάνουν σχεδόν όλα όσα έχουμε ακούσει από το φάσμα της σκληρής ροκ μουσικής και το βαρόμετρο το καθορίζουν οι κιθαριστικές τορπίλες των Dave Fortman και  Klaus Eichstadt που άλλοτε θυμίζουν τον Slash και άλλοτε τα κιθαριστικά ριφ να σε παραπέμπουν στους Metallica και όλα αυτά εμπλουτισμένα με  alternative και νέο- grunge μελωδίες όπως γίνεται υπέροχα στο “Mirror The Man” και “Nothing Ever Changes”.
Το μεγάλο όμως όπλο παραμένουν οι επιβλητικές ερμηνευτικές εξάρσεις  του τραγουδιστή Whitfield Crane, που πετυχαίνει να μεταδίδει τον δυναμικό χαρακτήρα των συνθέσεων ειδικά στα “Let The Record Play” , “She's Already Gone” και  “Bad Seed”.
Oι απρόσμενες αλλά ευχάριστες εκπλήξεις του δίσκου είναι οι δύο διασκευές.
Πρώτα η άψογη εκτέλεση στο κλασικό “Ace Of Spades” των Motorhead με την συμμετοχή του κιθαρίστα Phil Campbell, ο οποίος δίνει επίσης τα κιθαριστικά του ρέστα στα “My Old Man” (θυμίζει έντονα AC/DC) και στο  “Under The Bottom”  που ηχεί σε ύφος Monster Magnet.
Ακολουθεί η φοβερή διασκευή στο περίφημο  “Papa Was A Rolling Stone” παρέα με την εκπληκτική  Αυστραλή τραγουδίστρια Dallas Frasca που είναι αναμφισβήτητα ένα από τα δυνατά  highlight του “Uglier Than They Used Ta Be”.
Το τραγούδι όμως που κλέβει τις εντυπώσεις είναι το εξαιρετικό το “Enemy” όπου η μπαλαντοειδής southern/stoner ατμόσφαιρα, του κομματιού εξελίσσεται στη πορεία σε ένα οργιώδες  “μεταμφιεσμένο Paradise City”!!!
Νομίζω ότι οι UGLY KID JOE κέρδισαν με άνεση τον τίτλο ως η καλύτερη επιστροφή της χρονιάς και μας χάρισαν ένα album με περίσσιο  heavy rock αίσθημα.

Φώτης Μελέτης

Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2015

Dave Gilmour: "Rattle That Lock"


Αν το 2014, το Endless River των Pink Floyd, ήταν εξ’ ολοκλήρου
ορχηστρικό με εξαίρεση το “Louder Than Words”, ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει με το νέο άλμπουμ του κιθαρίστα τους, Dave Gilmour. Μέσα στις δέκα του συνθέσεις οι οχτώ περιέχουν στίχους και οι δύο από αυτές είναι απλά μουσική.

Ο κιθαρίστας φαινόμενο, είτε που θα απέχει από την μουσική για πολύ καιρό είτε που θα παίρνει φόρα και θα τα βγάζει όλα μαζεμένα. Θυμηθείτε τι είχε γίνει μετά το “On An Island” που κυκλοφόρησε πόσα live cd/dvd’s μαζεμένα.
Σειρά έχει μετά το περσινό “Endless River” από την κανονική του μπάντα, η προσωπική του δουλειά “Rattle That Lock”.
 Ας ξεκινήσουμε από τα ωραία και δυστυχώς τα καλύτερα στο άλμπουμ, σύμφωνα με την γνώμη μου, στέκονται στο εξώφυλλο. Όπου σε μια αλάνα ενός χωραφιού δίπλα σε βουνό και λίμνη (ή ποτάμι μήπως;), είναι  ένα μικρό κλουβάκι, όπου με ανοιχτή την πόρτα του, τα πουλιά που βρίσκονται μέσα ελευθερώνονται ένα ένα, μετά την αιχμαλωσία τους.  Πραγματικά πολύ όμορφο σαν εικόνα, ταιριαστό με τον τίτλο του δίσκου και μεταφορικό από πολλές έννοιες.
 Αφήνουμε τώρα το εξώφυλλο για να πιάσουμε την ουσία του πράγματος.
Μου είναι πολύ δύσκολο να γράψω άσχημη κριτική για ένα μέλος των θρυλικών Pink Floyd, όπως και για το ίδιο το σχήμα, μιας και είναι μία από τις τρείς - τέσσερις αγαπημένες μου μπάντες. Όμως όταν πρόκειται για μουσική και για κάτι το οποίο θα βγει στη δημοσιότητα και ο άλλος θα ξοδέψει χρήματα και ουσία σε αυτό, η συνείδησή μου, λέει ότι πρέπει να είμαι ειλικρινής και να μην γίνομαι πιόνι των δισκογραφικών εταιριών.
Όσο και αν με  ενοχλεί αυτό (να θάψω δηλαδή κάτι που αγαπάω), οφείλω τουλάχιστον να πω την δική μου αλήθεια πρώτα στον εαυτό μου και μετά στους αναγνώστες.  Στη τελική o Dave, δεν έχει και ανάγκη τα χρήματα. Ότι πούλησε την βίλα του στη Ρόδο, το Endless River χτύπησε πρωτιά παγκόσμιος, οπότε όλα καλά του πάνε.  Έτσι δεν είναι;
  Λοιπόν το άλμπουμ δεν είναι καθόλου καλό για τις δυνατότητές του.
Είναι σίγουρα αρκετά καλύτερο από το προηγούμενο (On An Island) και πολύ απελευθερωμένο από την σκιά των Floyd. Ίσως να ένιωσε επιτέλους την ελευθερία που ήθελε, κλείνοντας οριστικά (;) το προηγούμενο κεφάλαιο.
Έχει ορισμένες καλές συνθέσεις, αλλά στο σύνολό του, στέκεται οριακά στο μέτριο και αυτό δεν είναι καθόλου καλό γιατί όλοι γνωρίζουμε τις δυνατότητές του.
  Η φωνή του εξακολουθεί να είναι αγέραστη η μουσική του όμως όχι το ίδιο.
Η έμπνευση δείχνει πως έχει στερέψει και αυτό είναι και αποτέλεσμα όταν απουσιάζουν από δίπλα του ονόματα όπως ο Richard Wright και ο Roger Waters ακόμα και ο Nick Mason (λόγο ότι έγραφε πολύ λιγότερο συγκριτικά). Γενικά όταν αυτοί βρίσκονται μαζί, κάνουν παπάδες, αλλά χώρια είναι πιο διαφορετικά τα πράγματα.
  Συνθετικά , τα τραγούδια είναι ωραία, αλλά όχι για Gilmour και φυσικά όχι για Floyd. Κινούνται κατά μέσο όρο στα τεσσεράμισι  λεπτά, χωρίς τις progressive πινελιές που έχουμε συνηθίσει. Έχει ξεφύγει κατά πολύ από αυτές και αν μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε το είδος του άλμπουμ αυτό θα ήταν το pop/rock/ alternative με jazz και πολλές άλλες επιρροές. Θα μου πείτε ότι η jazz βασίζεται στον αυτοσχεδιασμό όπως και το στυλ που παίζει, δεν θα διαφωνήσω, όμως jazz δεν σημαίνει progressive.
  Το άλμπουμ αποτελεί ένα ταξίδι και μια προσωπική αφήγηση στη ζωή, στα έργα και σε όλα έχει κάνει, φτάνοντας στο σήμερα και στο μέρος όπου γυρνάει κανείς «στην φωλιά του», συνταξιοδοτείται και ζεσταίνει τα κόκαλά του δίπλα στη φωτιά.
  Οι μουσικοί που απαρτίζουν την μπάντα του Dave Gilmour (φωνητικά, κιθάρες, πλήκτρα, μπάσο, SNCF sample) είναι ο γαμπρός του Guy Pratt (μπάσο στα 2, 9), ο γιός του Gabriel Gilmour (πιάνο στο 6), ο Richard Wright (voice sample στο 4), Andy Newmark ( τύμπανα στα 5, 6, 10), Steve DiStanislao (τύμπανα στα 2, 3, 5, 7, 9, percussion στα 2, 3, 7, backing vocals στο 2), Danny Cummings (percussion στα 3, 4, 5, 7, 10), Phil Manzanera (Hammond organ στα 2, 3, keyboard elements στα2, 3, 6 και ακουστική κιθάρα στα 3, 9),Damon Iddins (ακορντεόν στο 3), David Crosby & Graham Nash (backing vocals στο 4), Jools Holland (πιάνο στο 8), Rado Klose (κιθάρα στο 8), Chris Laurence (double bass στο 8), Mica Paris & Louise Marshall (backing vocals στα 2, 9), Zbigniew Preisner (ενορχήστρωση στα 1, 3, 5, 6, 9, 10), Michaël Boumendil (original SNCF jingle στο 2), The Liberty Choir (backing vocals στο 2) και Michael Gallucci στίχους.
  Το εναρκτήριο “5 A.m.” είναι μια άμεση παραπομπή στον προσωπικό δίσκο του πρώην bandmate του, Roger Waters “The Pros and Cons of Hitch Hiking” και οι μελωδίες του εδώ είναι βασισμένες στο pop/ rock ενώ είναι instrumental.  Είναι σαν λέει την ιστορία του, σαν ήταν οι Pink Floyd των τελευταίων ημερών και από μια οπτική γωνία σαν tribute στον Ricky που στον περσινό δίσκο ήταν πρωταγωνιστής. Ακολουθεί το “Rattle That Lock” το οποίο αποτέλεσε και το πρώτο single και video στο ραδιόφωνο και στα media.
Είναι ένα αυτοβιογραφικό κομμάτι, και το έγραψε μαζί με την γυναίκα του, Polly Samson. Διαλογίζεται ρίχνοντας μια ματιά σε μια ζωή γεμάτη με τις συνήθεις μετοχές αγάπης, ελπίδας, πόνου και χαράς.  Χορευτικό σαν κομμάτι και εναλλακτικό. Το γνωρίζετε ήδη όμως αυτό, οπότε παραπάνω σχόλια είναι περιττά.
  Γνώριμη μουσική και jazzy με στοιχεία από Nightwish, χαρακτηρίζεται το “Faces Of Stone”  και το πιο πιθανό είναι να αναφέρεται στην ιστορία του “The Wall” στην live εκδοχή  με το εξώφυλλο να έχει τέσσερα πέτρινα πρόσωπα αντιπροσωπεύοντας τις φιγούρες των Floyd. Διαφορετικό πολύ από αυτά που ξέρουμε, ακολουθώντας την πεπατημένη στις συντεταγμένες  της αρμονίας.  
  Φυσικά δεν θα μπορούσε να λείπει από τον δίσκο κομμάτι με τον Ricky, και αυτό είναι το τέταρτο στον δίσκο “A Boat Lies Waiting” και είναι και εδώ οι άλλες φωνές που ακούγονται, πέρα από αυτή του Dave,  είναι δικές του. Θα μπορούσε να βρίσκεται και στο “Endless River”.
Η ‘Α πλευρά κλείνει με το “Dancing Right In Front Of Me” να είναι περισσότερο ένα vintage Gilmour κομμάτι με jazz επιρροές και όχι κάτι το ιδιαίτερο.
  Επομένως εδώ, πάμε στην δεύτερη πλευρά του βινυλίου, με το “In Any Tongue”, να ξεκινά με ένα σιγανό σφύριγμα ενώ η μουσική του φαίνεται χιλιοακουσμένη. Απέχει πολύ από το να είναι ένα κομμάτι συναυλιακού περιεχομένου, παρ’ όλο το συναίσθημα που έχει.
Χαρακτηρίζεται κυρίως σε blues ήχο, με οπλοστάσιο τον θρήνο και κλιματικό κρεσέντο. Το “Beauty” είναι και αυτό instrumental και επίσης είναι πολύ γνώριμο σαν ήχος αλλά το θεωρώ το πιο αδύνατο σημείο του “Rattle That Lock”.
 Επίσης πολύ διαφορετικό σε σημείο που ξαφνιάζει, είναι η καθαρόαιμη τζαζιά του “The Girl In The Yellow Dress” το οποίο επίσης θα μπορούσε να είναι αδερφάκι του “Slow Love, Slow” των Nightwish.  Του πάει το jazz του Dave, αλλά  φίλε μου, αν ήθελες να κάνεις κάτι τέτοιο, κάνε το σε όλο το άλμπουμ χωρίς να μπερδεύεις πολλά είδη μαζί και κυρίως  τους οπαδούς σου. Παραδόξως όμως, είναι και η πιο ωραία σύνθεση του δίσκου.
Τη σκυτάλη παίρνει το “Today” το οποίο έρχεται προτελευταίο στην αφήγηση του ενώ χαρακτηρίζεται με ένα πιο funky ρυθμό. Το άλμπουμ  κλείνει με το “And Then”, ένα ιδιότροπο instrumental κομμάτι, χωρίς κάτι να το κάνει να ξεχωρίζει καθώς και εδώ, τα ηχητικά του είναι πολύ γνώριμα στα αφτιά μας, όπως και η σύνδεση των βαθμίδων που επέλεξε είναι κλασικότοπες.
  Εν κατακλείδι, το “Rattle That Lock” στέκεται κάπου στο μέτριο, ξεπερνώντας κατά πολύ τον προηγούμενο δίσκο “On An Island” και είναι άλμπουμ που θα διχάσει κόσμο και απόψεις. Στην δικιά μου περίπτωση, δεν είναι κακός δίσκος, αλλά ούτε και αυτός που θα βάλω να ακούσω ξανά και ξανά.
  Σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να συγκριθεί με κάποια από τις δουλείες στους Floyd, αλλά οι συγκρίσεις είναι αναπόφευκτες εφόσον μιλάμε για τον κιθαρίστα τους. Η κιθάρα του εξακολουθεί να κλαίει στο παίξιμό του και να είναι μελαγχολική, όμως αυτή τη φορά φαίνεται κάπως κουρασμένη και χωρίς να έχει πολλά και σπουδαία πράγματα να πει. Εξάλλου μας τα έχει πει ήδη τόσες και τόσες φόρες που δεν νομίζω να έχει κανείς παράπονο.
  Στις συναυλίες του μέχρι ώρας, έχει επιλέξει να παίζει τα εφτά από τα δέκα κομμάτια του δίσκου, τίποτα από το “Endless River” και αυτό δείχνει την θέλησή του να υποστηρίξει τον δίσκο. Θα μπορούσε βέβαια να έπαιζε το “Louder Than Words” στη θέση κάποιου άλλου και να απουσίαζαν κομμάτια από το “Rattle That Lock” καθώς οι αντιδράσεις του συναυλιακού κοινού είναι επίσης ανάμικτες και μπορεί να την πατήσει όπως οι Maiden με το τρισάθλιο “The Final Frontier”.
Ας ελπίσουμε όμως πως αν γίνει κάτι τέτοιο, να επιστρέψει με έναν δίσκο που θα αγαπήσει ο κόσμος και θα αξίζει τα λεφτά του, όπως στο παραπάνω παράδειγμα που ανέφερα.
  Τα μουσικά γούστα όμως είναι καθαρά υποκειμενικά και εξαρτώνται πάντα από τι ηχεί καλά στα αφτιά του ακροατή. Για να ξεκαθαρίσω όμως λιγάκι το τοπίο και την θέση μου, το άλμπουμ σφύζει από ποιότητα και αν δεν έφερνε το λογότυπο “Dave Gilmour” και συνεπώς “Pink Floyd”, θα μιλάγαμε για μια αρκετά καλή δουλειά. Επειδή όμως τα γεγονότα έχουν έτσι, κάνουν την διαφορά. Αν βγάλετε λοιπόν, το σκεπτικό αυτό, τις όποιες παρωπίδες και  «ανοίξετε το μυαλό σας» τότε θα το ακούσετε αλλιώς.
Στη τελική όλη η μουσική έχει πλέον παιχτεί. Το θέμα είναι ποιος θα καταφέρει να την μαγειρέψει έτσι ώστε να ακούγεται αλλιώς.

01. 5 A.M.
02. Rattle That Lock
03. Faces Of Stone
04. A Boat Lies Waiting
05. Dancing Right In Front Of Me
06. In Any Tongue
07. Beauty
08. The Girl In The Yellow Dress
09. Today
10. And Then...

Γιώργος Βαλιμίτης

Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2015

Stratovarius: "Eternal"


Αισίως τους δεκαέξι δίσκους έφτασαν οι πολυαγαπημένοι μας
Stratovarius. Θυμάμαι σαν εχθές, που μου συστήσανε το “Episode” και είχα πάθει πλάκα. Έκτοτε πολλά αλλάξανε και συνεχίζουνε να αλλάζουνε.

Μέλη φύγανε, η αρχική σύνθεση δεν υπάρχει πια, ο πάλε πότε αρχηγός Timo Tolkki είναι εκτός σχήματος, τσακωμοί, διάλυση, επανασχηματισμός και όμως είναι και πάλι εδώ πιστοί στο ραντεβού τους και για δεύτερο συνεχόμενο άλμπουμ, το συγκρότημα παραμένει με σταθερά τα μέλη του.
  Ο νεόφερτος τίτλος που μας παρουσιάζουν εδώ, ακολουθεί την παράδοση που ξεκίνησε το 1996 με το Episode να είναι μονολεκτικός. Το όνομά του Eternalενώ τα κομμάτια που το απαρτίζουν είναι συνολικά δέκα με διάρκεια πενήντα τέσσερα λεπτά.
  Θα ξεκινήσω από τα καλά στοιχεία. Το εξώφυλλο, όπως μας έχουν μάθει, είναι πολύ ωραίο και κινηματογραφικό, με τον καταραμένο «όφι» να εμφανίζεται σε πρώτο πλάνο, το λογότυπο στο νέο πια κλασσικό μοτίβο μετά την φυγή του Tolkki, τα αγαλματάκια που φαίνονται στο βάθος σαν σε μυθικό κάστρο, συμπληρώνονται από κάτι σαν ρυάκι ή ποτάμι, ενώ το τοπίο αυτό φαίνεται μέσα από μια στρογγυλή καμάρα.  Όλα καλά ως εδώ. Τι γίνεται με την ουσία όμως;
  Από τις πρώτες τους νότες το λεύκωμα δείχνει να έχει άλλον αέρα, απελευθερωμένοι εντελώς πια από τις σκιές του παρελθόντος, προχωράνε δημιουργώντας νέα μονοπάτια.
Πιο κινηματογραφικό θα το χαρακτήριζα και αυτό, με πολλά μουσικά και τεχνικά στοιχεία από τους παλιούς καλούς Nightwish, τα οποία φαίνεται πως θα δούλευαν σωστά, αν και οι συνθέσεις τους ήταν αντίστοιχα καλές.
Εννοείται πως δεν έχασαν την ταυτότητά τους, τα κλασσικά europower στοιχειά που ξέραμε υπάρχουν, αλλά σε πολύ μικρότερο βαθμό, ενώ η δομή τους φαντάζει σαν να έγινε κάπως βεβιασμένα γιατί  ακολουθώντας τη συνταγή κάθε δεύτερο χρόνο και δίσκο, κάποια στιγμή αναπόφευκτα δεν θα βγει και σε καλό. Εδώ για εμένα, συνεχίζουν την κοιλιά που κάνανε με το προηγούμενο Nemesis.
Το άλμπουμ εν κατακλείδι, δεν είναι κακό, έχει όμορφα στοιχεία. Είναι όμως πολύ διαφορετικό, πιο δύσπεπτο από ότι συνήθως και μέτριο, εν συγκρίσει με άλλες τους δουλειές.
Μια άποψη είναι όμως η μειονότητα και ο ακροατής είναι αυτός που κρίνει τι ηχεί καλά στα αφτιά του και για τα δικά μου, λυπάμαι για την άτακτη πορεία που πήρανε, αλλά δε βαριέσαι, ποιο συγκρότημα δεν έχει αλλάξει τροπάριο σε κάποιο σημείο της καριέρας του;

Γιώργος Βαλιμίτης

Bon Jovi: "Burning Bridges"


Δε θα μπορούσα ποτέ να ξεχάσω την μπάντα που με μύησε στο
hair metal, στα σκισμένα τζιν(που επιστρέφουν στη μόδα…) και τις πανέμορφες μελωδίες που ακούω από το 1984!

 Καταλαβαίνω, ότι όλοι έχουν από μία άποψη…σεβαστό!
Αλλά έχω πάψει να περιμένω από τις μπάντες/μεγαθήρια να κυκλοφορούν δίσκους/ αριστουργήματα. Η κυκλοφορία του 13ου δίσκου των παιδιών από την Νew Jersey δε με ενθουσίασε αλλά και δε θα μπορούσα  να την απαξιώσω παντελώς, όπως βλέπω αρκετές μουσικές ιστοσελίδες και ντεμέκ οπαδούς να κάνουν με μανία.
Σαφώς κατώτερο των προσδοκιών αλλά ας μην ξεχνάμε, ότι είναι στην πραγματικότητα δίσκος με περισσεύματα παλιότερων και μίας - δύο νέων συνθέσεων. Για τους προληπτικούς είναι ο 13ος δίσκος και ο πρώτος χωρίς τον κιθαρίστα και ικανότατο συνθέτη Richie Sambora, που αποχώρησε το  2013 έχοντας θέματα και πάλι εθισμού.
Ναι είναι πραγματικά μία συλλογή από ακυκλοφόρητα κομμάτια των τελευταίων χρόνων της καριέρας αλλά σίγουρα καταλαβαίνει κάποιος γιατί δε χρησιμοποιήθηκαν στις πρωτότυπες κυκλοφορίες τους.
Κανένα όμως στην πραγματικότητα δεν είναι κακό αλλά και κανένα δεν είναι σπουδαίο! Ε και λοιπόν ;;;
Πρέπει να υπενθυμίσουμε, ότι πέρα από το εγωιστικό του ονόματος, οι  Bon Jovi είναι μπάντα και όχι ένας άνθρωπος και ότι ο  Jon Bon Jovi έγραψε τα περισσότερα από τα σπουδαιότερα hits της μπάντας μαζί με τον απομακρυνθέντα Richie Sambora.
Εάν η αποχώρηση/απομάκρυνση  του Sambora έδωσε την ευκαιρία στα εναπομείναντα μέλη να οριοθετήσουν τις σχέσεις τους ή να ξαναβρούν τις συνθετικές/δημιουργικές τους πηγές δεν είναι σίγουρο.
Αντίθετα, το "Burning Bridges" ηχεί μάλλον ανέμπνευστο και οι σκονισμένες παλιές, εγκαταλελειμμένες συνθέσεις απλά έχουν "γυαλιστεί" με τις νέες κιθάρες του/των αντικαταστατών.
Η μπαλάντα δημιούργημα πιανιστικό ας πούμε, το Blind Love ηχεί σαν να γράφτηκε πάνω σε χαρτοπετσέτα, απλή μελωδία που δε θα μπω στον κόπο ιερόσυλα να συγκρίνω με κολοσσιαίες μπαλαντοειδείς συνθέσεις της μπάντας.
Για να μην πέσω στην παγίδα της απαξίωσης κρίνοντας μία-μία τις συνθέσεις, απλά προβάλλω τις δύο καλύτερες: στην μία συνυπογράφει ως συν-συνθέτης ο  Sambora, και είναι το πρώτο  single – και το καλύτερο του δίσκου – μία ωριμότερη συνέχεια του "Someday I’ll Be Saturday Night" και ονομάζεται  "Saturday Night Gave Me Sunday Morning".
Ακόμη κι αν ο J.B.J. "νίπτει τας χείρας του" για το  "Burning Bridges", λέγοντας ότι δημιουργήθηκε ως η τελευταία υποχρέωση του συμβολαίου, το ομότιτλο τραγούδι του δίσκου με χροιά country και παρά το γεγονός, ότι ξεκαθαρίζει στην εταιρεία  Mercury Records το σπίτι της μπάντας για 32 χρόνια, ότι είναι η τελευταία σύνθεση που θα πουλήσει εμπορικά και είναι ένα αξιόλογο κομμάτι .
Περιμένουμε λοιπόν να κρίνουμε την επόμενη κυκλοφορία του γκρουπ, το Μάη του 2016 και βάζουμε με σεβασμό όμως κι αυτό το δημιούργημα της μπάντας στη δισκοθήκη μας δίπλα στα ιερά δημιουργήματα του δημοφιλούς συγκροτήματος που μας έμαθε μεγάλο μέρος της καλής μουσικής και έκανε πολλούς από εμάς από παιδιά/εφήβους μεσόκοπους άνδρες!!!

Νότης Γκιλλανίδης

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...