Πέμπτη, 21 Δεκεμβρίου 2017

U2: "Songs Of Experience"


 
30 χρόνια μετά το έπος του “Joshua Tree” και 3 από το τελευταίο τους άλμπουμ, οι U2 βρίσκονται και πάλι στην κορυφή του μουσικού κόσμου. Όχι μόνο κυριολεκτικά (είναι το 8ο άλμπουμ τους που φθάνει στην κορυφή του Billboard), αλλά – αν το δει κανείς χωρίς τις συνήθεις εξωμουσικές παρωπίδες - και καλλιτεχνικά.

Εδώ και περίπου 20 χρόνια που έχουν γιγαντωθεί, συναρπάζουν και βάλλονται εξίσου, χάρις τόσο στη μουσική τους, όσο και εξαιτίας της υπερπροβολής του Bono σε μια σειρά από fora και πρωτοβουλίες που όντως επιδέχονται συζήτηση και κριτική.
Ο ίδιος, προς το τέλος του 2016 είχε μια εμπειρία που τον έφερε πολύ κοντά στο να συνειδητοποιήσει το εύθραυστο της ύπαρξης, για την οποία αποφεύγει να εκθέσει προς στιγμήν λεπτομέρειες.
Αυτό ήταν και το καταλυτικό στοιχείο που τον έκανε να ξαναδουλέψει τους στίχους ολόκληρου του άλμπουμ, το οποίο ήταν έτοιμο και ανέμενε την επίσημη κυκλοφορία του 15 μήνες πριν την 1η
 Δεκεμβρίου του 2017, όταν και τελικά κυκλοφόρησε.

"Nothing to stop this being the best day ever" ακούγεται να λέει ο Bono στο "Love Is All We Have Left”, στο ξεκίνημα του άλμπουμ. Όμως αυτή τη φορά, η ερμηνεία του ακούγεται χαλιναγωγημένη, διστακτική, καθώς πετά πάνω από τα κυματιστά ριφ του Edge και την άμεσα αναγνωρίσιμη ρυθμική βάση των Adam Clayton και Larry Mullen Jr.. Η συναίσθηση της θνητότητας πλανάται σαν στιγμιαία απολογία και πάνω από το Lights Of Home ("I shouldn't be here 'cause I should be dead"), πριν ο Bono ξαναεμπνεύσει με αυτή την αμίμητου συναισθηματικού εύρους φωνή την ελπίδα ("οne more push and I'll be born again").
Αν το 2014, το πρώτο μέρος της προαναγελθεισας συλλογής τραγουδιών, τα «Τραγούδια της Αθωότητας» (“Songs of Innocence”) μας εμφάνισε μια μπάντα που νοσταλγώντας τα χρόνια της αθωότητάς της, βούτηξε πίσω στις πρωτοπάνκ εικόνες της εφηβείας, στο Δουβλίνο του διχασμού και των παράτολμων ονείρων, τα «Τραγούδια της Εμπειρίας» είναι ένα μεστό σε ιδέες άλμπουμ με οπτική που απηχεί την πραγματική ηλικία των δημιουργών του. Αναπόφευκτα, όσα εκατομμύρια δολλάρια κι αν έχει ο Bono σε τραπεζικούς λογαριασμούς σπαρμένους στους πιο καλά προστατευμένους φορολογικούς παραδείσους, η αλήθεια είναι άφευκτη:
κανείς, ούτε ο πιο διάσημος, δεν θα κρατήσει για πάντα.
Μουσικότητα με σπιρτάδα και τονική ποικιλία αναδεικνύουν, μετά από αρκετά ακούσματα, αυτή τη διάχυτη ιδέα. Μια μπάντα που αποδεικνύει για νιοστή φορά ότι μπορεί να εκπέμψει κάθε ήχο στο δικό της ύφος και μια φωνή που, ό,τι και να επιλέξει να πει θα ακούγεται μοναδική.

Οι ηχογραφήσεις που αποτελούν το άλμπουμ υπήρξαν σποραδικές και διάφοροι παραγωγοί χρησιμοποιήθηκαν, όπως και στο “Songs Of Innocence, μεταξύ των οποίων ο ιρλανδός Garret Lee που έχει σχηματοποιήσει τον ήχο πολλών, από τους Editors και τους R.E.M., ως τον Robbie Williams, καθώς και ο παλιός καλός γνώριμoς των U2, Steve Lillywhite. Αυτό ίσως δίνει στο άλμπουμ ως playlist έναν αέρα επισκόπησης των καλύτερων στιγμών τους. Συνυπάρχουν εδώ συναυλικό υλικό που λες και ξεπήδησε από το προ εικοσαετίας “Pop” όπως το "The Blackout", ηλιόλουστες μελωδίες ("You're the Best Thing About Me"), ανεβαστική power-pop ("Get Out of Your Own Way") ακόμη και ολίγη από πανδεκτική νεοψυχεδέλεια ("Summer of Love").
Εδώ βρίσκονται και κάποιες από τις φωτοσκιάσεις του “Joshua Tree”, όπως το "The Little Things That Give You Away", στο οποίο ο αφηγητής συνδιαλέγεται με τον νεαρό του εαυτό ψάχνοντας να βρει ποιός είναι, τί έφταιξε, γιατί κατακλύζεται από τόσο αντιφατικά συναισθήματα.



Τα κοφτά ριφ και το μπάσο του Clayton στο "Red Flag Day", παραπέμπουν στο “Two Hearts Beat As One” του ’83, καθώς μέσα από μια ενισχυμένη δέσμη φωνητικών ο Bono παίρνει θέση στο πλευρό της συντρόφου για να αντικρίσει κάθε φόβο – προσωπικό ή και παγκοσμιοποιημένο (“I am made of all that I’m afraid of - Most afraid of losing you - Hells the season  - You’re the reason that I even dreamt of getting through”). Τo κιθαριστικό “American Soul", σε πρώτο επίπεδο είναι μια ανοιχτή επιστολή για τους ήχους της Αμερικής, την διαχρονικά αστείρευτη πηγή έμπνευσης για το γκρουπ (Its not a place, this country is to me a sound of drum and bass”) και σε δεύτερο, με το κλιπ που το συνοδεύει, σερβίρει αναπαραστάσεις ισότητας και οικουμενισμού -η αλήθεια είναι, με τον τρόπο που εύκολα θα δώσει τροφή στην κριτική εναντίον των U2 ρητορική περί δημαγωγίας.

Η αμεσότητα και η ειλικρίνεια που σφραγίζει το "Landlady", μια αφιέρωση στη συντροφικότητα πάνω στην οποία χτίζεται η οικογένεια ("I will win and call it losing, if the prize is not for you") επανακάμπτει στην ρέουσα electronicα του “Love Is Bigger Than Anything in its Way”, για να φτάσει να αποσταχθεί στο ατμοσφαιρικό εξόδιο "13 (There Is a Light)", σαν υστερόγραφο αποθεμάτων ανθρωπιάς.
“I know the world is dumb - But you don’t have to be - I’ve got a question for the child in you before it leaves - Are you tough enough to be kind? - Do you know your heart has its own mind?”


Σε ένα σημείο το ρεφραίν του "Song for Someone" από το “Songs of Innocence” επαναλαμβάνεται, έτσι ώστε οι κύκλοι «αθωότητας» και «εμπειρίας» να συνδεθούν με το πιο φυσικό τρόπο. Μετά την υπόμνηση θνητότητας που είχε ο Bono, έλαβε υπόψη του κάτι που άκουσε από δικούς του ανθρώπους και τον οδήγησε στο να ξαναγράψει μεγάλο μέρος των στίχων του άλμπουμ: «Γράψε σα νά’ σαι ήδη πεθαμένος». Απελευθερωμένος, δηλαδή, από συμβάσεις και τεθλασμένες σκέψεις, μόνο για όσα θέλεις να μιλήσεις πραγματικά. Ίσως γι’ αυτό, το “Songs Of Experience” ακούγεται ελάχιστα επιτηδευμένο, σχεδόν προσωπικό, σαν μια επανεπιβεβαίωση μέσα από την εμπειρία των όσων πραγματικά αξίζουν να μείνουν ανέπαφα από την πρώτη ύλη της αθωότητας.  Ό,τι και να πει κανείς για τους U2 –και μπορεί να πει αρκετά- 40 περίπου χρόνια αφ’ ότου φτιάχτηκαν παραμένουν ένα από τα μετρημένα στα δαχτυλα του ενός χεριού συγκροτήματα της τελευταίας «κλασσικής» ροκ εποχής που έχουν τη δύναμη να συγκινούν.
Υ.Γ.: Προς ενίσχυση αυτής της συνολικής αίσθησης, στην deluxe έκδοση υπάρχει και περισσότερο υλικό, όπως το θαυμάσιο στην απλότητά του “Book Of Your Heart”.

“Yοu can change your name, or even who you are – that’s the beauty of the scar – that is the contract of the heart – this is our wedding day – this is the promise that we’ll stay – through the long descriptive passages – where we don’t know what to say”.
Ίσως γιατί η μόνη αληθινά κεκτημένη απ' όλους εμπειρία -και η πιο φέρελπις ταυτόχρονα- ξεκινά και καταλήγει στο πώς ένα νέο αγόρι πιάνει από το χέρι ένα νέο κορίτσι.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Revolution Saints: "Light In The Dark"




H παρέα των Deen Castronovo (Journey, Bad English), Doug Aldrich (Dio, Whitesnake, The Dead Daisies ) και Jack Blades (Night Ranger, Damn Yankees ) κάτω από το μουσικό άρμα των REVOLUTION SAINTS επιστρέφουν με το δεύτερο στούντιο άλμπουμ τους, με το σούπερ τρίο να δημιουργεί άλλον έναν ενδιαφέρον δίσκο.

Όταν λοιπόν έχουμε να κάνουμε με τέτοιους τεράστιους ογκόλιθους της hard, melodic και heavy σκηνής οι απαιτήσεις είναι μεγάλες και δεν απέχει πολύ ο θρίαμβος από την πανωλεθρία.
Ευτυχώς το "Light In The Dark" δεν με απογοήτευσε καθόλου και εκείνο που μου άρεσε ήταν ότι κάθε φορά που το άκουγα όλο και πιο πολύ αγαπούσα ετούτο το άλμπουμ.
Ο δίσκος ξεκινά με το ομότιτλο κομμάτι και ο συνδυασμός Journey με Night Ranger είναι εμφανής με το ντουέτο στα φωνητικά ανάμεσα στον Deen Castronovo και Jack Blades να κλέβει τις εντυπώσεις.
Ακολουθεί το εκπληκτικό  Freedom”  που ξεκινά υποχθόνια και στο ρεφρέν το κομμάτι απογειώνεται με τα πλήκτρα του Alessandro Del Vecchio να θυμίζουν το ύφος του Jon Lord.
Το Ride On” μπαίνει δυναμικά και πάλι ο συνδυασμός της εκπληκτικής κιθάρας του Doug Aldrich με τα πλήκτρα κάνουν την σύνθεση θαυμάσια ενώ τα τύμπανα οργιάζουν ύστερα έπεται η μέτρια μπαλάντα  I Wouldn't Change a Thing” ενώ με το Don't Surrender” τα γκάζια επιστρέφουν και απολαμβάνουμε μία αμερικάνικη hard rock σύνθεση με σούπερ μελωδικά φωνητικά.
Το άλμπουμ συνεχίζεται με το Take You Down” που ακολουθεί την συνταγή που λέγεται Journey ενώ το The Storm Inside” ακούγεται στο ίδιο μοτίβο. Ακολουθεί το Can't Run Away from Love” είναι μία υπέροχη μπαλάντα αλλά το Running on the Edge”  που είναι η αμέσως επόμενη σύνθεση ξεχωρίζει απλά, διότι η μελωδική ερμηνεία του Deen Castronovo δημιουργεί μικρές ανατριχίλες.
Το άλμπουμ  κλείνει με το συναρπαστικό   “Another Chance” και την όμορφη  ημιμπαλάντα  “Falling Apart” ενώ στην ιαπωνική έκδοση του "Light In The Dark"  υπάρχει επιπλέον και η ακουστική εκτέλεση του “Can't Run Away From Love”.
Πιστεύω τελικά ότι οι Revolution Saints κατάφεραν να κυκλοφορήσουν ένα εξαιρετικό και εμπνευσμένο melodic hard rock δίσκο με σύγχρονο ύφος, εκτελεσμένος άψογα από πολύπειρους μουσικούς με κύριο σκοπό να δώσουν μπόλικο συναίσθημα και αυτό το κατάφεραν αριστουργηματικά.

Φώτης Μελέτης

Τετάρτη, 22 Νοεμβρίου 2017

Europe: "Walk the Εarth"


 
Ακόμα και ο πιο φανατικός οπαδός τους ενδεχομένως ούτε οι ίδιοι 5 μεσήλικες - πλέον -Σουηδοί δεν θα περίμεναν το 2003 όταν και ανακοινώθηκε με ένα λιτό δελτίο τύπου η επανένωση τους, πως μετά από 14 χρόνια αυτή η σπουδαία μπάντα από τα προάστια της Στοκχόλμης θα είχε κυκλοφορήσει 6 άλμπουμ (ήδη 1 περισσότερο από την εποχή της εμπορικής ακμής τους) και θα περιόδευε με σημαντική επιτυχία σε ολόκληρο τον πλανήτη…

Αυτό πάντως που δεν θα μπορούσε να καταφέρει ούτε ο πλέον επιδέξιος γκουρού του μάρκετινγκ είναι το παντελώς απροσδόκητο και ανέλπιστο γεγονός πως μετά από 14 χρόνια νέας και εντελώς εναλλακτικής καριέρας, η καλλιτεχνική τους αναγνώριση θα είχε υπερκεράσει κατά πολύ την αμφιλεγόμενη – έως και αρνητική άποψη –  που είχε η μουσική κοινότητα γι’ αυτούς τις ένδοξες ημέρες της σύντομης, αλλά σημειολογικά θριαμβευτικής τους πορείας στα 80’s.
Άλλωστε μιλάμε για μια μπάντα που κατάφερε το 1986 (δηλαδή 31 χρόνια πριν) να εκπυρσοκροτήσει μια πυρηνική μουσική βόμβα και να δημιουργήσει έναν ανεπανάληπτο παγκόσμιο πάταγο με μια synth φανφάρα, η οποία αποτέλεσε ευχή και κατάρα για τους ίδιους και δυστυχώς για το υπόλοιπο μουσικό τους έργο. Ένα μουσικό έπος που όμως ακόμα και σήμερα οι ακομπλεξάριστοι λατρεύουν φανατικά και οι μεγαλύτεροι επικριτές τους, λατρεύουν να μισούν και να κρυφοθαυμάζουν!!!
Αφήστε που οι περισσότεροι «ειδήμονες» των 80’s που έκραζαν τους Europe επειδή κατάφεραν να δέσουν με μοναδικό τρόπο σ’ έναν ανεπανάληπτο ύμνο δύο αντιμαχόμενα εκείνη την εποχή μουσικά είδη, την ΠΟΠ με το METAL, σήμερα στην συντριπτική τους πλειοψηφία ασχολούνται με την γεωργία… την κτηνοτροφία… την μαναβική… την βιομηχανία του πορνό… και ελάχιστη σχέση έχουν με το ροκ και την μουσική τέχνη γενικότερα…
Αφήνω πίσω την ρετρό εισαγωγή και τα σώψυχα του οπαδού που παίρνει το αίμα του πίσω μετά από 30 χρόνια, με μια διαπίστωση, η οποία είναι περίπου θέσφατο σε κάθε μουσικό έργο, αν και σχεδόν κανείς δεν την λαμβάνει υπόψη του όταν επιχειρεί να γράψει μια κριτική. Την πραγματική αξία ενός άλμπουμ την αντιλαμβάνεσαι μετά από χρόνια!!!!
Δεν κρύβω πως είμαι οπαδός των Europe, ίσως ένας από τους πιο πιστούς και φανατικούς στην Ελλάδα και αυτό αποτελεί κατά μια έννοια τροχοπέδη και μειονέκτημα για να δω με καθαρό μάτι και με μια κατ’ επίφαση αντικειμενικότητα (αν υπάρχει τέτοιο πράγμα) τη νέα δουλειά των Σουηδών.
Δεν κρύβω πως έχω ακούσει το "Walk the Earth" πάνω από 40 φορές, σε σημείο αυθυποβολής!!! Είναι αλήθεια πως όταν πρωτοακούς ένα νέο άλμπουμ μιας αγαπημένης μπάντας, σου φαίνονται όλα υπέροχα… Αν θα αποδειχτεί με τα χρόνια το «νούμερο 11» πόνημα τους κλασικό δεν μπορώ να το ξέρω αυτή τη στιγμή. Και τα Prisoners in Paradise και Bag of Bones μου άρεσαν όταν βγήκαν, τώρα όμως δεν τα ακούω σχεδόν ποτέ, θεωρώντας τα ως τα πιο αδύναμα άλμπουμ τους.
Αυτό που όμως θεωρώ 100% σίγουρο είναι πως οι Europe και στο "Walk the Earth" κατάφεραν να δημιουργήσουν και πάλι ατέρμονες γεμάτες πάθος και μίση συζητήσεις – σε σημείο επιτηδευμένης σπέκουλας – για το νέο τους άλμπουμ.
Για να είμαι ακριβής αυτό το έκαναν ανεξαιρέτως σε όλες τις δουλειές τους από το "Wings of tomorrow" και ύστερα. Ένα από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα τους, που προσωπικά με εξιτάρει και κρατάει ζεστό στο να εξακολουθώ να παρακολουθώ πολύ στενά την πορεία τους από τα «πρώτα νιάτα» του ανυπέρβλητου "Wings of tomorrow", μέχρι την «βαθιά ωριμότητα» του "Walk the earth", είναι οι συνεχείς – πολλές φορές οβιδιακές – μεταμορφώσεις στον ήχο τους και στο τρόπο που συνθέτουν νέα κομμάτια.
Όπως πολύ ορθά είπε ένας πολύ καλός μου φίλος μόλις πρωτοάκουσε το Walk the earth«Μεγαλώσαμε με Europe… και απ’ ότι φαίνεται θα γεράσουμε με Europe»!!! Πώς να το κάνουμε… Για όσους λίγους ή πολλούς - δεν έχει σημασία - που ασχολούνται εμπεριστατωμένα και όχι επιφανειακά με την μουσική τους, παραμένουν ε(ρε)θιστικοί μέχρι παρεξηγήσεως…
Πριν ξεκινήσω την κριτική του άλμπουμ θα πρέπει να λάβουμε υπόψιν μας τις εξαγγελίες του ιθύνοντα νου της μπάντας Joey Tempest λίγο πριν κυκλοφορήσει.



Σύμφωνα με το πρώην sex symbol και νυν οικογενειάρχη μουσικοσυνθέτη και τραγουδιστή, οι Europe το 2003 επέστρεψαν για να φτιάξουν μια νέα σχέση με το κοινό και τα ΜΜΕ…
Όποιος δεν μπορεί να αντιληφθεί το όραμα των νέων Europe και ονειρεύεται περμανάντ, γυαλισμένες παραγωγές και aor ονειρώξεις, καλύτερα να σταματήσει να ασχολείται πια μαζί τους, διότι θα απογοητεύεται κατ’ εξακολούθηση… Εμμέσως πλην σαφώς ο συνθέτης του "Final Countdown" παραδέχεται πως αυτό το τραγούδι καθ’ υπερβολή ορόσημο του δυτικού πολιτισμού (όπως έχω ξαναγράψει το τιρινινι είναι γνωστό από την Γροιλανδία, μέχρι τη Γη του Πυρός και από το Βλαδιβοστόκ μέχρι την Χονολουλού) μπορεί να άνοιξε πολλές πόρτες γι αυτούς, αλλά τους έκανε και μεγάλο κακό… Διότι έγινε πολύ μεγαλύτερο από την ίδια την μπάντα.
Φτάνοντας στην παρουσίαση του "Walk the Earth" θα πρέπει να παραδεχτώ, ότι δεν είχα ιδιαίτερα μεγάλες προσδοκίες μετά το απροσδόκητα καλό – και εμπορικά – War of Kings".
Περίμενα ένα διαφορετικό άλμπουμ, αλλά με τις γνωστές blues και midtempo εμμονές, που η αλήθεια είναι, ότι κάπου είχαν αρχίσει να με προβληματίζουν για τον υπολειπόμενο χρόνο ζωής της μπάντας… Βλέπετε αρχίζουν τα πλησιάζουν τα δεύτερα «ήντα» και ο χρόνος όπως συνηθίζουμε να λέμε είναι αδυσώπητος…
Το ομώνυμο τραγούδι, το οποίο απελευθερώθηκε σχεδόν 2 μήνες πριν την κυκλοφορία του άλμπουμ, άρχισε να με ψυλλιάζει πως ενδεχομένως να έχουμε κάτι διαφορετικό, σε σχέση με ότι είχαμε ακούσει από τους Europe μέχρι σήμερα, όπως οι ίδιοι διατυμπάνιζαν από την εποχή που ηχογράφησαν το άλμπουμ στα θρυλικά Abbey road studios.
Ξέρετε όλες ανεξαιρέτως οι μπάντες του πλανήτη συνηθίζουν να λένε απίστευτες υπερβολές και μεγαλύτερα ψέματα από εκείνα του Πινόκιο, προκειμένου να προωθήσουν τη νέα τους δουλειά. Θεμιτά και αναμενόμενα όλ’ αυτά.
Μπορεί το "Walk the Earth" σαν τραγούδι να έχει τις epic classic rock αναφορές των "Last look at eden" και "War of kings".
Να είναι το ίδιο αργόσυρτο και μελωδικό… Να συνδυάζει επιρροές από την αγία τριάδα του hard rock (Zeppelin, Purple, Sabbath)… Συνάμα όμως είναι και τόσο διαφορετικό… Το intro στα πλήκτρα όπως ξεκινάει το άλμπουμ έχει μια Floydικη αισθητική. Για την ακρίβεια μια ανεπαίσθητη «Abbey road ατμόσφαιρα». Τα φωνητικά του Tempest τονικά είναι πιο ψηλά από ποτέ στη μεταreunion εποχή και το σόλο του Norum θυμίζει τις χρυσές εποχές των "Final Countdown" και "Total Control", τότε που όλοι νόμιζαν ότι ήταν ένας natural shrederας, αλλά εκ των υστέρων αποδείχτηκε ότι έκαναν λάθος. Ή για την ακρίβεια τους διέψευσε ο ίδιος ο Νορβηγός. Πρόκειται ασφαλώς για ένα πολύ όμορφο τραγούδι με υπέροχες μελωδίες, το οποίο στιχουργικά αποκαλύπτει μια αισιόδοξη και φωτεινή προσέγγιση της προσωπικής τους αναγέννησης. Μουσικά κατά την γνώμη μου πρόκειται για ένα από τα highlights της μπάντας εδώ και δεκαετίες, το οποίο αναμένεται πολύ φυσιολογικά να ανοίγει τις επερχόμενες συναυλίες τους.
Ακολουθεί το "The Siege"
Ξαφνικά η ατμόσφαιρα σκοτεινιάζει εντυπωσιακά. Ο ήλιος του "Walk the Earth" κρύβεται πίσω από τα πυκνά και κατάμαυρα σύννεφα του Μεσαίωνα, την έναρξη της Αναγέννησης, του Διαφωτισμού και τη «σημαία» της Γαλλικής Επανάστασης. Μας μεταφέρει νοερά στις αιματηρές μάχες του Ναπολέοντα, που «πολιορκεί» με λύσσα την καθεστηκυία ολιγαρχία της Γαλλίας, πριν επικρατήσει τελικά και γίνει νέος Λουδοβίκος στη θέση του Λουδοβίκου… Το τραγούδι πραγματεύεται τις ανησυχίες της μπάντας για τη Δημοκρατία και πως αυτή άρχισε να εδραιώνεται στην Ευρώπη του 18ου αιώνα. Μουσικά πρόκειται για ένα σκοτεινό ΕΠΟΣ, στο οποίο η μπάντα καταφέρνει με έναν μαγικό τρόπο να σε μεταφέρει στην εποχή εκείνη… Οι ρυθμικές κιθάρες και το μπάσο κυριολεκτικά καλπάζουν, με μια vintage industrial αισθητική, ενώ οι φωνητικές μελωδίες του Tempest, παρόλο που παραμένουν επικολυρικές και μουντές, εντούτοις είναι κολλητικές σαν εκείνα τα εμπορικά έπη της χρυσής διετίας 1986-88.
Θα πρέπει να σημειώσω πως το solo του Norum ενδεχομένως να είναι το πλέον Blackmorικό της καριέρας του, ενώ ο απίστευτα υποτιμημένος Mic Michaeli βάζει το κερασάκι στην τούρτα απογειώνοντας το κομμάτι, με τις περίτεχνες oriental γέφυρες του.
Ακολουθεί το Kingdom United Μια τρίλεπτη ελεγεία που κυριολεκτικά με έχει αφήσει έκθαμβο. Πραγματεύεται την υπογραφή της Magna Carta και προφανώς αποτελεί την συνέχεια του The Siege… Εδώ θα πρέπει να σημειώσω πως το αρχικό όραμα του Tempest για το άλμπουμ ήταν ένα concept για την ιστορία της Δημοκρατίας. Και μουσικά και στιχουργικά. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του, δεν βρήκε συμπαραστάτες τους υπόλοιπους και συμβιβάστηκε… Όπως και να χει και μουσικά και στιχουργικά το Kingdom United είναι ένα αυστηρά Βρετανικό τραγούδι, που καταφέρνει σε 2,5 λεπτά να σε κάνει να νοιώθεις ότι άκουσες ένα οκτάλεπτο ΕΠΟΣ, σαν εκείνα τα ανεπανάληπτα prog αριστουργήματα των 70’s, που μόνο οι Dream Τheater και οι Queensryche κατάφεραν να πλησιάσουν…
Σαν Έλληνας θα πρέπει να καταθέσω την ένσταση μου στον πολιτικοποιημένο από μικρό παιδί Joey Tempest…
Όταν πραγματεύεσαι στιχουργικά τη Δημοκρατία, ξεκινάς χωρίς δεύτερη κουβέντα από τον Περικλή… Όλα τα υπόλοιπα είναι μεταγενέστερα υποκατάστατα και φθηνές αντιγραφές του «χρυσού αιώνα» της αρχαιότητας… Ενδεχομένως το χαμένο concept όραμα του Tempest να μας στέρησε την χαρά, να γράψουν οι Europe ένα τραγούδι για την Αρχαία Ελλάδα…
Ακολουθεί το Pictures...
Ένα ξεχωριστό τραγούδι. Ο Tempest το είχε προαναγγείλει ως ΜΟΝΑΔΙΚΟ. Δηλαδή ως ένα τραγούδι που όμοιο του δεν έχουν ξαναγράψει… Και είχε δίκιο!!! Για να είμαι δίκαιος η συγκεκριμένη «μπαλάντα» μέσα σε πολλά εισαγωγικά, ήδη έχει διχάσει πολλούς. Σαφέστατα πρόκειται για ένα τραγούδι βγαλμένο από τις παλιές καλές εποχές του David d Bowie… Προσωπικά το λάτρεψα από την πρώτη στιγμή που το άκουσα. Ωστόσο εγώ λατρεύω και τον Bowie και τους Muse, που κατά την άποψη μου είναι οι άξιοι διάδοχοι στο λεγόμενο space rock του σπουδαίου Βρετανού. Άλλοι ξενέρωσαν με τo συγκεκριμένο tribute του Tempest στον καλλιτέχνη που τον ενέπνευσε στιχουργικά στην απόλυτη επιτυχία του γκρουπ το "The Final Countdown". Θα πρέπει εδώ να σημειώσω πως στιχουργικά πρόκειται για sequel του «F song», ενώ μουσικά αν κάποιος θα πρέπει να γκρινιάξει είναι γιατί το τραγούδι δεν είχε άλλα δυο λεπτά τουλάχιστον διάρκεια με τον Norum να συνεχίζει και να ολοκληρώνει το υπέροχο Gilmourικό σόλο του, με το οποίο τελειώνει το κομμάτι…
Ακολουθεί το Election day…
Πρόκειται σίγουρα για το λιγότερο αγαπημένο μου κομμάτι του άλμπουμ… Μπορεί ο Ian Haugland κυριολεκτικά να τα σπάει. Μπορεί το Purplικο riff κιθάρας-hammond να είναι εθιστικό, μπορεί οι μελωδικές γραμμές του Tempest να είναι πιασάρικες, ωστόσο το κομμάτι δεν κορυφώνεται και το solo του Norum είναι επιεικώς τυπικό και εύκολο. Στιχουργικά ο Tempest και πάλι πραγματεύεται την Δημοκρατία, αλλά στην σύγχρονη της μορφή(!!!;;;;), δηλαδή τις διπλές εκλογές που έγιναν σε ΗΠΑ και Βρετανία,  λέγοντας το αυτονόητο. Δηλαδή πως οι πολιτικοί είναι ψεύτες.
Βρισκόμαστε ακριβώς στην μέση του άλμπουμ και η αίσθηση είναι πως οι Europe και πάλι τα κατάφεραν να μας εντυπωσιάσουν, με 4 στα 5 τραγούδια να είναι υπέροχα. Ωστόσο συνήθως τα δύσκολα αρχίζουν από την μέση και μετά. Στο κατά πόσο θα μπορέσουν να διατηρήσουν το ενδιαφέρον μας αναλλοίωτο και να μην έχουμε στο τέλος την γλυκόπικρη γεύση ότι υπάρχουν τραγούδια συμπληρώματα για την τυπική διεκπεραίωση ενός ακόμα άλμπουμ.



Ακολουθεί το Wolves…
Ξαφνικά όλα μαυρίζουν και πάλι!!! Μια βαριά κι ασήκωτη riffάρα του Norum οδηγεί σε μια πραγματικά πρωτόγνωρη ψυχεδελική ερμηνεία του Tempest. Ακραίος πειραματισμός… Ειλικρινά ακόμα και σήμερα δεν ξέρω αν μου αρέσει ο τρόπος που τραγουδάει… Είμαι σίγουρος πως αν φωνητικά τραγουδούσε νορμάλ θα το λάτρευα, αφού οι κιθάρες και τα πλήκτρα δημιουργούν μια doomy, επιβλητική και μεγαλειώδη ατμόσφαιρα, την οποία υπερθεματίζει το υπέροχο solo του Norum!!!
Κι εκεί που αρχίζουν οι προβληματισμοί και η εσωτερική πάλη, έρχεται το υπεργαμάτο GTO να διώξει ευθύς αμέσως τα όποια σύννεφα… Uptempo σύνθεση σε ταχύτητες των πολυαγαπημένων μου Wings of tomorrow και Secret Society. Μόνο που η Rock n’ roll αισθητική του παραπέμπει αναντίρρητα στο αριστούργημα του 1984, με τις ρυθμικές κιθάρες να μην είναι τόσο τοξικά αιχμηρές, αλλά με τον Joey Tempest να σαρώνει τα πάντα με την φωνάρα του και τον Ian Haugland να σπάει την δίκαση. Θα πρέπει εδώ να σημειώσω πως στο συγκεκριμένο κομμάτι όπως έχουν γράψει πολλοί κριτικοί στο εξωτερικό ο Joey Tempest θυμίζει Ian Gillan στις καλύτερες του στιγμές. Έχω την αίσθηση πως δεν υπάρχει μεγαλύτερος τίτλος τιμής για τον Σουηδό…
Ακολουθεί το Haze... και κυριολεκτικά ήδη από τις πρώτες νότες έχω Haze-ψει παρέα με την «Αγία τριάδα» των Ελλήνων Europe fans που σχολιάζουμε καθημερινά το άλμπουμ. Πρόκειται για ακόμα έναν grunge (!!!!) πειραματισμό των Europe. Προσπάθησαν και άλλες φορές να προσαρμόσουν σε κάποιο τραγούδι τους την ατμόσφαιρα της μουσικής «επανάστασης» του Seattle, πίσω στα 90’s. Μόνο που οι συγκεκριμένες προσπάθειες απέτυχαν σχεδόν παταγωδώς (Song no 12, Run with the angels). Αυτή την φορά όμως πήραν το αίμα τους πίσω. Πιστεύω πως ακόμα και ο συγχωρεμένος Chris Cornell θα ήθελε το Haze σε κάποιο άλμπουμ των Soundgarden. Προσωπικά τα θεωρώ τραγουδάρα και τέλειο για συναυλία. Ειδικά το ρεφραίν είναι πρωτόγνωρο για Europe (άπαιχτο), ενώ τα solo των Norum και Haugland (!!!!) κάνουν ακόμα πιο εντυπωσιακή την πλοκή του κομματιού…
Μετά το μεταλλικό «ξύλο» του Haze έρχεται χωρίς ανάσα το "Whenever you ‘re Ready" και οι ταχύτητες είναι απροσδόκητα μεγαλύτερες κι απ αυτές του GTO!!! Και πάλι Wings ατμόσφαιρα και πάλι η παραγωγή αδικεί τις ρυθμικές κιθάρες. Μόνο που αυτή τη φορά το επιτηδευμένο λάθος του Cobb έρχεται να καλύψει ο Mic Michaeli με τα όμορφα πλήκτρα του που λειτουργούν άψογα σαν χαλί και βέβαια το φαντασμαγορικό solo του Norum!!! Σίγουρα πρόκειται για το καλύτερο solo του άλμπουμ, που θυμίζει εποχές Total control. Τότε που ο Norum θεωρείτο στη Σουηδία κάτι σαν natural Malmsteen!!!
Οφείλω να ομολογήσω ότι μου λείπει πολύ αυτό το στυλ του αγαπημένου μου κιθαρίστα κι ας λέει ο ίδιος πως ένα καλό βιμπράτο (ο ίδιος έχει ένα από τα καλύτερα και πιο χαρακτηριστικά) είναι προτιμότερο από την ταχύτητα, τις κλίμακες και το neoclassical παίξιμο. Αν μη τι άλλο μας προσφέρει μια τζούρα από τον shred εαυτό του και μας δίνει πάσα να πούμε, πως αν θέλει είναι ο καλύτερος της γενιάς του (πλην Yngwie).
Το άλμπουμ κλείνει ακριβώς όπως ανοίγει. Με ένα υπέροχο μελωδικό τραγούδι του Mic Michaeli το "Turn to Dust". Πρόκειται για μια εφτάλεπτη 80’s power ballad και σίγουρα το πιο κοντινό ηχητικά στους παλιούς μελωδικούς Europe τραγούδι του cd. Πέρα από την αριστοκρατική και καθαρή ερμηνεία του Tempest και το απίστευτα συναισθηματικό solo του Norum, το τραγούδι σου δίνει την αίσθηση πως θα συνεχιστεί μέχρι την αιωνιότητα… Κάπου εκεί ένας λίγο άκομψος πειραματισμός κλείνει το άλμπουμ, αφήνοντας τον ακροατή διψασμένο για κάτι παραπάνω που τελικά δεν ήρθε.
Προφανώς πρόκειται για ένα τρικ της μπάντας, η οποία πάντα δεν μοιράζεται τα πάντα με τους οπαδούς της και κρατάει καλά κρυμμένα μυστικά για τον εαυτό της. Πράγματα που ποτέ δεν θα μάθουμε, αλλά αποτελούν το dna της απαράμιλλης χημείας 5 μικρών παιδιών που ξεκίνησαν με όνειρα πριν από 40 χρόνια από τα Upplands Vasby και μέσα από ένα μυθιστορηματικού τύπου ταξίδι μέσα στον χρόνο έχουν φτάσει μέχρι σήμερα, όπου συνεχίζουν ακάθεκτοι να προσφέρουν τέχνη.
Θα κλείσω την κριτική μου για το άλμπουμ με δύο δανεισμένες ατάκες… Είναι το "Walk the Earth" το καλύτερο άλμπουμ των Europe; Όπως είπε κάποτε ένας ΤΕΡΑΣΤΙΟΣ Έλληνας, ο οποίος με έναν μαγικό τρόπο είναι συνδεδεμένος με το συγκρότημα, χωρίς να το γνωρίζουν εκατέρωθεν:  «Αυτή η νίκη είναι η μεγαλύτερη, μέχρι την επόμενη»!!!
Κι επειδή πολλοί ακόμα και σήμερα στην Ελλάδα όταν τους λες για Europe γελάνε… Κάνουν ότι σουτάρουν τις βολές του τίμιου γίγαντα, κοροϊδεύουν το τιρινινι  και σου μιλάνε για τις ξανθιές περμαναντ, την καλύτερη απάντηση την έδωσε ένας μη οπαδός των Europe o Παναγιώτης Παπαϊωάννου μέσα από το rocktime.gr σε κάποιο παλιό αφιέρωμα:
« Έλεος πια με την δικτατορία των άσχημων»!!!
 

Αριστοτέλης Βασιλάκης

Τρίτη, 7 Νοεμβρίου 2017

Jonathan Jackson + Enation: “Anthems For The Apocalypse”



Αποτέλεσμα εικόνας για Jonathan Jackson + Enation: “Anthems For The Apocalypse”
 
Η μπάντα του πολυτάλαντου Jonathan Jackson ξεκίνησε το 2002 και τo πρώτο δισκογραφικό βήμα το έκανε το 2004 και από τότε έχουν εκδοθεί ήδη έξι album, ένα live, ένα Ε.Ρ., μία συλλογή και ένα dvd.


Η νέα του στούντιο δουλειά τιτλοφορείται “Anthems For The Apocalypse” σε παραγωγή του Greg Archilla (Matchbox 20, Collective Soul) ενώ το αξιοσημείωτο είναι ότι όλη αυτή την ενέργεια την βγάζουν τρεις μόνο μουσικοί. Για όσους αγνοούν τι εστί, Jonathan Jackson  θα αναφέρω όσο μπορώ συνοπτικά ότι έγινε αναγνωρίσιμος από την πετυχημένη του, συμμετοχή πριν από αρκετά χρόνια στην τηλεοπτική σειρά “General Hospital” ενώ έχει τιμηθεί πέντε φορές με τα τηλεοπτικά βραβεία Emmy,  κάνοντας το 2012 το απίστευτο σχόλιο την στιγμή της βράβευσης μπροστά σε εκατομμύρια τηλεθεατές και ενώ έβγαζε τον τετριμμένο ευχαριστήριο λόγο. Τι έκανε ο συγκεκριμένος καλλιτέχνης; Κατά την διάρκεια της παραλαβής έκανε ορθόδοξα τον σταυρό του, ευχαρίστησε την Αγία Τριάδα αλλά και τους μοναχούς του Αγίου Όρους εκπλήσοντας όλους τους παρεβρισκομένους!!!
Παράλληλα τα τελευταία χρόνια μαζί με την ενασχόληση, με την μουσική πρωταγωνιστεί στη τηλεοπτική μουσική δραματική σειρά με τίτλο "Nashville" ενώ κατά το παρελθόν έχει συμμετέχει σε σημαντικές ταινίες όπως  “The Deep End of the Ocean”, “Insomnia”, “Riding the Bullet” και έχει συνεργαστεί με σπουδαίους ηθοποιούς όπως ο Al Pacino, Robin Williams, Michelle Pfeiffer.
Τώρα ερχόμενοι στο Anthems For The Apocalypse”  απολαμβάνουμε έναν εξαιρετικό, δυναμικό και εμπνευσμένο modern rock δίσκο με διάσπαρτα alternative στοιχεία που ξεκινούν με επιρροές κυρίως από τους U2 της δεύτερης περιόδου με τα φωνητικά να θυμίζουν σε πολλά σημεία τον Βοno. Όμως ένας σημαντικός λόγος που ξεχωρίζει το “Anthems For The Apocalypse” είναι για το ατελείωτο ηλεκτρισμένο πάθος, τις χαρισματικές ερμηνείες, το όμορφο μελωδικό ξέσπασμα και τον απίστευτο συνδυασμό ανάμεσα σε U2, REM, Muse, Placebo (ειδικά το ομότιτλο κομμάτι) αλλά και Pearl Jam.
Κορυφαία σύνθεση είναι το θαυμάσιο  Revolution Of The Heart”  όπου εκτός από τις παραπάνω επιρροές που αναφέρουμε ακούμε ένα λυσσαλέο σολάρισμα σε ύφος Jim Hendrix! Μάλιστα το στιχουργικό μέρος έχει ένα καθαρά αντιπολιτικό μήνυμα αφού κατηγορεί τους πολιτικούς για τις διαιρέσεις που δημιουργούν και μιλά για την δική μας εσωτερική επανάσταση.
Τα “Blame-shifter” και “Magnify”  διαθέτουν τσαμπουκά,  ορμή, ένταση αλλά και μία αφηνιασμένη δημιουργικότητα και αποτελούν εξαιρετικά δείγματα πως πρέπει να παίζεται το εναλλακτικό ροκ σήμερα και ποια πρέπει να ήταν η μουσική εξέλιξη του grunge κινήματος.
Με το  A Shock To The System” η ρυθμική πανδαισία συνεχίζεται ενώ στο “This Darkness” και ειδικά στο υπέροχο ρεφρέν η φωνή του Jonathan Jackson φτάνει στα ουράνια. To “Ascending” μαζί με τα “Let The Beauty Out” έχουν  εξαιρετικά κιθαριστικά θέματα που παντρεύονται πάλι μαγικά με την μελωδική φωνή του Jonathan Jackson  ενώ ο  λυρισμός και η εσωτερικότητα δεν λείπει από το άλμπουμ κάτι που είναι εμφανές στις συνθέσεις  “Alleluia” και “Thirst”.
Άξιοι συνοδοιπόροι του J.J., ο ντράμερ και ηθοποιός και αδελφός του,  Richard Lee Jackson καθώς και ο μπασίστας Daniel Sweatt ενώ ξέχασα να αναφέρω ότι ο ταλαντούχος κύριος Jonathan Jackson είναι και ο υπεύθυνος για το εξαιρετικό κιθαριστικό παίξιμο στο άλμπουμ.
Συνοπτικά θα πω μόνο τούτο: ο Jonathan Jackson  είναι ένας ευλογημένος  και ταλαντούχος καλλιτέχνης και το “Anthems For The Apocalypse” αξίζει να το ακούσετε ειδικά όσοι έχετε παραμείνει ρομαντικοί ακροατές μιας άλλης εποχής που ακούγαμε όλο το φάσμα της ροκ δημιουργίας και κολλάγαμε μέχρι τελικής πτώσεως.

Φώτης Μελέτης

Παρασκευή, 20 Οκτωβρίου 2017

UFO: “The Salentino Cuts”

 Βλέποντας τι περιλαμβάνει η νέα κυκλοφορία μιαςαπό τις σπουδαιότερες μπάντες του hard rock, αναρωτιέσαι ποια η χρησιμότητα ενός άλμπουμ με διασκευές. Η απάντηση συνήθως σε τέτοια τετριμμένα ερωτήματα είναι ότι νέο κομμάτι και να γράψουν οι UFO δεν μπορούν με τίποτα να ξεπεράσουν αθάνατες συνθέσεις όπως τα:

Doctor Doctor, Only You Can Rock Me, Let It Roll, Rock Bottom , Love To Love και πολλές άλλες οπότε μία επανάληψή του μαθήματος “Ιστορίας της Ροκ Μουσικής” πάντα βοηθάει τους αδύναμους μαθητές και όσους έχουν ξεχάσει την μουσική τους αφετηρία.
Ερχόμενοι πάλι στην παρέα του Phil Mogg και στο “The Salentino Cuts” θα θυμίσουμε ότι η μπάντα είχε διασκευάσει και στο παρελθόν σημαντικούς καλλιτέχνες όπως τους Love, Willie Dixon, Small Faces, Eddie Cochran οπότε είναι μία καλή ευκαιρία (και εμπορική βέβαια) να ακούσουμε κλασικούρες made in UFO.
Ακούγοντας λοιπόν το “The Salentino Cuts” δεν είχα απαιτήσεις για κάτι φοβερό αλλά ευτυχώς το γκρουπ σεβάστηκε απόλυτα τις πρώτες εκτελέσεις και στις πιο πολλές από αυτές τις διασκεύασε με πιο δυναμικό ύφος και αυτό οφείλεται αφενός διότι ο Vinnie Moore παίζει εκπληκτικά κιθαριστικά σόλα χωρίς περιττές επιδεικτικές προσθέτοντας το ανάλογο συναίσθημα και αφετέρου οι ερμηνείες του Phil Mogg διατηρούν εκείνο το χρώμα και το feeling που τον ανέδειξαν ως μία από τις χαρακτηριστικές φωνές του βρετανικού ροκ και ειδικά στα κομμάτια που είναι έντονο του blues στοιχείο.
Το άλμπουμ ξεκινά περίφημα με το ανατριχιαστικό Heartful Of Soul” των  Yardbirds  και το εκρηκτικό Break On Through (To The Other Side)” των Doors και ήδη έχουμε γυρίσει μισό αιώνα πίσω γεμάτο γλυκιές αναμνήσεις.
 Η μεγάλη και απρόσμενη έκπληξη είναι το κομμάτι River Of Deceit” των Mad Season στο οποίο συμμετέχουν μέλη των Alice in Chains, Pearl Jam και Screaming Trees και μας ξάφνιασε ευχάριστα διότι είναι ένα υπέροχο τραγούδι και οι UFO “επιασαν” το Seattle κλίμα της σύνθεσης.
Ακολουθούν το The Pusher” από τους Steppenwolf  σε άψογο psychedelic blues ύφος,  το "Paper In Fire" του John Mellencamp σε μία δυναμική “σκληρή” εκτέλεση και το Rock Candy” των Montrose όπου η μπάντα εδώ δίνει τα ρέστα της ενώ το ίδιο πάθος με μπόλικο ροκ τσαμπουκά ακούγεται στο κλασσικό Mississippi Queen” των Mountain.
 Η συνεχεία αφιερώνεται στον Bill Withers και στο υπέροχο  Ain’t No Sunshine” με τους UFO να αποδίδουν μία εξαιρετική  διασκευή σε ένα αρκετά δύσκολο και απαιτητικό κομμάτι ενώ τα υπέροχα Honey-Bee” του Tom Petty  και Too Rolling Stoned” του  Robin Trower διασκευάζονται με ιδιαίτερο και απολαυστικό τρόπο. Ο επίλογος γίνεται με τους   ZZ Top στο  “Just Got Paid” και  “It’s My Life” των The Animals που είναι και η πιο αδύνατη και μέτρια στιγμή του άλμπουμ.
Συνοπτικά οι UFO μας έδωσαν μία όμορφη κυκλοφορία ώστε να ξαναθυμηθούμε παλιές και αγαπημένες μελωδίες με τις οποίες έχουμε βιώσει οι περισσότεροι από εμάς αξέχαστες στιγμές. Όσο για τους νεότερους πάντα μία ακρόαση των UFO σε στέλνει στους πιο hard rock γαλαξίες…

Φώτης Μελέτης

Πέμπτη, 5 Οκτωβρίου 2017

Steelheart: "Through Worlds Of Stardust"


Λατρεύω τα δύο πρώτα albums των Steelheart!!! To 1990 οι Steelheart κυκλοφόρησαν το ομώνυμο ντεμπούτο τους που ταρακούνησε για τα καλά τα νερά της τότε σκηνής. Δυνατό, πιασάρικο και αρκετά ποιοτικό, αλλά και με αρκετή δόση από τα 70’s, έκανε αίσθηση και δημιούργησε ελπίδες για ακόμη καλύτερα πράγματα στο μέλλον.

Η φωνή του τραγουδιστή Matijevic εντυπωσιακή με ασύλληπτες ψιλές νότες που σε καθηλώνουν ακόμη και σήμερα.
Το single "I'll Never Let You Go" χτύπησε ‘κόκκινο’ στα charts και γρήγορα έγινε πλατινένιο. Καθόλου άσχημα για τους νέους τότε Steelheart.
Το "Tangled In Reins", το επόμενο πόνημα της μπάντας, κυκλοφόρησε μερικά χρόνια αργότερα. Το ύφος του ήταν μέσα στο στυλ της εποχής (το λεγόμενο hair metal) και κέρδισε θετικές κριτικές τόσο από τους οπαδούς όσο και τον έντυπο τύπο του τότε. Αλλά η κακή τύχη χτύπησε την πόρτα των Steelheart !! Στη μέση της προώθησης του άλμπουμ, ένα σοβαρό ατύχημα συνέβη στη νύχτα του Halloween  το 1992, όταν τα φώτα της σκηνής καταπλάκωσαν τον Matijevic με αποτέλεσμα να τυπήσει σοβαρά στο πίσω μέρος του κεφαλιού του, να σπάσει τη μύτη του, την  γνάθο του και να τραυματιστεί στην σπονδυλική στήλη.
Ένα τρίτο άλμπουμ, το "Wait", είδε το φως της ημέρας το 1996. Μουσικά λίγο διαφορετικό όσον αφορά τα δύο πρώτα αλλά σίγουρα αρκετά καλό.
Έτσι φτάνουμε στο σήμερα όπου οι Steelheart επιστρέφουν με ένα ολοκαίνουργιο άλμπουμ, μέσω της Frontiers Records, με τον τίτλο "Through Worlds Of Stardust".
Το "Steam Line Savings" ανοίγει την αυλαία αρκετά δυναμικά αφού περικλείει τα κλασσικά στοιχεία της μπάντας (οι επιρροές από Zeppelin είναι εμφανείς) αλλά συγχρόνως δίνει και το νέο στίγμα των Steelheart.
Το " My Dirty Girl " είναι αυτό που ήθελα να ακούσω στη συνέχεια. Περισσότερη δύναμη, περισσότερος τσαμπουκάς και πιο εντυπωσιακά φωνητικά από τον Matijevic σε ένα τραγούδι που θυμίζει αρκετά τις ένδοξες μέρες του συγκροτήματος.
 Το " My Word " είναι βαρύτερο και πιο groove-άτο  ενώ το "You Got Me Twisted" (το πρώτο single) το γούσταρα με το που το πρωτοάκουσα!
Σίγουρα πιο εμπορικό, σίγουρα πιο πιασάρικο και με ένα ρεφραίν που σου κολλάει στο μυαλό.
Το "Lips Of Rain" είναι μια ακόμη πολύ καλή στιγμή ενώ το "Trough Worlds Of Stardust" είναι μια σύγχρονη και εντυπωσιακή  μελωδική μπαλάντα και ένα από τα καλύτερα άσματα του νέου πονήματος. Κάτι σαν το “She’s Gone” του 2017!
Πιστεύω πως οι Steelheart έκαναν ένα πολύ δυνατό comeback . Άλμπουμ σαν το ντεμπούτο τους γράφονται μια φορά, τέλος.
Το "Through Worlds Of Stardust" περιλαμβάνει στοιχεία από κάθε περίοδο του συγκροτήματος plus μια πιο φρέσκια προσέγγιση που το κάνει ελκυστικό τόσο για τους σκληροπυρηνικούς οπαδούς τους όσο και για αυτούς που θέλουν να ανακαλύψουν μια σπουδαία μπάντα.

Βασίλης Χασιρτζόγλου 

Τρίτη, 15 Αυγούστου 2017

Roger Waters: "In This The Life We Really Want?"

Αφ’ ότου συγκρούστηκε μετωπικά με τις ταξιαρχίες της μουσικής βιομηχανίας πριν 30 χρόνια και έχασε στα δικαστήρια της Α.Μ. το όνομα “Pink Floyd”, ο Waters επικεντρώθηκε στο να αφυπνίσει τη συνείδηση του ακροατή, μέσα από το μετασχηματισμό της μουσικής του σε μια multi-art πολιτική πρόταση.

Με το “Radio Waves” (’87), το οποίο στη συνέχεια αποκήρυξε, προσπάθησε να πιάσει το σφυγμό του παντοδύναμου τότε ραδιοφώνου και να γνωμοδοτήσει θετικά “The Tide Is Turning”.
Με το τρίτο του σόλο άλμπουμ “Amused To Death (’92) ανέλυσε  κάθε εξαρτησιογόνο πτυχή των μέσων μαζικής ανημέρωσης και των διαδικασιών επιβολής που αυτά δρομολογούσαν, προλέγοντας στρατιωτικές επιδρομές «απελευθέρωσης» εθνών και εμφυλίους, την ύπνωση των μαζών και την παγκοσμιοποίηση.
Με την περιοδεία του
In The Flesh (1999-2002) βρήκε την ιδανική ανθολογία από Φλοϋδικά έργα που θεωρεί -ή και είναι στην ουσία-«δικά του» και την παρουσίασε ανά τον κόσμο με μια πληθωρική μπάντα. Με τοThe Dark Side Of The Moon Live(με το οποίο και πέρασε από τη Μαλακάσσα το 2006) απέδειξε τη διαχρονική σημασία των θεμάτων του οριακού αυτού άλμπουμ μέσα από ένα οπτικοακουστικό show που οδηγούσε πέρα από το χώρο και το χρόνο.
Και με τις 219 παραστάσεις του
The Wall Liveμεταξύ 2010 και 2013 έδωσε στο κοινό μια από τις πιο σύγχρονες μουσικές παραστάσεις που έχουν παρουσιαστεί ποτέ (επισήμως, δε, ανακηρύχθηκε την περίοδο εκείνη το κορυφαίο, από πλευράς εισιτηρίων, live show παγκοσμίως). Και συνέχισε, πέρσι με τις multimedia παραστάσεις της μίνι περιοδείας “Desert Trip” και φέτος με την ευρείας κλίμακας “Us + Them”, που περιλαμβάνουν μεγάλο μέρος του καινούριου άλμπουμ.
Το ερωτηματικό του τίτλου δείχνει ότι ο Waters, όσο «στρατευμένος» κι αν ακούγεται για τα αισθητικά στάνταρ μοντερνιστών, αντιδραστικών και νεοαγνωστικιστών (λ.χ. η μουσική στήλη της Independent, μεταξύ άλλων, για μια ακόμη φορά τον έθαψε ως παρωχημένο) έχει θέσει προ πολλού στο ραντάρ του το στόχο και, ακόμη και τώρα στη δύση της καρριέρας του, την ώρα που άλλοι συνομίληκοί του «σταρ» νεάζουν ή βαμπιρίζουν το παρελθόν τους, αυτός επιβεβαιώνει ότι δεν σκοπεύει να παρεκκλίνει απ’ αυτόν το στόχο, ούτε κατά μισή μοίρα. Επιδιώκει να απευθύνεται σε νοήμονες ακροατές, κατά προτίμηση σ’ αυτούς που έχουν την, ας το πούμε, προ-παιδεία και το ψυχικό και πνευματικό περιθώριο να τον αφουγκραστούν και να συμφωνήσουν μαζί του, αποκλείοντας εκ των προτέρων τους καταναλωτές μουσικής. Στην προσπάθειά του αυτή χρησιμοποιεί την αναγνωρίσιμη μουσικοστιχουργική του γραφή. Την τόσο ιδιαίτερη, ώστε προσφέρει η ίδια το πάτημα στους εκ των προτέρων αντι-Watersικούς να την απορρίψουν ως «μονόχνωτο διδακτισμό υπερηλίκου».
Είναι  μυστήριο, αλλά το νέο άλμπουμ του Waters θυμίζει από περισσότερες από μια πλευρές το τελευταίο άλμπουμ του Leonard Cohen, “You Want It Darker. Ως προς το πώς αντιμετωπίζει την επικείμενη θνητότητα - με αφοβία. Ως προς την ειλημμένη πρόθεσή του, αν έμαθε κάτι από μισό και πλέον αιώνα μουσικής δημιουργίας, αυτό και να αφήσει. Ως προς τη φροντίδα να διασώσει το δικό του απόσταγμα, όσο σκληρό, δυσάρεστο ή «ειδικού σκοπού» κι αν ακούγεται, ενσταλάζοντας σ’ αυτό ό,τι υφολογικά καινούριο του ταιριάζει.
Η ενορχήστρωση σκόπιμα μινιμαλιστική. Δεν υπάρχουν εξάρσεις, μόνον απόηχοι που διακριτικά παρεισφρύουν. Κάπου από το “The Final Cut”, άλλοτε από το “Animals”, ή το “Wish You Were Here”. Εκεί που στο “The Pros & Cons…” υπήρχε ο Eric Clapton και στο “Amused…” ο Jeff Beck”, εδώ δεν επιτρέπεται στις κιθάρες να πάρουν ποτέ τον πρώτο λόγο. Ακουστικές δομές, βιολιά, samples από δελτία ειδήσεων, αποσπασματικές ομιλίες και ήχους της φύσης, ηλεκτρονικά beat μικροσυμφωνικές εμφάσεις και ίχνης νεοψυχεδέλειας, με άξιο δευτεραγωνιστή τον παραγωγό των Radiohead, Nigel Godrich, έναν άνθρωπο που αναδεικνύει και μια βαθιά διασύνδεση αυτών των δύο γενεών μουσικών οραματιστών: και οι δύο χρησιμοποιούν την τεχνολογία για να μιλήσουν μέσα στην εποχή τους για το βάρος της ανθρώπινης ύπαρξης.
Στο επίκεντρο όλων η φωνή . Η προφορά, η εκφορά, οι παύσεις, η ένταση. Ενώ η φωνή, λ.χ., του Dylan τα τελευταία 20 χρόνια καταφέρνει να συμβαδίζει φωνητικά με τη βιολογική ηλικία που έμοιαζε ανέκαθεν να είχε, ο Waters, στα 74, ακούγεται ξανά σαν ενός τριαντάρη, που έχει μεγαλώσει όχι από τον χρόνο τον ίδιο, αλλά από το κουβάλημα στην πλάτη χίλιων τόσων μαθημάτων ματαιότητας που από πολύ νέος είχε ξεκινήσει να παίρνει. Γι’ αυτό και μπαίνει κατευεθίαν στο θέμα με το ενάμισυ λεπτού εισόδιο When We Were Young”.

Στο “Déjà Vu”, αυτός ο δεδηλωμένος άθεος, κλείνει το μάτι στο δημιουργό, αγναντεύοντας αφ’ υψηλού την εν απαξία διάλυση της πλάσης του (“If I had been God - I would have rearranged the veins in the face to make them more resistant to alcohol and less prone to aging” - “If I had been given the nod - I believe I could have done a better job”).
Ο μόνος λυτρωτικός υπαινιγμός έρχεται από ονειρικά ψήγματα νοσταλγίας για τον έρωτα (“And it feels like déjà vu  - the sun goes down αnd I’ m still missing you - counting the cost of love that got lost”).
Στο “The Last Refugee” (με το σπαρακτικό βίντεο κλιπ) η αντίστιξη μεταξύ του πόνου του πρόσφυγα για την απώλεια του παιδιού του που ξεβράζεται νεκρό στην παραλία και του στίχου “…while bathing belles, soft beneath hard bitten shells, punch their i-phones, erasing the numbers of redundant lovers - and search the horizon” είναι ό,τι πιο πολιτικοποιημένο μπορεί να γραφτεί για την σημερινή κατάσταση στην (δια)ταραγμένη Ευρωπαϊκή Μεσόγειο.



Στο Broken Bones ο απολογισμός είναι ενοχικός και γίνεται σε πρώτο πληθυντικό, σα να αφορά τη γενιά του. ΣτοPicture That -από μουσική άποψη η υπόκωφη αγωνία του “One Of These Days” μετατρέπεται σε μια εναλλακτική γέφυρα απ΄το “Dogs”- ο Waters απασφαλίζει, μ’ έναν καταιγισμό από f@ck&sh#tολογία, λες και δεν βρίσκει το λόγο να συγκρατήσει την αηδία και την αγωνία του ("...Picture a shithouse with no fucking drains - Picture a leader with no fucking brains"), ενώ στο ομόνυμο, Is This The Life We Really Wanted?”, σαρώνει την σύγχρονη πραγματικότητα με ριπές μιας δηκτικότητας σχεδόν μανιώδους:
Φοιτητές που τους λιώνουν τανκς, ρωσίδες για πούλημα, προνομιακά δάνεια που καταλήγουν θηλειές στο λαιμό, κατεστραμμένα νοικοκυριά, ανήλικα κορίτσια στην πορνεία, αστυνομική βία, ρατσισμός, white trash πρότυπα, όλοι έχουν μερίδιο ευθύνης:
Every time the curtain falls on some forgotten life - It is because we all stood by silent and indifferentits normal !”.
Η δε φωνή του πλανητάρχη που ακούγεται στην εισαγωγή, απόσπασμα τηλεοπτικής εμφάνισή του, απωθεί ακαριαία. Απρόβλεπτη, άψυχη σαν εμμονικού πρωταγωνιστή b-movie που κρατάει πισθάγκωνα δεμένη μια ολόκληρη υψήλιο από θύματα και τους κάνει διάλεξη για τις προθέσεις του, λίγο προτού ανάψει το φυτίλι που θα τους τινάξει όλους στον αέρα.

Χωρίς να απεκδύεται της universal ματιάς του, ακούγεται έντονα υπαρξιακός στο Bird In A Gale και το γεμάτο εικόνες The Most Beautiful Girl όπου η αθώα, φευγαλέα, θηλυκή μορφή και πάλι το θύμα των powers that be, φτάνει να αντιπροσωπεύει όλα τα ουσιώδη για τον οενιροπόλο αφηγητή : I'm the life that you gave - I'm the children you save - I'm the promise you made - I'm the woman you crave - So hold on- I'm coming home.
Τo Smell The Roses”, με τις πιο προφανείς Floyd παραπομπές απ’ όλο το υλικό, αφυπνιστικό και οξύ παρά τον φαινομενικά αποπροσανατολιστικό τίτλο του (“There's nothing but screams in the field of dreams - This is the room where they make the explosives - Where they put your name on the bomb…”) δίνει τη σκυτάλη στην εννιάλεπτη τριλογία που κλείνει το άλμπουμ (Wait For Her”/“Oceans Apart”/“A Part Of Me Died). Με το ένα κομμάτι να ρέει μέσα στο επόμενο, εκεί βρίσκεται το τρομακτικό συναισθηματικό φορτίο μιας αυλαίας. Του άλμπουμ σίγουρα. Του κύκλου μιας μεγαλειώδους καρριέρας, ίσως.
Εκεί ο Waters, μονολογεί με μια πηγαία σοφία, ποιητικός και προσωπικός όσο ελάχιστες φορές, για την καρτερικότητα, το σεβασμό και την βαθιά αγάπη με την οποία «οφείλει» να περιβάλει τη μούσα του, είτε αυτή πάρει τη μορφή της ανώνυμης αγαπημένης (“…always the love of my life) είτε της επερχόμενης θνητότητας, που θα εμφανιστεί ντυμένη ως αιθέρια ύπαρξη, όπως στο τέλος του “All That Jazz” (if she comes soon wait for her, and if she comes late wait, wait). Είναι αυτή που με μια ματιά σκότωσε τον «κακό του εαυτό» (“…but when I met you, a part of me died”), γι’ αυτό και σ’ αυτήν πιστεύει ως ποιητής, μέχρι το τέλος. “Bring me a bowl - To bathe her feet in - Bring me my final cigarette - It would be better by far to die in her arms - Than to linger - In a lifetime of regret”.

Mετά από μια ζωή γεμάτη εξορκισμούς δαιμόνων, γεμάτη συγκρούσεις και απολυτότητες στο δρόμο για να περισώσει την προσωπική του έκφραση, ο Roger δηλώνει παρών και έτοιμος.  Με ένα ambient ποίημα 54 λεπτών, ένα πικρό, συχνά οργίλο και σαρκαστικό κατηγορώ, ένα θρηνητικό υστερόγραφο για το αναπότρεπτο τέλος της διαδρομής, ένα «άντε και να προσέχετε, σας τά’ χω ξαναπεί, το νου σας».
Από τα άλμπουμ που έρχονται ως επείγοντα, χωρίς όμως να φθάνουν πολύ νωρίς για κανέναν. Θα εκτιμηθεί στο μέλλον όπως του αξίζει.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Τετάρτη, 2 Αυγούστου 2017

Styx: “The Mission”


Επιστροφή μετά από δώδεκα χρόνια, σε στούντιο κυκλοφορία με νέα κομμάτια οι Αμερικανοί STYX και για άλλη μια φορά το θρυλικό συγκρότημα που διακρίθηκε κυρίως στις δεκαετίες ’70 και ’80 ηχογράφησε έναν εξαιρετικό δίσκο τιμώντας πρωτίστως την ιστορία του αλλά και δείχνοντας σεβασμό στους πολλαπλούς οπαδούς του.

Έχουμε γράψει επανειλημμένως ότι συγκροτήματα όπως οι Styx, Journey, Toto, Foreigner, REO Speedwagon , Asia, Survivor, Loverboy έχουν συκοφαντηθεί από τις ντόπιους metal και alternative αυθεντίες αφενός για την εμπορικότητα των συνθέσεων τους και αφετέρου για τον mainstream ήχο τους ενώ παράλληλα ηρωοποιούσαν καθετί παρακμιακό  βίαιο και  φιλοσοφημένο ατάλαντο.
Δυστυχώς για όλους αυτούς τους ειδήμονες οι συγκεκριμένες μπάντες  παίζουν απλά μελωδικό rock ‘n roll άλλοτε με λιτό ύφος και άλλοτε με πιο πολύπλοκη ενορχήστρωση και πραγματοποιούν  εδώ και δεκαετίες πετυχημένες συναυλίες σε γεμάτες αίθουσες, κυκλοφορούν αξιόλογα άλμπουμ και φυσικά αρκετοί οι δίσκοι τους έχουν μείνει κλασσικοί και θα πουλούν μέχρι τον επόμενο αιώνα!
Ερχόμενοι τώρα στη νέα κυκλοφορία των STYX το ευχάριστο είναι ότι εκτός από το στιχουργικό concept του Misson” που αναφέρεται  σε μία επανδρωμένη αποστολή στον Άρη το έτος 2033 έχουμε μία άριστη prog/aor-rock δημιουργία που δείχνει το μεγαλείο ενός συγκροτήματος που μπορεί άνετα να ξεδιπλώνει το ταλέντο της ακόμη όταν όλα τα μέλη του γκρουπ (εξαιρείται ο 49χρονος ντράμερ Todd Sucherman) διανύουν την έκτη δεκαετία της ζωής τους.
To άλμπουμ ξεκινά με το ολιγόλεπτο ορχηστρικό "Gone Gone Gone" σε prog ρυθμούς και συνεχίζει με το καταιγιστικό παλιοροκάδικο “Gone Gone Gone” με τον Lawrence Gowan να τραγουδά με το ρεφρέν να είναι μία χορωδιακή πανδαισία που σε γυρίζει στις παλιές δοξασμένες μέρες του γκρουπ.
Ακολουθεί το “Hundred Million Miles From Home” σε πιο χαλαρούς σχεδόν funky ρυθμούς με ένα πανέμορφο ρεφρέν καθώς αυτή την φορά συναντάμε τον Tommy Shaw στα φωνητικά ενώ στο “Trouble At The Big Show” τον πρώτο ρόλο στο μικρόφωνο αναλαμβάνει η παλιά καραβάνα της μπάντας ο κιθαρίστας James "JY" Young στο  θαυμάσιο “Trouble At The Big Show” με τα δεύτερα φωνητικά να κάνουν ντουέτο μαζί του.
To Locomotiveαποτελεί μία από τις γοητευτικές συνθέσεις των Styx αφού το λυρικό ξεκίνημα μετατρέπεται σε ένα διαστημικό ροκ ταξίδι με τα δεύτερα φωνητικά να θυμίζουν κάτι μεταξύ America  και Crosby,Still Nash and Young (οι επιρροές είναι εμφανείς σε αρκετές συνθέσεις) και το κιθαριστικό σόλο να έχει κάτι από την μαγεία του David Gilmour!
To Radio Silenceξεκινά με μια ανατριχιαστική ερμηνεία του Tommy Shaw βοηθούμενη από τα space πλήκτρα του Lawrence Gowan  ενώ  στη συνέχεια ακούγεται ένα επιβλητικό ρεφρέν όπου αποδεικνύει για ποιο λόγο ετούτη η μπάντα υπάρχει 45 χρόνια!!!
Η μπαλάντα  The Greater Goodακούγεται ονειρεμένη και ταξιδιάρικη με τον Lawrence Gowan να έχει τον πρώτο λόγο στα φωνητικά όπως και στο εξαίσιο  “Time May Bend” που κινείται περίπου στα ίδια ηχητικά μονοπάτια.
Το  ατμοσφαιρικό "Ten Thousand Ways" ουσιαστικά είναι η εισαγωγή του εξαιρετικού "Red Storm" όπου ο στίχος Theres no turning back, going to make it to the mother-ship τα περιγράφει όλα. Μία σύνθεση που παντρεύει την μελωδικότητα,  την ουράνια ερμηνεία του Tommy Shaw , τα πλήκτρα made in seventies και την εκρηκτικότητα του ντράμερ Todd Sucherman.
Το μόλις 17 δευτερόλεπτων “All Systems Stable” δίνει την σκυτάλη στο “Khedive” με τα πλήκτρα  να δίνουν μοναδικό ρεσιτάλ και την κιθάρα απλά να θυμίζει κάποιο ξεχασμένο σόλο του Brian May.
O δίσκος κλείνει με το “The Outpost” σε mainstream prog-rock ρυθμούς και περιέχει πανέμορφα γυρίσματα ενώ το “Mission To Mars” είναι ένας χαρούμενος-νοσταλγικός επίλογος.
Οι Styx με τούτο το άλμπουμ κατέθεσαν ψυχή και έμπνευση χωρίς εκπτώσεις στις συνθέσεις τους και κυρίως είχαν έναν παραγωγό τον Will Evankovich (βοήθησε και στα Synthesizers, και στις κιθάρες) που κατόρθωσε να ανανεώσει τον ήχο της μπάντας και να μας μεταδώσει μια ροκ γαλήνη που την έχουμε τόσο ανάγκη μπροστά στην ακατάσχετη ηχορύπανση που δέχονται τα αυτιά μας  εδώ και δύο δεκαετίες από τους κήρυκες του μίσους .

Φώτης Μελέτης

Τρίτη, 11 Ιουλίου 2017

Lindsey Buckingham, Christine McVie: “Lindsey Buckingham/Christine McVie”


 
Κατευθείαν από το περίφημο line up των Fleetwood Mac, του συγκροτήματος που κέρδισε επάξια μια θέση στην ιστορία της μουσικής, έρχεται μέσα στο 2017 μια ανέλπιστη συνεργασία, αυτή του κιθαρίστα, συνθέτη και τραγουδιστή Lindsey Buckingham και της κημπορντίστριας και τραγουδίστριας (και παρολίγον γλύπτριας στα νιάτα της) Christine McVie.

Για αλλαγή, χωρίς το πιο διάσημο ίσως μέλος τους, τη Nicks, αλλά με μία McVie, ως διαχρονική μουσική αξία, πανέτοιμη να αναπληρώσει το κενό που είχε αφήσει η 16χρονη απουσία της από τους Fleetwood Mac (μέχρι το 2014) και με έναν Buckingham σε μια ευαίσθητη και συνεσταλμένη μουσική φάση, το ντούο καταθέτει μπόλικη έμπνευση βγαλμένη από το καταξιωμένο παρελθόν του.
Η συνεργασία είχε ήδη ρίξει τις ρίζες της 3 χρόνια πριν τότε που η McVie επέστρεψε στο συγκρότημα για να συμμετάσχει στην περιοδεία “On With The Show”. Ήδη κατά τη διάρκεια των προβών για τη συναυλία, το ντούο είχε βρει τα μουσικά του πατήματα υλοποιώντας το εγχείρημα μέσα και από ηχογραφήσεις. Όπως καταθέτει ο Buckingham, «είχαμε μπει σε μια δημιουργική διαδικασία και το project άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά. Είχαμε έτσι ήδη
τον βασικό κορμό του άλμπουμ και η όλη περίσταση μας έκανε να αισθανθούμε αυτόματα: “Γιατί αργήσαμε τόσο να συναντηθούμε μουσικά;”».
Θυμίζοντας η ιδέα σε αντιστοιχία το άλμπουμ “Buckingham Nicks” από τον Σεπτέμβριο του 1973, οι δύο μεστωμένοι πλέον καλλιτέχνες αφού βρήκαν την απαραίτητη χημεία μεταξύ τους κι έχοντας ως πολύτιμη βοήθεια τους «μάγους» του είδους Mick Fleetwood και John McVie, μπήκαν στο γνωστό στούντιο ηχογραφήσεων “The Village Studios” στο Λος Άντζελες, όπου ηχογραφήθηκαν μερικά από τα πιο κλασικά άλμπουμ των Fleetwood Mac, όπως το Tusk(1979).
Με το άλμπουμ να φέρει έναν απλό, easy to remember τίτλο, θυμίζοντας εξώφυλλο σχολικού τετραδίου με τα ονόματα των δύο καλλιτεχνών, γίνεται το απόλυτο comeback της McVie παρέα με τον παλιό της συνεργάτη Buckingham. Η κυκλοφορία του στις 9 Ιουνίου μας συστήνει 10 κομμάτια της ίδιας δημιουργικής ορμής που χαρακτήριζε συνθέσεις – θρύλους, όπως το “Don’t Stop” και το “Think About Me”. Κυρίαρχο το ποπ σκηνικό και η κατάληξη ένα κάπως παράξενο μείγμα με ιλλουστρασιόν, καλιφορνέζικο περιτύλιγμα που κρύβει μια γερή στρώση μελαγχολίας και σκοτεινής διάθεσης.
Η αρχή γίνεται δυνατά με τρεις δυναμίτες: Το Sleeping Around the Corner του Buckingham, το Feel About You,” που έγραψε μαζί με την McVie και το In my World πάλι από τον Buckingham.
Το εναρκτήριο Sleeping Around The Corner, το bonus track από το “Seeds We Sow”, μοιάζει να φτιάχτηκε από την αρχή για να υπηρετήσει το γνωστό στυλ των Fleetwood Mac με τις ροκ αρμονίες του και τις κορυφώσεις από τα κήμπορντς. Έχουμε ουσιαστικά εδώ ένα καλοφτιαγμένο δείγμα από αυτά που μας είχε συνηθίσει το συγκρότημα, με μια ιδέα προσαρμογής στα σύγχρονα μουσικά δρώμενα.

Σε χαρούμενο, παιχνιδιάρικο ρυθμό ακολουθεί το «μεσογειακό» Feel About You που τη διαφορά κάνουν η μαρίμπα και η μπασογραμμή του John Mc Vie.
  To μεγάλο χιτ είναι το In My World. Καταπιάνοντας το αγαπημένο θέμα του Buckingham, την παράφορη αγάπη, η πιασάρικη μελωδία του και τα σέξυ «μουγκρητά» του μας γυρνάνε πίσω στο “Big Love”.

 
Κι αν εξακολουθεί κάποιος ακόμη να νοσταλγεί τη Nicks ας δώσει μια ευκαιρία ακόμη ακούγοντας το Red Sun. H McVie συνήθως λειτουργώντας αθόρυβα στο παρασκήνιο και με τα φώτα να πέφτουν άπλετα στη Nicks, έχει εδώ όλη την ευκαιρία δική της να μας δείξει πως εκτός από βασική συνθέτρια είναι και μια πολύ ικανή ερμηνεύτρια. Αν και κατά παράδοση εκπροσωπούσε πάντα την αισιόδοξη πλευρά του συγκροτήματος, στο κομμάτι αυτό αποφασίζει να ρίξει λίγο τους συνηθισμένους τόνους και να ξεδιπλώσει τον εσωτερικό εαυτό της, μεταδίδοντας και μια μελαγχολία. Τα φωνητικά της δυναμικά όσο πρέπει αναδύουν μια αυτοπεποίθηση που απογειώνει τη σύνθεση.
Στο πιο ροκ κομμάτι του άλμπουμ Too Far Gone με το ριφ να είναι δανεισμένο από το “Tusk”, τα δυνατά ντραμς του κλέβουν την παράσταση ενώ στο Game of Pretend η McVie από τη συνηθισμένη της θέση πίσω από το πιάνο μας ταξιδεύει με μια πολύ όμορφα μελωμένη μπαλάντα.
Ανέλπιστα ονειρικό το Carnival begin πάλλεται αρμονικά στη νέα σφαίρα πραγμάτων που προσπαθεί να δημιουργήσει το ντουέτο με την σπαρακτική κιθάρα του Buckingham στο τέλος να δίνει το ιδανικό ολοκλήρωμα και να μας κάνει να θέλουμε λίγο ακόμη.
  Τελικά μπορεί κάποιοι να αναρωτηθούν αν αυτό το άλμπουμ άξιζε πραγματικά υπό το βάρος των ονομάτων που το προσυπογράφουν. Καταρχήν αναγνωρίζουμε ότι ήταν έξυπνο που δεν υπογράφηκε ως η επόμενη δουλειά των Fleetwood Mac. Οι δημιουργοί του απελευθερωμένοι από το βαρύ φορτίο που φέρει και μόνο το άκουσμα του ονόματος του συγκροτήματος, βάδισαν στα γνωστά μονοπάτια που τους καταξίωσαν ως ούτως ή άλλως βασικούς συνθέτες των Fleetwood Mac. Και αν και απέχει από το να θεωρηθεί ως τέλεια, είναι πολύ καλύτερη από το αναμενόμενο. Το ντούο έφτιαξε ένα αξιοπρεπέστατο υλικό, το εμπλούτισε με την πείρα του και μας παρουσίασε ένα είδος σάουντρακ παλιάς καλής κινηματογραφικής ταινίας. Έχοντας εξασφαλίσει ένα τέτοιου είδους ξεκίνημα, ευχόμαστε η συνεργασία αυτή να συνεχιστεί στο εγγύς μέλλον. Διότι μας έχουν λείψει οι καλές ροκ στιγμές μιας άλλης εποχής.

Μαρία Γεωργιάδου

Παρασκευή, 7 Ιουλίου 2017

Mr Big: "Defying Gravity"


Καινούργιο δίσκο κυκλοφόρησαν οι MR. BIG και τιτλοφορείται "Defying Gravity". Η αλήθεια είναι πως αρκετοί θρύλοι της hard rock όπως οι Krokus, Deep Purple και άλλοι κυκλοφορούν δίσκους τα τελευταία χρόνια με νέο υλικό και παραμένουν στο προσκήνιο με επιτυχία(;)το ίδιο ισχύει για μία από τις μεγαλύτερες μπάντες, το supergroup των Mr. Big.

Τέσσερα από τα ιδρυτικά μέλη είναι παρόντα και σε αυτήν τη δημιουργία: οι Eric Martin (φωνή), Paul Gilbert (κιθάρες), Billy Sheehan (μπάσο) και ο  Torpey (τύμπανα). Με την επανεμφάνιση του παραγωγού Kevin Elson, που δούλεψε σε δύο επιτυχημένες κυκλοφορίες όπως τα "Lean Into It"(1991)και "Bump Ahead" (1993), ήταν ενδεικτική η διάθεση της μπάντας και προδιαγραφόμενη η επιτυχία. Αξίζει δε να επισημάνουμε ότι στα τύμπανα συμμετέχει ως guest o ντράμερ  Matt Starr που είχε αντικαταστήσει στην περιοδεία του 2014, τον Torpey που αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας με τη νόσο του Parkinson.
Το συνολικό άκουσμα του άλμπουμ είναι ο χαρακτηριστικός Mr. Big ήχος που "συμπλέκει" τεχνική μαεστρικότητα, μελωδία με ταχύτητα. Ο βιρτουόζος κιθαρίστας Paul Gilbert σε συνεντεύξεις αναφέρει ότι η μπάντα ηχογράφησε το δίσκο σε έξι ημέρες και μάλιστα ζωντανά στο στούντιο!!!
Ο δίσκος ξεκινά με το δυναμικό  "Open Your Eyes" γεμάτο από ενέργεια, με πιασάρικο ριφ και την κιθάρα να "γλυκοκελαηδά" σολάροντας στη μέση του τραγουδιού. Η επόμενη σύνθεση που είναι το ομότιτλο τραγούδι του δίσκου ξεκινά μελωδικότατα κιθαριστικά και η θελκτικότατη φωνή του   Eric Martin ακούγεται νεανικότατη και αισθαντική στην απόδοση της σύνθεσης.
Στις υπόλοιπες συνθέσεις ξεχώρισα τα , "Damn I’m In Love Again", που ακούγεται αρκετά διαφορετικό καθώς αποπνέει αίσθημα αρμονικής country που συνδυάζει μελωδία ακουστικά παιγμένη.
Προσωπικά εκτίμησα ιδιαίτερα τις τρεις  επόμενες συνθέσεις: τα "Mean To Me", "Nothing Bad (About Feeling Good) " και "Forever And Back" που "χρωματίζονται" διάχυτα με  80ς pop/rock ήχο και πνεύμα μπαλάντας διαπραγματευόμενες θέματα αγάπης, σχέσεων κτλ και σίγουρα θα ενθουσιάσουν τους παλιομοδίτες λάτρεις των μπαλαντών.
Φυσικά, πάλι η φωνή του  Eric Martin συνδράμει "ηχοκαρυκεύοντας" τις συνθέσεις!
Το "1992" είναι μία νοσταλγική και πανέμορφη συνάμα σύνθεση που ανατρέχει χρονικά στα 1992, τότε που η μπάντα γνώρισε παγκόσμια αποδοχή και αποθέωση με το ανυπέρβλητο "To Be With You".
Το "Be Kind" που κλείνει το δίσκο σίγουρα θα έλξει πολλούς  καθώς πρόκειται για μία πολύ μελωδική και αισθαντική μπαλάντα που "ξεχειλίζει" από μουσικότητα.
Μπορεί το ακαλαίσθητο κατ’ εμέ εξώφυλλο αλλά πολύ περιγραφικό, όπου ένα μαμούθ πέφτει επάνω στο τρέχον μουσικό σενάριο του κόσμου,  να με προδιέθεσε αρνητικά αλλά με τις ακροάσεις που έχω κάνει 20 μέρες τώρα καθίσταται σίγουρα ένα από τα αγαπημένα μου και όχι μόνο γιαυτό το καλοκαίρι!

Νότης Γκιλλανίδης

Τετάρτη, 28 Ιουνίου 2017

Cheap Trick: "We're All Alright!"

 
Όταν συγκροτήματα με σαράντα χρόνια πορείας ακόμη και σήμερα κυκλοφορούν εξαιρετικούς δίσκους τότε οι νέοι καλλιτέχνες (ελάχιστες οι εξαιρέσεις) όχι μόνο πρέπει να ανησυχούν αλλά πρέπει να προβληματίζονται, τι φταίει που η επιτυχία τους είναι εφήμερη και κυρίως δεν έχει διάρκεια.


Οι Cheap Trick στην χώρας μας, ήταν αποδεκτοί και αναγνωρίσιμοι αλλά ποτέ δεν ήταν οι λατρεμένοι όπως στις ΗΠΑ και στους σχιστομάτηδες της Ιαπωνίας παραταυτα παραμένoυν μελωδικοί με ανεξάνλητο ταλέντο, γοητευτικά διασκεδαστικοί με ιδιαίτερη έμπνευση και μοναδικό στυλ.
Η αγάπη τους για τα sixties και για τα γκρουπ με τα οποία μεγάλωσαν είναι εμφανή σε τούτο το άλμπουμ αφού στο "We're All Alright!" για άλλη μια φορά οι Kinks με τους Who συναντούν τους Beatles.
Οι garage κιθάρες, εναλλάσονται με τους ορμητικούς ροκ εν ρολλ ρυθμούς με δυναμικές power pop μελωδίες συνδυασμένα με μεράκι και ατελείωτη party διάθεση.
Ο δίσκος ξεκινά με το δυναμικό ροκάκι "You Got It Going On" (θυμίζει εκπληκτικά σύνθέσεις των Who) και συνεχίζει με το  "Long Time Coming" που το ριφ είναι ολόιδιο με το "All Day and All of the Night" των Kinks ακολουθεί το "Nowhere"  με τα "μεγαφωνικά"  φωνητικά ενώ το "Radio Lover" θυμίζει κάτι από Elvis.
Το "Lolita" φλερτάρει με τους Muse (!!!) και το "Brand New Name on an Old Tattoo" περιέχει αρκετή hard rock διάθεση εν αντιθέση με το ποπ ψυχεδελικό "Floating Down".
Ακολουθεί το "She's Alright" το οποίο είναι μία ποπ εκδοχή των Lynyrd Skynyrd και το "Listen to Me" μία εκρηκτική σύνθεση με την μπασογραμμή "κλεμμένη" από τους Simon & Garfunkel ενώ τέλος το "The Rest of My Life" ακούγεται σαν μία χαμένη σύνθεση των Σκαθαριών.
Οι Cheap Trick επιβεβαιώνουν την λαική ρήση.... η "γριά κότα έχει το ζουμί" και βάζουν τα γυαλιά σε πολλούς δήθεν επιδοτούμενους σύγχρονους rock αστέρες που παλεύουν με τα views στο youtube και τα like στο fb αλλά από έμπνευση, δημιουργία και συνέπεια ίσα που πιάνουν την βάση και αν είχαν έστω και λίγο από την απίστευτη φρεσκάδα και ενέργεια των Cheap Trick, τότε το ροκ δεν θα αντιμετώπιζε τα σημερινά χάλια των καινούργιων εκπροσώπων του.
Το
"We're All Alright!" χωρίς πολλά λόγια είναι ένα από τα καλύτερα άλπουμ της φετινής χρονιάς!
 
Φώτης Μελέτης

Παρασκευή, 2 Ιουνίου 2017

Nickelback: “Feed The Machine”


 
Ένατη στούντιο δουλειά για τους Καναδούς ρόκερ με πάνω από είκοσι χρόνια δισκογραφικής παρουσίας και φαίνεται ότι παρά τις αντιδράσεις που έχουν από μία μερίδα του κοινού και των κριτικών κατoρθώνουν να κυκλοφορούν αξιοπρεπείς δίσκους.

 Το κουαρτέτο δείχνει ότι έχει ξεπεράσει προ πολλού  τις δάφνες του περίφημου πλέον “How You Remind Me” και παράλληλα φαίνεται ότι προσπαθεί οι συνθέσεις του να μην θυμίζουν τον ήχο που κάποιοι τον λατρεύουν αλλά και αρκετοί τον μισούν θανάσιμα.
Nickelback σε τούτη την νέα δισκογραφική κυκλοφορία έχουν κάνει τον ήχο τους πιο επιθετικό και λίγο “πιο Metallica” θα λέγαμε. Αυτό καταγράφεται με απόλυτο τρόπο στα "Coin for the Ferryman", "Must Be Nice", "The Betrayal (Act III)" αλλά και στο εξαιρετικό ομότιτλο κομμάτι.
Τα μπαλαντοειδή "After the Rain", "Home"  και  "Song on Fire" αναδεικνύουν την πιο μελωδική πλευρά της μπάντας ενώ τα πανέμορφα "Silent Majority" και "Every Time We're Together" θυμίζουν  τον γνωστό ήχο που καθιέρωσε και έκανε δημοφιλές το γκρουπ σε όλο τον κόσμο.
Το άλμπουμ κλείνει κάπως απρόσμενα με το ορχηστρικό "The Betrayal (Act I)" ενώ μεγάλη έκπληξη αποτελεί και η κιθαριστική παρουσία του Nuno Bettencourt (Extreme), στον δυναμίτη "For the River".
Μεγάλο ατού αποτελεί επίσης και η κρυστάλλινη παραγωγή της μπάντας παρέα με τον Chris Baseford που έχουν καθαρίσει από κάθε τι περιττό το “Feed The Machine” με συνέπεια να ακούγεται φρέσκο και δυναμικό.
Συνοπτικά θα λέγαμε ότι οι Nickelback κατόρθωσαν να μην  αντιγράψουν τόσο πολύ τον εαυτό τους και να μας χαρίσουν έναν θαυμάσιο metal-rock δίσκο.

Φώτης Μελέτης

Κυριακή, 28 Μαΐου 2017

John Mellencamp: “Sad Clowns & Hillbillies”


To 23ο στούντιο άλμπουμ του σπουδαίου Αμερικανό τραγουδοποιού τιμά για πολλοστή φορά την μεγάλη δισκογραφική του πορεία που έχει συμπληρώσει ήδη τέσσερις δεκαετίες πετυχημένης διαδρομής και στα 66 του, παραμένει ένα ζωντανός και ταπεινός Rock & Roll θρύλος που αποδεδειγμένα σέβεται και αγαπά το κοινό του.

Στο Sad Clowns & Hillbillies” είναι η νέα δουλειά του John Mellencamp  και σημαντικό ρόλο παίζει η συνεργασία του με την country τραγουδίστρια Carlene Carter  με την οποία ερμηνεύουν παρέα πέντε κομμάτια και δίνουν ένα ακόμη πιο συναισθηματικό  και εμπνευσμένο τόνο στο άλμπουμ.
Οι συνθέσεις του δίσκου νομίζεις ότι είναι βγαλμένες από τους αμερικάνικους αγρούς αφού κυριαρχούν οι παραδοσιακές κάντρυ μελωδίες, οι southern ερμηνείες, οι blues και folk αναφορές, οι "θρησκευτικοί" στίχοι και ότι άλλο συνοδεύουν αυτό τον ήχο με τις φυσαρμόνικες,, τις ακουστικές κιθάρες και τα βιολιά να παίζουν στην πρώτη γραμμή.
Το άλμπουμ ξεκινά με τα "Mobile Blue" (διασκευή
σε σύνθεση του MickeyNewbury) και "Battle of Angels"  σε κλασσικό blues/country rock στυλ και οι ρυθμοί πέφτουν με το "Indigo Sunset" που ακούγεται άκρως τρυφερό με το πιάνο και το βιολί να προσθέτουν ακόμη πιο ρομαντική ατμόσφαιρα ελέω φυσικά και της ερμηνείας της Carlene Carter.
Έχει προηγηθεί όμως το υπέροχο "Grandview" σ΄ένα ντουέτο με την Martina McBride (αστέρι της κάντρι ποπ) αλλά η έκπληξη στην συγκεκριμένη σύνθεση είναι ότι στην κιθάρα συναντάμε τον περίφημο  Izzy Stradlin (πρώην Guns N' Roses) που δίνει το δικό του ξεχωριστό χρώμα στο κομμάτι.
Εξίσου θαυμάσιο  είναι το αφηγηματικό "What Kind of Man Am I" που ξεκινά σε ύφος μπαλάντας και εξελίσσεται σε ένα μικρό ρυθμικό ύμνο. Ακολουθούν το εξαιρετικό  "All Night Talk Radio" που είναι σε χορευτική διάθεση ενώ το "Sugar Hill Mountain" θυμίζει σκηνή από γουέστερν γυρισμένη σε σαλούν.
Το "You Are Blind" είναι απλά μία ήρεμη σύνθεση, όμως η συνέχεια ανήκει στο συγκλονιστικό  "Damascus Road" που πιθανόν να είναι και το καλύτερο τραγούδι του άλμπουμ με την Carlene Carter  και τους αλληγορικούς στίχους να κλέβουν τις εντυπώσεις.
Την ανατριχίλα του  "Damascus Road"  διαδέχεται το διασκευασμένο και αισιόδοξο (λόγω μαντολίνου) "Early Bird Cafe" (το είχε πρωτοτραγουδήσει ο
Jerry Hahn Brotherhood) ενώ στο "Sad Clowns" οι επιρροές από τον Louis Armstrong είναι εμφανείς.
Το  άλμπουμ κλείνει με τα ξεσηκωτικό "My Soul's Got Wings”  με την Carlene Carter σε πρώτο ρόλο αλλά και τον
φολκ θρύλο και μακαρίτη Woody Guthrie (βασική επιρροή του J.M.) να συνυπογράφει τους στίχους σύνθεση και τέλος το "Easy Target" φλερτάρει ολίγον από Tom Waits.
Εν κατακλείδι στην ερώτηση "τι αίσθηση σου δίνει το νέο άλμπουμ του John Mellencamp;;;" θα απαντούσα  ότι:
H κληρονομιά που άφησαν πίσω τους ο Bob Dylan, οι Crosby, Still, Nash and Young  με σπουδαίους καλλιτέχνες όπως οι Bruce Springsteen, Tom Petty και John Mellencamp μπορεί να μεγάλωσαν κι αυτή  ηλικιακά αλλά επειδή όλες αυτές οι μελωδίες που γράφονται από δαύτους μένουν στην αιωνιότητα θα συνεχίζουν μέχρι τελικής πτώσεως να αποδεικνύουν τι εστί ροκ με ψυχή και ήθος.
Καλή ακρόαση σε αγαπούν το γνήσιο ροκ...

Φώτης Μελέτης

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...