Πέμπτη, 26 Μαΐου 2016

Blondie: "One Way Or Another", fame's gonna get ya


Με το προκλητικό γρύλισμα μιας θηλυκής λεοπάρδαλης γάλακτος
και την άμεσης επενέργειας χυμαδόν ριφφολά του, είναι το κομμάτι που έριξε γέφυρα, ενώνοντας το μουλιασμένο στον ιδρώτα του καταγωγιακού CBGB παρελθόν με το απροσδόκητα φωτεινό, γεμάτο αφθονία, λούσο και επιτυχία μέλλον της μπάντας με το όνομα Blondie.

Από πολλές απόψεις το κομμάτι αυτό υπήρξε η πλέον χαρακτηριστική στιγμή ενός απ' τα κλασσικά new wave άλμπουμ των ροκ χρονικών, του "Parallel Lines", που κυκλοφόρησε το 1978, έβγαλε από μέσα του έξι hit single σε Αμερική και Αγγλία και έφτασε σήμερα να αποτελεί τρανό απόκτημα σε περισσότερες από 20 εκατομμύρια δισκοθήκες ανά τον κόσμο.
Κι όμως, όλα αυτά τα επιτεύγματα ήταν αδιανόητα δύο χρόνια πριν την κυκλοφορία του. Μέσα από το κείνο το μάτσο από μπάντες που γέννησε η Νεοϋορκέζικη έκρηξη του πανκ, πίσω στα 1976, οι Blondie ήταν αυτό με τις λιγώτερες πιθανότητες να αποκτήσει αναγνωρισιμότητα, πολλώ μάλλον παγκόσμια φήμη και επιτυχία.
Οι Ramones, οι Television, οι Talking Heads, αυτοί ναι, ήταν πλασμένοι από κείνη την ουσία που στα μάτια των κριτικών και το μυαλό του κοινού σημαίνουν πρωτοτυπία, ανατροπή, εγκεφαλικότητα. Τί το τόσο ενδιαφέρον να είχε ένα γκαράζ σχήμα της σειράς, με πλήρωμα τέσσερις άντρες και μπροστάρισσα μια τριαντάρα ξανθιά, κόπια της Μέριλιν, με υποδεέστερα όμως σωματικά προσόντα;


Παρ' όλα αυτά, ξαφνικά, το 1977, το single "Rip Her To Shreds", απ' το ομώνυμο ντεμπούτο τους μπήκε στο τοπ-5 της Αυστραλίας. Πριν καλά - καλά το συνειδητοποιήσει ο εγκλωβισμένος μεταξύ δεινοσαυρικής Σκύλας ("Yes", Pink Floyd", Zeppelin") και παραμανοφόρου, αναιδούς Χάρυβδης ("Sex Pistols") μουσικός κόσμος, τα "Denis" (UK#12) και "(I'm Always Touched By Your) Presence Dear" (UK#12), απ' το δεύτερο άλμπουμ τους, "Plastic Letters", τρύπωσαν στα βρετανικά τσαρτ. Συνδύαζαν την απλοϊκή '60s προσέγγιση ενός μουσικά βατού, πανομοιότυπα ντυμένου γκρουπ με μια δόση girl power πίσω απ' το μικρόφωνο. Μια βαμμένη ξανθιά με εξοντωτικά τοξοειδές φρύδι και φιλήδονη οδοντοστοιχία, υποστηριζόμενη από τέσσερις μαντράχαλους με παντελόνια σωλήνες και στενές γραββάτες άρχισε να μην μοιάζει και τόσο άσχημη εναλλακτική λύση για μουσικό καταφύγιο.
Όμως η μεγάλη αγορά, αυτή της Αμερικής, παρέμενε ακόμη έξω απ' την ακτίνα δράσεως του γκρουπ. Ακριβώς τότε είναι που μπαίνει στο σκηνικό ο Mike Chapman, παραγωγός ήδη πετυχημένων μουσικών γκρουπ γκλαμ τσιχλόφουσκας όπως οι Sweet, η Suzi Quattro και οι Mud. Τον είχε φέρει η δισκογραφική να τελειώσει τη δουλειά που είχε αφήσει στη μέση ο Richard Gottehrer, ο μέχρι τότε παραγωγός των Blondie : να φροντίσει με το τρίτο στούντιο άλμπουμ τους να τους μετατρέψει σε κανονικούς σταρ.
«Δεν ξέρω αν ήταν αυτό που λέμε προσχεδιασμένο», αναλογίζεται ο βασικός συνθέτης και κιθαρίστας της μπάντας Chris Stein, «αλλά ξέραμε σίγουρα ότι ο Chapman είχε ανακατευτεί με πολλά τραγούδια που είχαν χτυπήσει το Νο1».



Ειδικά για το "
One Way Or Another", ο Stein είναι βέβαιος: η δουλειά του Chapman προσέδωσε αυτό το χαρακτηριστικό ραφινάρισμα στον ήχο που μπόρεσε να συνδέσει την αγριάδα του πανκ με τη λάμψη της ποπ.
Το κομμάτι ηχογραφήθηκε μεταξύ Ιουνίου και Ιουλίου 1978 στο περίφημο Record Plant της Νέας Υόρκης και συμπύκνωνε μέσα σε τριάμισυ λεπτά ένα πιασάρικο ριφ, μπάσο και ντραμς που κατάφερναν να είναι αιχμηρά και ξεσηκωτικά χωρίς να χάνουν σε μουσικότητα, μια γέφυρα με παλιομοδίτικο organ που καταλήγει να κάνει το εφέ μιας σειρήνας περιπολικού και μια βαβουριάρικη coda που παρέπεμπε στις γκαράζ ρίζες της μπάντας. Πάνω απ' όλα όμως, στο κομμάτι κυριαρχεί η ερμηνεία της βαμμένης ξανθιάς. Της Debbie Harry, aλησμόνητη σε κάθε της φθόγγο.
Ξεκινάει απαλά, φορτωμένη με μια παγερή σνομπαρία που χρειάζεται να τη δει κανείς λάϊβ για να τη διακρίνει. Σύντομα όμως δίνει τη θέση της σε μια κατάμουτρα άσωτη αμφιθυμία, με το απειλητικό "get-ya, get-ya, get-ya" να γίνεται "meet-ya, meet-ya, meet-ya" και να αναδεικνύει φόρα παρτίδα ότι η κυρία έχει γράψει μίλια μέχρι τα 33 της σε αυτοκαταστροφικές σχέσεις, καθώς μιλάει στους στίχους για μια τέτοια, ακόρεστη, πιεστική, σχεδόν βάναυση σχέση, κρατώντας για τον εαυτό της - κι όχι για τον ακροατή- σε ποιό φύλο ανήκει ο κυνηγός και σε ποιό το θήραμα. Όπως και νά' χει, η Debbie δεν αφήνει περιθώρια να περάσεις τον αφηγητή των στίχων ως κανένα θύμα. Γι' αυτό και καταλήγει με σιγουριά "one day, maybe next week, I' m gonna lose you, im gonna give you the slip".
Στην αυτοβιογραφία της, χρόνια μετά, θα αποκαλύψει επί τροχάδην ότι η έμπνευση των στίχων γεννήθηκε από μια ανυπόφορη σχέση:
«Εκείνος δούλευε όλη μέρα σ΄ ένα εργοστάσιο χημικών και έπινε όλη νύχτα. Όταν χωρίσαμε, άρχισε να με ακολουθεί συνέχεια. Με έπαιρνε τηλέφωνο κάθε μία ώρα και τον έβρισκα κάθε λίγο και λιγάκι έξω από την πόρτα του σπιτιού μου. Ο τύπος έγινε τόσο μπελάς, που στο τέλος, μετακόμισα απ' το
New Jersey και βρήκα την ησυχία μου» .
Οι ηχογραφήσεις του σημαδιακού εκείνου άλμπουμ ήταν από δύσκολες ως ανυπόφορες, σύμφωνα τουλάχιστον με όσα θυμάται ο Chapman. «Ήταν πολύ δύσκολοι στο στούντιο. Πέρα από τη Debbie και τον Chris Stein που είχαν δεσμό, οι υπόλοιποι δεν άντεχαν ο ένας τον άλλο. Είχαν όλοι μια τελείως ανώριμη στάση απέναντι σε όλα, κλασσική περίπτωση αντεργκράουντ μπάντας απ' το κύκλωμα της Νέας Υόρκης, εκείνη την εποχή. Ήθελαν να τα κάνουν όλα ίσωμα και δεν τους ένοιaζε τίποτα. Ήθελαν την επιτυχία, όχι όμως και να δουλέψουν σκληρά για να την αποκτήσουν».
Το έργο του Chapman ήταν σκληρό. Υποχρέωσε την μπάντα να βελτιώσει την απόδοσή της, τόσο ατομικά όσο και σαν ομάδα και μετά τους υποχρέωσε σε ατέλειωτα takes για κάθε κομμάτι, προκειμένου να πετύχει δεμένο και ακριβές αποτέλεσμα. Η εμμονή του στην πειθαρχία κόστισε νεύρα, καυγάδες και κλωτσοπατινάδες, αλλά απέδωσε τα μέγιστα.
Το άλμπουμ κυκλοφόρησε το Σεπτέμβριο του '78 και σε έναν περίπου χρόνο είχε κάνει την άγνωστη μπάντα απ' το
CBGB διάσημη σε όλη τη γη, με σινγκλ το ένα πιο πετυχημένο απ΄το άλλο : "Picture This" (UK#12 τον Οκτώβριο του '78), "Hanging On The Telephone" (UK#5 Νοέμβριο του '78), "Heart Of Glass" (UK#1 και US#1 στις αρχές του 1979), "Sunday Girl" (UK#1 τον Μάϊο του '79) και τελευταίο το "One Wαy Or Another (US#24, επίσης τον Μάϊο του '79).

Όσο για τη Debbie Harry, ο θρίαμβος ήταν όχι μόνο καλλιτεχνικός, αλλά κυρίως προσωπικός. Δεν έτρεχε τίποτε. Ας είχε αφήσει τα πρώτα νιάτα της γκαρσόνα στο Max's Cansas City, χορεύτρια στη Union City του New Jersey και κουνελάκι του Playboy. Ας είχε κάπως μπανάλ γωνιώδες πρόσωπο και μαλλί δίχρωμο, ξασμένο ξανθό με μαύρη ρίζα, φτιαγμένο κατά λάθος. Τα κοντά baby doll και το αυθάδες χείλι της έγιναν σήμα κατατεθέν για ολόκληρη την μετα-πανκ σκηνή.  Σαν το μαγικό ραβδί του Άντυ Γουόρχωλ να είχε μεταμορφώσει μια ξοφλημένη white trash σταχτοπούτα σε sex symbol πρώτης γραμμής.
Πού να το φανταζόταν. Ότι επειδή ήταν απ' τις γυναίκες που είχε να πει για τη ζωή της περισσότερα απ' όσα έδειχνε αλλά λιγώτερα απ' όσα έκανε τους άλλους να φαντάζονται, ήταν φτιαγμένη, τόσα χρόνια αγνοώντας το η ίδια, από το υλικό απ' το οποίο φτιάχνονται, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, οι ποπ θεότητες.


Παναγιώτης Παπαϊωάννου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...