Κυριακή 26 Απριλίου 2020

Pearl Jam: "Gigaton"

Μετά από επτά χρόνια δισκογραφικής απραξίας, το Αμερικανικό συγκρότημα επιστρέφει, και όσοι έχουν απογοητευτεί από τις τελευταίες στούντιο κυκλοφορίες τους είναι μία καλή αφορμή να "επανασυνδεθούν" με την μπάντα που κάνει ένα θετικό βήμα για να ακουστεί πιο εμπνευσμένη και πιο λυρική.


Οι Pearl Jam από την αρχή της καριέρας τους δεν έχουν κάνει σημαντικές αλλαγές στα μέλη τους και με ηγετική φυσιογνωμία τον τραγουδιστή Eddie Vedder προσπαθούν να δώσουν μέσα από την ωριμότητα και την πνευματικότητα που διαθέτουν όμορφες και ενδιαφέρουσες συνθέσεις αλλά και δυνατές στιχουργικές στιγμές αφού όλοι αναγνωρίζουν την ευαισθησία τους στα επίκαιρα κοινωνικοπολιτικά και οικολογικά ζητήματα που ταλανίζουν τον πλανήτη.
Ο δίσκος ξεκινά με δύο αρκετά δυνατές συνθέσεις τα "Who Ever Said" και "Superblood Wolfmoon" ενώ ακολουθούν σε με μία δικιά τους πειραματική μορφή τα, "Dance of the Clairvoyants"  και "Quick Escape" που θυμίζουν Talking Heads.
Η συνέχεια ανήκει στο υπέροχο-μελαγχολικό "Alright" ενώ το "Seven O’Clock" είναι επηρεασμένο από Bruce Springsteen και REM.
Τα "Never Destination" και "Take the Long Way" σε γυρίζουν στις πρώτες χρυσές εποχές της δεκαετίας του '90  ενώ ο δίσκος στη συνέχεια κάνει μία ανεξήγητη κοιλιά και ολοκληρώνεται με τέσσερα μέτρια  κομμάτια τα: "Buckle Up", "Comes Then Goes" "Retrograde" και "River Cross" που ακούγονται μόνο και μόνο χάριν στην ερμηνεία του Eddie Vedder.
Εν κατακλείδι το "Gigaton" δεν κάνει την μεγάλη διαφορά με τα προηγούμενα άλμπουμ της μπάντας όμως θα ικανοποιήσει τους πιστούς οπαδούς τους και παράλληλα δίνει την δυνατότητα σε όλους εμάς - αν και απογοητευμένοι μαζί τους - να απολαύσουμε μερικές πανέμορφες συνθέσεις.
 
Φώτης Μελέτης

Ο C. Santana, o B. Miles και η συναυλία στην Χαβάη

To μεγαλείο των τελευταίων ετών της δεκαετίας του ΄60 και της δεκαετίας του ’70, ειδικά μέχρι να ξεσπάσει η punk καταιγίδα ήταν, η κυκλοφορία σημαντικών δίσκων που καθόρισαν την ιστορία της ροκ μουσικής.
   

             - Carlos Santana & Buddy Miles! Live! (1972) -
Πολλά συγκροτήματα αλλά και καλλιτέχνες έβαλαν την δική τους σφραγίδα αλλά το σπουδαιότερο είναι ότι κατάφεραν οι περισσότερες κυκλοφορίες εκείνης της χρονικής περιόδου να μείνουν στην αιωνιότητα. Το πολύπλευρο συνθετικό ταλέντο, η εκτελεστική εκρηκτικότητα, η ενορχηστρωτική εφευρετικότητα αλλά κυρίως η αγάπη και το πάθος για την ροκ μουσική σε όλες της τις μορφές (classic, hard, prog, latin) μας χάρισαν αξέχαστα άλμπουμ αλλά και μία ενέργεια που δύσκολα θα τη σβήσει ο χρόνος.



Μία λοιπόν από τις πιο σπουδαίες μορφές της latin rock μουσικής είναι και ο Carlos Santana, o οποίος στις αρχές του 1972 συμπράττει επί σκηνές με έναν μεγάλο ντράμερ, τον Buddy Miles που μέχρι εκείνη την περίοδο είχε γίνει ευρύτερα γνωστός από την συμμετοχή του στην μπάντα του Jimi Hendrix ενώ είχε παίξει μέχρι τότε με τους The Electric Flag (του Mike Bloomfield), τον John McLaughlin (στο άλμπουμ “Devotion”, 1970) και με τον Muddy Waters (συμμετέχει στο άλμπουμ “Fathers and Sons”).
Ο Carlos Santana εκτός από σπουδαίος κιθαρίστας και συνθέτης που ως βάση είχε τις afro/latin rock μουσικές ήταν μεγάλος θαυμαστής του Jimi Hendrix. Όσοι μάλιστα έχετε ακούσει το ακυκλοφόρητο single του 1967 με τίτλο "Ballin" που βρίσκεται στην συλλογήViva Santana!” υπάρχουν εμφανείς επιρροές από τον J. Hendrix.
Aπό την άλλη ο Buddy Miles εκείνη την περίοδο είχε πολλά προβλήματα με τα ναρκωτικά και είχε τα σχετικά μπλεξίματα με την αστυνομία και τις φυλακές. Παράλληλα καταφέρνει και αλλάζει δισκογραφική εταιρία από την Mercury και υπογράφει στην Columpia,  η οποία βρίσκει την ευκαιρία να κυκλοφορήσει την συγκεκριμένη live εμφάνιση παρά τις όποιες αντιρρήσεις του
C. Santana.
Η συμμετοχή μελών, από την "Woodstock Era", είχε τελειώσει για τον Carlos Santana αφού με το διπλό πλατινένιο, τρίτο στούντιο άλμπουμ που είχε κυκλοφορήσει τον Σεπτέμβριο του 1971, είχε κλείσει ένας κύκλος για τον μεγάλο Μεξικανό κιθαρίστα.
  • Στο ενδιάμεσο και πριν κυκλοφορήσει το περίφημο “Caravanserai” τον Οκτώβριο του 1972 αποφάσισε να ακολουθήσει ένα νέο μονοπάτι αναζητώντας καινούργια καλλιτεχνικά πειράματα, που θα τον έφερναν πολύ πιο κοντά στον Jazz/Fusion ήχο.

Ο εμπνευστής του latin rock ήχου έκανε λοιπόν την δική του μουσική μετάβαση αφού ήδη είχε ηχογράφησε τρία γοητευτικά άλμπουμ και παράλληλα έψαχνε νέους μουσικούς για να σχηματίσουν τη δεύτερη ενσάρκωση των Santana.


  •  
Σε αυτή λοιπόν την ενδιάμεση περίοδο η οποία διήρκεσε λίγους μήνες, o Santana ένωσε τις δυνάμεις της με τον ντράμερ Buddy Miles (Electric Flag, Jimmy Hendrix) δημιουργώντας ένα συγκρότημα, το οποίο έπαιξε αρκετές ζωντανές συναυλίες.
Μπορεί η προσωπική φήμη του B. Miles, να είχε τσαλακωθεί από τα προβλήματα που είχε με τα ναρκωτικά και την επαγγελματική ασυνέπεια που τον διακατείχε στις συναυλίες αλλά το πνεύμα δημιουργικής ελευθερίας που είχε κτίσει με τους Band of Gypsys του J. Hendrix ήταν αυτό που ταίριαζε με την “φάση” που περνούσε την ίδια περίοδο ο C. Santana.
Σε αυτό βοηθούσε ότι στις συναυλίες συμμετείχαν εκείνη την περίοδο ο μπασίστας Ron Johnson και ο οργανίστας Bob Hogins προερχόμενοι και οι δύο από το γκρουπ του B. Miles μαζί με τον ντράμερ Greg Errico (προερχόμενος από τους Sly and the Family Stone) αλλά κα τους ταλαντούχους στα κρουστά Richard Clark, ο Coke Escovedo, Mike Carabello Mingo Lewis, Victor Pantoja συνεισφέρουν τα μέγιστα σε αυτοσχεδιασμούς και με τα πνευστά των Hadley Caliman και Luis Gasca δημιουργούν μία μοναδική αφρολατινικη ροκ πανδαισία στο υψηλότερο επίπεδο που μπορούσαν για εκείνη την εποχή!
                                          
                                       Οι Φήμες

Για το συγκεκριμένο Live, υπήρξαν μία σειρά από φήμες ότι αυτή η συναυλία δεν συνέβη ποτέ, μετά κυκλοφόρησαν άλλες φήμες ότι ο Carlos Santana παίζει ελάχιστα στον δίσκο και τα περισσότερα θέματα και σόλα τα παίζει ο κιθαρίστας Neal Schon (μετέπειτα Journey, Bad English).
Φυσικά καμία φήμη δεν ίσχυε και η συναυλία είχε πραγματοποιηθεί κανονικά στο κέντρο του ηφαιστειακού κρατήρα Diamond Head, την 1η Ιανουαρίου 1972 κατά τη διάρκεια του Φεστιβάλ “Sunshine 72” στην Χονολουλού της Χαβάης.
Bέβαια όλη αυτή παραφιλολογία εξυπηρετούσε τα media της εποχής (τηλεόραση, ράδιο, περιοδικά) ώστε να εξάπτεται η φαντασία των οπαδών και ανάλογες κυκλοφορίες στις οποίες συνεργάζονται σπουδαίοι μουσικοί να αποκτούν ένα δικό τους μύθο.
Ο αντίλογος ήταν ένα ένα κολάζ 14 φωτογραφιών από τη συναυλία στην Χαβάη και φυσικά για τους μυημένους, το κιθαριστικό παίξιμο του C. Santana είναι χαρακτηριστικό όσα χρόνια και αν περάσουν ενώ τα bootleg που κυκλοφόρησαν έπειτα διαψεύδουν και τον πιο κακοπροαίρετο.


                                       Τα τραγούδια
Η συναυλία ξεκινά με το κομμάτι "Marbles", μία σύνθεση του μεγάλου κιθαρίστα John McLaughlin, και υπάρχει στο δίσκο του με τίτλο “Devotion” (1970) και στο οποίο τύμπανα παίζει ο Buddy Miles. Τα κρουστά σκορπούν τον πανικό ειδικά όταν οι εκτελεστές είναι συνεργάτες του Carlos Santana, ο οποίος με την κιθάρα  δίνει έναν πιο επιθετικό και εκφραστικό τόνο στο "Marbles".
Ακολουθεί το Lava”, που είναι γραμμένο από τον B. Miles με τις κιθάρες να είναι σε παραλήρημα και οι αυτοσχεδιασμοί  να είναι ασταμάτητοι.
Το “Evil Ways” ακούγεται πιο ταχύτατο από το πρωτότυπο που ήταν στο ντεμπούτο άλμπουμ του Santana και τα κύρια φωνητικά ανήκουν στον Buddy Miles. Στα πλήκτρα δίνει ρεσιτάλ ο Bob Hogins ενώ τα πνευστά ακολουθούν σε αυστηρό fusion ύφος. Την εν λόγω σύνθεση έχει γράψει ο jazz κιθαρίστας Clarence "Sonny" Henry.
Το δίλεπτο "Faith Interlude" το υπογράφουν από κοινού, οι δύο σπουδαίοι μουσικοί και είναι περισσότερο μία αυτοσχέδια “γέφυρα” για το "Them Changes" που ακολουθεί.
Mε το "Them Changes" ο δίσκος επανέρχεται σε μία προσωρινή “κανονικότητα”, όπου το συγκεκριμένο κομμάτι υπάρχει στο πρώτο σόλο δίσκο του του B. Miles και εδώ μετατρέπεται σε ένα υπέροχο funk/rock/latin πάρτι.
Το άλμπουμ κλείνει με ένα μαραθώνιο αυτοσχεδιασμού με το “Free Form Funkafide Filth”. To μπάσο του Ron Johnson δίνει ένα απίστευτο ρυθμό συνδυασμένο αριστοτεχνικά με τα πνευστά ενώ τα τύμπανα έχουν πάρει φωτιά. Παράλληλα τα οργιώδη φωνητικά αυτοσχεδιάζουν ανακατεμένα με τα πνευστά να σολάρουν κάνοντας τη δαιδαλώδη σύνθεση εντελώς φευγάτη.
Οι ατίθασες κιθάρες του C. Santana αλλά και του Neal Schon δίνουν χώρο στα υπόλοιπα όργανα αλλά ενδιάμεσα προσθέτουν το δικό τους ακατέργαστο ήχο από ψυχεδελικές μελωδίες και jazz/rock νότες.
Το άσχημο είναι ότι από την συγκεκριμένη συναυλία δυόμισι ωρών στο βινύλιο καταγράφηκαν μόνο τα 45 λεπτά ενώ δεν υπάρχουν άλλα κομμάτια που να έχουν κυκλοφορήσει παρά το γεγονός ότι ο δίσκος επανεκδόθηκε το 1994, το 2005 και το 2008 χωρίς κανένα bonus τραγούδι. Βέβαια κυκλοφορούν πολλά bootleg από εκείνη την συναυλία στην Χαβάη οπότε όσοι είστε λάτρεις των δύο μουσικών μπορείτε να τα ανακαλύψετε..
Τέλος για την ιστορία στη δεκαετία του '80 οι δύο μεγάλοι μουσικοί ξανασυναντήθηκαν και περιόδευσαν μαζί, με τον B. Miles να παίζει και κιθάρα.

Υ.Γ.1.: Σύμφωνα με τον Neal Schon, κάποια μέρη ξαναηχογραφήθηκαν στο στούντιο διότι αρκετοί μουσικοί δεν είχαν την απόδοση που όφειλαν λόγω της υπερβολικής δόσης LSD που είχαν πάρει. Πιθανόν να είναι και η πραγματική αιτία που το live στην Χαβάη δεν κυκλοφόρησε ποτέ ολόκληρο επίσημα.

Φώτης Μελέτης

Δευτέρα 13 Απριλίου 2020

Outlaws: "Dixie Highway"

Dixie Highway έλεγαν πριν από 100 χρόνια το βασικό οδικό δίκτυο που συνέδεε το Chicago με το Miami, τη ζωτική δίοδο με τις κρίσιμες διακλαδώσεις ανάμεσα στις μεσοδυτικές πολιτείες και το νότο.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’20 η χρησιμότητά της υποχώρησε έναντι του πιο βελτιωμένου συστήματος των λεωφόρων, αν και τμήματα της DH εξακολουθούν να διατηρούνται και να λειτουργούν σε Florida, Georgia, Tennessee και Ohio. Μέσα στα χρόνια η Dixie Highway δεν έπαυσε να αποτελεί  είναι ένα σύμβολο, φορτωμένο με άπειρους μύθους για τις βαθιά αμερικανοποιημένες αξίες της εξερεύνησης του άγνωστου, της ηρωϊκής φιγούρας του σκαπανέα, που τυχοδιώκτης, παράνομος ή δουλευτής, προχωρά μπροστά με τον προσωπικό του κώδικα, στον οποίο πίστη στην αυταξία, σκληρή δουλειά και δικαίωμα στην ευημερία έχουν συμπλακεί με τρόπο αδιάσπαστο.  
Στον καινούριο τους δίσκο οι βετεράνοι Outlaws, οι οποίοι κυριολεκτικά αποτελούν αυτό που λένε οι οπαδοί τους, “Southern Rock’s Last Band Standing”, παίρνουν τον ακροατή, τον ανεβάζουν στο pick-up truck και τον βολτάρουν στους μύθους αυτούς, ακολουθώντας συμβολικά την Dixie Highway. Και δεν είναι υπερβολή να πει κανείς ότι πρόκειται για τη βόλτα σε μια ολόκληρη ζωή τη ζωή και την ιστορία των Outlaws.
«Η Dixie Highway είναι μια μεταφορά: Το ταξίδι είναι ισότιμο με τον τελικό προορισμό», συνοψίζει ο συνιδρυτής των Outlaws Henry Paul. O δίσκος απηχεί μια ολόκληρη ζωή στο δρόμο, κάτι σύμφυτο με ένα southern rock σχήμα. «Οι οπαδοί μας θέλουν να γνωρίζουν για τους δεσμούς που είχαμε με τους σύγχρονούς μας μουσικούς μέσα στα χρόνια. Πώς ήταν η μεταξύ μας διάδραση πάνω στη σκηνή, στα παρασκήνια, στα λεωφορεία των περιοδειών. Αυτός ο δίσκος μιλά για την πορεία μας. Την ίδια στιγμή, στέκει στο κατώφλι του αύριο».
Φέτος, το συγκρότημα από την Tampa της Florida κλείνει 45 χρόνια στη δισκογραφία. Όπως οι Skynyrd και οι επίγονοί τους, Molly Hatchet, ξεχώρισαν για την συνύπαρξη στην πρώτη γραμμή του ήχου του των τριών κιθάρων, μια συνθήκη που ενδυνάμωνε τα country, blues, bayou, tex-mex ίχνη των επιρροών τους σε ένα μοναδικό ροκ κράμα. Τα πρώτα τρία τους άλμπουμ γέννησαν τις επιτυχίες “There Goes Another Love Song”, “Green Grass & High Tides”, “Knoxville Girl” και “Freeborn Man” και οι αδιάκοπες περιοδείες με ονόματα όπως οι Allman Brothers, Lynyrd Skynyrd, The Marshall Tucker Band και The Charlie Daniels Band, καθώς και support εμφανίσεις τους σε τιτάνες όπως οι The Who, Eagles and The Rolling Stones τους προσέδωσε το προσωνύμιο “The Florida Guitar Army”. Πολύ νερό κύλησε κάτω απ’ το αυλάκι όταν το 2012 οι ανενεργοί από το ’94 Outlaws επανέκαμψαν, μετά από απώλειες, αποχωρήσεις μελών, με το άλμπουμ “It’s About Pride” και το προ τριετίας διπλό “Legacy Live”.
Της μπάντας ηγούνται πλέον οι δύο επιβιώσαντες της αρχικής σύνθεσης : ο 71χρονος Henry Paul σε κιθάρα – φωνητικά και ο 68χρονος Monte Yoho στα τύμπανα και τα κρουστά. Έμειναν οι δυό τους όταν το 2007, ο βασικός τραγουδιστής, ιδρυτικό μέλος και κιθαρίστας Hughie Thomasson, ο μόνος που ήταν εκεί από την αρχή σε κάθε δίσκο τους, πέθανε ξαφνικά από καρδιακή προσβολή στα 55. Είχαν προηγηθεί το 1995 ο Frank O'Keefe από overdose και ο Billy Jones που αυτοκτόνησε κάποιες εβδομάδες μετά.
Οι σημερινοί συνοδοιπόροι των δύο παλιών κάθε άλλο παρά καινούριοι είναι. O Steve Grisham (κιθάρα, φωνητικά) είχε περάσει μια τριετία μαζί τους στην άδοξη φάση 1983-86, όμως είναι ξανά μαζί τους από το 2013, λόγω της αναγκαστικής αποχώρησης του κιθαρίστα Billy Crain για λόγους υγείας, είναι αυτός που έχει γράψει το hit των Henry Paul Band  "Keepin' Our Love Alive" (US#50 το 1981) και αυτός που ασχολείται έμπρακτα με την παράδοση του Southern Rock, όντας εκ των συνιδρυτών της μπάντας “Brothers of the Southland”, ενός all star σχήματος με ρόκερ του νότου, όπου συμμετέχουν παλιοί και νεώτεροι μουσικοί. Ο μπασίστας Randy Threet ήταν μαζί με τον Henry Paul στους πλατινένιους αστέρες της country Blackhawk, όπως και ο πληκτράς Dave Robbins που έχει κάνει όνομα σαν συνθέτης γράφοντας για ονόματα όπως ο Kenny Rogers και ο Eric Clapton. Νεώτερος όλων, αλλά καθόλου άψητος όπως δείχνει η απόδοσή του, ο Dale Oliver (lead κιθάρα, φωνητικά) αντικατέστησε πριν δύο χρόνια τον Chris Anderson, μόνιμο μέλος τους από το 2005.
«Πίσω στη δεκαετία ‘70, κάθε κομμάτι που γράφαμε είχε να κάνει με τις δυσκολίες και τις προκλήσεις της ροκ-εν-ρολ ζωής», λέει ο με παρουσιαστικό ακμαίου 40άρη Henry Paul. «Τώρα, γράφουμε για τα πράγματα που μας αφορούν συλλογικά. Όταν έχει διατηρήσει το μυαλό σου στα καά του και την ικανότητά σου να γράφεις τραγούδια, τότε είσαι μια υπολογίσιμη δύναμη, δημουργικά». Σε παραγωγή των ίδιων των Outlaws, το “Dixie Highway” εμφορείται από το πάθος και την ειλικρίνεια που χαρακτηρίζει όλα τα μεγάλα μουσικά έργα του southern rock, γιατί έχει γραφτεί από ανθρώπους που έχουν μάθει το μάθημά τους από χιλιάδες μίλια ταξιδιού στα πιο κακοτράχαλα μέρη. «Γράφουμε καλύτερα, μπαίνουμε πιο βαθιά και παίζουμε όλο και καλύτερα με τα χρόνια», επιβεβαιώνει ο Paul.
Πριν κλείσουν τα πρώτα 20 δευτερόλεπτα του “Southern Rock Will Never Die” που ανοίγει το άλμπουμ, όσοι έχουν αξιολογήσει ως κρίσιμες στο ροκ βιογραφικό τους τις έννοιες “Freebird”, “Fall Of The Peacemakers” και “Ghost Riders In The Sky” θα πατήσουν pause, θα ευθυγραμμίσουν ένα σφηνάκι, ένα τετράγωνο ποτήρι με βαρύ πάτο και στρογγυλεμένες γωνίες γεμάτο πάγο και Jack Daniels και μια παγωμένη Bud, θα βρουν κάποια δικαιολογία να ξεφορτωθούν τους πάντες από το σπίτι και θα συνεχίσουν την ακρόαση, όπως αρμόζει σε ένα από τα καλύτερα southern κομμάτια που έχουν βγει εδώ και πολλά χρόνια: δυνατά.
Πρόκειται για ένα southern έπος, που αποτίει ονομαστικό φόρο τιμής στους πεσόντες southern rock συντρόφους των Outlaws: Ronnie Van Zant και Steve Gaines των Skynyrd, Toy και Tommy Caldwell των Marshall Tucker Band, Duane και Greg Allman, τον ‘Taz’ DiGregorio των Charlie Daniels Band, αλλά και τους δικούς τους, Tommy Crain, Billy Jones, Frank O’Keefe και Hughie Thomasson.
«Το δικό τους πνεύμα, το πνεύμα των ανθρώπων στους οποίους οφείλεται η ύπαρξη του southern rock είναι αυτό που μας έδωσε την ώθηση τότε, αυτό που μας εμπνέει ακόμη και σήμερα».
Το ομώνυμο Dixie Highway στέλνει ρίγη σε κάθε ραχοκοκκαλιά, καθώς τα τραχιά, ποτισμένα από χίλιες νύχτες στο δρόμο φωνητικά του Henry Paul εναλλάσσονται με τις τρομερές τρεις κιθάρες. «Το τραγούδι αυτό ανάβλυσε από μέσα μου χωρίς να προσπαθήσω καθόλου. Αυτό είναι. Αυτό υπήρξαν οι ζωές μας. Όχι μόνο το πώς τις ζήσαμε, αλλά και το πώς κάθε μέρα παλέψαμε και παλεύουμε να διαμορφώσουμε αλλιώς την πορεία που για τον καθένα μας έδειχνε προδιαγεγραμμένη».
Το πράγμα απογειώνεται στο “Endless Ride”, ένα ακόμη εξομολόγημα στη φλέβα των μεγάλων southern blues που επιταχύνει και σε παίρνει μαζί του. Από τα κομμάτια που χτυπούν τόσα σωστά σημεία ταυτόχρονα, ώστε ζητάνε από μόνα να τα ακούσεις πολλές φορές, γιατί δεν τα χορταίνεις με τη μία.
Στο κινηματογραφικό “Dark Horse Run”  οι φωνές είναι ενορχηστρωμένες θαυμάσια και οι κιθάρες πάλι παίρνουν φωτιά, ενώ το “Heavenly Blues” είναι μια επανεκτέλεση από το κλασικό τους άλμπουμ “Hurry Sundown” του 1977. Στο “Rattlesnake Road” (“too young to quit, too old to try”) και στο “Lonesome Boy From Dixie” ροκάρουν γερά. Στο instrumental “Showdown” οι κιθάρες απλώνονται χωρίς τύχη, ενώ στο Macon Memoriesανακαλούν με νοσταλγία μνήμες από μια επίσκεψη στο στο πατρικό των αδελφών Allman.
Για το “Windy Citys Blue” ο Henry Paul ξέθαψε ένα demo γραμμένο από το 1972, χωρίς ποτέ να ηχογραφηθεί από το μακαρίτη μπασίστα Frank O’Keefe και τα αποτελέσματα είναι εκπληκτικά. «Ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της μπάντας, όμως σε μια μπάντα που έγραφαν τέσσερις άνθρωποι, η συμβολή του δεν αναδείχθηκε όσο θα μπορούσε», λέει ο Paul. Το άλμπουμ είναι αφιερωμένο σ’ αυτόν.
Οι Outlaws εξακολουθούν να πορεύονται ως μια band of brothers. Μια δεμένη ομάδα που ανεβαίνει και παίζει δίνοντας ό,τι έχει και δεν έχει, με με τη φλόγα και την αιχμή που μουσικοί με το ένα τρίτο από τα χρόνια τους στερούνται.
Πιθανότατα, ένας από τους δίσκους της χρονιάς.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Παρασκευή 3 Απριλίου 2020

America: "Homecoming"


Οι AMERICA δημιουργήθηκα από τρεις Αμερικανού-Βρεττανούς μουσικούς (τι περίεργο άραγε), οι οποίοι συναντήθηκαν στα μέσα της δεκαετίας του '60, στη βάση της Πολεμικής Αεροπορίας των Ηνωμένων Πολιτειών στη RAF South Ruislip κοντά στο Λονδίνο μιας και εκεί δούλευαν οι πατεράδες τους.


Μετά από διάφορες μουσικές περιπέτειες, χρήσιμες συνεργασίες και κάποιες σκόρπιες live εμφανίσεις το εξαιρετικό τρίο, των Dan Peek (γεννημένος ΤΟ 1950 στη Φλόριδα των ΗΠΑ, απεβίωσε το 2011), ο Gerry Beckley (γεννήθηκε στο Τέξας το 1952), ο Dewey Bunnell (γεννημένος το 1952 στο Yorkshire της Αγγλίας)  αποφασίζουν να ενώσουν τις δυνάμεις του, το 1970 και να ακολουθήσουν πιστά τα μονοπάτια των Crosby, Still Nash Young, Byrds, Beatles, The Hollies, Joni Mitchell και Bob Dylan, βάζοντας στον δικό τους μίξερ όλους αυτούς τους ήχους των σπουδαίων καλλιτεχνών δημιουργώντας ένα θαυμάσιο μίγμα folk-rock αλλά και ποπ μελωδιών.
Μετά από την αποφοίτηση τους, ξεκίνησαν τις ηχογραφήσεις και κυκλοφόρησαν το πρώτο τους άλμπουμ κάτω από την βαριά ετικέτα της Warner Records ενώ ήδη είχαν γίνει γνωστοί από τις live εμφανίσεις τους αν και οι μετακομίσεις ανάμεσα σε Αγγλία και ΗΠΑ είχαν δημιουργήσει μία σειρά μικρών προβλημάτων για το τρίο.

Το ομότιτλο ντεμπούτου τους άλμπουμ κυκλοφόρησε το 1971 και η επιτυχία ήταν μεγάλη με το ξεκίνημα αφού ο δίσκος σκαρφάλωσε στην κορυφή των αμερικάνικων τσαρτ και κομμάτια όπως τα σινγκλ "A Horse with No Name"  και "I need You" έμειναν στη ιστορία.

Με όπλο την μεγάλη  εμπορική αποδοχή οι ΑΜΕRICA συνεχίζουν απτόητοι και βρίσκονται παράλληλα σε μεγάλο συνθετικό οίστρο με συνέπεια να κυκλοφορήσουν τον Νοέμβριο του 1972, το δεύτερο στούντιο δίσκο τους με τίτλο "Homecoming". Παρότι ο τραυματισμός του Dan Peek καθυστερεί για λίγο τις ηχογραφήσεις, η μπάντα έχει ήδη καθιερωθεί στις συνειδήσεις των απανταχού folk-rockers ενώ κατάφεραν την ίδια χρονιά να βραβευθούν με Grammy ως Best New Artist βάζοντας γερά θεμέλια για την μετεπειτα πορεία τους
Ο δίσκος ξεκινά με το θρυλικό "Ventura Highway" μία σπουδαία σύνθεση με τον Dewey Bunnell να αποκαλύπτει ότι την εμπνεύστηκε όταν ήταν παιδί και ζούσε στην Omaha και ταξίδευε με την οικογένεια του προς την Καλιφόρνια.


 
Το "To Each His Own" είναι μία μπαλάντα με κυρίαρχο τον ήχο του πιάνο ενώ το "Don't Cross The River" κινείται σε πιο county/rock ατμόσφαιρα θυμίζοντας εικόνες της αμερικάνικης επαρχίας. Το "Moon Song" ακούγεται πιο ηλεκτρισμένο με τις ερμηνείες να είναι λυρικές και ρομαντικές με την κιθάρα του Dan Peek να ζωγραφίζει.
Ακολουθεί το μπητλικό "Only in Your Heart" με το πιάνο να έχει τον πρώτο λόγο και το κιθαριστικό σόλο στο τελείωμα του κομματιού να κλέβει τις εντυπώσεις. Το “Till the Sun Comes Up Again” είναι στο ύφος που λατρεύτηκαν οι America με τα εναρμονισμένα φωνητικά να δίνουν μία ουράνια μελωδική διάσταση ενώ το εκπληκτικό "Cornwall Blank" έχει μία πιο southern χροιά με την ηλεκτρική κιθάρα να δίνει ένα πιο ροκ-ψυχεδελικό χρώμα.
Η συνέχεια ανήκει στο "Head and Heart" που είναι μία απαλή και γλυκιά σύνθεση που ανήκει στον σπουδαίο σύνθετη, κιθαρίστα και τραγουδιστή  John Martyn.
Για το τέλος συναντάμε το, "California Revisited" που βαδίζει στον γοητευτικό folk-rock δρόμο που έχει χαράξει το τρίο σε πιο βαρύ μοτίβο χάριν της έντονης μπασογραμμής του Joe Osborn ενώ το "Homecoming" κλείνει με το υπέροχο "Saturn Nights", μία απίστευτη δομημένη μελωδία κτισμένη στην αγγελική ερμηνεία των America.
Εν κατακλείδι το "Homecoming" είναι μία από τις κορυφαίες κυκλοφορίες της δεκαετίας του '70 και φυσικά από τα καλύτερα άλμπουμ του εξαιρετικού τρίο όπου εκτός των των άλλων αναδεικνύεται και το στιχουργικό τους μεγαλείο.
 
Φώτης Μελέτης

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...