Πέμπτη, 14 Μαΐου 2015

Steven Wilson: "Hand. Cannot. Erase."


Η Joyce Carol Vincent ήταν μια βρετανικής υπηκοότητας μιγάδα
(παιδί μεταναστών από τη Γρενάδα), με τις πενιχρές κοινωνικές και μορφωτικές συνιστώσες εκατομμυρίων σαν κι αυτήν. Ορφανή από μητέρα στα 11 της, την μεγάλωσαν οι τέσσερις μεγαλύτερες αδελφές της και κινείτο απ' τα 20 της σ΄ένα ρευστό αλλά υψηλού προφίλ background από δουλειές γραφείου, στα έγκατα του Λονδρέζικου Σίτυ.


Περιφερόταν σε ετερόκλητους κοινωνικούς κύκλους, ώσπου, καθώς επίσημες πηγές υποχρεωμένες να τηρούν το απόρρητο λένε, επιχειρώντας να ξεφύγει από μια κακοποιητική ερωτική σχέση, απέκοψε κάθε επαφή από τον περίγυρό της το Φεβρουάριο του 2003.
Παραιτήθηκε από την εργασία της, δεν απαντούσε στις κλήσεις της οικογένειάς της, εξαφανίστηκε. Την βρήκαν νεκρή -με πιθανή αιτία επιπλοκές από κρίση άσθματος- σχεδόν τρία ολόκληρα χρόνια αργότερα, τον Ιανουάριο του 2006, μέσα στο διαμέρισμα που είχε η ίδια βρει μέσω της Πρόνοιας για θύματα ενδοοικογενειακής κακοποίησης, στο Βόρειο Λονδίνο. Ήταν 38 ετών. Το ενοίκιο, οι δόσεις και τα κοινόχρηστά της πληρωνόταν διατραπεζικά για πολλούς μήνες. Κανείς δεν την αναζήτησε. Η διαρκώς ανοικτή τηλεόραση του «τυφλού» σε κοινή θέα διαμερίσματός της δεν ενόχλησε κανέναν και η μυρωδιά της αποσύνθεσης αποδιδόταν από τους περιοίκους στους παρακείμενους κάδους σκουπιδολυμάτων. Το 2011, μέσα από ένα ντοκυμανταίρ της βρετανικής τηλεόρασης, η ιστορία της έγινε γνωστή και η ίδια, μετά θάνατον, αναδείχθηκε σε σύμβολο της ανθρωπιστικής κρίσης που ροκανίζει τα σωθικά των κοινωνιών δυτικού τύπου στις αρχές του αιώνα μας.
Ο
Steven Wilson, ο άνθρωπος που με τους Porcupine Tree υπήρξε επαρκής λόγος για να αναβιώσει στα '90s η progressive rock σκηνή, ένας αναγεννησιακός τύπος, συνθέτης, μουσικός και αφοσιωμένος στο να δημιουργεί ατμοσφαιρική και πειραματική ηλεκτρική μουσική, παρακολούθησε το ντοκυμανταίρ. Είχε βρει την τραγική του μούσα.

Για όσους παρακολουθούν την πορεία του Wilson, δεν θα μπορούσαν να περιμένουν τίποτε λιγώτερο από μια ακόμη τολμηρή δημιουργία. Αυτή τη φορά, η μουσική κοινότητα πρέπει να είναι ευτυχής, καθώς το 4ο σόλο έργο του δεν είναι απλώς από τα καλύτερα άλμπουμ των τελευταίων χρόνων, αλλά ένα concept που συνιστά μια συνολική πολιτισμική θέση με γερά ερείσματα στο παρόν και στο μέλλον. Ένα άλμπουμ παραδοσιακής ροκ λογικής με ακραιφνώς μοντέρνο θέμα και φινίρισμα.

Θα μπορούσε κανείς να ξεκινήσει από μόνο το γεγονός ότι είναι ένα άλμπουμ που έρχεται ευθύς εξαρχής αντιμέτωπο στην διομισάλεπτη λογική της γενιάς του youtube, καθώς απαιτεί την προσοχή των αισθήσεων του ακροατή από την αρχή ως το τέλος. Και την κερδίζει.
Όχι μόνον με τα μουσικά του θέματα, αλλά και με τους στίχους και τις κινηματογραφικές εικόνες που η σύζευξη των δύο δημιουργεί, Με μια πλοκή σαν ταινίας, με ανατροπές, παρενθέσεις, φλας-μπακ και έντονη συναισθηματική φόρτιση. Να υποσημειώσουμε βέβαια ότι ο ήχος του 48χρονου
Wilson, που έζησε, ηχογράφησε και δημιούργησε το κοινό του στην εποχή του cd δεν μπορεί να υποκαταστήσει το βάθος του βινυλιακού ακούσματος των γκρουπ - τοτέμ της δεκαετίας του '70. Είναι ένας ήχος φτιαγμένος (άρτια, βέβαια) για digital αυτιά και για digital μυαλά, όμως φέρει τα αποτυπώματα της ενορχηστρωτικής ιδιοσυγκρασίας της «κλασσικής γενιάς» του progressive, των ηρώων του ίδιου του συνθέτη. (Και) Σε αυτό το δίσκο του, οι πιο προφανείς μουσικές επιρροές είναι οι Genesis της πρώτης πενταετίας, οι King Krimson της μεσαίας περιόδου, οι Rush των nineties και -όπως πάντα- οι κλασσικοί (1973-1980) Pink Floyd.

Όμως, η υποβλητικότητα του "Hand. Cannot. Erase." δεν είναι θέμα στυλ, ούτε ηλικιακής τάξης του κοινού ή του πόσο επιτυχημένα το άκουσμα φθάνει σε στοχευμένο κοινό. Τα κλειδιά που επιβάλουν να ανακαλύψει κανείς την αξία του είναι δύο : πρώτον, επιβάλει στον ακροατή το να προσεγγίσει τη μουσική του με όρους λογοτεχνίας και κινηματογράφου.
Δεύτερον, ακουμπάει την καρδιά ενός σύγχρονου και ιδιαίτερα ενοχλητικού ζητήματος: ποιά είναι η ουσία της ανθρώπινης επικοινωνίας;
Ποιά είναι η λειτουργία της ανθρώπινης μνήμης στον αγώνα του ανθρώπου να προσδιορίσει σήμερα την ταυτότητά του, το να ανήκει και και το να μοιράζεται μέσα από τις σχέσεις που κατορθώνει να αναπτύξει, να διατηρήσει ή να διασώσει;  


Οι στίχοι είναι συστατικοί για κάθε απόπειρα προσέγγισης του άλμπουμ, καθώς εντοπίζουν και αποστάζουν τόσο τα αισθήματα απομόνωσης και αποξένωσης που γεννά ως ζων οργανισμός η μετρόπολη, όσο και την απεγνωσμένη προσπάθεια του κατοίκου - μονάδας αυτής της πόλης να κρατηθεί από τη μόνη ζωντανή αλήθεια, από τα θραύσματα της μνήμης του, στην ουσία από τα κύρια απομεινάρια του ψυχοσυναισθηματικού του βιογραφικού ("A bicycle - A garden wall - A mother's call - A love is born" - "Ancestral").
Ο Wilson, αποδεικνύει ότι είναι άνθρωπος και καλλιτέχνης της εποχής του, καθώς, μέσα από την ιστορία της Joyce Carol Vincent απευθύνεται στα εκατομμύρια των χρηστών των social media με στίχους που σηματοδοτούν το σήμερα μέσα από σκληρούς αντικατοπτρισμούς της παράνοιας των σύγχρονων σχέσεων, ιδίως μάλιστα των «ψηφιακών» τους ιχνών:

"You make a list of all your big regrets - And share with people that you've never met" ("3 Years Older").
 "It's not you, forgive me if I find I need more space- Cos trust means we don't have to be together every day" ("Hand. Cannot. Erase.»).
 "Writing lying e-mails to our friends back home - Feeling guilty if we sometimes wanna be alone" ("Hand Cannot Erase").
"Download love and download war - Download the shit you didn't want- Download the things that make you mad - Download the life you wish you had" ("Home Invasion").
"And in the city there are those that live alone - Twilight brings them from the gloom into our homes - And hiding there among the wreckage left behind - They see things that haunt them when they close their eyes" ("Ancestral").

Οι επανειλημμένες ακροάσεις παίρνουν μαζί τους τον ακροατή, τουλάχιστον αυτόν που έχει στο dna του την ακρόαση μουσικών έργων χωρίς την ανάγκη του επάρατου shuffle. Η instrumental εισαγωγή του "First Regret", δίνει τη θέση του στo "3 Years Older", που αρχίζει μ' ένα ριφ αλά «Τόμμυ» και έχει την αναμνησιακή αύρα των Floyd. Ο ήχος του άλμπουμ αβίαστα γίνεται εικόνα ("You cross the schoolyard with your head held down - And walk the streets under the breaking cloud  -With a hundred futures cascading out - It's complicated" / "There was a time when someone seemed to care - A tourist in your bed, you left him there- And found a simple life with no one to share- It's not complicated").
Το ομώνυμο είναι ένα ιδιοφυές «ποπ» κομμάτι που λειτουργεί σαν συναισθηματικός καταλύτης σε ολόκληρο το άλμπουμ γιατί πράγματι, αν υπάρχει κάτι που δε σβήνει από χέρι (είτε χειριζόμενο γραφίδα, είτε πληκτρολόγιο), είναι ο έρωτας. Ή η αγάπη, αφού το ρεφρέν μας αναγκάζει να εγκλωβιστούμε σ' αυτή την εγγενή αδυναμία διαχωρισμού των δύο εννοιών της αγγλικής γλώσσας ("Together we have this love- Even so it's not enough - Bruised and burned - We won't lose heart - Just because - Life gets hard").

Το "Perfect Life" είναι ένα απλούστατο μελωδικό πέρασμα που διαλύει σωθικά, ιδίως βοηθούμενο από το βίντεο - κλιπ, το εμποτισμένο από την αίσθηση του πόσο υπερβατικά και ανεξίτηλα συναισθήματα μπορεί να γεννήσει μια χωρίς όρους φιλία της προεφηβίας. Και ασφαλώς δεν έχει καμία σημασία αν είναι γραμμένο, όπως και όλο το άλμπουμ, από «θηλυκή» οπτική γωνία. Ο Wilson αποδίδει συγκλονιστικά το ιδανικό της φιλίας, όπως παραμένει εγγεγραμμένο στη μνήμη από εκείνη την ηλικία, θαμπό, αλλά αποθεωμένο ("For a few months everything about our lives was perfect - It was only us, we were inseparable"), για να φθαρεί και να εξαϋλωθεί αργότερα κάτω από τον όγκο της σοβαροφανούς -αλλά ανούσιας- «ενήλικης» επικοινωνίας ("But gradually she passed into another distant part of my memory - Until I could no longer remember her face, her voice, even her name").



Στρατηγικά επιλεγμένες συνθετικές λεπτομέρειες, όπως τα (αλλά "Great Gig In The Sky") φωνητικά της Ισραηλινής Ninet Tayeb στο "Routine", έναν συντριπτικό μονόλογο για την άδεια από ενέργεια νοικοκυρά και μητέρα, προσδίδουν περαιτέρω δραματουργική διάσταση.

Στο "Home Invasion" - Regret No#9" κυριαρχούν οι πολύπλοκες ενορχηστρώσεις, καθώς η καταβύθιση στον αγχωτικό και αντιφατικό εσωτερικό κόσμο της πρωταγωνίστριας επιτρέπει στον Wilson να αποτανθεί στους proggheads (χρησιμοποιώντας από ήχους παραδοσιακού mellotron μέχρι και  ουρανομήκη Gilmour-ικά σόλο). Το "Transcience", σαν κάποιο μελωδικό πέρασμα του Alan Parsons, προσφέρει έκλαμψη ελπίδας ("it's only the start"), πριν έλθει το "Ancestral", ίσως το μουσικό απόγειο του άλμπουμ, με την παιδική χορωδία ("Come back if you want to"), ένα σπαρακτικό σόλο κι ένα μεταλλικό ξέσπασμα από ριφ -σκέτο vortex- προς το τέλος.

O Wilson έχει δηλώσει ότι σκόπιμα αφήνει ανοικτό το τέλος της ηρωίδας του, δεν την θέλει να «πεθαίνει», όπως στο ντοκυμανταίρ που αποτέλεσε και την πηγή της έμπνευσής του. Η τελική γεύση του άλμπουμ μετά το "Ancestral" θα ήταν βαριά και δυσοίωνη. Αλλά είναι με τo "Happy Returns" που επιτυγχάνεται η κάθαρση. Όχι με φθηνά τερτίπια ανακούφισης, όπως σε κάθε οπτικοακουστικό concept μαζικής κατανάλωσης. Αλλά αληθινά. Η ανθρώπινη επικοινωνία αποκαθίσταται, ελλειματική, κοπιώδης, γεμάτη αμφιβολίες, αλλά με μια ασίγαστη ελπίδα, που τόσο λυτρωτικά την κουβαλά ένα ρυθμικό σιγοτραγούδισμα βγαλμένο λες από τα '60s. "Hey brother, I'd love to tell you I've been busy - But that would be a lie - Cos the truth is the years just pass like trains - I wave but they don't slow down".

Μεταξύ πολλών υπερθετικών κριτικών του διεθνούς μουσικού τύπου για το άλμπουμ, έχει γραφεί ότι το "Hand. Cannot. Erase." αποτελεί το "The Wall" της γενιάς του Facebook. Όσο ρηξικέλευθη κι αν ακούγεται αυτή η θέση, τόσο πιο εύστοχη δείχνει μετά από κάθε νέα ακρόασή του.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...