Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2015

Bad Company: “Bad Company”


Μετά την οριστική διάλυση των θρυλικών FREE , στις αρχές του,
δύο πρώην μέλη τους, το 1973, o τραγουδιστής Paul Rodgers και ο ντράμερ Simon Kirke με την προσθήκη του κιθαρίστα των Mott the Hoople, Mick Ralphs και τον μπασίστα Boz Burrell ( King Crimson) και την βοήθεια του δαιμόνιου μάνατζερ Peter Grant (Led Zeppelin) ιδρύουν τους Bad Company.

 Oυσιαστικά είναι ένα  σούπερ γκρουπ με σχετικά έμπειρους και πετυχημένους  τριαντάρηδές μουσικούς ενώ το γεγονός ότι τους καθοδηγεί ο μάνατζερ των Led Zeppelin και εκδίδουν από την εταιρίας του, το άλμπουμ τους από την Swan Song (αλλά και την Island) τους έδωσε το διαβατήριο για την επιτυχία.
Οι φήμες για την επιλογή του ονόματος ανέφεραν ότι ο P.Rodgers ήταν γοητευμένος από την ομότιτλη ταινία που πρωταγωνιστούσε ο διάσημος ηθοποιός Jeff Bridges όμως ο ίδιος λίγα χρόνια αργότερα σε μία συνέντευξή του,  αποκάλυψε ότι προήλθε από ένα βιβλίο της βικτωριανής ηθικής και μία φωτογραφία που υπήρχε ενός αθώου παιδιού που κοιτούσε  ψηλά και την λεζάντα να γράφει το όνομα του συγκροτήματος.



To Νοέμβριο του 1973 το κουαρτέτο ξεκινά τις ηχογραφήσεις του ομότιτλου άλμπουμ, στα Headley Grange του Ronnie Lane's Mobile Studio το οποίο κυκλοφορεί τον Ιούνιο του 1974 σε μαύρο φόντο εξώφυλλο με τα λευκά γράμματα και τις παύλες να αποτυπώνουν το όνομα της μπάντας κατά το ήμισυ.
O δίσκος είναι ο απόλυτος ύμνος των seventies, όπου rock, blues, hard rock και boogie ρυθμοί δημιουργούν γερές δονήσεις με τις συγκινησιακές ερμηνείες να καθηλώνουν άπαντες.
Λιτές και εμπνευσμένες μελωδίες, παραδοσιακοί ροκ ρυθμοί παιγμένοι με πάθος και ένταση δίνοντας το στίγμα μιας ολόκληρης εποχής στο ομότιτλο άλμπουμ του βρετανικού κουαρτέτου.
Το άλμπουμ ξεκινά με το δυναμίτη "Can't Get Enough" και το δίδυμο Paul Rodgers και Mick Ralphs  αποδίδουν άψογα τον ρόλο τους.
Η συνέχεια ανήκει στο επιβλητικό "Rock Steady" με το στακάτο παίξιμο του Simon Kirke να δίνει το τόνο και το κιθαριστικό ριφ στην αρχή του τραγουδιού να μένει ανεξίτηλο στις μνήμες μας.
Ακολουθεί η μελαγχολική διασκευή και συνάμα υπέροχη  μπαλάντα "Ready for Love" (το είχαν πρωτοπαίξει οι Mott the Hoople στο άλμπουμ τους “All the Young Dudes” του 1972) ενώ το μπητλικό "Don't Let Me Down" είναι σε παραπλήσιο ύφος.
 Στη δεύτερη πλευρά του βινυλίου υπάρχει το ανατριχιαστικό ομότιτλο κομμάτι με τη φωνή του  Paul Rodgers συνοδευμένη από πιάνο (παίζει ο ίδιος)  με μία western διάθεση λόγω των στίχων κυρίως. Το ρεφρέν σε απογειώνει και αποτυπώνει  τον χαρακτήρα μιας ροκ γενιάς που μας χάρισε εκπληκτικά άλμπουμ.
To ήρεμο  "The Way I Choose"  προσθέτει άλλη μία ρομαντική και τρυφερή στιγμή στο δίσκο και ακολουθεί το "Movin' On" όπου στο τελευταίο λεπτό, η ροκ ορμή, γίνεται χείμαρρος αφού η κιθάρα του Mick Ralphs  έχει πάρει φωτιά και τα λαρύγγια του P. Rodgers έχουν βγει έξω.
Το κλείσιμο γίνεται με το  "Seagull" που έγραψε ο Paul Rodgers σε μία παραλία θυμίζοντας έντονα Free και την ερμηνεία του να δημιουργεί ρίγη ροκ ευδαιμονίας.
Το “Bad Company album”, έγινε πέντε φορές πλατινένιο με πάνω από δώδεκα εκατομμύρια πωλήσεις και έφτασε στη κορυφή των αμερικάνικων τσαρτ και στο νο 3 των βρετανικών.
Το έγκυρο περιοδικό Kerrang! το τοποθετεί στα "100 Greatest Heavy Metal Albums of All Time" και συγκεκριμένα στο νο 40.
Αντί επιλόγου και οποιαδήποτε άλλης κριτικής παρουσίας σε ένα σούπερ classic δίσκο νομίζω ότι ταιριάζουν οι στίχοι του “Rock Steady”.
“Well When I want to rock steady (yeah)
I know I got to get ready
Close my eyes and I let myself go
Listen to oh baby let the music flow”

Φώτης Μελέτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...