Πέμπτη, 9 Ιανουαρίου 2020

Autumn's Child: "Autumn's Child"


Oι φίλοι του σκανδιναβικού melodic hard rock, μπορούν να απολαύσουν ακόμη μία σοβαρή κυκλοφορία, με την υπογραφή για μία ακόμη φορά, του ακούραστου Mikael Erlandsson που μαζί με το νέο του, σχήμα τους Autumn's Child δίνουν το δικό τους μελωδικό στίγμα.


Όσοι έχετε λιώσει ακούγωντας, μπάντες όπως οι Last Autumn's Dream στη οποία συμμετείχε ο Μ.Εrlandsson και έχει κυκλοφορήσει 14 (!!!) στούντιο άλμπουμ δεν πρόκειται να εκπλαγείτε αλλά απλά θα ευχαριστηθείτε γλυκές και δυνατές μελωδίες, παιγμένες σε γρήγορο τέμπο, με αριστοτεχνικά κιθαριστικά σόλα και όμορφες ερμηνείες.
Ειδικά η κιθαριστική συμβολή του πολύπειρου πλέον  Andy Malecek  (Fair Warning) είναι πολύτιμη και καθοριστική για το εξαιρετικό τελικό αποτέλεσμα.
Τραγούδια όπως τα "Glory", το εκπληκτικό "Rubicon Sign", το διασκεδαστικό "Face The Music", η πανέμορφη μπαλάντα "Sayonara Eyes" που θυμίζει Rainbow εποχής Dio και το "Northern Light" με το χορωδιακό ρεφρέν δημιουργούν ένα μικρό μελωδικό παράδεισο.
Συνοπτικά έχουμε να κάνουμε μ' ένα άλμπουμ που δεν πρόκειται να εντυπωσιάσει αλλά ούτε πρόκειται να το προσπεράσετε  με δύο-τρία play στο cd player.
Μπορεί η παρέα του Mikael Erlandsson, οι Autumn's Child να έχουν παίξει χιλιοακουσμένα πράματα αλλά είναι σαν την σοκολάτα.
Eκεί που την βαριέσαι πάντα υπάρχει ένα ακόμη κομματάκι που θέλεις να συμπληρώσεις το μικρό κενό που έχει μείνει στο στομάχι σου
 
Φώτης Μελέτης

Το άπιαστο... όνειρο των Refugee

Οι Καναδοί Refugee δεν έκαναν ποτέ την μεγάλη καριέρα και την μεγάλη επιτυχία όμως κατάφεραν να γράψουν δύο υπέροχους melodic rock δίσκους στα μέσα της δεκαετίας του ‘80.
H μπάντα αποτελείτο από τον τραγουδιστή, συνθέτη και παραγωγό Myles Hunter(πρώην Avalon) και είχε συνοδοιπόρους τον κημπορντήστα Howard Helm(πρώην Zon), τον ντράμερ Brian Doerner ( πρώην Helix) ενώ το πάζλ συμπληρώθηκε με τον κιθαρίστα Rob Kennedy και τον μπασίστα Martyn Jones.
Το ντεμπούτο τους κυκλοφόρησε το 1985 από την Chrysalis Records και έφερε τον τίτλο “Affairs in Babylon” και είχε αρκετό παρασκήνιο αφού πρωτοκυκλοφόρησε το 1984 με τον ίδιο τίτλο όταν το γκρουπ ονομαζόταν Michael Fury αλλά δεν πήγε καλά εμπορικά.
Έτσι λοιπόν με νέα ονομασία REFUGEE οι Καναδοί ρόκερ στην ουσία επανακυκλοφορούν το “Affairs in Babylon” την επόμενη χρονιά με νέο remix και νέες συνθέσεις καθώς και μερικές μικροαλλαγές στις ενορχηστρώσεις. Καταπληκτικές σχεδόν όλες οι συνθέσεις του δίσκου όπου οι οπαδοί του melodic hard rock απολαμβάνουν μία σειρά από θαυμάσιες ερμηνείες και εμπνευσμένες αρμονικές μελωδίες.
Τραγούδια όπως τα “Hot Words”, “Dream of Anastasia” (εκπληκτικό άσμα), “No Survivors/ No Way Out” , “Body to Body” και το “Exiles in the Dark”(γυρίστηκε και σε video clip) είναι μοναδικά και υπέροχα με αποτέλεσμα η μπάντα να γίνει αρκετά γνωστή τόσο στη χώρα τους αλλά και στην Αμερική λόγω της τουρνέ που κατάφεραν να κάνουν.
Μάλιστα η χάρη τους έφτασε μέχρι την Ζιμπάμπουε όπου έπαιξαν μερικά live καλεσμένοι της τότε κυβέρνησης όπου συνέβησαν αρκετά ευτράπελα με την μπάντα να ζει όντως την απόλυτη περιπέτεια που αποτυπώθηκε με χαρακτηριστικό τρόπο στο τραγούδι τους “Lion in the Cage” που υπάρχει στο δεύτερο τους άλμπουμ. Να επισημάνουμε ότι το “Affairs in Babylon” επανακυκλοφόρησε το 2005 (από την MTM Records) με επιπλέον πέντε κομμάτια από τα οποία τα τρία είναι live ηχογραφήσεις και περιλαμβάνει ένα σόλο πιάνο/τύμπανα και τη διασκευή στο Mighty Quinn(B.Dylan, Manfred Mann).
Η συνέχεια για τους Refugee περιέχει μερικές σημαντικές αλλαγές και το 1987 με παραγωγό τον Pat Glasser(Night Ranger) από τα στούντιο του L.A κυκλοφορούν το αξιόλογο “Burning From The Inside Out” ,αυτή τη φορά από την Polydor Records. Τα προηγούμενα δύο χρόνια το γκρουπ έδωσε αρκετές συναυλίες σε Αμερική και Καναδά ανοίγοντας μάλιστα τα live του Jeff Parris.
Το δεύτερο λοιπόν άλμπουμ της μπάντας κινείται στα ίδια μουσικά μονοπάτια με το ντεμπούτο τους με δυνατές melodic rock δημιουργίες ενώ τα τραγούδια που ξεχωρίζουν είναι τα “Power”, “Lay me Down”, “Love Survives”, “Violence” καθώς και το ομότιτλο κομμάτι. Ούτε όμως κι αυτό το άλμπουμ πήγε καλά εμπορικά, ούτε και τα οι συναυλίες που έδωσαν, με αποτέλεσμα το συγκρότημα να σταματήσει τις δραστηριότητες του και ουσιαστικά να διαλυθεί.
Εκείνος που διακρίθηκε στη πορεία ήταν ο Myles Hunter όπου το 1990 αποπειράθηκε να ξαναδημιουργήσει το συγκρότημα αλλά συνάντησε κάποια νομικά προβλήματα και έτσι συνέχισε να κυκλοφορεί σόλο δίσκους και παράλληλα να ολοκληρώσει και τις θεολογικές του σπουδές ενώ οι υπόλοιποι ακολούθησαν τους δικούς τους προσωπικούς δρόμους.
Φώτης Μελέτης

Παρασκευή, 3 Ιανουαρίου 2020

Jethro Tull: "Bursting Out"


Οι Jethro Tull ειδικά τη δεκαετία του ΄70 έδωσαν στο απαιτητικό
ροκ κοινό της εποχής μία σειρά εξαιρετικών άλμπουμ αλλά το μεγάλο τους όπλο ήταν οι live εμφανίσεις όπου η αστείρευτη ενέργεια του Ian Αnderson πρόσθετε μία μία μοναδική γοητεία.


Το “Bursting Out”  ηχογραφήθηκε από τις συναυλίες που έδωσε το γκρουπ τον Μάιο και Ιούνιο του 1978 για την προώθηση του άλμπουμ “Heavy Horses” και κυκλοφόρησε το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς.
Ανακατέμενοι folk και prog ρυθμοί, ανεξάντλητες classic rock μελωδίες, συνδυασμένα με το μαγικό φλάουτο του τρομερού Ian Anderson, o oποίος δίνει ρεσιτάλ ερμηνείας και βάζει ανεξίτηλα την σφραγίδα του στο "Bursting Out".
Ιδιαίτερα η διασκευή στο Bouree (του Bach) είναι απίστευτα εκτελεσμένη από τον Ian Anderson και όσοι δεν την έχουν ακούσει ακόμη πρέπει να σπεύσουν και να την απολαύσουν. Οι Jethro Tull κάνουν πραγματικά θαύματα πάνω στη σκηνή με τα “Songs from the Wood”, “Thick as Brick”, “Cross-Eyed Mary” (το διασκεύασαν πετυχημένα οι ΙRON MAIDEN), “Too Old To Rock n’ Roll too Young to Die” και τα κλασικά “Locomotive Breath” και “Αqualung” να αναδεικνύουν το μοναδικό τους ταλέντο.
Μία μικρή ιεροτελεστία αποτελεί το "Bursting Out" για όλους εκείνους που ήσαν τυχεροί και είδαν την μπάντα εκείνη τη περίοδο.
Πρόκειται για μία εκπληκτική κυκλοφορία και ευτυχώς που οι JETHRO TULL ήρθαν έστω και αργότερα στη χώρα μας και καταφέραμε να τους δούμε ζωντανά σε καλή κατάσταση.
Το άλμπουμ επανακυκλοφόρησε το 1990 με bonus tracks και το 2004 σε remastered έκδοση.

TRACK LISTING:
1) Ιntroduction,
2) No Lullaby,
3) Sweet Dream,
4) Skating Away on the Thin Ice of the New Day,
5) Jack in the Green,
6) One Brown Mouse,
7) A New Day Yesterday,
8) Flute Improvisation / God Rest Ye Merry Gentlemen / Bourée,
9) Songs from the Wood,
10) Thick as Brick,
11)  Ιntroduction,
12) Hunting Girl,
13) Too Old To Rock n’ Roll too Young to Die,
14) Conundrum,
15) Minstrel in the Gallery,
16) Cross-Eyed Marry,
17) Quatrain,
18) Αqualung,
19) Locomotive Breath,
20) Τhe Dambusters March

ΜΕΛΗ
Ian Anderson (φωνή, φλάουτο, κιθάρα)
Martin Barre (κιθάρα, μαντολίνο)
John Evan (πιάνο)
Barriemore Barlow (ντραμς)
David Palmer (συνθεσαιζερ)
John Glascock (μπάσο)

Φώτης Μελέτης

Πέμπτη, 2 Ιανουαρίου 2020

Οι Σουηδοί Η.Ε.Α.Τ. επιστρέφουν στην Αθήνα

Οι Σουηδοί Η.Ε.Α.Τ. επιστρέφουν στην Αθήνα για να ολοκληρώσουν την “καταστροφή”!
GAGARIN 205 LIVE MUSIC SPACE
ΣABBATO 13 IOYNIOY 2020

H.E.A.T. IS BACK!

Οι Σουηδοί Η.Ε.Α.Τ. επιστρέφουν στην Αθήνα
για να ολοκληρώσουν την “καταστροφή”!

Με καινούριο album και ξέροντας, πλέον, τι να περιμένουν από το ελληνικό κοινό, οι H.E.A.T. θα βρίσκονται ξανά στο Gagarin το Σάββατο 13 Ιουνίου για να επαναλάβουν το απίστευτο show που παρουσίασαν τον περασμένο Μάιο, για να αποτελειώσουν όλους όσοι είχαν έρθει πέρυσι, και όλους όσοι έκαναν το λάθος να χάσουν την μοναδική εκείνη συναυλία.

Η.Ε.Α.Τ. Live in Athens 2020
Gagarin 205 Live Music Space
Σάββατο 13 Ιουνίου, 2020
Η προπώληση ξεκίνησε στο 123tickets.gr!
H ημερομηνία διάθεσης εισιτηρίων στα φυσικά σημεία θα ανακοινωθεί άμεσα.
Όλα τα σημεία προπώλησης θα διαθέτουν χάρτινα συλλεκτικά εισιτήρια

Τιμές Εισιτηρίων: 28€ (Early Bird), 30€, 32€ (box office)
 

#HEATisback #AthensHeat #TheHeatIsOn #FeelTheHeat

Τετάρτη, 1 Ιανουαρίου 2020

Οι SILVER R.I.S.C και Flying Mercury στο CROW Live Stage

Οι SILVER R.I.S.C. μια από τις πιο εμβληματικές ελληνικές μπάντες των 90’s έχουν επιστρέψει.
Silver RISC & Flying Mercury - Live at the CROW Live Stage
“Two Bands – One Show!”
Σάββατο 11 Ιανουαρίου 2020 /The CROW LIVE STAGE
Οι SILVER R.I.S.C. μια από τις πιο εμβληματικές ελληνικές μπάντες των 90’s έχουν επιστρέψει.
Δημιουργήθηκαν το 1989 και ανήκαν μαζί με άλλα κορυφαία συγκροτήματα εκείνης της περιόδου, όπως οι Divorce, οι Speedfire, οι Velvet Gang, οι Acid Death, οι Piranha και πολλοί άλλοι, στην ανεξάρτητη Ελληνική δισκογραφική εταιρεία ΜΟΛΩΝ ΛΑΒΕ Records όπου ηχογράφησαν και κυκλοφόρησαν σε βινύλιο το 1993 το πρώτο album τους με τίτλο «Anything she does», σε παραγωγή δική τους και του George Osmak (Joze Ozzmak). Ένα album που θεωρείται συλλεκτικό, και περιελάμβανε 10 τραγούδια γεμάτα δύναμη, μελωδία και ένταση. Ο ήχος τους εμπνευσμένος από συγκροτήματα όπως οι Whitesnake, οι Van Halen, o Rory Gallagher, οι Mr.Big, οι Bon Jovi, αλλά και ο Keziah Jones, o Eric Clapton κ.α.
Κατάφεραν να κάνουν αισθητή την παρουσία τους στο ελληνικό κοινό της δεκαετίας του ’90 μέσα από πολλές συναυλίες, παρουσιάσεις και συνεντεύξεις στα media. Πολλά ελληνικά και ξένα μουσικά περιοδικά (Metal Hammer, Rock Power, Ποπ και Ροκ κ.α), καθώς και ραδιοφωνικοί σταθμοί έστρεψαν την προσοχή τους στο νεανικό εκείνο group. Τόσο στο studio, όσο και στα live ο ήχος της μπάντας εντυπωσίασε πολλούς fans. Η δυναμική τους και η ενέργεια τους πάνω στη σκηνή σε συνδυασμό με την εκτελεστική τους δεξιοτεχνία και τις ευρηματικές συνθέσεις τους, τους καθιέρωσαν σαν ένα από τα καλύτερα ελληνικά συγκροτήματα. Εμφανίστηκαν στα μεγαλύτερα και καλύτερα Clubs και Festivals εντός και εκτός Αθήνας (ΡΟΔΟΝ, ΑΓΚΑΘΙ, Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας, Αν Club, Renegate κ.α)

Το 2003, η Ελληνική δισκογραφική εταιρεία UNISOUND ζήτησε και πήρε την άδεια από την μπάντα να κυκλοφορήσει το «Anything she does» σε μορφή CD και το διένειμε παγκόσμια.

Τον Μάιο του 2019  oι SILVER R.I.S.C έκαναν ένα δυναμικό comeback μετά από 25 χρόνια απουσίας, προβάλλοντας πάνω στη σκηνή μια ενέργεια και μια ζωντάνια που ποτέ δεν έχασαν, ενώ τον Οκτώβριο του 2019 έπαιξαν μαζί με τους Σουηδούς BULLET.  Ήδη ηχογραφούν νέο υλικό.
Παρακολουθήστε εδώ το νέο τραγoύδι των Silver R.I.S.C
Evil Ways – Silver R.I.S.C [Lyric Video] – new release

Σε αυτήν την 3η κατά σειρά εμφάνιση της νέας τους περιόδου, θα παίξουν κομμάτια τόσο από τη δισκογραφική τους δουλειά όσο και πολλά ακυκλοφόρητα.

-Δημήτρης Γασπαράτος - Κιθάρα, Φωνητικά
-Σπύρος Φουσέκης - Κιθάρα
-Δημήτρης Μαρκόπουλος - Μπάσο
-Αντώνης Βενιέρης - Ντραμς

Οι SILVER R.I.S.C  στο You Tube
Οι SILVER R.I.S.C  στο Facebook



Μαζί τους στη σκηνή του The CROW CLUB οι Flying Mercury, το σχήμα που σαν κιθαρίστα συναντάμε ξανά τον Σπύρο Φουσέκη.

Οι Flying Mercury δημιουργήθηκαν το 2011 με όραμα και πάθος για το Hard Rock & Classic Rock κυρίως της περιόδου των 70’s- 80’s με αναφορές στο AOR, καθώς και στο σύγχρονο Hard Rock από τη Σκανδιναβία.
Αρκετές live εμφανίσεις και η δημιουργία αρκετών συνθέσεων από τη μπάντα άνοιξαν τον δρόμο για την πρώτη κυκλοφορία του σχήματος τον Ιούνιο του 2015 με τίτλο Love is a Mystery.

H μπάντα ετοιμάζει τη νέα της δισκογραφική δουλειά, ενώ έχουν κλειστεί ημερομηνίες για live εμφανίσεις μέσα στο 2020.

-Γιάννης Καλύβας – Τραγούδι, ακουστική κιθάρα
-Σπύρος Φουσέκης - Κιθάρα
-Γιώργος Γεωργίου – Πλήκτρα
-Γιώργος Βάλβης – Μπάσο
-Πέτρος Παπαπέτρου – Ντραμς

Οι Flying Mercury  στο Facebook

Οι Flying Mercury  στο You Tube

Σάββατο 11 Ιανουαρίου 2020 στο The CROW LIVE STAGE (Σινώπης 27, Αθήνα)
Έναρξη 22:00
Οι πόρτες ανοίγουν στις 21:30
Εισιτήριο στο ταμείο 10€

Τετάρτη, 18 Δεκεμβρίου 2019

Eclipse: ''Paradigm"


Έβδομη δισκογραφική δουλειά για τους Σουηδούς Eclipse, οι οποίοι κι αυτή την φορά θέλουν να μας τρελάνουν. To ''Paradigm'' έχει κυκλοφορήσει εδώ και λίγους μήνες σχεδόν και δε περνά μέρα που να μην ακούσω έστω και ένα τραγούδι. Υπήρχαν δείγματα μεγάλου συγκροτήματος από τα δυο προηγούμενα άλμπουμ αλλά εδώ οι Σουηδοί μπαίνουν στο πάνθεον.

Το άλμπουμ της χρονιάς Κυρίες και Κύριοι (μετά το Western Stars του αφεντικού ,που δε συγκρίνεται με κανένα).
Το "Paradigm" ξεκινά με το ''Viva la victoria'' όπου δείχνει τις διαθέσεις των Σουηδών ώστε να κατακτήσουν τη κορυφή. Ακολουθεί το "Mary Leigh'' όπου θα μπορούσε να είναι και τραγούδι eurovision , το οποίο θα μας έκανε υπερήφανους εμάς τους "σκληρούς" ροκάδες.
Το ''Blood wants Blood '' είναι από τα πιο ώριμα κομμάτια τους άλμπουμ ,με υπέροχη μελωδία και καταπληκτικούς στίχους ενώ το ''Shelter me '' χαμηλώνει την ένταση αλλά αυτό το ρεφρέν σε πετά στο διάστημα!
Ακολουθεί ο ύμνος ''United'', γηπεδικό τραγούδι που μόνο μεγάλες μπάντες γράφουν. Θα μπορούσε να είναι ύμνος για ολόκληρο το ιδίωμα και ειλικρινά όποτε το ακούω ανατριχιάζω.
Με μεγάλη ταχύτητα έρχεται το ''Delirious'' το οποίο ξεκινά με ένα όμορφο κιθαριστικό μέρος, υπέροχο σόλο και το ρεφρέν για άλλη μια φορά σου κολλά στο μυαλό.
Το ''When The Winter Εnds '' ίσως είναι το πιο pop κομμάτι, όμορφο και ταξιδιάρικο και ραδιοφωνικό (γιατί τα υπόλοιπα τι είναι Uα μου πείτε).
Το "38 or 44'' είναι το πιο σκοτεινό και βαρύ κομμάτι του δίσκου ενώ στο ίδιο μοτίβο κινείται και το ''Never Gonna Be Like You''. Ποιος θα πίστευε ότι το καλύτερο κομμάτι θα είναι το δέκατο.
Το ''Masquerade'' τα έχει όλα, απλά και λιτά και ας μιλούν κάποιοι για αντιγραφές.
Όταν η έμπνευσή σου βρίσκεται στο Ζενίθ,ακόμα και το 11ο τραγούδι σου είναι κορυφαίο.
Το ''Take me home'' προκαλεί συγκίνηση και νοσταλγία με τα drums να σου τρυπούν τη ψυχή από την ένταση και κάθε λέξη του Erik Mårtensson τσακίζει κόκαλα.
Το άλμπουμ της χρονιάς Κυρίες και Κύριοι (μετά το Western Stars του αφεντικού που δε συγκρίνεται με κανένα).

Γιάννης Γιουρτζάκης

Τετάρτη, 11 Δεκεμβρίου 2019

Νoely Rayn: "Perfect is not Enough"


Είναι αλήθεια πως είχα ακούσει διάσπαρτα τραγούδια στην πρωτόλεια μορφή τους εδώ και πολλούς μήνες και μετανιώνω που εργασίες, ασθένειες και η καθημερινότητα μου στέρησαν την ευκαιρία να παρακολουθήσω πρόβες της μπάντας λίγο πριν και μετά την κυκλοφορία της δεύτερης δισκογραφικής τους δημιουργίας.


Αποφάσισα λοιπόν να γράψω την κριτική παρουσίαση έχοντας ακούσει τις συνθέσεις (όσες τελικά αποφάσισε η μπάντα.) ζωντανά στην συναυλία που έδωσε σχετικά πρόσφατα η μπάντα στο Fuzz Club μαζί με τους επίσης εξαιρετικούς Cellar Stone και Sl Theory.
Πάντοτε, το συγκρότημα που δημιουργήθηκε  από το ''Thin Lizzy fan club'', έδινε το απώτατο των μουσικών, άψογων και καλοπροβαρισμένων ικανοτήτων και του πάθους των μουσικών που την απαρτίζουν, για τη μουσική.
Έπειτα λοιπόν από ένα εξαιρετικό ντεμπούτο που έγινε sold out, οι μελωδικοί NOELY RAYN επέστρεψαν δημιουργώντας το ''Perfect Is Not Enough'', που από τον τίτλο θέτει τις φιλοδοξίες της μπάντας ώστε ο νέος δίσκος να είναι περισσότερο περίτεχνος, αψεγάδιαστος και πολυποίκιλος από ό,τι ο προηγούμενος.
Το κλασικότροπο μελωδικό hard rock τους το σεξτέτο το εμπλουτίζει με διάφορες μουσικές επιρροές και δημιουργεί ένα δίσκο πιασάρικο συνάμα όσο και μελωδικότατο.
Σίγουρα, η μουσική επιρροή τους είναι τα γνήσια τέκνα της Ιρλανδικής γης (Phil Lynnot, Gary Moore) αλλά το ευτύχημα που τους τοποθετεί πλέον στις σπουδαίες ευρωπαϊκού επιπέδου μπάντες είναι ότι η  ταυτότητα τους η προσωπική, είναι πλέον διάχυτη παντού.
Οι Noely Rayn, δημιουργούν τις μουσικές τους δημιουργίες, με διπλή κιθαριστική παρουσία από τους ''μουσικούς Διόσκουρους'' Πάνο Παπαπέτρο και  τον Γιάννη Σίννη, συγκλονιστικούς όπως πάντοτε σε κιθαριστικά  ντελίριο και επιπλέον με έξοχες δόσεις μελωδικών αρμονικών ενορχηστρώσεων  με εμφανέστατες πινελιές παλιού καλού AOR.



Αξιοσημείωτη επίσης είναι η πρόοδος στην παραγωγή καθώς και στις ενορχηστρώσεις γεγονός που είναι εμφανές με την σύνθεση που ανοίγει το δίσκο, ''No More Restless Feelings'', ''πλουσιότατη'' σύνθεση σε περίτεχνη ενορχήστρωση και μουσικότητα απαράμιλλη.
Η κλασικότροπη AOR επιρροή της μπάντας ξεκάθαρη στο ''World of Liars'', με το μελωδικοροκάδικο ''Try to Survive'' να έχει όλα τα στοιχεία του αμερικάνικου μελωδικού hard n heavy.
Η πανέμορφη ''μεταχείριση'' του AOR  στο  ''Broken Windows'' είναι μοναδική, ενώ το ''Bleeding’'' έχει το ''κατιτίς'' του από την πανέμορφη σκανδιναβική μελωδική hard rock σκηνή.
Οι επιδράσεις από τα λατρεμένα '80ς και το ''αρενικό'' πνεύμα  του rock n’ roll ολούθε στο ''69 Hours'' με τις κιθάρες να ''παρτάρουν'' ασύστολα. Συναντάμε περιχαρείς και πάλι το US hard ‘n heavy ύφος  του μελωδικού rock στο ''Waiting for a Magic Sign'' και πολύ μας ευαρεστεί.
Με το ''Driving Home'' η μπάντα μεταλλάσσεται για μία ακόμη φορά και παρουσιάζει  μία  ραδιο-φιλική σύνθεση που μου θυμίζει χρόνια όπου φίλοι και εγώ ως ραδιοερασιτέχνες παρουσιάζαμε ανάλογες εκπομπές, με την παρουσία της Βίκης Αρχοντούλη (από παλιές καλές και αγαπημένες εποχές…) να δίνει διαφορετικό ''χρώμα'' στην σύνθεση, ενώ το ''Lost & Found'' που ακολουθεί θέλει τους Noely Rayn να αποτίουν ''φόρο τιμής'' στους πολυαγαπημένους Toto  και ιδιαίτατα στον Lukather.
Το ομότιτλο ''Perfect Is Not Enough'' είναι μία midtempo tune με πολυποίκιλα ακούσματα στα μουσικά όργανα και ένα δυναμικότατο δεύτερο μέρος με πλήθος AOR στοιχείων από τα μελωδικότατα τέλη των '80ς.
Για το κλείσιμο του δίσκου η μπάντα μας παρουσιάζει μία σύνθεση με  proggy πινελιές ημιμπαλαντοειδούς μορφής, το εξαιρετικής μουσικότητας ''The Bitter Truth'', μία περίτεχνη σύνθεση ύφους και μουσικής πλοκής πάλι αλά Toto και με ένα ''θανατερό'' σολάρισμα κιθάρας.
Πιστεύω ακράδαντα πλέον και μετά από πολλαπλές ακροάσεις, πως το ''Perfect Is Not Enough'' είναι καλύτερο από την προηγούμενη κυκλοφορία-που ήταν επίσης εξαιρετική-  καθώς η μπάντα των Noely Rayn έχει αποφύγει σχεδόν κάθε μουσική κοινοτυπία που την συνδέει και την συγκρίνει με το παρελθόν των –ομολογουμένως επιτυχημένων και άριστων διασκευών- και παρουσιάζει ατόφια τη μουσικότητα και την συνθετική ικανότητα των μελών της.
Μελωδικότατο σε όλη την μουσική πορεία του, εντυπωσιακό σε εξέλιξη συνθέσεων είναι ο κατάλληλος σύντροφος για όλους τους κλασικοροκάδες που έχουν εντρυφήσει και στον μελωδικό ήχο.
Το λάτρεψα ήδη και ανυπομονώ ήδη για την συνέχεια.

Νότης ''Try to Survive'' Γκιλλανίδης

Δευτέρα, 2 Δεκεμβρίου 2019

Work Of Art: "Exhibits"

Και οι δισκάρες από την σκανδιναβική χερσόνησο έρχονται με το ''έλκηθρο του Αι Βασίλη'' για μία ''πρώιμη'' πρωτοχρονιά ή και για να προλάβουν την είσοδο τους στην λίστα με τις καλύτερες κυκλοφορίες της χρονιάς που κλείνει…

Έπειτα από τέσσερα χρόνια οι ''σουηδοAOR γίγαντες 'Work Of Art επιστρέφουν (επιτέλους!!!) με νέα κυκλοφορία, το εκπληκτικό ''Exhibits''. Τουλάχιστον είχαμε την χαρά να ακούσουμε στα  2018, το ιδρυτικό μέλος και κιθαρίστα της μπάντας Robert Sall να κυκλοφορεί το νέο  W.E.T. άλμπουμ και έπειτα σε συνεργασία με τον εκπληκτικό τραγουδιστή των FM, Steve Overland,  να κυκλοφορούν τον σπουδαίο δίσκο  'Groudbreaker''.
Το ''Exhibits'' είναι ακόμη μία φορά δημιουργικός ''καρπός'' των  Sall του τραγουδιστή Lars Safsund και του ντράμερ  Herman Furin. Στο μπάσο και τα πλήκτρα εμφανίζονται σπουδαίοι μουσικοί με προεξάρχοντα, στα πλήκτρα,  τον Αμερικανό  Vince DiCola, παγκόσμια γνωστό για την καταπληκτική δουλειά του στη μουσική επένδυση δύο αξέχαστων ταινιών, του ''Staying Alive'' και του ''Rocky IV''.Ο  DiCola συμβάλλει με τα εκπληκτικά του πλήκτρα στην εξαιρετική σύνθεση  παλιομοδίτικου ύφους 80ς,''This Isn't Love''.
Οι Work Of Art στο δίσκο αυτό προσφέρουν ηχητικά κλασσικότροπο  AOR-μελωδικό  rock με πινελιές καλοδεχούμενου και ευάκουστου Westcoast, συνδυάζοντας  τα ''μεταξένια'' φωνητικά του Safund  και τη δεξιοτεχνία του Sall στις κιθαρ-ωδίες.  Σπουδαίες συνθέσεις πρώτης γραμμής είναι  τα ''Be The Believer'', το ''ταξιδιάρικο'', ''Another Night'' και το προσωπικά λατρεμένο με πλούσια στοιχεία  παλιομοδίτικης πλούσιας μουσικότητας,  ''Let Me Dream''.
Επίσης εξαιρετικά είναι τα ''Misguided Love'', ''Come Home'', '' Destined To Survive'' που βρίθουν από εύρυθμο και δεξιοτεχνικό μελωδικό rock . Υπάρχουν και οι εξαιρετικές συνθέσεις που κινούνται στα όρια  του  hard rock όπως το ξεσηκωτικό ''Be The Believer''.
Ευέλικτες  και μονίμως υπαινικτικές  κιθάρες στα μελωδικότατα ''Gotta Get Out''  και  ''What You Want From Me'' (σας θυμίσουν Eddie Van Halen μόλις ακούσετε την εισαγωγή…) πριν καταλήξουν σε αμιγώς συναυλιακούς ύμνους.
Ο Sall με την κιθάρα του στο ''Scars To Prove It''  ακροβατεί επιδέξια και μας αρέσει πολύ  μεταξύ  rock και  funk μουσικών φράσεων. Στις δε τρεις συνθέσεις,  ''This Ain't Love'', ''Come Home'', ''What You Want From Me'' είναι τόσο έντονη η παρουσία των καλεσμένων στα πλήκτρα που οι συνθέσεις  κυριολεκτικά ''απογειώνονται''.
Ουσιαστικά, το ''Exhibits" είναι όλα όσα ο ρέκτης της μελωδικοαορο κατάστασης προσμένει: πιασάρικο, άκρως διασκεδαστικό, συναυλιακά δημιουργημένο, κλασσικότροπο AOR rock.
Αφεθείτε ελεύθερα!!!!

Νότης '' Let Me Dream'' Γκιλλανίδης

Τετάρτη, 27 Νοεμβρίου 2019

The Waterboys, live @ Piraeus Academy (live report)

Το ελληνικό κοινό των Waterboys ήταν ανέκαθεν ένα μυστήριο μίγμα, με κέντρο βάρους έξω από τις παραδοσιακές ροκ παρατάξεις, το ανακάλυψαν λίγοι. Τους είχαν ανακαλύψει λίγοι νιουγουεΪβίζοντες (στα τελειώματά τους), τουε άκουσαν πολλοί το ’86, παίρνοντάς τους κατά λάθος για ποπ, καρπώθηκαν το ύφος τους περισσότεροι μετά το “Fisherman’s Blues”. Όλοι τους αγόραζαν δίσκους και κασσέττες από προθήκες που έφεραν ταμπελάκι “new rock”.
To κοινό τους έγινε πολυσυλλεκτικό τα τελευταία 10-15 χρόνια, τώρα που ο άνθρωπος πίσω απ’ το όνομα, ο 61χρονος σήμερα Mike Scott, πάντα ανήσυχος και πλουραλιστής, άφοβος να παίξει με το δικό τους τρόπο ό,τι του άρεσε, ανήχθη εκτός από ποιητικός τραγουδοποιός και σε μουσικό ιστοριοδίφη. Αγκάλιασε τη Nashville, το ροκαμπίλυ, το πανκ, ακόμη και το φανκ, έγραψε κομμάτια για την αγάπη του για τον Elvis, τον Syd Barrett, τον Hendrix, ακόμη και για τον Mick Jones των Clash.
Η πρώτη μετά από 12 χρόνια εμφάνισή τους στο για πρώτη φορά με νομοθετική πρεμούρα άκαπνο Piraeus Academy ήταν βέβαιο ότι θα χαιρετιζόταν από αυτό το διευρυμένο κοινό ως ένα πολύ σημαντικό γεγονός. Οι Waterboys έχουν φτάσει στο σημείο να δρέπουν τις δάφνες πρωτοτυπίας, επιμονής, oμαδικότητας, πλέον και ροκοσύνης, που δεν είχαν πλησιάσει τα προηγούμενα, μουσικά ένδοξα χρόνια τους, που όλοι τώρα πλέον επικαλούνται ως κλασσικά.


Η θέα και μόνο του εμβληματικού Scott με τον διόσκουρό του – σχεδόν χωρίς διακοπή από το ’85 – δαιμόνιο βιολιστή (πολυοργανίστα, στην ουσία) Steve Wickham γέμισε το κοινό με μια ευφορική προδιάθεση. Ο καθένας περίμενε να ακούσει τα αγαπημένα του, μια ιερά παιδική αντίδραση που δείχνει και το δέσιμο της μπάντας με το κοινό της.
Με μέτριο ήχο, που όσο περνούσε η ώρα βελτιωνόταν από την ικανότατη μπάντα, ο αγέρωχος Scott με κεκτημένο το από τη μουσική περιπλάνηση 40 ετών cool, τραγούδησε, λικνίστηκε, κλώτσησε τον αέρα, ατένισε με αυταρέσκεια, προλόγισε με φλέγμα, έπαιρνε μάτι και κάτι σημειώσεις κοντά στο μόνιτορ χωρίς να φαίνεται και κυρίως, κράτησε σχεδόν ολόκληρο το σετ με μία – τη δική του – κιθάρα, την οποία και άλλαζε ανάλογα με τις ανάγκες του κάθε επόμενου τραγουδιού.
Με την γνώριμη μετρημένη του κινησιολογία, που αναδεικνύει περισσότερο την εκφραστικότητα των στίχων του, ο Scott σαν καλός bandleader έκανε συχνά κάποια βήματα πίσω για να φανούν οι συμπαίκτες που είχε δίπλα του.
Οι δύο τραγουδίστριες Jes sKav και Zeenie Summers, πιο κρίσιμες στην υποστήριξη του ήχου απ’ ό,τι φαίνεται, έδιναν μια σόουλ ζωντάνια στην εμφάνιση, την ώρα που ο γέρων «καθηγητής» Ralph Salmins πίσω από τα τύμπανα και το «νεούδι» Angus Ralston στο μπάσο (δύο χρόνια μόλις παίζει μαζί τους) κρατούσαν λοκαρισμένοι την πολύτιμη για το ξεδίπλωμα του live ήχου των Waterboysbaseline.
Ο Scott, που ένα του “Hey !” κι ένα του “Ooooh!” έχει περισσότερη ροκ-εν-ρολ ψυχή από τη μισή δισκογραφία των συγχρόνων του νιουγουεϊβ δερβίσηδων της  χαρμολυπόμορφης σκοτοδίνης (ονόματα ας μη λέμε), οδήγησε τη μπάντα σε μια εμφάνιση που χωρίς να είναι συνταρακτική, υπήρξε στιβαρή και επαγγελματική. Από αυτές που σου αφήνουν, χάρις τη δύναμη των τραγουδιών, ερμηνευμένων από τον ίδιο το δημιουργό τους, μια ευχάριστη αίσθηση μέθεξης. Φεύγοντας από τη συναυλία τελικά αυτό είναι το κύριο στοιχείο που παίρνεις μαζί σου.
Αυτό είναι που έχει τη δύναμη να σε οδηγήσει,  αν είσαι μουσικός τουρίστας, να ψάξεις αυτή την πολύ σημαντική μπάντα. Αυτό το ίδιο που σε κάνει, αν κουβαλάς για καιρό στις αποσκευές σου τον Mike Scott, να ξανακούσεις, εμβαθύνοντας και απολαμβάντας τις λέξεις και τις εικόνες που έχει μοιραστεί μαζί σου αυτός ο σπάνιος auteur.


Setlist:

When Ye Go Away

Dunford’s Fancy (instrumental)

Fishermans Blues (η τριπλέτα από το ιδιαίτερα αγαπητό προ 30ετίας “Fisherman’s Blues”, ιδανική για να  ζεστάνει εξαρχής το ελληνικό κοινό)

Where The Action Is (ένα από τα καινούρια, από το φετινό άλμπουμ, δυνατό και επίμονο, “Allright. RockN’ Roll”, όπως το εισήγαγε λιτά και περιεκτικά ο Scott)

A Girl Called Johnny (το παλιότερο κομμάτι του σετ, με τον Scott στο πιάνο, ένα δώρο για τους πιο παλιούς φανς)

If The Answer Is Yeah (απ’ το προτελευταίο άλμπουμ “Out Of All This Blue”, πιο ροκ και λειτουργικό απ’ ότι το ποπ/φανκ πρωτότυπο)

Still A Freak (η καίρια, ακατάτακτη ροκ αυτοαναφορά από το “Modern Blues” του 2015)

Medicine Bow (το οποίο παίχτηκε με νεύρο και χαιρετίστηκε με αγαλλίαση)

Nashville, Tennessee (όπου ο Scott συνέστησε ένα – ένα τα μέλη της μπάντας και ο τρελλάρας Paul Brown βρήκε τη ροκ σταρ στιγμή του, πετώντας τα ρούχα του και λίγο αργότερα, αρπάζοντας ένα λευκό κρεμαστό YAMAHA keyboard βγήκε μπροστά και έκανε keybord banging με ξεκαρδιστικές μούτες προς τις πρώτες σειρές)

Ladbroke Grove Symphony (κι αυτό καινούριο, ένα απολαυστικά αυτοαναφορικό ημερολόγιο του Scott)

This Is The Sea (το έπος από το ομώνυμο άλμπουμ του ’85, η ουσία της μουσικής τους, όπου υγρό στοιχείο λυτρώνει από το παρελθόν και ωθεί προς το μέλλον, ήταν το πρώτο που έκανε μεγάλο μέρος του κοινού στο Piraeus Academy 117 να το τραγουδήσει δυνατά, λέξη προς λέξη)

Rosalind (You Married The Wrong Guy) (άλλη μια ροκάρια από
το “Modern Blues”, εξόχως συναυλιακή)

Blues for Baker (ένα συμβατικό ντραμ σόλο περισσότερο σα διάλειμμα, αφιερωμένο στον Goinger Baker– φάτε τα μουστάκια σας νιου γουέϊβ ξενερουάδες -)

We Will Not Be Lovers (το πυρετώδες τρακ από το “Fisherman’s Blues”, με το βιολί του Wickham να παίρνει φωτιά και τον ίδιο να βγαίνει, σε μια Παγκανινική στιγμή που απέσπασε πολύ χειροκρότημα)

The Pan Within (το πολυαναμενόμενο έπος παίχτηκε μόνο με κιθάρα – φωνή και βιολί, από τους διόσκουρους Scottκαι Wickham, προκαλώντας μόνο συγκίνηση)

Morning Came Too Soon (από το διπλό “Out Of All This Blue”)

The Whole Of The Moon (το δεύτερο με τον Scottστο πιάνο, μέσα σε έκρηξη ενθουσιασμού, ταιριαστό φινάλε)
Σε λιγότερο από δύο λεπτά, ξαναβγαίνουν για το μοναδικό encore. “We were in the eighties, not of the eighties”, θα προλογίσει ο Scott, δίνοντας το σύνθημα για μια δυνατή εκτέλεση του Purple Rain.  
Whooo !!!

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Τρίτη, 26 Νοεμβρίου 2019

Iggy Pop: "Free"


Δε γεννήθηκε ακόμη ο άνθρωπος που θα υποδείξει στον Iggy Pop τί θα κάνει. Από το “Tonight” του ’76, όταν ακόμη ήταν 29, το είχε αποσαφηνίσει: διαθέτει το βάθος φωνής ενός τραγουδιστή παλαιάς κοπής, απ’ αυτούς με τη βαθιά φωνή που ακούγονταν στο ραδιόφωνο των ‘50s.

Έκτοτε, άφηνε αυτή την πτυχή της φωνής του να προκύπτει μέσα στα δισκογραφήματά του, εκπλήσσοντας πάντοτε ευχάριστα: “Sell Your Love”, “Endless Sea”, “Don’t Look Down”, “Sea Of Love”, “Shades”, “Moonlight Lady”, “Living On The Edge Of The Night”, “In The Deathcar”.
Στα 52 του (1999) για πρώτη φορά με το “Avenue B” τόλμησε να πει ότι επιδιώκει να δώσει χρόνο στον εσώτερο αυτόν crooner, ωστόσο, η αντίστιξη με τον επί σκηνής παροξυσμικό σάτυρο εαυτό του συνέχισε να υφίσταται, ιδίως μετά την επανασύνδεση με τους Stooges και τις αποθεωτικού παλιμπαδισμού περιοδείες που συνόδευσαν τα τρία καινούρια τους άλμπουμ μεταξύ 2003 και 2013. Ώσπου, στα 62, για πρώτη φορά ο crooner, χωρίς δεύτερη σκέψη, παραμέρισε  τον μανιακό με ένα ολόκληρο άλμπουμ γεμάτο υποβλητικές τζαζ μπαλάντες ("Preliminaires" του 2009), ενώ επισφραγίστηκε με το "Après" (του 2012), όπου ο Iggy μεταμορφώθηκε σε υβρίδιο JoeDassin και JohnnyCash και απέδωσε με τη βαθιά, φορτωμένη εμπειρία και αποχρώσεις φωνή του, διασκευές σε μια δεκάδα κλασσικές μπαλάντες, οι μισές μάλιστα στα γαλλικά. Είναι φανερό ότι ο Iggy το επιδίωξε, όχι για δείξει τίποτε άλλο, παρά για το ότι ο βιολογικός εαυτός του άνοιξε την πόρτα με υπόκλιση στον crooner που έκρυβε μέσα του. Το 2016 ήρθε το καλλιτεχνικά υπερεπιτυχημένο “Post Pop Depression”, μια συνεργασία με τον Josh Homme, με τα καλύτερα κομμάτια που έχει συνθέσει για πάνω από δύο δεκαετίες και έντονο χρώμα της μυθικής Bowieϊκής του περιόδου.
Ο Iggy, σήμερα στα 72 δεν χρειάζεται κατεύθυνση, ούτε νιώθει την ανάγκη για περιορισμούς και εμπορικά περιβλήματα των μουσικών του αναζητήσεων. Έτσι, μετά το τέλος μιας σειράς περιοδειών, όταν, όπως δήλωσε, «δεν ένιωθε ότι είχε οποιαδήποτε υποχρέωση προς τον οποιονδήποτε» συνέλαβε και ηχογράφησε στα γρήγορα το άλμπουμ. Ένα άλμπουμ που κρατά 30 λεπτά όλα κι όλα και έρχεται να προστεθεί ως το πιο αυθόρμητο κομμάτι της «τετραλογίας των 60 ως 70» που περιλαμβάνει και το θαυμάσιο “Post Pop Depression” του ’16.
Πιο απελευθερωμένος από κάθε άλλη φορά, προσπερνά τη βιολογική του ηλικία αποδεικνύοντας για μια ακόμη φορά πόσο έτοιμος είναι να συμπράξει με νέο αίμα. Εδώ συνεργάζεται με τον 40χρονο jazz τρομπετίστα Leron Thomas και την 30 Μαίων κυριολεκτικά, εντυπωσιακά ευρηματική πολυαρτίστα (κιθαρίστρια/συνθέτιδα και σκηνοθέτη) Sarah Lipstate, που διακινεί τη μουσική της υπό το καλλιτεχνικό όνομα Noveller. Τα ambient τοπία πάνω στα οποία απλώνεται το “Free” οφείλονται στους δύο αυτούς μουσικούς. Το “Dirty Sanchez” ξεκινά σα σάουντρακ από το «Χρονικό ενός Προαναγγελθέντος Θανάτου» και εξελίσσεται σαν outtake της περιόδου “New Values”/”Soldier”). Στο συγκλονιστικό “We Are The People” (γραμμένο το 1970 από τον Lou Reed ακούγεται ολοσχερώς προφητικό στη σημερινή Αμερική του Τραμπ) o Iggy απαγγέλλει ποίηση, στο Glow In The Darkδική του πάνω σε ηλεκτρονικό background και φρενήρες σαξόφωνο, στο δε Do Not Go Gentle Into That Good Nightτου Dylan Thomas. Με πιο σαφές κομμάτι το αμέσως επιδραστικό, moody “Loves Missing ο Iggy ενσυνείδητα αφήνεται, μπαινοβγαίνει σα guest στον ίδιο του το δίσκο, το απολαμβάνει εννοεί κάθε λέξη όταν απαγγέλλει, βυθίζεται στο ηχητικό τοπίο, όπως η φιγούρα του στα σκούρα νερά του εξωφύλλου.
Τα λόγια του σα να τον οδηγούν από μόνα τους, καθώς κινείται χωρίς πλάνο και προπαρασκευή, απολαμβάνοντας τη βαθύτονη χροιά του (Page), άλλοτε με υποστήριξη από στοιχειώδεις δομές και δεύτερα φωνητικά που αναπτύσσονται εικονοφόρα (James Bond), συνήθως υπό τον ήχο του σαξοφώνου (“Sonali”) και με αποτελέσματα που στο στρυφνό αυτί θα μοιάσουν ημιτελή, όμως είναι απλώς «ελεύθερα».
Ποιος είπε ότι η γενιά των 70άρηδων επιζώντων δε δικαιούται να συνεχίζει να γράφει ιστορία, ακόμη και με τα πειράματά της;

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Παρασκευή, 15 Νοεμβρίου 2019

Αngel: "Risen"

Θα το θεωρούσα μεγάλη παράλειψη προσωπικά αλλά και για το rocktime.gr να μην παρουσιαστεί ο φετινός δίσκος μίας σπουδαίας και πρωτοπόρας, για/σε πολλά μουσικά δρώμενα, μπάντας… Αυτής των Angel και της νέας δημιουργίας της, το "Risen".

Με εξαίρεση την μέτρια επανεμφάνιση τους στα 1999 με την κυκλοφορία του "In The Beginning", η πρόσφατη κυκλοφορία τους "Risen" είναι μία κυκλοφορία μετά από 40 περίπου χρόνια έπειτα από το πρωτόλειο τους "Sinful" που πραγματικά είναι αξιότατη λόγου και ακούσματος.
Οι σπουδαίοι συνθέτες και μουσικοί  συνοδοιπόροι Meadows και  Dimino συνεπικουρούμενοι από τους νεοφερμένους στην μπάντα αλλά εμπειρότατους μουσικούς Charlie Calv και  Billy Orrico δημιούργησαν έναν σπουδαιότατο δίσκο.
Με 17 συνθέσεις, προσμετρώντας και μία επανηχογράφηση του  "ύμνου" από τα παλιά  "Tower",  και παρά την απουσία του πολυαγαπημένου μου μουσικού Gregg Giuffria ο δίσκος θυμίζει μουσικότατες και γεμάτες ευρηματικότητα εποχές.
Ακούγοντας τον δίσκο την πρώτη φορά με την ένταση στα "κόκκινα" τα "Under The Gun", "1975", "I.O.U"  "Tower" με ανάγκασαν να φωνάξω: "καλώς ήλθες και πάλι από τους "μουσικούς ουρανούς"  Angel"!
Ήδη από το πρελούδιο "Angel theme (Prelude)",  τα 32 δευτερόλεπτα που διαρκεί  και τα θριαμβευτικά συνθεσάιζερ του, η συνέχεια είναι καταιγιστική.
Με το προμνημονευθέν "Under The Gun", ειδικά οι παλιότεροι οπαδοί της μπάντας θα ενθουσιαστούν με την ευφάνταστη κιθαρωδία, την πανέμορφη μελωδικότητα που αναπτύσσεται και την άψογη παρουσία του Frank  στη φωνητική απόδοση.
Το μέγιστο της δημιουργικότητας/μουσικότητας του δίσκου προκύπτει από την συνθεσάρα "Shot Of Love" που παραπέμπει σε δίσκους της μπάντας  που λατρεύτηκαν, όπως το "Sinful", παλιοροκάδικη σύνθεση που θα κάνει και τον πλέον βαριεστημένο να κουνηθεί στον ξεσηκωτικό του ρυθμό.
Στα "καπάκια" το "Slow Down" και το πανέμορφο "Over My Head"  με τα poppy στοιχεία του και τις φρασούλες από τα πλήκτρα ολούθε, είναι μοναδικά.
Τα περισσότερο ροκάδικα "Our Revolution" και "Standup", εξαιρετικές συνθέσεις βάζουν "φωτιά" στο δίσκο και απογειώνουν το άκουσμα με στιβαρές μπασογραμμές, δυναμικά τύμπανα και ηχοχρωματισμό από τα synths.
Το μεγαλοπρεπές επτάλεπτο βιογραφικό της μπάντας "1975" είναι: Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ! Με όλα τα στοιχεία των '70ς &'80ς που λάτρεψα/-με όταν πρωτακούσα/-με την μπάντα. Το απόλυτο σάουντρακ για ονειροπόληση και "χάσιμο" τις κρύες νύχτες του χειμώνα και όχι μόνο. Προσωπικά αγαπημένο…
Το Single, "We Were the Wild" παρουσιάζει ξεκάθαρα την μουσική πρόοδο της μπάντας από τα πρώτα άλμπουμ μέχρι την σημερινή αναγέννηση της.
Απλά εξαιρετικό!!
Η συνέχεια με το "I.O.U" που ξεκάθαρα παρουσιάζει πως πρέπει να συνθέτονται Pop Pomp συνθέσεις. Ο κ. Punky στο "Locked, Cocked and Ready to Rock" παρουσιάζει τη δεξιοτεχνία του στην καθόλα εντυπωσιακή σύνθεση που επονομάζεται και "Punky’s Couch Blues" και είναι φυσικά μία αναπάντεχα σπουδαία Blues-ιά…
Με τη σύνθεση "σήμα κατατεθέν" της μπάντας, το "Turn Around" η συνέχεια, στην οποία ο Frank "δίνει τα ρέστα" του.
Το "Desire" προσωπικά αγαπημένη σύνθεση  με σπουδαία δουλειά από τον Punky και έντονη την '60ς μουσική τεχνοτροπία.
Ακολουθεί το καταιγιστικό "Our Revolution" με μοναδική ερμηνεία φωνητική, φαζαριστές κιθάρες, πληκτρολόγιο από τα '80ς, ογκώδη τύμπανα: τι άλλο να ζητήσω ο δύσμοιρος;;
Ο δίσκος κατακλείεται με μία τετράδα σπουδαίων συνθέσεων: το "Tell Me Why" με τους  Angel σε μία εντυπωσιακή  Pop σύνθεση, το "υμνικό" "Don’t Want You To Go", το  "Stand Up" "ταξιδιάρικο" και ονειροπόλο συνάμα,  με το "Sanctuary" να παραπέμπει σε πρώιμες δουλειές της μπάντας με την "σύμπλευση" πλήκτρων/ κιθάρας στο έπακρο!!
Το "Tower" απόλυτα ταιριαστό και σύγχρονο και στην επανεκτέλεση του: μουσικότητα, μουσικότητα, μουσικότητα σε όλο της  το μεγαλείο!
Είμαι πραγματικά υπερήφανος που άκουσα και ακούω μία μπάντα που με συντρόφευσε στα πρώτα ακούσματα της εφηβείας και τώρα μετά από 3,5 δεκαετίες   με ενθουσιάζει και με κάνει να αισθάνομαι ΝΕΟΣ!!!
Καλά Χριστούγεννα!!

Νότης "Risen" Γκιλλανίδης

Τετάρτη, 6 Νοεμβρίου 2019

'Hideaway: "Hideaway''


Πόσο σημαντικό είναι να εκπληρώνεις τα όνειρά σου. Να πιστεύεις σε αυτά μέχρι τελικής πτώσεως. Ακόμα και όταν οι καταστάσεις είναι εναντίον σου! Ακόμα και όταν η τύχη σού γυρίζει τη πλάτη και το σύμπαν συνωμοτεί εναντίον σου. Κάποια στιγμή όμως η τρικυμία θα ηρεμήσει και θα φτάσεις στο απώτερο σκοπό.

Και τότε η τελική ευθεία προς την εκπλήρωση του ονείρου σου εμφανίζεται μπροστά σου, σαν μια πόρτα που απλά πρέπει να την ανοίξεις.
Κάπως έτσι ξεκίνησαν το 2010 ώστε να εκπληρώσουν το όνειρό τους  ο Ντίνος Γεωργίου (κιθάρα), με τους Χάρη Γεωργίου (ντραμς) και Πέτρο Παπαδημάτο (πλήκτρα). Σε μία δεκαετία που ξεκινούσε με τους χειρότερους οιωνούς για τη χώρα μας λόγω της οικονομικής κρίσης η οποία  μέχρι και σήμερα πλανάται από πάνω μας και καλλιτέχνες όπως οι προαναφερθέντες δυσκολεύτηκαν για διάφορους λόγους να εκπληρώσουν το όνειρό τους.Να φτιάξουν δηλαδή το συγκρότημά τους  και να κυκλοφορήσουν δισκογραφικά τη δουλεία τους  αλλά και να κάνουν live.
Τα παιδιά δε το έβαλαν κάτω. Έψαξαν τον κατάλληλο τραγουδιστή που θα απέδιδε τα τραγούδια που θα έγραφαν με το πιο κατάλληλο τρόπο. Και τον Βρήκαν στο πρόσωπο του τιτάνα Μάνου Φάτση και με τη προσθήκη του Γιάννη Κοντού (ex – Flying Mercury) και Δημήτρη Παλούδη (κιθάρα) συμπλήρωσαν το παζλ για να τελειοποιήσουν τους ''Hideaway''.
Φτάνουμε στην ημέρα κυκλοφορίας του ομώνυμου άλμπουμ και με αγωνία το βρήκα λίγες μέρες αργότερα και κάθισα αμέσως να το ακούσω.
Ξεκινάμε  με το ήδη γνωστό ''Another Day'' που είναι ένας hard rock ύμνος ,και σε προδιαθέτει για το τί πρόκειται να γίνει στο υπόλοιπο του άλμπουμ. Τόσο οι κιθάρες, τόσο  η δυνατή φωνή του Μάνου τόσο τα '80ς αλά David Bryan πλήκτρα του Πέτρου αλλά και τα ρυθμικά μέρη του Γιάννη και του Χάρη μάς χαρίζουν επικές στιγμές.
Στο ''Promises of yesterday '' με την εισαγωγή περνά όλη η hard rock σκηνή της Αμερικής της χρυσής περιόδου 1986-1994. Από το 3:02 και μετά σκίζεις τη μπλούζα και κάνεις air guitar και φυσικά το ρεφρέν κολλάει στον εγκέφαλο  με τη μία.
Εν συνεχεία έρχεται το ερωτικό κάλεσμα με το ''Calling you'' όπου σε μεταφέρει στο πρώτο σου εφηβικό έρωτα. Τόσο αγνό,τόσο όμορφο,τόσο απλό είναι αυτό το συναίσθημα ενώ το ομώνυμο ''Hideaway'' είναι ένας μελωδικός ύμνος που θα μας συνοδεύει για χρόνια γιατί μέρα με τη μέρα δημιουργούμε νέα όνειρα, νέες προσδοκίες.
Η καρδιά έχει λιώσει και η εισαγωγή του ''Lonely Nights'', προδιαθέτει ότι θα γίνει αλοιφή ...για το πόνο του άλλου. Πάλι καλά που ακολουθεί το ''Life is a wonder'', με εισαγωγή αλα Randy Rhoads, για να μας υποδείξει ότι τα παιδιά εκτός από ευαίσθητα είναι και μεταλλάδες... και φυσικά τι άλλο ... ρεφρέν που μένει.
Ένα τόνο πιο κάτω το ''When you feel'' όπου ξεδιπλώνεται όσο προχωρά ενώ το πιασάρικο ''Masquerade'' σε πιάνει από το λαιμό από την αρχή και εξελίσσεται σε ένα έπος, σε έναν ύμνο. Χέρια ψηλά και όλες οι μάσκες να πέφτουν καθώς φορώντας το προσωπείο μας όλα είναι μια παρωδία.
Τα συναισθήματα έχουν πιάσει κόκκινο και το αέρινο έπος ''Uknown hero'' έρχεται να μας δροσίσει, να μας μεταφέρει πίσω στο καλοκαίρι και να κάνουμε μια βουτιά στην αγκαλιά του άγνωστου ήρωα του εαυτού μας.
Το'Road to nowhere'' μου υπενθυμίζει ότι φτάνει το τέλος. Απίστευτη ενέργεια για μπαλάντα ενώ από το 1:40 και μετά όπου εμφανίζεται αυτό το δαιδαλώδες riff , γίνεται χαμός...
'Far away'' ...από την αρχή μέχρι το τέλος αυτό το άλμπουμ σου δίνει συναισθήματα, έτσι και στο τέλος σου δίνει το δράμα. Δεν ήθελα να τελειώσει. Είχα γίνει λιώμα ...Δάκρυα, χαρά έντονα συναισθήματα που είχα χρόνια να νιώσω. Μετά θυμήθηκα ότι υπάρχει το repeat...
Mέχρι το πρωί.

Υ.γ Ειδική μνεία και στην Ελίνα Εγγλέζου για τη στιχουργική της συμμετοχή στα ''Calling you'',''Hideaway'' και ''Far away''.


Γιάννης Γιουρτζάκης

Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2019

Robert Tepper: "Better Than The Rest"

Αποτάσσομαι, κατά κυριολεξία τρέμω, το ενδεχόμενο να αντικρύσω βλέμμα οίκτου ή και έκπληξης μειρακίου όταν θα πω σε κουβέντα ότι πήγα στην πρώτη προβολή του Rocky IV, τον Ιανουάριο του ’86.

Ο άνθρωπος που μαζί με τον Benny Mardones έγραψε στα 30 του μια από τις all time classic μπαλλάντες του νυχτερινού ραδιοφώνου επιστρέφει με το 5ο μόλις άλμπουμ του σε 34 χρόνια. Γέννημα – θρέμμα του NewJersey ο Tepper υπήρξε μια ενδιαφέρουσα περίπτωση για τη μουσική βιομηχανία. Συνδυάζοντας πλούσια με μεσαίες και χαμηλές συχνότητες, εκφραστική φωνή, συνθετικές ικανότητες και εικόνα poster boy, θα κανονικά θα έπρεπε να διαπρέψει.
Πέντε χρόνια μετά το “Into The Night”, ο Stallone τον ανακαλύπτει και με το “No Way Out” (US#22, 29/3/86) γράφει ιστορία. Εκατομμύρια μάτια καρφώνονται σ’ ένα ουσιαστικά βίντεο κλιπ μέσα στην ταινία, όπου ο Rocky, υπό τους ήχους του θρυλικοιύ sequencer, χώνει το κλειδί στη μηχανή της Φερράρι και με λυμένη τη γραββάτα ξεχύνεται νύχτα στους δρόμους και θυμάται στιγμές της ζωής του: τον κτηνώδη Ντράγκο, τον Aπόλλο να πέφτει νεκρός, την πρώτη του επική νίκη, τον αδικοχαμένο Μίκυ, τις αμφιβολίες για την αξία του μπροστά στον καθρέφτη, την ανάβαση στα μαρμάρινα σκαλοπάτια του μνημείου της Φιλαδέλφεια την αυγή, και ξανά τον Απόλλο να πέφτει νεκρός και να πεθαίνει στα χέρια του.
Σπάνια ένα κομμάτι περιέσωσε τον ερμηνευτή του για δεκαετίες και στάθηκε ικανό να στηρίξει μια ολόκληρη καρριέρα. Και του φωτογενούς Robert Τepper έμοιαζε ανθηρή τότε, στα 1986, ιδίως αφού ο Stallone τον ενέταξε και στο soundtrack του - cult πλέον για κάθε σοβαρό νεανία 50 ετών - “Cobra”, με το αξέχαστο "Angel Of The City”. Όμως, για κάποιο προφανώς άδοξο λόγο, το υποδειγματικό A.O.R. του παρθενικού του lp (“No Way Out”) που περιείχε και τα δύο αυτά μικρά hit, δεν πήγε καλά, ενώ το επόμενο άλμπουμ “Modern Madness” πάτωσε, παρά το καλό υλικό. Έκτοτε, μπήκε σε μια οδυνηρή διαμάχη με την Scotti Brothers, την εταιρία που είxε φτιάξει τους Survivor και συνδεόταν με τα επιχειρηματικά συμφέροντα του Stallone.
Επί οκτώ χρόνια ο Tepper δε μπορούσε να κυκλοφορήσει τίποτα στο όνομά του, έγραφε για άλλους. Όταν το επιχείρησε, όλο το έργο στη βιομηχανία είχε αλλάξει και ο ίδιος είχε καταχωρηθεί πλέον ως παλαιολιθικός one hit wonder.
Mετά από περίπου δύο δεκαετίες, ξαναμπήκε στη δισκογραφία με το "New Life Story" και στις ζωντανές εμφανίσεις. Τότε, στην Ισπανία, γνώρισε τον κιθαρίστα και συνθέτη Pablo Padilla, ικανό ενορχηστρωτή και με διάθεση να τον αναστήσει, κάτι που έδειξε ότι μπορεί να επιτευχθεί, αφού ο γεννημένος το 1950, o Tepper κρατούσε σε άψογη φόρμα τη φωνή του (αν και όχι τη χαίτη και τη διάμετρο της μέσης του). Το “Better Than The Rest” το 5ο άλμπουμ του Tepper είναι η πρώτη τους κοινή προσπάθεια.
To “Why Does Over Have To Be So Sad” ξεκινά με soul εισαγωγή, προχωρά στα εδάφη του μοντέρνου A.O.R, αφήνοντας χώρο στη φωνή και αφήνει προσδοκίες. Τις οποίες φτάνει κοντά στο να εκπληρώσει το Better Than The Rest, το οποίο παρά το ενοχλητικό στουντιακό παιχνίδισμα στη φωνή κατά τη διάρκεια του ρεφραίν (τί φτωχή ιδέα, τί πεπαλαιωμένο εφέ, έλεος!), είναι ένα από τα καλύτερα τραγούδια του Tepper, δυνατό στο ρεφραίν, όπως περιμένουμε τα απολειφάδια όπως ο γράφων που πήραμε εισαγωγής το “No Way Out” και το λιώσαμε. Ανάλογη ανάταση προκαλεί το καλύτερο κομμάτι του άλμπουμ, το “My Yesterday”, το οποίο με το ρεφραίν είναι σα να εκρήγνυται μέσα στις φλέβες, παρ’ ότι ο Padilla θα έπρεπε να πάρει κόκκινη κάρτα για το ότι δεν αποτολμά ένα κιθαριστικό σόλο που άνετα θα ανήγαγε το κομμάτι σε διαμάντι.


Το “Time Just This Time” ξεχωρίζει μια παλιάς κοπής ρομαντική fmμπαλλάντα που θα μπορούσε άνετα να παιχτεί δίπλα στους Hooters το 1986, με τον Padilla να αποφασίζει να δοκιμάσει ένα κανονικό σόλο στο κατάλληλο σημείο. Το “I Don’t Want To Make You Love Me” ανακουφίζει γιατί ο Padilla ζορίζει επιτέλους την ταστιέρα, ενώ το up-tempo “Show Me Where The Light Is Going” κλωτσάει ευπρόσδεκτα σαν κομμάτι που έμεινε έξω από το “Too Hot To Sleep” των Survivor. Ένα κράμα Def Leppard εποχής “Adrenalize” και Southside Johnny (ήχος και delivery του Jersey) είναι και το “Beyond The Atmosphere”, ενώ το “Tell Me You Love Me” περνάει τη βάση - ευδόκιμο filler.
Ακριβής στο να υπογραμμίζει τη μελωδία, η φωνή του Tepper αναζητά κάτι παραπάνω από την προβλέψιμη παραγωγή, κάτι που γίνεται γρήγορα αισθητό στα “All That We Never Have”,  στο άτολμο και αδύναμο να χτυπήσει το στόχο “Testimony” και το “You Know Just How You Feel”. Ενώ η φωνή ακούγεται κραταιά και γεμάτη συναίσθημα, έστω και σε ένα ρετρό ύφος, δεν παίρνει τις αιχμές που θα χρειαζόταν από την κιθάρα. Το συνολικό αποτέλεσμα είναι εύηχο, ικανό να τσιτώσει τα ηχεία και να συντροφεύσει μια μακριά αυτοκινητάδα, αφήνει πάντως την αίσθηση ότι η φωνάρα του Tepper μένει αναξιοποίητη πάνω σε A.O.R. ασκήσεις που δυσκολεύουν να απογειωθούν.
Better Than The Rest, σίγουρα, αν δει πού βρίσκονται οι σύγχρονοι του RockyIV τραγουδοποιοί οι ειδικευμένοι στα soundtrack της δεκαετίας του ’80.
Οι φανατικοί του δισκογραφικά εκλεκτικού Tepper θα το αγαπήσουν έτσι κι αλλιώς, όμως το άλμπουμ αν δεν είχε τα τρία – τέσσερα πεζά κομμάτια και την κιθαριστική ατολμία του Padilla να ξεσαλώσει, θα ήταν η «επιστροφή της χρονιάς».

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2019

Go-Go's: We Got the Beat!

Oι Αμερικανίδες GO-GO’S σχηματίστηκαν το 1978 στο Los Angeles και θεωρούνται ότι ήταν από τα πρώτα καθαρά γυναικεία σχήματα που υπέγραφε τις συνθέσεις του και έπαιζε το ίδιο τα όργανα ενώ η τραγουδίστρια τους Belinda Carlisle έκανε πετυχημένη σόλο καριέρα στo δεύτερο μισό της δεκαετίας του ΄80.
Η θηλυκή μπάντα αποτελείτο από τις: Belinda Carlisle στα φωνητικά, την Charlotte Caffeylead στην κιθάρα και το πιάνο, την Gina Schock  στα ντραμς, την Kathy Valentine  στο μπάσο και την Jane Wiedlin  στην κιθάρα και τα δεύτερα φωνητικά.
Ο συνδυασμός power pop μελωδιών, πανκ-ροκ ρυθμών και υπέροχων διπλών φωνητικών δημιούργησε μία νέα σχολή που κάποιοι κριτικοί τότε την χαρακτήρισαν ως New Wave κίνημα.



Η μπάντα στο ξεκίνημα της έγραψε σε demo πέντε τραγούδια και έπαιζε support με τους Madness οπότε και κατάφερε να δημιουργήσει ένα ευρύ κοινό και να κλείσει ένα καλό δισκογραφικό συμβόλαιο. Ο παρθενικός τους δίσκος κυκλοφόρησε το 1981 σε παραγωγή του Richard Gottehrer και ονομαζόταν “Βeauty and The Beast” κάνει τεράστια εμπορική επιτυχία αφού πούλησε πάνω από 3 εκατομμύρια αντίτυπα, έγινε διπλά πλατινένιο και έπιασε την κορυφή και οι Go-Go’s κερδίζουν το βραβείο Grammy σαν το καλύτερο νεοεμφανιζόμενο γκρουπ.
Το τραγούδι “We Got The Beat” έγινε μεγάλο hit και ακούγεται μέχρι και σήμερα από αρκετά ραδιόφωνα ενώ το άλμπουμ θεωρείται από το περιοδικό Rolling Stone μέσα στα 500 καλύτερα άλμπουμ όλων των εποχών.
Στο ίδιο άλμπουμ υπάρχουν έξοχα τραγούδια όπως τα "Lust to Love", “ Tonite”, Can't Stop The World” και “Our Lips Are Sealed” (το περιοδικό Rolling Stone  το τοποθετεί στα 100 καλύτερα ποπ τραγούδια).

Τον Αύγουστο του 1982 κυκλοφορεί το δεύτερο άλμπουμ του γκρουπ με τίτλο “Vacation” και γίνεται χρυσό ενώ καταφέρνει και φτάνει στο Νο 8 του Billboard και ο ήχος τους θυμίζει έντονα μπάντες των ‘60s. Η τουρνέ που ακολουθεί είχε επιτυχία, κέρδισαν κι άλλο βραβείο Grammy αλλά τα προβλήματα με τα ναρκωτικά κτύπησαν τα μέλη του συγκροτήματος με αποτέλεσμα να παρουσιαστούν και τα πρώτα προβλήματα. Tραγούδια που ξεχωρίζουν εκτός από το ομότιτλο (κυκλοφόρησε και σε cassette single!!!) είναι η διασκευή το Cool Jerk  των The Capitols, το He's so strange”, το “We Don't Get Along”, το "Get Up and Go" που στη δεύτερη πλευρά του υπήρχε το πανέμορφο  “Speeding που ακούγεται και στην ταινία “Fast Times at Ridgemont Highπου πρωταγωνιστεί ο Sean Penn.



To 1984 οι Go-Go’s κυκλοφορούν το τρίτο άλμπουμ, το μέτριο “Talk Show” και προσπαθούν να περισώσουν την κατάσταση με πολυδάπανα video clip κάτι που όμως δεν τους έσωσε από την εμπορική αποτυχία. Ξεχωρίζουν τα “Turn To You” (στο βίντεο κλιπ πρωταγωνιστεί ο ηθοποιός Rob Lowe), το εξαιρετικό “Head Over Heels”, το “Yes or No"  που το συνυπογράφουν με τους Sparks και τα θαυμάσια “Mercenary”  και “You Thought” όμως τα περισσότερα κομμάτια του νέου δίσκου δεν παίχτηκαν ούτε στις συναυλίες που ακολούθησαν αποδεικνύοντας το μέγεθος της απογοήτευσης και από το ίδιο το συγκρότημα.
Οι αλλαγές στο γκρουπ είχαν αρχίσει και παρά την αποδοχή του κόσμου σε ένα υπέροχο live στο Ρίο αποφάσισαν το 1985 να το διαλύσουν. Αυτή που ξεχώρισε μετά την διάλυση και έκανε μεγάλη εμπορική επιτυχία στη συνέχεια ήταν η τραγουδίστρια Belinda Carlisle με τα "Heaven Is a Place on Earth",  "I Get Weak" και αρκετά άλλα χορευτικά ποπ κομμάτια.



Το 1990 oι Go-Go’s αποφασίζουν να επανασυνδεθούν με την κλασική σύνθεση τους για μερικές συναυλίες και έπειτα μπαίνουν στο στούντιο για να επαναηχογραφήσουν δικά τους τραγούδια για μία greatest hits συλλογή. To 1994 με διαφορετικό line up η μπάντα κυκλοφορεί το διπλό Return to the Valley of The Go-Go's” με τρεις νέες ηχογραφήσεις.
Μετά από 17 χρόνια και συγκεκριμένα το 2001 αποφασίζουν να επανασυσταθούν και να κυκλοφορήσουν νέο άλμπουμ με τίτλο God Bless the Go-Go's” με ανανεωμένο ήχο και με την Susanna Hoffs (Bangles) να συμμετέχει σε ένα τραγούδι ως συνθέτης και τον Billie Joe Armstrong (Green Day) να υπογράφει το δυναμικό τραγούδι “Unforgiven” ενώ ξεχωρίζουν και τα “La La Land”, “Apology” και “Stuck in My Car”.
Το εξώφυλλο του άλμπουμ δημιουργήθηκε από τον φωτογράφο Maryanne Bilham  και επικρίθηκε από την Καθολική εκκλησία.
Παράλληλα την ίδια χρονική περίοδο έδωσαν αρκετά live show και έπαιξαν παρέα με τους Elton John, Billy Joel, David Crosby και Paul Simon, στη συναυλία  "An All-Star Tribute to Brian Wilson
Από το το 2010 και μετά, η μπάντα εξακολουθεί να υπάρχει και να παίζει σε διάφορες συναυλίες προσπαθώντας να διατηρήσει τον μύθο του παρελθόντος με την μπασίστρια Kathy Valentine να μην είναι στο σχήμα.
Studio albums

  • Beauty and the Beat (1981)
  • Vacation (1982)
  • Talk Show (1984)
  • God Bless The Go-Go's (2001)

Φώτης Μελέτης

Κυριακή, 22 Σεπτεμβρίου 2019

Neal Morse: "Jesus Christ The Exorcist"


Όσοι παρακολουθούν την πορεία του πολυτάλαντου Neal Morse δεν εκπλήσσονται από την αστείρευτη έμπνευση και το μέγιστο συνθετικό οίστρο του Αμερικανού καλλιτέχνη. Αυτή την φορά εντυπωσιάζει με την δημιουργία ενός prog-rock μιούζικαλ στα πρότυπα της κλασσικής ροκ όπερας Jesus Christ Superstar των Andrew Lloyd Webber και Tim Rice.


Παρά το γεγονός ότι τα τελευταία τρία χρόνια έχει κυκλοφορήσει δύο θαυμάσια prog album, τα "The Similitude of a Dream" (2016) και "The Great Adventure" (2019), δεν εμπόδισε τον ακούραστο Neal Morse να δημιουργήσει άλλο ένα εκπληκτικό concept δίσκο που κινείται στο πνεύμα του "Jesus Christ Superstar", παρέα με χαρισματικούς μουσικούς όπως  τον κιθαρίστα Paul Bielatowicz (Carl Palmer’s ELP), τον πληκτρά  Bill Hubauer, τον μπασίστα Randy George και τον Eric Gillette στα τύμπανα (ναι καλά διαβάσατε τον σπουδαίο κιθαρίστα των N.M.B) που εντυπωσιάζει με το πολύπλευρο ταλέντο του!
Τώρα ερχόμενοι στους πρωταγωνιστές του "Jesus Christ The Exorcist", τον Ιησού Χριστού αποδίδει εξαιρετικά ο Ted Leonard (Spock's Beard, Enchant), τον Ιούδα κάνει ο Nick D'Virgilio (Big, Big Train, Spock's Beard), ενώ ο Rick Florian (White Heart) αποδίδει τον Διάβολο και ο Matt Smith (Theocracy) αναλαμβάνει τον ρόλο του Ιωάννης Βαπτιστή.
Επίσης ο Jake Livgren (Proto-Kaw) κάνει τον Απόστολο Πέτρο  και τον Καϊάφα, ενώ η έκπληξη ακούει στο όνομα, της άσημης νεαρής Talon David ως Μαρία Μαγδαληνή. Τέλος στα φωνητικά συμμετέχουν ο John Schlitt (Petra), ο Wil Morse (γιος του Neal) και φυσικά o N. Morse κάνοντας τον Πόντιο Πιλάτo και παράλληλα παίζει κιθάρα, πλήκτρα, τραγουδά και έχει συνθέσει ένα τεράστιο μουσικό έργο που σε μερικά χρόνια εύχομαι να παίζεται σε μεγάλες και ιστορικές παγκόσμιες θεατρικές σκηνές.
Για άλλη μια φορά ο Αμερικανός καλλιτέχνης μας προσφέρει μοναδικές μελωδίες, ιδανική αρμονία, πανδαισία φωνητικών ερμηνειών, εκρηκτικές ενορχηστρώσεις ποτισμένα από έναν ανεξάντλητο λυρισμό βυθισμένα σε μία γοητευτική χριστιανική οπερατική ροκ ατμόσφαιρα.
Η εισαγωγή του "Introduction" είναι επιβλητική και ακολουθεί το λυρικό "Overture" που σε βάζει άμεσα στο Βιβλικό concept του δίσκου μαζί με το  "Getaway" ενώ το "Gather The People" ομορφαίνει με τα χορωδιακά φωνητικά και είναι μία από τις πιο δυνατές συνθέσεις μαζί με το κορυφαίο "Jesus’ Baptism".
Το "Jesus’ Temptation" ξεκινά εκρηκτικά και στη συνέχεια αποκτα μία πιο θεατρική διάσταση όπου σε καθηλώνει με την prog-rock δυναμική που εκπέμπει σε αντίθεση με το απλοικό "There’s A Highway" .
Ακολουθεί το ροκέ σε blues ύφος "The Woman Of Seven Devils" με την δυνατή ερμηνεία της Talon David που παραπέμπει στην εξέλιξή του, στους Queen ενώ η σαγηνευτική μπαλάντα "Free At Last" απογειώνεται πάλι χάριν της μοναδικής φωνής της Talon David.
Το "The Madman Of The Gadarenes" είναι αρκετά αφηγηματικό με τα φωνητικά να παιχνιδίζουν (θυμίζουν Gentle Giant και Yes) κάτι που δεν συμβαίνει με τα λιτά "Love Has Called My Name" και "Better Weather" ενώ το "The Keys To The Kingdom" είναι πανέμορφο και μελωδικό με τα φωνητικά να κερδίζουν τις εντυπώσεις (ακούγεται σαν μια παραδοσιακή χορωδία εκκλησίας) και παράλληλα το "Get Behind Me Satan" που κλείνει το πρώτο cd θυμίζει αρκετά Deep Purple και Mr. Big!!!


 
Το "He Must Go To The Cross" συνεχίζει εκεί που έκλεισε το πρώτο άλμπουμ και οι ροκιές συνεχίζονται αφού συνυπάρχουν επιρροές από Queen και AC/DC.
Το "Jerusalem" είναι απολαυστικό (σε Broadway κλίμα) με τα φωνητικά να σε στέλνουν στους ουρανούς , ακολουθεί  η μπαλάντα "Hearts Full of Holes" με τον Nick D'Virgilio να είναι εξαιρετικός και  η συνέχεια ανήκει στο μοναδικό "The Last Supper" που μαζί με τους prog ρυθμούς και την δυνατή ερμηνεία του Ted Leonard έχουμε ηχητικές αναφορές μέχρι και στους Black Sabbath.
To μελωδικό "Gethsemane" με τα απίθανα πλήκτρα φέρνει λίγο από Kansas ενώ το "Jesus Before The Council And Peter’s Denial" σε ταξιδεύει στην βιβλική περίοδο.
Το "Judas’ Death" είναι μία κορυφαία σύνθεση άκρως prog, συναρπαστικό, επικό όπως και το "Jesus Before Pilate And The Crucifixion" που κινείται στο ίδιο αριστουργηματικό μοτίβο παράλληλα το οπερατικό "Mary At The Tomb" μαγεύει λόγω της σπουδαίας ερμηνείας του Talon David.
Το δεύτερο cd κλείνει με το μελωδικότατο "The Greatest Love Of All"  σε ολοκληρωτικό μιούζικαλ ύφος καθώς και με την επανάληψη του "Love Has Called My Name".
Συνοπτικά το "Jesus Christ The Exorcist" αποτελεί  ένα μεγαλειώδες μελωδικό prog/rock έπος, πλημμυρισμένο με πανανθρώπινα συναισθήματα που δεν απευθύνεται μονάχα σε όσους πιστεύουν στον Ιησού Χριστό αλλά σε όλους εκείνους που τραβούν τον δικό τους μοναχικό Γολγοθά και έχουν σαν οδηγό την αγάπη, την πνευματικότητα και την πίστη.
Ακούστε ξανά και ξανά το συγκεκριμένο άλμπουμ και πιστέψτε με, θα ανακαλύψετε μουσικές και μηνύματα που οδηγούν σε μία καλύτερη αντίληψη και αντιμετώπιση της σημερινής σκληρής πραγματικότητας.
Το "Jesus Christ The Exorcist" είναι μία μικρή ροκ όαση στο σκοτάδι που μας πλασσάρουν επιτηδευμένα οι αγγελιοφόροι του μαρασμού και της μιζέριας και όλα αυτά χάριν στο αστείρευτο και μοναδικό ταλέντο του Neal Mοrse.
 
Φώτης Μελέτης

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...