Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2014

TEN: "Albion"


Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, οι TEN ποτέ δεν αποτελούσαν ένα από τα αγαπημένα μου συγκροτήματα παρόλο που έχω σχεδόν όλη την δισκογραφία τους. Επίσης ήμουν πολύ περίεργος για το νέο πόνημα τους που τιτλοφορείται “ALBION” και πρόκειται να κυκλοφορήσει μέσα στις επόμενες εβδομάδες. Albion (Αρχαία Ελληνικά: Αλβιών) είναι το αρχαιότερο όνομα του νησιού της Μεγάλης Βρετανίας και μέχρι και σήμερα, εξακολουθεί να αναφέρεται, μερικές φορές, ποιητικά στο μεγάλο νησί.

Στο παρελθόν οι TEN έχουν κυκλοφορήσει κάποια αρκετά ενδιαφέροντα άλμπουμ όπως τα  "X", "Spellbound" και "Far Beyond The World".
Η μπάντα μετά από μια αρκετά μεγάλη διακοπή ξαναεπανήλθε στα μουσικά δρώμενα με δυο καλούς δίσκους, το "Stormwarning" και το "Heresy And Creed", χωρίς όμως να προσφέρουν κάτι ιδιαίτερο η κάτι συγκλονιστικό.
Το “ALBION” μετά από την πρώτη ακρόαση πραγματικά με άφησε έκπληκτο.
Και με άφησε έκπληκτο όχι γιατί δεν έχω ξανακούσει κάτι τέτοιο αλλά γιατί προσωπικά το βρίσκω ότι καλύτερο έχει να προσφέρει η μπάντα από το "X".  Είναι λίγο βαρύτερο, χωρίς να λείπουν οι μεγάλες μελωδίες, έχει κάποια πολύ καλά progressive (ναι progressive!!!) περάσματα, πολύ καλές αρμονίες, μια 80’s Whitesnake αίσθηση και γενικά έχει πολύ καλά τραγούδια τα οποία εμπλουτίζονται άψογα με τις φανταστικές ερμηνείες του Gary Hughes.
Ξεκίνημα με γκάζι και μελωδία με το "Alone In The Dark Tonight". Καθαρόαιμο 80’s κομμάτι που σου ανοίγει την όρεξη για την συνέχεια!
Οι TEN ακούγονται ορεξάτοι και συγχρόνως ανανεωμένοι! Με το “Battlefield" έχουμε ακόμη ένα δυνατό δείγμα από την νέα δουλειά. Πρόκειται για ένα τυπικό TEN κομμάτι με μια πολύ ωραία μελωδία, πιασάρικο ρεφραίν και ένα εντυπωσιακό σολάρισμα!
Στο  "Die For Me" οι TEN κινούνται στα μονοπάτια που χάραξαν οι μεγάλοι Whitesnake με το άλμπουμ τους το 1987! Ύμνος!! Το "Wild Horses" είναι ένα ακόμη κόσμημα από το "Albion". Πιο σκοτεινό αλλά όταν ‘μπαίνει’ το ρεφραίν σε κολλάει στον τοίχο! Ελέγξτε, επίσης, την καταπληκτική και πολύ Whitesnake μπαλάντα του "Sometimes Love Takes The Long Way Home".
Προσωπικά πιστεύω πως με αυτόν τον δίσκο οι TEN ξεπέρασαν τον εαυτό τους και καταφέρνουν να κυκλοφορήσουν κάτι πολύ δυνατό που θα τους ξαναβάλει στο Champions League για τα καλά!
Το πάντρεμα του κλασσικού τους ήχου με μια ισχυρή δόση από Whitesnake δίνει την έξτρα ώθηση και κάνει το “Albion” πραγματικά ελκυστικό για κάθε οπαδό του μελωδικού hard rock ήχου!

Βασίλης Χασιρτζόγλου

SAMMY HAGAR: "Lite Roast"


Όταν είσαι 67 και τρυπάς ακόμη ταβάνι με τις ψηλές σου, φιγουράρεις πίσω απ΄το μικρόφωνο του πιο μυώδους σούπερ γκρουπ των τελευταίων 20 χρόνων (Chickenfoot), η φωτογραφία σου και τα συνθετικά σου credits βρίσκονται τυπωμένα σε εκατοντάδες εκατομμύρια αντίτυπα άλμπουμ σε κάθε γωνιά του κόσμου...

..και το όνομά σου κοσμεί από το 2007 στο Rock N' Roll Hall Of Fame, η ερμηνεία σου έχει ορίσει το hard rock σύμπαν της Δυτικής Ακτής για 40 χρόνια (Montrose, Sammy Hagar band, HSAS, Van Halen, The Waboritas), έχεις διατελέσει tequila αφισιονάδο με δικό σου brand name και έχεις στην ιδιοκτησία σου αλυσίδες εστιατορίων σε πανάκριβα θέρετρα, όπου μπορείς ν΄ανεβαίνεις στη σκηνή και να ροκάρεις με όποιον συμπαίκτη επιθυμείς, ε, τότε το να κυκλοφορήσεις μια χαμηλόφωνη συλλογή με ακουστικές εκτελέσεις κομματιών από την καρριέρα σου, δεν αποτελεί trick, μόδα, ή αλλαγή πλεύσης. Δεν εντάσσεται πουθενά.
Γιατί δεν χρειάζεται να ενταχθεί, σε μια καρριέρα όπως του Sammy Hagar. 
Η μόδα για τα unplugged, εξάλλου ξεκίνησε πριν είκοσι και κάτι χρόνια και έκτοτε έχει εκπνεύσει τρεις - τέσσερις φορές. Η ιδέα για το πρώτο του ακουστικό άλμπουμ συνάντησε τον αειθαλή Hagar τον περασμένο Μάϊο, όταν διοργάνωσε την πρώτη ετήσια συναυλία "Acoustic-4-A-Cure" στο Fillmore του San Francisco, για τα παιδιά με καρκίνο, συμμετέχοντας και ο ίδιος σε μια σειρά από σόλο σετ, ντουέτα και τζαμαρίσματα.

«Συνειδητοποίησα ότι το να παίζω κάποια από τα κομμάτια μου ακουστικά, με έκανε να τραγουδώ διαφορετικά. Φωτίζονταν διαφορετικά στίχοι που είχα γράψει σε ολόκληρη την καρριέρα μου», λέει εξηγώντας το λόγο της κυκλοφορίας.

Με τη βοήθεια μόλις μιας ακόμη ακουστικής κιθάρας (ο Vic Johnson των Waboritas που κάνει και φωνητικά), ο Hagar εξαρχής με τον τίτλο («ελαφρώς ψημένα», σε ελεύθερη μετάφραση) μας λέει ότι δεν πρέπει να σηκώσουμε και πολύ τον καλλιτεχνικό πήχη. Οι 11 εκτελέσεις είναι φτιαγμένες να ακούγονται ακριβώς όπως είναι παιγμένες: Με χαλαρή διάθεση κατά τη διάρκεια απογευματινής ραστώνης, σε κλίμα εντελώς προσωπικό, για την ευχαρίστηση και μόνο, χωρίς επεξεργασία και ηχητική «ενίσχυση» στο στούντιο.

 Μ΄αυτό το σκεπτικό εξηγείται και η επιλογή των κομματιών. Ενώ θα μπορούσε να φτιάξει ένα greatest hits, ο Hagar κατεβάζει το κλειδί στην ερμηνεία του και επιλέγει κάποια προσωπικά του αγαπημένα, κομμάτια που κυρίως οι fans απολαμβάνουν να ξανα-ανακαλύπτουν ("Eagles Fly", "The Love", "Salin'"). Μόνο και μόνο για να μας θυμίσουν πώς κάποια άλλα ("Dreams"), όπως και να παιχτούν, παραμένουν μεγάλα.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Pink Floyd: "The Endless River"


Οι μέρες αναμονής τελείωσαν, επιτέλους μετά από τόσο καιρό το κρατάω στα χέρια μου και ρίγη συγκίνησης με πλημμυρίζει. Μου φαίνεται απίστευτο, 20 χρόνια περάσανε από τη τελευταία τους δουλειά. Μεγαλώσανε και μεγαλώσαμε και εμείς μαζί και μέσα από την μουσική τους.


Το εξώφυλλο φανταστικό, η συσκευασία το ίδιο. Το μόνο που έμενε ήταν να δούμε αν και το περιεχόμενο του είναι το ίδιο καλό όπως μας είχαν συνηθίσει όλα αυτά τα χρόνια και με τις προηγούμενες δουλειές τους.
  Ποτέ μου δεν φανταζόμουνα ότι θα έκανα κάτι τέτοιο για μια από τις αγαπημένες μου μπάντες. Πόσο δύσκολο φαντάζει να εξερευνήσεις ένα καινούριο μονοπάτι χαραγμένο με αγαπημένα σου πρόσωπα και καταστάσεις. Ακόμα πιο δύσκολο είναι να μπορέσεις να αποστασιοποιηθείς από τα συναισθήματα σου και να μπορέσεις να σταθείς όσο πιο αντικειμενικός γίνεται. Μα περισσότερο από όλα, δυσκολότερο είναι να μπορέσεις να ασκήσεις μια κριτική για τον νέο τους δίσκο. Κυρίες και κύριοι, σας παρουσιάζουμε το "The Endless River’’.
  Τις καταστάσεις λίγο πολύ τις ξέρουμε και πως προέκυψε σαν δίσκος. Πολύ επιγραμματικά (αναλυτικότερα θα δείτε στο 6ο μέρος του αφιερώματος), είχανε ακυκλοφόρητο υλικό από την εποχή του “The Division Bell” που προοριζόταν για έναν αποκλειστικά instrumental δίσκο με τίτλο “The Big Spliff”, πράγμα που τελικά δεν έγινε. Υπήρχαν 4 ηχογραφημένες πρόβες (εξ’ ου και τα τέσσερα μέρη του άλμπουμ) με τον Richard να παίζει πλήκτρα, κάποιες του 1968 και άλλες του 1993. Αποφασίστηκε με αυτόν τον τρόπο να δοθούν στην κυκλοφορία τα τελευταία κομμάτια που υπήρχαν διαθέσιμα με τον Ricky στην σύνθεση. Στην συνέχεια, με την βοήθεια της τεχνολογίας του σήμερα προσθέσανε τα υπόλοιπα μουσικά όργανα και το αποτέλεσμα που προέκυψε, κατέληξε να είναι αυτό που ακούμε σήμερα σαν “The Endless River”.
  Τα τραγούδια του στη κανονική του έκδοση, είναι στο σύνολο τους 18 και εξελίσσονται σταδιακά μέσα της ταξιδιάρικης και ψυχεδελικής μουσικής που μας δίδαξαν. Είναι χωρισμένο σε τέσσερις πλευρές, άλλωστε πάντα έγραφαν τα κομμάτια τους βασιζόμενοι στο βινύλιο μιας και έτσι κυκλοφόρησαν όλα τους τα άλμπουμ.
  Η έκδοση του βινυλίου είναι διπλή, με την κάθε πλευρά, να χωρίζεται σε τμήματα που προήλθαν από αυτές τις πρόβες του Richard Wright στα πλήκτρα και αναπτύχθηκαν στηριζόμενοι σε αυτά που έπαιζε Εκείνος, πάνω στο πληκτροφόρο όργανό του. Στην έκδοση του διπλού δίσκου, υπάρχει και μια κάρτα με έναν κωδικό ώστε να μπορέσει κανείς να το κατεβάσει στον υπολογιστή του. Αναλυτικότερα και περισσότερες λεπτομέρειες, μπορεί κανείς να διαβάσει και στο 6ο μέρος του αφιερώματός μας για τους Pink Floyd, μέσα από την στήλη του Rocktime.gr, Art Rock.
  Πέρα όμως από το διπλό βινύλιο, ακολούθησαν και την τεχνολογία του σήμερα, βγάζοντας το “The Endless River’’ και σε ψηφιακή μορφή. Κυκλοφορεί λοιπόν σε απλό standard cd, σε deluxe box με cd/dvd και σε ένα δεύτερο deluxe box με το cd όπου το dvd που ολοκληρώνει το πακέτο, είναι blue ray. Οι deluxe εκδόσεις, είναι ψηφιακά επεξεργασμένες σε 5.1 DT Surround. Επίσης, περιλαμβάνουν τρία επιπλέον κομμάτια σε audio μορφή και άλλα έξι κομμάτια σε video, τα οποία δεν είναι διαθέσιμα στο βινύλιο και στην απλή έκδοση του cd, φτάνοντας τα 21 στο σύνολο ακουστικά συν τα 6 βίντεο. Στα βίντεο, έχουμε την δυνατότητα να παρακολουθήσουμε για τελευταία φορά τον Richard Wright, επί το έργον πάνω στα πλήκτρα, κάτι που προκαλεί ιδιαίτερο συναισθηματικό φορτισμό.
  Σε όλα τα τραγούδια, βασικό συνθέτης είναι ο Dave Gilmour. Σε πολλά από αυτά, μαζί του συνυπογράφει και ο Ricky, ενώ κάποια ανήκουν μόνο σε Εκείνον.  Εδώ θα συναντήσουμε και για πρώτη φορά μετά από πολλά,  πολλά χρόνια κομμάτια που φέρουν το όνομα του Nick Mason. Οι στίχοι του “Louder Than Words”, ανήκουν στην γυναίκα του Dave, Polly Samson. Οι αφηγήσεις ανήκουν στον Stephen Hawking και τα χορωδιακά τμήματα που υπάρχουν στα υπόλοιπα τραγούδια, ερμηνεύτηκαν από τον ίδιο και τις Durga McBroom, Louise Marshal και Sarah Brown. Στη θέση του Roger Waters, βρίσκεται ο γαμπρός του Guy Pratt και ο Bob Ezrin. Συμπληρωματικά πλήκτρα έπαιξαν οι Jon Carin και Damon Iddins. Κλαρινέτο και σαξόφωνο ο Gilad Atzmon ενώ οι Honor Watson και Victoria Lyon ανέλαβαν το βιολί. Τσέλο παίζει η Helen Nash και οι ήχοι της βιόλας ανήκουν στον Chantal Leverton.
  Το άλμπουμ σε γενικές γραμμές, ακούγεται πολύ εύκολα όμως είναι δύσπεπτο αρχικά λόγο του ότι υπάρχει ο ενθουσιασμός και η αναμονή. Ακούγοντας το δεύτερη φορά πιο προσεκτικά αρχίζεις να καταλαβαίνεις τι γίνεται. Με τις επόμενες ακροάσεις σιγά σιγά ο συναισθηματικός φορτισμός αρχίζει να φεύγει και μπαίνεις σταδιακά στη διαδικασία να αντιλαμβάνεσαι πιο ξεκάθαρα τι ακριβός είναι αυτό που ακούς.
Περνώντας ένα – ένα τα στάδια αυτά, μπαίνεις στο τραίνο που λέγεται Pink Floyd, ανάβεις και δυο κεράκια, κλείνεις τα φώτα και ξεκινάς να ταξιδεύεις χαλαρωμένος πάνω στις ατέλειωτες ράγες με οδηγό τη πολυδιάστατη υπέροχη (για άλλη μια φορά) μουσική του, με φόντο τα ηχοχρώματα του αδικοχαμένου Ricky και το αιώνιο ποτάμι δίπλα, σε έναν δρόμο χωρίς τέλος, αρχή, στάσεις και γυρισμό, υποκλινόμενος για άλλη μια φορά στο μεγαλείο τους. Η επιλογή είναι μονόδρομος και το εισιτήριο χωρίς επιστροφή.
  Προτείνεται ανεπιφύλακτα για κάθε οπαδό του progressive/ art rock, σε κάθε φίλο της ψυχεδέλειας, σε κάθε σκεπτόμενο νου, σε όσους έχουν καλλιτεχνικές ανησυχίες και φυσικά σε όσους αγαπούν τον αυτοσχεδιασμό και σέβονται την τέχνη που λέγεται μουσική. Οι Pink Floyd, βγάλανε άλλη μία δισκάρα, απολαύστε το και αφήστε τις σκέψεις περί Waters γιατί ο μοναδικός χαμένος στο τέλος, θα είναι ο ίδιος σας ο εαυτός.

Track List
Standard Cd

 
             
SIDE 1
01 Things Left Unsaid
02 It’s What We Do
03 Ebb and Flow
         
SIDE 2
04 Sum
05 Skins
06 Unsung
07 Anisina
                                                         
SIDE 3
08 The Lost Art Of Conversation
09 On Noodle Street
10 Night Light
11 Allons-y (1)
12 Autumn ’68
13 Allons-y (2)
14 Talkin’ Hawkin’

SIDE 4
15 Calling
16 Eyes To Pearls
17 Surfacing
18 Louder Than Words

Deluxe Edition

Audio:
01 TBS9
02 TBS14
03 Nervana

Video:
01 Anisina
02 Untitled
03 Evrika (A)
04 Nervana
05 Allons-Y
06 Evrika (B)

Γιώργος Βαλιμίτης

Simple Minds: “Big Music”



Όταν πρωτάκουσα τους σκωτσέζους Simple Minds στις αρχές της δεκαετίας του ’80, ως μαθητούδι του γυμνασίου ποτέ δεν περίμενα ότι τριάντα χρόνια μετά η περίφημη μπάντα θα συνέχιζε να κυκλοφορεί αξιόλογα άλμπουμ.


Μάλιστα η φετινή χρονιά θυμίζει έντονα πολύ τα eighties αφού νέο δίσκο έχουν οι U2, ο Bryan Ferry, ο Billy Idol, η Steve Nicks, Robert Plant  και παράλληλα κυκλοφορούν συλλογές από David Bowie, Queen, Ozzy και όλα δείχνουν ότι παρά την ηλικία τους μερικοί καλλιτέχνες έχουν νικήσει το χρόνο και αυτό μας αρέσει πάρα πολύ αφού και εμείς αναγεννιόμαστε κα νιώθουμε ότι περνάμε δεύτερη και τρίτη εφηβεία.
Ας τελειώσουμε λοιπόν  με τις αναμνήσεις και το παρελθόν και να έρθουμε τώρα στο καινούργιο δίσκο των Simple Minds, οι οποίοι έχουν τιμήσει τη χώρα μας  και συναυλιακά.
To “Big Music” έχει έντονο το άρωμα των  γλυκών, βροχερών μελωδιών της κλασσικών άλμπουμ του γκρουπ  στα χρόνια της μεγάλης δόξας του, όπου ξεπερνούσαν  σε αποδοχή μέχρι και τους μόνιμους τότε  ανταγωνιστές τους, ιρλανδούς U2. Φυσικά από τα μέσα των ’90 η μπάντα έκανε κοιλιά σε όλα τα επίπεδα αλλά ποτέ κατά την γνώμη μου δεν πούλησε  “επιλεκτική αγωνιστικότητα ”,  και  δήθεν πολιτικές ευαισθησίες  όπως έκανε ο συνάδελφος  του Βοno  ενώ ευτυχώς οι τελευταίες στούντιο δουλειές τους δείχνουν  ότι δεν έχουν  απωλέσει  τον μουσικό τους οίστρο.
To μεγάλο όπλο  του συγκροτήματος όλα αυτά τα χρόνια αλλά και στο  ολόφρεσκο “Big Music” είναι η μαγική φωνή του Jim Kerr, ο οποίος για άλλη μια φορά διαθέτει ένα ουράνιο χάρισμα και πετυχαίνει να καλύπτει τις όποιες συνθετικές αδυναμίες μπορεί να υπάρχουν.
Ο δίσκος ξεκινά με το καταπληκτικό "Blindfolded"   με τον  Charlie Burchill  να φτιάχνει μοναδικά κιθαριστικά  κεντήματα  με λιγοστά αγγίγματα και χωρίς να κάνει τις υπερβολές των βιρτουόζων του οργάνου και επιβεβαιώνει πανηγυρικά   το ξεχωριστό ρυθμικό  ύφος της μπάντας. Στο "Honest Town"  κυριαχούν  οι ampient ρυθμοί με τα κήμπορντς  και τη μελωδική αύρα του Jim Kerr να μας “κολλάει” ξανά στα ’80.
Το ομότιτλο κομμάτι δείχνει ακόμη και εν έτη  2014 πόσο προοδευτικό γκρουπ είναι οι σκωτσέζοι που πειραματίζονται με ήχους και εφέ που αναδεικνύουν την ευρηματικότητα τους. To  "Blood Diamonds"  βγάζει  μία  ευχάριστη επιμονή του γκρουπ σε  χορευτικές ποπ-ροκ καταστάσεις ενώ το  "Let the Day Begin"  ακούγεται σαν μία rock  εκδοχή των Depeche Mode.
Tα "Concrete and Cherry Blossom"   και  "Imagination"
είναι καθαρά  ξεσηκωματικά  κομμάτια με το συνθετικό ντουέτο Kerr και Burchill να δημιουργούν στιγμές κιθαριστικής και ερμηνευτικής ευδαιμονίας.
Tα “Human”, "Midnight Walking" και "Broken Glass Park"  περιέχουν ένα ανεξάντλητο  γοητευτικό ποπ υπόβαθρο με εμπνευσμένες  εναλλαγές  ενώ τα "Kill or Cure" και "Spirited Away"  θεωρώ ότι είναι  οι “χρυσές” μετριότητες του δίσκου.
Στη deluxe έκδοση του “Big Music”  υπάρχουν  επιπλέον έξι κομμάτια όπου περιλαμβάνονται και δύο υπέροχες διασκευές του "Riders on the Storm" (απίστευτη εκτέλεση)  των θρυλικών Doors καθώς  και του “Dancing Barefoot”  της λατρεμένης Patti Smith ενώ ξεχωρίζει και το θαυμάσιο "Liaison".
Το 16ο άλμπουμ των Simple Minds μας άρεσε και μας καθήλωσε και κυρίως κατόρθωσε να μας ταξιδέψει σε εποχές που κυριαρχούσε το λυτρωτικό συναίσθημα,  οι  δυνατές μελωδίες και η αφοσίωση στη δημιουργία καλής και ευφάνταστης μουσικής… Άξιοι
 

Φώτης Μελέτης

The Clash: "Combat Rock"

«Εκεί που οι περισσότεροι ψευδοπροφήτες και μονίμως διαμαρτυρόμενοι του new wave περιμένουν έναν θαυμαστό, καινούριο κόσμο, οι Clash παλεύουν με νύχια, με δόντια και με τις κιθάρες τους να σώσουν αυτόν που έχουμε, με τον μόνο τρόπο που ξέρουν». - περιοδικό Rolling Stone, φθινόπωρο 1981.



Η αρχή της δεκαετίας του '80 είχε βρει τoν κόσμο του rock σε τραυματική αφασία από τις κραιπάλες των '70s. Με την πληγή από τον παράλογο θάνατο του Lennon χαίνουσα, τον Dylan μόλις «αναγεννημένο εν Χριστώ», τους Stones χαμένους σε disco αναζητήσεις, τους Zeppelin διαλυμένους και με τον Bonham μακαρίτη, τους Who να μη μπορούν πια, τους Eagles να έχουν προτιμήσει σόλο πορείες, τους Floyd κλεισμένους μέσα στο τείχος τους, την περηφανή γενιά του Woodstock τοξικοεξαρτημένη (όση δηλαδή είχε μείνει έξω απ΄τα ξύλινα κοστούμια), τον Bowie σε διαρκή απεξάρτηση και βαθιά ετεροφυλόφιλη περίσκεψη, τους περισσότερους παραμανοφόρους ακολούθους των Pistols να νιώθουν κι αυτοί ότι «εξαπατήθηκαν» και τον Zappa να έχει κλείσει παραπάνω από δέκα χρόνια προβλέποντας την κατάρρευση αυτή και χλευάζοντάς την, το ευπώλητο όσο ποτέ ροκ είχε, πράγματι, παραδοθεί στο «σύστημα». Από τη μια στο «ενήλικο» ροκ των άλμπουμ με ομογενοποιημένο ήχο, μαζί με κάτι πανούργα υβρίδιά του (βλ. Police) και από την άλλη στο «νέο» κύμα, μια ολόκληρη γενιά παικτών με στενές γραβάτες, κοντά μαλλιά και μια ασίγαστη απέχθεια στα σόλο κιθάρας, έτοιμη να πέσει με νέα ορμή στα σαγώνια των δισκογραφικών.

Μέσα σε όλα αυτά, the only band that matters. Οι Clash.

Αφ΄ότου όρισαν τον ήχο της μετα-πανκ αντίστασης στην επελαύνουσα τότε Θατσερική λαίλαπα με το χωρίς προηγούμενο αιχμηρό και μουσικά πλουραλιστικό "London Calling", ανάγκασαν την CBS να κυκλοφορήσει ένα τριπλό άλμπουμ στην τιμή διπλού ("Sandinista"), γεμάτο reggae, ska, dub μίξεις, jazz και hip-hop περάσματα (κατά πολλούς το πρώτο ethnic άλμπουμ από ροκ γκρουπ), συνέχισαν απτόητοι να κορυφώνουν την πρόκληση φορώντας μπλουζάκια «Μπριγκάτε Ρόσσε», ποζάροντας με κόκκινες μεσίστιες σημαίες και τοποθετούμενοι δημόσια υπέρ των αναξιοπαθούντων του τρίτου κόσμου και των ανταρτών της Νικαράγουα και του Ελ Σαλβαδόρ. Το καλοκαίρι του '81 κυριολεκτικά κατέκλυσαν με τον ήχο και την επιρροή τους τη Νέα Υόρκη. Δρώντας με ακραιφνή αδιαφορία για κάθε στυλ, στην εποχή που έμελλε να ορίσει όλα τα στυλ (τα '80s), στα τέλη του '81 άρχισαν να ετοιμάζουν το νέο τους χτύπημα. Όμως είχαν ήδη ενοχλήσει περισσότερο απ΄όσο και οι ίδιοι μπορούσαν να φανταστούν το οικοδόμημα της μουσικής βιομηχανίας. Η παγίδα ήταν στημένη και οι μέρες τους μετρημένες.

Μέσα στο συγκρότημα, τα «εγώ» των δύο κύριων συνθετών, Strummer και Jones, είχαν υπερτροφήσει επικίνδυνα. Και οι δυό τους είχαν μπει από καιρό σε μια συγκρουσιακή δίνη με τον μάνατζερ Bernie Rhodes - που επέστρεψε στις τάξεις τους μετά από επιμονή του Joe Strummer και επιδίωκε να τους χειραγωγεί- και με τον παραγωγό Glyn Johns -που ζητούσε λιγώτερη μουσική διάχυση και πιο «μαζεμένο» μουσικό έργο. Ο ακατάβλητος και πάντα εξωστρεφής Joe Strummer είχε αρχίσει να έχει αριστερόστροφες ενοχές για την τεράστια επιτυχία και την αναγνώρισή τους στην Αμερική. Συγχρόνως, επηρεαζόμενος κατά πολύ από τον Bernie Rhodes, δεν έβλεπε με καλό μάτι το κύλισμα του Mick Jones στις μεγεθυμένες από βουνά κοκαίνης παραισθήσεις ροκ μεγαλείου, χωρίς να σημαίνει ότι ο ίδιος ήταν αθώος τέτοιων δραστηριοτήτων. Ο Jones, από την άλλη, αισθανόταν ότι οι μουσικές αναζητήσεις του ασφυκτιούσαν από τον Rhodes (που θεωρούσε ότι χωρίς αυτόν οι Clash δεν θα ήταν τίποτε). Την ίδια ώρα, η ραχοκοκκαλιά του πολυσχιδούς ήχου του γκρουπ, ο Topper Headon, ήταν ήδη εθισμένος στην ηρωίνη και ο φωτογενής μπασίστας Paul Simonon όταν δεν έμενε αμέτοχος, αλλοιθώριζε προς προσωπικά πρότζεκτ.

Το νέο άλμπουμ αρχικά προοριζόταν κι αυτό για διπλό και θα είχε τον αβανταδόρικο τίτλο "Rat Patrol from Fort Bragg", ο οποίος έφερε για μια ακόμη φορά σε σύγκρουση τα μέλη του γκρουπ και εγκαταλείφθηκε. Οι ηχογραφήσεις είχαν γίνει στη Νέα Υόρκη και στο Λονδίνο, με τον Glyn Johns να είναι αναγκασμένος να κάνει μεγάλες περικοπές, καθώς το υλικό αποτελείτο από μακρόσυρτα, ακατάτακτα σε στυλ - και πάλι - τραγούδια. 

Ο δίσκος κυκλοφόρησε τελικά το Μάϊο του '82, πάνω που το βρετανικό πολεμικό ναυτικό κατευθυνόταν προς τα Φώκλαντς. Η ασυμβίβαστη ροή της μουσικής, η δύναμη των στίχων, το εξώφυλλο (το συγκρότημα σαν αλητοσυμμορία στη μέση μιας εγκαταλελλειμμένης σιδηροδρομικής γραμμής), αλλά και ο γενικός τίτλος ("Combat Rock"), δεν αφήνουν πολλά περιθώρια : Είναι μια τελευταία, αγέρωχη, όσο και απεγνωσμένη μάχη. Η τελευταία, κατά πολλούς, αναμέτρηση του ροκ με τον βιομηχανικό κόλαφο των πλαστικών hits που θα κατακλύσουν τη δεκαετία.

Ξεκινά με το αγριεμένο ska-punk μανιφέστο "Know Your Rights" (σαν απομεινάρι του "Sandinista"), με στίχους που αρπάζουν τον ακροατή απ΄το γιακά:

"This is a public service announcement - with guitaaaar" ουρλιάζει ο Strummer.

"Know your rights, all three of them. /The right not to be killed. Murder is a crime, unless it is done by a policeman, or an aristocrat. /The right to food money, providing of course, you don't mind a little investigation, humiliation, and, if you cross your fingers, rehabilitation. /The right to free speech (as long as you're not dumb enough to actually try it)".

Το άλμπουμ έχει ορμή αλλά δε στερείται από τις εξωτικές αποχρώσεις του "Sandinista". Πίσω από το "Know Your Rights" έρχεται μια ημιτελής ψυχεδελική άσκηση βασισμένη στα κρουστά ("Car Jamming") με συνειρμικούς στίχους του Strummer. Έχει το "Red Angel Dragnet", ριγμένο με τα μούτρα σε μια dub εμμονή, που μιλά για την αυτοδικία στους σκοτεινούς δρόμους της μεγαλούπολης, με τον Kosmo Vinyl (φιγούρα του περιγύρου του γρουπ, dj και μετέπειτα παραγωγός) να κλωθογυρνάει ατάκες από τον «Ταξιτζή» του Σκορτσέζε. Το "Straight To Hell", μια off - beat κατακραυγή για την ανισότητα, την ανεργία των βιομηχανικών εργατών, τον αποκλεισμό των μεταναστών, την εγκατάλειψη των παιδιών που άφησαν πίσω τους οι αμερικάνοι στρατιώτες στο Βιετνάμ. Το "Overpowered By Funk", έναν φανκ πυρετό με εικόνες από το αμερικάνικο γυρολόγιο των Clash τα δύο προηγούμενα χρόνια. Το δυσοίωνο "Ghetto Defendant", μια αλληγορία για το πώς η αντικουλτούρα απορροφάται από το mainstream, με σχολιαστική φυσαρμόνικα και υποβλητική απαγγελία από τον beat ποιητή Allen Ginsberg.

Αλλά κυρίως, το "Combat Rock" έχει δύο κομμάτια, που πλέον ακόμη και ο τουριστικός ακροατής του ροκ αναγνωρίζει. Δύο κομμάτια που σηματοδότησαν την ραγδαία κατάπτωση του γκρουπ, πάνω ακριβώς που του έβαζαν στο χέρι το εισητήριο για το πέρασμα στις mainstream συνειδήσεις, με την τεράστια επιτυχία που σημείωσαν.

Το ένα είναι το "Should I Stay Or Should I Go". Γραμμένο και τραγουδισμένο από τον Mick Jones, ένα εθιστικό ροκ ριφ γύρω από το προαιώνιο ερώτημα για το αν πρέπει -και ποιά στιγμή- να εγκαταλείψεις το σκάφος σε μια σχέση. «Όταν παίζαμε ελεύθερα, τέτοια πράγματα μας άρεσε να γράφουμε» θα πει ο ίδιος με νόημα αργότερα. Τα "gang" backing vocals στα ισπανικά («με προφορά απ΄το Εκουαδόρ», θα διακωμωδήσει αργότερα ο Strummer) και οι κραυγές λύτρωσης στη μέση (.) βοήθησαν να καταγραφεί σε εκατομμύρια υποσυνείδητα, μέτρο προς μουσικό μέτρο. Έφθασε Νο 8 στο Billboard τον Ιανουάριο του '83. Το Μάρτη του '91, έντυσε μια τηλεοπτική διαφήμιση για τα "Levi's 501" και έφθασε στην κορυφή των αγγλικών τσαρτ. Η ύστατη ειρωνεία για ένα διαλυμένο, περίπου μια δεκαετία πίσω, συγκρότημα που όταν ξεκίνησε είχε στόχο του να βάλλει κατά του ξεπουλήματος της μουσικής στην κρεατομηχανή των εταιριών.

Και το δεύτερο κομμάτι, το "Rock The Casbah", που κτίστηκε πάνω σε ρυθμό και μελωδία στο πιάνο γραμμένη και ηχογραφημένη από τον Headon, σε μια εποχή που οι σχέσεις του γκρουπ ήταν κάκιστες, σε σημείο να μην βρίσκονται σχεδόν ποτέ όλοι μαζί στο στούντιο. «Δεν υπάρχει κανένας ρομαντισμός και καμία τρυφερότητα στο φανατισμό. Αυτό θέλει να πει το τραγούδι», θα πει αργότερα ο Strummer που έγραψε τους στίχους μονοκοντυλιά, γυρνώντας κατάκοπος κάποιο πρωί, σε μια μικρή γραφομηχανή. Οι στίχοι μιλούν για την απαγόρευση της ροκ μουσικής από κάποιον άραβα «Άρχοντα», που μάλιστα καλεί τα πολεμικά αεροπλάνα να «βομβαρδίσουν» τον πληθυσμό που παραβαίνει το νόμο. Όμως ο λαός τον αψηφά και .rocks the casbah (σε κατά προσέγγιση μετάφραση, σείει το «φρούριο»). Ήταν το πρώτο βίντεο-κλιπ των Clash που έτυχε μεγάλης προβολής από το ΜΤV, από τα πρώτα μάλιστα που περιλάμβανε τοποθέτηση προϊόντων.

Όσο για την κληρονομιά αυτής της ανεπανάληπτης, αραβοφέρνουσας ragtime ρίμας; Κατά μια θλιβερή πολιτισμική παρερμηνεία, συχνή στο χώρο της δημοφιλούς μουσικής, ο τίτλος του τραγουδιού ήταν γραμμένος πάνω σε μια από τις πρώτες βόμβες που έριξαν τα αμερικάνικα βομβαρδιστικά στο Ιράκ το '91. Ο Strummer ξέσπασε σε κλάμματα όταν άκουσε την περηφανώς ηλίθια όσο και διαστροφική υφαρπαγή των στίχων του, σε κάποιο δελτίο ειδήσεων.

Ο ουσιαστικός συνθέτης του κομματιού, ο ντράμερ Topper Headon, εκδιωγμένος από το Μάϊο του '82 απ΄το συγκρότημα λόγω της εξάρτησής του απ΄την ηρωίνη, είδε κάποια μέρα την Άνοιξη του '83 στην τηλεόραση το βίντεο για το δικό του τραγούδι, υποφέροντας από στερητικά σύνδρομα σ΄ένα Λονδρέζικο καταγώγιο. Στη θέση του στα τύμπανα ήταν ο Terry Chimes. Όμως, το τελευταίο συγκρότημα που μπορούσε να σείσει τα μουσικά πράγματα, είχε φθάσει στο τέλος του δρόμου.

Παρ΄ότι οι θριαμβευτικές εμφανίσεις των Clash σαν support στην αποχαιρετιστήρια περιοδεία των Who στα τέλη του '82 χαιρετίστηκαν από την αισιόδοξη μερίδα του κοινού ως «παράδοση σκυτάλης» από τους παλιούς ασυμβίβαστους ήρωες των '60s στους φρέσκους υπέρμαχους του ροκ, η πορεία υπήρξε καταστροφική και σύντομη. Ο Mick Jones εκδιώκεται από τον Strummer και τον ραδιούργο Rhodes το Σεπτέμβριο του '83 και η μπάντα θα σέρνεται ψυχορραγώντας με δύο νέα εντελώς «ψαρωμένα» μέλη μέχρι τις αρχές του '85. Το καλοκαίρι του '85 οι «νέοι Clash» θα εμφανιστούν στο "Rock In Athens '85", αφήνοντας ενθουσιώδεις εντυπώσεις στο πεινασμένο δικό μας κοινό, αλλά ο ασθενής προ πολλού δεν ανανήπτει. Ο Mick Jones έχει σχηματίσει τους ηλεκτροφανκ Big Audio Dynamite (και γνωρίζει επιτυχία) και ο Strummer θα ταλαιπωρηθεί πολλαπλά (αποτυχημένα πρότζεκτ σε σινεμά, δισκογραφία, άρνηση από τον Jones για επανένωση του γκρουπ), πριν συνειδητοποιήσει τί φίδι υπήρξε ο μέντορας, φίλος και μάντατζέρ του, Bernie Rhodes.

Περίπου αυτό υπήρξε το "Combat Rock". Η τελευταία ηρωική πράξη αμφισβήτησης, η τελευταία προσπάθεια του ροκ να υπερβεί τον εαυτό του, η τελευταία δημιουργική συνύπαρξη δύο μεγάλων μουσικών οραματιστών, των Jones και Strummer. Ένα απαιτητικό, ακατηγοριοποίητο και σκοτεινό άλμπουμ, με παραφωνία τα δύο up-tempo σινγκλ που διέτρησαν την ποπ υποκρισία των τσαρτς από το '82 και για πάντα.

 «Κάναμε ένα προς ένα όλα τα λάθη που κάνει ένα συγκρότημα που ξεκινά από το μηδέν και θέλει να φθάσει στην κορυφή», θα πει αργότερα ο Jones. Πράγματι. Χρήμα, μωροφιλοδοξία, απειρία, ναρκωτικά, σκοπιμότητες όλων των τρωκτικών που ζώνουν κάθε ταλαντούχο συγκρότημα, αποπροσανατόλισαν και τελικά κατεδάφισαν τους Clash. "You can crush us, you can bruise us, but you'll have to answer to.". "Rock History", για να παραφράσουμε ένα στίχο απ΄το "Guns Of Brixton". Και σ΄αυτήν την πολύπαθη Ροκ Ιστορία, το "Combat Rock" έχει δυσεύρετη μουσική αξία.



Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2014

SKYSCRAPER: “Elevation”


Οι SKYSCRAPER είναι ένα ακόμη ένα νέο project στον μελωδικό hard rock κόσμο που έρχεται με μεγάλες υποσχέσεις αφού αποτελείται από μουσικούς όπως οι Lee Small - φωνητικά (Shy), Tor Talle - Κιθάρες (JLT, Fergie Frederiksen, Northern Light, Overland) και ο Dave Boyce - Bass (Airrace, Quireboys).


Πραγματικά οι SKYSCRAPER είναι έτοιμοι να μας εντυπωσιάσουν με το πρώτο τους album που τιτλοφορείται “Elevation” και είναι γεμάτο από έναν up-tempo ήχο, υπέροχες μελωδίες, εκπληκτικές αρμονίες και καλογραμμένα τραγούδια!!
Το άλμπουμ ήταν σχεδόν δύο χρόνια στα σκαριά αλλά από ότι φαίνεται το τελικό αποτέλεσμα θα ικανοποιήσει κάθε οπαδό της μελωδικής σκηνής γενικότερα.
Από το εναρκτήριο "Sail Away" το δείγμα από την μουσική των SKYSCRAPER είναι εντυπωσιακό.
Δυναμικό με μια υπέροχη μελωδία, σφιχτοδεμένο με πολύ ωραίες ενορχηστρώσεις θα σας κάνει να το σιγοτραγουδάτε για μέρες.
Το "Fay Wray" είναι απλά μοναδικό!  Ο απόλυτος AOR  ύμνος!!  Μελωδικό όσο δεν πάει με δυνατές φωνητικές ερμηνείες από τον Lee Small και ένα πιασάρικο ρεφραίν!
Τι άλλο να ζητήσει κανείς!
Συνέχεια με την πολύ καλή και 80’s μπαλάντα "Everybody Cries Someday", ενώ στο "Walk Through Fire" έχουμε ακόμη ένα highlight μέσα από το ντεμπούτο! up-tempo ρυθμός με τσαμπουκά και νεύρο σε ένα από τα καλύτερα τραγούδια του δίσκου! Τέλος με το "Runaway Hearts",  οι SKYSCRAPER μας ταξιδεύουν  με την εντυπωσιακή του μελωδία του και την ala Bad English αίσθηση!

Απλά αγοράστε το!!!! Το ντεμπούτο των SKYSCRAPER  με έκανε να το ακούω για μέρες και να μην βγαίνει από το cd player καθόλου!! Love at first sight…..που λένε! Καλοδουλεμένο άλμπουμ από την αρχή έως το τέλος από πολύ καλούς μουσικούς! Το συνιστώ ανεπιφύλακτα.

Βασίλης Χασιρτζόγλου

MIKE TRAMP: "Museum"



Nέα προσωπική δισκογραφική δουλειά από την φωνή των αγαπημένων μας White Lion, κύριο MIKE TRAMP και όσοι δεν έχετε παρακολουθήσει την σόλο πορεία και περιμένετε να ακούσετε hard rock μελωδίες τότε θα απογοητευτείτε.

Στο “Museum”, οι ήχοι, οι ρυθμοί, οι ενορχηστρώσεις και κυρίως οι συνθέσεις είναι λιτές και απλοϊκές με την φωνή του MIKE TRAMP άλλοτε να γίνεται μελαγχολική,  άλλοτε αφηγηματική  και άλλοτε ποιητική με μια ιδιαίτερη ερμηνευτική ευαισθησία. Εκτός από τη πανέμορφη φωνή του Δανού τραγουδιστή, κυρίαρχο ρόλο στο άλμπουμ παίζουν οι ακουστικές κιθάρες και τα ηχοχρώματα των πλήκτρων ενώ αρκετές συνθέσεις φλερτάρουν με την ποιοτική ποπ όπως χαρακτηριστικά γίνεται στο “And You Were Gone”.
Τραγούδια που ξεχωρίζουν είναι τα “Down South” και “Slave”  που ακούγονται  λίγο πιο ροκ από τα υπόλοιπα κομμάτια  με αρκετές  blues επιρροές. Το εξαιρετικό  “Trust In Yourself”  σου ξεκουράζει την ψυχή με την μελωδία του  ενώ το “New World Coming” είναι ένας μικρός ερμηνευτικός θρίαμβος του frontman των White Lion, αφού καταφέρνει να ακούγεται ανατριχιαστικό σε σημείο που να φέρνει μνήμες από "When the Children Cry".
 Επίσης το “Better” είναι μία καλή στιγμή του άλμπουμ που  ακούγεται  αρκετά  μπητλικό ενώ ενδιαφέροντα είναι τα "Time for Me to Go” που ασχολείται στιχουργικά για τη δύσκολη σχέση που είχε με την γυναίκα του και το αυτοβιογραφικό  “Mother” με το γλυκό κιθαριστικό σόλο του. Το “Museum”  δεν διεκδικεί δάφνες πρωτοτυπίας  αλλά σίγουρα οι συνθέσεις του άλμπουμ λειτουργούν ως  μία προσωπική κάθαρση και μία λυτρωτική καταγραφή καταστάσεων από όσα έχει βιώσει τα τελευταία χρόνια ο MIKE TRAMP στην περιπετειώδη διαδρομή του. Το “Museum” είναι κατάθεση ψυχής και αξίζει τον σεβασμό μας.
 

Φώτης Μελέτης

Miss Behaviour: "Double Agent"



Η ιστορία των Miss Behaviour ξεκινάει γύρω στο 2004, όταν οι Henrik Sproge και ο κιθαρίστας Erik Heikne, οι οποίοι σπούδαζαν μουσική στο Business School στη Kalmar της Σουηδίας, αποφάσισαν να ιδρύσουν μια νέα μπάντα!



Και οι δύο τους ήθελαν  να δημιουργήσουν ένα συγκρότημα εμπνευσμένο από τις μεγάλες μπάντες της δεκαετίας του ογδόντα με ένα φρέσκο ​​και συνάμα πιο μοντέρνο ήχο.  ‘Έτσι λοιπόν οι Miss Behaviour ήταν γεγονός!
Το πρώτο άλμπουμ τους, "Heart of Midwinter", κυκλοφόρησε το 2006 και κατάφερε να συγκεντρώσει καλές κριτικές.  Η ‘επανάσταση’ όμως  ήρθε με το άλμπουμ  Last Woman Standing που κυκλοφόρησε το 2011. Καλοδουλεμένο με πολύ καλά τραγούδια το συγκεκριμένο πόνημα δημιούργησε έναν δυνατό πυρήνα οπαδών που ανυπομονούσαν για το επόμενο τους βήμα!
Αισίως φτάνουμε στο σήμερα όπου οι Miss Behaviour  κυκλοφορούν το ολοκαίνουριο "Double Agent". Από τις πρώτες κιόλας νότες του εναρκτήριου "On With The Show", οι Miss Behaviour  κάνουν σαφές ότι η νέα τους δουλειά πρόκειται να μας συναρπάσει. Τα τραγούδια εδώ είναι πιασάρικα, η σύνθεση των τραγουδιών είναι ότι καλύτερο μας έχουν παρουσιάσει μέχρι τώρα και σε γενικές γραμμές το " Double Agent" βάζει σοβαρή υποψηφιότητα για πολλές top λίστες για το 2014!
Το ομότιτλο τραγούδι είναι απλά εκπληκτικό! Πιασάρικο με μια απίστευτη μελωδία και ένα ρεφραινάκι που θα το σιγοτραγουδάτε για μέρες!! Το "Magical Feeling" 'μυρίζει' Def Leppard από χιλιόμετρα μακριά, ενώ στο "Don't Let It End" έχουμε να κάνουμε με ένα ακόμη μαγικό άσμα μέσα από την νέα τους κυκλοφορία! Συνέχεια με το "Midnight Runner" να γεμίζει με όμορφες AOR μελωδίες και το " Dancing With Danger" είναι ακόμη ένα πολύ δυνατό τραγούδι!
Σίγουρα το "Double Agent" αποτελεί ακόμη ένα highlight στην σύγχρονη μελωδική hard rock σκηνή, δεν υπάρχει αμφιβολία γι 'αυτό! Όπως ήδη ανάφερα παραπάνω, οι Miss Behaviour βάζουν καρδιά, ψυχή και τσαμπουκά σε αυτόν τον νέο δίσκο τους και η ανταμοιβή τους θα είναι να ανέβουν μια κατηγορία πάνω …και γιατί όχι να σταθούν ισάξια στις ‘μεγάλες’ μπάντες του σήμερα!!
 
Βασίλης Χασιρτζόγλου

Red Zone Rider: “Red Zone Rider”


Το τελευταίο καιρό έχει παραγίνει το κακό με τα “στημένα” super groups που ανακοινώνονται σωρηδόν από διάφορες δισκογραφικές εταιρίες με κυρίαρχο συνήθως σκοπ,ό καλλιτέχνες και μουσικοί που έχουν μία κάμψη στην καριέρα τους να κερδίσουν μερικά χρήματα παραπάνω φτιάχνοντας μέτριους δίσκους.

 Οι Red Zone Rider μπορεί να ανήκουν στην παραπάνω κατηγορία του ενός δίσκου ή της “αρπαχτής” αλλά  ευτυχώς το ομότιτλο άλμπουμ που κυκλοφόρησαν πρόσφατα από την Magna Carta Records (η οποία έχει σχεδόν πάντα ποιοτικές κυκλοφορίες) είναι ένας πραγματικός Bluesy hard rock δυναμίτης με την παραγωγή του Mike Varney να ανεβάζει ακόμα πιο πολύ το συνολικό αποτέλεσμα.
Το σούπερ project των Red Zone Rider αποτελείται από τον εξαιρετικό κιθαρίστα Vinnie Moore (UFO), τον πολύπειρο τραγουδιστή Kelly Keeling (Baton Rouge, MSG, George Lynch)  και τον ντράμερ Scot Coogan (Lita Ford, Ace Frehley, Brides Of Destruction).
Ακούγοντας το άλμπουμ από τα πρώτα κομμάτια παίρνεις μία γερή δόση από  Led Zeppelin, οι οποίοι νομίζεις ότι τζαμάρουν  στην ίδια σκηνή μαζί με τους Cream ενώ ξυπνούν μνήμες  όχι μόνο από τα  seventies  αλλά και από σχετικά πιο σύγχρονους hard rock heroes (βλέπε Badlands).
To “Hell No” που ξεκινά το άλμπουμ είναι ένα εκρηκτικό μίγμα από το Black Dog (Led Zeppelin) με το “Hush” των Deep Purple. Ακολουθεί  το  “By The Rainbow's End” όπου σαρώνει με την κιθάρα του, ο  Vinnie Moore ενώ το ρεφρέν  είναι πιο μελωδικό σε σημείο που να θυμίζει Scorpions εποχής U.J.Roth. Η heavy blues ευδαιμονία συνεχίζεται με το “House Of Light” αφού νομίζεις ότι έρχεται απευθείας από τις αρχές των ’70  λες και η μπάντα έχει διασκευάσει σύνθεση του Jack Bruce των Cream ενώ και το “The Hand That Feeds You” έχει ρίζες από αυτή την μεγάλη μπάντα
 Το αργόσυρτο “Cloud Of Dreams” και το ημιμπαλαντοειδή “Obvious” αποτελούν τις πιο φορτισμένες στιγμές του δίσκου  με τον Kelly Keeling να κάνει ρεσιτάλ ερμηνείας αφού η φωνή του ακούγεται  φλογερή και παθιασμένη  σε σημείο να θυμίζει David Coverdale. To “Never Trust A Woman” μπορεί να περιέχει έναν τίτλο που όλοι οι άντρες έχουμε πει σε στιγμές θυμού και απόρριψης αλλά μουσικά περιέχει απίθανα κιθαριστικά slides και κινείται καθαρά σε ρυθμούς Jimmy Page. To “Hit The Road” φέρνει λιγάκι από το “Crosstown Traffic” του μακαρίτη Jimi Hendrix με aor ρεφρέν ενώ στο ίδιο πνεύμα είναι περίπου και  το χίπικο “Save It”.
To “There's A Knowing” είναι μία blues hard rock πανδαισία (με ολίγον Uriah Heep) με τον Kelly Keeling να καταθέτει ψυχή και λαρύγγια! O δίσκος κλείνει με το “Count's 77” όπου ο Vinnie Moore ίσως είναι από τους ελάχιστους κιθαρίστες που γνωρίζει να συνδυάζει την δεξιοτεχνία, την ταχύτητα με την εξυπνάδα και το feeling.
Παρότι λοιπόν τα σούπερ project  των τελευταίων ετών “μυρίζουν” κέρδος και προχειρότητα, οι Red Zone Rider διαψεύδουν  πανηγυρικά όλους εμάς τους καχύποπτους κριτικούς και πραγματικά το απολαμβάνω διότι εδώ έχουμε να κάνουμε με έναν από τους κορυφαίους δίσκους της χρονιάς. Eπενδύστε άφοβα και άμεσα…

Φώτης Μελέτης

FLYING COLORS: “Second Nature”


Oι φίλοι του neo-prog rock ήχου όταν έμαθαν πριν λίγα χρόνια ότι δημιουργήθηκε ένα καινούργιο σούπερ σχήμα ανυπομονούσαν να γευθούν μία σπουδαία κυκλοφορία αφού η συμμετοχή των εν λόγω μουσικών σε προδιάθετε για κάτι σημαντικό.


Οι FLYING COLORS αποτελούνται από τον κημπορντίτα και τραγουδιστή Neal Morse (TRANSATLANTIC, ex-SPOCK’S BEARD), τον ντράμερ Mike Portnoy (THE WINERY DOGS, πρώην DREAM THEATER), τον κιθαρίστα Steve Morse (DEEP PURPLE, πρώην KANSAS), τον μπασίστα  Dave LaRue (Joe Satriani, Steve Vai, DIXIE DREGS), τον ερμηνευτή Casey McPherson (ALPHA REV), και το ντεμπούτο που έκαναν πριν δύο χρόνια δεν ενθουσίασε αλλά απογοήτευσε χιλιάδες οπαδούς του συγκεκριμένου ήχου, όμως τώρα επανέρχονται με τούτη τη δεύτερη κυκλοφορία και προσπαθούν να πείσουν όσους άφησαν ανικανοποίητους το 2012.
Η παρέα των FLYING COLORS  με το “Second Nature”, κάλυψαν και με το παραπάνω όποια καλλιτεχνική αμφιβολία υπάρχει για αυτούς. Ο δίσκος ξεκινά με το υπέροχο και μεγαλοπρεπές  “Open Up Your Eyes”  και συνεχίζει με το “Mask Machine” που είναι επηρεασμένο αρκετά από τους Muse δείχνοντας ότι το γκρουπ δεν σνομπάρει τον σημερινό ροκ ήχο  ενώ το ίδιο ισχύει και με το “Bombs Away” που έχει background λίγο κάτι από τους Pink Floyd.
Οι ποπ πινελιές είναι δοσμένες γλυκότρoπα στο  “Lost Without You” και οι μπητλικές αναφορές του δίσκου είναι χαρακτηριστικές στο μελωδικό “The Fury Of My Love”.
To “A Place In Your World” έρχεται κατευθείαν από τα ’70, και εδώ φαίνεται, πως η μικρή  προϋπηρεσία του κιθαρίστα Steve Morse στους KANSAS, τον έχει σημαδέψει αρκετά ενώ η συνθετική έκπληξη του δίσκου τιτλοφορείται “One Love Forever” όπου το folk στοιχείο είναι αρκετά έντονο. Το “Peaceful Harbor” ακολουθεί τα λυρικά μονοπάτια των Transatlantic και των Pink Floyd και σε γεμίζει με ένα υπέροχο feeling λόγω της πανέμορφης κιθάρας και των χορωδιακών backing vocals.
Το μαραθώνιο “Cosmic Symphony” που κλείνει το άλμπουμ δεν μπορεί να αφήσει κανέναν οπαδό του prog ήχου δυσαρεστημένο αφού τόσο ενορχηστρωτικά όσο και ερμηνευτικά είναι ένα μικρό διαμάντι αφού τα παιχνίδια στα πλήκτρα του Neal Morse και οι έξυπνες μπασογραμμές του Dave LaRue παντρεύονται εκπληκτικά με τον αστείρευτο κιθαριστικό ταλέντο του S.Morse.

Τελικά οι FLYING COLORS κατόρθωσαν να πετύχουν, ότι δεν μπόρεσαν με την παρθενική τους δουλειά δηλαδή με απλά λόγια στο “Second Nature” κατόρθωσαν να μην έχουν ούτε υπερβολικούς περφεξιονισμούς ούτε κουραστικές μελωδίες αλλά μπόρεσαν να εμπνευστούν από το παρελθόν και να προσαρμοστούν στα σημερινά μουσικά δεδομένα.

Φώτης Μελέτης

Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2014

NEAL MORSE: “Songs From November”


O πολυτάλαντος και ακούραστος Neal Morse δεν λέει να σταματήσει να μας προσφέρει υπέροχες δισκογραφικές δουλειές. Έχει μάλλον το ευλογημένο χάρισμα της δημιουργίας και της θετικής ενέργειας οπότε κάπως έτσι δικαιολογείται και η αστείρευτη έμπνευση του.


Μπορεί η εποχή των Spock’s Beard να είναι μακρινό παρελθόν,  οι Transatlantic να είναι ένα μεγαλεπήβολο σχέδιο που έχει δικαιολογημένα μυθοποιηθεί και οι Flying Colors να ακούγονται πιο μοντέρνοι όμως οι σόλο ηχογραφήσεις του σπουδαίου αυτού δημιουργού παραμένουν ότι καλύτερο έχουμε ακούσει τα τελευταία δέκα χρόνια.
Το “Songs From November” έχει ελάχιστα από τα prog στοιχεία που τον έκαναν γνωστό οπότε όσοι περιμένετε δαιδαλώδης συνθέσεις, ατελείωτα σόλο και πολύπλοκες ενορχηστρώσεις, δυστυχώς χάσατε!
Η αγάπη ή, μάλλον θα λέγαμε η λατρεία του NEAL MORSE για τους Beatles είναι ακόμη σε ένα δίσκο του, χαρακτηριστική και πολύ έντονη ειδικά σε κομμάτια όπως το “The Way Of Love”. Βασικά θα λέγαμε μιλώντας με ορθόδοξους όρους ότι είναι οι “πνευματικοί του πατέρες” και τον έχουν οδηγήσει σε μία πανδαισία δημιουργίας συναισθηματικών μελωδιών.
Το γεγονός ότι παίζει με την ίδια χάρη τα πλήκτρα, τις κιθάρες, το μπάσο αλλά καταφέρνει να ερμηνεύει με άψογο μελωδικό πάθος τις  έντεκα νέες συνθέσεις του “Songs From November”, μόνο μελαγχολικό και μουντό δεν ακούγεται όπως σε προδιαθέτει ο συγκεκριμένος μήνας που είναι στον τίτλο του δίσκου.
Αντιθέτως τραγούδια όπως το funky “Whatever Days” και το επιβλητικό  “Wear The Chains”  περιέχουν ένα θαυμάσιο συνδυασμό πνευστών και πλήκτρων με την φωνή του NEAL MORSE να είναι ονειρική.
Ακούγοντας συνεχώς τα τραγούδια του άλμπουμ, διαπιστώνουμε ότι το “My Time Of Dying” θυμίζει κάτι από τους Kansas, του” Dust in the Wind” και σε αυτό παίζει ρόλο το βιολί του Chris Carmichael και το ίδιο συμβαίνει και στο “My Time Of Dying”. Το “Heaven Smiled”  έχει ατμόσφαιρα από το “With a Little Help From My Friends” σε εκτέλεση Joe Cocker και το “Love Shot An Arrow” είναι απλά μοναδικό και μία από τις καλύτερες μπαλάντες της χρονιάς ενώ το “Song For The Free” ακολουθεί αισιόδοξους ρυθμούς.
Φαίνεται η αφοσίωση του NEAL MORSE και η βαθιά του πίστη στο Χριστό τον φώτισε και του έδωσε την ευλογία να κυκλοφορεί πανέμορφα τραγούδια και του έδωσε επίσης τη δυνατότητα να μας χαρίζει εκπληκτικές μελωδίες γεμάτες αγάπη και ανθρωπιά που τόσο μας λείπει σήμερα. Μάλλον ο αμερικάνος είναι στο σωστό δρόμο..

Φώτης Μελέτης

RELOAD: "Hotter Than A Bullet"


Έχουμε κάθε λόγο να είμαστε περήφανοι ως Έλληνες για τα μουσικά μας κατορθώματα! Σε δύσκολους καιρούς οικονομικής δυσπραγίας και δυστυχώς ψυχολογικής κατήφειας υπάρχει πάντοτε κι ο άνεμος αισιοδοξίας, που μας κρατά ορθούς κι αγωνιστικά ετοιμοπόλεμους!


Αυτήν τη φορά ο άνεμος φυσά από τη Λάρισα   και πιο συγκεκριμένα από τους RELOAD και το δυναμικό ξεκίνημα τους , το  "Hotter Than A Bullet", που παράχθηκε από  ένα άλλο πολυτάλαντο  Έλληνα που μας κάνει περήφανους για τη μουσική του δεξιοτεχνία τον Bob Katsionis (Firewind, Outloud).
Το ύφος των Reload, όπως το περιγράφουν κι οι ίδιοι σε συνέντευξη που ευγενικά παραχώρησαν στην ιστοσελίδα μας www.rocktime.gr , είναι πανέμορφο  “Euro hard rock” με μία πινελιά από μελωδικό  metal ήχο και το αποτέλεσμα από το πρώτο ήδη άκουσμα, ήδη καθηλώνει τον ακροατή.
Θα τολμούσα να πω, ότι πέρα από τη μουσικότητα των μελών της μπάντας και την άψογη-κρυστάλλινη παραγωγή, το ατού του συγκροτήματος είναι ο τραγουδιστής Κώστας Τόκας γνωστός στην πιάτσα από τους εξαιρετικούς 25χρονους παρόντες στις μουσικές σκηνές Power Crue, με την ιδιότυπη αλλά μοναδική φωνή κάτι μεταξύ, κράμα τενόρου και mezzo  σοπράνο. Για να μη θεωρηθώ όμως μεροληπτικός , η δουλειά στις κιθάρες είναι επίσης μοναδική! Οι Teo Ross / Tasos Lazaridis, επιδίδονται  σε ένα παραδοσιακό hard rock παίξιμο και ήχο, κιθάρες που δεν αρκούνται σε δεξιοτεχνικά solos επηρεασμένα από τα ‘80ς αλλά προσθέτουν μελωδικές γραμμές και ιδιαίτερα στις δισολίες. Παράλληλα όμως απολαμβάνουμε και τις  στακάτες μπασογραμμές  από τον Ηλία Παπαδόπουλο, τα ευφάνταστα τύμπανα της  Μαριανίκη Τόκα τα οποία  δεν παρεκκλίνουν από το ρυθμό και μαζί με τον Ηλία συνθέτουν μία εξαιρετική μετρονομική γραμμή άψογη, με  την απαραίτητη γεύση για τη μελωδία, τα πλήκτρα!
Από το  δυναμικό μελωδικό heavy "Give Into the Night", το κλασικό  hard rock-άδικο  "Come Back", το πιασάρικο (με την καλή έννοια) "Longing for Your Love", μέχρι την απαραίτητη για κάθε δίσκο τέτοιου είδους που σέβεται τα αυτιά των ακροατών , υπερμπαλάντα "Prince of Steel" με τα απίστευτα φωνητικά και το υπέροχο γεμάτο αίσθημα σόλο κιθάρας!
Μία ακόμη πολλά υποσχόμενη μπάντα , που έχει την καλή συγκυρία της παραγωγής από έναν εξαίρετο μουσικό που γνωρίζει τα "μουσικά μονοπάτια" και οδηγεί το γκρουπ σε δρόμους επιτυχημένης πρώτης διέλευσης! Σαφέστατα  μας αρέσει πολύ το άλμπουμ και συστήνεται ανεπιφύλακτα σε όσους αρέσκονται στον όμορφο ήχο της μελωδίας.
Νομίζω , ότι πλέον με τόσες μελωδικές μπάντες, ήρθε η ώρα να διοργανωθεί το πρώτο αμιγώς ελληνικό μελωδικό  festival.
 
Γκιλλανίδης Νότης

Grand Design : "Thrill Of The Night"


Οι Grand Design ιδρύθηκαν το 2006 από τον τραγουδιστή / παραγωγό Pelle Saether, και κυκλοφόρησαν το πρώτο τους πόνημα "Time Elevation" τον Οκτώβριο του 2009.


Ο δίσκος έλαβε πολύ θετικές κριτικές από τον rock τύπο και σκαρφάλωσε σε υψηλές θέσεις σε πολλά web-zines ανά τον κόσμο.
Κύρια επιρροή της μπάντας ήταν, και εξακολουθεί να είναι, οι Def Leppard, χωρίς όμως να χάνουν την προσωπική τους ταυτότητα.
Ο  Pelle Saether σχολιάζει: “Από τη στιγμή που όλοι αγαπάμε τους Def Leppard, θα είναι πάντα μια επιρροή που θα χρησιμοποιούμε σε κάθε δίσκο!"
Δύο χρόνια αργότερα, ήρθε η ώρα για το δεύτερο άλμπουμ των Grand Design, "Idolizer". Για το οποίο ο Pelle λέει: “Ξέραμε ότι είχαμε βρει την φόρμουλα για να κάνουμε έναν 80’s δίσκο μέσα στον 21ο αιώνα - οπότε γιατί να αλλάξουμε κάτι;"
Στις αρχές του 2013 η μπάντα ηχογράφησε δύο νέα τραγούδια με την πολύ ταλαντούχα Susie Päivärinta ως guest(από Lili & Susie), εκ των οποίων το "Baby It’s You" κυκλοφόρησε ως digital single μόνο και  ως βίντεο single, τον Ιούνιο του 2013.
Το νέο πρόσωπο ήταν ο drummer Magnus Ulfstedt (Eclipse, Jimi Jamison, Talisman, κλπ), ο οποίος έκανε το ντεμπούτο του στο βίντεο.
Έτσι ερχόμαστε στο τώρα όπου το νέο πόνημα των  Grand Design που τιτλοφορείται "Thrill Of The Night" είναι πλέον γεγονός! Φαίνεται ότι η μπάντα δεν αλλάζει τη συνταγή της επιτυχίας των δύο τελευταίων δίσκων που είναι οι δυνατές μελωδίες, τα πιασάρικα ρεφραίν, οι ωραίες ενορχηστρώσεις και φυσικά το Def Leppard στυλ!!!
Από τις εναρκτήριες συγχορδίες του "U Got Me Good", οι Grand Design δίνουν το στίγμα ότι και αυτή η κυκλοφορία τους θα είναι εξίσου καλή, ίσως και καλύτερη, από τις δυο προηγούμενες.
Στη συνέχεια, έχουμε τον απόλυτο ύμνο και πολύ Def Leppard-ish  "Rawk 'N' Roll Heart Attack", ενώ στο "10 Outta 10" έχουμε να κάνουμε με ένα πραγματικά εκπληκτικό και λίγο πιο μοντέρνο hard rock άσμα!! Είστε έτοιμοι τώρα για μια μπαλάντα σε ύφος “Have You Ever Needed Someone So Bad”; εάν ναι τότε ακούστε το "When The Greatest Love Of All Kicks In" και θα καταλάβετε για τι πράγμα μιλάω. Θα μπορούσε κάλλιστα να βρίσκεται σε οποιαδήποτε κυκλοφορία των μεγάλων Leppard!!! "Who’s Gonna Rawk U Right" ( με την πολύτιμη συνδρομή του Erik Mårtensson (Eclipse, WET) είναι ένα ακόμη κόσμημα από το νέο δίσκο.
Εν κατακλείδι οι Grand Design με την νέα τους κυκλοφορία βάζουν τον πήχη αρκετά ψηλά!! Απλά το καλύτερο άλμπουμ τους μέχρι σήμερα και θα τολμούσα να πω ότι το "Thrill Of The Night" είναι ένα εκπληκτικό μελωδικό hard rock άλμπουμ που δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητο από οποιονδήποτε οπαδό της συγκεκριμένης σκηνής!

Βασίλης Χασιρτζόγλου

Jeff La Bar: "One For THe Road"


Μερικοί ισχυρίζονται ότι η rock και το metal των 80′ς απεβίωσε οριστικά, την ώρα που άλλοι ζουν και ''πεθαίνουν'' για τα τραγούδια μιας μακρινής και νοσταλγικής περιόδου.


Ο κιθαρίστας Jeff La Bar επιτέλους ''ευλόγησε'' τον κόσμο του rock με μία προσωπική κυκλοφορία και πιστέψτε με το είδος της μουσικής που μας αρέσει δεν “πέθανε”.
Εάν είστε οπαδοί αυτής της τεράστιας μπάντας που λέγεται Cinderella και περιμένατε για νέο υλικό κοντά 20 χρόνια τώρα έρχονται όλα μαζεμένα και τα πληκτρολόγια στον rocktime.gr  “πήραν φωτιά''!
Ο ηγέτης της “Σταχτοπούτας”, Tom Kiefer κυκλοφόρησε ένα εξαιρετικό προσωπικό δίσκο πριν λίγο καιρό που ήταν το κοντινότερο σε κυκλοφορίες από την εποχή του πολύ καλού δίσκου ''Still Climbing''.
Θύματα κι αυτοί των 90′ς, όπως και πολλοί ομότεχνοι τους, οι  Cinderella όμως είχαν πάντοτε μία ισχυρή βάση ακόλουθων οπαδών και απολάμβαναν της εκτίμησης από τη μουσική κοινότητα δίοτι ήταν αρκετά ταλαντούχοι  όλοι τους  οπότε δεν είναι  απορίας άξιο που ο κιθαρίστας της μπάντας Jeff La Bar κυκλοφόρησε επιτέλους τόσο δυνατό μουσικά υλικό! Στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα EP με επτά συνθέσεις και  είναι περισσότερο ορεκτικό για το τι μπορεί να προσφέρει και στο μέλλον.
Το ''No Strings'' που κυκλοφόρησε και ως video , είναι ένα  mid-tempo rock συνδυασμός παλιών και νέων μουσικών παραστάσεων/ακουσμάτων.Το ''Asking For A Beating'' μπορεί να θυμίσει σε ορισμένους τους αγαπημένους επίσης πρώιμους Ratt , μία σύνθεση που θα αγγίξει σίγουρα τους οπαδούς των  80′ς. Ο LaBar παρουσιάζει την ηπιότερη πλευρά του με τα ''Muse'' , ''Hello Or Goodbye'' και το  ''Ode To Page''.
Είχε πάντοτε , όπως και ο ίδιος   μαρτυράει σε συνέντευξη που θα διαβάσετε επίσης στο www.rocktime.gr, μία έντονη blues πλευρά στο παίξιμο του και τα  ''Long Cold Winter'' , ''Heartbreak Station'' το επιβεβαιώνουν εμφαντικά! Στο  ''Nightmare On My Street'' ο LaBar παρουσιάζεται με καθαρόαιμο heavy Metal ύφος , μία πλευρά που θα μας άρεσε να παρουσιαστεί και στο μέλλον!
Το ομότιτλο ''One More For The Road'' είναι ακόμη μία ροκάδικη σύνθεση που κλείνει εξαίσια το δίσκο. Ο παλιός ντράμερ των Cinderella Fred Coury  που συμμετέχει στο άλμπουμ αξίζει επίσης έντονης μνημόνευσης , καθώς η συνεισφορά του είναι εντονότατη στην κυκλοφορία αυτή.
Έχοντας ακούσει προσωπικές κυκλοφορίες και άλλων μελών της μπάντας, τούτη εδώ είναι η περισσότερα υποσχόμενη και σημαντική επισήμανση : ο τύπος γνωρίζει εκτός από την εξάχορδη, να τραγουδά εξαιρετικά!!

Νότης Γκιλλανίδης

220 Volt: "Walking In Starlight"


Ένα σημαντικό συγκρότημα από το παρελθόν φορτωμένο με εμπειρίες και δυνατούς δίσκους επιστρέφει δριμύτερο. Οι 220 Volt, επανέρχονται και πάλι στα μουσικά δρώμενα με το άλμπουμ ‘’Walking In Starlight’’.


Η σύνθεσή τους είναι πιο κοντά στην αυθεντική πλέον με το σχήμα να αποτελείται από τους Mats Karlsson (κιθάρα, φωνή), Thomas Drevin (κιθάρα), την επιστροφή του Peter Hermansson (τύμπανα) και τον εισαχθέντα Anders Engberg (φωνητικά). Το ύφος τους κινείται στο AOR / heavy, αλλά αυτή τη φορά είναι λίγο πιο "βαρύ" από τις προηγούμενες δουλειές τους.
Στη νέα τους δισκογραφική δουλειά, διαπραγματεύονται 13 κομμάτια μπολιασμένα με το είδος που ξέρουν να παίζουν καλά.
Το ‘’Walking In Starlight’’ είναι στα σίγουρα ικανοποιητικός δίσκος και γενικά κινείται σε υψηλά επίπεδα όπως μπορεί κανείς να διαπιστώσει απλά ακούγοντάς το. Έχει όλα ή έστω σχεδόν όλα όσα θα ήθελε κάποιος οπαδός του μουσικού αυτού στυλ θα ήθελε να ακούσει. Αν ρίξετε μια ματιά εδώ https://www.youtube.com/watch?v=Iu_Zoi9-VTo θα αποκτήσετε μια πρώτη εικόνα για το τι "παίζει’"με τους σουηδούς.
Το άλμπουμ, κρίνεται ως πολύ καλή επιλογή, όσο για hits, έχει πολλές συνθέσεις που σου κολλάνε με τη μία, ένα από αυτά τα τραγούδια είναι το ‘’Stranded’’. Το να γράψω κάτι παραπάνω για αυτό, νομίζω είναι περιττό.
Συστήνεται ανεπιφύλακτα για τους φίλους του ιδιώματος και όχι μόνο!

Γιώργος Βαλιμίτης

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...