Παρασκευή 24 Απριλίου 2015

Tigertailz: “Young & Crazy”


Οι Tigertailz ξεκίνησαν το 1984 από το Κάρντιφ της Ουαλίας και
θεωρήθηκαν αρκετά πιο glam ειδικά στον τομέα της εμφάνισης από ανάλογα σχήματα του είδους.


Με βασικούς πρωτεργάτες τον κιθαρίστα Jay Pepper και τον φυσικό ηγέτη της μπάντας μπασίστα Pepsi Tate (Huw Justin Smith) κατάφεραν και βρήκαν τον τραγουδιστή Steevi Jaimz (πρώην China Rouge, Treason, Crash Co) ο οποίος έπεισε και έφερε στο γκρουπ τον αμερικανό ντράμερ από το Κολοράντο Ace Finchum.
Μετά λοιπόν από αρκετό ψάξιμο και ένα mini tour με τους Tokyo Blade σε Ολλανδία και Γερμανία οι Tigertailz και με δύο αποθεωτικές βραδιές στο ιστορικό Marquee Club του Λονδίνου καταφέρνουν και υπογράφουν συμβόλαιο με την περίφημη δισκογραφική εταιρία Music For Nation με την οποία κυκλοφόρησαν το 1987 το ντεμπούτο τους άλμπουμ “Young & Crazy”.
Ηχητικά ο δίσκος δεν διέφερε από τις κλασικές glam metal/rock μπάντες εκείνης της περιόδου και οι συγκρίσεις με γκρουπ όπως οι Poison και οι Μοtley Crue ήταν αναπόφευκτες. Σκληροί sleazly ρυθμοί, επιτηδευμένα άτεχνα κιθαριστικά σόλα, άγρια φωνητικά και ένα punk-rock υπόβαθρο συνθέτουν το “Υοung & Crazy”.  Υπέροχα τα τραγούδια LivinWithout You”, “Shameless”, “Star Attraction”, “Shoot to Kill καθώς και το μελαγχολικό “Fall in Love Again όπου οι Tigertailz πετυχαίνουν να κάνουν ένα εξαιρετικό ξεκίνημα.
Συνολικά το “Young & Crazy” είναι ένας καλός δίσκος κυρίως για εκείνους που αρέσκονται σε glam καταστάσεις με το νεανικό πάθος και την τρέλα που χαρακτήριζε την μπάντα όταν πρωτοξεκίνησε και η οποία συνέχισε στη δεκαετία του ’90 με άλλον τραγουδιστή, με ένα εκπληκτικό δίσκο το “Berzerk” αλλά και με τον μπασίστα Pepsi Tate να αποχαιρετά τον μάταιο τούτο κόσμο το 2007. Το “Young & Crazy” στην επανέκδοση του περιλαμβάνει ένα bonus cd με τραγούδια του άλμπουμ στην πρωτογενή έκδοση του και με μερικά επιπλέον sessions τραγούδια(διασκευάζουν μέχρι και Cheap Trick) όπου μπορείτε να τα βρείτε και στο άλμπουμ “Original Sin” που κυκλοφόρησε το 2003.

Φώτης Μελέτης



Τετάρτη 22 Απριλίου 2015

Τοbruk: Pleasure & Pain




Δυστυχώς στην ιστορία της μουσικής και ιδιαίτερα στον λεγόμενο "σκληρό ήχο" υπάρχουν συγκροτημάτα που μπορεί να τα έδωσαν όλα για να αφήσουν το στίγμα τους αλλά το κοινό δεν τους τίμησε δεόντως.

Μία τέτοια περίπτωση παρουσιάζουμε στο Rocktime.gr και αφορά τους Bρεττανούς TOBRUK που δημιουργήθηκαν το 1981 από τον τραγουδιστή Snake (Stuart Neal), τον κιθαρίστα Nigel Evans και τον κημπορνήστα Jem Davies. Το παζλ συμπληρώθηκε με τους Μike Brown (μπάσο), Mike Newman (κιθάρα) και τον Eddie Fincher στα ντραμς.
 


Oι επιρροές τους ήταν κατεξοχήν AOR με μπόλικη δόση ΝWOBHM και θύμιζαν πρώιμους Bon Jovi. Με βάση το Μπερμπιγχαμ το γκρουπ περιόδευσε σχεδόν παντού στην χώρα τους και το  1983 κυκλοφορούν από την ΝΕΑΤ Records , το πρώτο τους σινγκλ με τίτλο “Wild On the Run” μαζί με το “The Show Must Go On”.
Oι  TOBRUK όμως δεν βρήκαν την ανταπόκριση και  την βοήθεια που ήθελαν από την δισκογραφική τους εταιρία και προσπάθησαν να βρουν κάτι καλύτερο και τα κατάφεραν με το συμβόλαιο στην ΕΜΙ.
Όλο αυτό το διάστημα η μπάντα δούλεψε σκληρά και έκανε αρκετές συναυλίες με τους Diamond Head και UFO.
Το παρθενικό τους άλμπουμ κυκλοφόρησε λοιπόν τον Μάιο του 1985 ηχογραφημένο στα περίφημα Warehouse studios της Φιλδέλφειας με παραγωγό τον πασίγνωστο Lance Quinn (Bon Jovi, Lita Ford) και είχε τον τίτλο “Wild On The Run” (δανεισμένος ο τίτλοε από το πρώτο τους σινγκλ).
Το άλμπουμ ήταν καταπληκτικό γεμάτο δυναμικά melodic hard rock κομμάτια με την φωνή του Snake να δίνει ακόμα πιο wild έκδοση των τραγουδιών .
Η μπάντα αν και είχε θετικές κριτικές δεν πήγε καλά εμπορικά και οι τουρνέ που έκαναν με Manowar, Tokyo Blade, UFO τους βοήθησε να κρατήσουν δυνάμεις για το επόμενο βήμα τους, μιας και τα όνειρά τους ήταν για επιτυχία και αποδοχή από το αμερικάνικο κοινό.
Έτσι λοιπόν το 1987 κυκλοφορούν το δεύτερο δίσκο τους με τίτλο “Pleasure and Pain” (FM Records) όμως παρά το γεγονός ότι ήταν ένας πολύ καλός δίσκος η απογοήτευση για τη νέα εμπορική αποτυχία έφερε και τις τριβές στο γκρουπ με αποτέλεσμα να φύγουν δύο από τα ιδρυτικά μέλη, ο τραγουδιστής Snake και ο ντράμερ Εddie Fincher και να σχηματίσουν ένα αντίγραφο της πρώην πμάντα τους τους συμπαθητικούς IDOL RICH.


Σε κατάσταση διάλυσης οι TOBRUK προσπάθησαν να μαζέψουν τα κομμάτια τους και με δανεικό τραγουδιστή τον Τοnny Martin (μετέπειτα Black Sabbath) που έπαιζε εκείνη την περίοδο με τους  Alliance προσπάθησαν  να ανασυγκροτήσουν την μπάντα.
Μάταια όμως εκτός από κάποια demo που ηχογράφησαν δεν υπήρχε και η ανάλογη συνέχεια αφού και ο κιθαρίστας του γκρουπ Nigel Evans έδωσε τέλος στους TOBRUK και συνέχισε να παίζει με του τρομερούς SHY.

Η μετέπειτα πορεία του Snake ήταν με τους Wildhearts που δεν κατάφερε ο ίδιος να κυκλοφορήσει τίποτα επίσημο ενώ δυστυχώς τον Δεκέμβριο του 2006 έφυγε από τη ζωή σε ηλικία μόλις 43 ετών .

Οι Jem Davis και Eddie Fincher σχημάτισαν στη συνέχεια τους Midnight Blue στην οποία συμμετείχε και ο Doogie White (Rainbow, Y.Malmsteen).

To 2001 επανακυκλοφόρησαν τα δύο άλμπουμ των TOBRUK σε μία συσκευασία με τον τίτλο “Recaptured” με επιπλέον σπάνιο και ακυκλοφόρητο υλικό το οποίο αξίζει να το βρείτε και να το αγοράσετε.

ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ
 


  • The Girl with the Flyaway Hair (WEA - Ireland) 1981
  • Wild on the Run 45 (Neat) 1983
  • Wild on the Run (Parlophone / EMI) 1985
  • Wild on the Run [Re-released with Bonus Live Disc] (Majestic Rock Records) 2007
  • Pleasure + Pain (FM Revolver) 1987
  • Recaptured (Phoenix) 2001
Φώτης Μελέτης


Παρασκευή 17 Απριλίου 2015

Hanoi Rocks: "All Those Wasted Years"


Όσο απίθανο κι αν ακούγεται να ρέει ροκ ν΄ρολ σε φλέβες
Φιλανδών, αυτή ήταν η καύσιμη ύλη που ώθησε μια φιλόδοξη μπάντα απ΄το Ελσίνκι να μετακομίσει το Σεπτέμβρη του ’81 στο Λονδίνο.


Έχοντας περιφέρει στη Σκανδιναβία το ζωηρό μουσικό υβρίδιό τους από πανκ και Stones, αποφάσισαν, με μηδενικό κομπόδεμα, αλλά σκυλίσια αυτοπεποίθηση, αποκτημένη από μια ζωή κυριολεκτικά του πεζοδρομίου, να αναμετρηθούν με τη μουσική τους μοίρα.
Δυόμισυ χρόνια και τέσσερα στούντιο άλμπουμ αργότερα, τον Δεκέμβριο του ’83, το γκρουπ είχε παίξει σε κάθε καταγώγιο Βρεττανίας, Ιαπωνίας και Σκανδιναβικής χερσονήσου που διέθετε δικό του P.A. και μπαρ γεμάτο μπασταρδεμένο αλκοόλ.
Είχαν μάλιστα καταφέρει ν’ αναταράξουν τα αντεργκράουντ πράγματα του –σε πνιγηρά new wave και blue eyed soul κλίματα τότε- Λονδίνου, με μια σειρά συναρπαστικών εμφανίσεων, με αποτέλεσμα η CBS να τους προετοιμάζει για το πολυπόθητο άλμα στην Αμερικάνικη αγορά.
Οι ηχογραφήσεις για το επόμενο lp θα ξεκινούσαν σε μερικές εβδομάδες με τον πολλά βαρύ Bob Ezrin (μέχρι τότε: Alice Cooper, KISS, Aerosmith, Peter Gabriel, The Babys) πίσω απ’ την κονσόλα.
Η ευκολότερη λύση για την εισροή ρευστού ήταν ένα «επίσημο» live, που, χωρίς πολλά φτιασίδια, θα κυκλοφορούσε στην Ιαπωνική αγορά, όπου ήδη λατρεύονταν παροξυσμικά. Ο μάνατζέρ τους Seppo Vesterinen ήταν βέβαιος ότι έτσι θα μπορούσαν να πληρωθούν με φρέσκο χρήμα στούντιο και μεσάζοντες αλλά και να εξασφαλιστούν επαρκείς ποσότητες από μπουκάλια και σκόνες ώστε η φυσική και πνευματική κατάσταση των πέντε αγυρτών που απάρτιζαν το συγκρότημα να παραμείνει σε ελεγχόμενη αφασία.
Μια ακόμη βραδιά στη μεσαίας χωρητικότητας Μέκκα του ροκ, στο θρυλικό Marquee Club του Σόχο ήταν ό,τι χρειαζόταν για να αιχμαλωτιστεί επαρκώς ο ήχος της περιοδεύουσας παρακμής τους. Μηχανικός ήχου ένας δικός τους άνθρωπος, ο Mick Staplehurst, ενώ την επεξεργασία της ηχογράφησης ανέλαβε ο πρώην μπασίστας των Mott The Hoople και συμπαραγωγός του τελευταίου στούντιο άλμπουμ τους, Peter “Overend” Watts.
 Ποιοί ήταν όμως αυτοί οι μυστήριοι Φινλανδοί που ανέβηκαν στις αρχές Δεκεμβρίου του ’83 στη σκηνή του Marquee;
Πρώτα απ΄όλους το ανδρόγυνο φαινόμενο που άκουγε στο όνομα Μichael Monroe (πραγματικό όνομα Matti Fagerholm). Ένας 22χρονος με οξυζεναρισμένα αγκαθωτή κώμη, ση-θρου αμάνικα, νομαδικά φουλάρια κλεμμένα απ΄τον Steven Tyler, φουλ γυναικωτό μέϊκ-απ κατευθείαν απ΄τους New York Dolls, κάτι από τον σεξουαλικά αμφιλεγόμενο μαγνητισμό του πρώϊμου Jagger και μια από σκηνής ευχέρεια να αποδίδει τις ιστορίες αστικής παράνοιας, πόνου, εξάρτησης και ξοδεμένης λαγνείας των τραγουδιών με ενέργεια Iggy Pop και αγοραία πόζα τραβεστί.
Σαν να μην έφτανε αυτός ο οπτικός ορυμαγδός, ήξερε να πετάει στο μίγμα κι ένα σχεδόν διεστραμμένο ταλέντο σε σαξόφωνο και φυσαρμόνικα.
Ο συνομήλικος του, ο τσιγγάνικης ρίζας Φινλανδός μεγαλωμένος στη Σουηδία Andy McCoy (πραγματικό όνομα Anti Hulkko), μια κακομούτσουνη, αλητήρια επιμειξία Keith Richards και Johnny Ramone, με χαϊμαλιά, μπαντάνες, σκουλαρίκια και καπέλα σε πιθανά και απίθανα χρώματα, ήταν η «μηχανή»: έγραφε σχεδόν όλη τη μουσική, κρατούσε τη σόλο κιθάρα και ήταν ο λοστρόμος της κραιπάλης σε όλη την ακολουθία από βρώμικα παρασκήνια και άθλια ξενοδοχεία που άφηνε η μπάντα πίσω της από το ’79 και μετά.
Δίπλα σ΄αυτούς τους δύο, υπήρχαν άλλοι τρεις : Ο Razzle (Nicholas Dingley – ο μόνος Άγγλος) ένας κοπαναράς μετρονόμος που είχε πάρει με θράσος τη θέση του προηγούμενου ντράμερ τους το καλοκαίρι του ’82, να συνέχει τον ρυθμό πάντα με μια δόση τοξικής επιτάχυνσης, ο μπασίστας Sammy Yaffa (κατά κόσμον Sami Lauri Takamäki) με το σκελετωμένο παράστημα και το μπλαζέ (οπωσδήποτε και απ’ την πρέζα) ύφος μαζί με τον ρυθμικό κιθαρίστα Nasty Suicide (Jan- Markus Stenfors), να λοκάρουν τα κοφτά ριφ και να ποζάρουν με καουμπόικα καπέλα, κομπάρσοι στο πιο αυτοκαταστροφικό γουέστερν που δεν είχε ακόμη κυκλοφορήσει. Όλοι μεταξύ 20 και 22 χρόνων.
Το live που ηχογραφήθηκε και κινηματογραφήθηκε (με προσθήκη δύο – τριών κομματιών από προηγούμενες εμφανίσεις) είναι μια αντιπροσωπευτική συλλογή από τα πιο δυνατά, συναυλιακά δοκιμασμένα, κομμάτια από τη μέχρι τότε δισκογραφία τους (‘81-‘83).
Ξεκινώντας με το ζέσταμα του κλασσικού “Pipeline”, το ένα κομμάτι σχεδόν απνευστί ακολουθεί το άλλο. Πυρετώδεις tribal ρυθμοί (“Oriental Beat”), μετα-πανκ γκάζια και stomp (“Motorvatin’”, “Tragedy”, “11th Street Kidz”), ακόμη και μπαλαντοειδή παραναλώματα (“Until I Get You”, “Don’t You Ever Leave Me”).
Οι καταραμένοι loser χαρακτήρες των “Visitor”, “Taxi Driver”, “Lost In The City” ενσαρκώνονται με ιδρώτα και απόγνωση καθώς ο McCoy πετάει τα Beck-οειδή και ChuckBerry-ικά σόλο του και ο Monroe ερμηνεύει νευρωτικά, με κάτι ημιπαράφωνες μαχαιριές από σαξόφωνο και περάσματα από φυσαρμόνικα να προσθέτουν ένταση στην όλη εμπειρία.
Το κρεσέντο έρχεται με ένα ισοπεδωτικό, τριπλό χτύπημα διασκευών: “Under My Wheels” (Alice Cooper), “I Feel Alright” (The Stooges) και “Train Kept A Rollin’” (Yardbirds), όπου παραληρούντες περίεργοι απ΄το κοινό ανεβαίνουν στη σκηνή αδυνατώντας να συλλάβουν κατάλληλο τρόπο να εξωτερικεύσουν τον ψυχοσωματικό συντονισμό που έχει περάσει το γκρουπ από τη σκηνή στην πλατεία του πακτωμένου Marquee. Στο βίντεο τελειώνουν με μια βίαιη εκτέλεση του “Blitzkrieg Bop” (Ramones), με τον Razzle στα φωνητικά και τον Monroe πίσω απ’ τα τύμπανα.
 Δυστυχώς, ο θεός του ροκ ν΄ρολ είχε άλλα σχέδια γι’ αυτούς.
To “All Those Wasted Years – Live At The Marquee” κυκλοφόρησε μέσα στο ’84, σε διπλό lp και σε VHS αρχικά στην Ιαπωνία. Τον Αύγουστο του ’84 κυκλοφόρησε διεθνώς το “Two Steps From The Μove” και ταυτόχρονα ξεκίνησε η εκτεταμένη τους περιοδεία (Ιαπωνία, Βρεττανία, Σκωτία), που αυτή τη φορά θα περνούσε τον Ατλαντικό.
Στις 8 Δεκεμβρίου του ’84 και ενώ οι εμφανίσεις τους στη Δυτική Ακτή τους περίμεναν ήδη sold – out, μετά από ένα πολυήμερο διάλειμμα ακολασίας με τους τότε «βασιλιάδες» του Sunset Strip, Mötley Crüe, o Razzle σκοτώνεται ακαριαία, όταν ο Vince Neil (ο γνωστός) στουκάρει το De Tomaso Pantera του σ΄ένα αυτοκίνητο στο αντίθετο ρεύμα. Είχαν πάει να αγοράσουν μπύρες από κοντινή κάβα, λιώμα και οι δύο.
 Η κατρακύλα υπήρξε ραγδαία. Η περιοδεία ακυρώθηκε και μέσα στο ‘85 διαλύθηκαν. Ο Monroe μετά τα τριάντα έκανε σόλο καρριέρα και επισταμένες προσπάθειες να αποδείξει ότι ήταν στρέϊτ, ο McCoy χάθηκε στις ουσίες, ο Nasty Suicide μετά από μερικά δισκογραφήματα στο στυλ των Hanoi έγινε φαρμακοποιός, ο Sammy Yaffa συνέχισε να παίζει και να ηχογραφεί σε low key σχήματα, μαζί με την …γυναίκα του. Το 2001 πάντως οι McCoy και Monroe, ως εκ θαύματος, επανασυνδέθηκαν και το όνομα Hanoi Rocks έκανε έναν ανέλπιστο γύρο θριάμβου που διήρκεσε 8 χρόνια και απέδωσε τρία άλμπουμ ακόμη. Αλλά αυτά, όπως λέγεται, είναι μια άλλη ιστορία.
 Ευτυχώς που πρόλαβαν να αφήσουν πίσω τους το “All Those Wasted Years”, τη ζωντανή απόδειξη του πόσο δυνατοί ήταν επί σκηνής. Σπανιότατο για χρόνια να το βρεις σε βινύλιο, σχεδόν αθέατο μέχρι την εποχή των remastered cd –και παντελώς ανεκθείαστο– στην Ελλάδα, είναι ένα live άλμπουμ που στέκεται άνετα πλάϊ σε ηφαίστεια ενέργειας της βινυλιακής εποχής όπως τα “Kick Out The Jams” (MC5), “It’s Alive” (Ramones), “Live” (Status Quo), “Stupidity” (Dr. Feelgood).
 Είναι να μην αρχίζει κανείς να υφαίνει τα sine qua non σκεπτικά στην ιστορία του ροκ.
Όμως μέσα απ’ αυτό το live (και το video), η ηχητική και η οπτική συνθήκη φωνάζει από χιλιόμετρα: αν δεν θα υπήρχαν οι Hanoi Rocks του ’83 δεν θα ακουγόταν ούτε θα έδειχνε έτσι η όλη σκηνή του L.A. των ‘80s, ούτε θα γνωρίζαμε ποτέ τους Guns N’ Roses το ‘88. Κι από κει και πέρα, δένει κανείς στην αλυσίδα ό,τι καταλαβαίνει.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου



Παρασκευή 3 Απριλίου 2015

H.E.A.T.: ”Live in London”

Τα 2014 βρήκε τους σουηδούς μελωδικοροκάδες H.E.A.T. να
κυκλοφορούν την 4η ολοκληρωμένη προσπάθεια τους “Tearing Down The Walls” και να γίνεται δεκτή και πάλι με διθυράμβους!

 Όταν ξεκινούσαν στα 2008 με το ομώνυμο ντεμπούτο τους, όλοι μιλούσαν για την μεγαλύτερη ελπίδα στο μελωδικό ροκ κι όταν αποχώρησε η φωνάρα Kenny Leckremo (sorry guys, προσωπική εκτίμηση!), πολλοί θεώρησαν ότι έφτασε το άδοξο τέλος, όμως , η τύχη τους χαμογέλασε κι ανακάλυψαν στο πρόσωπο του Erik Gronwall ( νικητή του σουηδέζικου Idol ) τον ιδανικότερο αντικαταστάτη! Νεαρός, τσαμπουκαλεμένος, λατρεία του κοινού (ιδίως του γυναικείου…) με εξαιρετική φωνή περισσότερο hard rockάδικη και λιγότερο μελωδική   κατάφερε με το γκρουπ  να έχει δύο υπερεπιτυχημένες κυκλοφορίες και έτσι το Μάιο του 2014 στο Highbury Garage του Λονδίνου , μπροστά σε ένα αλαλάζον κοινό, ηχογράφησαν την εμφάνιση τους.
Ο ήχος δεν είναι τόσο καλογυαλισμένος κι αποδίδει καλύτερα όλην την ενεργητικότητα της μπάντας επί σκηνής , την απαράμιλλη μουσικότητα όλων , σε συνδυασμό και τις εκτενείς εισαγωγές κάθε τραγουδιού , ο δίσκος θα ικανοποιήσει με την αυθεντικότητα και την αίσθηση ενός επίσημου bootleg! Για μία ακόμη εμφάνιση δε , ο υπερκινητικός frontman Erik Gronwall κάνει το live  αυτό να ξεχωρίζει από άλλων συγκροτημάτων, που ακούγονται σα να είναι τραγούδια στο στούντιο με παρουσία κοινού, χάρη της αστείρευτης ζωντάνιας του που μπορούν οι Έλληνες φίλοι μας να τη διαβεβαιώσουν καθώς τους ενθουσίασε με την παρουσία του στο κύκνειο Firefest 2014.
Η συναυλία είναι μία μίξη από ύμνους , όπως τα εναρκτήρια  “Point Of No Return” και  “A Shot At Redemption”, ή τα περισσότερο  αλληλεπιδραστικά  “In And Out of Trouble” (με την συμμετοχή του Herman Li των  Dragonforce) και το  “Downtown”.
Επίσης , ύμνος που τραγουδά όλο το κοινό το  “Tearing Down The Walls”  ή το “Mannequin Show” , όπου το κοινό με την παρότρυνση του  Erik επιδίδεται σε  headbanging, για να ακολουθήσουν οι συνθέσεις που  παρουσιάζουν  την σκληρότερη εκδοχή της μπάντας , τα “Inferno” και  “Enemy In Me”.
Τα δύο τραγούδια των  encore είναι από την προηγούμενη κυκλοφορία τους το δίσκο  “Address The Nation” και είναι τα  “Breaking The Silence” και το  “Living On The Run”. Κατά τη γνώμη μου από τα περισσότερο εμπορικότερα ροκ τραγούδια της δεκαετίας!
Ο δίσκος δεν ολοκληρώνεται με το αγαπημένο του κοινού “Beg Beg Beg” (παιζόταν  μόνο στη Γιαπωνέζικη περιοδεία…)   όπως και το  “Danger Road”  που καταστράφηκε η παρουσίαση του από ένα δυσλειτουργικό  keyboard.
Βέβαια, η αγαπημένη μου  AOR περίοδος εκπροσωπείται από το αγαπημένο προσωπικά “1000 Miles” (που εξοβελίστηκε αργότερα από το σετ των συναυλιών αργότερα…)  και το εξαιρετικό  “Late Night Lady”!
Στην τελική ο δίσκος παρουσιάζει την τωρινή εικόνα της μπάντας: δυναμικό μελωδικό hard rock  και σίγουρα δεν απλά η μπάντα - ελπίδα της δεκαετίας των 00ς….είναι ΑΠΛΑ Η ΜΠΑΝΤΑ ΤΗΣ ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ ΣΤΟ ΜΕΛΩΔΙΚΟ ΧΩΡΟ (κι ας λατρεύω τη φωνή του  Kenny Leckremo)!!!

 Νότης Γκιλλανίδης

Toto: “Toto XIV”



Υπάρχουν συγκροτήματα που όσο και αν τα πολέμησαν οι κριτικοί, εκείνα κατάφεραν όχι μόνο να επιβιώσουν για δεκαετίες αλλά ανάγκασαν να υποκλιθούν κάμποσοι “ειδήμονες” στο μεγαλείο τους.

Ο λόγος για τους θαυμάσιους ΤΟΤΟ όπου το ρητό “Πρώτα σε αγνοούν, μετά σε κοροϊδεύουν, μετά σε πολεμούν και στο τέλος τους νικάς” που έλεγε ο Γκάντι ταιριάζει απόλυτα στους διαχρονικά επικριτές τους.
Φυσικά δεν  πρόκειται να αποθεώσω τους αμερικανούς, με  βάση την εμπορική τους επιτυχία διότι ετούτη η μπάντα πρώτα από όλα έγραφε ΚΟΡΥΦΑΙΑ άσματα.
Ειδικά όσοι έχετε ακούσει τους πρώτους δίσκους θα καταλάβετε ότι έχω δίκιο και δεν θέλω να αναφερθώ στο γεγονός ότι έχουν πουλήσει εκατομμύρια δίσκους, έχουν σκαρφαλώσει στην κορυφή των τσαρτ (και στις δύο πλευρές του ατλαντικού) και έχουν κάνει δεκάδες sold out συναυλίες ώστε  να μην μείνω μόνο σε αυτό το επίπεδο σύγκρισης.
Ερχόμενοι τώρα  στη νέα δουλειά των ΤΟΤΟ που επιστρέφουν στη δισκογραφία μετά από εννιά χρόνια στουντιακής αποχής και αφήνοντας πίσω τους οριστικά το αρκετά progressive και αξιόλογο προηγούμενο δίσκο τους  “Falling In Between” έχουμε να επισημάνουμε τα εξής:
Το γκρουπ έχει πλέον  ως πυρήνα  τους  David Paich, Steve Lukather  και  Steve Porcaro αλλά και τον  παλιό τους τραγουδιστή Joseph Williams (ερμηνευτής στα άλμπουμ των Τοto, Fahrenheit και The Seventh One) ενώ στα τύμπανα συναντάμε τον πολύπειρο Keith Carlock.
Το ξεκίνημα του δίσκου γίνεται με το δυναμικό Running Out of Time” με την κιθάρα του Steve Lukather  να σηκώνει περήφανα ξανά τη σημαία των Toto και να μας προδιαθέτει θετικά για το τι θα ακούσουμε στη συνέχεια.
Ευτυχώς το Burn” που ακολουθεί αναδεικνύει την γοητευτική συνθετική έμπνευση του γκρουπ αφού περιέχει ένα «ογκώδες» μελωδικό ρεφρέν ενώ το Holy War” παρά τις έξυπνες ενορχηστρωτικές εξάρσεις του δεν ενθουσιάζει ιδιαίτερα.
Το  “21st Century” είναι ουσιαστικά  μία εξαιρετική και μοντέρνα blues σύνθεση όπου οι Toto επεμβαίνουν και  καταφέρνουν  να “κολλήσουν” σε αιώνιους κλασσικούς  ρυθμούς την μοναδική aor ευφυΐα τους.
Το Orphan” που ακολουθεί αποτελεί ακόμη μία εκπληκτική στιγμή του άλμπουμ ενώ οι πομπώδεις μελωδίες στο περίφημο και ανατριχιαστικό Unknown Soldier (for Jeffrey)”  είναι αξεπέραστες  και το κομμάτι λάμπει και στιχουργικά.
Η συνέχεια ανήκει στο The Little Things” που  είναι απλά αδιάφορο ενώ το “Chinatown” μας γυρνάει στις εποχές του “Rosanna” και του “Africa” και σίγουρα θα αγαπηθεί από τους οπαδούς με το πρώτο άκουσμα.
H μπαλάντα All The Tears That” ακολουθεί τις μελωδικές σταθερές του γκρουπ, όπως ανάλογα συμβαίνει και στο πανέμορφο  Fortune” ειδικά στο τομέα των δεύτερων φωνητικών.
Το Great Expectations”  ξεκινά σε απαλό μπητλικό ύφος και μετατρέπεται σε απίστευτο έπος, όπου κιθάρες, πλήκτρα, μελωδίες  ερμηνείες σμίγουν μαγικά και μας χαρίζουν μοναδικές στιγμές μουσικής ευδαιμονίας!!!
Τέλος στην γιαπωνέζικη έκδοση του άλμπουμ περιλαμβάνεται  τo  βελούδινο Bend” ως bonus track όπου ακούγεται με λίγες αποχρώσεις από Pink Floyd.
Συνοπτικά θα περιγράφαμε ότι η νέα στούντιο κυκλοφορία των ΤΟΤΟ, είναι ένας μικρός μουσικός  θησαυρός  με τρομερές μελωδικές εμπνεύσεις, όπου η απόκτησή του κρίνεται απαραίτητη  μιας και θα βρίσκεται σίγουρα σε πολλές λίστες με τα καλύτερα  άλμπουμ στα τέλη τούτης της χρονιάς.

Φώτης Μελέτης

 

 
 
 
 

Πέμπτη 2 Απριλίου 2015

FM : "Heroes and Villains"



Το "Heroes and Villains" είναι το πολυαναμενόμενο ένατο στούντιο άλμπουμ των FM, της θρυλικής αυτής μπάντας, το οποίο ακολουθεί τα επιτυχημένα Rockville άλμπουμ που κυκλοφόρησαν το 2013.



Οι FM όλα αυτά τα χρόνια, όλα αυτά τα τόσο επιτυχημένα χρόνια της καριέρας τους έχουν κυκλοφορήσει πολλά σπουδαία και αξιομνημόνευτα δισκάκια όπως τα "Tough It Out "και "Aphrodisiac" και περιόδευσαν σε όλο τον κόσμο με πολλούς καταξιωμένους καλλιτέχνες όπως η Tina Turner, Meat Loaf, ο Gary Moore, οι Status Quo και με τους μεγάλους Bon Jovi στην περιοδεία του “Slippery When Wet ".
Το 2010, το "Metropolis" ήταν γεγονός και οι FM περιόδευσαν εκτενώς με μπάντες όπως οι Thin Lizzy, Foreigner και Europe και συμμετείχαν σε διάφορα φεστιβάλ.
Το 2013, ήρθε η ώρα για δύο πραγματικά πολύ καλούς δίσκους, τα Rockville Ι και ΙΙ, για να έρθει το σήμερα και το νέο πόνημα της μπάντας με τίτλο "Heroes and Villains".
Οι FM λοιπόν με αυτό το νέο άλμπουμ έρχονται με φόρα και αρκετή έμπνευση για να μας προσφέρουν ακόμη ένα διαμαντάκι που στέκεται επάξια δίπλα στους παλιούς τους κλασσικούς πλέον δίσκους.
Το δυνατό τους χαρτί είναι για ακόμη μια φορά ο Steve Overland, ο οποίος "γεμίζει" κάθε τραγούδι με τις υπέροχες του ερμηνείες. "Digging Up The Dirt" για αρχή και προσωπικά το συγκεκριμένο τραγούδι είναι από τις καλύτερες στιγμές του δίσκου .
Στη συνέχεια, το "You're The Best Thing About Me" είναι ένας μελωδικός ροκ δυναμίτης που σε στέλνει πίσω στα τέλη των 80’s με την Def Lepard-ish αισθητική του. Τα "Life Is A Highway" και "Fire And Rain" κινούνται σε πιο hard rock φόρμες ενώ με το "Incredible" έχουμε να κάνουμε με την πρώτη μπαλάντα του δίσκου.
Τυπικό FM αργό κομμάτι με τν απαραίτητη έκρηξη και περιλαμβάνει μια απίστευτη (θυμίζει πάλι Def Leppard) μελωδία, ωραίες αρμονίες και υπέροχες ερμηνείες από τον Overland. Up-tempo ρυθμοί και πάλι με την εξαιρετικά πιασάρικη μελωδία του "Call On Me" (ακόμη ένα highlight) για να ακούσουμε και κάτι πιο ‘heavy’ με το δυνατό "Big Brother".
Πιστεύω πως αποτύπωσα τα με τον καλύτερο τρόπο τις εντυπώσεις μου από το νέο πόνημα αυτής της πραγματικά θρυλικής μπάντας!
Οι FM επέστρεψαν δριμύτεροι με ένα εντυπωσιακό άλμπουμ που συνδυάζει άψογα το τότε με το τώρα και το αποτέλεσμα είναι σχεδόν τέλειο!!

Βασίλης Χασιρτζόγλου

Τετάρτη 1 Απριλίου 2015

Nightwish: "Endless Forms Most Beautiful"



Επιστροφή μετά από τέσσερα χρόνια δισκογραφικής αποχής για
τους Nightwish. Έχοντας πλέον ξεπεράσει το εμπόδιο, τα θέματα που δημιούργησε η Annete Olzon αλλά και το πρόβλημα της τραγουδίστριας του σχήματος, το οποίο φαίνεται πως λύθηκε (τελείως; προσωρινά;) με την έλευση της ολλανδέζας Floor Jansen (Ex After Forever) δίνοντας κάποιες συναυλίες και κυκλοφορόντας ήδη ένα live album (Showtime, Storytime 2013), ήρθε η ώρα να δούμε τι γίνεται και από πλευρά στούντιο.

Ednless Forms Most Beautiful τιτλοφορείται το νέο τους πόνημα και στόχος τους είναι να δημιουργήσουν ένα νέο φάσμα οπαδών προσπαθώντας παράλληλα να κερδίσουν το χαμένο έδαφος από τις προηγούμενες πληγές τους. Για αυτόν τον λόγο τα μέλη του σχήματος αυξάνονται κατά ένα με τον Troy Donockley να αναλαμβάνει και επίσημα χρέη uilleann pipes, bodhrán, flute, tin whistle, backing vocals. Αυτό που δεν ξέρουμε ακόμα όμως είναι τι γίνεται με την θέση του ντράμερ η οποία χήρεψε όταν ο Jukka Nevalainen εγκατέλειψε την μπάντα το 2014. Την θέση του πήρε ο Kai Hahto τόσο για τις ζωντανές εμφανίσεις αλλά και στον νέο δίσκο, χωρίς όμως να έχει παρουσιαστεί επίσημα σαν το νεότερο μέλος τους, ενώ αναφέρεται και σαν επιπρόσθετος μουσικός. Στην επίσημη σελίδας τους πάντως σαν ντράμερ, αναφέρεται ακόμα ο Jukka.
Στον δίσκο αυτό, συμμετέχουν και οι Richard Dawkins που κάνει τα narrations, ο Pip Williams στα orchestral arrangements και οι Metro Voices τα choir.
Στο σύνολο του, θα συναντήσουμε έντεκα συνθέσεις με την διάρκειά τους να αγγίζουν συνολικά τα 80 λεπτά περίπου. Το ύφος που τους είχαμε μάθει τόσα χρόνια, εξακολουθεί να υπάρχει και η σπίθα δεν έσβησε. Αντίθετα, αυξήθηκαν τα συμφωνικά στοιχεία και τα κέλτικα, αντλώντας χώρο από τα πλήκτρα, όπως και τα κινηματογραφικά στοιχεία. Αυτό που φαίνεται πως έχει χαθεί καθώς για τρίτη συνεχόμενη δουλειά τους απουσιάζει από άλμπουμ τους, είναι τα οπερετικά φωνητικά. Αυτό είναι το ένα κομμάτι σε συνδυασμό με την προηγούμενη αναφορά που αγάπησα στους Nightwish και η αλήθεια είναι πως με χαλάει όταν τους έχω μάθει έτσι, να συνεχίζουν την στροφή που κάνανε μετά τον διωγμό της Tarja.
Στο στούντιο, όλα είναι δυνατά και τις δυνατότητες της Floor, αν μη τι άλλο τις γνωρίζουμε πολύ καλά τόσο από το προηγούμενο σχήμα της όσο και από τις εμφανίσεις της με τους Nightwish. Δεν είμαι φαν της Olzon, ούτε υπήρξα ποτέ, όμως εδώ δεν βρίσκω κάποια διαφορά με εκείνη όσον αφορά το στούντιο κομμάτι της υπόθεσης. Στέκεται πολύ καλά, στερούμενη όμως το να τραγουδήσει σαν σοπράνο για άγνωστους λόγους.
Κάτι που έκανε και η προκάτοχός της, άσχετα με το αν δεν το κατείχε το άθλημα έτσι και αλλιώς. Έχοντας σαν βάσει αυτά τα δεδομένα, φτάνουμε στο συμπέρασμα ότι η Tarja έφυγε επειδή ήθελαν (-ε) να κάνουν στροφή στον πιο “pop rock” ήχο και προφανώς να παραγκωνίσουν τα οπερετικά φωνητικά.
Για αυτό επέλεξαν και την Olzon να την αντικαταστήσει. Τα συμπεράσματα δικά σας.. Κάπως έτσι επομένως, φτάσαμε στο σήμερα με τα φωνητικά να αλλάζουν κατεύθυνση, θέλοντας κάποιον να μπορεί να ερμηνεύσει τις παλαιότερες συνθέσεις αλλά να ανταπεξέρχεται στο ύφος που επέλεξαν πλέον να κινηθούν.
Η στροφή αυτή τους φέρνει πιο κοντά σε αυτό που πρεσβεύουν οι Avantasia, παρά αυτό που είχαν στο ξεκίνημά τους. Το νόμισμα όμως έχει πάντα δύο όψεις και συνεχίζουν να ρισκάρουν. Το αν θα τους βγει, θα το δείξει ο χρόνος.
Οι συγκρίσεις είναι αναπόφευκτες μιας και μιλάμε για το ίδιο σχήμα και ο ρόλος της Jansen ακόμα πιο δύσκολος. Καλείται να αποδείξει ότι μπορεί να ανταπεξέλθει. Το θέμα είναι τα καταφέρνει; Η απάντηση είναι πως ναι, τα πάει μια χαρά. Είναι πολύ καλύτερη από την Olzon αλλά όχι καλύτερη από την Tarja.
Στις συναυλίες ακούγεται σουπερ και εδώ έρχεται το μεγάλο ερώτημα πως είναι στο στούντιο; Και εκεί, ακούγεται μια χαρά και τα πάει περίφημα. Σχεδόν όλα τα στοιχεία - πλην των φωνητικών - που αγαπήσαμε είναι ακόμα εδώ και αυτό φαίνεται ξεκάθαρα μέσα από τα νέα τραγούδια τους.
Το πάντρεμα τους, οδηγεί σε έναν γάμο After Forever με Nightwish και είναι λίγο δύσκολο από την μια όταν τους έχεις μάθει αλλιώς να τους αποδεχτείς έτσι. Και η ζυγαριά τελικά, γέρνει στο να ακούγονται σαν After Forever με την προσθήκη του Tuomas παρά σαν Nightwish. Αλλά αυτό δεν είναι κάτι που χρεώνεται η ίδια.
Επικεντρωμένοι πλέον σε αυτό το ύφος θα δούμε μέσα από τις νέες συνθέσεις πως κάποια τραγούδια θέλανε οπερετικά φωνητικά, όπως το ομώνυμο για να αναδειχτούν στο έπακρο. Και αυτό είναι καθαρά επιλογή του Μαέστρου Holopainen για δικούς του λόγους.
Κατά την ακρόαση του, φτάνουμε στο τελευταίο τραγούδι που διαρκεί 24 λεπτά και είναι η μεγαλύτερη σύνθεση τους έως τώρα. Ένα πολύ όμορφο μακροσκελές τραγούδι με πολλά συμφωνικά, κινηματογραφικά και  κέλτικα στοιχεία. Άνετα θα μπορούσε να γίνει ταινία μικρού μήκους.
Δύσπεπτο και κουραστικό στο άκουσμα του γιατί είναι πολλά αυτά που χρειάζεται να κατανοήσει ο ακροατής αλλά μαγευτικό από την άλλη, το οποίο απαιτεί πολλαπλές ακροάσεις για να μπορέσει κάποιος να βγάλει σίγουρο συμπέρασμα
. Επίσης, έτσι όπως είναι δομημένο, τα οπερετικά φωνητικά διεκδικούσαν επάξια την θέση τους γιατί είναι οι “Nightwish και όμως ούτε εδώ το συναντήσαμε αυτό.
Ερχόμαστε τώρα στο τελικό αποτέλεσμα.  Το Endless Forms Most Beautiful, είναι ότι καλύτερο έχουν παρουσιάσει μετά την εποχή της Tarja στα φωνητικά. Όχι, δεν είναι το καλύτερο της καριέρας τους, αυτό είναι το Once με τεράστια διαφορά. Σηματοδοτεί την έναρξη μιας νέας εποχής για τους Nightwish, γκρεμίζοντας τις ελπίδες μας να τους δούμε στο παλιό ύφος με εκείνα τα φοβερά φωνητικά.
Το θέμα είναι αν ο ακροατής επιθυμεί να ακούσει τους After Forever με την προσθήκη του Tuomas σαν συμπρωταγωνιστή κι να αποδεχτεί ότι αυτό είναι πλέον οι Nightwish γιατί έτσι επέλεξε ο Tuomas ή θα πει εντάξει, είναι τόσες μπάντες που κάνουν το ίδιο πράγμα με αυτούς, οι Nightwish διαφέρανε σε αυτό, τώρα που κάνανε αυτή την στροφή δεν διαφέρουν από τις άλλες, so what?
Και τι είναι αυτό που τελικά θέλει ο Tuomas;; Να ηγηθεί της  Ά εθνικής ή να παίξει ποδόσφαιρο σε ομάδα β κατηγορίας κρατώντας χαμηλούς τόνους;
Το άλμπουμ αξίζει την προσοχή σας και έχει γίνει πραγματικά φοβερή δουλειά, όχι όμως για να κυκλοφορήσει κάτω από την ταμπέλα Nightwishγια τους λόγους που προανέφερα και αυτήν την φορά, δεν ευθύνεται η τραγουδίστρια.. No more excuses Tuomas.

Γιώργος Βαλιμίτης

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2015

Design: "In Other Words"


Αλήθεια είναι ότι με τις σελίδες κοινωνικής δικτύωσης δεν πολυασχολούμαι. Tον ένα λογαριασμό που κατέχω, τον δημιούργησα για να παρακολουθώ και να κοινωνώ με πρόσωπα της μουσικής που με ενδιαφέρει. Eπίσης αληθινό είναι το γεγονός , ότι ανακάλυψα και συνδέθηκα με ανθρώπους που πέρα από τις επιφανειακές και τετριμμένες τυπικότητες φιλίας, είχαν και έχουν κάτι να πουν’ είτε ανθρώπινο, είτε καλλιτεχνικό!

Και έρχομαι στο δια ταύτα πριν ο φίλτατος αρχισυντάκτης Φώτης Μελέτης με ανακαλέσει στην τάξη για τον σχοινοτενή πρόλογο  και θυμάμαι πριν ενάμιση χρόνο τη γνωριμία μου με ένα ελληνικό συγκρότημα που παίζει στο μελωδικό / A.O.R  ηχοχώρο, τους Farraday!!!
Όταν δε, είχα την καλή συγκυρία να τους δω και ακούσω στον πάντοτε φιλόξενο χώρο του  Bat City  Club της Αθήνας , γνώρισα και τους εξαίρετους μουσικούς που  έπαιζαν με τον δημιουργό της μπάντας Roy Da Vis,τους γνωστούς μουσικούς και ικανότατους χειριστές των οργάνων τους, όπως τον Jimmy Serra στο μπάσο, και τον Chris Crystal στα τύμπανα, όπου έδωσαν μπροστά στο αθηναϊκό κοινό απτές εικόνες και ακούσματα του μουσικού ταλέντου και του πάθους τους για τη μουσική που υπηρετούν και γουστάρουν και μας αρέσει.
Η χαρά μου ήταν μεγάλη λοιπόν όταν έμαθα , ότι ο Jimmy Serra στο μπάσο , ο  Chris Crystal στα τύμπανα συνεπικουρούμενοι από τους Geo Mats στην κιθάρα που προστέθηκε στις αρχές του 2010 στο αρχικό σχήμα , ενώ η μπάντα  πήρε την τελική της μορφή με την προσθήκη του Johnny Sc στο πιάνο & τα πλήκτρα και της Ili Kar στη φωνή.
 Οι Design συνθέτουν δική τους μουσική και κυκλοφόρησαν το πρώτο τους άλμπουμ με τον τίτλο "In Other Words" στην FM Records. Έχω λοιπόν 5 μέρες και άλλο cd δεν παίζει στα cd players σπιτιού κι αυτοκινήτου εκτός από αυτό!! Λοιπόν: πλήκτρα, ευφάνταστες κιθαριστικές  διαδρομές και δυναμική rhythm section! Ακριβώς αυτή είναι η εικόνα! Με το ''In Other Words''  τα φωνητικά της Ili  Kar  να παρουσιάζουν ομοιότητα με τις καλύτερες παρόμοιου ύφους τραγουδίστριες και με ακόμη πιο μοντέρνα προσέγγιση, η ουσία είναι ότι πρόκειται για άνω του μέσου όρου AOR/μελωδικού hard rock  μπάντα!
Η δε φωνή της καλλιτέχνιδας θυμίζει διασταύρωση Wilson(Heart),  Janet Gardner (Vixen) , με αρκετή δόση από  Robin Beck.
Εάν συνυπολογίσουμε,  τις συνθέσεις , τους ικανότατους μουσικούς και την εξαιρετική τραγουδίστρια έχουμε την τέλεια συνταγή: AOR, μελωδικό  hard rock… η κλασική παραγγελία στα 80ς!
Οι εγχώριοι μουσικοί δημιουργούν εξαιρετικά ακούσματα μουσικότητας, με ταιριαστές  δοσολογίες σε πλήκτρα, καθώς οι "πλούσιες" συνθέσεις και η φωνή της πολυτάλαντης Ili καθηλώνουν τον ακροατή.
Oι ευκολομνημόνευτα χορωδιακά φωνητικά και πιασάρικες ενορχηστρώσεις  εντυπωσιάζουν και προσωπικά δε βρήκα σύνθεση filler ενώ ήδη με το εναρκτήριο και ομότιτλο πρώτο τραγούδι απογειώνεσαι. Ίσως και τα υψίσυχνα φωνητικά συμβάλλουν σε αυτήν την απογείωση, η ατμοσφαιρική εισαγωγή αλλά και το ευφάνταστο κιθαριστικό ριφ.
Προσωπικά αγαπημένο από την πρώτη ακρόαση, ακολουθεί το “Breakout” το “Every Day” με εξαίρετες κιθάρες, το τέλειο  FM radio – πίσω στα  80’ς που ο "πειρατικός σταθμός" στη γενέθλια  πόλη μου, όπου για 2 ώρες σε ανάλογου ύφους εκπομπή  που παρουσίαζα , έπαιζε μόνο τέτοια "άσματα"!
Το “The Meaning of Love” με εισαγωγή ala  Satriani και jazzέ πλήκτρα/πιάνο, την κιθάρα να κελαηδάει μετά από εκπληκτικό σολάρισμα , εάν δε σας θυμίζει τη υπερμπάντα των Toto , προφανώς διαβάζετε λάθος ιστοσελίδα.
Στο ίδιο ύφος και τα υπόλοιπα, με το ορχηστρικό “Twenty Eight”  σε ταξιδεύει μακριά για 1’και 35’’. Tο μεγαλόπρεπο στην εισαγωγή του “Fire is in Your Heart” είναι ακόμη ένα ξεσηκωτικό ροκάδικο κομμάτι. Κλασικός  80'ς ήχος!! Το “May be Next Time” μου έφερε μουσικά στα αυτιά μου  μπάντες αγαπημένες όπως Red Dawn, Saraya.
Tο “Hold me” ένα απολύτως μεθυστικό μελωδικό κομμάτι που  αιωρείται το πνεύμα της δεκαετίας του '80 και τραβά τον ακροατή με πιασάρικες γραμμές "γαντζωμένες  στο ξόρκι της μελωδίας" ενώ το “Only Heaven Knows” είναι ιδανικό για να κλείσει ο δίσκος και να σε αφήσει να παρακαλέσεις για συνέχεια! Κομματάρα με τα όλα της (!!!) με τον Μιχάλη Σμέρο (ex Fortress Under Siege, Καθηγητής Μονωδίας και Ιδρυτής του Studio Phonetics) σε ένα μοναδικό ντουέτο με την Iri  μου θύμισαν σίγουρα House of Lords και στα κιθαριστικά σημεία Steve Vai.
Στενοχωριέμαι, που σε δύσκολες εποχές οικονομικής κρίσης, οι προτάσεις εξαιρετικών κυκλοφοριών είναι πολλές και η αγορά τους, στεγνώνει τα ήδη αποστραγγισμένα πορτοφόλια μας όμως οι φίλοι που μπορούν διαθέσουν ελάχιστα ευρώ (5) θα απολαύσουν και θα συνδράμουν ίσως σε μία ακόμη κυκλοφορία της δουλειά της ελληνικής αυτής μπάντας.
To συγκεκριμένο άλμπουμ συγκαταλέγεται στις καλύτερες κυκλοφορίες του 2015 και συμπληρώνει τη μελωδική ελληνική σκηνή που διαχρονικά παρουσιάζει ήδη καταπληκτικές κυκλοφορίες ή αναμένει οσονούπω και άλλες από τους Farraday,  Flyin’ Mercury, Kingdragon, Soundtruck, Raw Silk, Redrum , Wild Rose (με αλφαβητική σειρά – άλλωστε όλοι έχουν αφήσει το χνάρι τους επάξια στο χώρο)

Νότης Γκιλλανίδης




 
 
 

Neal Morse Band: “The Grand Experiment”



H περίπτωση του σπουδαίου μουσικού, τραγουδιστή και
δημιουργού Neal Morse είναι από αυτές που σε κάνουν περήφανο διότι παρά τις πολλές κυκλοφορίες του, ανακαλύπτεις ότι το αστείρευτο ταλέντο που διαθέτει καταφέρνει και εκπέμπει ακόμη ρίγη σύγχρονου pro-rock ήχου.



Συνεπιβάτης ή καλύτερα συνοδηγός σε αυτό το κομψοτέχνημα είναι ο Mike Portnoy (Dream Theater, Transatlantic, Adrenaline Mob, Flying Colors) όπου όχι μόνο διαπρέπει στο τομέα των τυμπάνων αλλά είναι και εξαιρετικός συνθέτης.
Από το ξεκίνημα του δίσκου με το δαιδαλώδες "The Call" νιώθεις άμεσα τις prog δονήσεις με τους ατέλειωτους ρυθμούς, τα  επιβλητικά πλήκτρα και τις δυναμικές ενορχηστρωτικές δομές να συναγωνίζονται σε έμπνευση και ταχύτητα.
Ακολουθεί το ομότιτλο τραγούδι που είναι  πιο ροκ, από τα υπόλοιπα κομμάτια και σε αρκετά mainstream ύφος με τα φωνητικά να θυμίζουν μίγμα από Beatles και Genesis και  με το κιθαριστικό σόλο να απογειώνει την εν λόγω σύνθεση.
Το “Waterfall” ξεκινά σε νηφάλιους ρυθμούς όπου καταλήγει σε μία πανέμορφη μπαλάντα ενώ το “Agenda” περιέχει μελωδικές γραμμές από τη σημερινή pop σκηνή αλλά και την αμερικάνικη alternative κοινότητα με τις ερμηνείες να εκπλήσσουν.
Το εκρηκτικό  “Alive Again”  αποτελεί ένα απίστευτο έπος που μόνο μουσικοί και συνθέτες όπως οι Neal Morse και  Mike Portnoy ξέρουν να φτιάχνουν. Heavy ρυθμοί, ανεξάντλητος λυρισμός, ιδανική αρμονία, τυμπανιστική πανδαισία, ουράνια φωνητικά και όλα αυτά εναλλάσσονται με μοναδική μαεστρία βυθισμένη σε μία γοητευτική seventies feeling ατμόσφαιρα.
Τώρα ερχόμενοι στο Bonus Disc του The Grand Experiment” θα ομολογήσω ότι περιέχει ένα από τα κορυφαία τραγούδια που έχει  υπογράψει και ερμηνεύσει ο Neal Morse κι αυτό είναι το αξεπέραστο “New Jerusalem” δίνοντας για άλλη μια φορά ένα αυθεντικό χριστιανικό μήνυμα αγάπης και ελευθερίας.
Τέλος υπάρχουν αλλά τέσσερα κομμάτια (τα δύο είναι σε live μορφή), το "Doomsday Destiny" σε καθαρά Genesis ύφος και μία αξιόλογη και δυναμική διασκευή του τρυφερού κομματιού “MacArthur Park” του αμερικανού συνθέτη και τραγουδιστή Jimmy Webb αλλ
Η προσφορά των Randy George στο μπάσο, του Eric Gillette στην κιθάρα και τα φωνητικά αλλά και τους Bill Hubauer στα keyboards είναι ανεκτίμητη  διότι μπορεί να είναι οι αφανείς ήρωες αυτής της κυκλοφορίας αλλά τέτοιο εξαιρετικό και πολύσυνθετο παίξιμο ελάχιστοι μουσικοί μπορούν να κάνουν σήμερα.
Πιστεύω ότι οι Neal Morse Band τα κατάφεραν και κυκλοφόρησαν μία πολύ καλή δουλειά και ευτυχώς δεν μας απογοήτευσαν.
Φαίνεται ότι το  στοίχημα που έχω βάλει με κάποιον φίλο ότι δεν πρόκειται να βγάλουν ποτέ μέτριο δίσκο μάλλον θα συνεχίσω ακόμη να το κερδίζω…

Φώτης Μελέτης

 
 

Pat Travers: "Live At The Iridium ΝΥC"



Αν κάποια μελλοντική γενιά βάλει σ΄έναν υπερμοντέρνο ηλεκτρονικό εγκέφαλο τις κατάλληλες πληροφορίες ώστε να μπορεί να ανασύρει ανά πάσα στιγμή τα πιο αντιπροσωπευτικά ηχητικά δείγματα ενός ιδιώματος του εικοστού αιώνα με τίτλο γένους "classic rock" είναι πολύ πιθανό ένα απ΄αυτά να φέρει το όνομα του Καναδού Pat Travers.

Στη μακρά του δισκογραφία (που ξεκινά απ΄το '76) έχει κυκλοφορήσει πολλά live, με το "Live ! Go For What You Know" του 1979 να θεωρείται χαρακτηριστικό της εποχής των guitar heroes. Με το νέο του, ενδέκατο, ζωντανό άλμπουμ, με τίτλο "Live at The Iridium NY", ο 60χρονος εξακολουθεί να απολαμβάνει να τροφοδοτεί το κοινό με τον ζωτικό hard rock / blues ήχο που παίζει μια ζωή.
Προτιμώντας να αναδείξει μερικά λιγώτερο γνωστά κομμάτια από τη δισκογραφία του και να τα αναμίξει με δυναμικές διασκευές (τα παλαιολιθικά "Spoonfool", "If I Had Possession Over Judgement Day", όπου γκεστάρει ο Jon Paris στη φυσαρμόνικα) και το οργασμικό "Black Betty"), ανεβαίνει στο πάλκο του Iridium με κουαρτέτο που ξέρει παλιά και καινούρια «απ΄έξω και ανακατωτά»:
Kirk McKim (κιθάρα, φωνητικά), Rodney O' Quinn (μπάσο, φωνητικά) και Sandy Gennaro (τύμπανα), μαζί του από το 2012, με δέσιμο για σεμινάριο, κρατούν την ενέργεια ψηλά :
το "Rock N' Roll Suzie" σε προειδοποιεί κατευθείαν για μια βραδιά γεμάτη boogie woogie, τα "Gettin' Betta" και "Heat In The Street", αυθεντικοί επιβιώσαντες από το σετ του ".What You Know" 36 χρόνια πριν, ακούγονται τόσο «καμπάνα» που απαιτούν επιτακτικά ανέβασμα της έντασης, το "Josephine" αφήνει χώρο στην κιθάρα του Pat να μιλήσει και το σόλο του Kirk McKim (ναι, ο Pat είναι «δημοκρατικός» κιθαρίστας), επονομαζόμενο "Lonewolf", εξελίσσεται σε μια εκτέλεση του "Redhouse" του θείου Jimi, με τυπωμένο τον ήχο της slide του Travers πάνω του.
Το Iridium έχει τη φήμη ενός από τους καλύτερους συναυλιακούς χώρους στη Νέα Υόρκη και ο ήχος που περιέχει το live αυτό τη δικαιώνει πλήρως, με το αποτέλεσμα να βγαίνει κατευθείαν απ΄την κονσόλα καλομιξαρισμένο και πεντακάθαρο. Ανάμεσα απ΄τα κομμάτια έχουν μείνει περίπου άθικτες οι αντιδράσεις του κοινού, στοιχείο που συντηρεί ευχάριστα τη ζωντανή αίσθηση.
Για όσους σηκώνουν φρύδι και διερωτώνται αν έχουν λόγο ύπαρξης τέτοιες κυκλοφορίες από τους γερόλυκους της κιθάρας «που δεν είναι βιρτουόζοι», συνιστάται να μην ξαναπιούν μπύρα. Είναι ανθυγιεινή και έχει την ίδια «βαρετή» γεύση εδώ και κάτι αιώνες.

 Παναγιώτης Παπαϊωάννου

 
 
 

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2015

Scorpions: "Return to Forever"


ΕΛΛΑΣ: Σωτήριον έτος 2015… και παρά τα αντιθέτως θρυλούμενα εξακολουθεί να παραμένει πεισματικά Αλεμανική αποικία, που θα έλεγε και ο Ζουράρις. Ακόμα και οι μεγαλύτεροι φιλέλληνες Γερμανοί, οι αειθαλείς Scorpions επιμένουν να μας βομβαρδίζουν με τις κοφτερές κιθάρες τους και τα ανυπέρβλητα ημι-οπερετικά φωνητικά του Klaus Meine.


Νέο άλμπουμ για τους Γερμανούς, το οποίο έχει την τύχη να είναι το επόμενο από το τελευταίο τους!!!
Παράδοξο; Και όμως αληθινό. Παρόλο που είχαν προαναγγείλει πως το "Sting in the Tail" του 2010 θα ήταν ο τελευταίος σταθμός της ημιαιωνόβιας πορείας τους, ωστόσο κάποιες δημιουργικές εσωτερικές ανάγκες τους οδήγησαν για ακόμα μια φορά στο studio για το "Return to forever"… 50 χρόνια πέρασαν από την ίδρυση τους και ειλικρινά θεωρώ πως πολύ εύκολα μπορούν να βγάλουν κι άλλα άλμπουμ.
Όταν έχεις έναν τραγουδιστή, που η φωνή του ακούγεται στο ίδιο επίπεδο που ακουγόταν πριν 30 χρόνια και όταν καταφέρνεις μετά από μισό αιώνα πορείας να βγάζεις άλμπουμ με τουλάχιστον 5 και 6 εξαιρετικά τραγούδια, γιατί να σταματήσεις…;
Εκτός αν προτιμάς να μεγαλώνεις εγγόνια, από το να είσαι στο σανίδι και να σε αποθεώνουν χιλιάδες οπαδοί. Και μην μου πείτε για λεφτά.  Διότι απ’ αυτά τα «πολύχρωμα χαρτιά» οι Σκορπιοί έχουν περίσσευμα…
Στο δια ταύτα το "Return to forever", είναι ένα άλμπουμ, που κατά το ήμισυ αποτελείται από κομμάτια που γράφτηκαν στα τέλη της δεκαετίας του ’70 και στις αρχές της δεκαετίας του ’80.
Πολλά απ’ αυτά ήταν να περιληφθούν σε άλμπουμ όπως τα "Blackout", "Love at First Sting", "Savage Amusement" και "Crazy World", αλλά «απέτυχαν» λόγω της περιορισμένης χωρητικότητας των θρυλικών βινυλίων. Κι επειδή δεν είμαι ιδιαίτερος fan της late 80’s περιόδου τους, σίγουρα δεν έγιναν οι πιο σωστές επιλογές τότε… Για τα early 80’s, ούτε συζήτηση. Εκείνη την εποχή δεν έβγαλαν απλά καλό τραγούδι, οπότε…
Υπάρχει μια ανεπαίσθητη 80’s αισθητική στην συγγραφή των τραγουδιών, ωστόσο το "Return to forever" είναι ένα σύγχρονο ηχητικά άλμπουμ, το οποίο στέκεται περήφανα, στην πλούσια δισκογραφία της εκπληκτικής αυτής μπάντας…
Το άλμπουμ ξεκινάει με το "Going Out With A Bang". Ένα uptempo τραγούδι, μ’ ένα "Bang Bang Bang" και αρκούντως κολλητικό ρεφραίν. Πολύ όμορφα ξεκινήσαμε… Πάμε στο δεύτερο… Και "We Built This House", το λεγόμενο hit του δίσκου. Για την ακρίβεια hitαρα! Σίγουρα το έχετε ακούσει κάπου. Αντάξιο του ρόλου του.
Είμαι σίγουρος ότι θα περιλαμβάνεται σχεδόν σε όλες τις συναυλίες των Σκορπιών, μέχρι ν’ αποφασίσουν να το κλείσουν οριστικά. Θα τολμούσα να εκστομίσω την βαριά κουβέντα, πως πρόκειται για το Rock you like a hurricane των 10’s.
Πάμε στο επόμενο "Rock Rock Rock My Car" όπου όλα τα 80’s κλισέ είναι εδώ και με ήχο πολύ πιο σύγχρονο. Οι γερόλυκοι κυριολεκτικά τα σπάνε. Πολύ καλό ξεκίνημα για το cd με πολύ δυνατό, uptempo, heavy και 80’s… Για να δούμε τι μας επιφυλάσσει η συνέχεια…
Τέταρτο τραγούδι και "House Of Cards" και αισίως φτάσαμε στην πρώτη μπαλάντα. Για να γίνω κι εγώ λίγο 80’s, θα αρχίσω τις επιτηδευμένες υπερβολές. Η πιο μέτρια μπαλάντα των Scorpions είναι ύμνος για τους άλλους… Οπωσδήποτε πανέμορφο τραγούδι όπου δεν θα κάνει την διαφορά αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι μέτριο. Ίσα ίσα είναι υπέροχο. Απλά δεν είναι Still loving you… Και τι έγινε; Μια φορά αγαπάς…(;;;)
Πάμε στο επόμενο και "All For One"… Ο τυπικές κοφτές ρυθμικές κιθάρες των Scorpions είναι εδώ. Όπως και η 80’s hard rock αισθητική, μόνο που δεν είναι κάτι μεγάλο, ούτε και filler. Στα σημεία μου θυμίζει λίγο Def Leppard!
Και πάμε στο Rock 'N' Roll Band! Δυναμίτης… Ή και νέο Dynamite… Βάλτε και μια δόση από παλιούς Whitesnake, πριν γίνουν ξανθοί και έχετε έτοιμη μια τραγουδάρα, που κάνει και για live και για αυτοκίνητο και για rock club και για walkman.
Kαι τα καλούδια συνεχίζονται με το "Catch Your Luck And Play" που είναι ένα πολύ ωραίο τραγούδι με εξαιρετικές κιθάρες, πανέμορφο και πιασάρικο ρεφραίν.
Πάμε στο επόμενο…" Rollin' Home"… Ένα midtempo τραγούδι. Λίγο Bon Jovi, λίγο Def Leppard και το κορίτσι μου… Δεν είναι άσχημο, αλλά δεν θα μου μείνει.
"Hard Rockin' The Place" και ανεβαίνουν ξανά οι ταχύτητες. Τυπικό early 80’s Scorpions τραγούδι. Τότε που έβγαζαν ΜΟΝΟ αριστουργήματα. Τι να προσθέσω… Χώραγε, δεν χώραγε…(;;;)
Ακολουθεί η δεύτερη μπαλάντα με τίτλο "Eye Of The Storm" και ευθύς αμέσως μου ήρθε στο μυαλό το υπέροχο ομότιτλο τραγούδι των αδικημένων Pretty Maids… Πανέμορφο εκείνο… Πανέμορφο κι αυτό… Φαίνεται πως ο τίτλος εμπνέει.
Ακολουθεί το "The Scratch", ένα κόμα ένα τυπικό Scorpions τραγούδι, με πολύ καλές κιθάρες κι εδώ θα πρέπει να σημειώσω, πως η καθαριστική δουλειά των Rudolf Schenker και  Matthias Jabs είναι καλύτερη απ’ ότι θα περίμενε κανείς.
Αν τελείωνε εδώ το cd, δεν θα είχα κανένα παράπονο. Ακόμα ένας εξαιρετικό cd από τους Scorpions, οι οποίοι από το Unbreakable και μετά βγάζουν ΜΟΝΟ πολύ καλά cd.
Έλα μου ντε, που το καλύτερο το επεφύλαξαν για το τέλος, το "Gypsy Life" και σίγουρα το αγαπημένο μου του cd. Μπαλάντα ΑΑΑ εθνικής, η οποία στέκεται επάξια δίπλα στους ύμνους αυτής της υπέροχης μπάντας, που μας έχει συντροφέψει στις καλύτερες και στις χειρότερες στιγμές της ζωής μας… Και θα κλείσω με μια ακόμα μεγάλη κουβέντα…
Ναι οι Scorpions είναι υποτιμημένοι και θα έπρεπε να στέκονταν δίπλα σε μπάντες όπως οι Zeppelin, οι Purple και οι Sabbath. Άντεξαν στον χρόνο περισσότερο κι απ’ αυτά τα ιερά τέρατα… Ως παρόντες, όχι με την φήμη τους…

 
Αριστοτέλης Βασιλάκης
 

Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2015

Richie Kotzen: “Cannibals”


Ο σπουδαίος 45 χρονος κιθαρίστας έγινε γνωστός από την παρουσία του, στους POISON και MR. BIG στη δεκαετία του '90 αλλά και με συνεργασίες που είχε με πολλούς καλλιτέχνες όπως πριν δύο χρόνια με τους The Winery Dogs (Billy Sheehan, Mike Portnoy) αλλά και παλιότερα με τον άξιο συνάδελφο του Greg Howe.

Όσοι λοιπόν θυμάστε τον Richie Kotzen για τα βιρτουόζικα σόλα του ή για τις hard rock καταβολές του, απλά ξεχάστε αυτές τις αναμνήσεις με το "Cannibals".
Το ξεκίνημα του άλμπουμ γίνεται με τον ομότιτλο  heavy-funk, δυναμίτη όπου η καταιγιστική μπασογραμμή του, κερδίζει τις αρχικές εντυπώσεις ενώ η συνέχεια ανήκει στο “In an Instant” όπου το φάντασμα του Prince έχει διεισδύσει αρκετά.
Στο  υπέροχο “The Enemy“, το ηχόχρωμα της φωνής του RICHIE KOTZEN παραπέμπει ευθέως σε  ερμηνείες  σε ύφος Steve Perry (Journey) και το “Shake It Off”  που ακολουθεί διαθέτει αυτό ανεβαστικό hard funk rock ρυθμό που θυμίζει τα «καλά» τραγούδια του Lenny Kravitz ενώ το  Come On Free ακολουθεί πιστά τα soul μονοπάτια του περασμένου αιώνα.
Ένα από τα καλύτερα κομμάτια του δίσκου είναι σίγουρα το I'm All In” όπου οι Sly and Family Stone συναντούν τους Free και το εμπνευσμένο ρεφρέν της συγκεκριμένης σύνθεσης ακούγεται πλήρως καθηλωτικό.
Το Stand Tall”  με εισαγωγή και ριφ που θυμίζει έντονα το διασκευασμένο classic track,  “American Woman” περιέχει ένα δυναμικό funk rock χρώμα  με τα πλήκτρα  να βάζουν μικρές παλιομοδίτικες  πινελιές.
Το άλμπουμ κλείνoυν τα Up (You Turn Me)” που κινείται σε πιο soul δρόμους με το πνεύμα του Stevie Wonder να είναι διάχυτο ενώ ακολουθούν δύο   πανέμορφες μπαλάντες, το τρυφερό και μελαγχολικό  “You”  στο οποίο πιάνο παίζει η κόρη του August Kotzen και το συγκινητικό Time for the Payment”.
Οι ερμηνείες  του Richie Kotzen αποτελούν την μεγάλη έκπληξη του δίσκου αφού στις περισσότερες συνθέσεις αναδεικνύεται μία ζεστή και άκρως παθιασμένη φωνή ενώ ο εξαίρετος μουσικός παίζει μόνος του όλα τα όργανα του άλμπουμ!
Χωρίς λοιπόν να εντυπωσιάζει το “Cannibals” και μακριά από τους  σκληρούς ροκ ρυθμούς που μπορεί κάποιοι να περιμένανε, ο  Richie Kotzen  μας χαρίζει ένα υπέροχο άλμπουμ ποτισμένο με  soul, blues και funk μελωδίες  όπου κυριαρχεί το συναίσθημα, ο προβληματισμός για τις ανθρώπινες σχέσεις και η αγάπη που τόσο λείπει στις μέρες μας.

Φώτης Μελέτης



Last Autumn’s Dream: “Level Eleven”


Το θέμα με αυτούς τους Σουηδούς είναι πως τελικά κάτι μαγικό ρίχνουν στο νερό τους. Σίγουρα κάτι πίνουν εκεί στην κρύα Σουηδία γιατί δεν εξηγείται αλλιώς το πώς καταφέρνουν να μας "πυροβολούν" κάθε χρόνο με τόσες μπάντες και τόσες αξιόλογες κυκλοφορίες.


Οι Last Autumns Dream προέρχονται και αυτοί από την Σουηδία και είναι από τις λίγες μπάντες που μέσα στα λίγα σχετικά χρόνια ύπαρξης τους ( μετράνε 10 χρόνια ζωής) έρχονται τώρα με το ολοκαίνουριο πόνημα τους που φέρει τον τίτλο “Level Eleven” και όπως καταλαβαίνετε πρόκειται για το ενδέκατο επίσημο άλμπουμ τους. Καθόλου άσχημα θα έλεγα.
Η μουσική τους είναι απλή, άκρως μελωδική, με πολύ ωραίες ερμηνείες χάρη στην φωνάρα του  Mikael Erlandsson, πιασάρικα και ευκολομνημόνευτα ρεφραίν και γενικά κάθε τους κυκλοφορία ακούγεται ευχάριστα.  Άλλωστε από τις τάξεις τους περάσανε μουσικοί όπως ο αδικοχαμένος Marcel Jacob των Talisman και οι Ian Haugland, Mic Michaeli και  John Leven των Europe. Η ‘φυγή’ του βασικού κιθαρίστα και ιδρυτικού μέλους Andy Malecek, λόγω προσωπικών θεμάτων το 2014 (ξένισε τους φανατικούς φίλους τους για τον λόγο ότι οι κιθαριστικές του γραμμές ήταν το σήμα κατατεθέν της μπάντας), δεν πτόησε τα υπόλοιπα μέλη των LAD και έτσι επιστρέφουν στα μουσικά δρώμενα με το ολόφρεσκο “Level Eleven” .
Δυνατό ξεκίνημα με το γκαζιάρικο “Kiss Me” για να ακολουθήσει ένα τυπικό Last Autumns Dream κομμάτι. Το “Follow Your Heart” είναι αυτό που περιμένει ο κάθε οπαδός του μελωδικού ήχου. Up-tempo ρυθμοί, μελωδία, έξυπνο ρεφραίν και ξανά μελωδία σε ένα πολύ καλοκαιρινό άσμα (αν και βρισκόμαστε στην καρδιά του χειμώνα).
Τα “Ill Be There For You”, “Go Go Go-Get Ready For The Show” και “Delirious” είναι και τα τρία δείγματα ενός συγκροτήματος που δεν συμβιβάζεται με τις νέες τάσεις και μόδες της μουσικής και το μόνο που κάνει είναι να προσφέρει απλό και καλοπαιγμένο melodic rock.
Καλοπαιγμένο, όμορφο και μελωδικό δισκάκι που έρχεται να προστεθεί επάξια δίπλα στα υπόλοιπα άλμπουμ των Last Autumn’s Dream.

Βασίλης Χασιρτζόγλου



HERMAN RAREBELL & FRIENDS: "Herman's Scorpions Songs"



Αφού προηγήθηκε το ομολογουμένως πολύ καλό HERMAN RAREBELL & Friends: “Acoustic Fever”, ο γερμανός ντράμερ αποφάσισε να κυκλοφορήσει με τους ίδιους ερμηνευτές την σκληρή εκδοχή του.

Είχα γράψει και παλαιότερα ότι  ο H. Rarebell  κατάφερε με την ακουστική άποψη γνωστών και αδικημένων κομματιών των Scorpions να δημιουργήσει θετικές εντυπώσεις και τώρα με το Herman's Scorpions Songs  προσπάθησε να εντυπωσιάσει το ίδιο.
O γερμανός ντράμερ που μεγαλούργησε με τους Scorpions στην πιο εμπορική εποχή τους, (έπαιξε μαζί τους από το 1977 – 1996) κυκλοφορεί λοιπόν ένα πολύ καλό άλμπουμ που περιέχει 13 πανέμορφα τραγούδια της πρώην μπάντας του, εκτελεσμένα από σπουδαίους και μεγάλους ερμηνευτές δίνοντας έτσι μία άλλη γοητεία και αίγλη σε λιγότερα γνωστά και αδικημένα κομμάτια των Γερμανών hard rockers.
Τα δύο πιο δημοφιλή τραγούδια που υπάρχουν στο  δίσκο είναι τα “Dynamite” και “Rock You Like A Hurricane” όπου το πρώτο τραγουδά ο Johnny Gioeli (Hardline, Axel R Pell) και το δεύτερο ερμηνεύει ο Bobby Kimball (Toto) σε αρκετά δυναμικό ύφος και από τους δύο καλλιτέχνες.
Φοβερές εκτελέσεις,  ελκυστικές ενορχηστρώσεις και παθιασμένες ερμηνείες έχουμε στο “Is There Anybody There” από τον Alex Ligertwood (Santana, Average White Band), στο συναρπαστικό “Passion Rules The Game” από τον John Parr και στο “Loving You Sunday Morning” από τον Michael Voss (Casanova, Demon Drive, Mad Max, Silver).

Το ενδιαφέρον στοιχείο στο "Herman's Scorpions Songs"  είναι ότι υπάρχουν 4 τραγούδια από το υποτιμημένο αλλά υπέροχο “Animal Magnetism” με το ομότιτλο κομμάτι να ερμηνεύεται εκπληκτικά και ατμοσφαιρικά με αρκετά flamengo στοιχεία από τον εντελώς άγνωστο καλιφορνέζο Michael Nagy ενώ το “Falling In Love” με τον Gary Barden (MSG) και το “Don’t Make No Promises” από τον Jack Russell (Great White) στέκονται επάξια στις αρχικές εκτελέσεις, κάτι που επιτυγχάνεται ακόμη περισσότερο με το θαυμάσιο “Make It Real” που τραγουδά ο  Doogie White (Rainbow, Cornerstone, Yngwie Malmsteen's Rising Force, Praying Mantis).

Από το “Blackout” βρίσκουμε το αγαπημένο και αδικημένο “You Give Me All I Need” με τον Don Dokken στα φωνητικά να κάνει μία μελωδικότατη ερμηνεία και το εκπληκτικό “Arizona” με τον George Daniels (προσωπική ανακάλυψη του H. Rarebell) να πετυχαίνει άψογα τη χαρούμενη διάθεση του κομματιού. Αξιοπρεπέστατες και έντονες ερμηνείες έχουμε στο “Love Is Blind” με τον Paul Shortino (King Kobra, Quiet Riot) και στο κλασσικό “Another Piece Of Meat” από τον Tony Martin (Black Sabbath).
Επίσης στο άλμπουμ υπάρχει και  το "Let It Shine"  τραγουδισμένο από τον  Al Crespo (Unbreakable) που δεν έχει καμία σχέση με τους  “Σκορπιούς”  και απλά είναι μία προσωπική  και μέτρια  μπαλαντοειδή σύνθεση του H.Rarebell
Τέλος μεγάλο όπλο στην εξαιρετική συνολική εικόνα και δημιουργία του δίσκου ήταν το ταλαντούχο κιθαριστικό παίξιμο των  Michael Voss -Chris Hasler  ενώ δεν πρέπει  να ξεχάσουμε να απονείμουμε τα εύσημα  στον εμπνευστή και ντράμερ του άλμπουμ,  HERMAN RAREBELL που έδωσε μία νέα πνοή και ομορφιά σε αδικημένα και όχι μόνο τραγούδια των Scorpions.
 

Φώτης Μελέτης

Bryan Ferry: "Avonmore"




Λέγεται ότι είναι ένα από τα πιο διαδεδομένα -και ιατρικώς μη αποδεδειγμένα- δημογραφικά στοιχεία. Ένα στα πέντε παιδιά που γεννήθηκαν μεταξύ 1983 και 1986 συνελήφθησαν καθώς παιζόταν ένα άλμπουμ με τη φωνή του Bryan Ferry. Το ραντεβού μπορεί να ξεκινούσε αθώα, με τριαντάφυλλα και δείπνο υπό το φως κεριών, αλλά από τη στιγμή που αυτή η φωνή άρχιζε να ξεχύνεται από το στέρεο, το πράγμα ήταν φανερό που θα καταλήξει.


Τώρα, μετά από 44 χρόνια καρριέρας, το δέκατο πέμπτο προσωπικό του άλμπουμ έρχεται στο φως και συναντά το πολυδιασπασμένο κοινό, αναζητώντας σε ποιά μερίδα του «πρέπει» και σε ποιά «μπορεί» να απευθυνθεί.
Στο εξώφυλλο μια φωτό τον απεικονίζει σκεπτικό - η προσωποποίηση της επιτήδευσης - όπως ήταν πριν από 35 και κάτι χρόνια, στις μέρες του ως «μοιραίος δανδής». Άρνηση της τρίτης ηλικίας; Αυθυποβολή; Άπελπις εκμοντερνισμός; Δικαιωματική αναπαλαίωση;  

 Τίποτε απ΄όλα αυτά. Το "Avonmore" έχει τον κλασσικό, ακριβέστερα, τον vintage Ferry ήχο και στα 43 λεπτά του έξοχα, στέρεα και αισθαντικά κομμάτια.
 Μουσικά, είναι μια ιδανική σύζευξη των "Avalon", "Boys & Girls" και "La Bete Noir".
Σα να βγήκε το 1988, προεκτείνοντας, αλλά μην αντιγράφοντας το ύφος και τη διάθεση των καλύτερων στιγμών εκείνης της περιόδου του. Ήχος που ρέει, ρυθμοί με εσωτερική ένταση, κιθάρες, πνευστά, πλήκτρα και φωνητικά αναδεικνύονται πάνω σ΄ένα καμβά από αέναες αλλαγές μπάσου και ντραμς. Την παραγωγή κάνει για μια ακόμη φορά ο μεγάλος
Rhett Davis, υπεύθυνος ακριβώς για τα ηχητικά κομψοτεχνήματα της δισκογραφίας του Ferry στα μέσα των '80s.
Οι μουσικοί άσσοι του παρελθόντος είναι και πάλι εδώ. Με ανεβασμένο το προφίλ του μετά την επιτυχία του "Random Access Memories" των Daft Punk, ο Nile Rodgers μοιάζει να ξεφυτρώνει παντού τελευταία. Όμως ο ίδιος ο ήχος του σε παραπέμπει στο "Boys and Girls", όπου o Rodgers είχε ξανασυνεργαστεί με τον Ferry.
Το ίδιο και ο πρώην κιθαρίστας των Smiths, Johnny Marr (ο οποίος συνυπογράφει και ένα κομμάτι - "Soldier Of Fortune"), που ήταν ο βασικός κιθαρίστας στο "Bete Noire" του '87. Για τον βιρτουόζο μπασίστα Marcus Miller (επίσης είχε παίξει στο "Girls and Boys") τα λόγια είναι περιττά. Κι αυτός επιστρέφει με απαράμιλλο στυλ, γεμίζοντας με ροή και μελωδία όλο το άλμπουμ, αφήνοντας κατά μέρος το slap στυλ το οποίο τον έκανε διάσημο στη σύγχρονη jazz και ακολουθώντας μια εύκαμπτη όσο και εύπεπτη μελωδική τεχνοτροπία σπουδαγμένη σε εκατοντάδες R&B session μεταξύ τέλους '70s και αρχών '80s.
Στο επίκεντρο -όπως πάντα - βρίσκεται η εύθραυστη φωνή του Ferry, με το έκκεντρο τονάρισμα και τις τόσο αριστοτεχνικά τοποθετημένες φράσεις να οδηγούν σε ένα σχεδόν υπνωτιστικό συντονισμό. Προσεκτικά αποφεύγοντας να προδώσει τα χρόνια του (μόνο στα "Soldier Of Fortune" και τη διασκευή "Send In The Clowns" ακούγεται όσο περίπου είναι), ο Ferry και πάλι μας πείθει ότι η περσόνα του αιώνιου δανδή ζει και αναπνέει μέσα στο ύφος και το περιεχόμενο των τραγουδιών.
Στιχουργικά, θα πρέπει να αναλογιστούμε ότι από το τελευταίο του άλμπουμ με πρωτότυπο υλικό (το "Olympia" του 2010), ο 69χρονος παντρεύτηκε και χώρισε με μια γυναίκα 38 χρόνια μικρώτερή του. Ίσως αυτό να εξηγεί έναν τόνο αναδρομής, τύψεων και νοσταλγίας που διατρέχει όλη την καινούρια συλλογή. Τα κομμάτια, ανεξαρτήτως tempo, καταλήγουν σε μια σειρά από συναισθηματικά «βαριά» στιχουργικά σχήματα, που τα αποδίδει ο ψίθυρος ενός πληγωμένου εραστή, χωρίς να καταλαβαίνει κανείς αν είναι νυν ή πρώην.
Το "Loop De Li" είναι από τα καλύτερά του εδώ και χρόνια και από τα καλύτερα κομμάτια που κυκλοφόρησαν φέτος γενικά. Ακολουθούν από μικρή απόσταση και γεμάτα νέον εικόνες τα "Midnight Train", "Driving Me Wild" και "One Night Stand".
Η ηλεκτροφανκ παλίρροια του ομώνυμου ακούγεται πράγματι σύγχρονη, με την ρυθμική φρασεολογία του Rodgers να ξεχωρίζει, η οποία, απεναντίας, στο εξομολογητικό "Lost" μεταφέρει στα  late '70s.
Δεν είναι μια υπόθεση hooks, είναι, όπως και το μεγαλύτερο μέρος του άλμπουμ, μια υπόθεση ατμόσφαιρας, όπου οι υπαινιγμοί των πασίγνωστων μουσικών υπογραφών (Rodgers, Miller, Marr, Davis) βοηθούν την ερμηνεία του Ferry να αποκτήσει βάθος. Ποπ με προεκτάσεις, από τον άνθρωπο που έκανε τη μουσική του συνώνυμη με την γοητευτική αφηρημενολογία "sophistication", λατρεμένη έννοια - πασπαρτού κοινού και κριτικών.
Το "Avonmore" καταφέρνει να λειτουργήσει εντελώς ά-χρονα, ενσωματώνοντας στην τραγουδοποιία του στοιχεία τόσο τρέχοντα όσο και ρετρό. Φέρει μαζί του έναν ήχο που θα μπορούσε να είχε παραχθεί οποτεδήποτε τα τελευταία 30 χρόνια. Η ambient εκδοχή του "Johnny & Mary" του Robert Palmer (μια συνεργασία με τον μεγαλόσχημο 30άρη, DJ Todd Terje) τονίζει αυτή την ποιότητα. Υπό αυτό το πρίσμα, το "Avonmore" είναι μια υπενθύμιση ότι ο Ferry είναι εκείνος που περπάτησε πρώτος στα εδάφη της ποπ με υπόβαθρο και γι΄αυτό είναι ακόμη και σήμερα - στα 70 - ικανός να φτιάχνει εξεζητημένη μουσική που ακούγεται διαχρονική, αντανακλώντας την ίδια στιγμή τον παλμό των σύγχρονων, αλλά, καθώς φαίνεται και των μελλοντικών μουσικών τάσεων.

Ένας δίσκος - γύρος θριάμβου για τον Ferry, τον παραγωγό και τους μουσικούς που τον συντρόφευσαν στις χρυσές εποχές της προσωπικής του καρριέρας, αφού τώρα πια το mainstream τον ακολουθεί, τον αναφέρει, επισταμένα προσπαθεί να κοπιάρει την αίσθηση και την αισθητική του. Δηλαδή, τον χρειάζεται.
Με το "Avonmore", τα γεννητούρια των '80s κρατούν στα χέρια τους μια άριστη αφορμή να διαιωνίσουν, με τη σειρά τους, το είδος.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου



LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...