Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2015

Cats In Space: "Too Many Gods"

Με τέτοιο όνομα στα όρια μεταξύ ακραιφνώς γελοίου και απλώς
ανέμπνευστου, μόνο στη σημερινή αφασική εποχή μπορεί να εμφανιστεί συγκρότημα. Πρόκειται άραγε για φάρσα ή γκρουπ - παρωδία; Κάθε άλλο.


Αν δει κανείς ποιοί το απαρτίζουν, τότε θα καταλάβει ότι έχουμε να κάνουμε με ένα εντελώς παλιομοδίτικο A.O.R. (pomp /soft rock, αν θέλουμε να κάνουμε κατάχρηση των υπο-κατηγοριών) άκουσμα που μας πάει πίσω στις ανύποπτες μέρες της περιόδου '79-'81, όταν τα δυσθεώρητου ύψους hooks, οι ποπ μελωδίες οι συνδυασμένες με ακριβή κιθαριστικά σόλο και η ανάγκη να σηκωθεί κανείς στην πίστα μαζί με το παρεπιδημούν στην ντίσκο κυρίζι (και την ομορφοντυμένη μη μου άπτου συνοδό του μαζί) δεν ήταν αμαρτία. 
Οι κάτω από 35, δύσκολα θα πιάσουν το αστείο, εκτός αν μεγάλωσαν ακούγοντας το "Discovery" από κανέναν θείο τους. 10cc, ElectricLight Orchestra (με μικρή όμως δόση από τη συμφωνική τους υπερβολή), πρώϊμοι Queen, Chicago, REO Speedwagon, Player καιForeigner είναι τα ονόματα που ανακινεί η παραγωγή αυτή. Πολλοί «θεοί» μαζεμένοι, indeed.
Ο Mick Wilson (μουσικός και παραγωγός, που έχει παίξει και συνθέσει με Lionel Ritchie, Cher, Alice Cooper, Alison Moyet, Chris Rea, Donny Osmond, Robin Gibb, Cliff Richard, K.L.F.) και ο Greg Hart (με μικρώτερο, αλλά σημαντικό παλμαρέ στους Moritz) είναι οι συνθέτες όλου του υλικού, το οποίο κατέληξαν να φτιάξουν από καθαρή αγάπη για τα συγκροτήματα των '70s που έδιναν έμφαση στην τραγουδοποιία.

Ευκολοάκουστοι, ρυθμικοί και ιδιαίτερα φιλικοί σε όσους μεγάλωσαν με A.O.R., οι Cats In Space φτιάχνουν ένα άλμπουμ προορισμένο να κατοικοεδρεύσει στο μυαλό όσων αγαπούν τα καθιερωμένα ονόματα αυτού του χώρου. Τα "Last Man Standing", "Only In Vegas", "The Greatest Story Never Told", "Stop" και "Too Many Gods", είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα. Τα κάπως πιο βαριά ριφ υπάρχουν και αυτά, στα "Too Many Gods" και "Unfinished Symphony".
Κύριο συστατικό οι πολυεπίπεδες αρμονίες, τα με συμφωνικό υπόβαθρο πλήκτρα και οι μελωδίες που ρέουν. Δουλεμένες με λεπτομέρεια, εκτεταμένες και «ανεβαστικές».

Ήχος ευρύς, απ΄αυτόν που κάποτε γέμιζε τα ραδιοκύματα και ένωνε ροκ και ποπ οπαδούς μπροστά από το στέρεο, υποχρεώνοντάς τους να παραδεχτούν ότι ανεξάρτητα από τις ιδιαίτερες  προτιμήσεις τους, αυτό που ακούνε είναι «καλή μουσική».
Το συγκρότημα αποτελείται από τους GREG HART (κιθάρες, φωνητικά, συνθεσάϊζερ), PAUL MANZI (Φωνή), STEEVI BACON (Τύμπανα, κρουστά), DEAN HOWARD (κιθάρα), JEFF BROWN (μπάσο, φωνητικά) και ANDY STEWART (πιάνο, συνθεσάϊζερ, wurlitzer). Μια μακράλίστα από guest τους συνοδεύει και περιλαμβάνει τον MICK WILSON (φωνητικά, δεύτερα φωνητικά, πλήκτρα), ANDY SCOTT (των Sweetσε κιθάρες, φωνητικά), JANEY BOMBSHELL (δεύτερα φωνητικά), GREG CAMBURN (σαξόφωνο) και MIKE MORAN (ενορχηστρωτής, πιάνο,όργανο).

Υπενθυμίζουμε : Αν θέλει κανείς να γυρίσει τη χρονομηχανή κάπου μεταξύ '79 - '81 και να μείνει εκεί, ιδανικό.

Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...