Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2016

W.A.S.P.: "The Last Command"


Το εξώφυλλο είχε τον Angus Young, μέσα σ΄ένα faux κάδρο από
συρματόπλεγμα, να σημαδεύει το φακό με την Gibson SG. Δίπλα του, με ξύλινα κεφαλαία: «Αφίσσα JUDAS PRIEST», «Αφιέρωμα στους AC/DC», «JIM MORRISON", "JIMI HENDRIX". Και στη «ΜΕΤΑΛΟ-Κριτική», με το εξώφυλλο σε σμίκρυνση, δίπλα στο "Live After Death", τους Faithful Breath και τους Vice Human, εκείνος ο δίσκος.

«Αυτός είναι ο νέος δίσκος των W.A.S.P. που όπως μας είπε πρόσφατα ο ιδρυτής και τραγουδιστής τους Blackie Lawless πρόκειται για μια ανανεωμένη δουλειά με κύριο χαρακτηριστικό το καλύτερο δέσιμο της μουσικής με έναν επιπλέον νέο ήχο επενδυμένο επάνω στους στίχους που αυτή τη φορά έχουν κάποιο σαρκαστικό χιούμορ... Πράγματι αληθεύουν τα όσα είπε, κι εξαρχής θα μπορούσε να διαπιστώσει κανείς αυτή την «αλλαγή» ακούγοντας το πρώτο κομμάτι του δίσκου το "Wildchild" το οποίο ξερνάει φωτιές αλλά ταυτόχρονα κρατάει ένα μεγαλόπρεπεπο τέμπο (ιδιαίτερα στην κιθάρα). Χιουμοριστικό το "Blind In Texas" το οποίο είχα την ευκαιρία να δω και σε βίντεο. Στο όλο τους παιχνίδι έχουν μπλέξει και τους ΖΖ ΤΟP ... Επιδεικτικό και σκανδαλώδες το "Ballcrusher" και γεμάτο εξυπνάδα το "Fistful Of Diamonds". Τα "Last Command" και "Sex Drive" κατέχουν μια καλή θέση στο δίσκο και γενικά θα μπορούσα να πώ ότι οι W.A.S.P. μπήκαν σε μια ευαίσθητη τροχιά πλέον, αφού η δημοτικότητά τους αυξάνεται συνεχώς ανά τον κόσμο. Για όσους αναζητούν τον πύρινο ήχο, οι W.A.S.P. έχουν έξω από την πόρτα τους το "Last Command.
Αυτά έγραφε ο Γιάννης Κουτουβός στο τεύχος Δεκεμβρίου του '85. Έτσι γράφονταν κάποτε οι «κριτικές», με ένστικτο, γι΄αυτό και ήταν πραγματικά επιδραστικές.

Στον ένα ημερολογιακό χρόνο ζωής που συμπλήρωνε τότε το "Heavy Metal (υπότιτλος "Hard Rock") στις προθήκες των ελληνικών περιπτέρων, οι W.A.S.P. παρουσιάζονταν απανωτά. Εξώφυλλα, «αφιερώματα», αφίσσες, ο Blackie να πίνει αίμα απ΄το κρανίο, ο Blackie με το πριονωτό σπασουάρ, η τετραμελής μπάντα αφιονισμένη, με γκριμάτσες τέτοιες που θα έκαναν τον παππά κάθε ενορίας να πλακωθεί σε τρισάγια, να ζητά ενισχύσεις διάκων από τη Μητρόπολη και παρουσιολόγιο στα κατηχητικά. Ήταν το συγκρότημα που, παρ΄όλο που ανήκε στο δεύτερο, λιγώτερο επιδραστικό, κύμα, του αμερικάνικου μέταλ (Motley Crue, Twisted Sister, Ratt, Quiet Riot) και υπολειπόταν σε δημοφιλία των Maiden, Scorpions, Priest, Motorhead, Ozzy, Saxon, AC/DC, συνόψιζε όλα τα κοινωνικώς εξοβελιστέα στίγματα του τρισκατάρατου «χέβυ μέταλ»:
Αλητήρια εμφάνιση, τεράστια μαλλιά, εξώκοσμα κοστούμια (κάτι μεταξύ road warriors του Mad Max και "Warriors" του Walter Hill), φωνητικά δαίμονα με μπηγμένο το σταυρό στην καρωτίδα, στίχους για βίαιο και σαδιστικό σεξ. Στις συναυλίες πετούσαν ωμό κρέας στο κοινό, είχαν μια όρθια σχάρα όπου έδεναν κάτι πρόστυχα ντυμένες γκόμενες και τις «βασάνιζαν», κρανία, πυρσούς, ψεύτικο αίμα κατά γαλόνια να χύνεται all around και σαν υπόκρουση έναν κιθαριστικό παροξυσμό μετ΄ουρλιαχτών, πολύ κοντά στο white noise.
Είχαν μπει σε όλες τις λίστες με τα «επικίνδυνα», «σατανικά», «βέβηλα», «διεφθαρμένα» ροκ γκρουπ. Το ακρωνύμιό τους δε σήμαινε, βέβαια, «σφήκα» («γι΄αυτό έχει ρε μ@λ@κα και τελείες ενδιάμεσα», πετάγανε υπεροπτικά οι πιο βγαλμένοι), αλλά σήμαινε, λέει, κάτι αδιανόητα "We Are Satan's Preachers", ή "We Are Sexual Perverts". Χωρίς πολλά - πολλά, οι W.A.S.P. ήταν η απαγορευμένη - και γι΄αυτό εμμονική- παραίσθηση δύναμης κάθε σπυριάρικου γυμνασιόπαιδου. Και μόνον το ότι είχαν κομμάτι με τον τίτλο "F@#k Like A Beast", που ήταν απαγορευμένο και δεν μπορούσαμε να το βρούμε και να το ακούσουμε, τους έδινε στα μάτια μας υπερφυσικές διαστάσεις.
Τον Δεκέμβριο του '85, ο δεύτερος εκείνος δίσκος τους αναμενόταν με δίψα. Ακριβέστερα, με προσμονή ναυαγού, παγιδευμένου σ΄ένα σύμπαν μεταξύ τελευταίου θρανίου, τριγωνομετρίας και παστέλ T-shirt, με όλους τους Frankie Goes To Hollywood, Wham και Smiths να αναζητούν κερκόπορτες προς το μυαλό.



Η κριτική του Κουτουβού, πάντα έβαζε τη σπίθα. Ήταν αυτό που χρειαζόμαστε, σε δίσκους και κασσέτες Capitol.
Με το που μπαίνει το "Wild Child", ένας άγριος άνεμος βγαίνει απ΄τα ηχεία, κάνοντας τις κιθάρες ν΄ακούγονται αχανείς και τη ρυθμική βάση σχεδόν tribal. Δεν υπάρχουν εδώ οι πριονοκορδέλλες του πρώτου άλμπουμ, αλλά ένας μαεστρικά αφημένος χώρος στον ήχο, μέσα στον οποίο η φωνή του Blackie αλυχτάει, τρυπώντας στρώματα από συνθεσάϊζερ και ανεβάζοντας με το ρεφραίν κάθε εφηβική φαντασίωση στα ύψη ("I' m a Wild Child - Come and love me - I Want you - My heart's in exile, I need you to touch me, 'cause I want what you do - I want you"). Υπόδειγμα ηχοληψίας και παραγωγής, από τον άνθρωπο που, με την εταιρία του, Pasha Records, συνταγογράφησε το πρώτιστο μέταλλο ("Metal Health" των Quiet Riot, '83) για την υγεία των εφήβων της εποχής, τον οραματιστή αλλά παρεξηγημένο Spencer Proffer.

Η συνέχεια έρχεται κάπως πεζή, καθώς τo "Ballcrusher" (με το βιτσιόζικο στίχο "Such a vicious wicked woman, black magic voodoo queen, lesbo-nymphomaniac, she had a girlfriend at seventeen"), το "Fistful Of Diamonds" και το "Jack Action" πατούν μεν στην κατάμουτρη φόρμα του πρώτου δίσκου, αλλά ακούγονται κάπως νερωμένα, με τύμπανα κούφια και κιθάρες που ξύνουν, χωρίς όμως τον αναμενόμενο όγκο. Τα εφέ πηγαίνουν κι έρχονται (πολυβόλο στο τελείωμα του "Action", απόσπασμα από δελτία ειδήσεων της Wall Street στην εισαγωγή του "Diamonds", ντέφια, κρόταλα και απόκοσμα φωνητικά στο "Wild Child") τα φωνητικά είναι επεξεργασμένα και ενισχυμένα, ενώ τα συνθεσάϊζερ φωτοσκιάζουν, όσο γίνεται, ένα υπερφαζαριστό hard rock.
Εκεί, στο τέλος της πρώτης πλευράς, έρχεται το καθηλωτικό "Widowmaker", με το sitar, τον απειλητικό αέρα να σφυρίζει στην εισαγωγή και την κινηματογραφική δύναμη των στίχων ("A thousand years I've roamed the plains - And waved the hand of doom - I've seen the tears that fall like rain from the waste and all  the ruin [...] The smell of sorrow fills the fields - And lingers in the sky - The littered ground will swallow down - The souls that fill my eyes"), να υπενθυμίσει τη δύναμη της μουσικής που έχουμε διαλέξει ν΄ακούμε.
Η δεύτερη πλευρά αρχίζει απροσδόκητα, με ένα διαολεμένο boogie ("Blind In Texas") στη φλέβα των -ζεστών ακόμη από την επιτυχία του "Eliminator"- ZZ Top, με το στίχο του να εδραιώνει το πιώμα σε εχθρικό έδαφος ως αναφαίρετο δικαίωμα των χέβυ μέταλ θεών όπως ο Blackie, που το hangover δεν τολμούσε να τους αγγίξει ("I drank Dallas whiskey and lost my mind - had high balls in Houston 3 for a dime - everything starts to spin - loaded on gin - I feel out the door what I say is - I' Blind In Texas"). Ο παραλληλισμός της άγριας δύσης και των εκτός ελέγχου ρόκερ είχε επιχειρηθεί ξανά (Ratt με το "Wanted Man", σχεδόν την ίδια περίοδο Saxon με το "Rock N' Roll Gypsy"), αλλά το βίντεο αυτό με το αρμαντίλλο και το αλκοόλ να ρέει, δείχνει και είναι "the real deal".



Το "Cries In The Night" είναι μια στοιχειωμένη μπαλάντα (πολύ πριν οικειοποιηθεί τον όρο "power ballad" και η κάθε αρτιμελής Μαράϊα), με προσεγμένη δουλειά στα δεύτερα φωνητικά και λόγια που αποκαλύπτουν ότι πίσω απ΄το άτρωτο προσωπείο του Blackie υπάρχουν ρωγμές ανθρωπιάς ("they pull at my hair, and call out my name, they think I' cool and got worries with fame- but I'm living to lose and dying to win - with these people around me, my patience wears thin"). Κι έρχεται το δίδυμο "The Last Command" και "Running Wild In The Streets", με τα συναυλιακά ρεφραίν, τα κιθαριστικά εφέ και τις τονισμένες μελωδικές γραμμές, να διχάσουν. Οι κιθάρες πιο πίσω, ο παλμός από συνθετικό ήχο να λειτουργεί ξεσηκωτικά, τα σόλο και οι φράσεις των Chris Holmes και Randy Piper υπολογισμένα. Δύο από τα καλύτερα φροντισμένα metal κομμάτια της εποχής, να αποποιούνται της αιχμής τους στο βωμό της μουσικότητας. Ο συρμός του "Sex Drive" είναι μια μέτρια υποσημείωση, σ΄ένα έντονο, εύγευστο αλλά κάπως άνισο άλμπουμ.

Άνισο γιατί το φιλόδοξο μουσικό άνοιγμα που επιχείρησαν ο Proffer και ο Blackie είχε διπλό αποδέκτη : το mainstream αλλά ταυτόχρονα το πιο «ενήλικο» hard rock ακροατήριο. Ο Blackie, στα 29 του τότε, σκόπιμα πιο προσγειωμένος στις συνεντεύξεις της εποχής, δήλωνε περήφανος ότι παίζει αυτή τη φορά «14 διαφορετικά όργανα» και ότι είχε σκοπό με τα συνθ να βάλει «φαντασία» στον heavy rock ήχο, για να μπορεί ο ακροατής «ν΄ακούει λεπτομέρειες στο δίσκο ακόμη και μετά από πέντε χρόνια». Είναι αλήθεια ότι επιδιώκοντας να αποστεί από το προφίλ του άμουσου και χυδαίου ρόκερ, είχε φτιάξει όχι το δεύτερο, αλλά κατευθείαν το πέμπτο του άλμπουμ. Είναι επίσης αλήθεια ότι ήταν και παραμένει ένας δίσκος για ακρόαση σε καλά ακουστικά, με τις λεπτομέρειες να υπάρχουν όντως και σε σημεία να απογειώνουν το άκουσμα σε σχέση με το μέσο χέβυ μέταλ άλμπουμ της εποχής.
Όμως η παγίδα για τους W.A.S.P. του '85 είχε στηθεί. Το μέχρι τότε «αποκρουστικό» γκρουπ βαφτίστηκε σε μια νύχτα «εμπορικό» από τους επαγγελματίες θάφτες του διεθνούς τύπου και αυτό άρχισε να περνάει στο κοινό. Έχοντας μέχρι τότε συγκεντρώσει τα πυρά της P.M.R.C., της οργάνωσης των συζύγων των Αμερικάνων πολιτικών που ήθελαν να «καθαρίσουν» το ροκ από τις νοσηρές επιρροές, ο Blackie, όταν ξεκίνησε η περιοδεία για το "Last Command",  είχε αποφασίσει το stage show να είναι, για τα δικά του μέτρα, πολύ πιο συμβατικό : πάνε οι ημίγυμνες, το κρέας και το αίμα, απλώς τέσσερα παλούκια με ομοιώματα των κεφαλών των μελών του γκρουπ και μια πολυεπίπεδη σκηνή με εκτυφλωτικά φώτα. Οι υπερβολές της άγρας δημοσιότητας είχαν κάνει τη ζημιά για καλά. Κατά τη διάρκεια της περιοδείας '85-'86, οι W.A.S.P. δέχονταν βροχή απειλές για βομβιστικές επιθέσεις, αίθουσες εκκενώνονταν, συναυλίες αναβάλλονταν ή ματαιώνονταν και απ΄ έξω απ΄όσες γίνονταν διαδήλωναν εκατοντάδες αγριοχρίστιανων με πλακάτ και το μάτι να γυαλίζει, αφορίζοντας τους τέσσερις σατανάδες και την επικίνδυνη κραιπάλη τους.
Τον ίδιο τον
Blackie τον είχαν πυροβολήσει δύο φορές άγνωστοι, ενώ του είχαν κόψει μια φορά τα φρένα από τη Μάστανγκ του και σώθηκε από τύχη. Ρηξικέλευθη επιλογή να προκαλείς την πουριτανική Αμερική της εποχής Ρήγκαν με κομμάτια από ωμό κρέας, βαρύ θόρυβο και στίχους για «κτηνώδεις» συνουσίες.
Εξ αιτίας όλων αυτών, όπως ήταν αναμενόμενο, όσοι είχαν «επενδύσει», έφθασαν να χάνουν άφθονα δολλάρια μέσα σε λίγους μήνες. Το χρέος στην Capitol και την Pasha εκτινάχθηκε και το χρήμα δεν επέστρεψε στα ταμεία, παρά το ένα εκατομμύριο των πωλήσεων και τα δύο -κλασσικά πλέον- βίντεο ("Blind In Texas" και "Wild Child") που έκαναν μάταια ό,τι γινόταν για να αλωθεί το MTV.
Οργισμένος και με τις προσδοκίες διαψευσμένες, ο αρχηγός επιχείρησε επαναφορά αναλαμβάνοντας ο ίδιος την παραγωγή («κανείς δεν θα μου ξαναπεί πώς πρέπει να ακούγομαι» - μια άδικη βολή κατά του Spencer Proffer) και επαναφέροντας τα τρυκ με το αίμα και το σπέρμα για την προώθηση του επόμενου άλμπουμ. Όμως το "Inside The Electric Circus" (Οκτώβριος '86) ήταν ανέμπνευστο και, το χειρότερο, προβλέψιμο και ελάχιστα σοκαριστικό ή απειλητικό. Σπάνια το ίδιο κόλπο μπορεί να λειτουργήσει το ίδιο αποδοτικά για δεύτερη φορά στη show business, ιδίως εφόσον το προηγούμενο άλμπουμ αποκάλυπτε ότι υπήρχε ένα μουσικό απωθημένο που παρέμενε ανεκπλήρωτο.

Με το "The Last Command", καθώς φαίνεται, χάθηκε προσωρινά μια σημαντική ευκαιρία για όλο τον σκληρό ήχο και θύμα ήταν οι W.A.S.P.. Ή θα γινόταν ξεδιάντροπα εμπορικός (κάτι που έγινε ένα χρόνο μετά), ή θα βρισκόταν στο περιθώριο. Το labeling της εποχής ήταν αδυσώπητο. Ο ίδιος ο Blackie Lawless θα αγωνιζόταν σε ολόκληρη την καρριέρα του να πείσει ότι ήταν σοβαρός συνθέτης, κάτι που το κατάφερε εν μέρει με το ρεβιζιονιστικό, καθαρό μέχρις υποκρισίας από καταχρήσεις, "The Headless Children" του '89 και ιδίως με το αλά "Tommy" βαρυθεματικό κόνσεπτ άλμπουμ "The Crimson Idol" του '92, όταν όμως το μουσικό τοπίο είχε μεταλλαγεί εντελώς.
Αργότερα, μεταξύ '99 και 2004 αναλώθηκε σε επίμονες επανεπισκέψεις στο «αιματηρό», με την ένταση στα κόκκινα, ηχητικό παρελθόν του πρώτου άλμπουμ, για να δηλώσει τελικά το 2007 ότι «δεν ξαναπαίζει το ".
Beast"», καθώς ανακάλυψε ξανά τη χριστιανική του πίστη και ανατροφή, που τον οδήγησε στο να αποκηρύξει το κομμάτι και όσα αντιπροσώπευε. Δεν έχει μέχρι σήμερα σταματήσει να περιοδεύει με νέα μέλη στη μπάντα (και πολλή προηχογραφημένη βοήθεια, λένε οι αυτόπτες) και να κυκλοφορεί σκοτεινά, δυστοπικά άλμπουμ με κάτι σαν πολιτικά «μηνύματα» στη στιχουργική τους βάση. Ο απολωλώς πρίγκηπας της Βαβυλώνας, με τα χρόνια, μας προέκυψε νουνεχής προφήτης.
30 χρόνια μετά την κυκλοφορία του, το "The Last Command" είναι από τα πιο επιτυχημένα άλμπουμ του καταλόγου των W.A.S.P. από πλευράς πωλήσεων. Οπωσδήποτε θα έχετε συναντήσει κάτι πρώην γυμνασιόπαιδα του τότε, που, ανεξάρτητα από την τεθλασμένη πορεία της ζωής τους, ακόμη νιώθουν να τους συνεπαίρνει αυτός ο ατίθασος αέρας στο άκουσμα της εισαγωγής του "Wild Child".
Ζουν ανάμεσά μας.


Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...