Δευτέρα 23 Μαρτίου 2020

Genesis: "Three Sides Live"

Βρισκόμαστε την περίοδο που η θρυλική prog μπάντα έχει ακολουθήσει έναν πιο ποπ-ροκ δρόμο χωρίς φυσικά να έχει απαρνηθεί τις prog-rock ρίζες της και επιπρόσθετα έχει βάλει σε δεύτερη μοίρα σε συναυλιακό επίπεδο ότι παρέπεμπε στην εποχή του Peter Gabriel. Αυτό το γεγονός ήταν μία "δύσκολη" πραγματικότητα από το 1975, την χρονιά που αποχώρησε ο σπουδαίος καλλιτέχνης από τους Genesis.
Μετά την φυγή του Gabriel και μέχρι το "Three Sides Live" το γκρουπ κυκλοφόρησε τέσσερις δίσκους με μπροστάρη στα φωνητικά τον πολυτάλαντο Phil Collins.
Η μπάντα στις αρχές της δεκαετίας του '80 είναι αντιμέτωπη με μία ηχητική αλλαγή αφού η μουσική βιομηχανία και οι δισκογραφικές εταιρίες επιβάλλον πιο mainstream και πιο εύπεπτα μουσικά δημιουργήματα. Έτσι κι αλλιώς  οι Genesis θεωρητικά έκλειναν έναν κύκλο που άρχισε με το "A Trick of the Tail" (1976), έπειτα έκαναν μικρά βήματα σε πιο προσιτά prog μονοπάτια για το ευρύ κοινό, φλερτάροντας ανοικτά με πιο εμπορικές φόρμες όπως στο άλμπουμ "Abacab" (1981) που είναι φυσικά προσαρμοσμένο στο ύφος και παίξιμο των Genesis.
Στο μεταίχμιο αυτής της περιόδου και για τα επόμενα χρόνια, οι Genesis θα αποκηρύξουν σχεδόν εξ ολοκλήρου τον ήχο με τον οποίο ξεκίνησαν και μεγαλούργησαν στην δεκαετία του '70, παίζοντας κάτι άλλο από αυτό που τους θαυμάσαμε. Τα "Invisible Touch" (1986) και "We Can't Dance" (1991) που ακολούθησαν είναι απλά άλμπουμ που περιέχουν αξιοπρεπείς ποπ συνθέσεις με πιασάρικα βίντεο κλιπ "made in MTV", με κύριο στόχο να ανέβουν οι πωλήσεις και τα στάδια να συνεχίσουν να γεμίζουν από παλιούς και νέους πελάτες. Βέβαια για ποιότητα, έμπνευση και δημιουργία ούτε λόγος...
Το  Ιούνιο του 1982 οι Genesis κυκλοφορούν το "Three Sides Live". Είχε προηγηθεί το εξαιρετικό άλμπουμ "Abacab"  για το οποίο το συγκρότημα πραγματοποίησε μία θριαμβευτική περιοδεία από το Σεπτέμβριο έως το Δεκέμβριο του 1981, καλύπτοντας την Ευρώπη και τις ΗΠΑ και η οποία ευτυχώς φιλμογραφήθηκε και κυκλοφόρησε στην αγορά. Βέβαια η μπάντα εκείνη την περίοδο δεχόταν συνεχόμενα πυρά από τον μουσικό τύπο αφενός διότι κάποιοι ζούσαν με την ανάμνηση του Peter Gabriel και δεν μπορούσαν να την ξεπεράσουν κι άλλοι είχαν "στραβώσει" από το στυλ και την προσωπικότητα του Phil Collins, ο οποίος ως μουσικός και ερμηνευτής ήταν άριστος αλλά σαν performer αρκετοί τον αμφισβητούσαν κυρίως για το χαλαρό και χιουμοριστικό πρόσωπο που έβγαζε δημόσια. Βέβαια οι κακές γλώσσες έλεγαν ότι οι παραδόπιστοι κριτικοί του art-rock δεν συγχωρούσαν ότι ο Phill Collins την προηγούμενη χρονιά κυκλοφόρησε το πρώτο του σόλο δίσκο με τίτλο "Face Value" και είχε ήδη κάνει τεράστια εμπορική επιτυχία με το "In The Air Tonight". Αυτό ήταν κάτι που δεν συμβάδιζε με την δογματικότητα των  ιεροεξεταστών του progressive rock ήχου.
Ερχόμενοι λοιπόν στο "Three Sides Live", οι Genesis "στήνουν" για πρώτη φορά στην σκηνή, εντυπωσιακά φωτιστικά εφέ για την εποχή, με την ονομασία Vari-Lite και παράλληλα με μία πρωτόγνωρη ενεργητικότητα, καθηλώνουν τους χιλιάδες οπαδούς τους με τις ζωντανές  εμφανίσεις τους και στις δύο πλευρές του ατλαντικού.

Είναι η τρίτη επίσημη live κυκλοφορία και το "Three Sides Live", περιλαμβάνει ζωντανές ηχογραφήσεις από συναυλίες που έδωσε μεταξύ 1976 και 1981.
Τα τραγούδια που περιλαμβάνονται είναι κυρίως από τα στούντιο άλμπουμ που τραγουδά ο Phill Collins κάτι που τον διευκολύνει ώστε οι ερμηνείες του να είναι πιο συγκεντρωμένες και πιο εύστοχες και επιπρόσθετα να μην έχει τον βραχνά της σύγκρισης με τον μεγάλο Peter Gabriel.
Στο εναρκτήριο "Turn It On Again" κυριαρχεί η χαρισματική προσωπικότητα του Phill Collins αφού κάνει ένα μοναδικό και συνάμα εκρηκτικό ερμηνευτικό τελείωμα. Κάτι ανάλογο συμβαίνει με το υπέροχο και δυναμικό "Dodo Lurker" και το all time classic "Abacab".
Ακολουθούν από το άλμπουμ "Duke", το επιβλητικό "Behind the Lines" με την πολυδαίδαλη ενορχήστρωση του και το υπέροχο μελωδικό "Duchess" με τον Collins να δίνει πάλι ρεσιτάλ ερμηνείας. Η συνέχεια ανήκει στο μέτριο "Me And Sarah Jane" ενώ το "Follow You Follow Me" (από το άλμπουμ  "..And Then There Were Three...") δίνει μία πιο λυρική πλευρά της μπάντας. Το "Misunderstanding" θυμίζει του "Sail on Sailor" των The Beach Boys και το "Hold the Line" (Toto) αφού σύμφωνα με τα λεγόμενα του Tony Banks και τα τρία μέλη των Genesis είναι φανατικοί θαυμαστές των Beach Boys.
Το "In The Cage" είναι ένα απιθανο medley των συνθέσεων "Cinema Show – Slippermen" εποχής Gabriel, όπου η μπάντα μεγαλουργεί σε μία απολαυστική εκρηκτική εκτέλεση χωρίς να κουράζει ενώ στο "Afterglow" ("Wind & Wuthering"), η κυριαρχία του Tony Banks συνεχίζεται σε άλλο ύφος αυτή την φορά όπου δημιουργεί μία μελαγχολική ατμόσφαιρα.
Μετά το fadeout του "Afterglow", το άλμπουμ χωρίζεται σε δύο εκδόσεις, ανάμεσα στις αμερικανικές και τις βρετανικές κυκλοφορίες. Η αμερικανική έκδοση περιλαμβάνει κανονικά τις τρεις πρώτες live πλευρές του βινυλίου, ενώ η τέταρτη πλευρά περιέχει πέντε στούντιο συνθέσεις. Η βρετανική έκδοση του "Three Sides Live"  δεν περιέχει τις στούντιο συνθέσεις αλλά δύο live κομμάτια από το 1978 και ακόμη μία από την 1976,  το medley "it."/"Watcher of the Skies" από την περιοδεία με τον κιθαρίστα S.Hackett και τον B. Bruford στα ντραμς!
 
Στο "Three Sides Live" ηκιθάρα του Mike Rutherford είναι αρκετά πιο σκληρή και πιο επιθετική δίνοντας τον τόνο και τα ηχοχρώματα που χαρακτηρίζουν το γκρουπ ενώ τα πλήκτρα του Tony Banks  δίνουν μία ιδιαίτερη πιο προοδευτική ατμόσφαιρα συνδυάζοντας την αρτιότητα του seventies παρελθόντος  αλλά και τον μοντερνισμό του ήχου που θα κυριαρχούσε τα επόμενα χρόνια. Στα τύμπανα έχουμε έναν σπουδαίο παίκτη ονόματι Chester Thompson (με προϋπηρεσία στον Frank Zappa) που σαρώνει με το παίξιμό του ενώ στις "δεύτερες" κιθάρες σημαντική είναι και η συμβολή του πολύπειρου Daryl Stuermer που για τα επόμενα χρόνια θα ακολουθούσε την σόλο πορεία του Phill Collins όπως και ο Chester Thompson.
 
Επίσης το "Three Sides Live" τα κατάφερε ικανοποιητικά και στο επίπεδο εμπορικής απήχησης αφού στις ΗΠΑ ανέβηκε μέχρι το νο 10 στα τσαρτ και στο Ηνωμένο Βασίλειο μέχρι το νο2. Επιπρόσθετα κυκλοφόρησε σε μορφή βίντεο όπου φιλμογραφήθηκαν οι συναυλίες  που έγιναν στις 28 και 29 Νοεμβρίου του 1981 στο Savoy Theatre και Nassau Coliseum στη Νέα Υόρκη.
Συνοπτικά θα λέγαμε ότι η συγκεκριμένη κυκλοφορία αποτελεί ένα όμορφο ροκ κειμήλιο για κάθε σοβαρή δισκοθήκη και αξίζει για τους λάτρεις όλων των ειδών της ροκ μουσικής  να αποκτήσετε και το οπτικό (dvd, blu-ray) live ντοκομέντο των αξεπέραστων Genesis.
 
Φώτης Μελέτης

Τρίτη 3 Μαρτίου 2020

Wishbone Ash: "Coat Of Arms"

Το θρυλικό πλέον ντεμπούτο τους κυκλοφόρησε ακριβώς μισόν αιώνα πριν.Τα πρώτα 10 χρόνια της ύπαρξής τους ήταν αρκετά για να τους εξασφαλίσουν τη θέση στη ροκ αιωνιότητα, με τις συνθέσεις και κυρίως το ύφος που καθιέρωσαν:

Mια μπάντα χωρίς frontman, όπου οι δύο εκπληκτικές κιθάρες παίρνουν πάνω τους το μουσικό βάρος του ακροάματος, υποδεικνύοντας ότι ροκ-εν-ρολ δεν είναι μόνον επίδειξη και εξτραβαγκάνζα. Τα όσα ακολούθησαν είναι λίγο - πολύ γνωστά. Οι δύο βασικοί συνθέτες, Andy Powell (κιθάρα, φωνητικά) και Martin Turner (μπάσο, φωνητικά), αγνοώντας τί σώμα έργου έχουν αφήσει πίσω τους για τις επόμενες γενιές, διαφώνησαν για τη «μουσική κατεύθυνση». Ο Powell ήθελε να πιάσουν επιτέλους την καλή, προσλαμβάνοντας έναν κανονικό τραγουδιστή, όπως οι εταιρίες τους έλεγαν, για να προσπαρμοστούν στην καινούρια, τότε, δεκαετία. Ο Turner, φυσικά, ούτε ν' ακούσει κάτι τέτοιο. 
Τελικά, βρέθηκαν χαμένοι και οι δύο. Οι Wishbone Ash χωρίς τον Turner βολόδερναν μεταξύ ’81 και ’87, ενώ ο Turner δεν έκανε και τίποτε σπουδαίο μόνος του. Ακόμη και η επανένωσή τους για τρία άλμπουμ μεταξύ 1987 και 1991, παρ’ ότι απέδωσε καλή καινούρια μουσική και αξιοσημείωτες live εμφανίσεις δε στάθηκε ικανή να καλύψει τις διαφορές τους και οι δρόμοι τους χώρισαν και πάλι. Ακολούθησε αρκετά χρόνια αργότερα και η απαραίτητη νομική μονομαχία για το όνομα των Wishbone Ash, το οποίο τελικά κράτησε ο Andy Powell, με τον Turner να διατηρεί το δικαίωμα να παίζει και να ηχογραφεί ως “Martin Turner’s Wishbone Ash”.
Έκτοτε, από το 1996 μέχρι σήμερα, ο Andy Powell έχει κυκλοφορήσει υπό το όνομα Wishbone Ash 6 άλμπουμ με πρωτότυπο υλικό (και μερικά με επανηχογραφήσεις) και δεν έχει σταματήσει να περιοδεύει. Συχνά, οι περιοδείες των δύο σχημάτων χρονικά συμπίπτουν, σε μια άτυπη κόντρα των δύο αιωνίων πρώην συν-δημιουργών, με τις εκτιμήσεις να κλίνουν υπέρ του σχήματος του Turner ως προς τη ζέση με την οποία αποδίδει τα κλασσικά και υπέρ των νομικά ορθών Wishbone Ash, αυτών του Powell, όσον αφορά τη μουσικότητα, την κιθαριστική ευφωνία και τη φρεσκάδα του υλικού.

Το “Coat Of Arms” είναι το πρώτο άλμπουμ με καινούριο υλικό από το 2014. Ξεκινά με το “We Stand As One” ένα άρτιο κομμάτι για να συστήσει τον ήχο των Wishbone Ash σε οποιονδήποτε με ηλικία κάτω των 35, καθώς συμπυκνώνει τα συστατικά του: μελωδία, αρμονίες στις κιθάρες, ενoποιητική αύρα, ευσύνοπτη διάρκεια, έξυπνη φωτοσκίαση – πολλά συμβαίνουν μέσα στα 4 λεπτά του- και στιχουργικό θέμα που η ηλικία αυτή μπορεί να εκλάβει ότι την αφορά άμεσα – οικολογική καταστροφή, φωτιές του Αμαζονίου κα τα τοιαύτα. Το ομώνυμο, “Coat Of Arms”, ξεκινά σαν κάτι από το “Locked In”, 44 χρόνια πριν, εξελίσσεται όμως σε μια απολαυστική κιθαριστική περιήγηση σε όμορα στυλ. Σημασία έχει ότι σε κρατάει ο τόνος της κιθάρας και ο Andy Powell τον έχει τον τόνο ο άτιμος.
Το έξοχα ενορχηστρωμένο “Empty Man” ακουμπά στη folk πλευρά του Powell, που αποδεικνύει ότι κλείνοντας – κι αυτός- τα 70 (στις 19 Φεβρουαρίου), διατηρεί την ικανότητά του να ερμηνεύει φωνητικά με μια άχρονη ποιότητα τη δική του μουσική. Το “Floreana” έχει το αιθέριο στυλ που θα συγκινήσει κάθε κλασσικοροκά μέσης ηλικίας, με τον τρόπο του “Persephone”. Όταν μπαίνουν οι αρμονίες στις κιθάρες, κατευθείαν αντιλαμβάνεσαι το βάθος απ’ όπου έρχεται αυτό που ακούς. Το easy going Drive σε καλεί πράγματι, αν ζεις σε μια χώρα του πολιτισμένου κόσμου που διαθέτει ασφαλείς αυτοκινητόδρομους, να μπεις στο αμάξι και κατευθυνθείς στην εξοχή, έτσι απλώς για βόλτα.
Τα τελευταία τρία χρόνια, η δεύτερη δίπλα στον Powell κιθάρα ανήκει στον Mark Abrahams, έναν σαραντάρη που μελετά τους Wishbone Ash από τα εννέα του χρόνια («ξέρει τα κομμάτια μας καλύτερα και από μένα», λέει με περηφάνεια ο Powell). O Abrahams έχει εισφέρει στο καινούριο υλικό τον ενθουσιασμό του καλού μαθητή που έχει την τιμή να συνεργάζεται με έναν από τους δασκάλους κι εμπνευστές του. Δική του, για παράδειγμα, είναι η βασική ιδέα για το It´s Only You I See, μια από τις συνθέσεις που με την πρώτη ξεχωρίζουν. Πλήρης συναισθήματος – στη φλέβα του “You Rescue Me” από το άλμπουμ “New England” του ’76 - πραγματικά απογειώνεται από τις δίδυμες κιθάρες.
Οι Bob Skeat που ακούγεται στο μπάσο είναι δίπλα στον Powell 23 χρόνια και ο ντράμερ Joe Crabtree 13, οπότε το δέσιμο του ήχου και η σιγουριά στην απόδοση είναι δεδομένη. Στο “Back In The Day” μας δίνουν ένα απολαυστικό uplifting τρακ, ενώ στο Personal Halloween, με τα πνευστά και το πιάνο, η μπάντα δε διστάζει να κάνει για λογαριασμό του ακροατή ένα πέρασμα ακόμη κι απ’ τη Νέα Ορλεάνη. Το εύθραυστο Déjà Vu” είναι η πολλοστή απόδειξη ότι ο Powell, εκτός από ένας από τους κιθαρίστες που με το ύφος του καθόρισε τα ροκ πράγματα σε ένα πολύ βαθύτερο επίπεδο απ’ όσο συχνά αναφέρεται, παραμένει και άξιος συνθέτης, γι’ αυτό και εκείνος επέμενε περισσότερο από τον αντίπαλό του Martin Turner στο να κυκλοφορεί η μπάντα νέο υλικό. Αν ο Turner είναι πολύ πιο κοντά συναισθηματικά στην απόδοση των κλασσικών τους τραγουδιών, ο Powell είναι το ίδιο το DNA των Wishbone Ash, κι αυτό ακούγεται σε ο,τιδήποτε ηχογραφεί, με μια αβίαστη, αξιοθαύμαστη ποιότητα που γεμίζει τον ακροατή που έχει μέσα τουτις κλασσικές ροκ υποδοχές πριν καν το καταλάβει.

Παναγιώτης Παπαϊωαννου

Ποια είναι τα αγαπημένα τραγούδια του Johnny Van Zant (Lynyrd Skynyrd)

O frontman Johnny Van Zant των θρυλικών Lynyrd Skynyrd επέλεξε τα δέκα πιο αγαπημένα του τραγούδια του λεγόμενου southern rock.
Από τις πιο σκληρές μελωδίες του Νότου μέχρι τις πιο δυνατές μπαλάντες, ο Johnny Van Zant δηλώνει πως αυτό είναι το soundtrack στη ζωή του. Διαβάστε παρακάτω χωρίς αξιολογική σειρά τις πιο αγαπημένες του συνθέσεις.

 
1. Black Oak Arkansas – "Jim Dandy"
2. Wet Willie – "Keep On Smilin’"
3. Marshall Tucker Band – "Fire On The Mountain"
4. The Amazing Rhythm Aces – "Third Rate Romance"
5. Ram Jam – "Black Betty"
6. Atlanta Rhythm Section – "Champagne Jam"
7. Henry Paul Band – "Grey Ghost"
8. Gregg Allman –  "I'm No Angel"
9. Georgia Satellites  – "Keep Your Hands To Yourself"
10. Gov't Mule – "Bad Little Doggie"

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...