Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2018

Fargo: "Constellation"


Τα πράγματα θα μπορούσαν να είχαν εξελιχθεί διαφορετικά για τους γερμανούς Fargo, ένα από τα δεκάδες σχήματα που προσπάθησαν να ακολουθήσουν το παράδειγμα των Scorpions, σχηματοποιώντας, παρά τα εμπόδια της γλώσσας, ένα hard rock προοριζόμενο για να ακουστεί διεθνώς.

Τους έφτιαξαν το 1973 στο Αννόβερο δύο Peter, οι Knorn (μπάσο) και Ladwig (κιθάρα). Σύντομα ξεχώρισαν στο τοπικό live κύκλωμα και μερικά χρόνια αργότερα υπέγραψαν δισκογραφικό συμβόλαιο. Όμως, πριν κυκλοφορήσουν ο,τιδήποτε, ο lead Κιθαρίστας τους, ονόματι Matthias Jabs προτίμησε να ενταχθεί στους Scorpions.
Παρ’ όλα αυτά, έχοντας πίσω τους το γερμανικό τμήμα της ΕΜΙ, οι Fargo κυκλοφόρησαν το 1979 το ντεμπούτο τους άλμπουμ (ακολούθησαν άλλα τρία) και περιόδευσαν σε ολόκληρη την Ευρώπη σαν σαπόρτ με μεγάλα ονόματα (μ.α. AC/DC, Mothers Finest και The Small Faces). Στιβαροί και αξιόπιστοι στα live, είχαν ως ‘highlight” την κωλοτούμπα που συνήθιζε ο Knom, με το μπάσο να παίζει κανονικά – πόσο πιο Γερμανοί;  Τα πράγματα εξελίχθηκαν όμως άδοξα. Μετά το ’82, το μουσικό στυλ τους για τη νέα γενιά αποτελούσε απομεινάρι των ‘70s. Το συμβόλαιο δεν ανανεώθηκε και οι Fargo διαλύθηκαν, έστω κι αν απ’ αυτούς προέκυψαν λίγα χρόνια αργότερα οι Victory.
Πάντως, αν πρόσφατα ο Peter Knorn δεν είχε γράψει ένα βιβλίο για τη ζωή του ως μουσικού, μάνατζερ συγκροτημάτων και επικεφαλής δισκογραφικής εταιρίας, ανασύροντας μνήμες από την πορεία των Fargo, κανείς δεν θα μπορούσε να θυμάται ότι υπήρξαν. Το βιβλίο σημείωσε μεγάλη εκδοτική επιτυχία στη Γερμανία, με αποτέλεσμα το ερώτημα να προκύψει φυσικά : Πώς θα ακούγονταν οι Fargo αν υπήρχαν σήμερα; Ακόμη καλύτερα, αν τα μέλη τους ζουν και μπορούν να επιστρέψουν;
Ο μπασίστας από το Αννόβερο συζήτησε το ενδεχόμενο με τον τραγουδιστή και κιθαρίστα των αυθεντικών Fargo, Peter Ladwig και αφού εξασφάλισαν τη βοήθεια του έμπειρου Arndt Schulz (κιθάρα, πρώην Harlis, Jane) και του νεαρού Nikolas Fritz (τύμπανα, πρώην Mob Rules) άρχισαν να περιοδεύουν, ενώπιον κοινού παλαιοροκ μπυρόβιων εντός και εκτός Γερμανίας. Φανερά γερασμένοι από πλευράς εμφάνισης οι δύο αυθεντικοί Fargo ανέτρεψαν τα δεδομένα, καθώς, όπως πρώτοι οι ίδιοι συνειδητοποίησαν, παρέμεναν ικανοί και ορεξάτοι για το δύσκολα αυθεντικό blues rock που είχαν ξεκινήσει να παίζουν τέσσερις δεκαετίες πριν.
Ο ενθουσιασμός των ίδιων αλλά και του κοινού έφτασε σε τέτοιο σημείο, ώστε δοκίμασαν το αδιανόητο. Την ηχογράφηση ενός καινούριου άλμπουμ μετά από 36 χρόνια. Του πρώτου μετά το “Frontpage Lover” του 1982, το οποίο, παρεμπιπτόντως, είχε περάσει από τη δισκοκριτική του αείμνηστου Γιάννη Κουτουβού, στην πρώτη χρονιά της κυκλοφορίας στην Ελλάδα του περιοδικού "Heavy Metal”.
To άλμπουμ λέγεται “Constellation” και είναι μια ευπρόσδεκτη classic rock ανάσα, που οπωσδήποτε, χωρίς να έχει σημάδια πρωτοτυπίας ή ιδιαίτερης συνθετικής λάμψης, θα τέρψει τους πάλιουρες που ακούνε με αναλογικό αυτί, αναλογικά κομμάτια, δυσανάλογα γερά σε ψυχή με ο,τιδήποτε σύγχρονο ψευδοροκ κυκλοφορεί. Έχει διαχρονικά αποδειχθεί δύσκολο σ’ ένα απαιτητικό αυτί να δέχεται γερμανούς να παίζουν αμερικάνικες ροκ πατέντες, χωρίς να ακούγονται από ανυπόφορα ως φρικτά αντιγραφικοί (συχνά και με τραγελαφική προφορά). Όμως, εδώ το πράγμα παρουσιάζεται με αυτοπεποίθηση και ροή. Το “Step Back” ανοίγει παλιομοδίτικα με slide να το διατρέχει και λόγια για τραίνα που φεύγουν γρήγορα κι αφήνουν πίσω τους χρόνια και καιρούς.
Το “Don’t Talk” έχει το A.O.R. υπερεγώ που οδηγούσε τις περισσότερες μπάντες που προσπαθούσαν να τα καταφέρουν το 1983, το “Cross To Bear” έχει καλή μελωδική γραμμή και ελαφριά southern αύρα, τo “Losers Blues ένα ZZTop-ειο stomp, όπως και το Leave It”. Στο Southern Breezeοι στίχοι – σαν inside joke- συμπεριλαμβάνουν τους τίτλους από 20 Hits του Elvis. Είναι ο ήχος που γουστάρουν οι Fargo από τότε που φτιάχτηκαν.
Στα Buzz Buzz και “Dont Talk” μάλιστα ο αρχικός του ντράμερ Franky Tolle ξαναπιάνει τις μπαγκέτες, δίνοντας έναν αέρα reunion στην κυκλοφορία.
Αποτελούν κάτι τέτοιοι τύποι παραδείγματα; Έχουν θέση στη σημερινή πολυδιασπασμένη μουσική σκηνή; Εξαρτάται κυρίως από τις προσλαμβάνουσες του ακροατή και την ηλικία του. Ευθύ και τίμιο άκουσμα, με τις «γερμανικές» γωνίες πολύ καλά λαξευμένες, σε σημείο να μην αλλοιώνουν το τελικό, κατεξοχήν παλαιοροκάδικο, αποτέλεσμα. Θα πετύχαινε το στόχο του διάνα, αν κάποιος νέος ακροατής αναζητούσε τα παλιά των “Fargo”, τα οποία και όντως αξίζουν.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Σάββατο, 8 Σεπτεμβρίου 2018

Gioel/Castronovo: “Set the World on Fire”


Από την μία ο Johnny Gioeli (Hardline, Axel Rudi Pell) είναι ένας εξαιρετικός τραγουδιστής. Από την άλλη ο Deen Castronovo (Hardline, Revolution Saints, The Dead Daises και Journey) είναι ένας σπουδαίος μουσικός. Οι δυο τους γνωρίζονται από το σωτήριο έτος (του μελωδικού hard rock) 1992 που συνεργαστήκανε στο μαγικό ντεμπούτο των Hardline.

Σήμερα και μετά από 25 χρόνια περίπου, οι δυο τους συνεργάζονται για άλλη μια φορά για να μας προσφέρουν ένα ακόμη κορυφαίο άλμπουμ.
Το εναρκτήριο άσμα του άλμπουμ είναι το  "Set The World On Fire" και πρόκειται για ένα από τα κορυφαία κομμάτια του δίσκου.
Στη συνέχεια με το "Through" η μπάντα μας προσφέρει ακόμη ένα τραγούδι που θα συναρπάσει κάθε οπαδό των Revolution Saints αλλά και αυτούς που αναπολούν τους παλιούς καλούς Hardline.
Έξυπνες  μελωδίες, σπουδαία φωνητικά  (πραγματικά αγαπώ τη φωνή του Castronovo), υπέροχες ενορχηστρώσεις και γενικότερα είναι από τα αγαπημένα μου.
Το ‘μπλουζάδικο’  "Who I Am" έρχεται να προστεθεί και αυτό στα highlights του άλμπουμ. Ο Mario Percudani είναι υπεύθυνος για τις κιθάρες και πιστέψτε με κάνει εκπληκτική  δουλειά σε ότι αφορά τα κιθαριστικά μέρη.  Τα σολαρίσματα του εδώ είναι γεμάτα συναισθήματα και μαζί με αυτούς τους εξαιρετικούς μουσικούς  εκτοξεύει το τραγούδι σε άλλο επίπεδο.  Τα "Fall Like An Angel" και η μπαλάντα "It's All About You" είναι και τα δύο πολύ καλά, ενώ στο "Need You Now" έχουμε να κάνουμε με μία από τις κορυφαίες στιγμές του άλμπουμ. Σύγχρονο με φανταστικό ρυθμό και με εκπληκτικές μελωδίες να το περιβάλουν το “Need You Now” είναι ακόμη ένα highlight.
Λατρεύω το επόμενο κομμάτι που ονομάζεται "Ride Of Your Life".
Αυτό μου θυμίζει λίγο απο Journey, λίγο από Night Ranger (ειδικά στη χορωδία) και όταν ‘μπαίνει’ το ρεφραίν είναι απόλαυση!! Το συναισθηματικό "Mother", το pop-rock  "Walk With Me" και το πιο δυνατό "Run For Your Life" είναι και τα τρία υπέροχα δείγματα αυτού του νέου πονήματος.
Οι κορυφαίοι μουσικοί δημιουργούν κορυφαία και ποιοτική μουσική, τέλος! Οι Gioeli και Castronovo, κατά την ταπεινή μου γνώμη, είναι δύο από τους κορυφαίους τραγουδιστές-μουσικούς εκεί έξω και δεν χωράει αμφιβολία για αυτό.
Εάν γουστάρετε μπάντες όπως  Hardline, Journey,  Revolution Saints και Night Ranger ή απλώς αγαπάτε  AOR γενικώς, τότε το συγκεκριμένο δισκάκι είναι για εσάς.

Βασίλης Χασιρτζόγλου

Τρίτη, 4 Σεπτεμβρίου 2018

Dee Snider: "For The Love Of Metal"

Περισσότερο από κάθε άλλη εποχή, έχουμε ανάγκη από μούρες που επιβίωσαν, που να σημαίνουν κάτι και – στην καλύτερη περίπτωση – να έχουν κ α ι να πουν κάτι. Ο 63χρονος Dee Snider των Twisted Sister είναι μια από αυτές.

Ενώ οι ύμνοι που συνειρμικά μας τον θυμίζουν κοντεύουν να συμπληρώσουν τα 35 χρόνια ζωής, ο ίδιος δεν πνίγηκε, όπως πολλοί συνομήλικοί του, στα καυσαέρια που άφησε ο μύθος του καθώς άφηνε πίσω του τις ένδοξες εποχές και προχωρούσε προς το άγνωστο. Κοίταξε να πάρει τη μπίζνα στα χέρια του. Δεν έκανε κόνσεπτ άλμπουμ και δεν αναζήτησε να παίξει με συμφωνικές ορχήστρες. Έμεινε σταθερός, υγιής, εύγλωττος, αιχμηρός.
«Δεν έγραψα ούτε μία νότα, ούτε έναν στίχο σ’ αυτό το δίσκο. I'm not gonna bullshit you; I don't bullshit anybody. Ο Jamey Jasta, αυτός το πιστώνεται. Με μελέτησε εξονυχιστικά πριν μου παρουσιάσει το δίσκο. Με ψυχολόγησε με απίστευτο τρόπο, την φωνή μου, τους στίχους που έχω γράψει στο παρελθόν. Όλο το υλικό το ένιωσα από την πρώτη στιγμή σα να το’χα γράψει ο ίδιος, σα νά' ρχεται μέσα από την ψυχή μου. Μου μίλησε».
Ο πολυπράγμων Jamey Jasta, 41 ετών, σεσημασμένος hardcore sludgoκέφαλος (βλ. HATEBREED), μουσικός και ραδιοφωνικός παραγωγός, προέβη στο διάβημα επειδή είναι fan. Και το να κάνει ένας fan ένα tribute στον ήρωά του, βάζοντας μέσα στοιχεία από τον εαυτό του και προσφέροντας το tribute στον ίδιο τον ήρωά του να το τραγουδήσει, είναι από τα πράγματα που στον σημερινό χαοτικό μουσικό κόσμο δίνουν μια κάποια λογική. Είναι η πρώτη φορά από το 1992 και τους Widowmaker που ο Snider νιώθει άνετα να υπογράψει καινούριο υλικό με τέτοια φρεσκάδα και σχέση με το σήμερα.
Κατά την ηχογράφηση του άλμπουμ η 85χρονη μητέρα του Snider, ενεργός καθηγήτρια ζωγραφικής, υπήρξε θύμα τροχαίου. Υπέστη εγκεφαλική βλάβη, έμεινε φυτό και μετά από δύο μήνες στην εντατική πέθανε. Και ο γιος της, έκανε αυτό που κάνει μια ζωή. Διοχέτευσε όλη την ενέργεια, την ένταση, την αγριάδα και την απόγνωση στην ερμηνεία στίχων που τρυπάνε το κιθαριστικό μπαράζ και εξωθούν σε headbanging.
Ο δίσκος αποτελείται από 12 κομμάτια που επενεργούν με τον τρόπο αυτό το ένα μετά το άλλο. Όλα μεταξύ 3 και 4 λεπτών, μια ενεσάρα αδρεναλίνης που συνδέει τις κλασσικές μελωδίες του Dee με τον όγκο και την ταχύτητα της νέας γενιάς του metal, χωρίς αυτό σε καμία στιγμή να ξεπέφτει σε εκμοντερνισμό. Κυριαρχούν οι φορτισμένες μελωδίες, τα καθαρά κουπλέ και τα κοψίματα που παίρνουν κεφάλια. Τα “Tomorrow’s No Concern”, “I’m Ready”, “Become The Storm” Και το ομώνυμο “For The Love Of Metal” είναι τα πλέον χαρακτηριστικά. Υπεύθυνοι γι΄αυτό – και εδώ είναι το πλέον ελπιδοφόρο – είναι μια συμμαχία νεαρών metal μουσικών που δεν πρόλαβαν καν τον Dee στην ακμή του, μεταξύ ’84 και ’85.



«Η κόρη μου με τράβαγε καιρό σε συναυλίες ακραίου μέταλ, metalcore και τέτοια. Κάθε φορά, έρχονταν μουσικοί, φανς, πρόσωπα νέα, της σημερινής σκηνής και ήθελαν να με χαιρετήσουν, να φωτογραφηθούν μαζί μου, να μου σφίξουν το χέρι. Αλλά παρ’ όλα αυτά, δεν είχα αντιληφθεί για καλά το τί σήμαινα συνολικά σαν παρουσία στην οικογένεια του metal.. με το που μαθεύτηκε ότι είπα ναι στο project άρχισαν να έρχονται για να συμμετάσχουν, χωρίς προϋποθέσεις, χωρίς χρήμα, χωρίς πρόγραμμα, χωρίς συμβόλαιο, χωρίς σχέδια προώθησης, πολλά ταλαντούχα νεαρά παιδιά.  Ένιωσα τυχερός που σημαίνω τόσα πολλά σε αυτά τα παιδιά, τόσα χρόνια μετά. Και θέλω να πιστεύω ότι πηγαίνει πιο μακριά από τη μουσική που έγραψα. Πάει σε όλα αυτά που είχα πει τότε στην Ουάσινγκτον. Από τότε, πολλά παιδιά είχαν βρει σε μένα μια φωνή που τους εκπροσωπούσε».
«Όταν ξεκίνησα  να ακολουθώ το moοd του λικού αυτού δεν μπορούσα να σταματήσω, τρεφόμουν από την έμπνευση που είχαν όλα αυτά τα παιδά για μένα. Έβαλα μέσα στο υλικό αυτό όλο μου το είναι, γιατί αυτή η μουσική για μένα είναι όλη μου η ζωή: το να την ακούω, να παίζω, να την τραγουδάω, να ροκάρω».

Πέρα από τον Jamey Jasta και τον 36χρονο παραγωγό και ντράμερ Nick Bellmore και τον αδελφό του Charlie των KINGDOM OF SORROW, συμμετέχουν οι Howard Jones (πρώην KILLSWITCH ENGAGE), Mark Morton των LAMB OF GOD, η Alissa White-Gluz των ARCH ENEMY (ντουέτο με τον Snider στο αντι-bullying “Dead Hearts”), Joel Grind και ο Nick Bellmore των TOXIC HOLOCAUST.
Δεν υπάρχει επίλογος, ούτε πρόλογος. Ο άνθρωπος αυτός τα λέει όλα:
«Γουστάρω το metal. Πάντα το γούσταρα. Ήμουν εκεί πριν καν αρχίσει να λέγεται metal, τότε λεγόταν hard rock. Στο πρώτο άλμπουμ των Zeppelin, στο πρώτο των Blue Cheer, το πρώτο των Grand Funk. Όλων αυτών που κατεδάφισαν τη γενιά του Γούντστοκ. Όπως είπε και ο Rob Halford, το να είσαι μέταλ είναι όπως το να είσαι πεζοναύτης Μια φορά είναι αρκετή για να είσαι headbanger μια ζωή ολόκληρη. Θυμάμαι, ήμασταν σε μια πτήση με τον μακαρίτη A.J. Pero. Εγώ είχα κλείσει τα 60, εκείνος θά’ ταν κάπου 55. Βάλαμε τα ακουστικά και τα κουμπώσαμε στο ίδιο μέταλ άλμπουμ. Ταξιδεύαμε στην πρώτη θέση και χωρίς να το καταλάβουμε αρχίσαμε να χτυπάμε ρυθμικά τα πόδια μας και τα πλαϊνά στις δερμάτινες θέσεις. Αν κάποιος δε μας ήξερε θα έβλεπε δύο τύπους γερασμένους να την βρίσκουν σιωπηλά, πετώντας κάτι Yeah!”, τραγουδώντας σκόρπιους στίχους δυνατά. Πιάσαμε να τραγουδάμε, πριν το συνειδητοποιήσουμε. Αυτό λοιπόν, δε φεύγει με τίποτα. Ποτέ. Και είμαι πολύ χαρούμενος που δεν φεύγει. We are all fucking metal».

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Κυριακή, 12 Αυγούστου 2018

Dire Straits: “Alchemy”


Oι Dire Straits, ήταν μία μπάντα που ένωνε συνήθως τους πιο σκληροπυρηνικούς οπαδούς της metal μουσικής μαζί με εκείνους που τα ακούσματα τους είχαν πιο rock προσανατολισμό. Η επιτυχία αυτή ήταν κατά βάση αποτέλεσμα του εξαιρετικού κιθαριστικού παιξίματος του σπουδαίου συνθέτη και μουσικού του Mark Knopfler αλλά και του κρυστάλλινου ήχου και συνθέσεων που παρήγαγε το συγκρότημα.

Βρισκόμαστε λοιπόν κοντά στα μέσα της δεκαετίας του ’80 και ήδη οι Dire Straits έχουν κλείσει επτά χρόνια δισκογραφικής πορείας με θαυμάσιες κυκλοφορίες στο ενεργητικό τους και ουσιαστικά έχουν ολοκληρώσει τον πιο δημιουργικό τους κύκλο μιας και τα τέσσερα άλμπουμ που είχαν κυκλοφορήσει ως τότε τα “ Love over Gold”, “Making Movies”, “Communiqué” και το ομότιτλο είχαν γίνει χρυσά και πλατινένια και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού χάριν στο αστείρευτο και ανεξάντλητο ταλέντο της μπάντας που η λέξη ποιότητα ήταν συνυφασμένη μαζί τους.
Πάνω λοιπόν στη  καλύτερη τους περίοδο, σε όλα τα επίπεδα αφού και συναυλιακά είχαν τεράστια επιτυχία και λίγο χρόνια πριν έρθει η απόλυτη εμπορική απογείωση του “Βrothers in Arms, η παρέα του Mark Knopfler  χαρίζει στους οπαδούς του, ένα χορταστικό live το οποίο ηχογραφήθηκε στις 22 και 23 Ιουλίου του 1983 στο
Hammersmith Odeon του Λονδίνου και κυκλοφόρησε τον Μάρτιο του 1984.
To περιεχόμενο του “Alchemy” είναι ένα μικρό "best of" από τραγούδια που μέχρι και σήμερα προκαλούν ρίγη συγκίνησης και ξυπνούν υπέροχες αναμνήσεις.
Το ξεκίνημα γίνεται με το Once Upon A Time In The West και σε βάζει απ’ ευθείας στο κλίμα, τι εστί Dire Straits με μία μακροσκελή εκτέλεση που δημιουργεί πανδαισία ήχων και ρυθμών με την βραχνή και νωχελική φωνή του Mark Knopfler περισσότερο να μουρμουρά παρά να τραγουδά όπως γίνεται βέβαια και στα περισσότερα κομμάτια της αγγλικής μπάντας.
Ακολουθεί το εκπληκτικό “Expresso Love”  όπου η κιθάρα γίνεται κέντημα και εργόχειρο μαζί και οι στροφές πέφτουν στη συνέχεια με  το τρυφερό “Romeo and Juliet”.
 To ανατριχιαστικό και μνημειώδες Private Investigations” λειτουργεί σαν μία ιεροτελεστία που καλεί τις δυνάμεις του ουρανού να συντονιστούν μαζί τους, με τα πλήκτρα του Alan Clark δημιουργούν μοναδικές εσωτερικές δονήσεις.
Ακολουθεί ο κλασσικός ύμνος του γκρουπ, “Sultans of Swing” με τα κιθαριστικά σόλα να έχουν την τιμητική τους και το κοινό να παραληρεί ενώ το "ροκνρολέ"  Two Young Lovers απλά συνεχίζει το πάρτι που έχει ήδη στηθεί με το σαξόφωνο του Mel Collins να δίνει ένα ξεχωριστό χρώμα.



Η συνέχεια ανήκει στοTunnel of Loveπου εκπλήσσει αρχικά με την εισαγωγή μιας και είναι δανεισμένη από το περίφημο "Carousel Waltz" στο οποίο πάλι το σαξόφωνο του Mel Collins μαγεύει τα πλήθη σε συνδυασμό με την κιθάρα του Mark Knopfler να παίζει ένα συναρπαστικό κρυφτό μελωδικών εκρήξεων το οποίο κορυφώνεται όσο πλησιάζει το κομμάτι προς το τέλος του.
ΤοTelegraph Road” που ακολουθεί με τους εσωστρεφείς στίχους, ξεκινά ήρεμα και η λυρικότητα του χάνεται στη συνέχεια αφού οι εναλλαγές ρυθμών είναι απανωτές ενώ η ενορχήστρωση είναι εμπνευσμένη και επιβλητική.
Το Alchemy ολοκληρώνεται με το ροκέ και κεφάτοSolid Rock και κλείνει με το υπέροχο ορχηστρικό “Going Home που υπάρχει στην ταινία “Local Hero” όπου ο M. Knopfler έχει υπογράψει και το ανάλογο soundtrack.
Η συμβολή του μπασίστα John Illsley, του κιθαρίστα Hal Lindes και του ντάμερ Terry Williams πάνω στο σανίδι του Hammersmith εκείνο τον Ιούλιο ήταν καθοριστική ώστε το τελικό αποτέλεσμα να είναι μοναδικό και απολαυστικό.
Σίγουρα αξίζει να αναφέρουμε ότι το περίεργο εξώφυλλο του διπλού δίσκου φιλοτέχνησε ο Αυστραλός εικαστικός αβαντ-γκαρντ καλλιτέχνης  Brett Whiteley που το είχε ονομάσει «Αλχημεία» και που πήρε τον τίτλο  το συγκεκριμένο live album.
Στην cd έκδοση του “Alchemy” υπάρχει ένα επιπλέον κομμάτι, το "Love Over Gold" που έγινε ξανά ρεμίξ και επανακυκλοφόρησε στις 8 Μαΐου 2001.
Με λίγα λόγια το “Alchemy” είναι η καλύτερη παρέα για όσους ειδικά αναπολούν στιγμές της εφηβείας τους και παράλληλα είναι μία δυνατή γεύση ώστε να νιώσετε ξανά και ξανά, την γοητεία ενός σπουδαίου μουσικού σχήματος που έγραψε ιστορία.

Φώτης Μελέτης

Δευτέρα, 30 Ιουλίου 2018

Roger Daltrey: “As Long as I Have You”


Είμαστε στο 2018 και κάτι "κουρασμένα παλληκάρια" κατορθώνουν να κυκλοφορούν ένα από τους πιο όμορφους δίσκους της φετινής χρονιάς και παρότι ο χρόνος είναι ανίκητος ο Roger Daltrey φαίνεται ότι δεν τον παίρνει και στα σοβαρά και απτόητος συνεχίζει να δημιουργεί και να μας χαρίζει δυνατές μουσικές συγκινήσεις.

Η φωνή των WHO κοντεύει τα 75 έτη και πάνω από μισό αιώνα ροκάρει ασταμάτητα ενώ με τούτη την δισκογραφική του δουλειά μπορεί να εκθέτει με το κέφι, το μεράκι, την ενέργεια αλλά και την μελωδικότητα του κάτι σύγχρονους τύπους που το παίζουν metal και rock με χιτάκια κατασκευασμένα από το youtube και το spotify. Όμως με το  “As Long as I Have You” δεν μιλά η τεχνολογία και οι δημόσιες σχέσεις αλλά ένας πραγματικός και ολοζώντανος ροκ εν ρολλ μύθος που έχει σημαδέψει με την παρουσία και το ταλέντο του τρεις γενιές οπαδών της αγαπημένης μας μουσικής.
Μπορεί ο δίσκος να είναι γεμάτο διασκευές και να έχει τρία μόνο δικά του κομμάτια αλλά οι ερμηνείες το πάθος και η ψυχή που καταθέτει  βάζει κάτω όλους τους εκείνους του νεανίες που δηλώνουν ροκ αστέρες
Το άλμπουμ ξεκινά με το απίθανο ομότιτλο κομμάτι όπου ο κεφάτος και χορευτικός ροκ εντ ρολ ρυθμός ξυπνά και πεθαμένους και είναι από εκείνα τα κομμάτια που τα λατρεύεις με την πρώτη νότα που ακούς και το οποίο είχε πρωτοτραγουδήσει ο Garrett Mimms το 1964. Σημειολογικά αναφέρουμε ότι εκείνη την χρονιά το θρυλικό κουαρτέτο άλλαξε το αρχικό όνομα του από The High Numbers σε The Who.
Στη συνέχεια απολαμβάνουμε το "How Far" της μπάντας του Stephen Stills από το θρυλικό τους άλμπουμ "Manassas" (1972), ακολουθεί το πανέμορφο "Where Is a Man to Go?” των κάντρυ συνθετών Jerry Gillespie & K. T. Oslin, σε μία εκρηκτική ερμηνεία με τρομερά δεύτερα γυναικεία φωνητικά ενώ το φοβερό "Get On Out of the Rainτων Ruth Copeland & Clyde Wilson είναι μία από τις κορυφαίες στιγμές του άλμπουμ σε funky διάθεση και με τα πνευστά να παραληρούν στο τέλος. Το "I've Got Your Love" ακούγεται πιο ρομαντικό από την πρώτη εκτέλεση του Boz Scaggs ενώ το συγκινητικό "Into My Arms" (Nick Cave) δείχνει απλά το μεγαλείο του Roger Daltrey που δεν διστάζει να διασκευάσει ένα από τα πνευματικά του παιδιά.
Το “You Haven't Done Nothin'” του Stevie Wonder έχει μετεξελιχθεί στην πιο heavy/funky εκδοχή του, με τα δεύτερα γυναικεία φωνητικά και τα πνευστά να παίζουν καθοριστικό ρόλο σε αντίθεση με το "Out of Sight, Out of Mind" (Clyde Otis & Ivy Jo Hunter) όπου διακρίνεται για μία ακόμη φορά η αγάπη του για την soul των sixties.
Ο δίσκος περιλαμβάνει επίσης  το γοητευτικό "Certified Rose" (δική του σύνθεση) που ακούγεται τόσο εξαίσιo και τόσο νοσταλγικό θυμίζοντας Van Morrison και είναι αφιερωμένο στην κόρη του. Το άλμπουμ κλείνει αρχικά με το υπέροχο “The Love You Save" (του Joe Tex) και με το λυρικό "Always Heading Home"  καθώς φέρει την δική του υπογραφή και του συγγραφέα Nigel Hinton και αποτελεί ουσιαστικά μία ωδή στην αστείρευτη μουσική της δεκαετίας του ‘60 που διατηρούσε τον αυθορμητισμό και την έμπνευση στο έπακρο για αρκετά χρόνια πριν εξελιχθεί σε μία νόστιμη κονσέρβα παντός μουσικού είδους.
Κλείνοντας αξίζει να επισημάνουμε την συμβολή του Pete Townshend σε έξι από τις έντεκα συνολικά συνθέσεις δίνοντας το δικό του ξεχωριστό χρώμα αλλά και τα θαυμάσια πλήκτρα τον Mick Talbot (The Style Council, Dexys Midnight Runners).

Φώτης
Μελέτης

Τετάρτη, 18 Ιουλίου 2018

Doomsday Outlaw: "Ηard Times"

Mπορεί να έχουμε συνηθίσει την Frontiers να κυκλοφορεί melodic hard rock/aor άλμπουμ, όμως εδώ η επιλογή των DOOMSDAY OUTLAW ήταν όχι μόνο επιτυχημένη αλλά και μία έξυπνη επένδυση αφού το συγκεκριμένο σχήμα έχει όλα τα φόντα να πρωταγωνιστήσει τα επόμενα χρόνια στον σκληρό ήχο.

Οι Βρετανοί DOOMSDAY OUTLAW υπηρετούν έναν ήχο που έχουμε κυρίως αγαπήσει και λατρέψει από την δεκαετία του '70 δηλαδή  καλοπαιγμένο hard rock, με μπόλικα blues και southern στοιχεία χωρίς να λείπει η μελωδικότητα ενώ η μπάντα προσθέτει παράλληλα και grunge-stoner ρυθμούς.
Το άλμπουμ ξεκινά με το μέτριο ομότιτλο κομμάτι και συνεχίζεται με το αξιόλογο "Over and Over" που θυμίζει Black Crowes. Ακολουθούν το "Spirit That Made Me" που κινείται σε καθαρά zepellin-ικό ϋφος, η συγκινητική μπαλάντα "Into the Light"  και το "Bring It on Home" που έχει ένα ουράνιο ρεφρέν.
Έπεται το λιτό αλλά μελωδικό "Days Since I Saw the Sun" και ερχόμαστε στην κορυφαία στιγμή του δίσκου που είναι το το επικό "Will You Wait" με την ανατριχιαστική ερμηνεία του Phil Poole να σπάει κόκκαλα αλλά και να περιέχει ρυθμούς, μελωδίες και κιθάρες που δημιουργούν μία απίστευτη rock πανδαισία.
Ακολουθεί το "Break You" σε ελαφρώς funky ρυθμό και το "Come My Way" με το ογκώδες μπάσο να παραπέμπει σε grunge εποχές και το άλμπουμ κλείνει με τα "Were You Ever Mine"  και "Too Far Left to Fall" θυμίζοντας ημέρες Soundgarden.
Όσοι λοιπόν γουστάρετε Led Zeppelin, Bad Company, The Allman Brothers Band και David Coverdale  και συνάμα σας αρέσουν οι Alice in Chains και οι Clutch τότε μπορείτε άφοβα να ακούσετε ένα από τα πιο ελπιδοφόρα γκρουπ των τελευταίων ετών.

Φώτης Μελέτης

Δευτέρα, 2 Ιουλίου 2018

Queensryche: "Operation:Mindcrime"


Η μετα-Rage For Order εποχή βρίσκει τους Queensryche σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. "Το Rage For Order" αν και θα έμενε στις συνειδήσεις των fans ως ένα από τα πιο διαχρονικά album της μπάντας, εν τούτοις δεν είχε πουλήσει αρκετά αντίτυπα. Η πορεία τους φαινόταν φθίνουσα και η διάλυση κοντά.

Σ’ένα ταξίδι ξεκούρασης στον Καναδά κατόπιν της περιοδείας για το "Rage For Order", ο Geoff Tate επισκέφθηκε ένα καθολικό ναό, για να περισυλλέξει τις σκέψεις του και να συγκεντρωθεί. Βλέποντας το περιβάλλον, δεν άργησε να του έρθει η έμπνευση.
Επιστρέφοντας πίσω στο Seattle, ανέλυσε στους υπόλοιπους αυτήν την έμπνευση, που αφορούσε ένα concept album αλλά δεν φάνηκαν να πείθονται όλοι. Πρώτος, ωστόσο, όταν το καλοσκέφτηκε, ο Chris DeGarmo πήρε το μέρος του Tate και συμφώνησε να δουλέψουν πάνω στην ιδέα του.
Τα υπόλοιπα μέλη, ακολούθησαν και η γέννηση του "Operation : Mindcrime" έλαβε χώρα.
Η ιστορία του album έχει δευτερεύουσα σημασία, το πιο σημαντικό ήταν η συγκυρία που αυτό κυκλοφόρησε – επί εποχής Ronald Reagan, τότε που η αντι-σοβιετική προπαγάνδα και φρενίτιδα ήταν στην κορύφωσή της. Γιατί το album κριτίκαρε έντονα αυτό το φαινόμενο, μέσα από τους στίχους του, όσο και τον αμερικανικό τρόπο ζωής. Τα media ήταν ελεγχόμενα και ψεύδονταν συστηματικά, το χρήμα σκότωνε συνειδήσεις, τα ήθη είχαν ξεπέσει και μια "επανάσταση" κρινόταν ως άκρως απαραίτητη, για να ανατραπεί αυτός ο ξεπεσμός.
Στα πρόσωπα της ιστορίας αυτή η κατάσταση γινόταν εμφανής, και η βίαιη "επανάσταση" που πραγματευόταν μέσα από ανατροπή του καθεστώτος στις ΗΠΑ και δολοφονίες σημαίνοντων κυρίαρχων προσώπων, ώστε να ξεπλυθεί η βρώμα, έκρυβε από πίσω κι ένα παράλληλο δράμα. Τα πρόσωπα, που αναμείχθηκαν στην επανάσταση αυτή, είχαν τις δικές τους ηθικές δυσκολίες και πτώσεις και στο τέλος, έχοντας ξεπηδήσει εξίσου από το σύγχρονο αμερικανικό γίγνεσθαι, δε θα αργούσαν να ανακαλύψουν ότι απλά συντηρούν αυτόν τον ξεπεσμό.



Γιατί όταν μπαίνει το "AnarchyX" και το "Revolution Calling" , τα πάντα μοιάζουν ευοίωνα για αυτήν την "επανάσταση", υπό τις μνημειώδεις μελωδίες και riffs των DeGarmo και Wilton , περνούν μέσα από τη σαπίλα της αμερικανικής κοινωνίας στο "Spreading The Disease" , το theme του αντικειμένου του πόθου του πρωταγωνιστή , της μοναχής Mary , και προσωπικό αγαπημένο για τους κλασικούς στίχους και μουσική του ], φτάνει στην εσωτερική σύγκρουση (Suite Sister Mary με το πομπώδες στυλ του και The Needle Lies με το μανιασμένο καλπασμό του ) και κάνει τραγική έξοδο, θέτοντας πολλά ερωτήματα με το "I Dont Believe In Love" και το ανεξίτηλο στίγμα του "Eyes of The Stranger" , ώστε μέσα από την εντυπωσιακή prog metal του δίσκου να προβληματίσει τον ακροατή για το σήμερα.
Όταν κυκλοφόρησε το album , δεν είχε αρχικά τις αναμενόμενες πωλήσεις. Προβληματισμένη, η μπάντα αναρωτήθηκε αν και κατά πόσο άξιζε τον κόπο, η δουλειά που έκαναν . Μέχρι που ήρθε η πρόταση από το MtV για τη δημιουργία ενός μουσικού video για κάποιο από τα τραγούδια του δίσκου. Η μπάντα επέλεξε το "Eyes Of The Stranger" και δεν άργησε να δικαιωθεί . Οι πωλήσεις εκτοξεύθηκαν κατακόρυφα και τα υπόλοιπα ήταν πλέον ιστορία.

Κώστας Δάβαρης

Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2018

Stryper: "God Damn Evil"

Είναι παρατηρημένο, ότι οι μεγαλύτεροι σε ηλικία ρόκερς είναι άκρως παραγωγικοί… εντάξει, υπάρχουν και οι εξαιρέσεις. Αυτοί που σίγουρα δεν ανήκουν στις εξαιρέσεις είναι οι Stryper.

Στην πραγματικότητα οι δίσκοι τους στα '80ς και τα πρώιμα '90ς αλλά και αυτά που κυκλοφόρησαν μετά την επανασύνδεση τους στα 2003, θα έμπαιναν άνετα σε μία χωροχρονοκάψουλα για να αποτελέσουν δείγμα συνδυασμένης μουσικότητας και στίχων.
Και για να μην επικεντρώσουμε την παρουσίαση στις μελιστάλαχτες, δακρύβρεχτες μπαλάντες της μπάντας, ο Michael Sweet και οι συνοδοιπόροι του στο δρόμο του Θεού…εεε στο δρόμο της μουσικής ήθελα να γράψω, δημιουργούν και πάλι με ένα δίσκο αντάξιο του μακρύτατου καταλόγου τους στο χώρο του χριστιανικού και όχι μόνο hard rock και heavy metal.
Σύμφωνα δε με δήλωση του Michael Sweet είναι ο ωριμότερος δίσκος της μπάντας (σ.σ υπερβολές διαφημιστικές;;) ενώ αντιρρήσεις διαδικτυακές υπάρχουν από τον συμπατριώτη μας Joshua Peraja που τον κατηγορεί για ανάρμοστο και βλάσφημο τρόπο χρήσης του ονόματος του Θεού στον τίτλο του δίσκου (διαμάχες προτεσταντικές που είναι κατανοητές μόνο από τις 300 περίπου παραφυάδες προτεσταντών και "αναγεννημένων" χριστιανών).
Και σαν μην έφταναν αυτά τα ολίγα και ποταπά, ανάξια λόγου, κατέφτασε και η γνωστή αλυσίδα Walmart αρνούμενη την πώληση του δίσκου της μπάντας…γιατί;   διότι επίσης δεν αρέσκει ο τίτλος … God Damn Evil. Τα μάλα προβληματικός για την συγκεκριμένη εταιρία. Στο δια ταύτα: η μπάντα παραμένει μουσικά εξαιρετική παρά την αλλαγή στο μπάσο με τον ερχομό του σπουδαίου μουσικού των Firehouse, Perry Richardson που αντικατέστησε τον Tim Gaines.
Αλλαγή στο μουσικό ύφος με τις "σιροπιασμένες" συνθέσεις και το power pop, glam rock που καθιέρωσαν με την επανεμφάνιση τους στα μουσικά δρώμενα με περισσότερο  hard 'n heavy ήχο. Χωρίς να αποχωριστούν (ευτυχώς) την αγάπη τους στη μελωδία, την αρμονία και τα αξιομνημόνευτα -μουσικά- ρεφραίν.
"Ακροβατούν" και μας αρέσει ανάμεσα στο hard rock και το  heavy metal και αυτό είναι ξεκάθαρο ειδικά στη ρυθμική γραμμή που ηχεί δυναμική, δυνατή εκκωφαντικά και καθάρια!!
Εξαιρετικά παραδείγματα στα "Take It To The Cross", "Sorry, God Damn Evil", αλλά και στο "Own Up". Ίσως σας ξενίσουν τα  death-οειδή φωνητικά στο "Take It To The Cross" από τον Matt Bachand (Shadows Fall, Act Of Defiance). Δυστυχώς φλερτάρουν εμπορικά με το  modern metal.Προσωπικά ευτυχής με δύο συνθέσεις από τα παλιά, τα "You Don't Even Know" και "The Valley". Με τις κιθαριστικές φράσεις του Oz Fox να απογειώνουν τα κομμάτια.
Ευχάριστη έκπληξη το "Sea Of Thieve"s, που ενώ είναι αρκετά  heavy, παρουσιάζεται ευχάριστα  με  έντονη την "πινελιά" του AOR που συνεπικουρείται από το μελωδικό  rock αίσθημα και υπέροχη φωνητική ενορχήστρωση!
"Σήμα κατατεθέν" των Stryper οι υπέροχες δυναμικές μπαλάντες και το  "Can't Live Without Your Love" επιβεβαιώνει ευχάριστα την συνήθεια.
Όπως πάντα ο Michael Sweet ηχεί δυναμικός και μελωδικότατος. Εντάξει, οι στίχοι παραμένουν έντονα χριστιανοπροτεσταντικοί-ηθικοπλαστικοί…
Σίγουρα το "God Damn Evil" δε θυμίζει  Stryper να παίζουν μουσική ντυμένοι στα κιτρινόμαυρα τους, ούτε είμαστε πλέον στα  1985. Το "God Damn Evil" έχει ένα ωριμότερο ύφος με κατασταλαγμένους μουσικούς που επιδέξια μας χαρίζουν αγαπημένο βαρύτερο μελωδικό  hard rock. Μου αρέσει και το συνιστώ ιδιαίτερα στους οπαδούς της μπάντας που εδώ στην Ελλάδα είναι πολλοί…αν και κρύβονται…εδώ και δεκαετίες!

Νότης "Soldier  Under Command" Γκιλλανίδης

Τετάρτη, 6 Ιουνίου 2018

W.E.T.: "Earthrage"

Φυσικά και όποιος ασχολείται με την υπέρτατη μελωδία που περιγράφεται με τις συνθέσεις που περιέχουν πανέμορφες καθάριες φωνές, κιθάρες που κεντούν, μπασογραμμές στιβαρές, τύμπανα ογκώδη με απαραίτητο συμπλήρωμα τα πλήκτρα θα γνωρίζει την υπερμπάντα των W.E.T. που απαρτίζουν οι:

Robert Sall (πλήκτρα, το γράμμα "W" από την μπάντα των  Work of Art), ο Erik Martensson (κιθάρα, πλήκτρα, μπάσο, φωνητικά, το  "E" από τους  Eclipse) και ο  Jeff  "έχω τραγουδήσει τα πάντα με τους πάντες" Scott Soto (φωνή, το "T" από τους "πάλαι ποτέ νυν και αεί" λατρεμένους  Talisman), με τον κιθαρίστα  Magnus Henriksson και τον ντράμερ  Robban Back.
Πέντε ολόκληρα χρόνια περιμέναμε αυτήν την κυκλοφορία που ακολουθεί την προηγούμενη εξαιρετική μουσική δημιουργία  της μπάντας με τίτλο "Rise Up".  11 μελωδικοί ύμνοι απαρτίζουν αυτήν τη νέα δημιουργία της μπάντας.
Το μελωδικό hard rock μερικές φορές περιέχει το ρίσκο να ακουστεί γλυκανάλατο, υπερβολικά " σιροπιασμένο"  γεμάτο με κλισέ τόσο σε μουσικές φράσεις αλλά και σε στίχους.
Το ευχάριστο με τους W.E.T. είναι πως είναι τόσο μουσικά εξοικειωμένοι και ικανότατοι με ιδιαίτερα αναπτυγμένη μουσικότητα που αποφεύγονται τα προαναφερθέντα ρίσκο.
Για όσους αρέσκονται στις "μεταλίζουσες" hard rock συνθέσεις υπάρχουν οι  "ύμνοι" "Watch The Fire", "Dangerous" και το "Calling Your Name" πλούσιες σε μελωδία και αίσθημα.
Οι οπαδοί του προσφιλούς AOR θα ενθουσιαστούν με τα άσματα "I Don't Wanna Play That Game" και "The Burning Pain Of Love" (προσωπικά αγαπημένο). Χαρακτηριστικό δείγμα της μουσικής συνθετικής ικανότητας της μπάντας αποτελεί το "Neverending Retraceable Dream", με φανταστική μπασογραμή.
Η απαραίτητη και μεγαλοπρεπέστατη μπαλάντα "Heart Is On The Line" είναι παρούσα με μία πλουσιοπάροχη ενορχήστρωση και δεξιοτεχνικό σολάρισμα κιθάρας!!
Η σύνθεση που τα έχει όλα και δυσκολεύεσαι να την κατατάξεις είναι το "Elegantly Wasted". Είναι μπαλάντα, είναι υμνικό δημιούργημα για συναυλίες; Πιασάρικο άκρως και ευκολομνημόνευτο όλο το τραγούδι.
Αναζητάτε γιγαντιαία χορωδιακά φωνητικά;
Θέλετε τεράστια "μουσικά άγκιστρα" μελωδίας να σας "γαντζώνουν"  την καρδιά και τα αυτιά;
Σπουδαίες συνθετικές μουσικές δημιουργίες;
Μοναδική μουσικότητα;
Μουσική που να "ανοίγει" η καρδιά σας ακούγοντας την;
 Όλα αυτά θα ικανοποιηθούν με το "Earthrage" και οι  W.E.T. είναι εδώ για να υπηρετήσουν για μία ακόμη φορά το AOR και το μελωδικό  hard rock. Σίγουρα ένας από τους τρείς δίσκους που θα ακούω όλο το καλοκαίρι …και όχι μόνον!!!

Νότης "King of Thunder Road"  Γκιλλανίδης

Παρασκευή, 25 Μαΐου 2018

Judas Priest: "Sin After Sin"

Σε όλες τις playlist μου, από το παλιό i pod μου, έως και μετέπειτα το κινητό μου, ο συγκεκριμένος δίσκος ήταν μόνιμα εκεί, παρών. Κι εξηγούμαι. Ο δίσκος ήταν ο μισός αξιόλογος. Η διάθεση πειραματισμού των Priest, δεν ήταν στα καλύτερά της, για παράδειγμα στην prog rock μπαλάντα Last Rose of Summer, ούτε στο αδύναμο Here Come The Tears, το οποίο παλεύει φιλότιμα αλλά άδικα να σώσει ο Rob Halford .

Ο λόγος όμως, δεν είναι αυτός. Ακούει στο όνομα Simon Philips, του seasonal drummer, που προσέλαβαν οι Priest για τις ανάγκες του δίσκου. Γεμάτος όρεξη , ο νεαρός Philips εισάγει θυμωμένους και ανατρεπτικούς ρυθμούς στα τραγούδια της μπάντας και προκαλεί τους υπόλοιπους, αν αντέχουν , να τον ακολουθήσουν .
Κι εγένετο θαύμα! Οι απαρχές κυριολεκτικά του ρεύματος του heavy metal, μισή δεκαετία αργότερα. Καλουπωμένες. Και η αρχή είναι το opening track, Sinner . Μεθυστικό, αλήτικο και εκρηκτικό. Με κορύφωση, που δεν έχει να ζηλέψει τίποτε από τους συνοδοιπόρους στον σκληρό ήχο Black Sabbath . Το γεμάτο ενέργεια, "σφηνάκι’’ Starbreaker, με όση διάρκεια χρειάζεται για να κάνει τον ακροατή να επιμείνει στο δίσκο, μετά το δημιουργικό σοκ της διασκευης Diamonds And Rust της Joan Baez. Τη χαραυγή του speed metal, Let Us Prey / Call For The Priest , αλησμόνητου μετά το πρώτο άκουσμα αλλά αδικημένου κομματιού, όπου τα πάντα είναι δύο ταχύτητες πάνω, μουσικά. Και φυσικά, το χιλιοκοπιαρισμένο από thrash metal μπάντες, Dissident Aggressor, που δεκαετίες αργότερα, όταν θα τολμούσαν να το παίξουν live, οι Priest , θα τους χάριζε και το πρώτο τους βραβείο Grammy. Έστω κι αν είναι ο μισός αξιόλογος , ήταν σφόδρα επιδραστικός ο δίσκος , στη μετέπειτα πορεία του heavy rock / metal, ακριβώς γιατί οι Priest , σήκωσαν το γάντι στην πρόκληση του Simon Philips, κι απέδειξαν έτσι την αξία τους , ως μουσικοί πρωτοπόροι.
Ο δίσκος θα έδινε στους Judas Priest, τότε, την πρώτη τους επιτυχία στα βρετανικά charts, με το "Diamonds And Rust", ενώ ο Robert Plant, εντυπωσιασμένος από το ποιόν τους θα τους προσκαλούσε, να ανοίξουν για τους Led Zeppelin , συναυλία στις ΗΠΑ κατά την περιοδεία των δεύτερων, για το Presence .
 Έκτοτε και ώντας πλέον σε μεγάλη δισκογραφική εταιρία, οι Priest θα γιγαντώνονταν μουσικά , δημιουργώντας γενιές και γενιές οπαδών και υποψήφιων μιμητών. Και φυσικά, θα "βάπτιζαν’’ ουκ ολίγες μπάντες, με τα ονόματα των τραγουδιών τους στο εγγύς μέλλον της πορείας τους…


Κώστας Δάβαρης

Παρασκευή, 4 Μαΐου 2018

Bonfire: "Temple Of Lies"

Oι Γερμανοί BONFIRE είναι και παραμένουν ένα αγαπητό
γκρουπ ιδιαίτερα στην πατρίδα μας άλλωστε έχουν εμφανισθεί αρκετές φορές στη χώρα μας. Βέβαια πάντοτε ζούσαν στην σκιά των SCORPIONS, των ACCEPT και των HELLOWEEN παρότι στα τέλη της δεκαετίας του '80 είχαν κάνει σημαντική εμπορική επιτυχία με τα πρώτα τρία άλμπουμ τους.

Το γκρουπ στα χρόνια που πέρασαν μετά την μεγάλη τους  εμπορική αποδοχή κυκλοφόρησαν μία σειρά μέτριων και άλλοτε καλών άλμπουμ ενώ σημαντική αλλαγή ήταν πριν μερικά χρόνια η απομάκρυνση του τραγουδιστή Claus Lessmann, με τον οποίο οι BONFIRE αλλά και οι οπαδοί είχαν ταυτιστεί μαζί του.
Ο κιθαρίστας και ηγέτης του γκρουπ Hans Ziller δεν πτοήθηκε από τις δυσκολίες που αντιμετώπισε  μετά από αυτήν την καθοριστική αλλαγή αλλά συνέχισε να ηχογραφεί και με τραγουδιστή πλέον τον Alexx Stahl (είχαν προηγηθεί οι David L. Reece και για πολύ λίγο ο Michael Bormann) δημιούργησαν το "Temple of Lies" που είναι μία αξιόλογη κυκλοφορία και αντάξια της ιστορικής διαδρομής του γκρουπ.
Η 15η στούντιο κυκλοφορία των BONFIRE έχει δύο συνθετικές κατευθύνσεις όπου ένα μέρος των κομματιών χαρακτηριζονται από τον κλασσικό ευρωπαικό heavy metal ήχο ενώ το υπόλοιπο μέρος θυμίζει έντονα το μελωδικό hard rock των πρώτων ημερών της μπάντας με τα ρεφρέν να δίνουν ένα πιο πιασάρικο τόνο.
Ο δίσκος ξεκινά με το ολιγόλεπτο ατμοσφαιρικό "In the Beginning" που αποτελεί προίμιο του καταιγιστικού ομότιτλου "Temple of Lies" όπου Accept, Helloween, Iron Maiden και Judas Priest παντρεύονται πανέξυπνα ενώ κάτι ανάλογο συμβαίνει στο "Stand or Fall" αφού είχε προηγηθεί τo "On the Wings of an Angel" που η εισαγωγή είναι αντιγραφή του "Rock 'n' Roll Children" του Dio!
Ακολουθεί σε ίδιο ύφος περίπου, το "Feed the Fire (Like the Bonfire)" και οι ρυθμοί πέφτουν με την μέτρια μπαλάντα "Comin' Home" που "σώζεται" από την δυναμική ερμηνεία του Alexx Stahl. Η συνέχεια ανήκει στο "I'll Never Be Loved by You" που θυμίζει λίγο από Scorpions όπως και το "Fly Away" που ακούγεται αρκετά μελωδικό.
Το άλμπουμ κλείνει με το "Love the Way You Hate Me" με τις κιθάρες να έρχονται από τα metal '80s και έπειτα εξελίσσονται σε μία συμπαθέστατη μελωδική σύνθεση ενώ το "Crazy over You" aor-ιζει στο έπακρο με το ρεφρέν να νομίζεις ότι είναι γραμμένο από τον Desmond Child!

Εν κατακλείδι οι Bonfire χωρίς να εκπλήσσουν και να εντυπωσιάζουν κυκλοφορούν ένα καλοδουλεμένο και πολύ καλό δίσκο που θα μας συνοδεύει ευχάριστα στις ζεστές μέρες που έρχονται.

Φώτης Μελέτης

Κυριακή, 15 Απριλίου 2018

Odyssey Desperado: "Don't Miss The Sunset"


Η λεγόμενη μελωδική σκηνή μπορεί να νιώθει χαρούμενη που αποκτά άλλο ένα εμπνευσμένο σχήμα διότι ετούτη η όμορφη κυκλοφορία μας χαρίζει μικρά διαμαντένια AOR κομμάτια τα οποία είναι μία πραγματική όαση στην μετριότητα των τελευταίων κυκλοφοριών ενώ το γεγονός ότι αποτελείται από Έλληνες μουσικούς το κάνει ακόμη πιο ενδιαφέρον.

Το project των Odyssey Desperado έχει αρκετά όπλα στην μουσική του φαρέτρα ώστε να δημιουργήσει ετούτο τον εξαιρετικό δίσκο αρχίζοντας από τον εμπνευστή του σχήματος, τον ταλαντούχο κιθαρίστα και συνθέτη Odyssey Karapolitis αλλά και τον τραγουδιστή Manos Fatsis με τον τελευταίο να μου θυμίζει πότε τον Don Barnes (38 Special) κάποιες στιγμές τον Gregory Lynn Hall (101 South) αλλά ακόμη και τον David Coverdale. Η παρουσία του πανταχού παρών, Bob Katsionis κάνει τα πράματα ακόμη πιο δημιουργικά, αφού ο πολύπλευρος μουσικός βοηθά τόσο στον τομέα της παραγωγής αλλά και εκτελεστικά μιας και παίζει μπάσο αλλά έχει κάνει και το programming του άλμπουμ.
Σχεδόν σε ολόκληρο το δίσκο και συγχωρέστε με αν κάνω λάθος αλλά έχω την αίσθηση ότι συναντάμε τους Fortune, τους Harlan Cage, τους Pride of Lions αλλά και σκόρπιους ρυθμούς από Europe, MSG (περιόδου Robin Mc Auley) και Survivor.
O δίσκος ξεκινά δυναμικά με τα "Rush Of The Wave" και "Υou And Me Against The World" όπου οι κιθάρες, οι μελωδικές γέφυρες και η εξαίσια ερμηνεία του Manos Fatsis σε βάζουν άμεσα στο melodic/aor κλίμα του "Don't Miss The Sunset" με τα ρεφρέν να βρίσκονται σε συνεχή κορύφωση.
Ακολουθεί το πιο χαλαρό "Cruisin'" ενώ το "Dreams Die hard" περιλαμβάνει μία κλασσική AOR-αδικη εισαγωγή με τα πλήκτρα να έχουν αρχικά τον πρώτο λόγο και τα ενορχηστρωτικά κοψίματα να κάνουν ακόμη πιο δυνατή την εν λόγω σύνθεση. Έπεται το μπαλαντοειδές "Can't Live Without You" και ακολουθεί το συμπαθητικό  "Oasis (In The Desert Of Your Soul)".
Το "Holding On To A Dream" είναι μία απίθανη σύνθεση που σε γυρίζει πίσω στα '80s τότε που ο συγκεκριμένος ήχος μεγαλούργησε και χάριν της ερμηνείας του Manos Fatsis έχουμε μία απέραντη μελωδική πανδαισία ενώ το "Fragile" ακούγεται τόσο πορωτικό αφού από το νωχελικό ξεκίνημα του εξελίσσεται σε ένα καταιγιστικό melodic hard rock/aor ύμνο με τον Odysseas Karapolitis να προσθέτει μπόλικο κιθαριστικό πάθος.
Το "Tomorrow You'll Be Gone" είναι άλλη μία μνημειώδη σύνθεση με ένα επικό ρεφρέν σε πιο euro-power μονοπάτια και με τις εμπνευσμένες εναλλαγές να το κάνουν πιο συναρπαστικό  και τέλος το άλμπουμ κλείνει με το συγκλονιστικό "Wings Of Silk" που σε καθηλώνει σε όλα τα επίπεδα.
Οφείλουμε να αναφέρουμε ότι ευχάριστη έκπληξη του "Don't Miss The Sunset" είναι η συμμετοχή του Paul Laine (από τους υπέροχους Danger Danger) στα δεύτερα φωνητικά που προσθέτει ένα πιο αμερικάνικο ήχο στον δίσκο.
Εν κατακλείδι τόσο φωτεινό και απολαυστικό άλμπουμ είχαμε μήνες να ακούσουμε και μαζί με αυτό τον μελωδικό παράδεισο που νιώσαμε καταφέραμε να τερματίσουμε τα ηχεία και να αναστατωθεί επιτέλους η γειτονιά μετά από πολύ καιρό.
Με φόντο και οδηγό το καλοκαιρινό εξώφυλλο και τους aor/rock ρυθμούς των Odyssey Desperado ξεκινάμε το καλοκαίρι και τις διακοπές πολύ νωρίτερα με παραλίες, τεκίλες, ανεμελιά και ατελείωτες δόσεις ροκ ερωτισμού...
Για όσους λατρεύουν τον συγκεκριμένο ήχο το “Don't Miss The Sunset"  είναι ένα θείο δώρο οπότε προσπαθήστε να το αποκτήσετε με κάθε (νόμιμο) τρόπο.

Φώτης Μελέτης

Παρασκευή, 6 Απριλίου 2018

Perfect Plan: "Αll Rise"

Έχουμε ξαναγράψει ότι εδώ και πολλά χρόνια οι κυκλοφορίες και τα συγκροτήματα από την Σκανδιναβία με αιχμή του δόρατος την Σουηδία έχουν ανανεώσει αρκετά τον aor/melodic hard rock ήχο, όμως το τελευταίο διάστημα παρατηρούμαι μία φυσιολογική κάμψη σε ποιότητα συγκριτικά με αυτό που συνέβαινε πριν δέκα χρόνια περίπου.

Παρόλα αυτά οι Σουηδοί μουσικοί δεν έχουν κορεσθεί ακόμη και συνεχίζουν να μας χαρίζουν σπουδαία δείγματα καλοπαιγμένου και σύγχρονου aor/hard rock με το νεοσύστατο σχήμα των Perfect Plan να κάνει την απρόσμενη έκπληξη και νακυκλοφορεί ένα μικρό διαμαντάκι που δίνει το δικό του στίγμα στο χώρο του μελωδικού ήχου.
Το άλμπουμ ξεκινά με το "Bad City Woman" όπου οι κιθαριστικές αναφορές του εξαιρετικού Rolf Nordström, σε Journey, Van Halen είναι εμφανείς ενώ η μελωδική γραμμή της σύνθεσης θυμίζει έντονα Giant και Firehouse.
Ακολουθεί το επικό "In And Out Of Love"  που όταν το πρωτοακούσαμε, μας κέρδισε ολοκληρωτικά τόσο από την ερμηνεία του Kent Hilli αλλά κυρίως από την υπέροχη melodic/aor δομή του πανέμορφου κομματιού.
Το "Stone Cold Lover" ξεκινά επιθετικά με κιθάρες σε ύφος Jake E. Lee και John Sykes αλλά η συνέχεια είναι φούλ μελωδική και ξεσηκωτική με το ρεφρέν να είναι ένας πραγματικός δυναμίτης.
Το "Gone Too Far" έχει μία ρυθμική βάση που θυμίζει Κansas λόγω των  πλήκτρων του Leif Ehlin, όπου νότα με νότα ανεβαίνει συνεχώς και ο Kent Hilli έχει αναλάβει τον ρόλο του Coverdale.
Το "All Rise" συνεχίζεται με το ορμητικό "What Goes Around" που είναι μία μικρή αντιγραφή του "Takin' Me Down" των Hardline ενώ το επιβλητικό "Too Late" αποτελεί μία από τις κορυφαίες συνθέσεις του δίσκου με το ρεφρέν απλά να είναι μνημειώδες.
Ακολουθούν τα "Can’t Turn Back",
"Never Surrender" και το νοσταλγικό "1985" που συνεχίζουν πιστά σε όσα έχουν προηγηθεί με έναν απίθανο συνδυασμό Αμερικάνικου και Scandivanian aor/hard rock στυλ.
Τo άλμπουμ κλείνει υπέροχα με το "What Can I Do" και το "Heaven Ιn Your Eyes" δείχνοντας το αστείρευτο κιθαριστικό ταλέντο του
Rolf Nordström που σε ολόκληρο το δίσκο παίζει μοναδικά.
Συνοπτικά έχουμε να κάνουμε με μία εμπνευσμένη και εξαιρετική κυκλοφορία που θα χαροποιήσει ιδιαίτερα όσους αρέσκονται σε αυτόν των φωτεινό μελωδικό ροκ ήχο.

Φώτης Μελέτης

Σάββατο, 24 Μαρτίου 2018

Heartwind: "Higher And Higher"

Οι Heartwind είναι το αποτέλεσμα μιας παλιάς φιλίας, του κιθαρίστα/τραγουδιστή Goran Engvall (Hitworks) και του πληκτρά/συνθέτη Mikael Rosengren (Constancia, Token, Scudiero), που είχε ως βάση την κοινή τους αγάπη για το μελωδικό hard rock και AOR.

Το επόμενο βήμα για αυτούς τους δύο μουσικούς ήταν να συνθέσουν  τα κομμάτια του πάζλ που έλειπαν, να φτιάξουν το line-up της μπάντας.
Έτσι λοιπόν βρήκαν στο πρόσωπο των Peter  Svensson (Constancia, Faith) και του τραγουδιστή Germán Pascual (Narnia, Dj Mendez, Essence of Sorrow) τους ανθρώπους που θα ‘έδεναν’ τους Heartwind.
Το συγκρότημα ολοκληρώθηκε με τον βιρτουόζο κιθαρίστα Martin Hall (Germán Pascual), τον μπασίστα Germain Leth και τον Fredrik Folkare (Unleashed, Firespawn, Eclipse, Scudiero).
Μετά το πρώτο άκουσμα του νέου αυτού άλμπουμ,  "Higher And Higher", πρέπει να πω ότι μου άρεσε πολύ.  Για να είμαι ειλικρινής μου άρεσε πάρα πολύ !! Ορισμένα στοιχεία πρώιμων Europe, αλλά και οι κλασσικές  Scandi επιρροές της δεκαετίας των 80’s δίνουν το κάτι παραπάνω στους Heartwind και κάνουν το τελικό αποτέλεσμα ιδιαίτερα ελκυστικό.
Έξυπνες μελωδίες, πιασάρικα ρεφραίν, δυνατές κιθάρες και καλοδουλεμένες συνθέσεις είναι κάποια από τα πράγματα που θα συναντήσει κάποιος στο “Higher And Higher”.
Το εναρκτήριο άσμα του "Higher And Higher" (που θυμίζει Europe εποχής "Out Of This World"), η εκπληκτική μπαλάντα του "One Night Away Of You", το  δυνατό "Surrounding Me", το ποζεράδικο "Too Late For Roses"  (feat.  Tåve Wanning από τους Adrenaline Rush ) και ο υπέροχος AOR ύμνος  του" Do not Be That Girl "είναι μερικά από τα highlights του συγκεκριμένου δίσκου.
Το “Higher And Higher” είναι με λίγα λόγια απλό, πιασάρικο, ποιοτικό μελωδικό hard rock/AOR  που θα εκτιμηθεί δεόντως από κάθε οπαδό του μελωδικού ροκ ήχου.

Βασίλης Χασιρτζόγλου

Τρίτη, 6 Μαρτίου 2018

Simple Minds: “Walk Between Worlds”


Αφήνοντας στην άκρη τον κέλτικο φολκ – ροκ χαρακτήρα που χαρακτήρισε το νωχελικό, κάπως τεμπέλικο “Acoustic”, οι Σκωτζέζοι Simple Minds, έχοντας συμπληρώσει ακριβώς 40 χρόνια από το ξεκίνημά τους, κάνουν στροφή στο post punk παρελθόν τους για να αντλήσουν εμπνεύσεις από εκείνα τα στοιχεία που τους έκαναν τόσο δημοφιλείς.

Κι αφού συνθηκολόγησαν με τις ποπ επιρροές τους κατέληξαν στα πρώτα ντέμο ήδη από τον Σεπτέμβριο του 2014, λίγο μετά από την ολοκλήρωση του “Big Music”.
Η επιστροφή τους τον Φεβρουάριο του 2018 σηματοδοτεί το 18ο άλμπουμ για το συγκρότημα, το απόλυτα ηλεκτρονικό “Walk Between Worlds” για να παρουσιάσουν με μια νέα δυναμική ένα δυνατό μουσικό σύνολο από 8 (+ 3 στη deluxe έκδοση) dance rock, σκεπτικιστικά κομμάτια που ξεχειλίζουν από παντού ενέργεια - σήμα κατατεθέν του χαρακτήρα τους από τα ΄80’s - ειδικά σε ό,τι παρεμβλήθηκε ανάμεσα στο “Real to Real Cacophony” (1977) και το “Once Upon a Time” (1985) - και μπόλικη νοσταλγία.
Για την ιστορία και μόνο, αναφέρεται ότι η αρχική ιδέα ήταν να κυκλοφορήσουν δύο ξεχωριστά άλμπουμ, ταυτόχρονα. Το πρώτο θα δανειζόταν τον τίτλο του από το ομώνυμο σινγκλ, “Walk Between Worlds” και το δεύτερο θα έφερε την ονομασία “Nostalgia”. Η ιδέα εγκαταλείφθηκε και κυκλοφόρησε μόνο ένα άλμπουμ με την πρώτη ονομασία.
Από την παλιά σύνθεση του γκρουπ συναντάμε πρωτίστως την ψυχή του, τον Jim Kerr (φωνητικά) με τον μακροχρόνιο, παλιό του συνεργάτη, κιθαρίστα (και κημπορντίστα), Charlie Burchill.
Το υπόλοιπο line up απαρτίζουν ο ντράμερ, Mel Gaynor, ο μπασίστας Ged Grimes, η τραγουδίστρια Sarah Brown (με συμμετοχή και στο “Big Music”), o επίσης κιθαρίστας Gordy Goudie, η (εξαίρετη) Cherisse Osei στα τύμπανα και η Catherine Anne Davies στα κήμπορντς, χωρίς να λείπουν  και μερικές άλλες γκεστ συμμετοχές. Τη σκυτάλη της παραγωγής έχουν τα ίδια πρόσωπα με τα προηγούμενα άλμπουμ (“Big Music” και “Acoustic”), οι Andy Wright, Gavin Goldberg και οι Simple Minds.
Ο δίσκος ανοίγει με  το ατμοσφαιρικό, μπιτάτο (αλλά και κάπως συγκρατημένο) “Magic”, μια μουσική αντανάκλαση από τα 80’s παραπέμποντας στους δίσκους “Sons and Fascination” και “New Gold Dream” και σε κομμάτια όπως τα “Promised You a Miracle” και “All the Things She Said”.
Η δραματική ερμηνεία του Kerr με φωνητικά σαν κραυγή από την κορυφή ενός ψηλού λόφου, αναδεικνύεται μέσα από τα «υδραυλικά» συνθ,  τα θορυβώδη, από συναυλία βγαλμένα ντραμς, την παλλόμενη μπασογραμμή και την επηρεασμένη από Edge (U2) κιθάρα του Burchill. Το ίδιο (αν όχι περισσότερο) δυνατό το “Summer”. Το ηλεκτροφόρο σφυροκόπημα της κιθάρας, του μπάσου και των ντραμς δίνουν μια άλλη εκδοχή για το πολυτραγουδισμένο καλοκαίρι.



Τρεμοπαίζοντας το “Utopia” θυμίζει τη συνήθεια να εξιδανικεύουμε το παρελθόν, κρατώντας μόνο τις καλές αναμνήσεις. Σε μία άλλη ανάγνωση, μεταφέρει ένα μήνυμα και για την ίδια τη μπάντα, ότι δεν της αξίζει να ξεχαστεί μέσα στη δίνη της θορυβώδους μουσικής βιομηχανίας. Κάτι σαν το “Don’t you (Forget about me)” του οποίου η διαχρονικότητα χρωστά πολλά και στον τίτλο του, που ξεκάθαρα τραβά όλη την προσοχή στο συγκρότημα.
Το τρακ ορόσημο του άλμπουμ, “The Signal and the Noise” θυμίζει τα indie σινγκλς που έκαναν δημοφιλές το γκρουπ στην αρχή της καριέρας του. Με τις κιθάρες να δίνουν την απαραίτητη ένταση, τα έξοχα συνθ να κουμπώνουν τέλεια στον κυρίαρχο ντίσκο ηλεκτρονικό ρυθμό και τα απόκοσμα backing vocals, ο Kerr προτρέπει τους ακροατές του να βγάλουν τα ακουστικά τους και να απελευθερωθούν για να δεχτούν τα νέα ερεθίσματα (του ίδιου του άλμπουμ): “There’s a feeling that takes over/and it has no fear/when you’re caught between the signal and the noise”.
Η ευλαβικά τηρούμενη ηλεκτρονική διάθεση είναι εξίσου διάχυτη και στα “Silent Kiss”, που ξεδιπλώνεται η μελωδικότητα της φωνής του Kerr, “Angel Underneath My Skin” της deluxe έκδοση και “In Dreams” με τα εντυπωσιακά του συνθ.
Το “Barrowland Star” δανείζεται τη θεματική του από την περίφημη αίθουσα χορού της Γλασκόβης, που έχει φιλοξενήσει και αρκετές εμφανίσεις του συγκροτήματος στο παρελθόν. Με τα συνθ κι εδώ να βρίσκονται στο προσκήνιο, με τον τρόπο των OMD, περισσότερο όμως ροκ γράφοντας  οι κιθάρες στο τέλος του κομματιού τον επίλογο διθυραμβικά και να κλέψουν την παράσταση.
Εντελώς διαφορετικό το εσωτερικό και από live εκτέλεση “Dirty Old Town”, μια διασκευή του ομώνυμου κομματιού του Ewan MacColl, όπου συναντάμε τον Kerr και τη Brown σε ένα όμορφο, ταιριαστό ντουέτο.
Ως τελικός απολογισμός, το “Walk Between Worlds” έρχεται με φόρα, κατευθείαν από τις παλιές, καλές «ηλεκτρονικές» μέρες των ‘80’s θυμίζοντας σε αρκετά σημεία τα πρώτα βήματα των Depeche Mode αλλά και των Simple Minds που μας κάνουν εμφανές ότι σέβονται τις ρίζες τους και δεν διστάζουν να ανατρέξουν εκεί. Και ασφαλώς οι οπαδοί της electro pop θα αποτίσουν τον δέοντα φόρο τιμής.
Οι υπόλοιποι το πιο πιθανό είναι να μην πειστούν  (αν και ποτέ δεν είναι αργά). Το μόνο σίγουρο είναι ότι πολύχρονη πείρα και οι συνεχόμενες επιτυχίες των Simple Minds τους επιτρέπουν να πατάν γερά στα ποδιά τους και να αποπνέουν αυτοπεποίθηση, κάνοντας τους δίσκους που θέλoυν, χωρίς να νοιάζονται για τη γνώμη των άλλων. Κάτι που έγινε αντιληπτό από το στήσιμο και την άνεση του Kerr όταν παρουσίαζε το “Acoustic” στις συναυλίες για την προώθησή του, την προηγούμενη χρονιά.
Και (σε κάθε περίπτωση) όπως και να ‘χει σίγουρα θα βρεθούν εκείνοι που θα υποκύψουν στη γοητεία των λεπτοδουλεμένων τόνων του “Walk Between Words”, στο καθαρό όραμα των στίχων του και την άρτια ερμηνεία του Kerr.
Έχοντας κάπως έτσι την ευκαιρία (και την τύχη) να περιδιαβούν τους μουσικούς δρόμους των ‘80’s με κατάληξη το σήμερα, εκεί που συνεχίζει ακόμη το ταξίδι του ένα τεράστιο συγκρότημα, ένα ταξίδι που φαίνεται ότι (ευτυχώς) δεν θα έχει σύντομο τέλος.

Μαρία Γεωργιάδου

Πέμπτη, 22 Φεβρουαρίου 2018

Bad Company: “Live in Albuquerque 1976”


Οι θρυλικοί Βρετανοί BAD COMPANY αποτελούν για τους περισσότερους από εμάς τον απόλυτο ορισμό τι εννοούμε παραδοσιακό hard rock που αποτελείτο από έμπειρους και πετυχημένους μουσικούς με προυπηρεσία σε σπουδαία γκρουπ όπως οι Free, οι King Crimsonκαι οι Mott the Hoople.
Η μπάντα μεγαλούργησε κυρίως στα ’70s με τα πρώτα τρία άλμπουμ τους, τα οποία θεωρούνται κλασσικά ενώ επανήλθαν τα μέσα της δεκαετίας του ‘80s δριμύτεροι κυκλοφορόντας μερικά αξιοπρεπή άλμπουμ χωρίς τον Paul Rodgers στο μικρόφωνο. Τα τελευταία χρόνια οι Bad Company περιοδεύουν ανά καιρούς με μεγάλο απόντα τον μπασίστα  Boz Burrell που έφυγε από την ζωή το Σεπτέμβριο του 2006.
Ερχόμενοι τώρα στο “Live in Albuquerque 1976” βρίσκουμε ένα εξαιρετικό best of με ζωντανές ηχογραφήσεις της μπάντας, με συνθέσεις που έμειναν στην ιστορία. Βασικός υπαίτιος που βγήκε στο φως της δημοσιότητας  η συγκεκριμένη κυκλοφορία είναι η επιμονή του κιθαρίστα Mick Ralphs αφού ο ίδιος χάριν στο μεράκι του κατάφερε και σώθηκαν οι εν λόγω ηχογραφήσεις ενώ παράλληλα ο ίδιος από το προσωπικό του αρχείο εμπλούτισε με δικές του φωτογραφίες το εικαστικό κομμάτι του άλμπουμ.



ΤοLive in Albuquerque έχει μία περιπετειώδη διαδρομή ώσπου να κυκλοφορήσει διότι με την κυκλοφορία του τρίτου άλμπουμ της μπάντας “Run with the Pack” αποφασίζουν να βγάλουν λίγους μήνες αργότερα στην αγορά το συγκεκριμένο live δίσκο αλλά τον αποσύρουν αμέσως λόγω νομικών ζητημάτων που υπήρξαν με τα πνευματικά δικαιώματα.
Ευτυχώς το “Live in Albuquerque 1976” κυκλοφόρησε επίσημα τριάντα χρόνια μετά  (τον Αύγουστο του 2006) με πλούσιο booklet και οι χιλιάδες φίλοι της μπάντας έχουν την χαρά να απολαύσουν έναν από τους πιο συναρπαστικούς live rock δίσκους της δεκαετίας του ’70.
Όλη η αυθεντική παλιοπαρέα των Mick Ralphs, Paul Rodgers, Boz Burrell και του Simon Kirke δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους και παραδίδουν μαθήματα απλού, ατόφιου αλλά πάνω από όλα ψυχωμένου hard rock χωρίς υπερβολές και φτηνούς εντυπωσιασμούς βάζοντας την δική τους ανεξίτηλη σφραγίδα στο λεγόμενο classic rock ήχο.
Φυσικά στο “Live in Albuquerque 1976” περιλαμβάνονται σχεδόν όλες οι κορυφαίες συνθέσεις της μπάντας με τις παθιασμένες ερμηνείες του Paul Rodgers να κυριαρχούν (αν και σε κάποια σημεία ακούγεται κουρασμένη).
Συνθέσεις όπως τα “Feel Like Makin' Love” και “Rock Steady” ακούγονται ακόμη πιο δυναμικά ενώ το καταιγιστικόDeal With The Preacherείναι η καλύτερη προετοιμασία για το σπαρακτικό “Ready for Love”.
Στο Can't Get Enough γίνεται το σχετικό παιχνίδισμα με τον κόσμο ενώ σπουδαίες στιγμές είναι οι ανατριχιαστικές ερμηνείες σταBad Company”, “Shooting Star” και Simple Manαλλά και στο
"Run with the Pack" τα μελωδικά κιθαριστικά σολαρίσματα του Mick Ralphs είναι πραγματική κατάθεση ψυχής.
Τα πολλά λόγια κουράζουν λέει μία λαική ρήση οπότε για τους Bad Company το μόνο σίγουρο είναι έχουν ριζώσει βαθιά στην καρδιά μας και είναι μία από τις πιο όμορφες μπάντες που έβγαλε η ροκ μουσική και σίγουρα η καλύτερη παρέα μας για όσα χρόνια μας έχει δώσει ο Θεός ακόμη…

Φώτης Μελέτης

Κυριακή, 11 Φεβρουαρίου 2018

Pearl Jam: “Ten”


Μια φορά κι ένα καιρό ήταν μια μπάντα από το Σιάτλ, η Mother Love Bone και είχε το όνειρο να γίνει διάσημη. Ένα όνειρο που έσκασε σαν σαπουνόφουσκα με τον αναπάντεχο θάνατο του frontmant αυτής, του Andrew Wood, που την πάτησε όπως τόσοι και τόσοι άλλοι χρήστες που πίστεψαν ότι θα μπορούσαν να ελέγξουν εκείνη τη λίγο παραπάνω δόση (ηρωίνης).

Μετά από τρεις μέρες σε κώμα, αποσυνδέθηκαν τα μηχανήματα που τον κρατούσαν στη ζωή. Κατέληξε στις 19 Μαρτίου του 1990, ενώ ήταν μόλις 24 ετών και μόλις δύο εβδομάδες πριν από την κυκλοφορία του πρώτου άλμπουμ του συγκροτήματος, του “Apple” που προοριζόταν να τον κάνει σούπερσταρ. Τα άλλα μέλη της μπάντας, ο Stone Gossard (κιθαρίστας) και ο Jeff Ament (μπασίστας) προσπαθώντας να ξεπεράσουν την αναποδιά που τους έτυχε, δέχτηκαν την προσωρινή λύση που τους πρότεινε ο από μηχανής Θεός», φίλος τους  Chris Cornell (των Soundgarden), να συμμετάσχουν στους Temple of the Dog.
Ενώ γνώριζαν καλά ότι αυτό ήταν μια διέξοδος με ημερομηνία λήξης, αυτό που τους απασχολούσε ήταν πώς θα μπορούσαν να αναμορφώσουν το δικό τους γκρουπ για να το πάνε μερικά βήματα παραπέρα. Ήξεραν πως οι μέρες της funky alternative metal που αντιπροσώπευαν οι Mother Love Bone, είχαν παρέλθει ανεπιστρεπτί και χρειάζονταν άλλα πρόσωπα κι ένα δυναμικό υλικό για να καταφέρουν να προχωρήσουν.

Κάπου εκεί, για καλή τους τύχη, βρέθηκε το «10 το καλό», ο καινούργιος frontman, ένας 24χρονος σέρφερ από το Σαν Ντιέγκο, που σύντομα έμελε να γράψει ιστορία για τον ίδιο και τη μπάντα. Ήταν ο Eddie Vedder που θα συμπλήρωνε το κενό και με το παραπάνω. Και παρέα με τους υπόλοιπους έφτιαξαν με πολύ αγάπη και μεράκι το νέο σχήμα που θα έφερε την ονομασία Pearl Jam”, εγκαταλείποντας την αρχική “Mookie Blaylock” για λόγους πνευματικής ιδιοκτησίας, καθώς επρόκειτο για το όνομα γνωστού μπασκετμπολίστα και σταρ του NBA.
Το νέο αυτό σχήμα επιλέγοντας τις μουσικές του δεν απαρνήθηκε την αρμονία και μελωδία του πλούσιας κλασικής ροκ κληρονομιάς, ούτε προτίμησε να κάνει πανκ επιλογές, όπως οι Nirvana. Αντιθέτως, ενσωμάτωσε γενναιόδωρες δόσεις από την παλιά καλή κλασική ροκ και με τις ουσιαστικές κιθάρες του Stone Gossard, το σκοτεινό μπάσο του Jeff Ament και τους στίχους - θεραπεία του νέου οργισμένου, περισσότερου ανθρώπινου από τα συνηθισμένα ροκ σταρ, frontman Eddie Vedder τέθηκε το πλαίσιο για μια νέας γενιάς μπάντα που προοριζόταν να γεμίζει στάδια και να συνεπαίρνει πλήθη.  

Αμέσως και αυθόρμητα, σήκωσαν μανίκια και χωρίς να χάνουν καθόλου χρόνο επικεντρώθηκαν στο πρώτο τους άλμπουμ που έμελε να αναδειχθεί στο αριστούργημα που θα το χαρακτήριζε ένας πρωτόγνωρος για τα μέχρι τότε δεδομένα ήχος.
 
Ο πρώην ντράμερ των Red Hot Chili Peppers, Jack Irons, (και μετέπειτα ντράμερ των Pearl Jam από το 1994) που απέρριψε τότε τη συμμετοχή του στους Pearl Jam λόγω των υποχρεώσεών του στη μπάντα που συμμετείχε (την “Eleven”) είχε ήδη ετοιμάσει ένα ντέμο με instrumental συνθέσεις που το έδωσε στο φιλαράκι του από το μπάσκετ, τον Vedder. Αυτός το άκουσε, πήγε για σερφ και μετά κάθησε και έγραψε απνευστί τους στίχους. Η έμπνευσή του υ αποτυπώνεται εναργώς στη δήλωσή του: «Ό,τι πίστευα βρίσκεται σ’ αυτήν ακριβώς τη γ@μημένη στιγμή. Και ουσιαστικά γι’ αυτό πρόκειται όλος ο δίσκος». Θέματα όπως η κατάθλιψη, η αυτοκτονία, η μοναξιά και ο φόνος κυριαρχούν στο Ten”, και με κάποιες εξειδικευμένες αναφορές στους άστεγους (Even Flow”) και τις ψυχιατρικές κλινικές ("Why Go"). Όσο για το Jeremy (όπως και το video που το συνοδεύει) βασίζεται σε αληθινή ιστορία γυμνασιόπαιδου που αυτοκτόνησε με όπλο μέσα στην τάξη του κι ενώπιον των υπόλοιπων των συμμαθητών του.
Το ντέμο που ετοίμασε ο Vedder και ταχυδρόμησε στον Ament περιείχε τρία κομμάτια, μέρος μιας μίνι ροκ όπερας με τον τίτλο “Momma-Son”. Ήταν τα Alive, Once και “Footsteps” (το B-side του σίνγκλ Jeremy), που τα συνέδεε μια αλληλουχία αυτοβιογραφικών γεγονότων για ένα νεαρό άντρα του οποίου ο πατέρας πεθαίνει (Alive) και τον διακατέχει η μανία να σκοτώνει (Once) οδηγούμενος τελικά στον ίδιο του τον θάνατο (Footsteps).
Η σκληρή, μεθοδική προετοιμασία τους δεν άργησε να φέρει τη συνεργασία με τη δισκογραφική Epic Records. Πριν ακόμη μπουν στο στούντιο, η πλειοψηφία των κομματιών ήταν έτοιμη. Μόνο τα “Porch”, “Deep”, “Why Go” και “Garden” εκκρεμούσαν ακόμη.

Τον Μάρτιο του 1991, οι Vedder, Gossard, Ament, McCready και ο ντράμερ Dave Krusen ξεκίνησαν τις ηχογραφήσεις του άλμπουμ στα London Bridge Studios του Σιάτλ, με παραγωγό τον Rick Parashar. Ήταν αποφασισμένοι, συγκεντρωμένοι και προσγειωμένοι αρκετά ώστε να μη πέσουν στις λούμπες του παρελθόντος των MLB. Έχοντας πάρει ένα καλό μάθημα, μόνη λογική διέξοδος φαινόταν να αφήσουν τις υπερβολές, κρατώντας χαμηλό το budget της παραγωγής, δοκιμάζοντας ουσιαστικά μέχρι πού θα μπορούσαν να φτάσουν την πρώτη τους δουλειά. Έως τον Μάιο τα sessions είχαν ολοκληρωθεί χωρίς να έχουν ξεπεράσει τα 25.000 δολάρια (τρεις φορές κάτω από το “Apple”) και ο Krusen (που δεν μπορούσε πλέον ξεκάθαρα να διαχειριστεί το θέμα του με το αλκοόλ) είχε αντικατασταθεί από τον Dave Abbruzzese. Τίποτα όμως δεν έδειχνε ότι είχαν πετύχει και κάτι το ιδιαίτερο, αν και αφιέρωσαν πολύ χρόνο, χρήμα και κυρίως μεράκι μιξάροντας ξανά και ξανά μέχρι να φτάσουν στο αποτέλεσμα.
Στις 27 Αυγούστου του 1991, το Ten πήρε τη θέση του στα δισκάδικα των ΗΠΑ, σε μορφή CD αποκλειστικά, καθώς η Epic δεν διέβλεπε να γίνει χρυσό (αλλά ευτυχώς όχι μόνο διαψεύστηκε, αλλά το είδε να γίνεται 13 φορές πλατινένιο) . Η πρώτη φορά που κυκλοφόρησε σε βινύλιο ήταν στις 22 Νοεμβρίου του 1994, την ίδια μέρα που βγήκε στην αγορά και το τρίτο άλμπουμ των Pearl Jam, το Vitology.


Το πρώτο σίνγκλ του άλμπουμ, το Alive, το οποίο είχε προηγηθεί εύστοχα λίγες εβδομάδες του άλμπουμ προετοιμάζοντας το έδαφος γι’ αυτό που θα επακολουθούσε. Απαλό στο άκουσμά του (χωρίς να μπορεί να κατηγορηθεί για «κοιμισμένο») και μελωδικό, το κιθαρικό σόλο κλέβει έτσι απλά την παράσταση κάνοντας όλο και περισσότερους να πίνουν νερό στο όνομα της μπάντας. Και ο Vedder καταθέτει κάποιους από τους πιο εμπνευσμένους, εύστοχους και ευαίσθητους στίχους του, ως ένα μέσο λύτρωσης από τη φιγούρα του πατριού του που πίστευε ότι ήταν ο πραγματικός πατέρας του: “Tattooed all I see/all that I am/all that I’ll be…” , “I know you’ll be a star/in somebody else’s sky/but why"/but why"- can’t it be mine”.
Το Ten” πάντως συνολικά έδωσε μια γερή mainstream πνοή στο grunge κίνημα, πριν ακόμη κυκλοφορήσει το “Nevermind” των Nirvana (ένα μήνα μετά). Οι alternative ροκάδες μπορούσαν να καυχιούνται ότι ήταν δεν ήταν πια στο περιθώριο, καθώς το μουσικό τους είδος άρχισε να βάζει στέρεα θεμέλια στην καρδιά της μουσικής βιομηχανίας.  Ας μην ξεχνάμε ότι τη δεδομένη χρονική στιγμή, το grunge κίνημα που επρόκειτο να γίνει τόσο δημοφιλές μέσα στα επόμενα χρόνια, δεν είχε ακόμη πείσει τους περισσότερους. Είχε ως βάση του κυρίως το
ο Σιάτλ, που δεν ήταν ακριβώς και το κέντρο της μουσικής παγκόσμιας κοινότητας. Οι σημαντικότεροι εκπρόσωποί του είχαν ακόμη πολλά να δείξουν (και να αποδείξουν): Οι Alice in Chains είχαν κάνει το ντεμπούτο τους την προηγούμενη χρονιά με το “Facelift” αλλά ακόμη αντιμετωπίζονταν ως μέταλ μπάντα, οι Nirvana τον επόμενο μήνα θα κατακτούσαν τον κόσμο με το καταλυτικόNevermind”, ενώ το επαναστατικό, τρίτο άλμπουμ των Soundgarden “Badmotorfinger” αναμενόταν τον Οκτώβριο.


Η εμπορική επιτυχία έμοιαζε να είναι εξασφαλισμένη (25.000 αντίτυπα πωλήθηκαν μόλις στην πρώτη εβδομάδα), αλλά η ουσιαστική καταξίωση για το συγκρότημα (και κυρίως τον τραγουδιστή του) ήρθε μέσα από τη live εκτέλεση των κομματιών. Ο Vedder απογείωσε στην κυριολεξία τις συνθέσεις αφήνοντας τη ντροπαλή, ευαίσθητη περσόνα που δεν τολμούσε να κοιτάξει το κοινό του στα μάτια, μοιάζοντας πλέον σε άγριο ζώο που τον συνεπαίρνει η κάθε νότα, ο κάθε στίχος και χάνεται στην κυριολεξία μέσα στη μουσική του. Και το κυριότερο, κατάφερε να περάσει όλη αυτή την αίσθηση και σε όσους τον άκουγαν, συνεπαίρνοντας όλο και περισσότερους φαν και αποκτώντας έτσι μια δημοτικότητα που άγγιζε τα όρια του ειδώλου.

Δυνατό, δραματικό, δυναμικό, το Ten έφερε επιρροές από Led Zeppelin, Who και Jimmi Hendrix, αλλά και από alternative ροκ φιγούρες (βλ. Black Flag, the Stooges, Fugazi), φέροντας και κάποια πανκ στοιχεία, με καίρια κατάληξη τους σκοτεινούς, ποιητικούς στίχους του Vedder.
Το αρχέτυπο για το συγκρότημα, σκοτεινό Once με τα ριφς του Gossard, ένα συνονθύλευμα από σκληρά, ακριβή ντραμς και μια κρύα ατμόσφαιρα να αναδύεται, δείχνει την ταραγμένη διάθεση ενός δημιουργού έτοιμου να φτύσει απροκάλυπτα τα βιώματά του. Και ανοίγει το άλμπουμ δίνοντάς μας το καλύτερο δείγμα της τακτικής που θα ακολουθούσαν οι Pearl Jam από εδώ και στο εξής. Εναρκτήρια τρακς, με «ξεδιάντροπο» χαρακτήρα, χωρίς τον παραμικρό συμβιβασμό. Το συγκεκριμένο κομμάτι (όπως αναφέρθηκε) είναι το δεύτερο μέρος της Momma-son τριλογίας, εξιστορεί την εξέλιξη ενός κακοποιημένου παιδιού σε serial killer επιλέγοντας τα θύματά του ανάμεσα σε πόρνες.  
Τα κομμάτια διαδέχονται το ένα το άλλο, σαν γαϊτανάκι θλιβερών προσωπικών ιστοριών του δημιουργού τους. Και η αλήθεια που κρύβουν ξεχειλίζει και φτάνει στα αυτιά των διψασμένων εφήβων που σίγουρα σε κάποια από αυτές θα αναγνωρίσουν κάτι από τον εαυτό τους. Πέρα λοιπόν από τη βασιμότητα των επιχειρημάτων των κατήγορων του νέου κινήματος που, μεταξύ άλλων, βρέθηκαν και οι σαφώς πιο κλασικοί ροκάδες Pearl Jam (ίσως λίγο άδικα) να εκπροσωπούν, ήταν αυτό που μπόρεσε να διοχετεύσει με τον πλέον εύστοχο τρόπο την αμεσότητα και επιθετικότητα που χαρακτήριζε κατά κόρον τα «πονεμένα» νιάτα των΄90’s, μια σαφής αναγκαία εξέλιξη από τον λυρισμό της μουσικής σκηνής των ΄70’s και της περισσότερο αθώας επαναστατικότητας των ΄80’s.


Έως τον Απρίλιο του 1992 οι Pearl Jam είχαν πείσει και ξεχώριζαν ολοένα και περισσότερο. Το Even Flow” είχε σκαρφαλώσει στη θέση Νο 3 του Mainstream Rock Tracks chart και αποδείχτηκε το χιτ κλειδί στην επιτυχία του συγκροτήματος, παρόλο που προηγήθηκαν άπειρες Την τελειωτική βολή που θα εκτόξευε τη μπάντα στα στρατόσφαιρα της μουσικής σκηνής και θα καθόριζε τη μετέπειτα μουσική πορεία της, έδωσε τον Σεπτέμβριο του 1992 το Jeremy. Με πηγή έμπνευσης την πολύ δυνατή ιστορία ενός 15χρονου μαθητή από το Τέξας (τον Jeremy Wade Delle), που αυτοκτόνησε μπροστά στα μάτια των συμμαθητών και του δασκάλου του, έκανε τη μεγάλη διαφορά για την εποχή του, συμβάλλοντας κατά τα μέγιστα και το γλαφυρό, στοιχειωμένο βίντεο που το συνόδευε (με σκηνοθέτη τον Mark Pellington), που κέρδισε και το MTV βραβείο του καλύτερο βίντεο.
Ο Vedder έδωσε την ερμηνεία του για το κομμάτι δηλώνοντας σε συνέντευξη του στο Rockline: «Η ιδέα προέκυψε από μια μικρής έκτασης, μόλις μίας παραγράφου, είδηση σε εφημερίδα. Κι αυτό είναι το μόνο που θα καταφέρεις σκοτώνοντας τον εαυτό σου. Κάνεις αυτή τη μεγάλη θυσία προσπαθώντας να πάρεις εκδίκηση για όσα σου συμβαίνουν. Και καταλήγεις με μία παράγραφο σε μία εφημερίδα. Είναι το μόνο που θα καταφέρεις. Τίποτα δεν θα αλλάξει.
Η ζωή θα συνεχιστεί κι εσύ θα έχεις φύγει. Η καλύτερη εκδίκηση είναι να ζήσεις και να αποδείξεις την αξία σου. Να είσαι πιο δυνατός από εκείνους που σε πλήγωσαν. Έτσι επιστρέφεις στην τροχιά των πραγμάτων».
 

Στη δίνη της επιτυχίας του δίσκου, οι Pearl Jam πήραν την απόφαση να αφήσουν λίγο τον ντόρο να καταλαγιάσει, για να μπορέσουν να διαχειριστούν ψύχραιμα τη τεράστια δημοτικότητα του άλμπουμ. Αν και η δισκογραφική έβλεπε ότι η επιδραστική, γεμάτη grunge μελαγχολία μπαλάντα Black που ξεδίπλωνε τις μεγάλες φωνητικές ικανότητες του Vedder θα έφερνε μία ακόμη μεγάλη επιτυχία, η μπάντα που ήταν αντίθετη ούτως ή άλλως στη λογική των χιτς, απέτρεψε να «κάψει» το κομμάτι κυκλοφορώντας το ως σίνγκλ ή επενδύοντάς το με ακόμη ένα βίντεο κλιπ για το MTV. Παρόλα αυτά κι αυτό κατάφερε να φτάσει έως τη θέση No 3 του Mainstream Rock Tracks chart και να μιλήσει στις καρδιές πολλών, από το παιδάκι που φοράει ανάποδα το κασκέτο του μπάσκετ και περνά ατελείωτες ώρες κάνοντας σκειτμπόρντ, μέχρι τις ρομαντικές κυρίες που αρέσκονται να επιδίδονται σε καραόκε ασχολίες τα Σαββατοκύριακα.
Ως τέταρτο σινγκλ επιλέχτηκε το Oceans, ένα από τα πιο αγαπημένα του Gossard από το “Ten, χάρις κυρίως στον τρόπο προσέγγισης από τον Vedder, στον οποίο αναγνώρισε τη δυνατότητα να αυτοσχεδιάζει όσο το κομμάτι είναι ακόμη σε εξέλιξη, ακόμη και συλλαμβάνοντας στίχους στη στιγμή, από το πουθενά. Για την ιστορία αναφέρεται ότι στην τελική μίξη του Oceans χρησιμοποιήθηκαν κάποια ασυνήθιστα αντικείμενα για να πετύχουν τον επιθυμητό ήχο από τα κρουστά, όπως έναν μύλο για πιπέρι κι έναν πυροσβεστήρα. Αιτία το ότι ο χώρος των πρόσθετων ηχογραφήσεων βρίσκονταν σε ένα μικρό, απομονωμένο στούντιο, κάπου στα όρια μεταξύ Sussex και Surrey της Αγγλίας και δεν υπήρχε μαγαζί με μουσικά όργανα εκεί κοντά. 

Ο τελικός απολογισμός επιτρέπει το συμπέρασμα ότι το Ten έπιασε δυσθεώρητα ύψη που κανείς δεν περίμενε κι έγινε ένα από τα πιο επιδραστικά στην ιστορία της ροκ. Το άλμπουμ βρέθηκε στη θέση Νο 2 του Billboard Album Chart του 1992, έφτασε τα 10 εκατομμύρια σε πωλήσεις κι έγινε 13 φορές πλατινένιο, αφήνοντας πίσω το Nevermind των Nirvana.
Ο δίσκος κλείνοντας με το επικό Release, ακόμη και στις λιγότερο εντυπωσιακές στιγμές του (όπως το Deep), μας αφήνει παρακαταθήκη ένα άφθονο υλικό που αγγίζει την τελειότητα, προσεκτικά δομημένο με καθαρόαιμες χαρντ ροκ στιγμές και καλοστημένες μπαλάντες. Και μας φέρνει αντιμέτωπους με το δίλημμα τι μας άρεσε περισσότερο. Οι «ματωμένες» ιστορίες - τραύματα (Jeremy, Why go), η συναισθηματική του δύναμη (“Oceans, Garden) ή πιο απλά οι δυνατοί ροκ ύμνοι του που σφυροκοπάνε αλύπητα (Alive, Even Flow). Κι ανεξάρτητα από τα μουσικά γούστα του καθενός, αναντίρρητο παραμένει το γεγονός ότι όλα αυτά βγάζουν την παιδικότητα και την ελαφριά ειρωνία μιας άλλης εποχής, τότε που το grunge κίνημα μας έκανε να ροκάρουμε μελαγχολικά, ευαίσθητα, ουσιαστικά, δίχως αύριο. Όλοι για έναν κι ένας για όλους (όπως ακριβώς το εξώφυλλο του Ten)

Μαρία Γεωργιάδου

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...