Παρασκευή, 6 Φεβρουαρίου 2015

Bryan Ferry: "Avonmore"




Λέγεται ότι είναι ένα από τα πιο διαδεδομένα -και ιατρικώς μη αποδεδειγμένα- δημογραφικά στοιχεία. Ένα στα πέντε παιδιά που γεννήθηκαν μεταξύ 1983 και 1986 συνελήφθησαν καθώς παιζόταν ένα άλμπουμ με τη φωνή του Bryan Ferry. Το ραντεβού μπορεί να ξεκινούσε αθώα, με τριαντάφυλλα και δείπνο υπό το φως κεριών, αλλά από τη στιγμή που αυτή η φωνή άρχιζε να ξεχύνεται από το στέρεο, το πράγμα ήταν φανερό που θα καταλήξει.


Τώρα, μετά από 44 χρόνια καρριέρας, το δέκατο πέμπτο προσωπικό του άλμπουμ έρχεται στο φως και συναντά το πολυδιασπασμένο κοινό, αναζητώντας σε ποιά μερίδα του «πρέπει» και σε ποιά «μπορεί» να απευθυνθεί.
Στο εξώφυλλο μια φωτό τον απεικονίζει σκεπτικό - η προσωποποίηση της επιτήδευσης - όπως ήταν πριν από 35 και κάτι χρόνια, στις μέρες του ως «μοιραίος δανδής». Άρνηση της τρίτης ηλικίας; Αυθυποβολή; Άπελπις εκμοντερνισμός; Δικαιωματική αναπαλαίωση;  

 Τίποτε απ΄όλα αυτά. Το "Avonmore" έχει τον κλασσικό, ακριβέστερα, τον vintage Ferry ήχο και στα 43 λεπτά του έξοχα, στέρεα και αισθαντικά κομμάτια.
 Μουσικά, είναι μια ιδανική σύζευξη των "Avalon", "Boys & Girls" και "La Bete Noir".
Σα να βγήκε το 1988, προεκτείνοντας, αλλά μην αντιγράφοντας το ύφος και τη διάθεση των καλύτερων στιγμών εκείνης της περιόδου του. Ήχος που ρέει, ρυθμοί με εσωτερική ένταση, κιθάρες, πνευστά, πλήκτρα και φωνητικά αναδεικνύονται πάνω σ΄ένα καμβά από αέναες αλλαγές μπάσου και ντραμς. Την παραγωγή κάνει για μια ακόμη φορά ο μεγάλος
Rhett Davis, υπεύθυνος ακριβώς για τα ηχητικά κομψοτεχνήματα της δισκογραφίας του Ferry στα μέσα των '80s.
Οι μουσικοί άσσοι του παρελθόντος είναι και πάλι εδώ. Με ανεβασμένο το προφίλ του μετά την επιτυχία του "Random Access Memories" των Daft Punk, ο Nile Rodgers μοιάζει να ξεφυτρώνει παντού τελευταία. Όμως ο ίδιος ο ήχος του σε παραπέμπει στο "Boys and Girls", όπου o Rodgers είχε ξανασυνεργαστεί με τον Ferry.
Το ίδιο και ο πρώην κιθαρίστας των Smiths, Johnny Marr (ο οποίος συνυπογράφει και ένα κομμάτι - "Soldier Of Fortune"), που ήταν ο βασικός κιθαρίστας στο "Bete Noire" του '87. Για τον βιρτουόζο μπασίστα Marcus Miller (επίσης είχε παίξει στο "Girls and Boys") τα λόγια είναι περιττά. Κι αυτός επιστρέφει με απαράμιλλο στυλ, γεμίζοντας με ροή και μελωδία όλο το άλμπουμ, αφήνοντας κατά μέρος το slap στυλ το οποίο τον έκανε διάσημο στη σύγχρονη jazz και ακολουθώντας μια εύκαμπτη όσο και εύπεπτη μελωδική τεχνοτροπία σπουδαγμένη σε εκατοντάδες R&B session μεταξύ τέλους '70s και αρχών '80s.
Στο επίκεντρο -όπως πάντα - βρίσκεται η εύθραυστη φωνή του Ferry, με το έκκεντρο τονάρισμα και τις τόσο αριστοτεχνικά τοποθετημένες φράσεις να οδηγούν σε ένα σχεδόν υπνωτιστικό συντονισμό. Προσεκτικά αποφεύγοντας να προδώσει τα χρόνια του (μόνο στα "Soldier Of Fortune" και τη διασκευή "Send In The Clowns" ακούγεται όσο περίπου είναι), ο Ferry και πάλι μας πείθει ότι η περσόνα του αιώνιου δανδή ζει και αναπνέει μέσα στο ύφος και το περιεχόμενο των τραγουδιών.
Στιχουργικά, θα πρέπει να αναλογιστούμε ότι από το τελευταίο του άλμπουμ με πρωτότυπο υλικό (το "Olympia" του 2010), ο 69χρονος παντρεύτηκε και χώρισε με μια γυναίκα 38 χρόνια μικρώτερή του. Ίσως αυτό να εξηγεί έναν τόνο αναδρομής, τύψεων και νοσταλγίας που διατρέχει όλη την καινούρια συλλογή. Τα κομμάτια, ανεξαρτήτως tempo, καταλήγουν σε μια σειρά από συναισθηματικά «βαριά» στιχουργικά σχήματα, που τα αποδίδει ο ψίθυρος ενός πληγωμένου εραστή, χωρίς να καταλαβαίνει κανείς αν είναι νυν ή πρώην.
Το "Loop De Li" είναι από τα καλύτερά του εδώ και χρόνια και από τα καλύτερα κομμάτια που κυκλοφόρησαν φέτος γενικά. Ακολουθούν από μικρή απόσταση και γεμάτα νέον εικόνες τα "Midnight Train", "Driving Me Wild" και "One Night Stand".
Η ηλεκτροφανκ παλίρροια του ομώνυμου ακούγεται πράγματι σύγχρονη, με την ρυθμική φρασεολογία του Rodgers να ξεχωρίζει, η οποία, απεναντίας, στο εξομολογητικό "Lost" μεταφέρει στα  late '70s.
Δεν είναι μια υπόθεση hooks, είναι, όπως και το μεγαλύτερο μέρος του άλμπουμ, μια υπόθεση ατμόσφαιρας, όπου οι υπαινιγμοί των πασίγνωστων μουσικών υπογραφών (Rodgers, Miller, Marr, Davis) βοηθούν την ερμηνεία του Ferry να αποκτήσει βάθος. Ποπ με προεκτάσεις, από τον άνθρωπο που έκανε τη μουσική του συνώνυμη με την γοητευτική αφηρημενολογία "sophistication", λατρεμένη έννοια - πασπαρτού κοινού και κριτικών.
Το "Avonmore" καταφέρνει να λειτουργήσει εντελώς ά-χρονα, ενσωματώνοντας στην τραγουδοποιία του στοιχεία τόσο τρέχοντα όσο και ρετρό. Φέρει μαζί του έναν ήχο που θα μπορούσε να είχε παραχθεί οποτεδήποτε τα τελευταία 30 χρόνια. Η ambient εκδοχή του "Johnny & Mary" του Robert Palmer (μια συνεργασία με τον μεγαλόσχημο 30άρη, DJ Todd Terje) τονίζει αυτή την ποιότητα. Υπό αυτό το πρίσμα, το "Avonmore" είναι μια υπενθύμιση ότι ο Ferry είναι εκείνος που περπάτησε πρώτος στα εδάφη της ποπ με υπόβαθρο και γι΄αυτό είναι ακόμη και σήμερα - στα 70 - ικανός να φτιάχνει εξεζητημένη μουσική που ακούγεται διαχρονική, αντανακλώντας την ίδια στιγμή τον παλμό των σύγχρονων, αλλά, καθώς φαίνεται και των μελλοντικών μουσικών τάσεων.

Ένας δίσκος - γύρος θριάμβου για τον Ferry, τον παραγωγό και τους μουσικούς που τον συντρόφευσαν στις χρυσές εποχές της προσωπικής του καρριέρας, αφού τώρα πια το mainstream τον ακολουθεί, τον αναφέρει, επισταμένα προσπαθεί να κοπιάρει την αίσθηση και την αισθητική του. Δηλαδή, τον χρειάζεται.
Με το "Avonmore", τα γεννητούρια των '80s κρατούν στα χέρια τους μια άριστη αφορμή να διαιωνίσουν, με τη σειρά τους, το είδος.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...