Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2016

Dream Theater: "The Astonishing"


Επιστροφή στα μουσικά δρώμενα έπειτα από τρία χρόνια αποχής
έχουμε για τους Dream Theater. Σίγουρα το διάστημα είναι μεγάλο για αυτό και ίσως αποφάσισαν να μας βομβαρδίσουν με πολλά κομμάτια. Τριάντα τέσσερα στο σύνολο, ναι καλά διαβάσατε και με μέση διάρκεια περίπου δύο ώρες και δέκα λεπτά.

Το είδος τους το γνωρίζουμε όλοι αυτά τα χρόνια, όπως και το τι εκπροσωπούνε οπότε δεν θα αναλωθούμε σε κάτι τέτοιο και πάμε κατευθείαν στο ψητό. Ή μήπως όχι και υπάρχουν εκπλήξεις;
  Για αρχή, τετραπλό βινύλιο και διπλό cd μας έρχεται το The Astonishing”, όπως είναι και ο τίτλος του νέου τους δίσκου. Μέσα σε αυτές τις δύο ώρες ξετυλίγεται μια επική ιστορία αγάπης, προδοσίας και λύτρωσης με σαφή πρόθεση να βγει σε περιοδεία σαν μια μεγάλη ροκ όπερα – θεατρική παραγωγή, όπως ακριβώς γίνεται και στην στουντιακή του ακρόαση.
  Τα στοιχεία που δανείζονται εδώ, θυμίζουν πολύ αυτά των Avantasia, T.S.O. (Trans-Siberian Orchestra), των Pain Of Salvation (στα Road Salt)  αλλά (φυσικά) και των Pink Floyd στο The Wall καιThe Final Cut που έχουν πιο αφηγηματικό χαρακτήρα.
  Στιχουργικά τώρα, σχεδιάστηκε και γράφτηκε από τον John Petrucci, και η ιστορία λαμβάνει χώρα περίπου 200 χρόνια στο μέλλον, όπου οι βασιλεύοντες δυνάμεις επέτρεψαν στους “Nomacs” να καταστείλουν μουσική έκφραση υπέρ του ηλεκτρονικού θορύβου.  Με έναν τρόπο παρόμοιο με αυτό των Rush στο “2112”, ο «Εκλεκτός» ξεσηκώνεται από τη "καταπίεση" με την προσφορά της μουσικής ως δώρο για την ανθρωπότητα - τη μουσική για να χρησιμεύσει ως όχημα για να ωθήσει την επανάσταση και να αποκαταστήσει την ανθρωπότητα.  Η ιστορία περιλαμβάνει πολλούς χαρακτήρες (οχτώ είναι οι βασικοί μόνο), σκηνές και διάφορα σκηνικά που ξαφνιάζουν ακόμα και τον πιο δύσκολο ακροατή.
  Μουσικά, αυτό που παρουσιάζουν εδώ, είναι πραγματικά πολύ διαφορετικό από αυτό που οι Theater μας έχουν συνηθίσει.
  To The Astonishing, είναι μια ολόκληρη θεατρική παράσταση, παρόμοια με των Pink Floyd το “The Wall” και κινείται ακριβώς σε αυτό το ύφος. Κάθε τραγούδι εξαρτάται από το προηγούμενο σ το πλαίσιο του να στηριχθεί τόσο στιχουργικά όσο και μουσικά. Στέκονται βέβαια τα κομμάτια από μόνα τους, αλλά χάνεται η ουσία. Τα ηχητικά εφέ που χρησιμοποιούνται εδώ, είναι για να δημιουργήσουν μια κινηματογραφική ατμόσφαιρα και υπάρχουν μερικά χορωδιακά και συμφωνικά στοιχεία.
Η αφήγηση της ιστορίας  από τον James LaBrie είναι θεαματική και δουλεύτηκε πάνω στο κορμό των τραγουδιών, οπότε αποφεύχθηκε η «κακή» ποιότητα κατά την ροή της μουσικής.  Σε γενικές γραμμές, με ξαφνιάσανε, μιας και δεν είμαι οπαδός τους, και πραγματικά πρόκειται για ένα καταπληκτικό άλμπουμ και διαφορετικό. Το  μεγάλο μέρος της διαφορετικότητας  αυτής εδώ είναι ότι αν πάρετε το έργο στο σύνολό του, θα διαπιστώσετε ότι πληρώνει φόρο τιμής στην πραγματικότητα σε πολλές διαφορετικές μορφές της μουσικής (ροκ, τζαζ, κλασική, κλπ) και με αυτό τον τρόπο ειδικά υποστηρίζεται η κληρονομιά των Dream Theater και γενικά σε όλες τις μορφές της μουσικής τους έκφρασης.
  Ο δίσκος είναι χωρισμένος σε δύο πράξεις και μοιρασμένος στα δύο cd’s αντίστοιχα. Το πρώτο μέρος (Act I) ακολουθείται από την αφήγηση των είκοσι πρώτων κομματιών ενώ η εξιστόρησή του ολοκληρώνεται με το υπόλοιπα δεκατέσσερα που εξελίσσουν την ιστορία στο δεύτερο μέρος (Act II).
  Εδώ για εμένα οι D.T. ωρίμασαν, ενώ τα solo και οι υπέρ αναλύσεις σε τεχνικές απουσιάζουν και αυτό είναι που γίνεται για πρώτη φορά και προς τιμήν τους, γιατί έτσι δείχνουν ότι μπορούν να σταθούν σε κάτι διαφορετικό χωρίς να χάνεται η ταυτότητά τους. Εννοείται πως υπάρχουν αλλά όχι στον βαθμό που ξέρουμε και σε σημείο που χάνεται η ουσία του πράγματος.
Η αλήθεια είναι πως δεν πίστευα ποτέ ότι θα άκουγα ένα τόσο μεγάλο και ποιοτικό έργο από τους Dream Theater χωρίς να υπάρχουν τέτοιες μηχανορραφίες ή επαναλαμβανόμενες μελωδίες και ήχοι σε άλλες οκτάβες και σε μιμήσεις (μορφολογικός όρος). Όλα αυτά τα στοιχεία αντικαταστάθηκαν από εκφραστικό πιάνο, μια καταπληκτική αφήγηση, με υποστηρικτικούς ρυθμούς και με αρκετές δόσεις κιθάρας σε διαφορετικό επίπεδο από ότι έχουμε μάθει. Τα πληκτρά εδώ, όταν δεν αρκούνται στα πιανιστικά στοιχεία, μου θυμίζουν σε πολλά σημεία  τον ήχο των Deep Purple, πράγμα που λειτουργεί θετικά μιας και το να μαθαίνεις από τους μεγάλους, αλλά να μην τους αντιγράφεις είναι κάτι που μόνο θετικά μπορεί να μετρήσει στο βιογραφικό σου.
  Ένα άλλο θετικό στοιχείο, είναι ότι καταφέρνουν να σε ταξιδέψουν και να σου δημιουργήσουν εικόνες, μεταφέροντάς στο κόσμο που αφηγούνται. Εδώ για εμένα ο LaBrie έχει όλα τα εύσημα και δείχνει το γιατί έχει την θέση του τραγουδιστή στους Theater. Ίσως το να είχανε τελικά κάποιους καλεσμένους να μοιραζόντουσαν τα φωνητικά, να έδινε έναν άλλο τόνο, αλλά εκεί πιστεύω πως θα χανόταν η λειτουργικότητα του «βάρδου» τους.
  Κλείνοντας, το άλμπουμ είναι διαφορετικό, δεν αρέσκεται σε κιθαριστικά θέματα και τεχνικά θέματα, είναι πιο πολύπλοκο αλλά από άλλη έννοια, είναι πιο θεατρικό, πιο musical, δεν κουράζει τον μέσο ακροατή και εδώ έρχεται και το μεγάλο στοίχημα που βάζουν οι Theater: είτε θα το λατρέψεις είτε θα το μισήσεις. για τα γούστα τα δικά μου, ανήκω στη πρώτη κατηγορία πράγμα που συνεπάγεται φίλε αναγνώστη πως αν και εσένα σου αρέσουν και σε εντυπωσιάσουν όλα τα παραπάνω, τότε αυτό το άλμπουμ, θα λάμπει στη δισκοθήκη σου.
Συνίσταται ανεπιφύλακτα λοιπόν και με υποψηφιότητα για τα καλύτερα του 2016.

Γιώργος Βαλιμίτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...