Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2015

Leslie West: "The Great Fatsby"

Το “The Great Fatsby” είναι το δεύτερο σόλο άλμπουμ του Leslie
West μετά το “Mountain”, το οποίο είχε πρωτοκυκλοφορήσει το 1969.

Μετά τη θητεία του στους Mountain και στους West, Bruce & Laing ο  Leslie West ξαναδοκιμάζει να πορευτεί σόλο έχοντας στο πλάι του πολλούς και καταξιωμένους μουσικούς, οι οποίοι φορτώνουν το δίσκο με μπόλικη δόση αίγλης, όχι πως την χρειαζόταν στη δεδομένη στιγμή ο Leslie, αλλά ήτανε βεβαίως ευπρόσδεκτη.
Πρώτος και καλύτερος guest ο «πολύς»  Mick Jagger, ο οποίος παίζει ρυθμική κιθάρα (sic), ενώ ο συνοδοιπόρος του  Leslie, ο Corky Laing (μαζί του στους Mountain και στους West, Bruce & Laing) ήταν φυσικά καταδικασμένος να συμμετέχει σε τούτο εδώ το πόνημα.
Επίσης γνωστοί μουσικοί που συνεπικουρούν με την εμπειρία τους το “The Great Fatsby” είναι ο Gary Wright (Spooky Tooth) και ο Howie Wyeth (γνωστός ως drummer του Bob Dylan), οι οποίοι παίζουν πιάνο.
  Μουσικά ο δίσκος είναι ένα μικρό αριστούργημα. Αποτελείται τόσο από συνθέσεις που συνυπογράφει ο ίδιος ο Leslie (I´m Gonna Love You Thru The Night, E.S.P, If I Still Had You), όσο και από εξαίρετες διασκευές, οι οποίες και κοσμούν το άλμπουμ.
Ο δίσκος κυκλοφόρησε το 1975 και ξεκινάει με το “Don’t Burn Me” μία καταπληκτική hard rock σύνθεση του Paul Kelly για να μας συνεπάρει στη συνέχεια με μία υπέροχη εκτέλεση του “The House Of The Rising Sun”. 
Οι Jagger και Richards βοηθούν συνθετικά το δίσκο (High Roller και  Honky Tonk Woman), ενώ τα  “Doctor Love” (του Andy Fraser, μια  σύνθεση που υπάρχει στο δίσκο First Water (1973) των Sharks, μπάντας που σχημάτισε ο Fraser μετά την αποχώρησή του από τους Free), “If I Were A Carpenter” (του Tim Hardin, το οποίο το έχουν διασκευάσει εκτός του Leslie West και οι Bobby Darin, Four Tops κ.α.) και “Little Bit Of Love” (από το Free At Last του 1972) συμβάλλουν τα μέγιστα στην επιτυχία του δίσκου.
 Συμπερασματικά θα λέγαμε ότι πρόκειται για ένα εξαίσιο άλμπουμ βινυλίου, το οποίο κατά την ταπεινή μου γνώμη είναι απαραίτητο να κοσμεί τη δισκοθήκη σας ιδιαίτερα αν είστε λάτρης του hard rock της δεκαετίας του ’70.
 

Outloud:" Destination: Overdrive"


Με αυτή την best of κυκλοφορία η παρέα του Bob Katsionis
κλείνει οριστικά πίσω της τον πρώτο κύκλο, της αξιοπρόσεκτης πορεία της και ανοίγει παράλληλα μια καινούργια σελίδα.


Το γκρουπ κέρδισε δίκαια και με το σπαθί του την διεθνή αναγνώριση αφού εκτός από τους δυνατές και αξιόλογες συνθέσεις που έχει ηχογραφήσει και στα υπόλοιπα επίπεδα δηλαδή της παραγωγής, των εξωφύλλων κα των βίντεο κλιπ έδειξε μεγάλο επαγγελματισμό.
Η μπάντα ξεκίνησε φιλόδοξα τον Αύγουστο του 2009 με το παρθενικό της άλμπουμ “We'll Rock You To Hel”l and Back Again”  και κέρδισε με το καλημέρα αρκετούς οπαδούς, του melodic hard rock αλλά και τους κριτικούς.  Ειδικά κομμάτια όπως τα “We Run”, το  “Broken Sleep”, τη φοβερή μπαλάντα “This Broken Heart”  και το υπέροχο “Tonight” ενθουσίασαν πολλούς από εμάς. Το συγκρότημα συνέχισε με δεύτερο δίσκο το 2011 με τίτλο  “Love Catastrophe” και με λιγοστά live στο ενεργητικό του που περιορίστηκε στην Ελλάδα αδικώντας τον εαυτό του  αφού οι συνθέσεις και αυτού του άλμπουμ ήταν εξαιρετικές με τα “Isolation Game”,” Falling Rain”, “Waiting for Your Love” και “The Night That Never Ends” να κλέβουν τις εντυπώσεις.
Το 2012 κυκλοφορεί το E.P του "More Catastrophe", που περιέχει μερικά επιπλέον κομμάτια και ένα χριστουγεννιάτικο άσμα.
Το 2014 οι Outloud κυκλοφορούν τον τρίτο ουσιαστικά δίσκο τους με τίτλο “LET’S GET SERIOUS” που κινείται ηχητικά στα χνάρια των προηγούμενων άλμπουμ όπου του melodic hard rock συναντά παράλληλα τους metal ρυθμούς και τις aor μελωδίες.
Ξεχωρίζουν το εκπληκτικό “I Was So Blind”, το “One More Time”,το  “Like a Dream”,  το “A While to Go”, το  “Bury The Knife” και η ποπ διασκευή στο "Enola Gay" που δεν συμπεριλαμβάνεται στο “Destination: Overdrive”.
Όλα τα προανεφερόμενα κομμάτια βρίσκονται σε αυτή την best of κυκλοφορία με μία επιπλέον έκπληξη που είναι η εξαιρετική διασκευή στο περίφημο χορευτικό hit της δεκαετίας του ’80, “ I'm So Excited” που είχαν τραγουδήσει οι The Pointer Sisters, στεναχωρώντας  πολλούς  συμπλεγματικούς “μεταλλοπατέρες” που δεν αντέχουν να ακούν  τα υπόλοιπα είδη μουσικής και κρίνουν με κακή προαίρεση κάθε τι που έχει γνωρίσει εμπορική επιτυχία.
Συμβουλή μας, χωρίς να το παίζουμε ειδήμονες ή ξερόλες και με αγάπη προς την δουλειά τους.
Αν πιστεύουν στην εξέλιξη του γκρουπ οφείλουν να μη το βλέπουν ως ένα ευχάριστο διάλλειμα από τις άλλες υποχρεώσεις τους αλλά να επενδύσουν κι άλλο στη μπάντα με περισσότερες συναυλίες ειδικά στο εξωτερικό και με συμμετοχές σε πιο πολλά φεστιβάλ.
Άλλωστε σε συνέντευξη που έδωσε πριν λίγους μήνες ο Bob Katsionis αποκαλύπτεί ότι: "Δεν έπρεπε να αφήσω τους OUTLOUD σε δεύτερη μοίρα όλα αυτά τα χρόνια".

Είναι κρίμα για την προσπάθεια που κάνουν και για τα τρία εξαιρετικά full στούντιο άλμπουμ  που έχουν κυκλοφορήσει να μην αποκτήσουν ακόμη μεγαλύτερο κοινό και ευχόμαστε η αλλαγή δισκογραφικής εταιρίας και το νέο μάνατζμεντ  να κάνει το θαύμα της.
Κλείνοντάς να επισημάνουμε ότι το προηγούμενο χρονικό διάστημα το συγκρότημα είχε ορισμένες αλλαγές στα μέλη του όμως η σταθερή αξία που λέγεται Chandler Mogel  στα φωνητικά, μαζί με τον δημιουργό, κιθαρίστα και βασικό συνθέτη των Outloud, Bob Katsionis  και τον μπασίστα Sverd έχουν ρίξει γερές βάσεις για την συνέχεια και ευχόμαστε με λίγη τύχη να έχουν την επιτυχία που τους αξίζει!

Φώτης Μελέτης

Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2015

Spock's Beard: "The Oblivion Particle"


Παρά τις διαφοροποιήσεις στη σύνθεσή τους, οι Spock's Beard
έχουν να επιδείξουν σταθερά υψηλή ποιότητα στα 23 χρόνια της δισκογραφικής τους πορείας. Ξεκίνησαν στην αρχή των συγκεχυμένων '90s ως μια ακόμη «εκτός τόπου και χρόνου» prog ιδιοτροπία, σύντομα όμως καθιερώθηκαν στο -μειοψηφικό τότε- classic rock ακροατήριο, παρέχοντας μαζί με σχήματα όπως οι Porcupine Tree τη σύνδεση με ροκ παρελθόν που η βιομηχανία προσπαθούσε να διασπάσει.

Κοντά στο γύρισμα της χιλιετίας, άρχισαν οι ανακατατάξεις.
Πρώτα άφησε το μικρόφωνο ο μέχρι τότε βασικός τους συνθέτης
Neal Morse, το 2002. Το γκρουπ συνέχισε με μακρόταλα ουσιώδη άλμπουμ με έντονο χαρακτήρα, όπως τα "Snow" και "Octane". Μετά το "X" του 2010, ο ντράμερ και -μετά την αποχώρηση του Morse- lead τραγουδιστής (κάπως σαν Phil Collins μετά το '75) Nick D' Virgilio έφυγε κι αυτός για να ασχοληθεί με την προσωπική του καρριέρα.
Σαν όμως να ήταν αυτό που έλειπε για να μεταμορφωθούν σε ένα νέο μουσικό ον, πιο συγκεντρωμένο στη μελωδία και τη σύνθεση. Τα cult επίπεδα του "The Light" (του '95) δεν γίνεται να επαναληφθούν, αλλά δεν μοιάζει να ήταν ποτέ αυτός ο σκοπός τους. Σήμερα, απαρτίζονται από τον Alan Morse (αδελφό του Neal, το μόνο ιδρυτικό μέλος σε κιθάρα φωνητικά) τον Dave Meros (από το '93 σταθερό σε  μπάσο, φωνητικά), τον Ryo Okumoto (από το '95 μαζί τους σε πλήκτρα, φωνητικά), τον Jimmy Keegan (από το '11 σε τύμπανα, φωνητικά) και τον Ted Leonard (αρχηγό των Enchant, από το '11 σε σε lead φωνητικά και κιθάρα).
Κατά κανόνα τα prog album θέλουν το χρόνο τους για να απορροφηθούν από τον μέσο ροκ οργανισμό, όμως το 12ο άλμπουμ των Καλιφορνέζων έχει την αρετή να περιλαμβάνει όχι μόνο περιπετειώδη tracks, αλλά και μελωδίες που μένουν, καθώς και μεστές «προσωπικές» ερμηνείες στίχων ικανών να περνούν το χωροχρόνο και να συντροφεύουν τον ακροατή για καιρό. Υπό τον τίτλο «Το Ψήγμα της Λήθης» και διπλωμένο σ΄ένα απ΄ τα λεπτομερή, «παλιά» εξώφυλλα (ιδανικό για βινυλιακό μέγεθος) το άλμπουμ, χωρίς να είναι concept, παίζει με το θέμα του χρόνου και της μνήμης.
Οι εννέα συνθέσεις έχουν διάρκεια μεταξύ 6 και 10 λεπτών, τον αέρα των ώριμων Yes, την στιβαρή μελωδία των Kansas και την αιχμή των ύστερων Rush, γαρνιρισμένες με δόσεις ψυχεδέλειας και νεοκλασσικής ambience.
Το εναρκτήριο ''Tides Of Time'' είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα: η πολυπλοκότητά του και η θεατρικότητα που του προσδίδουν τα πάντα εφευρετικά κήμπορντς του Okumoto δεν αποβαίνουν σε καμία στιγμή σε βάρος της σύνθεσης. Ο δε Ted Leonard στα φωνητικά, στο δεύτερό του μόλις άλμπουμ με το γκρουπ, ακούγεται ακριβής, με συναίσθημα, δύναμη και έκταση, σα νά'ταν εξαρχής μαζί τους.
Το "Minion" αποτελεί κι αυτό μια σύζευξη δυνατού ρεφραίν -αλά παλιών Kansas- που ταξιδεύει πάνω σε μια ποικιλία συναισθημάτων. Το βουκολικό πνευστό και η δομή "Yes εποχής Tormato" του "Hell's Not Enough" έρχεται να τέρψει διαφορετικά.

Τα πλήκτρα του Okumoto δεν είναι η μόνη πηγή πειραματισμού. Ο Alan Morse πέρα από κιθάρα παίζει σε διάφορα κομμάτια ηλεκτρικό sitar, autoharp, μπάντζο και μαντολίνο, ενώ ο ντράμερ Jimmy Keegan αναλαμβάνει πρώτη φωνή στο -με μια γερή δόση Beach Boys στις μελωδίες - "Bennett Builds A Time Machine", όπου ο ήρωας των στίχων (και του εξωφύλλου;) καταφέρνει να φτιάξει μια χρονομηχανή που με τη βοήθειά της θα διορθώνει τα λάθη του παρελθόντος του. Η δυάδα που σχηματίζει με το σχετικά ευθύ, ψυχεδελίζον ''Get Out While You Can'' οδηγεί τον ακροατή σε εύκρατα '60s εδάφη, πριν έρθει το πυρετώδες εννιάλεπτο "A Better Way To Fly", διακατεχόμενο από ένα συναρπαστικό κινηματογραφικό feeling.
Το με κλασσικής ευαισθησίας εισαγωγή από τον Okumoto "The Centre Line" είναι από τα πιο άμεσα κομμάτια του ρεπερτορίου τους, με ρεφραίν ουρανομήκες και μια εντυπωσιακή «διφωνία» κιθάρας - πλήκτρων στη μέση της επτάλεπτης διάρκειάς του.
Το ''To Be Free Again'' είναι ένα επικό κομμάτι, από τα πιο αξιόλογα που έχουν κυκλοφορήσει φέτος στον progressive χώρο. Ξεκινώντας από ένα βαρύ ριφ απελευθερώνει μια ευρεία γκάμα συναισθημάτων, μέσα από έναν συμφωνικό δαίδαλο στον οποίο ο ακροατής χάνεται μετά χαράς.
Τον δίσκο ολοκληρώνει το "Disappear", ένα ακόμη πολυατμοσφαιρικό εξάλεπτο που παραπέμπει σε διασταύρωση Yes και Weather Report, με γεμίσματα βιολιού από τον David Ragsdale.
Η όλη εμπειρία ακρόασης του «Ψήγματος της Λήθης» είναι από τις πιο ουσιαστικές που μπορεί να δώσει το σύγχρονο prog. Εσκεμμένες συνθέσεις, με νοήμονα πλοκή που στιγμή δεν ξεπέφτει σε χαοτική, ασαφή ή αυτάρεσκη, εύληπτα «κύρια σημεία» σε συνοχή μεταξύ τους και ήχο απολαυστικό απ' άκρη σ' άκρη. Υποψήφιο για τα καλύτερα της φετινής rock παραγωγής γενικώς.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2015

Ugly Kid Joe: “Uglier Than They Used Ta Be”


Μετά από δύο δεκαετίες δισκογραφικής απραξίας οι συμπαθητικοί
αμερικανοί UGLY KID JOE επιστρέφουν με νέο δίσκο και μπαίνουν ξανά και επάξια στον ροκ χρηματιστήριο και με τιμές ανοδικές...

Οι Ugly Kid Joe  αν και ποτέ δεν ήταν το συγκρότημα που θα σε καθήλωνε κατάφερνε και κέρδιζε τον ακροατή με τον νεανικό ενθουσιασμό, τις εναλλακτικές αλλά hard/heavy rock συνθέσεις του και την αστείρευτη ενέργεια του, ειδικά στις live εμφανίσεις.
Οι Αμερικανοί κυκλοφορούν λοιπόν, το τέταρτο στούντιο δίσκο τους και οι συνθέσεις περιλαμβάνουν σχεδόν όλα όσα έχουμε ακούσει από το φάσμα της σκληρής ροκ μουσικής και το βαρόμετρο το καθορίζουν οι κιθαριστικές τορπίλες των Dave Fortman και  Klaus Eichstadt που άλλοτε θυμίζουν τον Slash και άλλοτε τα κιθαριστικά ριφ να σε παραπέμπουν στους Metallica και όλα αυτά εμπλουτισμένα με  alternative και νέο- grunge μελωδίες όπως γίνεται υπέροχα στο “Mirror The Man” και “Nothing Ever Changes”.
Το μεγάλο όμως όπλο παραμένουν οι επιβλητικές ερμηνευτικές εξάρσεις  του τραγουδιστή Whitfield Crane, που πετυχαίνει να μεταδίδει τον δυναμικό χαρακτήρα των συνθέσεων ειδικά στα “Let The Record Play” , “She's Already Gone” και  “Bad Seed”.
Oι απρόσμενες αλλά ευχάριστες εκπλήξεις του δίσκου είναι οι δύο διασκευές.
Πρώτα η άψογη εκτέλεση στο κλασικό “Ace Of Spades” των Motorhead με την συμμετοχή του κιθαρίστα Phil Campbell, ο οποίος δίνει επίσης τα κιθαριστικά του ρέστα στα “My Old Man” (θυμίζει έντονα AC/DC) και στο  “Under The Bottom”  που ηχεί σε ύφος Monster Magnet.
Ακολουθεί η φοβερή διασκευή στο περίφημο  “Papa Was A Rolling Stone” παρέα με την εκπληκτική  Αυστραλή τραγουδίστρια Dallas Frasca που είναι αναμφισβήτητα ένα από τα δυνατά  highlight του “Uglier Than They Used Ta Be”.
Το τραγούδι όμως που κλέβει τις εντυπώσεις είναι το εξαιρετικό το “Enemy” όπου η μπαλαντοειδής southern/stoner ατμόσφαιρα, του κομματιού εξελίσσεται στη πορεία σε ένα οργιώδες  “μεταμφιεσμένο Paradise City”!!!
Νομίζω ότι οι UGLY KID JOE κέρδισαν με άνεση τον τίτλο ως η καλύτερη επιστροφή της χρονιάς και μας χάρισαν ένα album με περίσσιο  heavy rock αίσθημα.

Φώτης Μελέτης

Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2015

Dave Gilmour: "Rattle That Lock"


Αν το 2014, το Endless River των Pink Floyd, ήταν εξ’ ολοκλήρου
ορχηστρικό με εξαίρεση το “Louder Than Words”, ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει με το νέο άλμπουμ του κιθαρίστα τους, Dave Gilmour. Μέσα στις δέκα του συνθέσεις οι οχτώ περιέχουν στίχους και οι δύο από αυτές είναι απλά μουσική.

Ο κιθαρίστας φαινόμενο, είτε που θα απέχει από την μουσική για πολύ καιρό είτε που θα παίρνει φόρα και θα τα βγάζει όλα μαζεμένα. Θυμηθείτε τι είχε γίνει μετά το “On An Island” που κυκλοφόρησε πόσα live cd/dvd’s μαζεμένα.
Σειρά έχει μετά το περσινό “Endless River” από την κανονική του μπάντα, η προσωπική του δουλειά “Rattle That Lock”.
 Ας ξεκινήσουμε από τα ωραία και δυστυχώς τα καλύτερα στο άλμπουμ, σύμφωνα με την γνώμη μου, στέκονται στο εξώφυλλο. Όπου σε μια αλάνα ενός χωραφιού δίπλα σε βουνό και λίμνη (ή ποτάμι μήπως;), είναι  ένα μικρό κλουβάκι, όπου με ανοιχτή την πόρτα του, τα πουλιά που βρίσκονται μέσα ελευθερώνονται ένα ένα, μετά την αιχμαλωσία τους.  Πραγματικά πολύ όμορφο σαν εικόνα, ταιριαστό με τον τίτλο του δίσκου και μεταφορικό από πολλές έννοιες.
 Αφήνουμε τώρα το εξώφυλλο για να πιάσουμε την ουσία του πράγματος.
Μου είναι πολύ δύσκολο να γράψω άσχημη κριτική για ένα μέλος των θρυλικών Pink Floyd, όπως και για το ίδιο το σχήμα, μιας και είναι μία από τις τρείς - τέσσερις αγαπημένες μου μπάντες. Όμως όταν πρόκειται για μουσική και για κάτι το οποίο θα βγει στη δημοσιότητα και ο άλλος θα ξοδέψει χρήματα και ουσία σε αυτό, η συνείδησή μου, λέει ότι πρέπει να είμαι ειλικρινής και να μην γίνομαι πιόνι των δισκογραφικών εταιριών.
Όσο και αν με  ενοχλεί αυτό (να θάψω δηλαδή κάτι που αγαπάω), οφείλω τουλάχιστον να πω την δική μου αλήθεια πρώτα στον εαυτό μου και μετά στους αναγνώστες.  Στη τελική o Dave, δεν έχει και ανάγκη τα χρήματα. Ότι πούλησε την βίλα του στη Ρόδο, το Endless River χτύπησε πρωτιά παγκόσμιος, οπότε όλα καλά του πάνε.  Έτσι δεν είναι;
  Λοιπόν το άλμπουμ δεν είναι καθόλου καλό για τις δυνατότητές του.
Είναι σίγουρα αρκετά καλύτερο από το προηγούμενο (On An Island) και πολύ απελευθερωμένο από την σκιά των Floyd. Ίσως να ένιωσε επιτέλους την ελευθερία που ήθελε, κλείνοντας οριστικά (;) το προηγούμενο κεφάλαιο.
Έχει ορισμένες καλές συνθέσεις, αλλά στο σύνολό του, στέκεται οριακά στο μέτριο και αυτό δεν είναι καθόλου καλό γιατί όλοι γνωρίζουμε τις δυνατότητές του.
  Η φωνή του εξακολουθεί να είναι αγέραστη η μουσική του όμως όχι το ίδιο.
Η έμπνευση δείχνει πως έχει στερέψει και αυτό είναι και αποτέλεσμα όταν απουσιάζουν από δίπλα του ονόματα όπως ο Richard Wright και ο Roger Waters ακόμα και ο Nick Mason (λόγο ότι έγραφε πολύ λιγότερο συγκριτικά). Γενικά όταν αυτοί βρίσκονται μαζί, κάνουν παπάδες, αλλά χώρια είναι πιο διαφορετικά τα πράγματα.
  Συνθετικά , τα τραγούδια είναι ωραία, αλλά όχι για Gilmour και φυσικά όχι για Floyd. Κινούνται κατά μέσο όρο στα τεσσεράμισι  λεπτά, χωρίς τις progressive πινελιές που έχουμε συνηθίσει. Έχει ξεφύγει κατά πολύ από αυτές και αν μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε το είδος του άλμπουμ αυτό θα ήταν το pop/rock/ alternative με jazz και πολλές άλλες επιρροές. Θα μου πείτε ότι η jazz βασίζεται στον αυτοσχεδιασμό όπως και το στυλ που παίζει, δεν θα διαφωνήσω, όμως jazz δεν σημαίνει progressive.
  Το άλμπουμ αποτελεί ένα ταξίδι και μια προσωπική αφήγηση στη ζωή, στα έργα και σε όλα έχει κάνει, φτάνοντας στο σήμερα και στο μέρος όπου γυρνάει κανείς «στην φωλιά του», συνταξιοδοτείται και ζεσταίνει τα κόκαλά του δίπλα στη φωτιά.
  Οι μουσικοί που απαρτίζουν την μπάντα του Dave Gilmour (φωνητικά, κιθάρες, πλήκτρα, μπάσο, SNCF sample) είναι ο γαμπρός του Guy Pratt (μπάσο στα 2, 9), ο γιός του Gabriel Gilmour (πιάνο στο 6), ο Richard Wright (voice sample στο 4), Andy Newmark ( τύμπανα στα 5, 6, 10), Steve DiStanislao (τύμπανα στα 2, 3, 5, 7, 9, percussion στα 2, 3, 7, backing vocals στο 2), Danny Cummings (percussion στα 3, 4, 5, 7, 10), Phil Manzanera (Hammond organ στα 2, 3, keyboard elements στα2, 3, 6 και ακουστική κιθάρα στα 3, 9),Damon Iddins (ακορντεόν στο 3), David Crosby & Graham Nash (backing vocals στο 4), Jools Holland (πιάνο στο 8), Rado Klose (κιθάρα στο 8), Chris Laurence (double bass στο 8), Mica Paris & Louise Marshall (backing vocals στα 2, 9), Zbigniew Preisner (ενορχήστρωση στα 1, 3, 5, 6, 9, 10), Michaël Boumendil (original SNCF jingle στο 2), The Liberty Choir (backing vocals στο 2) και Michael Gallucci στίχους.
  Το εναρκτήριο “5 A.m.” είναι μια άμεση παραπομπή στον προσωπικό δίσκο του πρώην bandmate του, Roger Waters “The Pros and Cons of Hitch Hiking” και οι μελωδίες του εδώ είναι βασισμένες στο pop/ rock ενώ είναι instrumental.  Είναι σαν λέει την ιστορία του, σαν ήταν οι Pink Floyd των τελευταίων ημερών και από μια οπτική γωνία σαν tribute στον Ricky που στον περσινό δίσκο ήταν πρωταγωνιστής. Ακολουθεί το “Rattle That Lock” το οποίο αποτέλεσε και το πρώτο single και video στο ραδιόφωνο και στα media.
Είναι ένα αυτοβιογραφικό κομμάτι, και το έγραψε μαζί με την γυναίκα του, Polly Samson. Διαλογίζεται ρίχνοντας μια ματιά σε μια ζωή γεμάτη με τις συνήθεις μετοχές αγάπης, ελπίδας, πόνου και χαράς.  Χορευτικό σαν κομμάτι και εναλλακτικό. Το γνωρίζετε ήδη όμως αυτό, οπότε παραπάνω σχόλια είναι περιττά.
  Γνώριμη μουσική και jazzy με στοιχεία από Nightwish, χαρακτηρίζεται το “Faces Of Stone”  και το πιο πιθανό είναι να αναφέρεται στην ιστορία του “The Wall” στην live εκδοχή  με το εξώφυλλο να έχει τέσσερα πέτρινα πρόσωπα αντιπροσωπεύοντας τις φιγούρες των Floyd. Διαφορετικό πολύ από αυτά που ξέρουμε, ακολουθώντας την πεπατημένη στις συντεταγμένες  της αρμονίας.  
  Φυσικά δεν θα μπορούσε να λείπει από τον δίσκο κομμάτι με τον Ricky, και αυτό είναι το τέταρτο στον δίσκο “A Boat Lies Waiting” και είναι και εδώ οι άλλες φωνές που ακούγονται, πέρα από αυτή του Dave,  είναι δικές του. Θα μπορούσε να βρίσκεται και στο “Endless River”.
Η ‘Α πλευρά κλείνει με το “Dancing Right In Front Of Me” να είναι περισσότερο ένα vintage Gilmour κομμάτι με jazz επιρροές και όχι κάτι το ιδιαίτερο.
  Επομένως εδώ, πάμε στην δεύτερη πλευρά του βινυλίου, με το “In Any Tongue”, να ξεκινά με ένα σιγανό σφύριγμα ενώ η μουσική του φαίνεται χιλιοακουσμένη. Απέχει πολύ από το να είναι ένα κομμάτι συναυλιακού περιεχομένου, παρ’ όλο το συναίσθημα που έχει.
Χαρακτηρίζεται κυρίως σε blues ήχο, με οπλοστάσιο τον θρήνο και κλιματικό κρεσέντο. Το “Beauty” είναι και αυτό instrumental και επίσης είναι πολύ γνώριμο σαν ήχος αλλά το θεωρώ το πιο αδύνατο σημείο του “Rattle That Lock”.
 Επίσης πολύ διαφορετικό σε σημείο που ξαφνιάζει, είναι η καθαρόαιμη τζαζιά του “The Girl In The Yellow Dress” το οποίο επίσης θα μπορούσε να είναι αδερφάκι του “Slow Love, Slow” των Nightwish.  Του πάει το jazz του Dave, αλλά  φίλε μου, αν ήθελες να κάνεις κάτι τέτοιο, κάνε το σε όλο το άλμπουμ χωρίς να μπερδεύεις πολλά είδη μαζί και κυρίως  τους οπαδούς σου. Παραδόξως όμως, είναι και η πιο ωραία σύνθεση του δίσκου.
Τη σκυτάλη παίρνει το “Today” το οποίο έρχεται προτελευταίο στην αφήγηση του ενώ χαρακτηρίζεται με ένα πιο funky ρυθμό. Το άλμπουμ  κλείνει με το “And Then”, ένα ιδιότροπο instrumental κομμάτι, χωρίς κάτι να το κάνει να ξεχωρίζει καθώς και εδώ, τα ηχητικά του είναι πολύ γνώριμα στα αφτιά μας, όπως και η σύνδεση των βαθμίδων που επέλεξε είναι κλασικότοπες.
  Εν κατακλείδι, το “Rattle That Lock” στέκεται κάπου στο μέτριο, ξεπερνώντας κατά πολύ τον προηγούμενο δίσκο “On An Island” και είναι άλμπουμ που θα διχάσει κόσμο και απόψεις. Στην δικιά μου περίπτωση, δεν είναι κακός δίσκος, αλλά ούτε και αυτός που θα βάλω να ακούσω ξανά και ξανά.
  Σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να συγκριθεί με κάποια από τις δουλείες στους Floyd, αλλά οι συγκρίσεις είναι αναπόφευκτες εφόσον μιλάμε για τον κιθαρίστα τους. Η κιθάρα του εξακολουθεί να κλαίει στο παίξιμό του και να είναι μελαγχολική, όμως αυτή τη φορά φαίνεται κάπως κουρασμένη και χωρίς να έχει πολλά και σπουδαία πράγματα να πει. Εξάλλου μας τα έχει πει ήδη τόσες και τόσες φόρες που δεν νομίζω να έχει κανείς παράπονο.
  Στις συναυλίες του μέχρι ώρας, έχει επιλέξει να παίζει τα εφτά από τα δέκα κομμάτια του δίσκου, τίποτα από το “Endless River” και αυτό δείχνει την θέλησή του να υποστηρίξει τον δίσκο. Θα μπορούσε βέβαια να έπαιζε το “Louder Than Words” στη θέση κάποιου άλλου και να απουσίαζαν κομμάτια από το “Rattle That Lock” καθώς οι αντιδράσεις του συναυλιακού κοινού είναι επίσης ανάμικτες και μπορεί να την πατήσει όπως οι Maiden με το τρισάθλιο “The Final Frontier”.
Ας ελπίσουμε όμως πως αν γίνει κάτι τέτοιο, να επιστρέψει με έναν δίσκο που θα αγαπήσει ο κόσμος και θα αξίζει τα λεφτά του, όπως στο παραπάνω παράδειγμα που ανέφερα.
  Τα μουσικά γούστα όμως είναι καθαρά υποκειμενικά και εξαρτώνται πάντα από τι ηχεί καλά στα αφτιά του ακροατή. Για να ξεκαθαρίσω όμως λιγάκι το τοπίο και την θέση μου, το άλμπουμ σφύζει από ποιότητα και αν δεν έφερνε το λογότυπο “Dave Gilmour” και συνεπώς “Pink Floyd”, θα μιλάγαμε για μια αρκετά καλή δουλειά. Επειδή όμως τα γεγονότα έχουν έτσι, κάνουν την διαφορά. Αν βγάλετε λοιπόν, το σκεπτικό αυτό, τις όποιες παρωπίδες και  «ανοίξετε το μυαλό σας» τότε θα το ακούσετε αλλιώς.
Στη τελική όλη η μουσική έχει πλέον παιχτεί. Το θέμα είναι ποιος θα καταφέρει να την μαγειρέψει έτσι ώστε να ακούγεται αλλιώς.

01. 5 A.M.
02. Rattle That Lock
03. Faces Of Stone
04. A Boat Lies Waiting
05. Dancing Right In Front Of Me
06. In Any Tongue
07. Beauty
08. The Girl In The Yellow Dress
09. Today
10. And Then...

Γιώργος Βαλιμίτης

Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2015

Stratovarius: "Eternal"


Αισίως τους δεκαέξι δίσκους έφτασαν οι πολυαγαπημένοι μας
Stratovarius. Θυμάμαι σαν εχθές, που μου συστήσανε το “Episode” και είχα πάθει πλάκα. Έκτοτε πολλά αλλάξανε και συνεχίζουνε να αλλάζουνε.

Μέλη φύγανε, η αρχική σύνθεση δεν υπάρχει πια, ο πάλε πότε αρχηγός Timo Tolkki είναι εκτός σχήματος, τσακωμοί, διάλυση, επανασχηματισμός και όμως είναι και πάλι εδώ πιστοί στο ραντεβού τους και για δεύτερο συνεχόμενο άλμπουμ, το συγκρότημα παραμένει με σταθερά τα μέλη του.
  Ο νεόφερτος τίτλος που μας παρουσιάζουν εδώ, ακολουθεί την παράδοση που ξεκίνησε το 1996 με το Episode να είναι μονολεκτικός. Το όνομά του Eternalενώ τα κομμάτια που το απαρτίζουν είναι συνολικά δέκα με διάρκεια πενήντα τέσσερα λεπτά.
  Θα ξεκινήσω από τα καλά στοιχεία. Το εξώφυλλο, όπως μας έχουν μάθει, είναι πολύ ωραίο και κινηματογραφικό, με τον καταραμένο «όφι» να εμφανίζεται σε πρώτο πλάνο, το λογότυπο στο νέο πια κλασσικό μοτίβο μετά την φυγή του Tolkki, τα αγαλματάκια που φαίνονται στο βάθος σαν σε μυθικό κάστρο, συμπληρώνονται από κάτι σαν ρυάκι ή ποτάμι, ενώ το τοπίο αυτό φαίνεται μέσα από μια στρογγυλή καμάρα.  Όλα καλά ως εδώ. Τι γίνεται με την ουσία όμως;
  Από τις πρώτες τους νότες το λεύκωμα δείχνει να έχει άλλον αέρα, απελευθερωμένοι εντελώς πια από τις σκιές του παρελθόντος, προχωράνε δημιουργώντας νέα μονοπάτια.
Πιο κινηματογραφικό θα το χαρακτήριζα και αυτό, με πολλά μουσικά και τεχνικά στοιχεία από τους παλιούς καλούς Nightwish, τα οποία φαίνεται πως θα δούλευαν σωστά, αν και οι συνθέσεις τους ήταν αντίστοιχα καλές.
Εννοείται πως δεν έχασαν την ταυτότητά τους, τα κλασσικά europower στοιχειά που ξέραμε υπάρχουν, αλλά σε πολύ μικρότερο βαθμό, ενώ η δομή τους φαντάζει σαν να έγινε κάπως βεβιασμένα γιατί  ακολουθώντας τη συνταγή κάθε δεύτερο χρόνο και δίσκο, κάποια στιγμή αναπόφευκτα δεν θα βγει και σε καλό. Εδώ για εμένα, συνεχίζουν την κοιλιά που κάνανε με το προηγούμενο Nemesis.
Το άλμπουμ εν κατακλείδι, δεν είναι κακό, έχει όμορφα στοιχεία. Είναι όμως πολύ διαφορετικό, πιο δύσπεπτο από ότι συνήθως και μέτριο, εν συγκρίσει με άλλες τους δουλειές.
Μια άποψη είναι όμως η μειονότητα και ο ακροατής είναι αυτός που κρίνει τι ηχεί καλά στα αφτιά του και για τα δικά μου, λυπάμαι για την άτακτη πορεία που πήρανε, αλλά δε βαριέσαι, ποιο συγκρότημα δεν έχει αλλάξει τροπάριο σε κάποιο σημείο της καριέρας του;

Γιώργος Βαλιμίτης

Bon Jovi: "Burning Bridges"


Δε θα μπορούσα ποτέ να ξεχάσω την μπάντα που με μύησε στο
hair metal, στα σκισμένα τζιν(που επιστρέφουν στη μόδα…) και τις πανέμορφες μελωδίες που ακούω από το 1984!

 Καταλαβαίνω, ότι όλοι έχουν από μία άποψη…σεβαστό!
Αλλά έχω πάψει να περιμένω από τις μπάντες/μεγαθήρια να κυκλοφορούν δίσκους/ αριστουργήματα. Η κυκλοφορία του 13ου δίσκου των παιδιών από την Νew Jersey δε με ενθουσίασε αλλά και δε θα μπορούσα  να την απαξιώσω παντελώς, όπως βλέπω αρκετές μουσικές ιστοσελίδες και ντεμέκ οπαδούς να κάνουν με μανία.
Σαφώς κατώτερο των προσδοκιών αλλά ας μην ξεχνάμε, ότι είναι στην πραγματικότητα δίσκος με περισσεύματα παλιότερων και μίας - δύο νέων συνθέσεων. Για τους προληπτικούς είναι ο 13ος δίσκος και ο πρώτος χωρίς τον κιθαρίστα και ικανότατο συνθέτη Richie Sambora, που αποχώρησε το  2013 έχοντας θέματα και πάλι εθισμού.
Ναι είναι πραγματικά μία συλλογή από ακυκλοφόρητα κομμάτια των τελευταίων χρόνων της καριέρας αλλά σίγουρα καταλαβαίνει κάποιος γιατί δε χρησιμοποιήθηκαν στις πρωτότυπες κυκλοφορίες τους.
Κανένα όμως στην πραγματικότητα δεν είναι κακό αλλά και κανένα δεν είναι σπουδαίο! Ε και λοιπόν ;;;
Πρέπει να υπενθυμίσουμε, ότι πέρα από το εγωιστικό του ονόματος, οι  Bon Jovi είναι μπάντα και όχι ένας άνθρωπος και ότι ο  Jon Bon Jovi έγραψε τα περισσότερα από τα σπουδαιότερα hits της μπάντας μαζί με τον απομακρυνθέντα Richie Sambora.
Εάν η αποχώρηση/απομάκρυνση  του Sambora έδωσε την ευκαιρία στα εναπομείναντα μέλη να οριοθετήσουν τις σχέσεις τους ή να ξαναβρούν τις συνθετικές/δημιουργικές τους πηγές δεν είναι σίγουρο.
Αντίθετα, το "Burning Bridges" ηχεί μάλλον ανέμπνευστο και οι σκονισμένες παλιές, εγκαταλελειμμένες συνθέσεις απλά έχουν "γυαλιστεί" με τις νέες κιθάρες του/των αντικαταστατών.
Η μπαλάντα δημιούργημα πιανιστικό ας πούμε, το Blind Love ηχεί σαν να γράφτηκε πάνω σε χαρτοπετσέτα, απλή μελωδία που δε θα μπω στον κόπο ιερόσυλα να συγκρίνω με κολοσσιαίες μπαλαντοειδείς συνθέσεις της μπάντας.
Για να μην πέσω στην παγίδα της απαξίωσης κρίνοντας μία-μία τις συνθέσεις, απλά προβάλλω τις δύο καλύτερες: στην μία συνυπογράφει ως συν-συνθέτης ο  Sambora, και είναι το πρώτο  single – και το καλύτερο του δίσκου – μία ωριμότερη συνέχεια του "Someday I’ll Be Saturday Night" και ονομάζεται  "Saturday Night Gave Me Sunday Morning".
Ακόμη κι αν ο J.B.J. "νίπτει τας χείρας του" για το  "Burning Bridges", λέγοντας ότι δημιουργήθηκε ως η τελευταία υποχρέωση του συμβολαίου, το ομότιτλο τραγούδι του δίσκου με χροιά country και παρά το γεγονός, ότι ξεκαθαρίζει στην εταιρεία  Mercury Records το σπίτι της μπάντας για 32 χρόνια, ότι είναι η τελευταία σύνθεση που θα πουλήσει εμπορικά και είναι ένα αξιόλογο κομμάτι .
Περιμένουμε λοιπόν να κρίνουμε την επόμενη κυκλοφορία του γκρουπ, το Μάη του 2016 και βάζουμε με σεβασμό όμως κι αυτό το δημιούργημα της μπάντας στη δισκοθήκη μας δίπλα στα ιερά δημιουργήματα του δημοφιλούς συγκροτήματος που μας έμαθε μεγάλο μέρος της καλής μουσικής και έκανε πολλούς από εμάς από παιδιά/εφήβους μεσόκοπους άνδρες!!!

Νότης Γκιλλανίδης

Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2015

Gus G.: "Brand New Revolution"


Ο πολυάσχολος πλέον Gus G., κατά τον κόσμο Κώστας
Καραμητρούδης και το δεξί χέρι του "Θεού", Ozzy, κυκλοφορεί νέο σόλο δίσκο μιας και η κανονική του μπάντα βρίσκεται σε διάλειμμα αυτή τη στιγμή και ο Ozzman κάνει τα δικά του πράγματα με τους Black Sabbath.

Αυτά συμβαίνουν συνήθως όταν δεν κάνει περιοδείες ανά τον κόσμο σαν solo, με τον Madman ή που και που με τους Firewind, βρίσκεται με κάποιο πιεσμένο μεν αλλά επιπλέον ελεύθερο χρόνο δε.
Αυτός ο χρόνος για τον Gus, δεν πάει ποτέ χαμένος και φροντίζει να τον εκμεταλλεύεται πάντα καταλλήλως. Χωρίς να έχει μείνει στάσιμος από τότε που ξεκίνησε την καριέρα του, έβαλε πλώρη για τον δεύτερο προσωπικό του δίσκο Brand New Revolution”.
Δώδεκα νέες συνθέσεις μας παρουσιάζει εδώ συν μία bonus για τους Γιαπωνέζους (μισώ τα προνόμιά τους).
Πέρα από το εναρκτήριο κομμάτι The Quest το οποίο είναι instrumental, όλα τα υπόλοιπα γεμίζουν με τις φωνές των Jacob Bunton, (One More Try, Behind Those Eyes, Brand New RevolutionBurnWe Are One ), Mats Levén (The Demon Inside, Come Hell Or High Water, If It Ends Today), Jeff Scott Soto (Gone To Stay, Generation G) και Elize Ryd στο “What Lies Below ενώ στο ίδιο κομμάτι για τη Γιαπωνέζικη έκδοση η Heather St. Marie, βρίσκεται πίσω από το μικρόφωνο, Την υπόλοιπη μπάντα του πλαισιώνουν ο Marty O' Brien (Lita Ford band) στο μπάσο, ο Jo Nunez (Firewind) στα τύμπανα ενώ ο ίδιος ο Gus G. , εκτός από κιθάρα, παίζει μπάσο σε κάποια κομμάτι και πλήκτρα.
 Αρκετά διαφορετικό από τον προκάτοχό του μας παρουσιάζεται το Brand New Revolution. Ορισμένες συνθέσεις θα μπορούσανε να βρίσκανε θέση σε κάποιο άλμπουμ του Ozzy όπως είναι το “One More Try ή το “We Are One”. Οι συνθέσεις είναι δομημένες με τέτοιο τρόπο ώστε να δίνουν χώρο στον εκάστοτε τραγουδιστή να ξετυλίξει τις δυνατότητές του όπως εκείνος θέλει.
 Η παραγωγή του είναι καλογυαλισμένη όπως συνηθίζεται πλέον στις μέρες μας, με διαύγεια και καθαρότητα στο  άκουσμα του κάθε οργάνου.
Η αλήθεια είναι πως κάτι τέτοιο ορισμένες φορές κουράζει, Η αλήθεια είναι πως κάτι τέτοιο ορισμένες φορές κουράζει, διότι όλα ακούγονται το ίδιο μοντερνοποιημένα και πλέον είναι ακόμα πιο δύσκολο να ξεχωρίσεις σχήματα, κομμάτια ή να σου κάνει κάτι εντύπωση με το πρώτο άκουσμα.
Μερικές φορές τα μοντέλα της τεχνολογίας δεν είναι και τόσο καλά, ειδικά αν σου λείπουν ακούσματα με παλαιότερου τύπου παραγωγή.
  Για solos και βασικά riffs, είναι περιττό  να σχολιάσω, όταν αναφέρεσαι σε προσωπική δουλειά κάποιου  κιθαρίστα και πόσο μάλλον του βεληνεκούς του Gus, που το ότι βρίσκεται δίπλα στον Madman νομίζω μιλάει από μόνο του
  Με μια λέξη, θα το χαρακτήριζα ποικιλόμορφο, σίγουρα όχι καλύτερο για τα γούστα μου από το I Am The Fire  αλλά πολύ δυνατό και με πολλές καλές ιδέες. Δεν είναι από αυτά που θα λείψουν από μια δισκοθήκη που θέλει να είναι ενήμερη, αλλά δεν είναι και αυτό που θα την χαλάσει, ίσα -  ίσα που θα την ομορφύνει.
Αναρωτιέμαι πως θα ακούγεται ο Gus όταν σε δίσκο του Ozzy υπάρξουν δικές του συνθέσεις.

Γιώργος Βαλιμίτης

Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2015

Peter Gabriel: "So"


22 Mαίου 1975. Η τελευταία από τις 102 εμφανίσεις της περιοδείας
των Genesis για την προώθηση του “The Lamb Lies Down On Broadway” ολοκληρώνεται στη Becancon της Γαλλίας. Το σουρεαλιστικό σινερομάντσο του Ραέλ, ενός χαμινιού με Πορτορικάνικες ρίζες, παιγμένο live στην ολότητά του, είχε ωθήσει το συγκρότημα των πέντε κολλεγιόπαιδων από το Surrey στα όριά του.

Για τον Peter Gabriel, τον 25χρονο εμπνευστή της περσόνας του Rael, που μόνος του σχεδόν έφτιαξε το περίγραμμα του θεατρικού prog στα ‘70s, με τα εξωφρενικά κοστούμια και τους ονειρικούς στίχους του, το πράγμα δεν είχε γυρισμό.
Έφυγε από τους
Genesis, για μια σόλο καρριέρα που έμοιαζε αβέβαιη και φορτωμένη υπέρβαρες προσδοκίες.
Κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει όσα θα ακολουθούσαν τα επόμενα 10 χρόνια. Ο
Phil Collins σηκώθηκε από το σκαμπώ του ντράμπερ και εξελίχθηκε σε frontman περιωπής και σύντομα (μεταξύ ’81 και ’86) σε έναν από τους πιο επιτυχημένους συνθέτες ραδιοφωνικής ποπ -με ροκ άλλοθι- που γνώρισε μέχρι σήμερα η δημοφιλής μουσική. Όσο για τον Gabriel, ο δρόμος ήταν δαιδαλώδης. Τουλάχιστον μέχρι τον Μάϊο του 1986...   
Μεταξύ 1977 και 1985 είχε κυκλοφορήσει τέσσερα προσωπικά στούντιο άλμπουμ.
Και τα τέσσερα έφεραν σαν τίτλο τους το όνομά του (“
Peter Gabriel”), γι΄αυτό και διακρίνονταν από τα «παρατσούκλια» που έδωσαν κοινό και κριτικοί σε καθένα, με βάση τους συνειρμούς που δημιουργούσαν τα πολύ χαρακτηριστικά (όπως πάντα) εξώφυλλα της διάσημης καλλιτεχνικής ομάδας Hipgnosis (Wishbone Ash, Led Zeppelin, Bad Company, Pink Floyd, Scorpions).
To ντεμπούτο του (“Car", 1977), συγκέντρωσε θετικές κριτικές, παρ΄ότι πολύ πιο στρωτό από τα ιδιοφυώς χαοτικά άλμπουμ του με τους Genesis.
To δεύτερο ("Scratch”, 1978) τα πήγε λιγώτερο καλά σε καλλιτεχνικό και εμπορικό επίπεδο, όμως με το τρίτο (“Melt”, 1980) αναγνωρίστηκε ως αυτόφωτος progressive καλλιτέχνης.
Με τον αντιρατσιστικό παιάνα "Biko" και το κλασσικό πλέον αντιπολεμικό μαρς του "Games Without Frontiers", το τρίτο άλμπουμ του
Gabriel σημάδεψε την αυγή των ‘80s, μιας δεκαετίας στην οποία τα άλμπουμ με υπογραφή μεγάλων σταρ της πρώτης και της δεύτερης γενιάς του rock θα γίνονταν καθεστώς. Με το τέταρτο lp ("Security”, 1982) καθιέρωσε τον μινιμαλιστικό, διαπεραστικό ήχο του, οδηγώντας και σε μια εκτεταμένη περιοδεία, από την οποία προέκυψε το ζωντανά ηχογραφημένο “Plays Live” του ’83. Το 1985 κέρδισε το Βραβείο της Κριτικής Επιτροπής του Φεστιβαλ Κινηματογράφου των Καννών, για το σάουντρακ στην (από πολλές πλευρές αξιοσημείωτη) ταινία του Alan Parker "Birdy" ("Ο ΄Ανθρωπος - Πουλί").

Ήδη από το ’78, είχε φτιάξει ένα χαμηλού προφίλ στούντιο, σαν προέκταση του σπιτιού που διατηρούσε σε ένα κτήμα στα βορειοανατολικά του Bath. Δύο δωμάτια, ένα για να ηχογραφεί τα φωνητικά του και να δουλεύει τους στίχους και ένα για να ηχογραφείται και να δοκιμάζεται η μουσική.
Καθώς το άτιτλο ακόμη πέμπτο άλμπουμ ετοιμαζόταν, ο
Gabriel ζήτησε από τον παραγωγό του “Birdy”, Daniel Lanois (με φρέσκες τις δάφνες από την αναμόρφωση των U2 στο “Unforgettable Fire”) να εγκατασταθεί στο Ashcombe για όσο καιρό ήθελε και να τον κατευθύνει στο επόμενο άλμπουμ του. Τα αρχικά session αποτελούνταν από τον ίδιο τον Gabriel, τον Lanois και τον κιθαρίστα David Rhodes. Οι πειραματισμοί τους απέκτησαν σχήμα αβίαστα, καθώς δεν υπήρχε χρονοδιάγραμμα, ούτε είχαν να σκεφτούν τις υποχρεώσεις και τις ανάγκες που γεννά η συνύπαρξη πολλών μουσικών με διαφορετικές ανάγκες σε ένα στούντιο. Στην πορεία, πάντως, συνεισέφεραν σημαντικά, μεταξύ άλλων, ο ηχολήπτης Kevin Killen, o μπασίστας Tony Levin (μαζί του από το ‘77), ο τεράστιος περκασσιονίστας Manu Katché (μετέπειτα στην μπάντα του Gabriel, αλλά και σε Sting, Jeff Beck, Al Di Meola, Dire Straits και δεκάδες άλλους) και ο συνήθης ύποπτος Stewart Copeland (των διαλυμένων τότε Police).
 


Στο αρχικό στάδιο, ο εξοπλισμός ήταν υποτυπώδης. Δύο αναλογικά 24κάναλα κασσετόφωνα και ένα τρίτο, τροποποιημένο από έναν ντόπιο μάστορα στα ηλεκτρονικά.
Κυριώτερο στουντιακό όπλο υπήρξε το πρωτοποριακό για την εποχή Fairlight CMI synthesizer, για το οποίο ο ίδιος ο
Gabriel δήλωσε αργότερα ότι κατέστησε εφικτό το να εμπλακεί «περισσότερη ανθρώπινη φαντασία» στο όλο πρότζεκτ, κάνοντας έτσι «τη διαδικασία των αποφάσεων σχετικά με τη μουσική δημιουργία πολύ πιο σημαντική από την ίδια την τεχνική».
Να θυμίσουμε ότι με τον ήχο των τυμπάνων στο “
Melt” (1980), φτιαγμένον με τη βοήθεια των Hugh Padgham και ... Phil Collins, ο Gabriel είχε ήδη ορίσει τον «φουσκωμένο», ηλεκτρονικά επεξεργασμένο («χωρίς πιατίνι») ρυθμικό ήχο που θα κυριαρχούσε σε όλη σχεδόν τη δεκαετία.
 

Αφού ξεπέρασε αρκετές δυσκολίες στο να ολοκληρώσει τους στίχους του (ο ηχολήπτης υποχρεώθηκε να απομονώσει τμήματα φωνητικών του από δεκάδες διαφορετικές εκτελέσεις και να προσθέτει διαρκώς καινούρια, καθώς οι στίχοι σβήνονταν και γράφονταν διαρκώς, ενώ ο Daniel Lanois έφθασε σε κάποια φάση των ηχογραφήσεων να κόψει το τηλέφωνο και να τον κλειδώσει στο στούντιο για να πιεστεί και να συγκεντρωθεί), ο Gabriel ανεπτυξε μια εμμονή με τη σειρά που θα έπρεπε να έχουν τα κομμάτια. Έφτασε μέχρι το να φτιάξει μια κασσέτα με την έναρξη και το τέλος κάθε κομματιού και να τ’ ακούσει συνέχεια, για να δει πώς δένουν σαν σύνολο το ένα μετά το άλλο.

Ο δίσκος τελικά ολοκληρώθηκε το Φεβρουάριο του ΄86 και κόστισε 200.000 λίρες, ποσό ιδιαίτερα μικρό για την εποχή (ιδίως για την ποιότητα της ηχογράφησης).
Τα overdubs έγιναν στο διάσημο στούντιο Power Station της Νέας Υόρκης και το τελικό mastering έγινε στα Townhouse studio του Λονδίνου. Λεπτομέρεια : προτάθηκε στον Gabriel να στείλει το υλικό στη Νέα Υόρκη -χωρίς να πάει- μέσα από ένα  δορυφορικό τηλέφωνο – υπολογιστή (τεχνολογία αιχμής τότε), αλλά εκείνος δίστασε. «Δεν είναι εντυπωσιακό πάντως; Να μπορείς να στείλεις τις μουσικές σου ιδέες μέσω δορυφόρου;», σχολίαζε την Άνοιξη του ‘86. Το διαδίκτυο απείχε τουλάχιστον δέκα χρόνια από τότε και ο πάντοτε πρωτοπόρος Gabriel επρόκειτο να γίνει από τους καλλιτέχνες που θα το αξιοποιούσαν στο μέγιστο τις επόμενες δεκαετίες.

Ο τίτλος του άλμπουμ («Λοιπόν») ήταν ένας σαρδόνιος ελιγμός του Gabriel στην πίεση της Geffen Records, που ήθελε πεισματικά ένα άλμπουμ με «τίτλο» και όχι με το όνομά του πάνω σε διαφορετικό εξώφυλλο, όπως τα τέσσερα πρώτα.
Μέχρι τότε, πίστευε ότι οι τίτλοι στα άλμπουμ «αποσπούν» από το να προσέξει κανείς το εξώφυλλο και τους απέφευγε. Επέλεξε, «λοιπόν» έναν «μη-τίτλο», που δεν παρέπεμπε πουθενά, κάτι που έκανε και στα επόμενα άλμπουμ της καρριέρας του (“Up”, “Us” κ.λ.π.), γνωρίζοντας όμως, όπως είπε αργότερα, ότι το ευσύνοπτο, σχεδόν σαν σλόγκαν, του τίτλου θα βηθούσε στο μάρκετινγκ. «Η μόνη παραχώρηση που έκανα», θα πει αργότερα «ήταν στο εξώφυλλο, δεχόμενος να φωτογραφηθώ (στο μαυρόασπρο ρετρό μοτίφ) του Peter Saville, καθώς μου έλεγαν ότι τα σκοτεινά μου εξώφυλλα απωθούσαν μέχρι τότε το γυναικείο κοινό».

Ποιά ήταν όμως η μουσική προσφορά του “So” : Σε μια συνέντευξή του το 2011, ο Gabriel δήλωσε: «Είχα χορτάσει για καιρό από instrumental πειραματισμούς, ήθελα να γράψω κανονικά ποπ κομμάτια, αλλά με τους δικούς μου όρους». Η παραγωγή του Daniel Lanois ζεστή αλλά διακριτική, πλουσιοπάροχη σε ambient λεπτομέρειες, χωρίς όμως να αποσπά την προσοχή. Το προσωπικό του ύφος διατρέχει και αυτό το πέμπτο του άλμπουμ, όμως, ξεκάθαρα σε σχέση με  τις προηγούμενες προσπάθειές του, η έμφαση στη σύνθεση των 8 κομματιών δόθηκε στη μελωδία και στο δέσιμο με αυτήν στοχείων soul και “ethnic” (πολύ πριν γίνει γνωστός και καθιερωθεί ο όρος), προερχόμενων από βραζιλιάνικη και αφρικανική ρυθμολογία. Επειδή ακριβώς τα στοιχεία αυτά αφορούν κυρίως τη ρυθμική βάση ήταν δομικά στα τραγούδια και δεν γίνονταν αισθητά απλώς ως εξωτικά «περάσματα».

Η μοναδικότητα του άλμπουμ, χωρίς υπερβολή, γίνεται αντιληπτή από τα πρώτα δευτερόλεπτα. Ο Gabriel ήθελε να το πρώτο κομμάτι να ανοίγει με πάταγο και παρ΄ότι δεν συμπαθούσε τον «μεταλλικό ήχο» στα τύμπανα, πείσθηκε από τον Lanois να αναθέσει στον Stewart Copeland των Police να παίξει κρουστά στο "Red Rain". Οδηγούμενο από μια στοιχειωμένη, «πολιτική» ερμηνεία, το κομμάτι, μ΄έναν διάπλατο, οικουμενικό ήχο, μεταφέρει εικόνες ενός πλανήτη που υποφέρει, αποτελώντας την πιο αντιπροσωπευτική μουσική υπογραφή του Gabriel στο μέσο μιας δεκαετίας που αποθέωνε τον ατομικισμό και την υποκρισία.



Η αντίστιξη είναι το μεγάλο όπλο του “So”.
To συνοφρυωμένο “Red Rain” εξαϋλώνεται με την είσοδο του "Sledgehammer". Την ώρα που οι μουσικοί ήταν έτοιμοι να πακετάρουν και αφήσουν το στούντιο, ο Gabriel τους κάλεσε να κάνουν μια «γρήγορη» ηχογράφηση πάνω σε μια «εύκολη» ιδέα του. Έχοντας ως βασική έμπνευση τη δυναμική soul προσέγγιση του Otis Redding, ο Gabriel έψαξε και βρήκε ειδικά για το κομμάτι τον Wayne Jackson, τον μάστορα των πνευστών που είχε δει ο ίδιος να περιοδεύει με τον Redding στα ‘60s.
Και πράγματι, το soul / funk αμάλγαμα, ξένο με ο,τι δήποτε είχε συνδέσει ο Gabriel το όνομά του μέχρι τότε, με την πρίμα φωνή του να αθλείται μεταξύ γυναικείων φωνητικών και μιας μυστήριας λικνιστικής ρυθμικής βάσης -κάτι ανάμεσα στο “Superstition” του Stevie Wonder και το “Fame” του Bowie- έγινε τελικά από τα χαρακτηριστικά κομμάτια όλης της δεκαετίας. Στις 19/7/1986 το “Sledgehammer” έφθασε στην κορυφή του Billboard, εκθρονίζοντας το “Invisible Touch” των ... Genesis του Phil Collins.
H τεράστια επιτυχία του single κατά μεγάλο ποσοστό οφείλεται στο εντυπωσιακό και πρωτοποριακό βίντεο, γυρισμένο από την ομάδα της Aardman Animations με την τεχνική του “stop motion”, όπου το πρόσωπο του Gabriel, σαν ομιλούσα κεφαλή, γινόταν το επίκεντρο χιλιάδων μικρών σκετς και σημειολογικών παιχνιδιών με πηλό, ζωγραφική και ψηφιακή αναπαράσταση. Παρ΄ότι η τεχνική είχε χρησιμοποιηθεί ξανά στο παρελθόν (βλέπε “Road To Nowhere” των Talking Heads), ήταν η πρώτη φορά που γνώρισε τέτοια επιτυχία.
Το “Sledgehammer κατόρθωσε χάρις το βίντεο κλιπ του να παρουσιάσει ως εντελώς καινούριο καλλιτέχνη τον άλλοτε «βαρύ» και σκοτεινό Gabriel σε μια εντελώς καινούρια γενιά καταναλωτών, αυτής του MTV. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία είναι το πιο πολυπαιγμένο βίντεο στην ιστορία του MTV (2011) και το No 4 μεταξύ των «100 πιο σημαντικών μουσικών βίντεο που έχουν γυριστεί ποτέ» (1999). Τα βραβεία αντίστοιχου βεληνεκούς υπήρξαν πάμπολλα για το κομμάτι αυτό, με ξεκίνημα τα 9 συνολικά MTV Music Awards τον Φεβρουάριο του ’87, ρεκόρ που παραμένει ακατάρριπτο μέχρι σήμερα, 29 χρόνια μετά.

Ακολουθεί η πλέον πολιτική θέση του άλμπουμ, το "Don't Give Up", γραμμένο σαν απάντηση για την ραγδαία αύξηση της ανεργίας στην Θατσερική Βρεττανία. Ο διάλογος ενός άνεργου ("a man whose dreams have all deserted (...) ‘cause nobody wants you when you lose") με την αγαπημένη του να τον θάλπει και να τον παρηγορεί. Μια ιδανική σύμπραξη υποδώριων ρυθμικών και μελωδικών στοιχείων, επιτρέπει στο ντουέτο με την νηρηίδα Kate Bush να λάμψει. Κάθε φορά που ο τσακισμένος πρωταγωνιστής δείχνει να παραδίδει τα όπλα, έρχεται σε απάντηση ένας συγκινητικά πειστικός στίχος (“Don't give up 'cause you have friends / you're not the only one / no reason to be ashamed / you still have us/ we're proud of who you are / you know it's never been easy / 'cause I believe there's a place where we belong”).


Η πρώτη πλευρά συμπληρώνεται με το "That Voice Again", στο οποίο ο Gabriel επιχειρεί να εξερευνήσει το θέμα της συνείδησης «αυτής της πατρικής φωνής μέσα στο κεφάλι μας που είτε μας βοηθά, είτε μας κατανικά».

Κυριολεκτικά ιδιόρρυθμο το "In Your Eyes", ανοίγει τη δεύτερη πλευρά (αν και ο Gabriel το ήθελε να κλείνει το δίσκο, κάτι που αποκαταστάθηκε αργότερα, στην εποχή των remastered cd). To πυρετώδες ερωτικό κομμάτι έκανε γνωστό τον Σενεγαλέζο Youssou N’ Dour (εμφανίζεται και τραγουδάει στη γλώσσα του) και  πέρασε στην ποπ μυθολογία από τη σκηνή του Say Anything (1989) που ο John Cusack σηκώνει το κασετόφωνο ψηλά και κάνει «καντάδα» στην (αρκούντως ξενέρωτη) Ione Skye.


Το υποβλητικό Mercy Street βασίζεται (σε μια ακόμη) ιδιαίτερη ρυθμική βάση και μια διττή αρμονική γραμμή φωνητικών (ψιλή και χαμηλή με διαφορά μιας οκτάβας). Με στίχο που εξετάζει ελλειπτικά τη σύνδεση μεταξύ θρησκείας και σεξ, το κομμάτι πρωτογράφτηκε σαν demo στο Rio De Janeiro και η τελική ηχογράφηση έγινε σε πιο αργό τέμπο από το κανονικό, δίνοντας έμφαση στα κύμβαλα και τις ψιθυριστές κιθάρες.

Το φαινομενικά επιφανειακό φανκ του "Big Time" έρχεται και πάλι να αναταράξει την περίσκεψη. Με στόχο να σατυρίσει τον άκρατο καταναλωτισμό της γιάπικης κουλτούρας των ’80s, κατόρθωσε να υποσκάψει όλο το mainstream της εποχής (έφτασε στο Νο 7 του Billboard την Άνοιξη του ‘87). Κάτω από το «εύθυμο, χορευτικό κομμάτι», η ειρωνεία των στίχων μαστίγωνε (“The place where I come from is a small town - They think so small, They use small words – But not me - I'm smarter than that - I worked it out - I've been stretching my mouth - To let those big words come right out”).


Το κλείσιμο του άλμπουμ έρχεται με το ατελές και δυσοίωνο ηχητικό τοπίο του "We Do What We're Told (Milgram's 37)" (για το οποίο γράφτηκε ότι τα ντραμς ακούγονται σαν «χτύπο καρδιάς μέσα από την μήτρα»). Ήταν μια ιδέα που είχε πρωτοδουλευτεί την εποχή του “Melt” και η στιχουργική έμπνευσή του προέρχεται από τα πειράματα του Αμερικάνου ψυχολόγου Stanley Milgram για προσδιορισμό των παραγόντων που καθορίζουν την «υπακοή» των πολιτών σε αυταρχικούς ηγέτες σε συνθήκες πολέμου. Επιμύθιο : Τελικά, κάνουμε ό,τι μας λένε.
Το “So” έφθασε στο Νο1 στη Μεγάλη Βρεττανία (το δεύτερο άλμπουμ του Gabriel που το κατάφερνε) ενώ στην Αμερική παρέμεινε στο τσαρτ για 92 συνεχείς εβδομάδες με υψηλώτερη θέση το Νο 2 (Μάϊο – Ιούνιο του ’86), ελέω Whitney Houston. Στην τελετή των 29ων Βραβείων Grammy, το “So” ήταν υποψήφιο για «Άλμπουμ της Χρονιάς», χάνοντας τελικά από το “Graceland” του Paul Simon.

Όσο το εμπορικό προφίλ του Gabriel βρισκόταν στο απόγειο, τόσο περισσότερο ο ίδιος φρόντιζε να αναδεικνύει τις πρωτοβουλίες τις πιο συμβατές με την πραγματική καλλιτεχνική του φυσιογνωμία. To καλοκαίρι του ’86, επ΄ευκαιρία της συμπλήρωσης 25χρόνων της Διεθνούς Αμνηστίας, συμμετείχε στη σειρά συναυλιών “A Conspiracy of Hope”, μαζί με δεκάδες πρώτα ονόματα (μ.α. U2, Sting, Lou Reed, Bryan Adams, Neville Brothers, Jackson Browne και Joan Baez) προκειμένου να ευαισθητοποιήσει το (αμερικάνικο) κοινό για θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ενώ σε ανάλογες συναυλίες φιλανθρωπικού (εντός και εκτός εισαγωγικών) χαρακτήρα εμφανιζόταν επί δύο χρόνια και πλέον. Ας μην ξεχνάμε το ότι εμφανίστηκε στις 3 Οκτωβρίου 1988 μαζί με Sting, Springsteen, Tracy Chapman και Youssou N’ Dour στο Ο.Α.Κ.Α. (σε μια μεγάλη βραδιά, για όσους ήταν εκεί). Συγχρόνως, από το Φθινόπωρο του ’86 είχε ξεκινήσει την παγκόσμια περιοδεία 93 συνολικά εμφανίσεων για την προώθηση του “So”, η οποία ολοκληρώθηκε στο ... Θέατρο Λυκαβηττού με τρεις αλησμόνητες συναυλίες. Το DVD “Live In Athens ‘87” κυκλοφόρησε το 2013 και αποτελεί αδιάψευστο τεκμήριο του ότι υπήρξαν από τις μεγαλύτερες συναυλίες που είδαμε ποτέ σε ελληνικό έδαφος.
 

Το άκουσμα του “So είναι -κατά σπάνιο τρόπο- απροκατάληπτο όσο και ο τίτλος του, αποκαλύπτοντας ωστόσο δύο διαφοετικά επίπεδαμ, στα οποία λειτουργεί εξίσου καλά. Το πρώτο αφορά τον ανύποπτο ακροατή. Παραγωγή φιλική στο αυτί με καθαρές μελωδικές γραμμές και μια δόση φανκ που το περιβάλλει με –διαχρονικά παραπλανητική- εξωστρέφεια. Το δεύτερο επίπεδο αποκαλύπτει πολλά περισσότερα. Λεπτούς χρωματισμούς που ταιριάζουν με τις συναισθηματικές αποχρώσεις των τραγουδιών, τους οποίους ξεκλειδώνει η ελεγχόμενη, σχεδόν «κλινική», φωνή του Gabriel, αφήνοντας να δώσει ο ίδιος ο ακροατής νόημα στο κομμάτι, «μπαίνοντας» σ΄αυτό, πιο βαθιά και διαφορετικά με κάθε ακρόαση.

Το “So” περιλαμβάνεται σε όλες τις λίστες με τα πλέον χαρακτηριστικά άλμπουμ των ‘80s καθώς και σ΄αυτές με τα σημαντικότερα άλμπουμ όλων των εποχών. Το «δικαίως» μοιάζει πενιχρό επίρρημα.  

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2015

Socrates Drank the Conium: Ο ελληνικός ροκ μύθος που ξετρέλλανε το σύμπαν...


Οι αλλιώς…Socrates αποτελούν ένα από τα μεγαλύτερα κεφάλαια της ροκ μουσικής και βέβαια το γεγονός ότι είναι έλληνες και έκαναν μία σπουδαία πορεία τα έτη που κυρίως, βρετανικά και αμερικανικά σχήματα προωθούσαν οι παντοδύναμες για εκείνη την εποχή δισκογραφικές εταιρίες, τους κάνει ακόμη πιο σημαντικούς.
Το αρχικό τους όνομα ήταν Persons και το ξεκίνημα έγινε το 1969 ενώ έπειτα έκαναν εμφανίσεις σε κλαμπ της Αθήνας, και κυρίως στο "Κύτταρο".
Το πλούσιο ρεπερτόριο τους συμπεριελάμβανε αρκετά κομμάτια διασκευές από καλλιτέχνες όπως ο Jimi Hendrix, Cream, Frank Zappa, Rolling Stones, Αnimals κ.α. ενώ ένα φεγγάρι συμμετείχε και ο κιθαρίστας Johnny Lampizzi.
Το 1970 κυκλοφορούν το πρώτο τους σινγκλ με τίτλο "Κλείσ' τα μάτια σου και άκου" και είναι η μοναδική φορά που χρησιμοποιούν ελληνικό στίχο και την επόμενη χρονιά συμμετέχουν στη συλλογή "Ζωντανοί στο Κύτταρο" με το ορχηστρικό rock-blues κομμάτι "Ηλεκτρικός Σωκράτης" και με τις συνεχόμενες επιτυχημένες συναυλίες που δίνουν έχουν δημιουργήσει τεράστιο θόρυβο για το όνομα τους με πιο χαρακτηριστική τη συναυλία που έδωσαν στο γήπεδο του Σπόρτινγκ, τα Χριστούγεννα του 1970.

Το 1972 ηχογραφούν τον παρθενικό τους δίσκο με τίτλο το όνομα τους (Socrates Drank The Conium), η παραγωγή είναι κακή λόγω των λίγων ωρών που είχαν στη διάθεσή τους και μαζί με το Γ. Σπάθα και Α. Τουρκογιώργη είναι και ο ντράμερ Ηλίας Μπουκουβάλας.
Ξεχωρίζουν τα τραγούδια "Live the country" και το θρυλικό "Starvation" στην αρχική του μορφή ενώ το ψυχεδελικό εξώφυλλο έχει μείνει κλασσικό και ο ήχος τους θυμίζει εκτός από J. Hendrix, τους Fleetwood Mac, Cream και Free.
Την ίδια χρονιά κυκλοφορούν το δεύτερο δίσκο τους, με τίτλο "Taste of Conium" όπου ξεχωρίζουν οι διασκευές στο "Satisfaction" των Rolling Stones και το "See See Rider" των Animals αλλά και το καταπληκτικό "Waiting for the sun".
Η περιπέτεια των Socrates “μεταφέρεται” στην Ολλανδία παίζοντας σε διάφορα clubs και παρότι αρχίζουν να κάνουν αίσθηση με τις δυνατές εμφανίσεις τους αναγκάζονται να φύγουν γιατί δεν έχουν άδεια εργασίας (μέχρι και φυλακή έφαγαν) αλλά και γιατί τους καλούσε το μόνιμο πρόβλημα των ελληνικών συγκροτημάτων… που ήταν ο στρατός.
Το 1973 κυκλοφορούν τον εξαιρετικό άλμπουμ "On the Wings με παραγωγό τον Κώστα Φασόλα  και νέο ντράμερ τον Γ. Τρανταλίδη, όπου γίνεται σαφής ο προσανατολισμός του γκρουπ σε πιο hard rock και progressive μονοπάτια ενώ χρησιμοποιούν και δεύτερο κιθαρίστα, τον Gus Doukakis (Kώστα Δουκάκη).
Ο συγκεκριμένος δίσκος κάνει διάσημους τους SOCRATES και στην Αμερική(!!!) όπου παίζεται μετά μανίας στους κολεγιακούς ραδιοφωνικούς σταθμούς ενώ γίνονται διθυραμβικές κριτικές και από διάφορα αμερικάνικα μουσικά έντυπα (περιοδικό Billboard).
Τα επόμενα δύο χρόνια γίνονται φοβερά πράματα για το συγκρότημα, το οποίο μετακομίζει στο Λονδίνο με αποκορύφωμα την συνεργασία με τον σπουδαίο συνθέτη Βαγγέλη Παπαθανασίου που τους παίρνει μαζί του για να ανοίγουν τις συναυλίες του σε όλη την Ευρώπη ενώ ηχογραφούν την ίδια περίοδο το ιστορικό album "PHOS", όπου έχει αναλάβει και την παραγωγή.
Ο δίσκος γνωρίζει την αποθέωση από κριτικούς και κοινό για την ποικιλία και την υπέροχη έμπνευση των συνθέσεων ενώ η παραγωγή για τα δεδομένα της εποχής είναι σε υψηλά επίπεδα.



Το ηχόχρωμα του Βαγγέλη Παπαθανασίου στα πλήκτρα είναι μοναδικό και τραγούδια σαν τα "Killer" (φοβερή, η απόδοση από τον ντράμερ Γιώργο Τρανταλίδη), "Queen of the Universe" και φυσικά του τρομερό "Starvation" οδήγησαν το γκρουπ στην κορυφή της διεθνής ροκ σκηνής.
Το κομμάτι όμως που έκανε τους SOCRATES διαχρονικούς ήταν το ανατριχιαστικό “Mountains” που κατάφεραν και πάντρεψαν άψογα την ηπειρώτικη παραδοσιακή μουσική με το τεχνο-ροκ ύφος. Το μοναδικό παίξιμο του Σπάθα στην κιθάρα σ’ αυτό το άλμπουμ (αλλά και στους προηγούμενους) είχε μαγέψει και τους πιο δύσκολους ακροατές αφού όλη η διεθνής ροκ κοινότητα μίλαγε για το νέο αστέρι της εξάχορδης θεάς.
Το "PHOS" έχει πουλήσει συνολικά πάνω από 300 χιλιάδες αντίτυπα (!!!) ενώ στην Αμερική κυκλοφόρησε με άλλο εξώφυλλο.
Μετά από πολλές αλλαγές στα μέλη του γκρουπ το 1980 κυκλοφορούν το αξιόλογο "Waiting for Something" και τα τραγούδια που ξεχωρίζουν είναι τα "Lady" και "Mr wc". Στο δίσκο συμμετέχουν ο Γιώργος Ζηκογιάννης στο μπάσο, ο Νίκος Αντύπας στα τύμπανα και ο Παύλος Αλεξίου στα πλήκτρα.
Το 1981 ηχογραφούν το αδικημένο "Breaking Through" και το τραγούδια που ξεχώρισαν ήταν τα "Master of Disaster", "Born Again", "Don't You Like" ενώ η μπάντα αποτελείται εκείνη την περίοδο από τους Αντώνη Τουρκογιώργη (Φωνή & Μπάσο), Γιάννη Σπάθα ( Κιθάρα) και Νίκο Αντύπα (ντραμς).
Παράλληλα το γκρουπ παίρνει την απόφαση να δοκιμάσει ξανά την τύχη του στο εξωτερικό και για αυτό τον λόγο μετακομίζει στην Αγγλία και κάνουν μία σειρά εμφανίσεων στο γνωστό rock club "Dingwalls", στο οποίο έχουν παίξει εξαιρετικοί καλλιτέχνες όπως οι: Who, Eric Clapton και Jimi Page.
Το 1983 τελικά δέχονται ένα παγκόσμιο συμβόλαιο από την Virgin, αξίας 15.000 στερλινών και ξεκινούν τις ηχογραφήσεις.
Για εμπορικούς λόγους αλλάζουν το όνομα τους σε PLAZA και το 1983 κυκλοφορούν τον ομώνυμο δίσκο όπου συνεργάζονται με τον στιχουργό του Elton John, ονόματι Gary Osborne και το παραγωγό Vic Coppersmith-Heaven (Τhe Jam, Peter Gabriel, Joe Cocker).
Ο ήχος του γκρουπ είναι πλέον λιγότερο ροκ και πιο εύπεπτος κάτι που φαίνεται έντονα στα τραγούδια "Babe I'm Leaving",  "Living in a Hot Town" και στο θαυμάσιο “Stray Dogs” ενώ η περιοδεία που ακολούθησε με τους UFO ήταν άκρως επιτυχημένη (με αποκορύφωμα την εμφάνιση στο Hammersmith Odeon του Λονδίνου στις 14 & 15 Απριλίου 1983) και μουσικοί σαν τον Lemmy (Motorhead), Gary Moore, Jeff Beck, Elton John που παρακολούθησαν την συγκεκριμένη συναυλία  ενθουσιάστηκαν και απέδωσαν δημόσια τα εύσημα τους στο ταλέντο και το άψογο παίξιμο των Socrates.
Η δυναμική live και δισκογραφική τους παρουσία έχει εντυπωσιάσει αρκετά τα μεγαλοστελέχη δισκογραφικών εταιριών με συνέπεια να έρθει και η προτάση για συμβόλαιο, με πιο σημαντική εκείνη της Warner, που τους πρόσφερε  αξίας 50.000 στερλινών, και μόνιμη εγκατάσταση στην Αμερική.
Όπως αναφέρει στην αυτοβιογραφία του, ο Αντώνης Τουρκογιώργης με τίτλο “Το Συγκρότημα” (εκδόσεις Ιανός, ο μελωδός) η πρόταση απορρίφθηκε για δύο κυρίως λόγους:
Πρώτον διότι είχαν όλοι πολλές και σημαντικές οικογενειακές υποχρεώσεις μιας και ηλικιακά ήταν όλοι τότε άνω των τριάντα και δεύτερον διότι όταν συνομίλησαν με μέλη των Icehouse που εκείνη την περίοδο η συγκεκριμένη μπάντα ήταν νο1 στην Αγγλία, τους αποκάλυψε ότι τα λεφτά ήταν πολύ λίγα και παρά την επιτυχία που είχαν, έμεναν σε υπόγεια,  η δισκογραφική τους εταιρεία, τους είχε δώσει μόνο προκαταβολές και για να ξεχρεώσουν  έπρεπε να κυκλοφορήσουν άλλους τρεις δίσκους!
Συνέπεια όλων αυτών ήταν η άρνηση των Socrates στην πρόταση της Warner και το συγκρότημα δεν άντεξε τα νέα δεδομένα και το 1986 αποφάσισαν να διαλυθούν, να επιστρέψουν στην πατρίδα και οι μουσικοί να ακολουθήσουν τους δικούς τους μουσικούς δρόμους.

Το 1999 επανασυνδέονται με μια υπέροχη συναυλία στο Λυκαβηττό και την κυκλοφορούν σε album με τον τίτλο "Live in Concert 1999" και περιέχει εκτός από τις μεγάλες επιτυχίες των SOCRATES, τρία ακυκλοφόρητα τραγούδια και αρκετές διασκευές κυρίως του Jimi Hendrix που αποδεικνύεται και η αγαπημένη επιρροή της μπάντας. Μετά από κάποιες εμφανίσεις έγιναν σημαντικές αλλαγές των μελών και το συγκρότημα πήρε σταθερή μορφή από το 2002 μέχρι και το 2010 με τούς: Γιάννη Σπάθα και Αντώνη Τουρκογιώργη να αποτελούν το βασικό κορμό και το  συγκρότημα στο διάστημα αυτό έκανε μεγάλες συναυλίες σε όλη την Ελλάδα ενώ άνοιξαν και την συναυλία των Toto στην χώρα μας το 2006.
Το 2010, ο Γιάννης Σπάθας, ο Αντώνης Τουρκογιώργης και ο ντράμερ Μάκης Γιούλης μπαίνουν στο στούντιο όπου συνθέτουν τα τραγούδια για μια νέα πολυαναμενόμενη δισκογραφική δουλειά (μετά από το "Plaza") όμως κατά την διάρκεια των ηχογραφήσεων ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα υγείας του Αντώνη Τουρκογιώργη διακόπτει ξαφνικά την πορεία της μπάντας με συνέπεια τα όποια δισκογραφικά σχέδια να μπουν στο πάγο…
Τελευταία νέα για τους λατρεμένους Socrates Drank the Conium δεν υπάρχουν παρά μόνο κάποιες αραιές εμφανίσεις του Γ. Σπάθα.
Εν κατακλείδι θα λέγαμε ότι η όμορφη και συναρπαστική περιπέτεια του πιο σημαντικού συγκροτήματος που γέννησε ετούτη η χώρα, μας έχει γοητεύσει μιας και σε πολύ δύσκολες “ροκ” συνθήκες για ένα ελληνικό σχήμα, το ιστορικό γκρουπ πέτυχε να ξετρελάνει όλο τον κόσμο και να κυκλοφορήσει εξαιρετικούς δίσκους και αξεπέραστα τραγούδια.
Και όπως λέει και ένα υπέροχο τραγούδι τους… Every dream comes to an end”…

Δισκογραφία
    (Appears on) Live at Kyttaro - 1971
    Socrates Drank the Conium - 1972
    Taste of Conium - 1972
    On The Wings - 1973
    Phos - 1976
    Waiting for Something - 1980
    Breaking Through - 1981
    Plaza - 1983
    Live in Concert - 1999
    The Original Singles - Compilation released 2005

Επιμέλεια: Φώτης Μελέτης

Iron Maiden: "The Βοοk of Souls"


Με τα χρόνια, η γενιά των εφήβων του ’80 έχουμε μάθει ν’ ακούμε
τη μουσική των ηρώων μας με την καρδιά και όχι με τα κλινικά κριτήρια της τωρινής μας ηλικίας. Επιλογή αυτοσυντήρησης, ανέπαφη από το στίγμα του «παλιμπαδισμού», της «εθελοτυφλίας» ή του «κολλήματος» που προσπαθεί να μας φορέσει η μουσική του συρμού.

Επιλογή που μερικές φορές, η ίδια η ζωή φροντίζει να αναθερμαίνει με ύπουλες υπομνήσεις για τη θνητότητα αυτών των ηρώων της εφηβείας. Η είδηση, πέρσυ τον Ιανουάριο, ότι ο Bruce Dickinson ήρθε αντιμέτωπος με τον καρκίνο την ώρα που το 16ο άλμπουμ των Maiden ήταν σχεδόν έτοιμο, προσέδωσε στην αναμονή για την κυκλοφορία του μια αίσθηση κατεπείγοντος.
Χωρίς πλέον την αίγλη της τελετουργικής επίσκεψης στο δισκάδικο (πριν 5 χρόνια το “Final Frontier” βρισκόταν σε περίπτερα και ψιλικατζίδικα), αυτή τη φορά η αδημονία για το «καινούριο» ξεκίνησε αρχές του καλοκαιριού και τράφηκε με όλες τις απαραίτητες εθιστικές λεπτομέρειες.
Πρώτη φορά διπλό άλμπουμ, πρώτη φορά μιάμισυ ώρα καινούρια μουσική Maiden, πρώτη φορά ένα 18λεπτο κομμάτι, πρώτη φορά μετά από το ’95 επανέρχεται το κανονικό λογότυπο, με τις αιχμηρές γωνίες στο “M”, στο “R” και στο “N”, πρώτη φορά ένας «κανονικός», καταπρόσωπος Eddie, σαν κι εκείνους τους αυθεντικά ανατριχιαστικούς του Derek Riggs.  
Aυτή τη φορά, οι διθυραμβικές κριτικές ειδικών και μη ιστοτόπων και περιοδικών αποδεικνύεται ότι υπερβαίνουν την υστεροβουλία και συγκλίνουν στην αλήθεια. Το «Βιβλίο των Ψυχών» μπορεί να θεωρηθεί με ασφάλεια το «καλύτερο» άλμπουμ των Maiden από το ’99, πιθανόν δε το πιο ισχυρό σε ειδικό βάρος τραγουδιών μετά τα «κλασσικά» τους (1980 – 1988).
Ήδη από την εισαγωγή τουIf Eternity Should Failένας υποβλητικός Dickinson προδιαθέτει για κάτι ανώτερο. Ο βαρύς καλπασμός του γκρουπ ανασύρει με μιας όλες τις ηχητικές μνήμες του τί διαχρονικά εστί Maiden και η δραματική ερμηνεία του frontman οδηγεί το κομμάτι στα ύψη. Απροσδόκητα δυνατό άνοιγμα δίσκου, το πιο γενναίο εδώ και τρεις δεκαετίες. Παρ΄ότι το άλμπουμ είχε ολοκληρωθεί πριν ο Dickinson ανακαλύψει τον καρκινικό όγκο στο λαιμό του, δύσκολα αποφεύγει κανείς την συγκίνηση. Πάνω σε μια σύνθεση δική του, ακούγεται να τραγουδά με την αυταπάρνηση του ανθρώπου που δεν γνωρίζει ότι λίγο καιρό μετά έμελλε να αναμετρηθεί με την άβυσσο της ασθένειας (“Reef in a sail at the edge of the world, if eternity should fail”) και ευτυχώς να την νικήσει.

Στον Dickinson αποκλειστικά πιστώνεται και μια δεύτερη σύνθεση. To 18λεπτο κινηματογραφικό “Empire Of The Clouds” στο κλείσιμο του δεύτερου δίσκου είναι το πρώτο μετά το “Dance Of Death” του 2003 που πριν καν τελειώσει, πείθει ότι ανήκει στις ιστορικές τους συνθέσεις.
Με τον Dickinson να οδηγεί την πλοκή με πιάνο (για πρώτη φορά) και συναρπαστική αφήγηση (για πολλοστή), βασίζεται στην πραγματική ιστορία ενός από τα χειρότερα αεροπορικά ατυχήματα της προπολεμικής ιστορίας (την πτήση του αερόπλοιου R101 το 1930) και είναι μια παραβολή για την αξία του θάρρους στις εκ των προτέρων χαμένες μάχες (στην προκειμένη περίπτωση αυτό του ηρωϊκού πληρώματος απέναντι στα στοιχεία της φύσης που τελικά γκρεμοτσακίζουν το σκάφος). “Dreamers may die, but the dreams live on” λέει ο Dickinson στην τελευταία στροφή, αποσπώντας υποκλίσεις για μια ακόμη μεγάλη ερμηνεία.
Ανάμεσα σε αυτές τις δύο επικές συνθέσεις του τραγουδιστή περικλείονται μερικά από τα πιο καλοδουλεμένα και εύστοχα κομμάτια των Maiden, σ΄ένα σύνολο από το οποίο δύσκολα εντοπίζει κανείς κομμάτι - «γέμισμα» (πράγμα που τα τελευταία 25 χρόνια ήταν δυσάρεστα συχνό στη δισκογραφία τους). 
Συνολικά, είναι ένα άλμπουμ που αναδεικνύει σε πρώτο πλάνο τους Dickinson και Smith. Πέρα από τα εντυπωσιακά (πρώτο και τελευταίο) κομμάτια που ανήκουν εκ ολοκλήρου στον πρώτο, υπάρχουν δύο (όπως πάντα αξιοπρόσεκτες) συνεργασίες του με τον Adrian Smith.
Η πρώτη, ευτυχώς, αφορά το single. Από το ανεκδιήγητο “Holy Smoke” και μετά, τα πρώτα single των Maiden ήταν συνήθως μια λειψή γεύση κάθε καινούριου δίσκου.
Παρά το τετριμμένο του τίτλου και του βίντεο-κλιπ που το συνοδεύει, το Speed Of Lightείναι το πιο λειτουργικό, «γρήγορο», single από την επανένωση του ’99 και μετά (μαζί ίσως με το “El Dorado”), με στίχο που υπογραμμίζει τη προσωρινότητα, το φευγαλέο. Η δεύτερη (Death Or Glory) ανοίγει τον δεύτερο δίσκο με την δέουσα ορμή και αφορά τις αερομαχίες με τριπλάνα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, φέρνοντας στο νου την πολεμική ταινία “Aces High” του ’75 (απ΄όπου και ο τίτλος του κομματιού τους του ’84).
Ο δε Adrian Smith, (“the texture of the band”, όπως λέει ο Dickinson στο “Flight 666”), με συμβολή στα 6 απ΄τα 11 κομμάτια του δίσκου, με τις λεπτομερείς, καθαρές, μελωδίες του επαναφέρει τον ακροατή στην χρυσή περίοδο ’83-’88 των Maiden, όταν ακόμη και το “Back In The Village” ήταν καλοδεχούμενο και μόνο για τις κιθάρες του. Συγχρόνως, φαίνεται να είναι αυτός που δίνει το στοιχείο μιας ελεγχόμενης ταχύτητας στις συνθέσεις (βλ. και When The River Runs Deep), που συχνά λείπει ή ακούγεται βεβιασμένη από μουσικούς του metal που έχουν πατήσει τα 50.
Ασφαλώς, δεν θα υπήρχε δίσκος των Μaiden χωρίς τη σφραγίδα του μεγάλου.. O ‘Arry Harris έχει δώσει μέχρι σήμερα τόσα πολλά σε επίπεδο συνθέσεων, ώστε θα ήταν άδικο να του ζητά κανείς να γράφει σε κάθε δίσκο ένα “Trooper”, ένα “Hallowed Be Thy Name” ή ένα “Fear Of The Dark”. Αυτή τη φορά (λόγω και κάποιων προσωπικών συγκυριών) αφήνει τα υπόλοιπα μέλη να δώσουν εκείνα σχήμα στις progressive αναζητήσεις του και αφοσιώνεται κυρίως σε στιχουργικό και ενορχηστρωτικό ρόλο, με αποτέλεσμα τα κομμάτια να «αναπνέουν» περισσότερο.
Όσα κι αν είναι τα σέβη προς τον παρ΄ολίγο εξτρέμ της
West Ham, δεν λείπει το να ακούσουμε μια ακόμη φορά την «ξαφνική» αλλαγή στη μέση με τον καλπασμό του μπάσου σε στυλ “Clairvoyant”/”Tailgunner”/”Childhood’s End”/”No More Lies”, ούτε μια ακόμη μακρόσυρτη προσπάθεια αλά “When The Wild Wind Blows”/“Blood Brothers”.
Ο Harris ξέρει πια ότι δεν θα γράψει το επόμενο “Cinema Show”, ή “Watcher Of The Skies”. Γι΄αυτό υπογράφει εξ ολοκλήρου μόνον ένα κομμάτι, ενώ συμμετέχει σε άλλα 5, σε συνεργασία με τους 3 κιθαρίστες. Σε όλα, οι στίχοι του παραμένουν δυσοίωνοι και εσωστρεφείς, αποτυπώνοντας τις φοβίες, την αγωνία απέναντι στον θάνατο, την ψυχική στάση κατά τον πόλεμο (όπως κι αν νοείται αυτός). Στίχοι που μετά από τόσα χρόνια εξακολουθούν να φέρουν έντονη την επίγευση ματαιότητας (“futility”, κατά τους βιογράφους των Maiden Dave Bowler Και Bryan Dray [“Infinite Dreams”, London publ., Boxtree, 1996]), ένα στοιχείο δομικό για τη μουσική των Maiden, που τους διατηρεί διαχρονικά σε στενή επαφή με το βασικό αρσενικό τους ακροατήριο και αποτελεί μέρος της βαρύτητας του ήχου τους.
Αυτή τη φορά το θέμα της αθανασίας της «ψυχής» επανέρχεται στους στίχους με ποικίλες αφορμές.

Στον Harris ανήκει λοιπόν εξ ολοκλήρου μόνον το “The Red And The Black”, με ραχοκοκκαλιά που παραπέμπει κατευθείαν στο “Ancient Mariner…”, μακρύ σε διάρκεια (13:30, θα μπορούσε ίσως να είναι 8), αλλά εξοπλισμένο με όλα τα στοιχεία για να γίνει live staple (χορωδιακά μέρη, προβλεπόμενες αλλαγές ρυθμού, αρμονίες και χώροι για σόλο απ΄όλες τις κιθάρες).
Οι δύο συνεργασίες του Harris με τον Smith, από τις πιο πετυχημένες μετά την επάνοδο του τελευταίου στο σχήμα (The Great UnknownκαιTears Of A Clown, γραμμένο για τον τραγικό κωμικό Robin Williams), είναι απολαυστικές για κάθε Maiden οπαδό. Το ίδιο ισχύει και για τη μία με τον Janick Gers (Shadows Of The Valley) με τις «δισολίες» που οδηγούν το κομμάτι να παραπέμπουν ελαφρώς σε “Duellists” και “Monségur” και να υπενθυμίζουν ότι ο «νέος» του γκρουπ δεν είναι μόνον ο για 25 συναπτά έτη επί σκηνής jester. Η σύμπραξη Harris και Murray στο The Man Of Sorrows, αφήνει τους πιο προγειωμένους, άμεσους στίχους που έχουν δισκογραφήσει, να πλέουν σε αλλαγές διάθεσης, ένα έμμεσο σχόλιο για αμέτρητες ψυχές που υποφέρουν στη δυσάρεστη σύγχρονη συγκυρία. Μόνο τo ομώνυμο The Book Of Souls”, άλλη μια σύνθεση Harris/Gers, είναι που ακούγεται κάπως ανοικονόμητο, καθώς επιχειρεί μια μακρόσυρτη ethnic υποβολή και καταλήγει σε ένα γρήγορο θέμα (με μια ιδέα από ριφ “Losfer Words”) μέσα σε δέκα λεπτά.
Ως προς το artwork, είναι ορατή μια προσπάθεια να προσεγγιστεί θεματικά υπό τύπον “Powerslave”, με έρεισμα τον πολιτισμό των Μάγια (ιερογλυφικά στο εξώφυλλο, «αυτόχειρας» Eddie στο εσώφυλλο).
Ως προς τον ήχο, είναι γνωστό ότι υπάρχουν δύο εποχές Maiden.
Η μία υπό τον τιτάνα Martin Birch και η άλλη, η χωρίς αυτόν. Στην «άλλη», υπάρχει ο Kevin Shirley, που από το ’99 και μετά ηχογραφεί προσεκτικά, χωρίς να προσπαθεί (ή να μπορεί) να αναπαράξει τον κόμπακτ ήχο των πρώτων έξι άλμπουμ (στο “Seventh Son…” επιδιώχθηκε για πρώτη φορά μια πιο «χαλαρή» ηχογράφηση). Από το 2006 και το “Matter Of Life And Deathοι ίδιοι δηλώνουν ότι προτιμούν να ηχογραφούν σχεδόν ”live” τα κομμάτια στο studio, προκειμένου να διατηρηθεί η «αιχμή» στο άκουσμα. Η αιχμή αυτή είναι αισθητή εδώ, σε ολόκληρο το άλμπουμ, πράγμα σπάνιο για γκρουπ που τολμά να εκτεθεί μετά 35 χρόνια καρριέρας σε prog ανοίγματα.
Η μεγάλη διάρκεια του διπλού δίσκου (92 λεπτά) είναι αποτέλεσμα συνειδητού «απλώματος» των συνθέσεων, το οποίο διαπιστώσαμε και στα 2 προηγούμενα άλμπουμ, όχι όμως τόσο επιτυχημένα όσο εδώ.
Oρισμένα κομμάτια (“Book Of Souls”, “The Red And The Black”, ακόμη και το “Empire Of The Clouds”) σε άλλες εποχές θα μπορούσαν να είχαν υποστεί χειρουργικό editing από το χέρι παραγωγού και τότε πιθανόν να κέρδιζαν σε αμεσότητα. Όμως για ένα γκρουπ που ξέρει πώς θέλει το ίδιο να ακούγεται, κάτι τέτοιο θα ήταν ένας αχρείαστος «συμβιβασμός».
Μετά από 16 άλμπουμ και με όλα τα μέλη των Maiden έχουν πατήσει την 6η δεκαετία ζωής τους, μια τέτοια επιλογή, το να ακολουθούν το δικό τους αισθητήριο, εάν θα θεωρηθεί αρτηριοσκληρωτική, τότε αυτόματα ακυρώνει το δημαγωγικό επιχείρημα ότι το γκρουπ «αρκείται» στο να «δίνει αυτό που θέλουν οι fans». Οι Maiden κάνουν και πάλι αυτό που θέλουν και ξέρουν ότι μπορούν, έχοντας κερδίσει ακόμη και το δικαίωμα να ανατρέχουν στις καλύτερες στιγμές τους.
Εξάλλου, κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει το “
work ethic” τους, όπως και ότι ποτέ δεν αισθάνθηκαν «μεγαλύτεροι» ή πιο «ανήσυχοι» μουσικοί απ΄όσο πραγματικά είναι, ώστε να προσπαθήσουν να ξεγελάσουν το κοινό με τρικ όπως η δραστική διεύρυνση του ήχου τους προς το mainstream ή η υπεραπλούστευση των στίχων τους.

Tο heavy metal τόσο από άποψη θεματολογίας, όσο και μουσικών δομών απέχει απ΄ ό,τι οι μυαλοπώλεις κάθε εποχής αρέσκονται να θεωρούν «επαναστατική» μουσική. Όμως το μουσικό υπόβαθρό του, το οποίο κατά μέγιστο βαθμό οφείλεται στους Maiden, έχει υπάρξει μέσα στα χρόνια σταθερό στήριγμα στην εφηβική ανάγκη των μουσικόφιλων για αναζήτηση ταυτότητας, ανάγκη που έχει ανατρεπτικά στοιχεία από μόνη της και διαρκεί περισσότερο απ΄τη βιολογική εφηβεία. 

Εδώ και χρόνια, δεν είναι τυχαίο ότι heavy metal με βαρίδια παίζουν κυρίως οι γερόλυκοι, ωθώντας το προς το να γεννά καινούριες, αξιόπιστες συνθέσεις ικανές να συγκινούν. Το heavy metal δεν πάει πιο πέρα. Και αυτό το συγκρότημα ποτέ στην 35χρονη καρριέρα του δεν υποδύθηκε ότι παίζει «κάτι άλλο» εκτός από heavy metal. Όπως το όρισαν οι Maiden στα ‘80s, είναι και θα είναι το αντίστοιχο αυτού που λέγεται στο σινεμά “genre movie”. Συγκεκριμένος τύπος, είδος, ακροάματος, που καλείται να αποδώσει «χειροποίητα» κομμάτια, με συναισθηματικό βάρος, κινούμενα μέσα σε μουσικά πλαίσια που τηρούν κάποιους στοιχειώδεις μουσικούς και υφολογικούς κανόνες.
Όσοι λοιπόν βιάζονται να απορρίψουν την πρόσφατη δισκογραφία των Maiden, ή το το ίδιο το “Book Of Souls”, με την υπεροψία που αντιμετωπίζουν μια καλογυρισμένη αστυνομική ταινία (“genre movie”), δηλαδή με επιχειρήματα του τύπου «αυτά τά’ χουμε ξαναδεί» (ή εν προκειμένω «δε μετράνε μία μετά από το τάδε άλμπουμ») μάλλον έχουν σταματήσει να ακούν τη μουσική αυτή με την καρδιά.
Ακόμη χειρότερα, είναι πιθανόν να έχουν υποκύψει στη διαβρωτική λογική του καταναλωτή που «θέλει κι άλλο, όταν και όπως το χρειάζεται» ή στο σύμπλεγμα του μετρίου που δίνει στη μάζα των οπαδών κάθε ιδιώματος το «δικαίωμα» να λοιδωρούν τα είδωλά τους επειδή δεν είναι πια 25 αλλά 58 ετών.


Αν αυτό θα είναι το τελευταίο τους άλμπουμ, δεν το γνωρίζουμε. Στην περίπτωση όμως που θα είναι, κάτι δεκαετίες μετά οι μουσικολόγοι του μέλλοντος θα χρησιμοποιούν το Book Of Souls σαν παράδειγμα για το ότι υπήρξε μια μπάντα ιδιοσυγκρασιακά σκληρού ροκ που δεν παρέδωσε τα όπλα και προσπαθούσε να αξιοποιήσει τη δημιουργική της μούσα μέχρι το τέλος. Και μια τέτοια διαπίστωση συνδέεται άρρηκτα με το τί καταλαβαίνει και ο πιο άσχετος ακόμη από τον όρο heavy metal.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Ailafar: "No Limits"

Οι Ailafar από τη Θεσσαλονίκη δεν είναι καινούργιοι!
Δημιουργήθηκαν στα τέλη του 2006 από τον John Tzortzis για να παρουσιάζει το μουσικό υλικό που συνέθετε.

 Με ένα  demo να κυκλοφορεί στα  2009, το Μάιο συγκεκριμένα και μετά από πολλές εμφανίσεις σε bar και μουσικές σκηνές,  τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου ξεκινούν τις ηχογραφήσεις για το  ''Long way to imagery'' , που ολοκληρώνεται και κυκλοφορεί τον Αύγουστο του  2011 με νέα μέλη στη μπάντα και αρκετούς μουσικούς να συνδράμουν φιλικά!
Νέα αλλαγή στην σύνθεση της μπάντας και εμφανίσεις σε ραδιοφωνικά και τηλεοπτικά δρώμενα και μετά από ενάμισι χρόνο η μπάντα ολοκληρώνει την προσπάθεια ηχογράφησης, που ξεκίνησε το Μάιο του 2013, το Φλεβάρη του 2015 και να κυκλοφορεί τον Σεπτέμβρη από την ειδικευμένη στις μελωδικές κυκλοφορίες  AOR Boulevard Records.
Με  13 συνθέσεις και συμμετοχές από τους  Stephan Kammerer (Frontline, Stereotide),  Paul Jackson (Roadhouse - Pete Willis band) και David Saylor (Push UK) στη φωνή ο δίσκος απογειώνεται.
Επειδή όμως δε διακατέχομαι από αίσθημα ξενομανίας, θα ήθελα να αποδώσω τα εύσημα  για την εξαιρετική παρουσία τους στις κυρίες που τραγουδούν μοιρασμένα τα τραγούδια: στις Tatiana Economou, Alexandra Mcay, Olga Katsenidou.
Έχω λοιπόν μία βδομάδα  και άλλες συνθέσεις δεν παίζουν στα cd players σπιτιού κι αυτοκινήτου εκτός από αυτές!
Λοιπόν: πλήκτρα, ευφάνταστες κιθαριστικές  διαδρομές και δυναμική rhythm section.
Ακριβώς αυτή είναι η εικόνα! Με το ''No Limits''  τα φωνητικά των κυριών  να παρουσιάζουν ομοιότητα με τις καλύτερες παρόμοιου ύφους τραγουδίστριες και με ακόμη πιο μοντέρνα προσέγγιση, η ουσία είναι ότι πρόκειται για άνω του μέσου όρου AOR/μελωδικού hard pop/rock  μπάντα.
Η δε φωνή της καλλιτεχνίδων  θυμίζει διασταύρωση Ann Wilson, Sandy Saraya, Janet Gardner (Vixen), με αρκετή δόση από  Robin Beck. Όσο για τους τραγουδιστές της αλλοδαπής έχουν δώσει δεκαετίες τα δείγματα της χαρισματικής, μελωδικής παρουσίας τους.
Εάν συνυπολογίσουμε ,  τις συνθέσεις  , τους ικανότατους μουσικούς και την εξαιρετική τραγουδιστική παρουσία όλων έχουμε την τέλεια συνταγή: AOR , μελωδικό  hard pop/rock.
Η κλασική παραγγελία στα 80ς!!
Οι εγχώριοι μουσικοί δημιουργούν εξαιρετικά ακούσματα μουσικότητας , με ταιριαστές, πλουσιοπάροχες δοσολογίες σε πλήκτρα από τον παλαιό γνώριμο από τα έδρανα της σχολής σε επαρχιακή πόλη Πέρυ, καθώς οι "πλούσιες" συνθέσεις και οι φωνές των πολυτάλαντων τραγουδιστών καθηλώνουν τον ακροατή.
Ευκολομνημόνευτα χορωδιακά φωνητικά και πιασάρικες ενορχηστρώσεις που εντυπωσιάζουν. Προσωπικά δε βρήκα σύνθεση filler ήδη με το εναρκτήριο "Live 4 Me Live 4 You" απογειώνεσαι και .ίσως τα ζεστά, μελωδικά  φωνητικά συμβάλλουν σε αυτήν την απογείωση με ατμοσφαιρική εισαγωγή, κιθαριστικό ριφ ευφάνταστο.
Ακολουθεί το "Flood Of Love" με εξαίρετες κιθάρες και γενναία δόση πλήκτρων,  προσωπικά αγαπημένο από την πρώτη ακρόαση το "Two Roses" το τέλειο  FM radio – πίσω στα  80’ς που ο "πειρατικός σταθμός" στη γενέθλια  πόλη μου, όπου για 2 ώρες σε ανάλογου ύφους εκπομπή  που παρουσίαζα , έπαιζε μόνο τέτοια "άσματα"!
Το "Faith In Love" με εισαγωγή ala  Satriani και jazzέ πλήκτρα/πιάνο, την κιθάρα να κελαηδάει μετά από εκπληκτικό σολάρισμα , μία εξαιρετική μπαλάντα ταξιδιάρικη στο ίδιο ύφος και τα υπόλοιπα. Το μεγαλόπρεπο στην εισαγωγή του "Tell Me Why" ακόμη ένα ξεσηκωτικό ροκάδικο κομμάτι. Κλασικός  80'ς ήχος.
Το "Out Of The Blue" μου έφερε μουσικά στα αυτιά μου  μπάντες αγαπημένες όπως Push Uk, Wild Rose, διόλου τυχαίο καθώς τραγουδά και συναρπάζει με τη ζεστή φωνή ο αγαπημένος γνώριμος, " Έλληνας" για λίγο David A. Saylor.
Το "A Way To Your Heart" ένα απολύτως μεθυστικό μελωδικό κομμάτι που αιωρείται το πνεύμα της δεκαετίας του '80 και τραβά τον ακροατή με πιασάρικες γραμμές "γαντζωμένες στο ξόρκι της μελωδίας", με την κιθάρα να "κελαηδά" στο ύφος του Mark Knopfler ενώ το "Ifigenia" είναι ιδανικό για να κλείσει ο δίσκος και να σε αφήσει να παρακαλέσεις για συνέχεια.
!Κομματάρα με τα όλα της!
Μου θύμισαν σίγουρα Winger στη μουσική σύλληψη και στα κιθαριστικά σημεία Tom Petty. Στενοχωριέμαι, που σε δύσκολες εποχές οικονομικής κρίσης, οι προτάσεις εξαιρετικών κυκλοφοριών είναι πολλές και η αγορά τους στεγνώνει τα ήδη αποστραγγισμένα πορτοφόλια μας όμως οι φίλοι που μπορούν διαθέσουν ελάχιστα ευρώ (15e) θα απολαύσουν και θα συνδράμουν ίσως σε μία ακόμη κυκλοφορία της δουλειά της ελληνικής αυτής μπάντας.
Προσωπικά, ήδη συγκαταλέγεται στις καλύτερες κυκλοφορίες του 2015 και συμπληρώνει τη μελωδική ελληνική σκηνή που παρουσιάζει ήδη καταπληκτικές κυκλοφορίες ή αναμένει οσονούπω και άλλες από τους Design, Farraday,  Flyin’ Mercury, Galliard’s Syndrom,  Kingdragon, Soundtruck, Raw Silk, Redrum, Wild Rose (με αλφαβητική σειρά) ενώ η επιμέλεια της ψηφιοποίησης έγινε από τον μελωδικότατο τραγουδιστή, Mitch Malloy.
Τελικά, το φθινόπωρο μπήκε με πολλές μουσικές υποσχέσεις και αφήνει τις εκλογές στην αθλιότητα των καναλιών.

Νότης Γκιλλανίδης

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...