Κυριακή, 15 Απριλίου 2018

Odyssey Desperado: "Don't Miss The Sunset"


Η λεγόμενη μελωδική σκηνή μπορεί να νιώθει χαρούμενη που αποκτά άλλο ένα εμπνευσμένο σχήμα διότι ετούτη η όμορφη κυκλοφορία μας χαρίζει μικρά διαμαντένια AOR κομμάτια τα οποία είναι μία πραγματική όαση στην μετριότητα των τελευταίων κυκλοφοριών ενώ το γεγονός ότι αποτελείται από Έλληνες μουσικούς το κάνει ακόμη πιο ενδιαφέρον.

Το project των Odyssey Desperado έχει αρκετά όπλα στην μουσική του φαρέτρα ώστε να δημιουργήσει ετούτο τον εξαιρετικό δίσκο αρχίζοντας από τον εμπνευστή του σχήματος, τον ταλαντούχο κιθαρίστα και συνθέτη Odyssey Karapolitis αλλά και τον τραγουδιστή Manos Fatsis με τον τελευταίο να μου θυμίζει πότε τον Don Barnes (38 Special) κάποιες στιγμές τον Gregory Lynn Hall (101 South) αλλά ακόμη και τον David Coverdale. Η παρουσία του πανταχού παρών, Bob Katsionis κάνει τα πράματα ακόμη πιο δημιουργικά, αφού ο πολύπλευρος μουσικός βοηθά τόσο στον τομέα της παραγωγής αλλά και εκτελεστικά μιας και παίζει μπάσο αλλά έχει κάνει και το programming του άλμπουμ.
Σχεδόν σε ολόκληρο το δίσκο και συγχωρέστε με αν κάνω λάθος αλλά έχω την αίσθηση ότι συναντάμε τους Fortune, τους Harlan Cage, τους Pride of Lions αλλά και σκόρπιους ρυθμούς από Europe, MSG (περιόδου Robin Mc Auley) και Survivor.
O δίσκος ξεκινά δυναμικά με τα "Rush Of The Wave" και "Υou And Me Against The World" όπου οι κιθάρες, οι μελωδικές γέφυρες και η εξαίσια ερμηνεία του Manos Fatsis σε βάζουν άμεσα στο melodic/aor κλίμα του "Don't Miss The Sunset" με τα ρεφρέν να βρίσκονται σε συνεχή κορύφωση.
Ακολουθεί το πιο χαλαρό "Cruisin'" ενώ το "Dreams Die hard" περιλαμβάνει μία κλασσική AOR-αδικη εισαγωγή με τα πλήκτρα να έχουν αρχικά τον πρώτο λόγο και τα ενορχηστρωτικά κοψίματα να κάνουν ακόμη πιο δυνατή την εν λόγω σύνθεση. Έπεται το μπαλαντοειδές "Can't Live Without You" και ακολουθεί το συμπαθητικό  "Oasis (In The Desert Of Your Soul)".
Το "Holding On To A Dream" είναι μία απίθανη σύνθεση που σε γυρίζει πίσω στα '80s τότε που ο συγκεκριμένος ήχος μεγαλούργησε και χάριν της ερμηνείας του Manos Fatsis έχουμε μία απέραντη μελωδική πανδαισία ενώ το "Fragile" ακούγεται τόσο πορωτικό αφού από το νωχελικό ξεκίνημα του εξελίσσεται σε ένα καταιγιστικό melodic hard rock/aor ύμνο με τον Odysseas Karapolitis να προσθέτει μπόλικο κιθαριστικό πάθος.
Το "Tomorrow You'll Be Gone" είναι άλλη μία μνημειώδη σύνθεση με ένα επικό ρεφρέν σε πιο euro-power μονοπάτια και με τις εμπνευσμένες εναλλαγές να το κάνουν πιο συναρπαστικό  και τέλος το άλμπουμ κλείνει με το συγκλονιστικό "Wings Of Silk" που σε καθηλώνει σε όλα τα επίπεδα.
Οφείλουμε να αναφέρουμε ότι ευχάριστη έκπληξη του "Don't Miss The Sunset" είναι η συμμετοχή του Paul Laine (από τους υπέροχους Danger Danger) στα δεύτερα φωνητικά που προσθέτει ένα πιο αμερικάνικο ήχο στον δίσκο.
Εν κατακλείδι τόσο φωτεινό και απολαυστικό άλμπουμ είχαμε μήνες να ακούσουμε και μαζί με αυτό τον μελωδικό παράδεισο που νιώσαμε καταφέραμε να τερματίσουμε τα ηχεία και να αναστατωθεί επιτέλους η γειτονιά μετά από πολύ καιρό.
Με φόντο και οδηγό το καλοκαιρινό εξώφυλλο και τους aor/rock ρυθμούς των Odyssey Desperado ξεκινάμε το καλοκαίρι και τις διακοπές πολύ νωρίτερα με παραλίες, τεκίλες, ανεμελιά και ατελείωτες δόσεις ροκ ερωτισμού...
Για όσους λατρεύουν τον συγκεκριμένο ήχο το “Don't Miss The Sunset"  είναι ένα θείο δώρο οπότε προσπαθήστε να το αποκτήσετε με κάθε (νόμιμο) τρόπο.

Φώτης Μελέτης

Παρασκευή, 6 Απριλίου 2018

Perfect Plan: "Αll Rise"

Έχουμε ξαναγράψει ότι εδώ και πολλά χρόνια οι κυκλοφορίες και τα συγκροτήματα από την Σκανδιναβία με αιχμή του δόρατος την Σουηδία έχουν ανανεώσει αρκετά τον aor/melodic hard rock ήχο, όμως το τελευταίο διάστημα παρατηρούμαι μία φυσιολογική κάμψη σε ποιότητα συγκριτικά με αυτό που συνέβαινε πριν δέκα χρόνια περίπου.

Παρόλα αυτά οι Σουηδοί μουσικοί δεν έχουν κορεσθεί ακόμη και συνεχίζουν να μας χαρίζουν σπουδαία δείγματα καλοπαιγμένου και σύγχρονου aor/hard rock με το νεοσύστατο σχήμα των Perfect Plan να κάνει την απρόσμενη έκπληξη και νακυκλοφορεί ένα μικρό διαμαντάκι που δίνει το δικό του στίγμα στο χώρο του μελωδικού ήχου.
Το άλμπουμ ξεκινά με το "Bad City Woman" όπου οι κιθαριστικές αναφορές του εξαιρετικού Rolf Nordström, σε Journey, Van Halen είναι εμφανείς ενώ η μελωδική γραμμή της σύνθεσης θυμίζει έντονα Giant και Firehouse.
Ακολουθεί το επικό "In And Out Of Love"  που όταν το πρωτοακούσαμε, μας κέρδισε ολοκληρωτικά τόσο από την ερμηνεία του Kent Hilli αλλά κυρίως από την υπέροχη melodic/aor δομή του πανέμορφου κομματιού.
Το "Stone Cold Lover" ξεκινά επιθετικά με κιθάρες σε ύφος Jake E. Lee και John Sykes αλλά η συνέχεια είναι φούλ μελωδική και ξεσηκωτική με το ρεφρέν να είναι ένας πραγματικός δυναμίτης.
Το "Gone Too Far" έχει μία ρυθμική βάση που θυμίζει Κansas λόγω των  πλήκτρων του Leif Ehlin, όπου νότα με νότα ανεβαίνει συνεχώς και ο Kent Hilli έχει αναλάβει τον ρόλο του Coverdale.
Το "All Rise" συνεχίζεται με το ορμητικό "What Goes Around" που είναι μία μικρή αντιγραφή του "Takin' Me Down" των Hardline ενώ το επιβλητικό "Too Late" αποτελεί μία από τις κορυφαίες συνθέσεις του δίσκου με το ρεφρέν απλά να είναι μνημειώδες.
Ακολουθούν τα "Can’t Turn Back",
"Never Surrender" και το νοσταλγικό "1985" που συνεχίζουν πιστά σε όσα έχουν προηγηθεί με έναν απίθανο συνδυασμό Αμερικάνικου και Scandivanian aor/hard rock στυλ.
Τo άλμπουμ κλείνει υπέροχα με το "What Can I Do" και το "Heaven Ιn Your Eyes" δείχνοντας το αστείρευτο κιθαριστικό ταλέντο του
Rolf Nordström που σε ολόκληρο το δίσκο παίζει μοναδικά.
Συνοπτικά έχουμε να κάνουμε με μία εμπνευσμένη και εξαιρετική κυκλοφορία που θα χαροποιήσει ιδιαίτερα όσους αρέσκονται σε αυτόν των φωτεινό μελωδικό ροκ ήχο.

Φώτης Μελέτης

Σάββατο, 24 Μαρτίου 2018

Heartwind: "Higher And Higher"

Οι Heartwind είναι το αποτέλεσμα μιας παλιάς φιλίας, του κιθαρίστα/τραγουδιστή Goran Engvall (Hitworks) και του πληκτρά/συνθέτη Mikael Rosengren (Constancia, Token, Scudiero), που είχε ως βάση την κοινή τους αγάπη για το μελωδικό hard rock και AOR.

Το επόμενο βήμα για αυτούς τους δύο μουσικούς ήταν να συνθέσουν  τα κομμάτια του πάζλ που έλειπαν, να φτιάξουν το line-up της μπάντας.
Έτσι λοιπόν βρήκαν στο πρόσωπο των Peter  Svensson (Constancia, Faith) και του τραγουδιστή Germán Pascual (Narnia, Dj Mendez, Essence of Sorrow) τους ανθρώπους που θα ‘έδεναν’ τους Heartwind.
Το συγκρότημα ολοκληρώθηκε με τον βιρτουόζο κιθαρίστα Martin Hall (Germán Pascual), τον μπασίστα Germain Leth και τον Fredrik Folkare (Unleashed, Firespawn, Eclipse, Scudiero).
Μετά το πρώτο άκουσμα του νέου αυτού άλμπουμ,  "Higher And Higher", πρέπει να πω ότι μου άρεσε πολύ.  Για να είμαι ειλικρινής μου άρεσε πάρα πολύ !! Ορισμένα στοιχεία πρώιμων Europe, αλλά και οι κλασσικές  Scandi επιρροές της δεκαετίας των 80’s δίνουν το κάτι παραπάνω στους Heartwind και κάνουν το τελικό αποτέλεσμα ιδιαίτερα ελκυστικό.
Έξυπνες μελωδίες, πιασάρικα ρεφραίν, δυνατές κιθάρες και καλοδουλεμένες συνθέσεις είναι κάποια από τα πράγματα που θα συναντήσει κάποιος στο “Higher And Higher”.
Το εναρκτήριο άσμα του "Higher And Higher" (που θυμίζει Europe εποχής "Out Of This World"), η εκπληκτική μπαλάντα του "One Night Away Of You", το  δυνατό "Surrounding Me", το ποζεράδικο "Too Late For Roses"  (feat.  Tåve Wanning από τους Adrenaline Rush ) και ο υπέροχος AOR ύμνος  του" Do not Be That Girl "είναι μερικά από τα highlights του συγκεκριμένου δίσκου.
Το “Higher And Higher” είναι με λίγα λόγια απλό, πιασάρικο, ποιοτικό μελωδικό hard rock/AOR  που θα εκτιμηθεί δεόντως από κάθε οπαδό του μελωδικού ροκ ήχου.

Βασίλης Χασιρτζόγλου

Τρίτη, 6 Μαρτίου 2018

Simple Minds: “Walk Between Worlds”


Αφήνοντας στην άκρη τον κέλτικο φολκ – ροκ χαρακτήρα που χαρακτήρισε το νωχελικό, κάπως τεμπέλικο “Acoustic”, οι Σκωτζέζοι Simple Minds, έχοντας συμπληρώσει ακριβώς 40 χρόνια από το ξεκίνημά τους, κάνουν στροφή στο post punk παρελθόν τους για να αντλήσουν εμπνεύσεις από εκείνα τα στοιχεία που τους έκαναν τόσο δημοφιλείς.

Κι αφού συνθηκολόγησαν με τις ποπ επιρροές τους κατέληξαν στα πρώτα ντέμο ήδη από τον Σεπτέμβριο του 2014, λίγο μετά από την ολοκλήρωση του “Big Music”.
Η επιστροφή τους τον Φεβρουάριο του 2018 σηματοδοτεί το 18ο άλμπουμ για το συγκρότημα, το απόλυτα ηλεκτρονικό “Walk Between Worlds” για να παρουσιάσουν με μια νέα δυναμική ένα δυνατό μουσικό σύνολο από 8 (+ 3 στη deluxe έκδοση) dance rock, σκεπτικιστικά κομμάτια που ξεχειλίζουν από παντού ενέργεια - σήμα κατατεθέν του χαρακτήρα τους από τα ΄80’s - ειδικά σε ό,τι παρεμβλήθηκε ανάμεσα στο “Real to Real Cacophony” (1977) και το “Once Upon a Time” (1985) - και μπόλικη νοσταλγία.
Για την ιστορία και μόνο, αναφέρεται ότι η αρχική ιδέα ήταν να κυκλοφορήσουν δύο ξεχωριστά άλμπουμ, ταυτόχρονα. Το πρώτο θα δανειζόταν τον τίτλο του από το ομώνυμο σινγκλ, “Walk Between Worlds” και το δεύτερο θα έφερε την ονομασία “Nostalgia”. Η ιδέα εγκαταλείφθηκε και κυκλοφόρησε μόνο ένα άλμπουμ με την πρώτη ονομασία.
Από την παλιά σύνθεση του γκρουπ συναντάμε πρωτίστως την ψυχή του, τον Jim Kerr (φωνητικά) με τον μακροχρόνιο, παλιό του συνεργάτη, κιθαρίστα (και κημπορντίστα), Charlie Burchill.
Το υπόλοιπο line up απαρτίζουν ο ντράμερ, Mel Gaynor, ο μπασίστας Ged Grimes, η τραγουδίστρια Sarah Brown (με συμμετοχή και στο “Big Music”), o επίσης κιθαρίστας Gordy Goudie, η (εξαίρετη) Cherisse Osei στα τύμπανα και η Catherine Anne Davies στα κήμπορντς, χωρίς να λείπουν  και μερικές άλλες γκεστ συμμετοχές. Τη σκυτάλη της παραγωγής έχουν τα ίδια πρόσωπα με τα προηγούμενα άλμπουμ (“Big Music” και “Acoustic”), οι Andy Wright, Gavin Goldberg και οι Simple Minds.
Ο δίσκος ανοίγει με  το ατμοσφαιρικό, μπιτάτο (αλλά και κάπως συγκρατημένο) “Magic”, μια μουσική αντανάκλαση από τα 80’s παραπέμποντας στους δίσκους “Sons and Fascination” και “New Gold Dream” και σε κομμάτια όπως τα “Promised You a Miracle” και “All the Things She Said”.
Η δραματική ερμηνεία του Kerr με φωνητικά σαν κραυγή από την κορυφή ενός ψηλού λόφου, αναδεικνύεται μέσα από τα «υδραυλικά» συνθ,  τα θορυβώδη, από συναυλία βγαλμένα ντραμς, την παλλόμενη μπασογραμμή και την επηρεασμένη από Edge (U2) κιθάρα του Burchill. Το ίδιο (αν όχι περισσότερο) δυνατό το “Summer”. Το ηλεκτροφόρο σφυροκόπημα της κιθάρας, του μπάσου και των ντραμς δίνουν μια άλλη εκδοχή για το πολυτραγουδισμένο καλοκαίρι.



Τρεμοπαίζοντας το “Utopia” θυμίζει τη συνήθεια να εξιδανικεύουμε το παρελθόν, κρατώντας μόνο τις καλές αναμνήσεις. Σε μία άλλη ανάγνωση, μεταφέρει ένα μήνυμα και για την ίδια τη μπάντα, ότι δεν της αξίζει να ξεχαστεί μέσα στη δίνη της θορυβώδους μουσικής βιομηχανίας. Κάτι σαν το “Don’t you (Forget about me)” του οποίου η διαχρονικότητα χρωστά πολλά και στον τίτλο του, που ξεκάθαρα τραβά όλη την προσοχή στο συγκρότημα.
Το τρακ ορόσημο του άλμπουμ, “The Signal and the Noise” θυμίζει τα indie σινγκλς που έκαναν δημοφιλές το γκρουπ στην αρχή της καριέρας του. Με τις κιθάρες να δίνουν την απαραίτητη ένταση, τα έξοχα συνθ να κουμπώνουν τέλεια στον κυρίαρχο ντίσκο ηλεκτρονικό ρυθμό και τα απόκοσμα backing vocals, ο Kerr προτρέπει τους ακροατές του να βγάλουν τα ακουστικά τους και να απελευθερωθούν για να δεχτούν τα νέα ερεθίσματα (του ίδιου του άλμπουμ): “There’s a feeling that takes over/and it has no fear/when you’re caught between the signal and the noise”.
Η ευλαβικά τηρούμενη ηλεκτρονική διάθεση είναι εξίσου διάχυτη και στα “Silent Kiss”, που ξεδιπλώνεται η μελωδικότητα της φωνής του Kerr, “Angel Underneath My Skin” της deluxe έκδοση και “In Dreams” με τα εντυπωσιακά του συνθ.
Το “Barrowland Star” δανείζεται τη θεματική του από την περίφημη αίθουσα χορού της Γλασκόβης, που έχει φιλοξενήσει και αρκετές εμφανίσεις του συγκροτήματος στο παρελθόν. Με τα συνθ κι εδώ να βρίσκονται στο προσκήνιο, με τον τρόπο των OMD, περισσότερο όμως ροκ γράφοντας  οι κιθάρες στο τέλος του κομματιού τον επίλογο διθυραμβικά και να κλέψουν την παράσταση.
Εντελώς διαφορετικό το εσωτερικό και από live εκτέλεση “Dirty Old Town”, μια διασκευή του ομώνυμου κομματιού του Ewan MacColl, όπου συναντάμε τον Kerr και τη Brown σε ένα όμορφο, ταιριαστό ντουέτο.
Ως τελικός απολογισμός, το “Walk Between Worlds” έρχεται με φόρα, κατευθείαν από τις παλιές, καλές «ηλεκτρονικές» μέρες των ‘80’s θυμίζοντας σε αρκετά σημεία τα πρώτα βήματα των Depeche Mode αλλά και των Simple Minds που μας κάνουν εμφανές ότι σέβονται τις ρίζες τους και δεν διστάζουν να ανατρέξουν εκεί. Και ασφαλώς οι οπαδοί της electro pop θα αποτίσουν τον δέοντα φόρο τιμής.
Οι υπόλοιποι το πιο πιθανό είναι να μην πειστούν  (αν και ποτέ δεν είναι αργά). Το μόνο σίγουρο είναι ότι πολύχρονη πείρα και οι συνεχόμενες επιτυχίες των Simple Minds τους επιτρέπουν να πατάν γερά στα ποδιά τους και να αποπνέουν αυτοπεποίθηση, κάνοντας τους δίσκους που θέλoυν, χωρίς να νοιάζονται για τη γνώμη των άλλων. Κάτι που έγινε αντιληπτό από το στήσιμο και την άνεση του Kerr όταν παρουσίαζε το “Acoustic” στις συναυλίες για την προώθησή του, την προηγούμενη χρονιά.
Και (σε κάθε περίπτωση) όπως και να ‘χει σίγουρα θα βρεθούν εκείνοι που θα υποκύψουν στη γοητεία των λεπτοδουλεμένων τόνων του “Walk Between Words”, στο καθαρό όραμα των στίχων του και την άρτια ερμηνεία του Kerr.
Έχοντας κάπως έτσι την ευκαιρία (και την τύχη) να περιδιαβούν τους μουσικούς δρόμους των ‘80’s με κατάληξη το σήμερα, εκεί που συνεχίζει ακόμη το ταξίδι του ένα τεράστιο συγκρότημα, ένα ταξίδι που φαίνεται ότι (ευτυχώς) δεν θα έχει σύντομο τέλος.

Μαρία Γεωργιάδου

Πέμπτη, 22 Φεβρουαρίου 2018

Bad Company: “Live in Albuquerque 1976”


Οι θρυλικοί Βρετανοί BAD COMPANY αποτελούν για τους περισσότερους από εμάς τον απόλυτο ορισμό τι εννοούμε παραδοσιακό hard rock που αποτελείτο από έμπειρους και πετυχημένους μουσικούς με προυπηρεσία σε σπουδαία γκρουπ όπως οι Free, οι King Crimsonκαι οι Mott the Hoople.
Η μπάντα μεγαλούργησε κυρίως στα ’70s με τα πρώτα τρία άλμπουμ τους, τα οποία θεωρούνται κλασσικά ενώ επανήλθαν τα μέσα της δεκαετίας του ‘80s δριμύτεροι κυκλοφορόντας μερικά αξιοπρεπή άλμπουμ χωρίς τον Paul Rodgers στο μικρόφωνο. Τα τελευταία χρόνια οι Bad Company περιοδεύουν ανά καιρούς με μεγάλο απόντα τον μπασίστα  Boz Burrell που έφυγε από την ζωή το Σεπτέμβριο του 2006.
Ερχόμενοι τώρα στο “Live in Albuquerque 1976” βρίσκουμε ένα εξαιρετικό best of με ζωντανές ηχογραφήσεις της μπάντας, με συνθέσεις που έμειναν στην ιστορία. Βασικός υπαίτιος που βγήκε στο φως της δημοσιότητας  η συγκεκριμένη κυκλοφορία είναι η επιμονή του κιθαρίστα Mick Ralphs αφού ο ίδιος χάριν στο μεράκι του κατάφερε και σώθηκαν οι εν λόγω ηχογραφήσεις ενώ παράλληλα ο ίδιος από το προσωπικό του αρχείο εμπλούτισε με δικές του φωτογραφίες το εικαστικό κομμάτι του άλμπουμ.



ΤοLive in Albuquerque έχει μία περιπετειώδη διαδρομή ώσπου να κυκλοφορήσει διότι με την κυκλοφορία του τρίτου άλμπουμ της μπάντας “Run with the Pack” αποφασίζουν να βγάλουν λίγους μήνες αργότερα στην αγορά το συγκεκριμένο live δίσκο αλλά τον αποσύρουν αμέσως λόγω νομικών ζητημάτων που υπήρξαν με τα πνευματικά δικαιώματα.
Ευτυχώς το “Live in Albuquerque 1976” κυκλοφόρησε επίσημα τριάντα χρόνια μετά  (τον Αύγουστο του 2006) με πλούσιο booklet και οι χιλιάδες φίλοι της μπάντας έχουν την χαρά να απολαύσουν έναν από τους πιο συναρπαστικούς live rock δίσκους της δεκαετίας του ’70.
Όλη η αυθεντική παλιοπαρέα των Mick Ralphs, Paul Rodgers, Boz Burrell και του Simon Kirke δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους και παραδίδουν μαθήματα απλού, ατόφιου αλλά πάνω από όλα ψυχωμένου hard rock χωρίς υπερβολές και φτηνούς εντυπωσιασμούς βάζοντας την δική τους ανεξίτηλη σφραγίδα στο λεγόμενο classic rock ήχο.
Φυσικά στο “Live in Albuquerque 1976” περιλαμβάνονται σχεδόν όλες οι κορυφαίες συνθέσεις της μπάντας με τις παθιασμένες ερμηνείες του Paul Rodgers να κυριαρχούν (αν και σε κάποια σημεία ακούγεται κουρασμένη).
Συνθέσεις όπως τα “Feel Like Makin' Love” και “Rock Steady” ακούγονται ακόμη πιο δυναμικά ενώ το καταιγιστικόDeal With The Preacherείναι η καλύτερη προετοιμασία για το σπαρακτικό “Ready for Love”.
Στο Can't Get Enough γίνεται το σχετικό παιχνίδισμα με τον κόσμο ενώ σπουδαίες στιγμές είναι οι ανατριχιαστικές ερμηνείες σταBad Company”, “Shooting Star” και Simple Manαλλά και στο
"Run with the Pack" τα μελωδικά κιθαριστικά σολαρίσματα του Mick Ralphs είναι πραγματική κατάθεση ψυχής.
Τα πολλά λόγια κουράζουν λέει μία λαική ρήση οπότε για τους Bad Company το μόνο σίγουρο είναι έχουν ριζώσει βαθιά στην καρδιά μας και είναι μία από τις πιο όμορφες μπάντες που έβγαλε η ροκ μουσική και σίγουρα η καλύτερη παρέα μας για όσα χρόνια μας έχει δώσει ο Θεός ακόμη…

Φώτης Μελέτης

Κυριακή, 11 Φεβρουαρίου 2018

Pearl Jam: “Ten”


Μια φορά κι ένα καιρό ήταν μια μπάντα από το Σιάτλ, η Mother Love Bone και είχε το όνειρο να γίνει διάσημη. Ένα όνειρο που έσκασε σαν σαπουνόφουσκα με τον αναπάντεχο θάνατο του frontmant αυτής, του Andrew Wood, που την πάτησε όπως τόσοι και τόσοι άλλοι χρήστες που πίστεψαν ότι θα μπορούσαν να ελέγξουν εκείνη τη λίγο παραπάνω δόση (ηρωίνης).

Μετά από τρεις μέρες σε κώμα, αποσυνδέθηκαν τα μηχανήματα που τον κρατούσαν στη ζωή. Κατέληξε στις 19 Μαρτίου του 1990, ενώ ήταν μόλις 24 ετών και μόλις δύο εβδομάδες πριν από την κυκλοφορία του πρώτου άλμπουμ του συγκροτήματος, του “Apple” που προοριζόταν να τον κάνει σούπερσταρ. Τα άλλα μέλη της μπάντας, ο Stone Gossard (κιθαρίστας) και ο Jeff Ament (μπασίστας) προσπαθώντας να ξεπεράσουν την αναποδιά που τους έτυχε, δέχτηκαν την προσωρινή λύση που τους πρότεινε ο από μηχανής Θεός», φίλος τους  Chris Cornell (των Soundgarden), να συμμετάσχουν στους Temple of the Dog.
Ενώ γνώριζαν καλά ότι αυτό ήταν μια διέξοδος με ημερομηνία λήξης, αυτό που τους απασχολούσε ήταν πώς θα μπορούσαν να αναμορφώσουν το δικό τους γκρουπ για να το πάνε μερικά βήματα παραπέρα. Ήξεραν πως οι μέρες της funky alternative metal που αντιπροσώπευαν οι Mother Love Bone, είχαν παρέλθει ανεπιστρεπτί και χρειάζονταν άλλα πρόσωπα κι ένα δυναμικό υλικό για να καταφέρουν να προχωρήσουν.

Κάπου εκεί, για καλή τους τύχη, βρέθηκε το «10 το καλό», ο καινούργιος frontman, ένας 24χρονος σέρφερ από το Σαν Ντιέγκο, που σύντομα έμελε να γράψει ιστορία για τον ίδιο και τη μπάντα. Ήταν ο Eddie Vedder που θα συμπλήρωνε το κενό και με το παραπάνω. Και παρέα με τους υπόλοιπους έφτιαξαν με πολύ αγάπη και μεράκι το νέο σχήμα που θα έφερε την ονομασία Pearl Jam”, εγκαταλείποντας την αρχική “Mookie Blaylock” για λόγους πνευματικής ιδιοκτησίας, καθώς επρόκειτο για το όνομα γνωστού μπασκετμπολίστα και σταρ του NBA.
Το νέο αυτό σχήμα επιλέγοντας τις μουσικές του δεν απαρνήθηκε την αρμονία και μελωδία του πλούσιας κλασικής ροκ κληρονομιάς, ούτε προτίμησε να κάνει πανκ επιλογές, όπως οι Nirvana. Αντιθέτως, ενσωμάτωσε γενναιόδωρες δόσεις από την παλιά καλή κλασική ροκ και με τις ουσιαστικές κιθάρες του Stone Gossard, το σκοτεινό μπάσο του Jeff Ament και τους στίχους - θεραπεία του νέου οργισμένου, περισσότερου ανθρώπινου από τα συνηθισμένα ροκ σταρ, frontman Eddie Vedder τέθηκε το πλαίσιο για μια νέας γενιάς μπάντα που προοριζόταν να γεμίζει στάδια και να συνεπαίρνει πλήθη.  

Αμέσως και αυθόρμητα, σήκωσαν μανίκια και χωρίς να χάνουν καθόλου χρόνο επικεντρώθηκαν στο πρώτο τους άλμπουμ που έμελε να αναδειχθεί στο αριστούργημα που θα το χαρακτήριζε ένας πρωτόγνωρος για τα μέχρι τότε δεδομένα ήχος.
 
Ο πρώην ντράμερ των Red Hot Chili Peppers, Jack Irons, (και μετέπειτα ντράμερ των Pearl Jam από το 1994) που απέρριψε τότε τη συμμετοχή του στους Pearl Jam λόγω των υποχρεώσεών του στη μπάντα που συμμετείχε (την “Eleven”) είχε ήδη ετοιμάσει ένα ντέμο με instrumental συνθέσεις που το έδωσε στο φιλαράκι του από το μπάσκετ, τον Vedder. Αυτός το άκουσε, πήγε για σερφ και μετά κάθησε και έγραψε απνευστί τους στίχους. Η έμπνευσή του υ αποτυπώνεται εναργώς στη δήλωσή του: «Ό,τι πίστευα βρίσκεται σ’ αυτήν ακριβώς τη γ@μημένη στιγμή. Και ουσιαστικά γι’ αυτό πρόκειται όλος ο δίσκος». Θέματα όπως η κατάθλιψη, η αυτοκτονία, η μοναξιά και ο φόνος κυριαρχούν στο Ten”, και με κάποιες εξειδικευμένες αναφορές στους άστεγους (Even Flow”) και τις ψυχιατρικές κλινικές ("Why Go"). Όσο για το Jeremy (όπως και το video που το συνοδεύει) βασίζεται σε αληθινή ιστορία γυμνασιόπαιδου που αυτοκτόνησε με όπλο μέσα στην τάξη του κι ενώπιον των υπόλοιπων των συμμαθητών του.
Το ντέμο που ετοίμασε ο Vedder και ταχυδρόμησε στον Ament περιείχε τρία κομμάτια, μέρος μιας μίνι ροκ όπερας με τον τίτλο “Momma-Son”. Ήταν τα Alive, Once και “Footsteps” (το B-side του σίνγκλ Jeremy), που τα συνέδεε μια αλληλουχία αυτοβιογραφικών γεγονότων για ένα νεαρό άντρα του οποίου ο πατέρας πεθαίνει (Alive) και τον διακατέχει η μανία να σκοτώνει (Once) οδηγούμενος τελικά στον ίδιο του τον θάνατο (Footsteps).
Η σκληρή, μεθοδική προετοιμασία τους δεν άργησε να φέρει τη συνεργασία με τη δισκογραφική Epic Records. Πριν ακόμη μπουν στο στούντιο, η πλειοψηφία των κομματιών ήταν έτοιμη. Μόνο τα “Porch”, “Deep”, “Why Go” και “Garden” εκκρεμούσαν ακόμη.

Τον Μάρτιο του 1991, οι Vedder, Gossard, Ament, McCready και ο ντράμερ Dave Krusen ξεκίνησαν τις ηχογραφήσεις του άλμπουμ στα London Bridge Studios του Σιάτλ, με παραγωγό τον Rick Parashar. Ήταν αποφασισμένοι, συγκεντρωμένοι και προσγειωμένοι αρκετά ώστε να μη πέσουν στις λούμπες του παρελθόντος των MLB. Έχοντας πάρει ένα καλό μάθημα, μόνη λογική διέξοδος φαινόταν να αφήσουν τις υπερβολές, κρατώντας χαμηλό το budget της παραγωγής, δοκιμάζοντας ουσιαστικά μέχρι πού θα μπορούσαν να φτάσουν την πρώτη τους δουλειά. Έως τον Μάιο τα sessions είχαν ολοκληρωθεί χωρίς να έχουν ξεπεράσει τα 25.000 δολάρια (τρεις φορές κάτω από το “Apple”) και ο Krusen (που δεν μπορούσε πλέον ξεκάθαρα να διαχειριστεί το θέμα του με το αλκοόλ) είχε αντικατασταθεί από τον Dave Abbruzzese. Τίποτα όμως δεν έδειχνε ότι είχαν πετύχει και κάτι το ιδιαίτερο, αν και αφιέρωσαν πολύ χρόνο, χρήμα και κυρίως μεράκι μιξάροντας ξανά και ξανά μέχρι να φτάσουν στο αποτέλεσμα.
Στις 27 Αυγούστου του 1991, το Ten πήρε τη θέση του στα δισκάδικα των ΗΠΑ, σε μορφή CD αποκλειστικά, καθώς η Epic δεν διέβλεπε να γίνει χρυσό (αλλά ευτυχώς όχι μόνο διαψεύστηκε, αλλά το είδε να γίνεται 13 φορές πλατινένιο) . Η πρώτη φορά που κυκλοφόρησε σε βινύλιο ήταν στις 22 Νοεμβρίου του 1994, την ίδια μέρα που βγήκε στην αγορά και το τρίτο άλμπουμ των Pearl Jam, το Vitology.


Το πρώτο σίνγκλ του άλμπουμ, το Alive, το οποίο είχε προηγηθεί εύστοχα λίγες εβδομάδες του άλμπουμ προετοιμάζοντας το έδαφος γι’ αυτό που θα επακολουθούσε. Απαλό στο άκουσμά του (χωρίς να μπορεί να κατηγορηθεί για «κοιμισμένο») και μελωδικό, το κιθαρικό σόλο κλέβει έτσι απλά την παράσταση κάνοντας όλο και περισσότερους να πίνουν νερό στο όνομα της μπάντας. Και ο Vedder καταθέτει κάποιους από τους πιο εμπνευσμένους, εύστοχους και ευαίσθητους στίχους του, ως ένα μέσο λύτρωσης από τη φιγούρα του πατριού του που πίστευε ότι ήταν ο πραγματικός πατέρας του: “Tattooed all I see/all that I am/all that I’ll be…” , “I know you’ll be a star/in somebody else’s sky/but why"/but why"- can’t it be mine”.
Το Ten” πάντως συνολικά έδωσε μια γερή mainstream πνοή στο grunge κίνημα, πριν ακόμη κυκλοφορήσει το “Nevermind” των Nirvana (ένα μήνα μετά). Οι alternative ροκάδες μπορούσαν να καυχιούνται ότι ήταν δεν ήταν πια στο περιθώριο, καθώς το μουσικό τους είδος άρχισε να βάζει στέρεα θεμέλια στην καρδιά της μουσικής βιομηχανίας.  Ας μην ξεχνάμε ότι τη δεδομένη χρονική στιγμή, το grunge κίνημα που επρόκειτο να γίνει τόσο δημοφιλές μέσα στα επόμενα χρόνια, δεν είχε ακόμη πείσει τους περισσότερους. Είχε ως βάση του κυρίως το
ο Σιάτλ, που δεν ήταν ακριβώς και το κέντρο της μουσικής παγκόσμιας κοινότητας. Οι σημαντικότεροι εκπρόσωποί του είχαν ακόμη πολλά να δείξουν (και να αποδείξουν): Οι Alice in Chains είχαν κάνει το ντεμπούτο τους την προηγούμενη χρονιά με το “Facelift” αλλά ακόμη αντιμετωπίζονταν ως μέταλ μπάντα, οι Nirvana τον επόμενο μήνα θα κατακτούσαν τον κόσμο με το καταλυτικόNevermind”, ενώ το επαναστατικό, τρίτο άλμπουμ των Soundgarden “Badmotorfinger” αναμενόταν τον Οκτώβριο.


Η εμπορική επιτυχία έμοιαζε να είναι εξασφαλισμένη (25.000 αντίτυπα πωλήθηκαν μόλις στην πρώτη εβδομάδα), αλλά η ουσιαστική καταξίωση για το συγκρότημα (και κυρίως τον τραγουδιστή του) ήρθε μέσα από τη live εκτέλεση των κομματιών. Ο Vedder απογείωσε στην κυριολεξία τις συνθέσεις αφήνοντας τη ντροπαλή, ευαίσθητη περσόνα που δεν τολμούσε να κοιτάξει το κοινό του στα μάτια, μοιάζοντας πλέον σε άγριο ζώο που τον συνεπαίρνει η κάθε νότα, ο κάθε στίχος και χάνεται στην κυριολεξία μέσα στη μουσική του. Και το κυριότερο, κατάφερε να περάσει όλη αυτή την αίσθηση και σε όσους τον άκουγαν, συνεπαίρνοντας όλο και περισσότερους φαν και αποκτώντας έτσι μια δημοτικότητα που άγγιζε τα όρια του ειδώλου.

Δυνατό, δραματικό, δυναμικό, το Ten έφερε επιρροές από Led Zeppelin, Who και Jimmi Hendrix, αλλά και από alternative ροκ φιγούρες (βλ. Black Flag, the Stooges, Fugazi), φέροντας και κάποια πανκ στοιχεία, με καίρια κατάληξη τους σκοτεινούς, ποιητικούς στίχους του Vedder.
Το αρχέτυπο για το συγκρότημα, σκοτεινό Once με τα ριφς του Gossard, ένα συνονθύλευμα από σκληρά, ακριβή ντραμς και μια κρύα ατμόσφαιρα να αναδύεται, δείχνει την ταραγμένη διάθεση ενός δημιουργού έτοιμου να φτύσει απροκάλυπτα τα βιώματά του. Και ανοίγει το άλμπουμ δίνοντάς μας το καλύτερο δείγμα της τακτικής που θα ακολουθούσαν οι Pearl Jam από εδώ και στο εξής. Εναρκτήρια τρακς, με «ξεδιάντροπο» χαρακτήρα, χωρίς τον παραμικρό συμβιβασμό. Το συγκεκριμένο κομμάτι (όπως αναφέρθηκε) είναι το δεύτερο μέρος της Momma-son τριλογίας, εξιστορεί την εξέλιξη ενός κακοποιημένου παιδιού σε serial killer επιλέγοντας τα θύματά του ανάμεσα σε πόρνες.  
Τα κομμάτια διαδέχονται το ένα το άλλο, σαν γαϊτανάκι θλιβερών προσωπικών ιστοριών του δημιουργού τους. Και η αλήθεια που κρύβουν ξεχειλίζει και φτάνει στα αυτιά των διψασμένων εφήβων που σίγουρα σε κάποια από αυτές θα αναγνωρίσουν κάτι από τον εαυτό τους. Πέρα λοιπόν από τη βασιμότητα των επιχειρημάτων των κατήγορων του νέου κινήματος που, μεταξύ άλλων, βρέθηκαν και οι σαφώς πιο κλασικοί ροκάδες Pearl Jam (ίσως λίγο άδικα) να εκπροσωπούν, ήταν αυτό που μπόρεσε να διοχετεύσει με τον πλέον εύστοχο τρόπο την αμεσότητα και επιθετικότητα που χαρακτήριζε κατά κόρον τα «πονεμένα» νιάτα των΄90’s, μια σαφής αναγκαία εξέλιξη από τον λυρισμό της μουσικής σκηνής των ΄70’s και της περισσότερο αθώας επαναστατικότητας των ΄80’s.


Έως τον Απρίλιο του 1992 οι Pearl Jam είχαν πείσει και ξεχώριζαν ολοένα και περισσότερο. Το Even Flow” είχε σκαρφαλώσει στη θέση Νο 3 του Mainstream Rock Tracks chart και αποδείχτηκε το χιτ κλειδί στην επιτυχία του συγκροτήματος, παρόλο που προηγήθηκαν άπειρες Την τελειωτική βολή που θα εκτόξευε τη μπάντα στα στρατόσφαιρα της μουσικής σκηνής και θα καθόριζε τη μετέπειτα μουσική πορεία της, έδωσε τον Σεπτέμβριο του 1992 το Jeremy. Με πηγή έμπνευσης την πολύ δυνατή ιστορία ενός 15χρονου μαθητή από το Τέξας (τον Jeremy Wade Delle), που αυτοκτόνησε μπροστά στα μάτια των συμμαθητών και του δασκάλου του, έκανε τη μεγάλη διαφορά για την εποχή του, συμβάλλοντας κατά τα μέγιστα και το γλαφυρό, στοιχειωμένο βίντεο που το συνόδευε (με σκηνοθέτη τον Mark Pellington), που κέρδισε και το MTV βραβείο του καλύτερο βίντεο.
Ο Vedder έδωσε την ερμηνεία του για το κομμάτι δηλώνοντας σε συνέντευξη του στο Rockline: «Η ιδέα προέκυψε από μια μικρής έκτασης, μόλις μίας παραγράφου, είδηση σε εφημερίδα. Κι αυτό είναι το μόνο που θα καταφέρεις σκοτώνοντας τον εαυτό σου. Κάνεις αυτή τη μεγάλη θυσία προσπαθώντας να πάρεις εκδίκηση για όσα σου συμβαίνουν. Και καταλήγεις με μία παράγραφο σε μία εφημερίδα. Είναι το μόνο που θα καταφέρεις. Τίποτα δεν θα αλλάξει.
Η ζωή θα συνεχιστεί κι εσύ θα έχεις φύγει. Η καλύτερη εκδίκηση είναι να ζήσεις και να αποδείξεις την αξία σου. Να είσαι πιο δυνατός από εκείνους που σε πλήγωσαν. Έτσι επιστρέφεις στην τροχιά των πραγμάτων».
 

Στη δίνη της επιτυχίας του δίσκου, οι Pearl Jam πήραν την απόφαση να αφήσουν λίγο τον ντόρο να καταλαγιάσει, για να μπορέσουν να διαχειριστούν ψύχραιμα τη τεράστια δημοτικότητα του άλμπουμ. Αν και η δισκογραφική έβλεπε ότι η επιδραστική, γεμάτη grunge μελαγχολία μπαλάντα Black που ξεδίπλωνε τις μεγάλες φωνητικές ικανότητες του Vedder θα έφερνε μία ακόμη μεγάλη επιτυχία, η μπάντα που ήταν αντίθετη ούτως ή άλλως στη λογική των χιτς, απέτρεψε να «κάψει» το κομμάτι κυκλοφορώντας το ως σίνγκλ ή επενδύοντάς το με ακόμη ένα βίντεο κλιπ για το MTV. Παρόλα αυτά κι αυτό κατάφερε να φτάσει έως τη θέση No 3 του Mainstream Rock Tracks chart και να μιλήσει στις καρδιές πολλών, από το παιδάκι που φοράει ανάποδα το κασκέτο του μπάσκετ και περνά ατελείωτες ώρες κάνοντας σκειτμπόρντ, μέχρι τις ρομαντικές κυρίες που αρέσκονται να επιδίδονται σε καραόκε ασχολίες τα Σαββατοκύριακα.
Ως τέταρτο σινγκλ επιλέχτηκε το Oceans, ένα από τα πιο αγαπημένα του Gossard από το “Ten, χάρις κυρίως στον τρόπο προσέγγισης από τον Vedder, στον οποίο αναγνώρισε τη δυνατότητα να αυτοσχεδιάζει όσο το κομμάτι είναι ακόμη σε εξέλιξη, ακόμη και συλλαμβάνοντας στίχους στη στιγμή, από το πουθενά. Για την ιστορία αναφέρεται ότι στην τελική μίξη του Oceans χρησιμοποιήθηκαν κάποια ασυνήθιστα αντικείμενα για να πετύχουν τον επιθυμητό ήχο από τα κρουστά, όπως έναν μύλο για πιπέρι κι έναν πυροσβεστήρα. Αιτία το ότι ο χώρος των πρόσθετων ηχογραφήσεων βρίσκονταν σε ένα μικρό, απομονωμένο στούντιο, κάπου στα όρια μεταξύ Sussex και Surrey της Αγγλίας και δεν υπήρχε μαγαζί με μουσικά όργανα εκεί κοντά. 

Ο τελικός απολογισμός επιτρέπει το συμπέρασμα ότι το Ten έπιασε δυσθεώρητα ύψη που κανείς δεν περίμενε κι έγινε ένα από τα πιο επιδραστικά στην ιστορία της ροκ. Το άλμπουμ βρέθηκε στη θέση Νο 2 του Billboard Album Chart του 1992, έφτασε τα 10 εκατομμύρια σε πωλήσεις κι έγινε 13 φορές πλατινένιο, αφήνοντας πίσω το Nevermind των Nirvana.
Ο δίσκος κλείνοντας με το επικό Release, ακόμη και στις λιγότερο εντυπωσιακές στιγμές του (όπως το Deep), μας αφήνει παρακαταθήκη ένα άφθονο υλικό που αγγίζει την τελειότητα, προσεκτικά δομημένο με καθαρόαιμες χαρντ ροκ στιγμές και καλοστημένες μπαλάντες. Και μας φέρνει αντιμέτωπους με το δίλημμα τι μας άρεσε περισσότερο. Οι «ματωμένες» ιστορίες - τραύματα (Jeremy, Why go), η συναισθηματική του δύναμη (“Oceans, Garden) ή πιο απλά οι δυνατοί ροκ ύμνοι του που σφυροκοπάνε αλύπητα (Alive, Even Flow). Κι ανεξάρτητα από τα μουσικά γούστα του καθενός, αναντίρρητο παραμένει το γεγονός ότι όλα αυτά βγάζουν την παιδικότητα και την ελαφριά ειρωνία μιας άλλης εποχής, τότε που το grunge κίνημα μας έκανε να ροκάρουμε μελαγχολικά, ευαίσθητα, ουσιαστικά, δίχως αύριο. Όλοι για έναν κι ένας για όλους (όπως ακριβώς το εξώφυλλο του Ten)

Μαρία Γεωργιάδου

Κυριακή, 28 Ιανουαρίου 2018

Silked & Stained: "Love On The Road"

Είναι πραγματικά συγκινητικό και συνάμα ελπιδοφόρο άνθρωποι άγνωστοι που γνωριστήκατε και γίνατε φίλοι λόγω της κοινής αγάπης σας για τη μουσική, να προχωρούν με κόπο, πίστη, επιμονή, ποοολή δουλειά και αυταπάρνηση στην κυκλοφορία του πρώτο δίσκου τους.

Την πρώτη φορά  τους είδα και εντυπωσιάστηκα στο Blitz το Δεκέμβρη του 2013, σε διαγωνισμό για συγκροτήματα το 2014 στο ωδείο του Νάκα (The Band Festival final Αίθουσα Συναυλιών Φίλιππος Νάκας )- που αποφοίτησε και ο υπογραφών, πριν αιώνες-,  στο Ghost House το 2014, στο "ΠΟΛΙΣ" με την ευκαιρία του PLAYHARD CONTEST το 2015.
Επιπλέον τους απόλαυσα αρκετές φορές στο Remedy Live Club, στην Αρχιτεκτονική του Ζωγράφου, στο "λαϊκό" Μπουρνάζι επί σκηνής του ιστορικού κι επανελθόντος (πάλι 41 χρόνια μετά) ανακαινισμένου και πανέμορφου Rock Dragon Club, στο Bat City με τους  πάλαι ποτέ και νυν μουσικούς "ήρωες" της εφηβείας μου Matjevic και Γιώργο Γάκη, στο 1ο Sleaze n Glam Fest το Σάββατο το 2016, στο TEXAS SUMMER FESTIVAL τον Ιούλη που μας πέρασε, στο ζεστό και φιλόξενο Modu ενώ με αυτές τις εξαιρετικές εμφανίσεις τους, μου στερέωσαν την πεποίθηση και με χαροποίησαν, ότι το μελωδικό κίνημα στην Ελλάδα πλέον έχει στέρεες βάσεις με ικανότατους μουσικούς.
Από το Δεκέμβριο του 2013 που αυτή η ιδέα του μελωδικού Hard Rock σχήματος μετουσιώθηκε και πρακτικά ως full-active band, οι αλλαγές ήταν αρκετές. Έχουν ήδη αλλάξει μία φορά μπασίστα, δύο φορές τραγουδιστή και επίσης από πενταμελές σχήμα κατέληξαν τετραμελές. Και ο ήχος και η μουσική τους κινούνται στο '80ς Melodic Hard Rock/ AOR καθώς και την σύγχρονη μελωδική Σκανδιναβική rock σκηνή που έχει να επιδείξει "διαμάντια" τα τελευταία χρόνια. Σημαντικές επιρροές από ξένα σχήματα οι Whitesnake, Bon Jovi, Hardline, Europe, HEAT και πολλά άλλα ακόμα. Ώριμοι και ικανότατοι! Αφού λοιπόν περιμέναμε με περισσή ανυπομονησία την επίσημη κυκλοφορία της μπάντας (επιτέλους μετά από  χρόνια συνεχών προβών και ζωντανών εμφανίσεων ) κυκλοφόρησε το πρωτόλειο μουσικό δημιούργημα τους πριν μερικές μέρες.
Το όνομα Silked & Stained σε ελεύθερη μετάφραση σημαίνει μεταξωτοί και λεκιασμένοι και χαρακτηρίζει άριστα τη μουσική δουλειά της μπάντας που είναι κατά κύριο λόγο μελωδική αλλά και αρκετά δυνατή (πιο έντονη) σε κάποια κομμάτια. Το όνομα προέκυψε μέσα από ένα χιουμοριστικό περιστατικό που σχετιζόταν με γνωστή επωνυμία τσιγάρων καθώς και μια λακκούβα με λασπόνερα. Η μπάντα επαγγελματικότατα στημένη, δεμένη και με μουσικότητα από όλους, εργάστηκε άοκνα ειδικά  το τελευταίο διάστημα για  δίσκο της! Μαθαίνουμε δε με πολύ χαρά, ότι ηχογραφήσεις για τον πρώτο τους έγιναν στα CFN studio με παραγωγό το Διονύση Χριστοδουλάτο, έναν εξαίρετο επαγγελματία και άνθρωπο που δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις αφού και  η δουλειά του τόσο ως μουσικός όσο και ως παραγωγός μιλάει από μόνη της.

Η εταιρεία από τον Σκανδιναβικό βορρά, η Lions Pride Music και με την παρουσία του ελληνικού στοιχείου στο πρόσωπο του Χρήστου Ζονίδη(C.S. Management & Promotions) είναι η πηγή κυκλοφορίας του δίσκου.

Το πρώτο  single τη μπάντας, το "Much Love" πρωτοπαρουσιάστηκε στην συλλογή Pure Rock 7 της  Atlantis Records και προσείλκυσε το ενδιαφέρον πολλών ακροατών καθώς έπαιζε για δύο εβδομάδες στο top 20 chart του Atlantis Fm 105,2.
Αρκετά όμως με τα απαραίτητα στοιχεία για την παρουσίαση της μπάντας … ας επικεντρωθούμε στο δίσκο που ανοίγει με ένα πραγματικό δυναμικότατο τραγούδι  όπως λέει και ο τίτλος του: "Bombshell"!
Μία βαρύτατη μουσική ιδέα που εξελίσσεται σε ένα τραγούδι πλήρως εναρμονισμένο στο πνεύμα '80ς (τέλη) Πιασάρικο, με αξιομνημόνευτη επωδό που καρφώνεται στο μυαλό και φωνητικά… που μπορεί να μην άρεσαν σε γνωστό talent show πρόσφατο αλλά σίγουρα θα ξεσηκώσουν στις συναυλίες.
Το "Hold My Hand" που αποτελεί και το πρώτο clip της μπάντας ηχεί ως το απόλυτο καλοκαιρινό soundtrack και παραπέμπει στιχουργικά, οπτικά και μουσικά σε καλοκαιρινές αισθηματικές περιπέτειες.
Ιδιαίτερη αίσθηση  AOR αισθητικής που φλερτάρει και με το west coast μουσικό γένος και μία ιδιαίτερα εξαρτησιογόνο μουσική ιδέα που αναπτύσσεται και αναδεικνύει τις μουσικές ικανότητες της μπάντας.
"Much love"  ονομάζεται το μουσικό κομψοτέχνημα στην συνέχεια.
Μελωδικότατο rock, εξαιρετικό κιθαριστικό  συνθετικό υλικό βουτηγμένο στο πνεύμα 80ς με τις απαραίτητες μελωδικές γραμμές των πλήκτρων! Χρόνια ήταν και είναι το απόλυτα αγαπημένο μου τραγούδι από το συγκρότημα, από την πρώτη στιγμή που το άκουσα με τη φωνή του προηγούμενου τραγουδιστή της μπάντας Άλεξ Πανταζή όταν πρωτοκυκλοφόρησε ως single διαδικτυακό στα 2015 και τώρα με τη φωνή Βασίλη Τσακλείδη, με αυτό το αίσθημα των Whitesnake να πλανιέται στην ατμόσφαιρα καθώς πρόκειται για  μία σύνθεση εξαιρετικού δείγματος  hard rock με ένα εξαιρετικό φρενήρες σολάρισμα στην κιθάρα  να ολοκληρώνει την σύνθεση.

"She’s Not There": Χρόνια ήταν και είναι το απόλυτα αγαπημένο μου τραγούδι από το συγκρότημα, από την πρώτη στιγμή που το άκουσα με τη φωνή του προηγούμενου τραγουδιστή της μπάντας Άλεξ Πανταζή όταν πρωτοκυκλοφόρησε ως single διαδικτυακό στα 2015 και τώρα με τη φωνή Βασίλη Τσακλείδη, με αυτό το αίσθημα των Whitesnake να πλανιέται στην ατμόσφαιρα καθώς πρόκειται για μία σύνθεση εξαιρετικού δείγματος hard rock με ένα εξαιρετικό φρενήρες σολάρισμα στην κιθάρα να ολοκληρώνει την σύνθεση… "

Με την απαραίτητη δυναμική μπαλάντα "Anytime" που υπάρχει όχι γιατί έτσι πρέπει αλλά γιατί ο λυρισμός της μπάντας είναι γνωστός! Σύνθεση που εξελίσσεται από την εισαγωγή στο πιάνο, στην κιθαριστική "εισβολή" και το "γιγαντιαίο τείχος" της ρυθμικής γραμμής’  ογκώδους  τυμπανισμού και βαρβάτων μπασογραμμών με τη φωνή να ταξιδεύει τον ακροατή "στρατοσφαιρικά".
Όπως και το "Lonely Road" που ακολουθεί, μία mid tempo σύνθεση που μας ταξιδεύει στην αρχή για να μετατραπεί σε μία ογκωδέστατη μουσική δημιουργία με  μελωδικές κιθάρες, πλήκτρα "μελωμένα", βαρβάτες μπασογραμμές και στιβαρά τυμπανίσματα με  μία καθάρια φωνή  στηριγμένα σε πανέμορφα χορωδιακά φωνητικά.
Το "Believe" μία κλασικότατη hard rock-άδικη σύνθεση που συνεπαίρνει καθώς είναι η δεύτερη δόση ισχυρού "μελωδιογόνου", που γίνεται υμνική και "εξαρτησιογόνα" με το δυναμικότατο και πανέμορφο σολάρισμα στην κιθάρα του φίλτατου Αντώνη Γαβαλά.  Με το "Rock Star" η μπάντα παρουσιάζει τα "φίλτρα" που ποτίστηκε όλα αυτά τα χρόνια από τις διάφορες επιρροές της. Τα "αλήτικα" και sleazy φωνητικά περιγράφουν επακριβώς ό,τι η μπάντα είναι ή ό,τι θα ήθελε να είναι η συγκεκριμένη σύνθεση είναι ένα "υβρίδιο" των Tesla, Def Leppard και μελωδικών Dokken.
Οι συναυλίες σίγουρα αξίζει να κλείνουν με την "υπερηχητική" κομματάρα "Born To Run", με την σύνθεση να ροκάρει ασύστολα με το κιθαριστικό loop να με  συνεπαίρνει καθώς είναι και αυτό πιασάρικο, με την ενέργεια στο έπακρο’ δυναμικότατο χάρη στη φωνή και τα ρεφραίν.
Με μία διασκευή στο "Every Breath You Take" των Police κλείνει ο δίσκος. Μία διασκευή αφενός με απόλυτο σεβασμό στην πρωτόλεια δημιουργία και εκτέλεση  του Sting και της μπάντας του και αφετέρου με μία  πανέμορφη ενορχήστρωση και καταπληκτική δουλειά στην κιθάρα.
Άκρως ενδιαφέρον δίσκος, με εξαιρετική μουσικότητα όλων των μελών της μπάντας που γεννήθηκαν για να παίζουν ζωντανά(το καταθέτω από προσωπική πείρα) όχι μόνο για τους όλους εμάς τους βετεράνους, νοσταλγούς, επιζώντες της λαίλαπας (που "μας πήρε και μας σήκωσε" μουσικά κι ανεπανόρθωτα χε,χε,χε,χε…) του μελωδικού hard rock ήχου.
Λίγες μέρες πριν μας αποχαιρετίσει το 2017 για να θρονιαστεί το 2018 στο "θρόνο της μελωδίας" όλοι στο rocktime.gr ευχόμαστε ευλογημένη η νέα χρονιά με λιγότερο πόνο και περισσότερη μελωδικότητα στην ψυχή και στην καρδιά!!!

Νότης"He’s Not There "Γκιλλανίδης

Παρασκευή, 12 Ιανουαρίου 2018

Ailafar: "Heartbeat"

Η παρουσία ενός έλληνα μουσικού και ειδικά στο πολύ ιδιαίτερο μελωδικό μουσικό γένος απαιτεί θυσίες ψυχικές και οικονομικά αιματηρές. Γνωρίζοντας σχεδόν την πλειονότητα των μουσικών που ασχολούνται με το συγκεκριμένο γένος προσωπικά, είμαι σε θέση να κατανοώ κάθε φορά που κάποιο συγκρότημα κυκλοφορεί στο χώρο νέο δίσκο και να διαβλέπω την κατάθεση ψυχής που διατρέχει τα αυλάκια-τις ακτίνες των ψηφιακών δίσκων

Έχουμε λοιπόν κάθε λόγο να είμαστε περήφανοι ως Έλληνες για τα μουσικά μας κατορθώματα!
Σε δύσκολους καιρούς οικονομικής δυσπραγίας και δυστυχώς ψυχολογικής κατήφειας υπάρχει πάντοτε κι ο άνεμος αισιοδοξίας , που μας κρατά ορθούς κι αγωνιστικά ετοιμοπόλεμους. Αυτήν τη φορά ο άνεμος φυσά από την μελωδικομάνα συμπρωτεύουσα Θεσσαλονίκη και πιο συγκεκριμένα από τους AILAFAR και το δημιούργημα  τους, το  "Heartbeat ", που μας κάνει περήφανους για τη μουσική του δεξιοτεχνία που περικλείει.
Το ύφος των AILAFAR, όπως το περιγράφουν κι οι ίδιοι σε συνέντευξη που ευγενικά παραχώρησαν στην ιστοσελίδα μας rocktime.gr (και θα δημοσιευθεί συντόμως), είναι πανέμορφο  hard rock με έντονη την   πινελιά από μελωδικό  '80ς AOR  ήχο και το αποτέλεσμα, από το πρώτο ήδη άκουσμα ήδη, καθηλώνει τον ακροατή.
Νέα δημιουργία από την Perris Records, που θα κάνει γνωστή την μπάντα ευρύτερα και στο αμερικανικό κοινό.
Ο δίσκος ένα μείγμα από αρχετυπικές κιθάρες του μουσικού γένους που προαναφέρθηκε με πλούσιες αναλογίες από τον γλυκύτατο ηχόχρωμα που μόνον τα πλήκτρα και τα συνθεσάιζερ μπορούν να προσδώσουν.
Όπως συνέβη και στον προηγούμενο δίσκο της μπάντας παρουσιάζονται(αν και λιγότεροι) φιλοξενούμενοι τραγουδιστές όπως ο μέγιστος Steve Overland από τους FM, ο Dean Mess από τη μπάντα των χαρντροκάδων  W.A.N.T.ED στα φωνητικά, Kelly Blake των Jailcat και ο Constantine Maris από τους  Forbidden Sin.
Οφείλω να ομολογήσω όμως πως ο ήχος των Ailafar μου ακούγεται περισσότερο δεμένος και η μπάντα μουσικά είναι ωριμότερη και έτοιμη για ακόμη σπουδαιότερα πράγματα. Έχοντας ήδη αποδώσει τα εύσημα  για την εξαιρετική παρουσία τους στις κυρίες που τραγουδούν στον προηγούμενο δίσκο μοιρασμένα τα τραγούδια: στις Tatiana Economou, Alexandra Mcay, Olga Katsenidou αισθάνομαι την ανάγκη να εκφράσω τον θαυμασμό και στην επί πολλά χρόνια συνοδοιπόρο της μπάντας στις ζωντανές εμφανίσεις κ.  Elisabeth Mari  που με τη φωνητική παρουσία της που συνδυάζει στοιχεία από μεγάλες ερμηνεύτριες της αλλοδαπής όπως οι Janet Gardner (Vixen), Sandy Saraya (Saraya), Robin Beck,  Ann Wilson(Heart), Fiona Flanangan(Fiona) απογειώνει τη δουλειά της μπάντας. Ο δε συνδυασμός γυναικείων/ανδρικών φωνητικών  δημιουργεί  μία ιδιαίτερα μελωδικότατη πρόταση και κάνει το "Heartbeat" εξαιρετικά ελκυστικό.
Ο δίσκος ανοίγει με "Do You Really Want My Love? ", μία σπουδαία μελωδικοροκάδικη σύνθεση από αυτές που αρεσκόμαστε εδώ στο rocktime.gr με εξαιρετική μίξη και ένα  περίτεχνο σολάρισμα κιθάρας. Ιδιαίτερα σπουδαία ερμηνεία από τον Kelly Blake που φωνή του δένει απόλυτα με το "αλήτικο"  ύφος του τραγουδιού. Ακολουθεί το  "Stop Running Away", σύνθεση με πανέμορφη μελωδία, αρμονικότητα και φωνητικά που μου θύμισαν την αγαπημένη μου τραγουδίστρια των  80ς, Sandy Saraya ενώ οι περίτεχνοι κιθαριστικοί "δακτυλισμοί" δεξιοτεχνικοί και παθιασμένοι.
Στο  "Bucket List" το "αίσθημα  Vixen" διάχυτο από 80ς retro-AOR μελωδικού rock υλικό . Το "Now We Rock" με μία ισχυρή δόση κιθαριστικής μαγείας, οδηγεί την σύνθεση σε ένα δυναμικό, υμνικό αποτέλεσμα. Το "Cast Away" προσωπικά αγαπημένο, ταξιδιάρικο,  "αραχνοΰφαντο" και άκρως πιασάρικο με πανέμορφα φωνητικά που παραπέμπουν στην "αρχόντισσα" του μελωδικού ήχου, τη λατρεμένη Robin Beck
Η παρουσία του υπέρτατου τραγουδιστή του μελωδικού χώρου Steve Overland στον ύμνο του  AOR , "Dream Date" έχει έντονη τη σφραγίδα του ερμηνευτή από μόνη της με την κιθάρα να "κελαηδά"  πανέμορφα. Το  οργανικό  "Live Love Dream" όπου ένας εξαιρετικός κιθαρίστας, δεξιοτέχνης με λαμπρά δεξιοτεχνικά "ακροβατικά" στις ταστιέρες της εξάχορδης "θεάς" δημιουργεί και θυμίζει τον ήρωα που μας άφησε τεράστια μουσική παρακαταθήκη... τον Gary Moore…
Περισσότερο  AOR  μελωδία στο"Forever As One" με εισαγωγή από την μπάντα του χριστιανικού μελωδικού χώρου, τους WhiteHeart, το μεγαλόπρεπο στην εισαγωγή του AOR κομμάτι  "My Heart Belongs to You", ένα εξαίσιο τραγουδιστικό ντουέτο μου θύμισε σίγουρα House of Lords και στα κιθαριστικά σημεία Steve Vai. Το τέλειο  FM radio άσμα – πίσω στα  80ς- είναι το σπαραξικάρδιο "Another You". Στα δε "Cast Away" και  "Pulse" ο καλλιτέχνης  φανερώνει άπλετα τις hard rock, AOR ρίζες του με τις μελωδικές και φωνητικές ενορχηστρώσεις του ενώ στην σύνθεση που κλείνει το δίσκο, αξιοσημείωτη είναι και η παρουσία του ικανότατου ερμηνευτή και μουσικού Constantine Maris.
Στην τελική μου σκέψη προσθέτω και τούτες τις γραμμές: το "Heartbeat" αναμφίβολα είναι μία σπουδή μουσική στο μελωδικό γένος και θα ενθουσιάσει πολλούς και όχι μόνο τους αφοσιωμένους στον μελωδικό μουσικό προσανατολισμό.
Είναι μία μαζική "θεραπευτική κιθαριστική προσέγγιση" με πλουσιοπάροχα φωνητικά, πλούσιες δόσεις πλήκτρων, ευφάνταστες χορωδιακές επιστρώσεις! Θέλετε κάτι περισσότερο;;; Εγώ ήδη έγραψα γράμμα στον αγιότατο Βασίλη να μου φέρει τον καινούργιο δίσκο τους γρηγορότερα του χρόνου!

Νότης "Now We Rock" Γκιλλανίδης

Τετάρτη, 3 Ιανουαρίου 2018

Foo Fighters: "Concrete & Gold"


Ελάχιστοι έχουν την ικανότητα να μετατρέπουν την μουσική αξία που γίνεται κοινώς αντιληπτή σήμερα ως “superstardom” σε μια τόσο φυσική, άμεση και επιδραστική κατάσταση. Οι Foo Fighters είναι ένα δημιουργικό χωνευτήρι του ροκ ν’ ρολ, μην φοβούμενοι να προσεταιριστούν τις συγκινήσεις που τους ταιριάζουν, από Beach Boys μέχρι Slayer, και να τις αξιοποιήσουν ως έμπνευση στη στέρεα τραγουδοποιία τους.

Ο David Grohl τα τελευταία 20 χρόνια έχει αναδείξει τεράστιο απόθεμα ταλέντου, κυρίως μέσα από την απενοχοποιημένη αλλά με σεβασμό - όχι θρασεία και ανιστόρητη- προσέγγισή του στην ιστορία των μουσικών που με τους ήχους τους τον έχουν μεγαλώσει.
Οι Foοs ως άτομα, αλλά και ως μπάντα έχουν ζήσει την πάλη για καταξίωση, τη δυσκολία να διατραφείς μόνον από την πίστη στις δυνάμεις σου, τις έριδες εξαιτίας «καλλιτεχνικών διαφορών». Έχουν επίσης ζήσει και την ευρεία αποδοχή, το χρήμα και την ευμάρεια του σταρ. Όμως η διαδρομή αυτή, που εύκολα εκτροχιάζει, δείχνει να τους έχει αφήσει ανέπαφους. Αυτό φαίνεται από την εφηβική σχεδόν μανία τους να παίζουν σε μεγάλα φεστιβάλ και να μη θέλουν να κατέβουν από τη σκηνή – τέτοια είναι η όρεξη να μοιραστούν με το κοινό τους την απόλαυση που νοιώθουν παίζοντας ροκ ν’ ρολ του 20ου αιώνα.
Μετά το συναρπαστικό road movie του “Sonic Highways τρία χρόνια πριν, έναν από τους πλέον αξιομνημόνευτους δίσκους του 2014, το Concrete & Gold” έρχεται να επικυρώσει το status που έχουν σήμερα στη διεθνή μουσική σκηνή: Διατηρώντας την ακεραιότητά τους και την ελευθερία της έκφρασης που πάντα προασπίζονταν, μπορούν να συγκαταλέγονται στα πρώτα ονόματα του σημερινιού στρεώματος, δημιουργώντας, παίζοντας, δείχνοντας το δρόμο.
Όσοι βλέπουν στην επιλογή ενός «ποπ» παραγωγού (του Greg Kurstin: Pink, Beck, Adele, το κακό συναπάντημα) και στις ετερόκλητες συνεργασίες (από Sir Paul McCartney μέχρι τον Justin Timberlake και Shawn Stockman των … Boyz II Men) μια επιλογή επιφάνειας έναντι της ουσίας, θα όφειλαν να μην είναι οι ίδιοι τόσο επιφανειακοί και να αποβάλλουν τις αγκυλώσεις: σημασία έχει ότι με τη συμμετοχή των πολλών guest χρωματίζονται ιδιαίτερα μια σειρά από στέρεες ροκ συνθέσεις οι οποίες υπερβαίνουν τα genre στεγανά, έχοντάς τα πρώτα αρμονικά και χωρίς στενοκεφαλιά, αφομοιώσει. Γι’ αυτό και όσοι ακούν αυτό το ροκ ν’ ρολ, του 20ου αιώνα, θα νιώσουν έναν αέρα White Album” παιγμένου από κοντινούς συγγενείς των Motorhead να διατρέχει τα 48 και κάτι λεπτά του “Concrete & Gold”.
Οι επιρροές αναμιγύονται με τέτοια οικονομία και γούστο, ώστε ο ακροατής δεν προλαβαίνει να συνειδητοποιήσει τί του θυμίζουν. H Alison Mosshart, η φωνή των The Kills και Dead Weather, χρωματίζει με φωνητικά το γδαρμένο μέχρι κόκκαλο από τις κιθάρες “La Dee Da”.
Η Ιnara George, κόρη του Lowell George των Little Feat, κάνει φωνητικά στο “Dirty Water”. Tσέλλο, βιολί και βιόλα προσδίδουν πτερόεσσα ποιότητα στο “The Sky Is The Neighborhood”, με το αξιομνημόνευτο video. To δε ομώνυμο, μέσα σε πεντέμισυ λεπτά διανύει – παραδόξως ομαλά- όλη την απόσταση μεταξύ Φλοϋδικής μέθεξης και Sabbathικής βαριοπούλας, ακόμη ένα σαφές δείγμα ότι η μπάντα κινείται με ασφάλεια οπουδήποτε της αρέσει. 
Ήδη πολυπλατινένιο (US#1, τοConcrete And Gold είναι ένα ακόμη ενδιαφέρον άλμπουμ των μεσήλικων Foos, από τα πιο προσεγμένα και ουσιαστικά που έχουν κυκλοφορήσει φέτος. Όπως δείχνει και το video του θυελλώδους “Run, όσοι εχουν παρελθόν μπορούν δικαιωματικά να ροκάρουν. Έναντι όσων δεν έχουν και μπορούν να πατάνε κουμπάκια και να το λένε «μουσική». Σε αρκετά χρόνια από τώρα, άλμπουμ όπως αυτό, το “Wasting Light” και το “Sonic Highways” θα θεωρούνται πιθανόν τα τελεθυταία άλμπουμ που διασώζουν το πνεύμα του ροκ ν΄ρολλ.


Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Πέμπτη, 21 Δεκεμβρίου 2017

U2: "Songs Of Experience"


 
30 χρόνια μετά το έπος του “Joshua Tree” και 3 από το τελευταίο τους άλμπουμ, οι U2 βρίσκονται και πάλι στην κορυφή του μουσικού κόσμου. Όχι μόνο κυριολεκτικά (είναι το 8ο άλμπουμ τους που φθάνει στην κορυφή του Billboard), αλλά – αν το δει κανείς χωρίς τις συνήθεις εξωμουσικές παρωπίδες - και καλλιτεχνικά.

Εδώ και περίπου 20 χρόνια που έχουν γιγαντωθεί, συναρπάζουν και βάλλονται εξίσου, χάρις τόσο στη μουσική τους, όσο και εξαιτίας της υπερπροβολής του Bono σε μια σειρά από fora και πρωτοβουλίες που όντως επιδέχονται συζήτηση και κριτική.
Ο ίδιος, προς το τέλος του 2016 είχε μια εμπειρία που τον έφερε πολύ κοντά στο να συνειδητοποιήσει το εύθραυστο της ύπαρξης, για την οποία αποφεύγει να εκθέσει προς στιγμήν λεπτομέρειες.
Αυτό ήταν και το καταλυτικό στοιχείο που τον έκανε να ξαναδουλέψει τους στίχους ολόκληρου του άλμπουμ, το οποίο ήταν έτοιμο και ανέμενε την επίσημη κυκλοφορία του 15 μήνες πριν την 1η
 Δεκεμβρίου του 2017, όταν και τελικά κυκλοφόρησε.

"Nothing to stop this being the best day ever" ακούγεται να λέει ο Bono στο "Love Is All We Have Left”, στο ξεκίνημα του άλμπουμ. Όμως αυτή τη φορά, η ερμηνεία του ακούγεται χαλιναγωγημένη, διστακτική, καθώς πετά πάνω από τα κυματιστά ριφ του Edge και την άμεσα αναγνωρίσιμη ρυθμική βάση των Adam Clayton και Larry Mullen Jr.. Η συναίσθηση της θνητότητας πλανάται σαν στιγμιαία απολογία και πάνω από το Lights Of Home ("I shouldn't be here 'cause I should be dead"), πριν ο Bono ξαναεμπνεύσει με αυτή την αμίμητου συναισθηματικού εύρους φωνή την ελπίδα ("οne more push and I'll be born again").
Αν το 2014, το πρώτο μέρος της προαναγελθεισας συλλογής τραγουδιών, τα «Τραγούδια της Αθωότητας» (“Songs of Innocence”) μας εμφάνισε μια μπάντα που νοσταλγώντας τα χρόνια της αθωότητάς της, βούτηξε πίσω στις πρωτοπάνκ εικόνες της εφηβείας, στο Δουβλίνο του διχασμού και των παράτολμων ονείρων, τα «Τραγούδια της Εμπειρίας» είναι ένα μεστό σε ιδέες άλμπουμ με οπτική που απηχεί την πραγματική ηλικία των δημιουργών του. Αναπόφευκτα, όσα εκατομμύρια δολλάρια κι αν έχει ο Bono σε τραπεζικούς λογαριασμούς σπαρμένους στους πιο καλά προστατευμένους φορολογικούς παραδείσους, η αλήθεια είναι άφευκτη:
κανείς, ούτε ο πιο διάσημος, δεν θα κρατήσει για πάντα.
Μουσικότητα με σπιρτάδα και τονική ποικιλία αναδεικνύουν, μετά από αρκετά ακούσματα, αυτή τη διάχυτη ιδέα. Μια μπάντα που αποδεικνύει για νιοστή φορά ότι μπορεί να εκπέμψει κάθε ήχο στο δικό της ύφος και μια φωνή που, ό,τι και να επιλέξει να πει θα ακούγεται μοναδική.

Οι ηχογραφήσεις που αποτελούν το άλμπουμ υπήρξαν σποραδικές και διάφοροι παραγωγοί χρησιμοποιήθηκαν, όπως και στο “Songs Of Innocence, μεταξύ των οποίων ο ιρλανδός Garret Lee που έχει σχηματοποιήσει τον ήχο πολλών, από τους Editors και τους R.E.M., ως τον Robbie Williams, καθώς και ο παλιός καλός γνώριμoς των U2, Steve Lillywhite. Αυτό ίσως δίνει στο άλμπουμ ως playlist έναν αέρα επισκόπησης των καλύτερων στιγμών τους. Συνυπάρχουν εδώ συναυλικό υλικό που λες και ξεπήδησε από το προ εικοσαετίας “Pop” όπως το "The Blackout", ηλιόλουστες μελωδίες ("You're the Best Thing About Me"), ανεβαστική power-pop ("Get Out of Your Own Way") ακόμη και ολίγη από πανδεκτική νεοψυχεδέλεια ("Summer of Love").
Εδώ βρίσκονται και κάποιες από τις φωτοσκιάσεις του “Joshua Tree”, όπως το "The Little Things That Give You Away", στο οποίο ο αφηγητής συνδιαλέγεται με τον νεαρό του εαυτό ψάχνοντας να βρει ποιός είναι, τί έφταιξε, γιατί κατακλύζεται από τόσο αντιφατικά συναισθήματα.



Τα κοφτά ριφ και το μπάσο του Clayton στο "Red Flag Day", παραπέμπουν στο “Two Hearts Beat As One” του ’83, καθώς μέσα από μια ενισχυμένη δέσμη φωνητικών ο Bono παίρνει θέση στο πλευρό της συντρόφου για να αντικρίσει κάθε φόβο – προσωπικό ή και παγκοσμιοποιημένο (“I am made of all that I’m afraid of - Most afraid of losing you - Hells the season  - You’re the reason that I even dreamt of getting through”). Τo κιθαριστικό “American Soul", σε πρώτο επίπεδο είναι μια ανοιχτή επιστολή για τους ήχους της Αμερικής, την διαχρονικά αστείρευτη πηγή έμπνευσης για το γκρουπ (Its not a place, this country is to me a sound of drum and bass”) και σε δεύτερο, με το κλιπ που το συνοδεύει, σερβίρει αναπαραστάσεις ισότητας και οικουμενισμού -η αλήθεια είναι, με τον τρόπο που εύκολα θα δώσει τροφή στην κριτική εναντίον των U2 ρητορική περί δημαγωγίας.

Η αμεσότητα και η ειλικρίνεια που σφραγίζει το "Landlady", μια αφιέρωση στη συντροφικότητα πάνω στην οποία χτίζεται η οικογένεια ("I will win and call it losing, if the prize is not for you") επανακάμπτει στην ρέουσα electronicα του “Love Is Bigger Than Anything in its Way”, για να φτάσει να αποσταχθεί στο ατμοσφαιρικό εξόδιο "13 (There Is a Light)", σαν υστερόγραφο αποθεμάτων ανθρωπιάς.
“I know the world is dumb - But you don’t have to be - I’ve got a question for the child in you before it leaves - Are you tough enough to be kind? - Do you know your heart has its own mind?”


Σε ένα σημείο το ρεφραίν του "Song for Someone" από το “Songs of Innocence” επαναλαμβάνεται, έτσι ώστε οι κύκλοι «αθωότητας» και «εμπειρίας» να συνδεθούν με το πιο φυσικό τρόπο. Μετά την υπόμνηση θνητότητας που είχε ο Bono, έλαβε υπόψη του κάτι που άκουσε από δικούς του ανθρώπους και τον οδήγησε στο να ξαναγράψει μεγάλο μέρος των στίχων του άλμπουμ: «Γράψε σα νά’ σαι ήδη πεθαμένος». Απελευθερωμένος, δηλαδή, από συμβάσεις και τεθλασμένες σκέψεις, μόνο για όσα θέλεις να μιλήσεις πραγματικά. Ίσως γι’ αυτό, το “Songs Of Experience” ακούγεται ελάχιστα επιτηδευμένο, σχεδόν προσωπικό, σαν μια επανεπιβεβαίωση μέσα από την εμπειρία των όσων πραγματικά αξίζουν να μείνουν ανέπαφα από την πρώτη ύλη της αθωότητας.  Ό,τι και να πει κανείς για τους U2 –και μπορεί να πει αρκετά- 40 περίπου χρόνια αφ’ ότου φτιάχτηκαν παραμένουν ένα από τα μετρημένα στα δαχτυλα του ενός χεριού συγκροτήματα της τελευταίας «κλασσικής» ροκ εποχής που έχουν τη δύναμη να συγκινούν.
Υ.Γ.: Προς ενίσχυση αυτής της συνολικής αίσθησης, στην deluxe έκδοση υπάρχει και περισσότερο υλικό, όπως το θαυμάσιο στην απλότητά του “Book Of Your Heart”.

“Yοu can change your name, or even who you are – that’s the beauty of the scar – that is the contract of the heart – this is our wedding day – this is the promise that we’ll stay – through the long descriptive passages – where we don’t know what to say”.
Ίσως γιατί η μόνη αληθινά κεκτημένη απ' όλους εμπειρία -και η πιο φέρελπις ταυτόχρονα- ξεκινά και καταλήγει στο πώς ένα νέο αγόρι πιάνει από το χέρι ένα νέο κορίτσι.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Revolution Saints: "Light In The Dark"




H παρέα των Deen Castronovo (Journey, Bad English), Doug Aldrich (Dio, Whitesnake, The Dead Daisies ) και Jack Blades (Night Ranger, Damn Yankees ) κάτω από το μουσικό άρμα των REVOLUTION SAINTS επιστρέφουν με το δεύτερο στούντιο άλμπουμ τους, με το σούπερ τρίο να δημιουργεί άλλον έναν ενδιαφέρον δίσκο.

Όταν λοιπόν έχουμε να κάνουμε με τέτοιους τεράστιους ογκόλιθους της hard, melodic και heavy σκηνής οι απαιτήσεις είναι μεγάλες και δεν απέχει πολύ ο θρίαμβος από την πανωλεθρία.
Ευτυχώς το "Light In The Dark" δεν με απογοήτευσε καθόλου και εκείνο που μου άρεσε ήταν ότι κάθε φορά που το άκουγα όλο και πιο πολύ αγαπούσα ετούτο το άλμπουμ.
Ο δίσκος ξεκινά με το ομότιτλο κομμάτι και ο συνδυασμός Journey με Night Ranger είναι εμφανής με το ντουέτο στα φωνητικά ανάμεσα στον Deen Castronovo και Jack Blades να κλέβει τις εντυπώσεις.
Ακολουθεί το εκπληκτικό  Freedom”  που ξεκινά υποχθόνια και στο ρεφρέν το κομμάτι απογειώνεται με τα πλήκτρα του Alessandro Del Vecchio να θυμίζουν το ύφος του Jon Lord.
Το Ride On” μπαίνει δυναμικά και πάλι ο συνδυασμός της εκπληκτικής κιθάρας του Doug Aldrich με τα πλήκτρα κάνουν την σύνθεση θαυμάσια ενώ τα τύμπανα οργιάζουν ύστερα έπεται η μέτρια μπαλάντα  I Wouldn't Change a Thing” ενώ με το Don't Surrender” τα γκάζια επιστρέφουν και απολαμβάνουμε μία αμερικάνικη hard rock σύνθεση με σούπερ μελωδικά φωνητικά.
Το άλμπουμ συνεχίζεται με το Take You Down” που ακολουθεί την συνταγή που λέγεται Journey ενώ το The Storm Inside” ακούγεται στο ίδιο μοτίβο. Ακολουθεί το Can't Run Away from Love” είναι μία υπέροχη μπαλάντα αλλά το Running on the Edge”  που είναι η αμέσως επόμενη σύνθεση ξεχωρίζει απλά, διότι η μελωδική ερμηνεία του Deen Castronovo δημιουργεί μικρές ανατριχίλες.
Το άλμπουμ  κλείνει με το συναρπαστικό   “Another Chance” και την όμορφη  ημιμπαλάντα  “Falling Apart” ενώ στην ιαπωνική έκδοση του "Light In The Dark"  υπάρχει επιπλέον και η ακουστική εκτέλεση του “Can't Run Away From Love”.
Πιστεύω τελικά ότι οι Revolution Saints κατάφεραν να κυκλοφορήσουν ένα εξαιρετικό και εμπνευσμένο melodic hard rock δίσκο με σύγχρονο ύφος, εκτελεσμένος άψογα από πολύπειρους μουσικούς με κύριο σκοπό να δώσουν μπόλικο συναίσθημα και αυτό το κατάφεραν αριστουργηματικά.

Φώτης Μελέτης

Τετάρτη, 22 Νοεμβρίου 2017

Europe: "Walk the Εarth"


 
Ακόμα και ο πιο φανατικός οπαδός τους ενδεχομένως ούτε οι ίδιοι 5 μεσήλικες - πλέον -Σουηδοί δεν θα περίμεναν το 2003 όταν και ανακοινώθηκε με ένα λιτό δελτίο τύπου η επανένωση τους, πως μετά από 14 χρόνια αυτή η σπουδαία μπάντα από τα προάστια της Στοκχόλμης θα είχε κυκλοφορήσει 6 άλμπουμ (ήδη 1 περισσότερο από την εποχή της εμπορικής ακμής τους) και θα περιόδευε με σημαντική επιτυχία σε ολόκληρο τον πλανήτη…

Αυτό πάντως που δεν θα μπορούσε να καταφέρει ούτε ο πλέον επιδέξιος γκουρού του μάρκετινγκ είναι το παντελώς απροσδόκητο και ανέλπιστο γεγονός πως μετά από 14 χρόνια νέας και εντελώς εναλλακτικής καριέρας, η καλλιτεχνική τους αναγνώριση θα είχε υπερκεράσει κατά πολύ την αμφιλεγόμενη – έως και αρνητική άποψη –  που είχε η μουσική κοινότητα γι’ αυτούς τις ένδοξες ημέρες της σύντομης, αλλά σημειολογικά θριαμβευτικής τους πορείας στα 80’s.
Άλλωστε μιλάμε για μια μπάντα που κατάφερε το 1986 (δηλαδή 31 χρόνια πριν) να εκπυρσοκροτήσει μια πυρηνική μουσική βόμβα και να δημιουργήσει έναν ανεπανάληπτο παγκόσμιο πάταγο με μια synth φανφάρα, η οποία αποτέλεσε ευχή και κατάρα για τους ίδιους και δυστυχώς για το υπόλοιπο μουσικό τους έργο. Ένα μουσικό έπος που όμως ακόμα και σήμερα οι ακομπλεξάριστοι λατρεύουν φανατικά και οι μεγαλύτεροι επικριτές τους, λατρεύουν να μισούν και να κρυφοθαυμάζουν!!!
Αφήστε που οι περισσότεροι «ειδήμονες» των 80’s που έκραζαν τους Europe επειδή κατάφεραν να δέσουν με μοναδικό τρόπο σ’ έναν ανεπανάληπτο ύμνο δύο αντιμαχόμενα εκείνη την εποχή μουσικά είδη, την ΠΟΠ με το METAL, σήμερα στην συντριπτική τους πλειοψηφία ασχολούνται με την γεωργία… την κτηνοτροφία… την μαναβική… την βιομηχανία του πορνό… και ελάχιστη σχέση έχουν με το ροκ και την μουσική τέχνη γενικότερα…
Αφήνω πίσω την ρετρό εισαγωγή και τα σώψυχα του οπαδού που παίρνει το αίμα του πίσω μετά από 30 χρόνια, με μια διαπίστωση, η οποία είναι περίπου θέσφατο σε κάθε μουσικό έργο, αν και σχεδόν κανείς δεν την λαμβάνει υπόψη του όταν επιχειρεί να γράψει μια κριτική. Την πραγματική αξία ενός άλμπουμ την αντιλαμβάνεσαι μετά από χρόνια!!!!
Δεν κρύβω πως είμαι οπαδός των Europe, ίσως ένας από τους πιο πιστούς και φανατικούς στην Ελλάδα και αυτό αποτελεί κατά μια έννοια τροχοπέδη και μειονέκτημα για να δω με καθαρό μάτι και με μια κατ’ επίφαση αντικειμενικότητα (αν υπάρχει τέτοιο πράγμα) τη νέα δουλειά των Σουηδών.
Δεν κρύβω πως έχω ακούσει το "Walk the Earth" πάνω από 40 φορές, σε σημείο αυθυποβολής!!! Είναι αλήθεια πως όταν πρωτοακούς ένα νέο άλμπουμ μιας αγαπημένης μπάντας, σου φαίνονται όλα υπέροχα… Αν θα αποδειχτεί με τα χρόνια το «νούμερο 11» πόνημα τους κλασικό δεν μπορώ να το ξέρω αυτή τη στιγμή. Και τα Prisoners in Paradise και Bag of Bones μου άρεσαν όταν βγήκαν, τώρα όμως δεν τα ακούω σχεδόν ποτέ, θεωρώντας τα ως τα πιο αδύναμα άλμπουμ τους.
Αυτό που όμως θεωρώ 100% σίγουρο είναι πως οι Europe και στο "Walk the Earth" κατάφεραν να δημιουργήσουν και πάλι ατέρμονες γεμάτες πάθος και μίση συζητήσεις – σε σημείο επιτηδευμένης σπέκουλας – για το νέο τους άλμπουμ.
Για να είμαι ακριβής αυτό το έκαναν ανεξαιρέτως σε όλες τις δουλειές τους από το "Wings of tomorrow" και ύστερα. Ένα από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα τους, που προσωπικά με εξιτάρει και κρατάει ζεστό στο να εξακολουθώ να παρακολουθώ πολύ στενά την πορεία τους από τα «πρώτα νιάτα» του ανυπέρβλητου "Wings of tomorrow", μέχρι την «βαθιά ωριμότητα» του "Walk the earth", είναι οι συνεχείς – πολλές φορές οβιδιακές – μεταμορφώσεις στον ήχο τους και στο τρόπο που συνθέτουν νέα κομμάτια.
Όπως πολύ ορθά είπε ένας πολύ καλός μου φίλος μόλις πρωτοάκουσε το Walk the earth«Μεγαλώσαμε με Europe… και απ’ ότι φαίνεται θα γεράσουμε με Europe»!!! Πώς να το κάνουμε… Για όσους λίγους ή πολλούς - δεν έχει σημασία - που ασχολούνται εμπεριστατωμένα και όχι επιφανειακά με την μουσική τους, παραμένουν ε(ρε)θιστικοί μέχρι παρεξηγήσεως…
Πριν ξεκινήσω την κριτική του άλμπουμ θα πρέπει να λάβουμε υπόψιν μας τις εξαγγελίες του ιθύνοντα νου της μπάντας Joey Tempest λίγο πριν κυκλοφορήσει.



Σύμφωνα με το πρώην sex symbol και νυν οικογενειάρχη μουσικοσυνθέτη και τραγουδιστή, οι Europe το 2003 επέστρεψαν για να φτιάξουν μια νέα σχέση με το κοινό και τα ΜΜΕ…
Όποιος δεν μπορεί να αντιληφθεί το όραμα των νέων Europe και ονειρεύεται περμανάντ, γυαλισμένες παραγωγές και aor ονειρώξεις, καλύτερα να σταματήσει να ασχολείται πια μαζί τους, διότι θα απογοητεύεται κατ’ εξακολούθηση… Εμμέσως πλην σαφώς ο συνθέτης του "Final Countdown" παραδέχεται πως αυτό το τραγούδι καθ’ υπερβολή ορόσημο του δυτικού πολιτισμού (όπως έχω ξαναγράψει το τιρινινι είναι γνωστό από την Γροιλανδία, μέχρι τη Γη του Πυρός και από το Βλαδιβοστόκ μέχρι την Χονολουλού) μπορεί να άνοιξε πολλές πόρτες γι αυτούς, αλλά τους έκανε και μεγάλο κακό… Διότι έγινε πολύ μεγαλύτερο από την ίδια την μπάντα.
Φτάνοντας στην παρουσίαση του "Walk the Earth" θα πρέπει να παραδεχτώ, ότι δεν είχα ιδιαίτερα μεγάλες προσδοκίες μετά το απροσδόκητα καλό – και εμπορικά – War of Kings".
Περίμενα ένα διαφορετικό άλμπουμ, αλλά με τις γνωστές blues και midtempo εμμονές, που η αλήθεια είναι, ότι κάπου είχαν αρχίσει να με προβληματίζουν για τον υπολειπόμενο χρόνο ζωής της μπάντας… Βλέπετε αρχίζουν τα πλησιάζουν τα δεύτερα «ήντα» και ο χρόνος όπως συνηθίζουμε να λέμε είναι αδυσώπητος…
Το ομώνυμο τραγούδι, το οποίο απελευθερώθηκε σχεδόν 2 μήνες πριν την κυκλοφορία του άλμπουμ, άρχισε να με ψυλλιάζει πως ενδεχομένως να έχουμε κάτι διαφορετικό, σε σχέση με ότι είχαμε ακούσει από τους Europe μέχρι σήμερα, όπως οι ίδιοι διατυμπάνιζαν από την εποχή που ηχογράφησαν το άλμπουμ στα θρυλικά Abbey road studios.
Ξέρετε όλες ανεξαιρέτως οι μπάντες του πλανήτη συνηθίζουν να λένε απίστευτες υπερβολές και μεγαλύτερα ψέματα από εκείνα του Πινόκιο, προκειμένου να προωθήσουν τη νέα τους δουλειά. Θεμιτά και αναμενόμενα όλ’ αυτά.
Μπορεί το "Walk the Earth" σαν τραγούδι να έχει τις epic classic rock αναφορές των "Last look at eden" και "War of kings".
Να είναι το ίδιο αργόσυρτο και μελωδικό… Να συνδυάζει επιρροές από την αγία τριάδα του hard rock (Zeppelin, Purple, Sabbath)… Συνάμα όμως είναι και τόσο διαφορετικό… Το intro στα πλήκτρα όπως ξεκινάει το άλμπουμ έχει μια Floydικη αισθητική. Για την ακρίβεια μια ανεπαίσθητη «Abbey road ατμόσφαιρα». Τα φωνητικά του Tempest τονικά είναι πιο ψηλά από ποτέ στη μεταreunion εποχή και το σόλο του Norum θυμίζει τις χρυσές εποχές των "Final Countdown" και "Total Control", τότε που όλοι νόμιζαν ότι ήταν ένας natural shrederας, αλλά εκ των υστέρων αποδείχτηκε ότι έκαναν λάθος. Ή για την ακρίβεια τους διέψευσε ο ίδιος ο Νορβηγός. Πρόκειται ασφαλώς για ένα πολύ όμορφο τραγούδι με υπέροχες μελωδίες, το οποίο στιχουργικά αποκαλύπτει μια αισιόδοξη και φωτεινή προσέγγιση της προσωπικής τους αναγέννησης. Μουσικά κατά την γνώμη μου πρόκειται για ένα από τα highlights της μπάντας εδώ και δεκαετίες, το οποίο αναμένεται πολύ φυσιολογικά να ανοίγει τις επερχόμενες συναυλίες τους.
Ακολουθεί το "The Siege"
Ξαφνικά η ατμόσφαιρα σκοτεινιάζει εντυπωσιακά. Ο ήλιος του "Walk the Earth" κρύβεται πίσω από τα πυκνά και κατάμαυρα σύννεφα του Μεσαίωνα, την έναρξη της Αναγέννησης, του Διαφωτισμού και τη «σημαία» της Γαλλικής Επανάστασης. Μας μεταφέρει νοερά στις αιματηρές μάχες του Ναπολέοντα, που «πολιορκεί» με λύσσα την καθεστηκυία ολιγαρχία της Γαλλίας, πριν επικρατήσει τελικά και γίνει νέος Λουδοβίκος στη θέση του Λουδοβίκου… Το τραγούδι πραγματεύεται τις ανησυχίες της μπάντας για τη Δημοκρατία και πως αυτή άρχισε να εδραιώνεται στην Ευρώπη του 18ου αιώνα. Μουσικά πρόκειται για ένα σκοτεινό ΕΠΟΣ, στο οποίο η μπάντα καταφέρνει με έναν μαγικό τρόπο να σε μεταφέρει στην εποχή εκείνη… Οι ρυθμικές κιθάρες και το μπάσο κυριολεκτικά καλπάζουν, με μια vintage industrial αισθητική, ενώ οι φωνητικές μελωδίες του Tempest, παρόλο που παραμένουν επικολυρικές και μουντές, εντούτοις είναι κολλητικές σαν εκείνα τα εμπορικά έπη της χρυσής διετίας 1986-88.
Θα πρέπει να σημειώσω πως το solo του Norum ενδεχομένως να είναι το πλέον Blackmorικό της καριέρας του, ενώ ο απίστευτα υποτιμημένος Mic Michaeli βάζει το κερασάκι στην τούρτα απογειώνοντας το κομμάτι, με τις περίτεχνες oriental γέφυρες του.
Ακολουθεί το Kingdom United Μια τρίλεπτη ελεγεία που κυριολεκτικά με έχει αφήσει έκθαμβο. Πραγματεύεται την υπογραφή της Magna Carta και προφανώς αποτελεί την συνέχεια του The Siege… Εδώ θα πρέπει να σημειώσω πως το αρχικό όραμα του Tempest για το άλμπουμ ήταν ένα concept για την ιστορία της Δημοκρατίας. Και μουσικά και στιχουργικά. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του, δεν βρήκε συμπαραστάτες τους υπόλοιπους και συμβιβάστηκε… Όπως και να χει και μουσικά και στιχουργικά το Kingdom United είναι ένα αυστηρά Βρετανικό τραγούδι, που καταφέρνει σε 2,5 λεπτά να σε κάνει να νοιώθεις ότι άκουσες ένα οκτάλεπτο ΕΠΟΣ, σαν εκείνα τα ανεπανάληπτα prog αριστουργήματα των 70’s, που μόνο οι Dream Τheater και οι Queensryche κατάφεραν να πλησιάσουν…
Σαν Έλληνας θα πρέπει να καταθέσω την ένσταση μου στον πολιτικοποιημένο από μικρό παιδί Joey Tempest…
Όταν πραγματεύεσαι στιχουργικά τη Δημοκρατία, ξεκινάς χωρίς δεύτερη κουβέντα από τον Περικλή… Όλα τα υπόλοιπα είναι μεταγενέστερα υποκατάστατα και φθηνές αντιγραφές του «χρυσού αιώνα» της αρχαιότητας… Ενδεχομένως το χαμένο concept όραμα του Tempest να μας στέρησε την χαρά, να γράψουν οι Europe ένα τραγούδι για την Αρχαία Ελλάδα…
Ακολουθεί το Pictures...
Ένα ξεχωριστό τραγούδι. Ο Tempest το είχε προαναγγείλει ως ΜΟΝΑΔΙΚΟ. Δηλαδή ως ένα τραγούδι που όμοιο του δεν έχουν ξαναγράψει… Και είχε δίκιο!!! Για να είμαι δίκαιος η συγκεκριμένη «μπαλάντα» μέσα σε πολλά εισαγωγικά, ήδη έχει διχάσει πολλούς. Σαφέστατα πρόκειται για ένα τραγούδι βγαλμένο από τις παλιές καλές εποχές του David d Bowie… Προσωπικά το λάτρεψα από την πρώτη στιγμή που το άκουσα. Ωστόσο εγώ λατρεύω και τον Bowie και τους Muse, που κατά την άποψη μου είναι οι άξιοι διάδοχοι στο λεγόμενο space rock του σπουδαίου Βρετανού. Άλλοι ξενέρωσαν με τo συγκεκριμένο tribute του Tempest στον καλλιτέχνη που τον ενέπνευσε στιχουργικά στην απόλυτη επιτυχία του γκρουπ το "The Final Countdown". Θα πρέπει εδώ να σημειώσω πως στιχουργικά πρόκειται για sequel του «F song», ενώ μουσικά αν κάποιος θα πρέπει να γκρινιάξει είναι γιατί το τραγούδι δεν είχε άλλα δυο λεπτά τουλάχιστον διάρκεια με τον Norum να συνεχίζει και να ολοκληρώνει το υπέροχο Gilmourικό σόλο του, με το οποίο τελειώνει το κομμάτι…
Ακολουθεί το Election day…
Πρόκειται σίγουρα για το λιγότερο αγαπημένο μου κομμάτι του άλμπουμ… Μπορεί ο Ian Haugland κυριολεκτικά να τα σπάει. Μπορεί το Purplικο riff κιθάρας-hammond να είναι εθιστικό, μπορεί οι μελωδικές γραμμές του Tempest να είναι πιασάρικες, ωστόσο το κομμάτι δεν κορυφώνεται και το solo του Norum είναι επιεικώς τυπικό και εύκολο. Στιχουργικά ο Tempest και πάλι πραγματεύεται την Δημοκρατία, αλλά στην σύγχρονη της μορφή(!!!;;;;), δηλαδή τις διπλές εκλογές που έγιναν σε ΗΠΑ και Βρετανία,  λέγοντας το αυτονόητο. Δηλαδή πως οι πολιτικοί είναι ψεύτες.
Βρισκόμαστε ακριβώς στην μέση του άλμπουμ και η αίσθηση είναι πως οι Europe και πάλι τα κατάφεραν να μας εντυπωσιάσουν, με 4 στα 5 τραγούδια να είναι υπέροχα. Ωστόσο συνήθως τα δύσκολα αρχίζουν από την μέση και μετά. Στο κατά πόσο θα μπορέσουν να διατηρήσουν το ενδιαφέρον μας αναλλοίωτο και να μην έχουμε στο τέλος την γλυκόπικρη γεύση ότι υπάρχουν τραγούδια συμπληρώματα για την τυπική διεκπεραίωση ενός ακόμα άλμπουμ.



Ακολουθεί το Wolves…
Ξαφνικά όλα μαυρίζουν και πάλι!!! Μια βαριά κι ασήκωτη riffάρα του Norum οδηγεί σε μια πραγματικά πρωτόγνωρη ψυχεδελική ερμηνεία του Tempest. Ακραίος πειραματισμός… Ειλικρινά ακόμα και σήμερα δεν ξέρω αν μου αρέσει ο τρόπος που τραγουδάει… Είμαι σίγουρος πως αν φωνητικά τραγουδούσε νορμάλ θα το λάτρευα, αφού οι κιθάρες και τα πλήκτρα δημιουργούν μια doomy, επιβλητική και μεγαλειώδη ατμόσφαιρα, την οποία υπερθεματίζει το υπέροχο solo του Norum!!!
Κι εκεί που αρχίζουν οι προβληματισμοί και η εσωτερική πάλη, έρχεται το υπεργαμάτο GTO να διώξει ευθύς αμέσως τα όποια σύννεφα… Uptempo σύνθεση σε ταχύτητες των πολυαγαπημένων μου Wings of tomorrow και Secret Society. Μόνο που η Rock n’ roll αισθητική του παραπέμπει αναντίρρητα στο αριστούργημα του 1984, με τις ρυθμικές κιθάρες να μην είναι τόσο τοξικά αιχμηρές, αλλά με τον Joey Tempest να σαρώνει τα πάντα με την φωνάρα του και τον Ian Haugland να σπάει την δίκαση. Θα πρέπει εδώ να σημειώσω πως στο συγκεκριμένο κομμάτι όπως έχουν γράψει πολλοί κριτικοί στο εξωτερικό ο Joey Tempest θυμίζει Ian Gillan στις καλύτερες του στιγμές. Έχω την αίσθηση πως δεν υπάρχει μεγαλύτερος τίτλος τιμής για τον Σουηδό…
Ακολουθεί το Haze... και κυριολεκτικά ήδη από τις πρώτες νότες έχω Haze-ψει παρέα με την «Αγία τριάδα» των Ελλήνων Europe fans που σχολιάζουμε καθημερινά το άλμπουμ. Πρόκειται για ακόμα έναν grunge (!!!!) πειραματισμό των Europe. Προσπάθησαν και άλλες φορές να προσαρμόσουν σε κάποιο τραγούδι τους την ατμόσφαιρα της μουσικής «επανάστασης» του Seattle, πίσω στα 90’s. Μόνο που οι συγκεκριμένες προσπάθειες απέτυχαν σχεδόν παταγωδώς (Song no 12, Run with the angels). Αυτή την φορά όμως πήραν το αίμα τους πίσω. Πιστεύω πως ακόμα και ο συγχωρεμένος Chris Cornell θα ήθελε το Haze σε κάποιο άλμπουμ των Soundgarden. Προσωπικά τα θεωρώ τραγουδάρα και τέλειο για συναυλία. Ειδικά το ρεφραίν είναι πρωτόγνωρο για Europe (άπαιχτο), ενώ τα solo των Norum και Haugland (!!!!) κάνουν ακόμα πιο εντυπωσιακή την πλοκή του κομματιού…
Μετά το μεταλλικό «ξύλο» του Haze έρχεται χωρίς ανάσα το "Whenever you ‘re Ready" και οι ταχύτητες είναι απροσδόκητα μεγαλύτερες κι απ αυτές του GTO!!! Και πάλι Wings ατμόσφαιρα και πάλι η παραγωγή αδικεί τις ρυθμικές κιθάρες. Μόνο που αυτή τη φορά το επιτηδευμένο λάθος του Cobb έρχεται να καλύψει ο Mic Michaeli με τα όμορφα πλήκτρα του που λειτουργούν άψογα σαν χαλί και βέβαια το φαντασμαγορικό solo του Norum!!! Σίγουρα πρόκειται για το καλύτερο solo του άλμπουμ, που θυμίζει εποχές Total control. Τότε που ο Norum θεωρείτο στη Σουηδία κάτι σαν natural Malmsteen!!!
Οφείλω να ομολογήσω ότι μου λείπει πολύ αυτό το στυλ του αγαπημένου μου κιθαρίστα κι ας λέει ο ίδιος πως ένα καλό βιμπράτο (ο ίδιος έχει ένα από τα καλύτερα και πιο χαρακτηριστικά) είναι προτιμότερο από την ταχύτητα, τις κλίμακες και το neoclassical παίξιμο. Αν μη τι άλλο μας προσφέρει μια τζούρα από τον shred εαυτό του και μας δίνει πάσα να πούμε, πως αν θέλει είναι ο καλύτερος της γενιάς του (πλην Yngwie).
Το άλμπουμ κλείνει ακριβώς όπως ανοίγει. Με ένα υπέροχο μελωδικό τραγούδι του Mic Michaeli το "Turn to Dust". Πρόκειται για μια εφτάλεπτη 80’s power ballad και σίγουρα το πιο κοντινό ηχητικά στους παλιούς μελωδικούς Europe τραγούδι του cd. Πέρα από την αριστοκρατική και καθαρή ερμηνεία του Tempest και το απίστευτα συναισθηματικό solo του Norum, το τραγούδι σου δίνει την αίσθηση πως θα συνεχιστεί μέχρι την αιωνιότητα… Κάπου εκεί ένας λίγο άκομψος πειραματισμός κλείνει το άλμπουμ, αφήνοντας τον ακροατή διψασμένο για κάτι παραπάνω που τελικά δεν ήρθε.
Προφανώς πρόκειται για ένα τρικ της μπάντας, η οποία πάντα δεν μοιράζεται τα πάντα με τους οπαδούς της και κρατάει καλά κρυμμένα μυστικά για τον εαυτό της. Πράγματα που ποτέ δεν θα μάθουμε, αλλά αποτελούν το dna της απαράμιλλης χημείας 5 μικρών παιδιών που ξεκίνησαν με όνειρα πριν από 40 χρόνια από τα Upplands Vasby και μέσα από ένα μυθιστορηματικού τύπου ταξίδι μέσα στον χρόνο έχουν φτάσει μέχρι σήμερα, όπου συνεχίζουν ακάθεκτοι να προσφέρουν τέχνη.
Θα κλείσω την κριτική μου για το άλμπουμ με δύο δανεισμένες ατάκες… Είναι το "Walk the Earth" το καλύτερο άλμπουμ των Europe; Όπως είπε κάποτε ένας ΤΕΡΑΣΤΙΟΣ Έλληνας, ο οποίος με έναν μαγικό τρόπο είναι συνδεδεμένος με το συγκρότημα, χωρίς να το γνωρίζουν εκατέρωθεν:  «Αυτή η νίκη είναι η μεγαλύτερη, μέχρι την επόμενη»!!!
Κι επειδή πολλοί ακόμα και σήμερα στην Ελλάδα όταν τους λες για Europe γελάνε… Κάνουν ότι σουτάρουν τις βολές του τίμιου γίγαντα, κοροϊδεύουν το τιρινινι  και σου μιλάνε για τις ξανθιές περμαναντ, την καλύτερη απάντηση την έδωσε ένας μη οπαδός των Europe o Παναγιώτης Παπαϊωάννου μέσα από το rocktime.gr σε κάποιο παλιό αφιέρωμα:
« Έλεος πια με την δικτατορία των άσχημων»!!!
 

Αριστοτέλης Βασιλάκης

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...