Πέμπτη, 25 Μαΐου 2017

Walk on Fire: "Mind Over Matter"


Είχα παρουσιάσει πριν μερικά χρόνια τον πρώτο δίσκο της μπάντας και έγραφα: "Από το 1989 η μπάντα αυτή κυκλοφόρησε ένα δίσκο και μετά η λήθη σκέπασε τα ίχνη της. Κρίμα και μόνο κρίμα, διότι τούτη εδώ η "δουλειά" είναι η επιτομή του A.O.R:

Στα πλήκτρα είναι ο Dave Cairns στο φουλ, φωνή του Alan King μελωδικότατη και κρυστάλλινη, κιθάρα σε αρμονικές και σόλο ευφάνταστα με τον Mike Casswell (πρώην Brian May)  ενώ το rhythm section με τους Phil Williams (πρώην Spandau Ballet) στο μπάσο και τον Trevor Thornton (πρώην  Asia) στα ντραμς μετρονομική παρουσία  πραγματικά. Τα δεύτερα φωνητικά πλούσια και χορωδιακά συμπληρώνουν το παζλ της αοριάς…"
Μετά την κυκλοφορία του πρώτου δίσκου τους "Blind Faith", από την MCA περιόδευσαν με τους  Ratt και  The Dan Reed Network και μάλιστα είχαν και μία σχετική επιτυχία, ειδικά με το  12″ Wastelands αλλά τα παράτησαν και διαλύθηκαν.
Πρόλαβαν όμως και ηχογράφησαν υλικό άξιο για κυκλοφορία αλλά έπεσαν στην άνοδο του  grunge και έτσι ο εκλιπών Mr. Cobain εν μέρει "ευθύνεται" για την απουσία και την μη κυκλοφορία 23 χρόνων…
Ακούγοντας το υλικό μπορώ να πω με σιγουριά, ότι εάν είστε φίλοι του καθοδηγούμενου από κιθάρα  AOR θα ενθουσιαστείτε, καθώς πρόκειται για μία απρόσμενα σπουδαία κυκλοφορία!
Και εξηγούμαι : από το εναρκτήριο "Mind Over Matter"  ο ακροατής προϊδεάζεται για ένα μελωδικού  rock καλλιτέχνημα.
Σίγουρα, κάθε τραγούδι αξίζει της προσοχής σας αλλά υπάρχουν 2-3 πραγματικά μελωδικά, μουσικά κομψοτεχνήματα, όπως για παράδειγμα το πανέμορφο  AOR ύφους "Reign Down" ή το δεξιοτεχνικό με απίστευτο αίσθημα και χορωδιακή επωδό που θα σας "αποτελειώσει" το   "Long Live Love" (λατρεμένο) όμως ιδιαίτερη μνεία θα κάνω για το προσωπικά αγαπημένο μου  "αραχνοΰφαντο" Wicked. Αν προτιμάτε βέβαια κάτι βαρύτερο σίγουρα θα σας εντυπωσιάσει το  "Drag Me Down".
Ένα "φάντασμα" κλασικού μελωδικού ήχου, αρχετυπικό δείγμα των '80ς, που σίγουρα θα μας "στοιχειώνει" με τα χρόνια που παρέμενε στην αφάνεια.
Είμαστε τυχεροί που ακούμε όλα τα κλασικά μουσικά στοιχεία  των 80ς του AOR μελωδικού rock. Αρμονικότητα, μελωδίες, φωνητικές συναρμογές, καθαρές κιθαριστικές γραμμές και στιβαρή ρυθμική γραμμή. Και καθώς έχει συντεθεί από έναν άνθρωπο των πλήκτρων, πιάνο και συνθεσάιζερ  δίνουν ατμοσφαιρικό χρώμα σε "πολύχρωμες" μουσικές εισαγωγές και σολαρίσματα.
Είναι λυπηρό που ο κιθαρίστας Mike Casswell έχασε τη ζωή του σε θαλάσσιο ατύχημα στα  2016  ένας εξαιρετικός κιθαρίστας, δεξιοτέχνης με λαμπρά τεχνικά "ακροβατικά" στις ταστιέρες της εξάχορδης "θεάς".
Τραγουδιστικά ο Alan King σίγουρα "κλέβει" την παράσταση με τα καθάρια και μελωδικά φωνητικά του. Μία πολύ καλή κυκλοφορία που αδικήθηκε καθώς έπειτα από 28 χρόνια και με το μακρινό 1989 να παρουσιάζει τους  Walk On Fire  και το ντεμπούτο τους  ‘Blind Faith’ τερπόμαστε ηχητικά/μουσικά με το  "Mind Over Matter".
Είτε πιστεύετε στη μοίρα ή στην πρόνοια και πρόβλεψη, οι μουσικές Μοίρες επέτρεψαν οι τελευταίες ηχογραφήσεις των  Walk On Fire  που είχαν χαθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα αλλά δεν ξεχάστηκαν, να βρεθούν!
Το  "Mind Over" έχει υλικό εξαιρετικό και αξίζει της ακοής σας. Συλλογή από κλασικό '80ς UK AOR μελωδικό rock. Βάλτε το λοιπόν στη λίστα σας και την επόμενη φορά που θα επισκεφθείτε το κάποιο από τα λιγοστά κατάστημα δίσκων που απέμειναν και αναζητήστε το.
Αξίζει!!!


Νότης Γκιλλανίδης

Πέμπτη, 18 Μαΐου 2017

Raw Silk: “The Borders of Light”



Η είδηση έπεσε σαν κεραυνός… οι «Raw Slk επιστρέφουν!!!!» Τσεκάρω άμεσα να δώ ότι δεν είναι κάποια ιντερνετική πλάκα, μπαίνω στο προφίλ του Κώστα Κυριακίδη στο fb και ναι!!! Μία από τις πιο αγαπημένες μου εφηβικές μπάντες επανακάμπτουν και κυκλοφορούν νέο άλμπουμ.

Το αρχικό ευχάριστο σοκ διαδέχεται η αναμονή, στο τι θα ακούσουμε από τους αναγεννημένους Raw Silk αν και όλες οι πληροφορίες και συνομιλίες που είχαμε αρκετοί από εμάς, με τον ιδρυτή του γκρουπ δεν φαινόταν στον ορίζοντα ότι θα συνέβαινε, η εν λόγω επιστροφή.
Μετά λοιπόν και τα ευχάριστα νέα της κυκλοφορίας δεύτερου άλμπουμ ήρθαν και οι πληροφορίες που δίχασαν αρκετούς από τους πιστούς οπαδούς του συγκροτήματος. Πρώτον ότι δεν υπήρχε στα φωνητικά ο Γιώργος Φλωράκης που έχει βάλει την δική του σφραγίδα στο “Silk Under the Skin” και δεύτερον όλα τα υπόλοιπα μέλη δεν είχαν καμία σχέση με το παρελθόν του γκρουπ αφού ήταν όλοι οι μουσικοί από Αγγλία μεριά.
Όμως το κομβικό σημείο που απογοήτευσε και χώρισε στα δύο στρατόπεδα τους οπαδούς των Raw silk ήταν το πρώτο κομμάτι που δόθηκε στην δημοσιότητα αφού ήχος και κυρίως η καινούργια σύνθεση (“Nobody Fills the Loneliness”) δεν είχε καμία σχέση με τον aor/ melodic hard rock ύφος που τους λατρέψαμε.
Οι συζητήσεις στο διαδίκτυο άναψαν με τα σχόλια να είναι καυστικά αλλά αυτό προσωπικά το προσπερνώ μιας και ήθελα πρώτα να ακούσω ολόκληρο τον δίσκο και μετά να κρίνω τα δέοντα. Πιστεύω πάντως ότι τα γκρουπ που αλλάζουν τον ήχο τους και προσπαθούν να μην εμπορευματοποιηθούν αξίζουν σεβασμό
όχι για λόγους ανοχής ή επίεικιας αλλά διότι ρισκάρουν καλλιτεχνικά περισσότερο από κάποιους που έχουν "βολευθεί" με συνταγή της αποδοχής και της επιτυχίας.
Ερχόμενοι λοιπόν στο άλμπουμ, αυτό που κυριαρχεί είναι τα αρκετά prog – metal στοιχεία συνδυασμένα με μπόλικη μελωδία βασισμένη στα πλήκτρα χωρίς όμως κανένα aor ίχνος και με καμία μουσική αναφορά σε ότι έκανε γνωστή την μπάντα.
Τα heavy κιθαριστικά ριφ δίνουν άλλοτε μία epic ατμόσφαιρα βοηθούμενοι και από τις ερμηνείες του
Chris Dando που ντύνουν με ένα βαρύ ρυθμικό πέπλο σχεδόν όλες τις συνθέσεις του The Borders Of Light”.
Το άλμπουμ ξεκινά με ένα υπέροχο άσμα το “One Lifetime”  που είναι ίσως η κορυφαία σύνθεση του άλμπουμ όπου η ψυχεδέλεια συναντά το prog/rock-metal και ακολουθεί το Nobody Fills the Lonelinessπου είναι το κομμάτι που σήμανε την επιστροφή της νέας παρέας του Κώστα Κυριακίδη και αποτελεί μία από τις πολύ καλές στιγμές.
ΤοChimeraμου θύμισε αρκετά Threshold με ολίγους πρώιμους Dream Theater ενώ τοNight Time Angelsείναι μία εξαιρετική σύνθεση με πανέμορφα μελωδικά prog γυρίσματα και με δυνατό ρεφρέν σε αντίθεση με το  “The Road you've Takenπου ακολουθεί ένα μελαγχολικό δρόμο.
Η συνέχει ανήκει στο  “Losing my mind που ξεκινά με τον κλασσικό blues ρυθμό και συνεχίζει πάνω σε αυτή την φόρμα, όπως και το  “Distressed and Powerlessπου περιέχει ένα βαρύ και ασήκωτο κιθαριστικό ριφ με το ρεφρέν να βάζει μία πιο μελωδική νότα στην συγκεκριμένη σύνθεση ενώ τοOut of Reachτο διακατέχει μία μικρή αύρα από τους Raw Silk που γνωρίσαμε στη δεκαετία του ’90.
Ο δίσκος κλείνει με τo ομότιτλοThe Borders of Lightπου είναι μία μεγαλεπήβολη σύνθεση 12 λεπτών όπου τόσο το αναγεννησιακό στοιχείο είναι εμφανές όσο και οι επιρροές από το art-rock των seventies με τα metal φωνητικά να την απογειώνουν και ο επίλογος να γίνεται ελληνικούς στίχους με αναφορές στον Όμηρο και το Φως!!! Τέλος το Solitude of Painκινείται σε ακουστικά μονοπάτια με τον λυρισμό να είναι διάχυτος και το σόλο να θυμίζει Pink Floyd.

Εν Κατακλείδι τοThe Borders Of Light” είναι μία αξιόλογη κυκλοφορία όμως σίγουρα οι σημερινοί Raw Silk δεν έχουν καμία σχέση με τη μπάντα του 1990 και θα ήταν πιο σοφό να είχαν χρησιμοποιήσει κάποιο άλλο όνομα και όχι να βασισθούν στον μύθο που δημιούργησαν πριν μερικές δεκαετίες.

Φώτης Μελέτης

Πέμπτη, 11 Μαΐου 2017

Mike and The Mechanics: “Let Me Fly”

Το προσωπικό μουσικό όχημα του κιθαρίστα Mike Rutherford των θρυλικών Genesis ξεκίνησε δισκογραφικά στα μέσα της δεκαετίας του ’80 και τα πρώτα τους άλμπουμ έβγαλαν μία σειρά από θαυμάσια singles με πιο γνωστά τα "All I Need Is a Miracle", "The Living Years" , "Word of Mouth", "Over My Shoulder" και "Silent Running (On Dangerous Ground)".

To δυνατό όπλο της μπάντας ήταν κι οι δύο ερμηνευτές, ο  Paul Carrack (Ace) και Paul Young (πέθανε τον Ιούλιο του 2000) ενώ την δεκαετία του ’90 κυκλοφόρησαν τρεις καλούς δίσκους και το 2004 επανέρχονται με το έκτο άλμπουμ τους με τίτλο “Rewired”. Στη συνέχεια οι Mike and The Mechanics μπαίνουν στο ψυγείο και το 2009 ο Mike Rutherford τους επανασχηματίζει χωρίς όμως κανένα από τα αρχικά μέλη και στο γκρουπ προστίθενται αξιόλογοι μουσικοί με κορυφαίο τον τραγουδιστή Andrew Roachford. Το συγκρότημα κυκλοφορεί το 2011 το συμπαθητικό “The Road” όπου για πρώτη φορά δεν συμμετέχει ο Paul Carrack στα φωνητικά.
To νέο και όγδοο στούντιο άλμπουμ της παρέας του Mike Rutherford συνεχίζει να μας υπενθυμίζει ότι το συγκεκριμένο σχήμα παραμένει ένα ποιοτικό ποπ  - ροκ γκρουπ με καθαρό mainstream προσανατολισμό και κατορθώνει να παράγει όμορφα αποτελέσματα στο σύνολο των συνθέσεων. Η παρουσία και οι ερμηνείες των καινούργιων τραγουδιστών της μπάντας του πολυτάλαντου Kαναδού Tim Howar (ηθοποιός και χορευτής) και του Andrew Roachford έχει δώσει μια ανάσα φρεσκάδας και ανανέωσης όπου το κυρίαρχο στοιχείο είναι οι γλυκές και συγκινητικές μελωδίες όπου χαρακτηρίζονται από πανέμορφους ρυθμούς χάριν στα πλήκτρα του Luke Juby και φυσικά την κιθάρα του Mike Rutherford.
Τραγούδια που ξεχωρίζουν είναι το μελαγχολικό “Don't Know What Came Over Me”, το πιο κεφάτο “Are You Ready”, η μπαλάντα “Let Me Fly” που θυμίζει τις πρώτες επιτυχημένες εποχές της μπάντας. Tο ίδιο ισχύει και για το “The Best Is Yet to Come” αλλά και το υπέροχο “The Letter” που σε γυρίζουν σε εκείνες τις περίφημες μελωδίες κλασσικών επιτυχιών τους
"Silent Running" και "The Living Years".
Το  “Let Me Fly” είναι μία αξιόλογη και συνεπή κυκλοφορία με τον ήχο που υπηρετεί το συγκρότημά τρεις δεκαετίες τώρα και θα αρέσει σίγουρα σε όσους νιώθουν ότι ο χρόνος περνάει γρήγορα αλλά τα καλά τραγούδια μπορούν και τον σταματούν έστω για λίγα λεπτά…

Φώτης Μελέτης

Σάββατο, 29 Απριλίου 2017

Blackfield: “Blackfield V”


Το 2004 ένα σόου των Porcupine Tree στο Ισραήλ ήταν η συγκυρία που ένωσε τις τύχες του Άγγλου μουσικού και παραγωγού, Steve Wilson, επονομαζόμενου και ως «βασιλιά της new prog» (και σημειωτέον ιδρυτή των Porcupine Tree) και του Ισραηλινού, αμφιλεγόμενου ρόκερ Avin Geffen

Αποτέλεσμα της ευτυχούς συνεύρεσης το μελωδικό ροκ σχήμα Blackfield που έκανε πραγματικότητα την επιθυμία του Wilson να αφήσει τα μονοπάτια της prog rock επιλέγοντας εκείνα της art rock.
Οι δύο πρώτες τους δουλειές, τα “Blackfield” και “Blackfield II”, έφεραν τη σφραγίδα και των δύο αυτών μουσικών υπό το όχημα μιας μελαγχολικής alternative pop. Tα δύο μεταγενέστερα, “Welcome to my DNA” και “Blackfield IV”, ήταν λιγότερα ποιοτικά - παρά την παρουσία εξαιρετικών καλεσμένων όπως ο Brett Anderson των Suede και ο Jonathan Donahue των Μercury Rev - και περισσότερα μονοδιάστατα λόγω της απεμπλοκής του Wilson, με τον Geffen να ηγείται του συγκροτήματος και των δημιουργιών του.
Παρά την πρόθεση του Wilson να αποχωρήσει από το σχήμα το 2014, «γιορτάζοντάς» το και με μια αποχαιρετιστήρια συναυλία, επέστρεψε στα μέσα του 2015.
Μετά από 18 μήνες studio sessions σε Λονδίνο και Τελ Αβίβ και με λίγη βοήθεια από τον τεράστιο Alan s (αναφέρουμε μόνο την παραγωγή του στο “The Dark Side of the Moon” των Pink Floyd), το νέο άλμπουμ ολοκληρώθηκε και κυκλοφόρησε στις 10 Φεβρουαρίου με τον τίτλο “Blackfield V”.          
Στο “Blackfield V”, o Wilson μαζί με τον Geffen επιστρέφουν στις παλιές καλές στιγμές συνδημιουργίας τους και πιάνοντας το νήμα από εκεί που το άφησαν στο πρώτο άλμπουμ, κάνουν μια θαρραλέα βουτιά σε βαθιά νερά συναισθημάτων βγαλμένα από εμπειρίες ζωής. Κατάληξη ένα κάτι παραπάνω από αξιοπρεπές art rock προϊόν 44 λεπτών με την ποιοτική συμβολή του Wilson. Ο απολογισμός είναι 13 κομμάτια, 13 μικρές ιστορίες που πραγματεύονται τον κύκλο της ζωής και τη ματαιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης και ξεχειλίζουν άρωμα από τον ωκεανό. Η διάθεση αν και κατά βάση μελαγχολική, με εκείνον τον ιδιαίτερο βρετανικό τρόπο, ανακάμπτει αναζωογονημένη βγάζοντας συνάμα και αισιοδοξία (όπως συνήθως γίνεται με τα «εσωτερικά» άλμπουμ).

Η δυναμική επιστροφή του Wilson διαφαίνεται ακόμη και μόνο κοιτάζοντας το εξώφυλλο. Το μπουκάλι που ανασύρθηκε μόλις από τον ωκεανό και προέρχεται από το εξώφυλλο του πρώτου δίσκου συμβολίζει και την ολική, συνειδητή επάνοδο του Wilson στα γνώριμα εδάφη των Blackfield στην αυγή του νέου αιώνα.
 


Οι προθέσεις του άλμπουμ σηματοδοτούνται εύγλωττα με το ορχηστρικό, σαν από σάουντρακ βγαλμένο, εναρκτήριο “A Drop in the Ocean”, δίνοντας τη σκυτάλη στο πιο δυνατό κομμάτι του δίσκου, το “Family Man”, με τη χαρακτηριστική φωνή του Wilson και τον κλασικό, old school Porcupine Tree ήχο. Παρόμοιο ήχο αναδίδει και το ροκ “Lately”,  ένα ευδιάθετο τρακ που διαθέτει ευχάριστο ρυθμό κι ένα όμορφο κιθαριστικό σόλο.


Στιγμές όπως το πιασάρικο “We’ll Never Be Apart” και το αιθέριο “Life is an Ocean” μας εμφυσούν  τις υπνωτικές αρετές τους μέσα από «καθαρούς», απλούς μουσικούς τόνους. Στο πρώτο, έχουμε την ευκαιρία να απολαύσουμε την ωμή και επιτακτική ερμηνεία του Geffen Στο δεύτερο τα backing vocals έρχονται από το υπερπέραν ως απάντηση στα κύρια φωνητικά με τα ντραμς στο τέλος να δίνουν μια κλωτσιά στο κομμάτι βάζοντάς το στη σωστή θέση. Εύστοχα φωνητικά συναντάμε και στο μεγαλειώδες "Undercover Heart" με υπέροχα βιολιά και καθηλωτικές διφωνίες και στο ποπ "Lonely Soul" με ξεχωριστές γυναικείες φωνές να συνοδεύουν τον Geffen στον επαναλαμβανόμενο από αυτόν στίχο “I’m a lonely soul”.
 

Μια εξαίσια σκοτεινή μπαλάντα, το «συμφωνικό» “How Was Your Ride”, απλό και συνάμα απολαυστικό στην εκτέλεσή του, όπως αρχίζει μόνο με το πιάνο και τη φωνή του Wilson, επιδεικνύει τις ικανότητες αυτού και του Geffen να ανασύρουν συνθέσεις από τις εμπνεύσεις τους και να τις ανυψώνουν στις συνειδήσεις μας. «Αέρινες» μελαγχολίες συναντάμε στα “Sorrys” και “The Jackal” αλλά και στο ορχηστρικό “Salt Water”. Όσο για το “October” θα μπορούσε να θεωρηθεί highlight του άλμπουμ. Ο Wilson με τη συνοδεία του πιάνου δίνει μια γνήσια αισθαντική ερμηνεία prog rock καταβολών και με στοιχεία από το παρελθόν του Elton John, καταφέρνοντας να μας περάσει το τραγούδι με τον πλέον προσωπικό τρόπο.
 Ο δίσκος κλείνει με το καταθλιπτικό, γενναίο στην ειλικρίνειά του “From 44 to 48”. Αφηγούμενο το πέρασμα της ζωής μέσα από τα επιμέρους ηλικιακά στάδια, αποτίει τελικά φόρο τιμής σε όλες εκείνες τις στιγμές αληθινής προσωπικής ευτυχίας που χαθήκανε στο όνομα της καριέρας και του διαρκούς αγώνα για την επιτυχία αφήνοντας μια πικρία.
 

Αν και το άλμπουμ αντικατοπτρίζει κυρίως την πετυχημένη σύζευξη μεταξύ του Wilson και του Geffen, θα ήταν άδικο να μην αναφερθεί η καίρια συμβολή στο συνολικό ηχητικό αποτέλεσμα του ντράμερ Tomer Z, του κημπορντίστα Eran Mitelman και του μπασίστα Seffy Efrati που κατάφεραν με εξαιρετική επιτυχία να δώσουν την κατάλληλη ατμόσφαιρα χωρίς να υπερβάλλουν ούτε στο ελάχιστο. Την παραγωγή έχουν αναλάβει από κοινού ο Wilson και ο Geffen, με τον «θρύλο» Alan Parsons να έχει βάλει κι αυτός τις πινελιές του σε τρία κομμάτια.

Συνολικά εκτιμώντας το “Blackfield V”, έχουμε να κάνουμε με ένα περιεκτικό, ισορροπημένο μουσικό ανθολόγιο μελωδικών περιπλανήσεων γύρω από τα αιώνια ερωτήματα που εδώ τίθενται με φόντο τον ωκεανό. Και μέσα από εύστοχες ενορχηστρώσεις οι δημιουργοί προσπαθούν να ανακτήσουν το στυλ και τα στοιχεία που καταξίωσαν τους Blackfield, χωρίς να επαναλαμβάνονται, και να δώσουν τη συνέχεια των Blackfield I και ΙΙ καταφεύγοντας σε έναν πιο φωτεινό ήχο. Και τελικά καταθέτουν την καλύτερη δουλειά τους εδώ και μία δεκαετία, δημιουργώντας την προσδοκία για τίποτα το λιγότερο στο μέλλον.

Μαρία Γεωργιάδου

Κυριακή, 23 Απριλίου 2017

Mike Tramp: “Maybe Tomorrow”


Άλλη μία όμορφη δισκογραφική σόλο δουλειά από τον frontman των White Lion, Mike Tramp που όσο μεγαλώνει γίνεται όλο ώριμος και πιο εσωστρεφής σε σημείο ο λόγος και η ερμηνεία του να περιέχει έναν απλό ποιητικό τόνο.

Ο εμπνευσμένος συνδυασμός τρυφερών μελωδιών, λυρικών ερμηνειών και ήρεμων ρυθμών με τις ηλεκτροακουστικές κιθάρες και τις λιτές ενορχηστρώσεις να έχουν σημαντικό ρόλο μιας και είναι κάτι που το επαναλαμβάνει συνεχώς στους τελευταίους σόλο δίσκους του ο Δανός τραγουδιστής αφού φαίνεται ότι είναι κάτι που τον ευχαριστεί και θέλει να το μεταδώσει και στους οπαδούς του.
Σίγουρα η εποχή των White Lion έχει περάσει ανεπιστρεπτί και όσοι περιμένουν ανάλογες συνθέσεις από το δοξασμένο παρελθόν θα απογοητευθούν σφόδρα μιας και ο Mike Tramp έχει αλλάξει αρκετά εδώ και πολλά χρόνια και τραγουδά για πράματα της καθημερινότητας με μικρή δόση μελαγχολίας και νοσταλγίας αλλά αφήνοντας πάντα μία νότα αισιοδοξίας και χαράς.
Το άλμπουμ ξεκινά δυνατά  με το εξαιρετικό  “Coming Home” που θυμίζει λίγο από Tom Petty ενώ ακολουθεί το ταξιδάρικο It's Not How We Do It” . Άλλωστε σε όλη την καριέρα του ο Mike Tramp είχε μία μεγάλη αγάπη για τις μηχανές και απεικονίζεται συνεχώς τόσο στα βίντεο κλιπ (βλέπε το προπέρσινο  “Give It All You Got” , αλλά και το κλασσικό “Radar Love”) αλλά και στα εξώφυλλα των άλμπουμ των όπως κάνει και στο “Maybe Tomorrow”.
Η συνέχεια στον δίσκο ανήκει στα μελωδικά “Spring" και Would I Lie To You"  ενώ έπεται το “Rust And Dust"  σε ρυθμούς που φέρνουν έστω και λίγο από την εποχή των White Lion. Στο άλμπουμ συναντάμε μία υπέροχη μπαλάντα το Time And Place" που  είναι εκτελεσμένη μόνο σε φωνή και πιάνο και ακολουθεί το μπητλικό  (ιδιαίτερα στο ρεφρέν) What More Can I Say" ενώ  το  Why Even Worry At All"  περιέχει αρκετά γυρίσματα που από σύγχρονους U2 και Bon Jovi.
To άλμπουμ κλείνει με το ομότιλο “Maybe Tomorrow" και αποτελεί μία από τις πιο δυνατές στιγμές του άλμπουμ όπου το πιάνο και η ερμηνεία του Mike Tramp είναι πολύ συναισθηματική και τρυφερή με το κιθαριστικό σόλο να απογειώνει την σύνθεση.
Το έχουμε ξαναγράψει κι παλιότερα και θα το επαναλαμβάνουμε ότι ο Mike Tramp  μεγαλώνει και γίνεται σαν το παλιό κρασί, με ερμηνείες και μελωδίες που μπορεί να ακούγονται ολίγον ρετρό αλλά περιέχουν πολύ καρδιά, αγάπη, ζεστασιά και επιθυμία για ζωή με την απλότητα που οι περισσότεροι από εμάς αναζητούμε.

Φώτης Μελέτης

Πέμπτη, 20 Απριλίου 2017

Eclipse: “Monumentum”

Το ερώτημα που τίθεται εδώ με τους ECLIPSE είναι απλό. Πως είναι δυνατόν να κυκλοφορήσουν κάτι τόσο εντυπωσιακό ή έστω ισάξιο με το “Armageddonize”; Και όμως μπορούνε! Οι Eclipse θεωρούνται δικαίως μια από τις καλύτερες μπάντες στον χώρο του melodic hard rock.

Το ταλέντο τους αστείρευτο, τα τραγούδια τους πιασάρικα όσο δεν πάει άλλο, οι συνθέσεις τους σφιχτοδεμένες που σε κολλάνε στον τοίχο με το πρώτο άκουσμα και οι μελωδίες τους εμπνευσμένες χωρίς να γίνονται βαρετές.
Με τέτοιο back round και με "ηγέτη" τον ταλαντούχο Erik Martensson οι νέοι "βασιλιάδες" του melodic hard rock επιστρέφουν με ακόμη ένα αριστούργημα που φέρει τον τίτλο “Monumentum”.
Το πρώτο δείγμα της νέας τους δουλειάς το ακούσαμε πριν από περίπου έναν μήνα. Το  "Vertigo" ήρθε σαν καταιγίδα για να μας ταρακουνήσει και να πιστοποιήσει το μεγαλείο αυτής της μπάντας. Δύναμη, ένταση και συναίσθημα σε τέλεια αρμονία με τις εκπληκτικές μελωδίες και το ρεφραίν που θέλεις δε θέλεις σου μένει στο μυαλό με την πρώτη. Οι κιθάρες λίγο πιο heavy και τα φωνητικά του Erik δυνατότερα και πιο παθιασμένα από ποτέ.  
Η συνέχεια ήταν με το επόμενο video-single “Never Look Back” με το οποίο οι Eclipse το τερμάτισαν στην κυριολεξία!!! Ίσως ένα από τα καλύτερα τραγούδια που έχουν γράψει ποτέ. Ίσως από τα πιο πολυπαιγμένα κομμάτια στο cd-player, στο laptop, στο κινητό μου!
Με το "Killing Me" και το "The Downfall Of Eden" τούτοι εδώ οι εκπληκτικοί  Σουηδοί προσφέρουν άλλα δυο ανεκτίμητα διαμαντάκια. Ειδικά το "The Downfall Of Eden" έχει αυτό το κάτι διαφορετικό, λίγο πιο ‘σκοτεινό’, που πραγματικά το απογειώνει!   Με την μπαλάντα "Hurt" τα highlights του άλμπουμ δεν τελειώνουν ποτέ. Όμορφη μελωδία σε συνδυασμό με το εκπληκτικό κιθαριστικό σολάρισμα και τα παθιασμένα φωνητικά του  Erik Martensson  το “Hurt” δίνει πόνο!
Τα "Jaded", "Born To Lead" και το πιο heavy "Black Rain" (από τα πιο βαριά κομμάτια των eclipse) είναι 100% Eclipse. Kαι αυτό σημαίνει δυνατές κιθάρες, φοβερές μελωδίες, πιασάρικα ρεφραίν και άριστες ενορχηστρώσεις.
Το καλύτερο άλμπουμ για το 2017, μέχρι τώρα.
Προσωπικά πιστεύω πως λίγες μπάντες εκεί έξω μπορούν να προσφέρουν κάτι ανάλογο (ίσως το νέο H.E.A.T. που έρχεται) και κάτι τόσο πιασάρικο αλλά συγχρόνως τόσο ποιοτικό! The new kings of Hard Rock are back!

Βασίλης Χασιρτζόγλου

Δευτέρα, 17 Απριλίου 2017

Unruly Child : “Can’t Go Home”


Η Marcie Free είναι χωρίς αμφιβολία μία από τις καλύτερες φωνές στον χώρο του melodic rock/AOR. Το ντεμπούτο των Unruly Child θεωρείται ένα από τα αριστουργήματα στον συγκεκριμένο ήχο.

Τα χρόνια που ακολούθησαν, μετά το χρυσό ντεμπούτο, ‘είδαν’ τους Unruly Child να κυκλοφορούν άλλα δυο άλμπουμ, με διαφορετικούς τραγουδιστές, και μια άκρως ενδιαφέρουσα συλλογή με ακυκλοφόρητα τραγούδια και demos.
Στην συνέχεια όλα τα μέλη της μπάντας συμμετείχαν σε διάφορα projects μέχρι το 2010 όπου οι Unruly Child επέστρεψαν με μια νέα κυκλοφορία, μέσω της Frontiers Records, με τον τίτλο “World's Collide”. Ένα πραγματικά εξαιρετικό δισκάκι που περιείχε κάποια πολύ καλά τραγούδια εμπλουτισμένα με όμορφες μελωδίες, έξυπνα ρεφραίν καθώς επίσης και με μια πιο ‘φρέσκια’ προσέγγιση που το έκανε must για κάθε οπαδό της μπάντας.
Πέρασαν λοιπόν σχεδόν 7 χρόνια και οι Unruly Child δεν τα παράτησαν. Επιστρέφουν με το ολοκαίνουριο πόνημα τους που τιτλοφορείται “Cant Go Home”.  Από το εναρκτήριο άσμα του  "The Only One" συνειδητοποιεί κάποιος ότι αυτοί εδώ οι τύποι έχουν ακόμη πολλά να προσφέρουν στην συγκεκριμένη σκηνή.  Μελωδικότατο με την φωνή της Free να σε ταξιδεύει και το ρεφραίν να σου κολλάει στο μυαλό αμέσως!! Το πομπώδες και πιο ‘σκοτεινό’, για τους Unruly Child, "Four Eleven" είναι πολύ καλό  ενώ  το  “Driving Into The Future" ακούγεται σαν να ξέμεινε από το προσωπικό άλμπουμ της Free (σαν Mark Free τότε).
Το  "Get On Top" είναι αρκετά καλό αλλά με το “She If She Floats” οι Unruly Child καταφέρνουν να μας προσφέρουν ένα από τα καλύτερα τραγούδια του νέου δίσκου. Mid-tempo ρυθμοί με μια πολύ όμορφη μελωδία και ένα ρεφραίν που σε κάνει να το σιγοτραγουδάς για μέρες. Το ομότιτλο "She Cant Go Home” μου άρεσε πολύ. Ο συνδυασμός του melodic rock/AOR μαζί με κάποια πιο pop στοιχεία το κάνει ιδιαίτερο και ακούγετε ευχάριστα. Από τα υπόλοιπα τραγούδια του δίσκου ξεχώρισα το ‘ταξιδιάρικο’ “When Love Is Here” και το πιο ροκάδικο “Someday, Somehow”.
Οι Unruly Child με το  "Can’t Go Home" αρνούνται να συνταξιοδοτηθούν και να πάνε  σπίτι τους  και για ακόμη μια φορά, μας προσφέρουν ένα αρκετά δυνατό άλμπουμ.

Βασίλης Χασιρτζόγλου

Παρασκευή, 31 Μαρτίου 2017

Krokus: “Big Rocks”


Με ένα άλμπουμ διασκευών επιστρέφουν δισκογραφικά οι αναγεννημένοι Ελβετοί hard rockers οπότε δύο τινά συμβαίνουν σε αυτή την περίπτωση ή το γκρουπ το έχει εγκαταλείψει η έμπνευση και προσπαθούν με χιλιοακουσμένα classic tracks να κρατηθούν στην επικαιρότητα ή στα στερνά τους θέλουν να τιμήσουν συνθέσεις και μπάντες που αγάπησαν οι ίδιοι.

Η ζυγαριά μάλλον γέρνει προς την πρώτη πλευρά αν και οι Krokus σε παλαιότερους δίσκους τους διασκευάζουν καλλιτέχνες όπως ο Αlice Cooper, οι Sweet, οι The Guess Who και οι Bachman–Turner Overdrive οπότε δεν μας εκπλήσσει η συγκεκριμένη κυκλοφορία.
Το ιστορικό σχήμα κατά το παρελθόν είχε βρεθεί στο στόχαστρο των κριτικών ως αντίγραφο των AC/DC όμως το boogie hard rock που παίζουν σαράντα χρόνια τώρα δεν είναι προνόμιο μόνο των αυστραλών ρόκερ και μάλλον οι Ελβετοί γουστάρουν πιο πολύ τους B.T.O. και Guess Who.
Για να  τρολάρουμε και λίγο τους οπαδούς της παρέας του Angus Young, ο «κοντός με τα σχολικά»  δεν έχει γράψει ποτέ κομματάρες σαν τα Tokyo Nights”, "Rock City", "Headhunter", "Screaming in the Night", "Easy Rocker" ,"Streamer" ούτε βέβαια αυτή την αποτυχημένη aor-ια του άλμπουμ “Change of Address” (που προσωπικά το λατρεύω).
Eρχόμενοι τώρα στο Big Rocks” θα λέγαμε ότι οι διασκευές που ακούγονται με ενδιαφέρον και είναι αξιόλογες πάντα στο ύφος και στον ήχο της μπάντας είναι: το My Generation” (Τhe Who), το “Gimme Some Lovin'” (The Space Davies Group), το “Jumpin' Jack Flash” (Rolling Stones) ενώ το  “The House of the Rising Sun” (Animals) παρά την χαώδη διαφορά του Eric Burdon με τον  Marc Storace, η ερμηνεία του δεύτερου είναι παθιασμένη και δυναμική. Κάτι ανάλογο ισχύει και με  το “Rockin' in the Free World” (Νeil Young) όπου εδώ οι Krokus δίνουν τον καλύτερο τους εαυτό!
Όσο για τα υπόλοιπα τραγούδια: μέτριες είναι διασκευές στα Wild Thing” (The Troggs), "N.I.B". (Black Sabbath), Summertime Blues” (Eddie Cochran), Born to Be Wild” (Steppenwolf) που υπάρχει στο δίσκο τους με τίτλο "Hoodoo" (2010) καθώς και υπέροχο το folk-rock κομμάτι “Quinn the Eskimo” ( Bob Dylan, Manfred Mann) ενώ εντελώς άστοχες ήταν οι επιλογές των “Tie Your Mother Down” (Queen) και “Whole Lotta Love” (Led Zeppelin),.
Τέλος το άλμπουμ κλείνει με την επανεκτέλεση του “Back Seat Rock'n Roll”  ενός δικού τους κομματιού που βρίσκεται στο άλμπουμ “Metal Rendez-vous” (1980).

Φώτης Μελέτης

Κυριακή, 26 Μαρτίου 2017

Andy Rock: "This Time"


Η αλήθεια είναι ότι όταν ξεκίνησα να γράφω την παρουσίαση του συγκεκριμένου δίσκου πριν ένα μήνα αναγκάστηκα να την γράψω αρκετές φορές κάτω από το βάρος μιας συναισθηματικής φόρτισης και ο λόγος ήταν ότι:

Ένας από τους δύο φίλους μου και συντελεστές του δίσκου ο τραγουδιστής David A. Saylor στην αρχή του χρόνου άφησε τα επίγεια για τα επουράνια.
Η μπάντα με την οποία συνεργάστηκε, οι Wild Rose τον αποχαιρέτησε με τα λόγια: "Πάντα θα σε θυμόμαστε ως φίλο, ως ένα σπουδαίο άνθρωπο, ως τραγουδιστή... Τα θερμότερα συλλυπητήρια στην οικογένειά του κι ελπίζουμε η ψυχή του να αναπαυθεί εν ειρήνη... R.I.P. αδερφέ, θα σε θυμόμαστε πάντα"...
Ο έτερος όμως και φίλτατος κιθαρίστας Andy Rock  δημιουργώντας τον δεύτερο προσωπικό δίσκο του παρουσιάζει όλα εκείνα τα στοιχεία που έκαναν και την μπάντα των Wild Rose μεγάλη στο μελωδικό στερέωμα ανά τον κόσμο.
Στη νέα κυκλοφορία λοιπόν έχουμε 10 εξαιρετικές συνθέσεις, ατόφιου  AOR με λαμπερές μελωδίες, πιασάρικα χορωδιακά φωνητικά, παθιασμένες ερμηνείες από την παλιά καραβάνα στο χώρο και δυστυχώς μακαρίτη David A Saylor με πανέξυπνες κιθαριστικές μελωδίες,  πλουσιοπάροχα πλήκτρα και ογκώδη / μετρονομική rhythm section.
Πραγματικά όμως καταφέρνει να παρουσιάζει μελωδίες γνωστές και αγαπημένες, που μπορεί κάποιος να σχολίαζε λέγοντας ότι μοιάζουν με αυτές που έχουμε λατρέψει στους Σαλονικιούς βιρτουόζους Wild Rose με αφορμή την παρουσία του θρυλικού και εκλιπόντα πλέον τραγουδιστή David A Saylor που έχει αφήσει το "στέρεο χνάρι" του σε δύο δημιουργίες της μπάντας: στα Dangerous (2013) και Hit ‘N’ Run (2014).
 Στο  "This Time", ο Andy Rock εκτός λοιπόν από τις κιθάρες, που "κελαηδούν" πραγματικά σε όλο το δίσκο, ανέλαβε με μέγιστη επιτυχία και τα καθήκοντα μπασίστα ( το έχουμε διαπιστώσει και ιδίοις όμμασι), παίζει τα  συνθεσάιζερ  καθώς και μερικά δεύτερα φωνητικά. Ο David Saylor τραγουδά μοναδικά και ανεπανάληπτα με πάθος και ωριμότητα σα να γνώριζε πως ήταν η τελευταία του φορά, ο ακούραστος μάνατζερ και ακούραστος εργάτη-ουσιαστικά έκτο μέλος της μπάντας των Wild Rose - Chris Siloma επίσης σε δεύτερα φωνητικά και ο Vaggelis Domanos πρώην μέλος  των Wild Rose στα τύμπανα και τα κρουστά  ουσιαστικός και απέριττος.
Στο εναρκτήριο  "What Does It Take" είναι το παρόντα όλα τα στοιχεία που ομορφαίνουν το δίσκο από την αρχή ως το τέλος: 80ς retro-AOR μελωδικού rock υλικό με περίτεχνους κιθαριστικούς "δακτυλισμούς", με πανέμορφα φωνητικά που θα αφήσουν κάθε "μελωδικοροκά –αφιονισμένο" για ήχο '80ς  απόλυτα ικανοποιημένο’ το "What Does It Take" σίγουρα ξεχωρίζει!

Κλασικότροπη  Wild Rose-ίζουσα σύνθεση με πανέμορφη μελωδία, αρμονικότητα και αξιομνημόνευτα χορωδιακά φωνητικά. Το "Give Me A Reason" κινείται στα ίδια σίγουρα μονοπάτια των  AOR συνθέσεων που τόσο αγαπήσαμε στα '80ς, ενώ το  "Promises" προσωπικά αγαπημένο είναι ακόμη ένα  "παθιασμένο μελωδικό rock  διαμάντι"  που θα λατρέψουν οι ρέκτες του AOR και που ερευνά με απόλυτη επιτυχία τα όρια της "ζαχαρένιας μελωδίας" στα ίχνη σύγχρονων – ισάξιων δημιουργημάτων.


Το  "Don't Say Goodbye" ένας "μοντέρνος τοίχος ήχου" του AOR ύφους με ύψιστη φωνητική ερμηνεία, δυναμικά πλήκτρα  με μία ισχυρή δόση κιθαριστικής μαγείας , που οδηγούν σε ένα δυναμικό, υμνικό αποτέλεσμα ενώ το οργανικό  "Dreams" καταλαμβάνεσαι από το εθιστικό κιθαριστικό "άγκιστρο", που έχει ως δόλωμα τα πανέμορφα 80ς synthesizers.
Με το "She's Dangerous" ο Andy Rock παρουσιάζει δεξιοτεχνικά άλλο ένα  Westcoast-AOR διαμάντι. Με το  "Once In A Lifetime", που κλείνει το  "This Time" η περιήγηση στα μελωδικά, πανέμορφα και περίτεχνα "κοσμήματα" συνεχίζεται!
Επειδή όμως ασχολήθηκα, και απόκτησα, και τις επαυξημένες εκδόσεις(παγκόσμια  και Γιαπωνέζικη) θα ήθελα να σημειώσω για τα εξτρά κομμάτια που υπάρχουν στην αντίστοιχη γιαπωνέζικη : για το μεν "Sleepless Night" (Japanese bonus track), είναι μία πανέμορφη σύνθεση συντεθειμένη  στην πανδαισία του το μελωδικού rock/AOR show ενώ η ακουστική εκδοχή του  "Promises"  λιτή και απέριττη, περίτεχνη όμως μέσα στην απλότητα της θα πρέπει να θεωρούμαστε "ευλογημένοι" που ακούμε και αυτές τις επιπλέον συνθέσεις, αφού ο καλλιτέχνης  τα έγραψε έχοντας δημιουργικό "οίστρο" αρκετά  τραγούδια την προηγούμενη χρονιά. Θα ήταν μεγάλη παράλειψη να μην αναφέρουμε και τον συν-συνθέτη δύο τραγουδιών (Don't Say Goodbye, This Time) τον αγαπημένο πληκτρά της μπάντας που κι αυτόν τον τράβηξε η ξενιτειά: τον Dirty Haris.
Με το μουσικό πόνημα αυτό ο  Andy Rock παρουσιάζει συμπυκνωμένη τη μουσικότητα του και την συνθετική του ικανότητα δύο δεκαετιών περίπου.
Ένας μοναδικός δίσκος που κάθε οπαδός του  AOR/Melodic Rock/Westcoast ήχου, θα λατρέψει.
Ακόμη ένα μουσικό  A.O.R. διαμάντι που θα ανακαλύψετε, εάν δεν το έχετε κάμει ήδη, από τη μάνα Θεσσαλονίκη!

Νότης Γκιλλανίδης

Κυριακή, 19 Μαρτίου 2017

Pride of Lions: "Fearless"

Οι Pride of Lions κυκλοφόρησαν το πρώτο άλμπουμ τους το «μακρυνό» 2003, όταν όλοι αναρωτιούνταν αν θα είναι ένα απλό project, από τα πολλά που ανακύπτουν μεταξύ γνωστών μουσικών και μετά λίγο – πολύ ξεχνιούνται. 14 χρόνια αργότερα, η απάντησή τους έρχεται με το πέμπτο τους άλμπουμ. Ωραία.

Έχουν πια βρει -και κρατάνε καλά- το κοινό τους, έτσι ώστε να συνεχίσει να γράφει και παίζει ο Jim Peterik το στυλιζαρισμένο, απολαυστικά κολλημένο κάπου μεταξύ 1983 και 1987 A.O.R. τους, άφοβα μπολιασμένο με τις σημερινές “production values”, δηλαδή τον Alessandro Del Vecchio (τον ιταλό που έχει πατεντάρει τη διάσωση του ραδιοφωνικού ήχου των ‘80s σε μια δική του φόρμουλα, κάπου μεταξύ αντιγραφικής ιδιοφυίας και βαρετής επανάληψης).
To “The Tell” έχει όλα τα mid tempo στοιχεία του “Desperate Dreams, λόγου χάριν. Και από κει και πέρα, εξαρτάται κυρίως από την ηλικία του ακροατή. Αν είναι κανείς πολύ μικρός για να έχει νιώσει το σκίρτημα του πώς είναι να πιάνεις το βινύλιο του “When Seconds Count” μέσα στον πρώτο μήνα κυκλοφορίας του, θα αγαπήσει (αν δεν αγαπάει ήδη) τους Pride Of Lions και θα τους θεωρήσει υπερέχον άκουσμα. Δίκιο θα’ χει, γιατί η καλοδουλεμένη μελωδία μπροστά στο σημερινό άθλιο κακόηχο τοπίο έτσι ακούγεται.
Αν είναι κανείς λίγο πιο μεγάλος, θα το ευχαριστηθεί και θα το ξαναβάλει κάποιες φορές να παίξει, αλλά οι λεπτομέρειες θα το υποβιβάσουν στην περιοχή όπου καταλήγουν πολλά από τα ακούσματα της
Frontiers.
Κάπου μεταξύ ευχάριστου και αναλώσιμου. Σα να καταβροχθίζεις το πιο σπέσιαλ τσηζμπέργκερ της αγαπημένης του αλυσίδας φαστ φουντ. Φέρνει στιγμιαία ικανοποίηση και ευχάριστες γευστικές αναμνήσεις, αλλά δεν μπορεί να σου δώσει τίποτε παραπάνω από ένα ελαφρύ φούσκωμα για κανα μισάωρο και σίγουρα δεν σου θέτει στάνταρ γευσιγνωσίας.

 O ήχος τη σήμερον ημέρα στις συντριπτικά περισσότερες σύγχρονες παραγωγές (ειδικά του “melodic rock”) δεν γίνεται να ακουστεί στρογγυλός και ζεστός όπως στην εποχή που που το A.O.R. κάλυπτε την ανάγκη για ακρόαση rock ηχοχρωμάτων του ακροατή του ραδιοφώνου.
Ακούγεται είτε επίπεδα digital, είτε παραφουσκωμένος αλλά χωρίς ειδικό βάρος (αν τον ακούσεις σε μεγάλο μηχάνημα). Ο δε Toby Hitchcock έχει τις οκτάβες, αλλά από προσωπικότητα όχι και πολλά πράγματα, για το δε ποζάρισμά του, θου Κύριε φυλακή τω στόματί μου. Το Α.Ο.R. είναι μουσική που πρέπει να μπορεί να παρακολουθείται εξίσου καλά με το πώς ακούγεται. Το στυλάκι «το πουκάμισο έξω απ΄το παντελόνι να μη φαίνεται η μπάκα» και το ψευδοfantasy εξώφυλλο που είναι «φιλοτεχνημένο» με πρόγραμμα ζωγραφικής ενός υπολογιστή της σειράς, σημαίνουν μια φτήνεια, δυστυχώς συνώνυμη με τις αγοραστικές ανάγκες τις εποχής, δηλαδή σύντονη με το επίπεδο του μέσου ακροατή. Τουλάχιστον, ο γερο-Πέτερικ που οπτικά έχει εξελιχθεί σε μια χαρισματικά ακομπλεξάριστη εκδοχή Φλωρινιώτη, έχει, τέλος πάντων, «στυλ».

Όταν ο άνθρωπος λέει ότι άκουσε προσεκτικά τα προηγούμενα τέσσερα άλμπουμ και προσπάθησε να συνδυάσει «τα καλύτερα στοιχεία», σημαίνει ότι έριξε στο τηγάνι τα γνωστά κι αλάθητα υλικά: 1/3 “Vital Signs”, 1/3 παλαιοραδιοφωνικό mid-tempo σε στυλ “American Heartbeat” και μπαλάντες που θα ήθελαν να είναι “Evelasting”.
Δεν υπάρχει τίποτε κακό στη φόρμουλα, απλώς όσο πιο παρθένα είναι τα αυτιά, τόσο πιο εύκολα τείνουν να τη θεωρούν «πρωτότυπη», επειδή τους χαϊδεύει τ’ αυτιά.
Τέλος πάντων, για να μην έχουμε στεναχώριες, τα «καλύτερα» είναι “The Tell”,Fearless”, “The Light In Your Eyes το («αγαπημένο του Toby Hitchcock») “Unmasking The Mystery” και το “Freedom of the Night”. Το τελε
υταίο είναι γραμμένο μαζί με τον Hal Butler πρώην κημπορντίστα του μακαρίτη Jimi Jamison και μας κάνει να φανταζόμαστε εύκολα πώς ο αποδημήσας θα το τραγουδούσε ο ίδιος, αν δεν είχε σταματήσει τόσο άδοξα η καρδιά του τελευταία μέρα του Αυγούστου του 2014.
  Στα καλά και θελτικά του άλμπουμ, το πρώτο βίντεο κλιπ, του εναρκτήριου All I See Is You”, όπου κυριαρχεί η παρουσία της sexy μέχρι αιματοκυλίσματος 31χρονης μοντελοπερσόνας April Rose και έτσι, μοιραία, “All we hear is her”.

Η σύνθεση των Pride Of Lions: Jim Peterik: Vocals, Guitar, Keyboards, Toby Hitchcock: Vocals, Ed Breckenfeld – drums, Klem Hayes – bass, Mike Aquino – guitar και Christian Cullen – keyboards.


Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Κυριακή, 12 Μαρτίου 2017

Jack Russell's Great White: “He Saw it Comin'”


Ο Jack Russell, η original φωνή των πολύ καλών blues-hard rockers Great White επιστρέφει στα μουσικά δρώμενα με νέο άλμπουμ. Μετά τα γνωστά νομικά προβλήματα σχετικά με τα δικαιώματα του ονόματος των Great White (το οποίο είχε κουράσει και τελικά το "κράτησαν" και οι δυο πλευρές) ο αρκετά συμπαθής Russell κυκλοφορεί ένα album που θα ικανοποιήσει τους περισσότερους fan των Great White.

Το νέο πόνημα του τιτλοφορείται  "He Saw It Comin'" και σε γενικές γραμμές  θα έλεγα πως θυμίζει λίγο τις ένδοξες μέρες αυτής της μπάντας.
Με την πολύτιμη βοήθεια του παλιού του φίλου Tony Montana και των Robby Lochner και Dicki Fliszar, ο Russell προσπαθεί, και σε αρκετά σημεία το καταφέρνει με επιτυχία, να ‘φέρει’ τον κλασσικό ήχο των Great White.  Η νέα του μπάντα ακούγεται σφιχτοδεμένη, η φωνή του είναι ακόμα δυνατή και τα περισσότερα τραγούδια είναι καλογραμμένα και γενικά στο σύνολο του το "He Saw It Comin'" χαρακτηρίζεται ως επιτυχημένο.
Το εναρκτήριο  "Sign Of The Times" είναι ένα κλασσικό Great White κομμάτι και ίσως το κορυφαίο μέσα από το νέο άλμπουμ!  Στη συνέχεια με το "She Moves Me"  οι Great White του Jack Russell groov-άρουν αρκετά ενώ με την πολύ όμορφη μπαλάντα του  "Love Don't Live Here" τα κλασικά bluesy στοιχεία των παλιών καλών Great White κάνουν την εμφάνιση τους. Ακόμη ένα πολύ ‘γλυκανάλατο’ και συναισθηματικό τραγούδι θα συναντήσουμε με το την ακουστική mid-tempo μπαλάντα  "Anything For You" ενώ με τα "He Saw It Comin'", "Don't Let Me Go" και "Spy Vs Spy"  έχουμε να κάνουμε με τρία πολύ καλά και πιο ‘γκαζιάρικα’ κομμάτια που περιλαμβάνουν δυνατές ενορχηστρώσεις, έξυπνα ρεφραίν και μια πιο ‘φρέσκια’ προσέγγιση.
Δεν είναι κακό, αλλά σίγουρα δεν είναι και κάτι αξιομνημόνευτο. Το “He Saw It Comin’” είναι  απλά ένα καλό άλμπουμ που περιλαμβάνει κάποιες δυνατές στιγμές μέσα, την "ιδιαίτερη" φωνή του Jack Russell που δίνει ένα έξτρα "σπρώξιμο" στο τελικό αποτέλεσμα και λίγη από την μαγεία των κλασσικών Great White.

Βασίλης Χασιρτζόγλου

Δευτέρα, 6 Μαρτίου 2017

Simple Minds: "Acoustic"


Μετά από σχεδόν 40 χρόνια αξιοσημείωτης πορείας στα μουσικά δρώμενα και με πλείστες εναλλαγές (από την post punk και τη synth pop έως την art rock) στο μουσικό μενού τους, οι βετεράνοι πλέον, Σκωτσέζοι Simple Minds, επιδιδόμενοι αέναα στο κυνήγι καλλιτεχνικών επιτεύξεων υψηλού επιπέδου, παρουσιάζουν το δεκατοέβδομο στούντιο άλμπουμ τους, “Acoustic”.

Ο τίτλος αποδίδει εύγλωττα και το περιεχόμενό του.
11 παλιές, σαν το καλό κρασί, αγαπημένες επιτυχίες του συγκροτήματος και μία διασκευή του Long Black Train του Richard Hawley, επιλέχθηκαν καλύπτοντας μουσικά την περίοδο από το πρώτο άλμπουμ (βλ. “Chelsea Girl” από το Life In A Day του 1979) έως το 1991 (βλ. το “See The Light” από το Real Life). Επιπρόσθετα bonus tracks τα “Stand By Love” (από το Real Life του 1991), “Speed Your Love To Me” (από το Sparkle In The Rain του 1984)
και το “Light Travels” (από το Graffiti Soul του 2009).
Οι «ξεδιαλεγμένες» αυτές συνθέσεις αποδίδονται μέσα από τη χρήση ακουστικών οργάνων, κατ’ απομίμηση των τεχνικών που χρησιμοποιούνταν και στο MTV Unplugged.
Οι ηλεκτρικές κιθάρες και τα synths αντικαταστάθηκαν από την ακουστική κιθάρα και το πιάνο και όλες οι τεχνικές που χρησιμοποιούν τα στούντιο αφαιρέθηκαν προκειμένου να βγει καθαρή και ατόφια η κέλτικη ψυχή και να διαπεράσει το μουσικό παρελθόν του συγκροτήματος.
 Οι σκέψεις γύρω από το ενδεχόμενο ενός τέτοιου άλμπουμ έγιναν επ’ αφορμής ενός σπάνιου session των Simple Minds που έλαβε χώρα στο Chris Evans Breakfast Show το 2014 και δέχθηκε τη θερμή υποδοχή του κοινού.
Το εγχείρημα επαναλήφθηκε το 2016 όταν η μπάντα έπαιξε ένα 90λεπτο ακουστικό σετ στο Zermatt Unplugged Festival στις Ελβετικές Άλπεις, επιβεβαιώνοντας τις αρχικές υποψίες και θέτοντας τις βάσεις για το δισκογραφικό πλάνο.
Για την υλοποίηση της ιδέας οι Jim Kerr και ο Charlie Burchill επέστρεψαν στις ρίζες τους, εκεί που ξεκίνησε η ιστορία του συγκροτήματος. Πίσω λοιπόν στο Εδιμβούργο με τις ηχογραφήσεις να πραγματοποιούνται στο Gorbel’s Studio που στεγάζεται στο κτίριο που οι Simple Minds έκαναν την πρώτη live τους εμφάνιση. Για να φτάσουν όμως στο σωστό αποτέλεσμα έπρεπε να εξασφαλιστεί η συμμετοχή των κατάλληλων  προσώπων. Προς τούτο επιστρατεύτηκαν ο βετεράνος μπασίστας των Simple Minds Ged Grimes, η Sarah Brown για τα backing vocals, ο ακουστικός κιθαρίστας Gordy Goudie και η (εξαιρετική νεαρά και με απίστευτη φρεσκάδα) μουσικός κρουστών Cherisse Osei προκειμένου η τελευταία να προσδώσει έναν πιο ήπιο ήχο στις συνθέσεις αντί για τη συνηθισμένη δυνατή ροκιά που βγαίνει από τα ντραμς.
Στη συνέχεια, θα δούμε πώς μετουσιώθηκαν οι προθέσεις του γκρουπ μέσα από τις επιμέρους συνθέσεις του δίσκου.
  

                      
Στο Led Zeppelin προσανατολισμού American από το άλμπουμ του 1981 Sons and Fascination/Sister Feelings Call, τα (ούτως ή άλλως) αμίμητης χροιάς και προσωπικότητας φωνητικά του Jim Kerr δίνουν μια πιο μαλακή εκδοχή. Στη συνέχεια, η ευχάριστη διάθεση που σαφώς χαρακτήριζε όσους συμμετείχαν στην ερμηνεία του “Promised You A Miracle”, μεταδίδεται απόλυτα μέσα από τον funky ρυθμό του και ανάγεται στη μεγάλη έκπληξη του άλμπουμ.
Χωρίς να χάνεται η γοητεία του πρωτότυπου, η country ροκ προσέγγιση, τα «ζεστά» φωνητικά της KT Tunstall και οι κρυστάλλινες κιθαρικές εκτελέσεις του Burchill χαρίζουν απλόχερα μια ξεχωριστή, σπινθηροβόλα εκτέλεση. Η μουσική ωριμότητα που αποκτήθηκε μοιραία και το νοσταλγικό κλίμα που αναγκαστικά διαχέεται μετουσιώνονται με τον καλύτερο τρόπο στο καινοτόμο για την εποχή του και περίπλοκα όμορφο “Glittering Prize” από το άλμπουμ του 1982 “New Gold Dream (81-82-83-84)”, δείχνοντάς μας ότι οι Simple Minds γνωρίζουν καλά την τέχνη τους.
Στα εύκολα προσαρμοζόμενα σε ακουστικό στυλ κομμάτια συγκαταλέγεται το “See the Lights”. Στον στόχο αυτό συμβάλλει καθοριστικά και η φωνή του Kerr που μέσα από το πέρασμα του χρόνου κατέστη πιο ευπροσάρμοστη και «πλούσια» σε εναλλαγές. Στο άλμπουμ όμως επιλέχτηκαν και κάποιες συνθέσεις που εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι είναι δύσκολο να αποδοθούν ακουστικά.
Μια τέτοια σύνθεση είναι το “New Gold Dream, 81, 82, 83, 84”, με άκουσμα που δεν μοιάζει εύκολο να μετουσιωθεί ακουστικά, αλλά χάρη στην ερμηνεία του Kerr και την κιθαρική εκτέλεση του Burchill αποδίδεται τίμια φόρος τιμής στο πρωτότυπο και την ίδια στιγμή αποκτά έναν αυτόνομο μουσικό χαρακτήρα.
Επισκοπώντας το χιτ “Someone, Somewhere in the Summertime” δεν απογοητευόμαστε από την ακουστική απόδοσή του. Διατηρώντας την αρχική ενέργεια και την εσωτερική ομορφιά του, το κομμάτι δείχνει ελαφρώς πιο σκοτεινό, ενώ αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της εξαίρετης δουλειάς του Burchill στην κιθάρα.

Ένα ακόμη «δύσκολο στη μετάφραση» κομμάτι είναι το ιδιαίτερης δυναμικής “Waterfront”. Οι Simple Minds καταφέρνουν όμως να βγουν και εδώ «ασπροπρόσωποι» διατηρώντας το γενικότερο ύφος της αρχικής version και την ίδια στιγμή ρίχνουν τους ρυθμούς, μαλακώνοντας το αρχικό αποτέλεσμα μέσα από μια γκόσπελ προσέγγιση. Σε αυτό συμβάλλει καθοριστικά ο δυνατός κιθαρικός ήχος που λειτουργεί σε αντικατάσταση των ντραμς. Παρόμοια τακτική ακολουθήθηκε και στο “Sanctify Yourself”. Αν και με ύφος που ταιριάζει στις live εμφανίσεις, αυτό δεν εμπόδισε το συγκρότημα από το να ανάγει επιτυχώς τη δυναμική επιδραστικότητά του σε μια άλλη, εσωτερική διάσταση, με τις κιθάρες να παραπέμπουν σε γκλαμ ροκ στιγμές.
Το“Chelsea Girl”από το ντεμπούτο άλμπουμ του 1979 “Life in A Day”, αναδεικνύεται σε άκρως ενδιαφέρον, ενδεχομένως περισσότερο και από την αρχική μορφή του. Ο Burchill καταφεύγει στη χρήση ισπανικής κιθάρας καταλήγοντας σε μια ατμόσφαιρα αντίστοιχη προς εκείνη των παρόμοιου ύφους συνθέσεων του Bowie. Από την άλλη, το “Alive and Kicking” απογυμνωμένο από τα περίτεχνα κόλπα που καταφεύγουν στα στούντιο, δείχνει πιο γήινο παραμένοντας το ίδιο γοητευτικό όπως το γνωρίσαμε.
Η τραγουδίστρια Sarah Brown στα back-up φωνητικά δείχνει απόλυτα ταιριαστή με το όλο εγχείρημα.
 Κι ερχόμαστε στη μεγαλύτερη επιτυχία του συγκροτήματος, το επικό “Don’t you forget about me” από το 1985 και δη από το σάουντρακ εφηβικής αμερικανικής ταινίας (“Breakfast Club”). Υπό το βάρος της μεγάλης δημοτικότητάς του, εδώ έχουμε να κάνουμε με μια αρκούντως συναισθηματική εκδοχή του κομματιού, που ταυτόχρονα μοιάζει να κινείται σαν φάντασμα πάνω από το γκρουπ στοιχειώνοντάς το. Το κλίμα αποδίδεται για άλλη μια φορά με τη μοναδική φωνή του Kerr που ξέρει πότε πρέπει να απογειώσει το κομμάτι και πότε να το κρατήσει σε κατάλληλα χαμηλούς τόνους. Μικρή λεπτομέρεια που κάνει τη διαφορά η σκωτσέτζικη accent του.
 

Οι ακουστικές συνθέσεις ως επιλογή για ένα (ουσιαστικά) best of άλμπουμ μοιάζει παράξενη (και ταυτόχρονα ενδιαφέρουσα), καθώς αφορά σε ένα γκρουπ το οποίο ανέκαθεν χαρακτήριζαν τα θορυβώδη ντραμς, οι ηλεκτρικές κιθάρες και τα synths. Οπότε εύλογα και αυτονόητα δράττουμε της ευκαιρίας για να ακροαστούμε με τις καλύτερες των προθέσεων αυτό που θέλησαν να καταθέσουν οι Simple Minds, ένα συγκρότημα από εκείνα τα παλιά, τα «τίμια» που είχαν πάντα να επιδείξουν ουσιαστικές, χαμηλών τόνων και to the point δουλειές.

To “Acoustic” αν και δεν βρίθει πρωτοτυπίας, εμπεριέχει σημαντικά γνώριμα κομμάτια υπό μια διαφορετική, λιτή οπτική γωνία αφήνοντας να ξεσπάσει μια εσωτερική, ώριμη δύναμη, κατευθείαν από την καρδιά του συγκροτήματος, χωρίς όμως να αλλοιώσει την ουσία τους όπως αποτυπώθηκε στα αντίστοιχα άλμπουμ. Το μόνο σίγουρο είναι ότι με το άκουσμά τους τα ξαναθυμηθήκαμε και τα ερωτευτήκαμε πάλι από την αρχή βουτώντας σε μουσικές αναμνήσεις μακρινές αλλά όχι ξεχασμένες.
Τελικά αυτός ήταν ο στόχος και από ό,τι φαίνεται πέτυχε. Όπως ανέφερε και ο Jim Kerr σε σχετική με το άλμπουμ συνέντευξη: «Τα τραγούδια μας σημαίνουν πολλά για το κοινό μας, γι’ αυτό και έπρεπε να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί. Δεν ήταν απλά μια περίπτωση του να δώσουμε κάποια ακουστικά riffs.
Έπρεπε να σεβαστούμε τα τραγούδια και να κρατήσουμε τα στοιχεία εκείνα που τα έκαναν να ξεχωρίσουν εξαρχής. Θελήσαμε να δημιουργήσουμε ένα ευχάριστο άλμπουμ με τον χαρακτήρα που διακρίνει τους Simple
Minds, όχι ένα παραδοσιακά ακουστικό άλμπουμ, περισσότερο κάτι που ο κόσμος θα αρέσκεται να ακούει στις καλές στιγμές του. Αυτή η εμπειρία μας οδήγησε στην κατεύθυνση που θα θέλαμε να δώσουμε και στα νέα κομμάτια μας που θα ηχογραφήσουμε σύντομα». Εν αναμονή λοιπόν της νέας τους δουλειάς έχουμε στη διάθεσή μας ένα υπέροχο άλμπουμ που θα μας κρατήσει σίγουρα καλή συντροφιά.

Μαρία Γεωργιάδου

Τετάρτη, 1 Μαρτίου 2017

Cornerstone: "Reflections"



Το γένος του μελωδικού rock/A.O.R εμπλουτίσθηκε εδώ και ένα μήνα περίπου από έναν ακόμη δίσκο: με τους τους αυστριακούς Cornerstone που με τον εξαιρετικό τρίτο δίσκο τους "Reflections", κατέλαβαν επάξια θέση στο στερέωμα των μελωδικών δημιουργών!
Γνωστή η Αυστρία για την μουσική κληρονομιά στην κλασική δημιουργία με σπουδαίους  και ιδιαίτερους συνθέτες. Μουσικό εξαγώγιμο προϊόν επίσης και ο εκλιπών σε τροχαίο δυστύχημα καλλιτέχνης Φάλκο (Falco, πραγματικό όνομα: Johann "Hans" Hölzel, 19 Φεβρουαρίου 1957 - 6 Φεβρουαρίου 1998) που ήταν Αυστριακός τραγουδιστής της ποπ με την  μεγάλη εμπορική επιτυχία  "Rock Me Amadeus"  (εμπνευσμένο από τη βραβευμένη με Όσκαρ ταινία Amadeus) από το άλμπουμ του Falco 3 που έγινε κορυφαία διεθνής επιτυχία το 1986 ενώ ο μακαρίτης ήταν μπασίστας σε ένα χαρντ ροκ συγκρότημα της χώρας , τους Drahdiwaberl.
Οι Cornerstone λοιπόν από την Αυστρία και όχι αυτοί που έγιναν γνωστοί λόγω του Doogie White, επιστρέφουν με νέο δίσκο, το "Reflections"  και καινούργια τραγουδίστρια στην μπάντα, την εξαιρετική ερμηνεύτρια  Alina Peter. Προσωπική ευαρέσκεια υπάρχει για την στροφή της μπάντας από τα εδάφη του  west coast,pop/rock (τα οποία τιμούμε) στο αγαπημένο ύφος του  AOR.
 Εάν συνυπολογίσουμε,  τις συνθέσεις, τους ικανότατους μουσικούς και την εξαιρετική τραγουδίστρια έχουμε την τέλεια συνταγή: AOR, μελωδικό  hard rock, η κλασική παραγγελία στα '80ς!
Οι μουσικοί δημιουργούν εξαιρετικά ακούσματα μουσικότητας, με ταιριαστές  δοσολογίες σε πλήκτρα, καθώς οι "πλούσιες" συνθέσεις και η φωνή της πολυτάλαντης Alina Peter καθηλώνουν τον ακροατή. Ευκολομνημόνευτα χορωδιακά φωνητικά και πιασάρικες ενορχηστρώσεις που εντυπωσιάζουν και  με το εναρκτήριο "Nothing To Lose" να απογειώνεσαι  τόσο από την ατμοσφαιρική εισαγωγή αλλά και από το ευάφανταστο κιθαριστικό ριφ (προσωπικά αγαπημένο από την πρώτη ακρόαση).
Ακολουθεί το "Last Night" με εξαίρετες κιθάρες  και την πανέμορφη παρουσία του σαξόφωνου, ένα  τέλειο  FM radio κομμάτι, που μου ξυπνά μνήμες με ανάλογα άσματα που έπαιζα σε πειρατικό ραδιοφωνικό σταθμό πριν από πολλά χρόνια  ενώ στο "True Confessions" η κιθάρα κελαηδά κυριολεκτικά συνοδεύομενο με ένα  εκπληκτικό σολάρισμα  και αν αυτή η σύνθεση  δεν σας θυμίζει τη υπερμπάντα των Reo Speedwagon, προφανώς διαβάζετε λάθος ιστοσελίδα.
Στο ίδιο ύφος και τα υπόλοιπα τραγούδια του άλμπουμ. Έχουμε στη συνέχεια το μεγαλόπρεπο στην εισαγωγή του "Believe In Me", ένα ακόμη ένα ξεσηκωτικό ροκάδικο κομμάτι. Κλασικός  '80'ς ήχος όπως  και το "Once"  που είναι ιδανικό για να κλείσει ο δίσκος και να σε αφήσει να παρακαλέσεις για συνέχεια! Κομματάρα με τα όλα της!
 Να σημειώσουμε και την παρουσία του ικανότατου ερμηνευτή και μουσικού  Harry Hess (Harem Scarem), που συνέβαλε τα μέγιστα στην κυκλοφορία αυτή με την παρουσία του στην παραγωγή.
Σίγουρα με το εξαιρετικό τραγούδι  "Believe In Me" οι Cornerstone δεν έγιναν η σούπερμπάντα αλλά σίγουρα έχουν τις δυνατότητες για μελλοντικές εξαιρετικές κυκλοφορίες.
Οι Cornerstone είναι ένα σχήμα αξιοπρόσεκτο και είμαστε έτοιμοι να τους ξανακούσουμε…

Νότης Γκιλλανίδης

Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2017

AC/DC: "For Those About to Rock (We Salute You)"




Πώς μπορεί μια ομάδα μουσικά απροσάρμοστων να ανταποκριθεί σε μια σαρωτική, παγκόσμιας εμβέλειας επιτυχία, που τους ήρθε απρόσμενα και μάλιστα την επαύριο μιας μεγάλης απώλειας;



Μια επιτυχία που ανομολόγητα ονειρεύονταν μια ζωή, αλλά που μέσα σε λίγους μήνες έφτασε εκείνη να τους υπαγορεύει καταπιεστικά τί «πρέπει» να κάνουν και «πώς»; Είναι η ιστορία ενός από τους πιο διάσημους follow-up δίσκους στην νεώτερη περίοδο των ροκ ν΄ρολ χρονικών.
Το καλοκαίρι του ’81 το “Back In Black” ήταν ήδη πολυπλατινένιο κι είχε τοποθετήσει και επίσημα τους AC/DC στην πρώτη γραμμή των ονομάτων που μπορούσαν να παίξουν ευπώλητο ροκ ν΄ ρολ. Ήταν ένας θρίαμβος
απροσδόκητος, ιδίως μετά την τραγωδία του θανάτου του Bon Scott, ενάμισυ περίπου χρόνο πριν. Ήταν τέτοια η εμπορική δυναμική του σχήματος, που η βιομηχανία έσπευσε να βυθίσει τα δόντια της στο ψαχνό. Ήδη από το Δεκέμβριο του ’80, ένα κανονικό φιλμ, το Let There Be Rock”, με live υλικό και συνεντεύξεις από την γαλλική περιοδεία του “Highway To Hell” είχε βγει στις γαλλικές αίθουσες.
Ο Bon Scott, ζωντανός και διονυσιακός όσο ποτέ, έκοψε, ακόμη και μετά θάνατον, κοντά στο ένα εκατομμύριο εισιτήρια, μόνο στο Παρίσι. Η Atlantic Records βρέθηκε με χρυσάφι στα χέρια της και δε θα σταματούσε το σκάψιμο, μέχρι διαπιστώσει ότι η κοιτίδα είχε στερέψει.
Ακριβώς εκείνη την εποχή, Πρόεδρος στη δισκογραφική είχε αναλάβει ο σκληρόπετσος Doug Morris. Μια από τις πρώτες του αποφάσεις ήταν να δώσει το πράσινο φως για την επανακυκλοφορία ενός δίσκου από τον κατάλογο αυτού του «λερού σχήματος από την Αυστραλία», για να σκουπίσει η Atlantic την μπάνκα, όσο πιο στεγνά και γρήγορα μπορούσε.
Το “Dirty Deeds Done Dirt Cheap”, το λιγώτερο γνωστό από τα έξι στούντιο άλμπουμ των AC/DC μέχρι τότε, ήδη πέντε χρόνια παλιό, όχι μόνο ξαναβγήκε στην αγορά πάνω που το Back In Black” βρισκόταν στην κορυφή, αλλά στην Αμερική έφθασε στο No 3, μια θέση πιο ψηλά απ΄το ‘Back In Black”, πουλώντας από κεκτημένη ταχύτητα 2 εκατομμύρια αντίτυπα, την ώρα που το άλμπουμ με το ολόμαυρο εξώφυλλο έφτανε τα 10. Ο Phil Carson, διευθυντής της Atlantic σε όλες τις αγορές εκτός Αμερικής, διαφώνησε κάθετα, αλλά δεν ήταν στο χέρι του. «Δεν ήταν μόνο μια από τις πιο άπληστες, αλλά και μια από τις πιο άστοχες επιχειρηματικές ενέργειες που έχουν γίνει ποτέ. Πάνω που άρχισε να συνηθίζει και να επιβραβεύει ο κόσμος τον καινούριο τραγουδιστή, τους θυμίζαμε τον Bon Scott. Την ίδια στιγμή, καιγόταν η δυναμική που θα είχε το επερχόμενο άλμπουμ. Έπρεπε την προσδοκία του κοινού για το καινούριο προϊόν να τη διαχειριστούμε εντελώς διαφορετικά».
Δεν θα πρέπει καθόλου να ξενίζει καθόλου η τοποθέτηση. Η μπάντα που αφίχθηκε στα Pαthé-Marconi Studios του Παρισιού στα τέλη Μαίου του ’81 ήταν ένα καυτό «προϊόν», κάτι ανάλογο με τα ξυραφάκια Wilkinson και την κολώνια Denim, που τότε έκαναν θραύση. Είχε στο πλευρό της την διάσημη ομάδα μάνατζερ των Leber / Krebs, που χειρίζονταν τότε τις τύχες των Aerosmith και του Ted Nugent, την κορυφαία δισκογραφική του πλανήτη με το όνομα Atlantic Records και κυρίως τον υπ’ αριθ. 1 παραγωγό της αγοράς, τον Robert “Mutt” Lange, τον 33χρονο Νοτιοαφρικάνο που μετέτρεψε το γράσσο και τα βολτ ενός σχήματος που ερχόταν από τα αζήτητα των ροκ εφεδρειών σε ήχο που θύμιζε ραδιοφωνικό πιστόλι ακριβείας, φτιαγμένο για ολυμπιακές επιδόσεις. Ήταν τέτοια η αυτοπεποίθηση της ομάδας που εκπροσωπούσε τους AC/DC, ώστε η πρόταση να αμειφθούν με 1 εκατομμύριο δολλάρια για ν’ ανοίξουν την αμερικάνικη περιοδεία των Rolling Stones που ετοιμάζονταν να επιστρέψουν με το “Tattoo You”, απορρίφθηκε για να δοθεί η δέουσα σημασία στην ηχογράφηση του άλμπουμ που θα διαδεχόταν το “Back In Black”. Τί θα μπορούσε να πάει στραβά;



Έχοντας επιστρέψει από το πρώτο ευρύχωρο διάλειμμα της καρριέρας τους – πέντε περίπου μήνες – τα πέντε μέλη δεν ήταν οι ίδιοι άνθρωποι που ένα χρόνο πριν περπάτησαν στην κόψη του ξυραφιού για να ξεπεράσουν την απώλεια του Bon Scott. Ο Angus είχε παντρευτεί κι αποτραβηχτεί για μερικούς μήνες στην Ολλανδία. Ο Malcolm και ο Phil Rudd είχαν αντίστοιχα υποδυθεί μετά από καιρό τον ξεχασμένο ρόλο του οικογενειάρχη σε Λονδίνο και Σύδνεϋ αντίστοιχα.
Ο
Cliff Williams είχε μόλις αγοράσει μια εξωτική έπαυλη στη Χαβάη. Εκεί είχε μείνει μαζί του και ο Brian Johnson, μέχρι τουλάχιστον να ολοκληρωθεί η αγορά του δικού του πολυτελούς σπιτιού στη Φλόριντα. Όταν μαζεύτηκαν για να ξεκινήσουν τις πρόβες πάνω στο νέο υλικό σε μια αποθήκη της Μονμάρτρης στα περίχωρα του Παρισιού, κανείς τους δεν πετούσε από τη χαρά του για την επιστροφή «στη δουλειά». Παρ’ όλα αυτά, 10 καινούρια τραγούδια ήταν σχεδόν έτοιμα.
Παρά την εμπειρία δύο δίσκων ήδη μαζί του, κανείς δεν υπολόγιζε όσο έπρεπε το υπεραπαιτητικό modus operandi του Lange, ενός ανθρώπου που ήταν φανερό ότι δεν εμπιστευόταν το «μια κι έξω» καμιάς ηχογράφησης. Οι μέρες των ‘70s όπου η μπάντα έπαιζε live στο στούντιο δύο – τρεις φορές το κάθε κομμάτι, πειράζονταν μόνο τα χοντρά λάθη και μιξάρονταν τα καλύτερα στιγμιότυπα από τις πομπίνες ανήκαν στο  παρελθόν. Ο Lange, μετά την παγκόσμια επιτυχία του “Back In Black” ήταν αποφασισμένος να φτιάξει έναν ήχο που να νικήσει το χρόνο τελειωτικά. Ξεκίνησε προσπαθώντας να βρει τον καλύτερο ήχο στα τύμπανα, ώστε να πετύχει την ιδανική βάση για τα ηλεκτροφόρα κύματα που οι υπόλοιποι θα ξεδίπλωναν από πάνω. Μετά από τρεις εβδομάδες και αφού άλλαξε δύο στούντιο, αποφάσισε ότι κανένα αποτέλεσμα δεν τον ικανοποιούσε, παραγγέλλοντας να μεταφερθεί το φορητό στούντιο πίσω στις υγρές κι ανήλιαγες αποθήκες της Μονμάρτρης. Το πράγμα άρχισε να στραβώνει.
Η σχολαστικότητα του Lange, η επιμονή του σε απανωτές εκτελέσεις φράσεων, γυρισμάτων, σόλο και φωνητικών σε τραγούδια γραμμένα ήδη κάτι μήνες πριν και το χρονοβόρο φτιασίδωμα από τον ίδιο των ηχητικών τους λεπτομερειών άρχισε να τη βιδώνει ειδικά στον Malcolm, που ήταν ανέκαθεν ο ιθύνων νους του συγκροτήματος. Τζάμαραν επί ώρες περιμένοντάς τον να τους παρουσιάσει ένα μικρό τμήμα κάθε φορά από το «επεξεργασμένο» υλικό.
«Λοιπόν, τί λέτε γι΄αυτό;»
τους έλεγε. Στα αυτιά των αδελφών
Young, δύο πρώην σχολικών απόβλητων με τον ήχο του Chuck Berry καρφωμένο για πάντα ανάμεσα στους κροτάφους τους, τέτοια ερώτηση ήταν σκέτο ανέκδοτο. Τα demo και η «επεξεργασία» τους έμοιαζαν όλα ίδια. Η γκρίνια πήγαινε από το κακό στο χειρότερο.
«Τί στο διάολο τον πληρώνουμε τόσα λεφτά; Αυτό μπορούμε να το κάνουμε και μόνοι μας», γρύλιζε ο Malcolm. Και οι άλλοι όμως δεν πήγαιναν πίσω.
Εν μέσω ηχογραφήσεων, τον Αύγουστο του ’81, η μπάντα εμφανίστηκε ως headliner στο Φεστιβάλ του Donington, σε ένα line-up από τα πιο «παραδοσιακά»:
More, Blackfoot, Slade και special guests οι Whitesnake. Ανόρεχτοι και χωρίς ικανές ώρες πρόβας, οι AC/DC εμφανίστηκαν κακόφωνοι και παρωχημένοι.


Αν και δεν χρειάζονταν μεγάλη προσπάθεια για να τέρψουν, η εμφάνιση ήταν μέτρια και το ήξεραν. Την πλήρωσε ο Peter Mench, δεξί χέρι των Leber/Krebs. Ήταν o άνθρωπος που από το ’79 χειριζόταν το οικονομικό σκέλος της επιχείρησης –όλες οι τρέχουσες ανάγκες σε ρευστό περνούσαν από τα χέρια του- αυτός που μέχρι τότε συντόνιζε μπάντα, παραγωγό και εταιρία. Μόνο που τους τελευταίους μήνες ο Mench είχε ρίξει τα δίχτυα του σ’ ένα νέο αγγλικό συγκρότημα που πίστευε ότι μπορεί να οδηγήσει σε «μεγάλα πράγματα» στην Αμερική. Τους έλεγαν Def Leppard.
Ο Malcolm σπαζόταν όλο και πιο συχνά γιατί το ότι εκείνο το «συγκροτηματάκι» δεν επέτρεπε στον Mench να είναι συνεχώς δίπλα στην μπάντα. Τα αδέλφια Young τα ενοχλούσε η υποψία ότι ο Mench πρόσεχε πια μια «δική του» μπίζνα, κι ένιωθαν ανασφαλείς και ξεκρέμαστοι. Η πλήξη από την αργή, υπεραναλυτική προσέγγιση του Lange και οι τελευταίες εμφανίσεις του Mench στο Παρίσι, όπου ως «τοποτηρητής» της Atlantic διαμαρτυρόταν για την αργοπορία των ηχογραφήσεων («…Κι άλλα λεφτά, τί στο διάολο τα θέλετε και δεν τελειώνετε με δαύτο;»), έφερε τους αδελφούς Young στα όρια της παράκρουσης. Για πρώτη φορά στη ζωή τους, άλλοι κανόνιζαν για το πώς, για το πότε και για το πόσα και έδειχνε να έχουν και το πάνω χέρι στο να επιβάλλουν όρια, προθεσμίες και κατευθύνσεις. Η πίεση για να πουλήσει «το ίδιο» το επόμενο lp ερχόταν απ΄όλες τις κατευθύνσεις φανερή. Είχαν ακούσει τον Lange μια φορά, στο “Highway To Hell”. Και μια δεύτερη, όταν βρίσκονταν μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, για το Black In Black”. Όμως τώρα; «Στο τέλος κανείς μας δεν μπορούσε να πει αν το καινούριο υλικό ακουγόταν καλό ή όχι ή σε τί ήθελε βελτίωση. Είχε χαθεί κάθε αίσθηση. Είχαμε αηδιάσει με το άλμπουμ πριν καν το κυκλοφορήσουμε».
Μπορεί να είχαν δίκιο, αλλά στα αυτιά εκατομμυρίων ακροατών τέτοια παράπονα έμοιαζαν άτοπα. O Lange πήρε τον ήχο του πιο κοφτερού barroom boogie σχήματος της εποχής και το ανέβασε κλάση.
Το άλμπουμ δεν έχει το «με το μαχαίρι στα δόντια» νεύρο του
Back In Black”, όμως είναι ό,τι πιο κρυστάλλινο και ευρύ έχει ηχογραφηθεί υπό το σήμα των AC/DC.
Τα ριφ είναι λεπτομερή, τα
power chords γεμίζουν από μόνα τους το ίδιο καλά ένα στάδιο κι ένα living room, τα σόλο του Angus ξεσπάνε ακριβώς στο σημείο που ο ακροατής έχει κρατήσει την ανάσα του, ενώ τελειώνουν με μια λελογισμένη οικονομία, πάνω που ζητάει «κι άλλο». Τα δεύτερα “gang” vocals υπογραμμίζουν τα ρεφραίν, δίνοντας την αίσθηση ότι βρίσκεσαι εν μέσω μεθυσμένης παρέας σε συναυλία, ο Brian Johnson είναι πια ένα αναγνωρίσιμα κακόφωνο ξωτικό, που ακούγεται άλλοτε κακόβουλο, άλλοτε περιπαικτικό. Τα τύμπανα του Phil Rudd μια ρωμαλέα ρυθμική μηχανή χωρίς φιοριτούρες, με κάθε σκάσιμο απ’ τα πιατίνια πεντακάθαρο, οδηγούν το groove απ’ άκρη σ’ άκρη, λοκαρισμένα με το ευδιάκριτο, στρογγυλεμένο μπάσο του Williams.
Λόγω της λεπτομερούς δουλειάς του Lange, οι ανεξίτηλες στιγμές πληθαίνουν με το άκουσμα: Το εφέ στο ξεκίνημα του σόλο του Inject The Venom”, λες και εξοστρακίζεται σφαίρα δίπλα στ’ αυτί σου. Οι γιγαντιαίες πρώτες συγχορδίες του δυσοίωνου όσο και εθιστικού “Evil Walks”, το Stones-ικής ελλειπτικότητας ριφ του “C.O.D.”, που εξελίσσεται σε μια cruising ροκιά με απειλητικό ρεφραίν.
Το αλύχτημα του Johnson στη mid-tempo αλητεία του “Breaking The Rules”, το evil boogie του “Night Of The Long Knives” μια παγίδα ανάμεσα σε άβολο στίχο (“Wheres that savior, wheres that light when youre praying for your life?”) και απατηλά μελωδικό ρεφραίν.
Το σκοτεινό και παγερό “Spellbound με το σύρσιμο των δακτύλων του Angus στην ταστιέρα να δημιουργεί ρίγη ("I can't do nothin' right - ...I can't even start a fight"). Το άλμπουμ ακούγεται ολόκληρο γιατί έχει κρυμμένες κορυφώσεις ακόμη και σε ρόκερ της σειράς όπως το “Snowballed”, το σάτυρο –στη φλέβα του Bon Scott-“Let’s Get It Up” ή το εμμονικό “Put The Finger On You”.
Όμως τίποτε από τα παραπάνω δεν θα ήταν αρκετό αν το άλμπουμ αυτό δεν άνοιγε με ένα από τα πλέον υποβλητικά κομμάτια στο σκληρό ροκ ν΄ρολ, με το ομώνυμο.
Εκεί, η μαεστρία του
Lange και η ατόφια ροκ αισθητική των αδελφών Young συναντώνται σε ένα μνημειώδες αποτέλεσμα. Ένας ύμνος που ακούγεται σα να ξεπήδησε από μια fantasy πτυχή του χρόνου, από εποχή βάρβαρων υπερηρώων, ένα κάλεσμα φτιαγμένο για τα πέρατα των ακροατηρίων απ’ άκρη σ’ άκρη της γης. Για όποιον στο παρελθόν έχει εθελούσια αποθέσει την ψυχή του στη δόνηση του ροκ ν΄ρολ και για όποιον στο μέλλον προτίθεται να το κάνει.
Ένα κομμάτι που είναι ταυτόχρονα μουσική
calling card, οικόσημο φυλής, επιτύμβια επιγραφή σε πεσόντες μεγάλης ιδέας, σύμβολο πίστης και καλοζυγισμένη δόση αδρεναλίνης για όσους χρειάζονται τον ήχο του ροκ ν΄ρολ για ν’ ανασάνουν, όλα φιλτραρισμένα σε 5 λεπτά και 44 δεύτερα, που αποδεικνύονται ικανά να τραντάξουν κάθε μικρομόριο οξυγόνου, όπου κι αν το κομμάτι παιχτεί ή ακουστεί. Με μια δομή εντελώς ασυνήθιστη για την μέχρι τότε δισκογραφία των AC/DC, ξεκινά σαν ένα τοπίο από μικρές ηλεκτρικές εκκενώσεις, σαν προειδοποίηση εισόδου σε ναρκοθετημένη ζώνη με το πρώτο φως της μέρας. Όταν τα ντραμς του Rudd σπάνε τη σιωπή τους (άξιζε η επιμονή του Lange, ποτέ τόσο απλά ντραμς δεν ακούγονται τόσο εμφατικά), χύνεται η φωνή του μεταλλαγμένου Πάνα που λέγεται Brian Johnson κι ανακοινώνει:
We roll tonight, to the guitar bite". Είναι η φωνή του τελάλη της αγέλης του ροκ ν΄ρολ που έρχεται στην πόλη, σαν ασκέρι παρανόμων του West, έτοιμοι να ανατινάξουν τα αισθητήρια με το απόθεμά τους.

“We’re just a battery for hire with a guitar fire, ready and aimed at you – Pick up your balls and load up your cannon for the 21 gun salute”.

“For Those About To Rock …. Fire ! We Salute You !”.
Οι κανονιοβολισμοί ανοίγουν το δρόμο για την τελική επέλαση του τελευταίου ενάμισυ λεπτού, όπου όλο το συγκρότημα ανεβάζει ταχύτητα, με τον
Angus να σολάρει ασταμάτητα, τον Johnson ουρλιάζει και να παραγγέλει «Πυρ!», καθώς η ρυθμική βάση των Malcolm, Williams και Rudd οδηγεί προς έναν κόλαφο ήχου. Όποιος κι αν ήταν ο στόχος, ακούγεται να καταρρέει σ’ έναν πάταγο παραμόρφωσης, ενώ τα κανόνια συνεχίζουν εκπυρσοκροτούν. 21 μετρημένες φορές.


Η Atlantic βιάστηκε να βγάλει το άλμπουμ σε παγκόσμια διανομή πριν τα Χριστούγεννα. Τελικά κυκλοφόρησε στις 23 Νοεμβρίου του 1981 και στις 26 Δεκεμβρίου είχε φθάσει στο Νο 1 των άλμπουμ του Billboard, ενώ στη Βρετανία έφθασε μέχρι το Νο 3, πίσω από το “Queen’s Greatest Hits” και το “Dare” Human League. Μετά από την κορυφή των charts της Βρετανίας, την οποία είχε πατήσει λίγους μήνες νωρίτερα το κακόφωνο τρίο των underdogs με το όνομα Motorhead, είχε έρθει πια και η σειρά της Αμερικής. Το ιδίωμα που τη μακρινή εκείνη εποχή προκαλούσε ανακλαστικά τρόμου και απέχθειας στο άκουσμα του ονόματός του, το heavy metal (παρ΄ότι και τα δύο συγκροτήματα απέρριπταν διαχρονικά αυτή την κατηγοριοποίηση) είχε έρθει για να μείνει.
Στο χρυσό
gatefold εξώφυλλο, δέσποζε –εκτός από το ελαφρώς ανάγλυφο logo- ένα μονολιθικό σύμβολο, ένα κανόνι του 18ου αιώνα, κι αυτό ανάγλυφο πάνω στους ξύλινους τροχούς του, με τον ακροατή να κινδυνεύει να αντιμετωπίσει την κάννη του σχεδόν κατάμουτρα. Ούτε φωτογραφίες, ούτε άλλες πληροφορίες υπήρχαν, πλην του τίτλου. For Those About To Rock (We Salute You)”.
H περιοδεία στη Βόρεια Αμερική ξεκίνησε τον Νοέμβριο του ’81 και τελείωσε την Άνοιξη του ’82. Στη σκηνή, ένα τείχος από Marshall εξαπέλυε 100.000 watts για να υποστηρίξει τη μεγαλύτερη bar band που είχε δει μέχρι τότε (και έκτοτε) ο κόσμος.
Το show ξεκινούσε με το χτύπημα μιας γιγάντιας Hell’s Bell και ολοκληρωνόταν με μια σειρά από ακριβείς ρέπλικες των κανονιών του εξωφύλλου να ανυψώνονται και να εκπυρσοκροτούν σε προγραμματισμένα χρονικά σημεία του encore. Οι ουρές από τις πιο ακριβές γκρούπις – που μέχρι τότε ανήκαν μόνο στην ακολουθία των Stones και των Zeppelin- ήταν πλέον έξω από τα καμαρίνια των AC/DC. «Μην τσιμπάτε, δεν είναι για μας, είναι για το road crew. Εμείς είμαστε όλοι παντρεμένοι», έκλεινε το μάτι ο Brian Johnson χαρίζοντας στους δημοσιογράφους ένα αυτοφυές χωρατό Newcastle Upon Tyne.
Και η αντίδρασή του ήταν χαρακτηριστική.
Mετά την εργώδη ηχογράφηση του For Those About To Rock”, οι AC/DC είχαν χαράξει άλλη πορεία. Έδιωξαν τον παραγωγό, τα έσπασαν με το μάνατζμεντ, επέλεξαν έκτοτε τις απτές, «σπιτικές» ηχογραφήσεις χωρίς λούστρο. Γρήγορα θα μετατρέπονταν σε μια κλειστή, σχεδόν εσωστρεφή μονάδα. Ό,τι συνέβαινε στις τάξεις τους ανακοινωνόταν μόνον την τελευταία στιγμή, ενώ τα αδέλφια Young ήταν κοινό μυστικό ότι βρίσκονταν πίσω από κάθε μικρή ή μεγαλύτερη απόφαση για την πορεία της μπάντας τους, για καλό ή για κακό.


Το For Those About to Rockπούλησε «μόνον» 4 εκατομμύρια αντίτυπα στις Η.Π.Α. (και πάνω από 7 μέχρι σήμερα παγκοσμίως), οπότε συγκριτικά με το μαμούθ στα βήματα του οποίου κλήθηκε να περπατήσει (πάνω από 50 εκατομμύρια του “Back In Black”), θεωρήθηκε «αποτυχία». 
Το ομώνυμο κομμάτι δεν βγήκε ποτέ από το ζωντανό σετ του συγκροτήματος, όσο κι αν η στούντιο εκτέλεσή του είναι ένα ηχογράφημα μοναδικό, δύσκολο στην live αναπαραγωγή. Κάθε φορά που ξεκινά η εισαγωγή και κάθε φορά που τα κανόνια ηχούν, οι ορδές των αφισονάδος υψώνουν ποτήρια μπύρας προς τιμήν όλων. Των παικτών, των ακροατών, των πεσόντων, του μέλλοντός τους. Όχι κι άσχημα για ένα «αποτυχημένο» άλμπουμ. 

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...