Παρασκευή 15 Οκτωβρίου 2010

VOLBEAT: “Beyond Hell, Above Heaven”

Αναδημοσίευση από το www.rockway.gr
Τέταρτο album για τους Δανούς Volbeat, οι οποίοι σίγα, αλλά σταθερά, κερδίζουν ολοένα και περισσότερους οπαδούς ανά τον κόσμο.
Και γιατί όχι, όταν είναι από τις λίγες περιπτώσεις των τελευταίων χρόνων που μέσω γνώριμων ήχων καταφέρνουν και παρουσιάζουν κάτι πραγματικά αληθινό, πρωτότυπο και πάνω από όλα, “δικό” τους!

Η μουσική των Volbeat έχει χαρακτηριστεί ως ένας συνδυασμός Metallica, Johnny Cash και Elvis Presley, κάτι το οποίο συνυπογράφω, καθώς δε νομίζω πως θα μπορούσε να περιγραφεί καλύτερα το ύφος της μπάντας!
Ο συνθετικός θρίαμβος του 2008, υπό το όνομα “Guitar Gangsters & Cadillac Blood”, συνεχίζεται επάξια και στο “Beyond Hell, Above Heaven”, με το συγκρότημα να μη δίνει καμία σημασία στα σημεία των (μουσικών) καιρών, εξακολουθώντας να παράγει κομμάτια με γνώμονα τη rock n’ roll διάθεση και σε καμία περίπτωση τη σοβαροφάνεια που διακατέχει την πλειοψηφία του σκληρού ήχου.
Το να αρχίσω να ξεχωρίζω στιγμές δεν έχει νόημα. Ολόκληρος ο δίσκος είναι μια ευχάριστη νότα για ολόκληρο το φάσμα της rock, και ένα συνονθύλευμα καλών ιδεών, παράδειγμα προς μίμηση για το πώς μπορεί να γράφονται κομμάτια από καρδιάς με πρωταρχικό σκοπό την καλοπέραση μέσω της τέχνης. Metal, rock n’ roll, rockabilly, punk είναι λίγα από τα συστατικά του “Beyond Hell, Above Heaven” και το σίγουρο είναι πως ο “μάγειρας” Michael Poulsen τα έχει συνδυάσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.
Εδώ να αναφερθώ και στις συμμετοχές στο δίσκο, οι οποίες όμως δεν επισκιάζουν το συνολικό αποτέλεσμα, απλώς δίνουν μια άλλου είδους “πινελιά” στις συνθέσεις. Συγκεκριμένα λοιπόν έχουμε τους Mike Petrozza (Kreator), Mark “Barney” Greenway (Napalm Death), Michael Denner (Mercyful Fate/ King DIamond), Henrik Hall (Love Shop) και Jakob Oelund (Taggy Tones) να συντροφεύουν τους Volbeat στο τελευταίο τους δισκογραφικό εγχείρημα.
Κλείνοντας να πω πως το “Beyond Hell, Above Heaven” το περίμενα με μεγάλη αγωνία και δε με απογοήτευσε καθόλου. Σίγουρα θα αποκτήσει μόνιμη θέση στο cd player του αμαξιού μου (οι Volbeat ενδείκνυνται γενικά για οδήγηση) όπως βέβαια και στου σπιτιού μου. Πάντα τέτοια!
Στέφανος Στεφανόπουλος

H "άγρια"...πορεία του Ted Nugent

Αναδημοσίευση από το www.rockway.gr
Αρχίζοντας να γράφω αυτό το άρθρο πρέπει να πω πως τα πράματα ήταν μετρημένα. Κυκλοφόρησε 34 άλμπουμ και έχει πουλήσει συνολικά στην καριέρα του 30 εκατομμύρια δίσκους.
Ένα από τα χαρακτηριστικά του η κιθάρες Gibson Byrdland. Ο τύπος τούτος είναι περίπτωση. Ή τον μισείς ή τον αγαπάς. Το χειρότερο όμως είναι πως δεν μπορείς να τον μισήσεις, γιατί απλά είναι τόσο αυθεντικός που απλώς αποδέχεσαι τις μέτριες στιγμές του και τις ιδιαίτερες ιδέες και αντιλήψεις του. Είναι ένας γνήσιος αντιπρόσωπος του αμερικάνικου χαρντ ροκ και για μένα ο τρίτος πιο αγαπημένος καλλιτέχνης όλων των εποχών.
Κυρίες και κύριοι από το Detroit του Michigan ο ένας και μοναδικός “Motor City Madman”, κατά κόσμο Ted Nugent. Γεννημένος στις 13 Δεκεμβρίου 1948 διαπιστώνουμε εύκολα πως ο άνθρωπος έχει πολλά χρόνια στην πιάτσα της μουσικής. Το 1965 τον βρίσκουμε ήδη μπλεγμένο ως κιθαρίστα στο συγκρότημα Amboy Dukes, του οποίου υπήρξε και ιδρυτής. Σε αυτό το συγκρότημα διακρίθηκε ως πρώτος κιθαρίστας πριν συνεχίσει την πολυετή σόλο καριέρα του. Ted Nugent

Η πρώτη εμφάνιση του Ted μαζί με τους Amboy Dukes καταγράφεται το 1965 στο The Cellar, ένα κλαμπ για έφηβους έξω από το Chicago, όταν ο Ted είναι ακόμα μαθητής στο St. Viator High School, παίρνοντας την θέση του τοπικού γκρουπ Shadows of Knight και έγιναν αυτοί το πρώτο όνομα του μαγαζιού μέχρι αυτό να κλείσει οριστικά.
Το δεύτερο σινγκλ του συγκροτήματος "Journey to the Center of the Mind", παρουσίαζε στίχους γραμμένους από το δεύτερο κιθαρίστα του γκρουπ Steve Farmer. Ο Ted υποστηρίζει ότι δεν είχε καταλάβει πως οι στίχοι αναφέρονταν στην χρήση παραισθησιογόνων ουσιών ,μιας και δήλωνε φανατικός πολέμιος των ναρκωτικών. Τα “The Amboy Dukes” (1967), “Journey to the Center of the Mind” (1968) και “Migration” (1969) έδειξαν Ted Nugent μια αξιοπρόσεκτη πορεία στις πωλήσεις των δίσκων με την ετικέτα της “Mainstream”.
Αφού εγκαταστάθηκε σε μια φάρμα το 1973, υπέγραψε συμβόλαιο συνεργασίας με την δισκογραφική εταιρία του Frank Zappa DiscReet Records και ηχογράφησε το Call of the Wild. Την επόμενη χρονιά τον βρίσκει να κυκλοφορεί το Tooth Fang & Claw (που περιέχει το θεϊκό κομμάτι "Great White Buffalo") και το οποίο κατάφερε να δημιουργήσει μια βάση φανατικών οπαδών για τον Ted και τα υπόλοιπα μέλη του γκρουπ. Βέβαια διάφορες αλλαγές στα μέλη κόντεψαν να διαλύσουν το σχήμα, το οποίο ονομάστηκε τελικά Ted Nugent & the Amboy Dukes.
Στις 17 Απριλίου του 2009 ο Ted ενώνεται με τα υπόλοιπα μέλη των Amboy Dukes στην Ted Nugentτελετή απονομής των μουσικών βραβείων του Detroit, όπου στην μπάντα απονέμεται το ειδικό βραβείο της συνολικής μουσικής προσφοράς τους. Το σχήμα έπαιξε μάλιστα μαζί στην τελετή, κάτι που σηματοδότησε την πρώτη τους κοινή εμφάνιση μετά από 30 χρόνια.
Το 1975 ο Ted αποφασίζει να εγκαταλείψει οριστικά το σχήμα των Amboy Dukes, αφού είχε πλέον κουραστεί από την επαγγελματική στάση των πρώην συναδέλφων του. Η έλλειψη ενθουσιασμού και πειθαρχίας ήταν καταλυτικές στην απόφασή και αφού διέλυσε το συγκρότημά κάνει τις πρώτες του διακοπές στην εξοχή του Κολοράντο μέσα στην άγρια φύση, εξασκώντας ένα από τα αγαπημένες ασχολίες του, το κυνήγι. Μετά από τρείς μήνες επιστρέφει και συζητάει με την Epic Records τα σχέδια του. Η εταιρεία πείθεται για την δυναμική του και Ted Nugentτελικά υπογράφει συμβόλαιο μαζί του. Τραβάει μαζί του τον Derek St. Holmes (κιθάρα, φωνητικά) από ένα τοπικό συγκρότημα του Μίσιγκαν τους Scott, το οποίο άνοιγε τις συναυλίες για τους Amboy Dukes, τον Rob Grange (μπάσο), ο οποίος ήταν παλιός του γνώριμος από το παλιό του σχήμα και τον Clifford Davies (ντραμς) από το συγκρότημα των IF.
Αυτό ήταν και το αρχικό βασικό μουσικό όχημα του, με το οποίο δημιούργησε στην δεκαετία το ’70 τους πολύπλατινένιους δίσκους “Ted Nugent” (1975), “Free-for-All” (1976) και “Cat Scratch Fever” (1977). Τα άλμπουμ αυτά περιείχαν κλασικούς χαρντ ροκ ύμνους και μεταδίδονταν και στο ραδιόφωνο εκείνης της εποχής όπως το "Hey Baby", το "Stranglehold", το "Dog Eat Dog" και το "Cat Scratch Fever". Ήταν εκείνη η Ted Nugentτριετία όπου ο Ted έγινε το ίνδαλμα και η έμπνευση για χιλιάδες επίδοξους νέους κιθαρίστες, οι οποίοι αγνοούσαν το γεγονός πως ο Ted έπαιζε για πολλά χρόνια πριν με τους Amboy Dukes.
Στο “Ted Nugent” (1975) ο Ted έδωσε τα γνησιότερα δείγματα γραφής του. Αυτό οδήγησε τον δίσκο στην θέση 30 του Billboard και το έκανε πολύ-πλατινένιο. Το πρώτο κομμάτι του δίσκου έθεσε την βάση για την μουσική πορεία του Ted, περιέχοντας φωνητικά από τον ίδιο και τον Derek St.Holmes, έχοντας διάρκεια κοντά στα 8 λεπτά και ένα εκπληκτικό σόλο κιθάρας που ηχογραφήθηκε με την μία. Με τον St.Holmes στα φωνητικά τα τραγούδια "Stormtroopin", "Hey Baby", "Just What the Doctor Ordered" και "Snakeskin Cowboys" γινόντουσαν κλασικά στο playlist Ted Nugentτων ζωντανών συναυλιών της μπάντας. Βέβαια και τα υπόλοιπα τραγούδια του δίσκου θα αποδείκνυαν όχι μόνο την μουσική αριστοτεχνία του συγκροτήματος και του ίδιου του Ted στο παίξιμο της κιθάρας αλλά και την επιδεξιότητα στην σύνθεση και εκτέλεση των τραγουδιών.
Στο επόμενο δίσκο “Free-for-All” (1976) υπήρξε μια σχετική αλλαγή σε σχέση με τα μέλη του συγκροτήματος. Ο τραγουδιστής και ρυθμικός κιθαρίστας Derek St.Holmes βρέθηκε σε σύγκρουση με τον Ted σε ότι αφορά στην μουσική κατεύθυνση που έπρεπε να είχε ο δίσκος. Αποχώρησε έχοντας προλάβει να τραγουδήσει σε τέσσερα τραγούδια του νέου δίσκου και τα πράματα ήρθε να σώσει ένας σχετικά άγνωστος τότε τραγουδιστής ο Meat Loaf που συμμετείχε στα υπόλοιπα τραγούδια. Ο Derek St.Holmes επιστρέφοντας-μετά την ηχογράφηση του δίσκου- έλαβε μέρος στην επερχόμενη συναυλία που έγινε στα πλαίσια της προώθησης του δίσκου. Ted Nugent
Το μουσικό αυτό σχήμα έκανε εκτεταμένες περιοδείες φτάνοντας στην κυκλοφορία του ζωντανού δίσκου του Double Live Gonzo!. O δίσκος είναι η απτή απόδειξη του πως ο Ted ξεσήκωνε τα πλήθη με την πληθωρική του παρουσία και τις φοβερές εκτελέσεις των τραγουδιών του. Πολλοί θα συμφωνήσουν πως το συγκεκριμένο ζωντανά ηχογραφημένο άλμπουμ θεωρείται από τα κορυφαία του χέβι μέταλ και χαρντ ροκ. Ανάμεσα στις εκτελέσεις των κλασικών τραγουδιών βρίσκονται και κάποια νέα όπως το "Yank Me, Crank Me" και "Gonzo".
Τότε αποχωρούν από το γκρουπ ο St. Holmes και ο Grange που αντικαθιστώνται από τους Charlie Huhn και Dave Kiswiney αντίστοιχα. Ο Davies αποχώρησε γύρω στο 1982 αφού κυκλοφόρησε μαζί με τον Ted τα “Weekend Warriors” (1978), “State of Shock” (1979), “Scream Dream” (1980) και το ζωντανό “Intensities in 10 Cities” (1981).
Την περίοδο 1982-1989 ο Ted κυκλοφόρησε δίσκους με υψηλή ποιότητα και υψηλές πωλήσεις. Στα τέλη Ted Nugent της δεκαετίας του ’80 ο Ted σχηματίζει το σούπερ γκρουπ Damn Yankees με τον Jack Blades (μπάσο/ φωνητικά, πρώην μέλος των Night Ranger), τον Tommy Shaw (κιθάρα/ φωνητικά, πρώην μέλος των Styx) και τον Michael Cartellone (ντραμς/φωνητικά).
Η πρώτη ομότιτλη κυκλοφορία του συγκροτήματος “Damn Yankees” (1990) σημείωσε πέντε εκατομμύρια δίσκους σε πωλήσεις χάρη στην μπαλάντα “High Enough”. Η δεύτερη κυκλοφορία “Don't Tread” (1992) δεν είχε την ανάλογη πορεία αν και περιείχε αξιόλογα τραγούδια από όπου διακρίθηκε το δυναμικό “Don’t Treat On Me”.
Ο Ted αποχωρεί από την μπάντα με σκοπό να αναζωογονήσει την προσωπική καριέρα που αργοπέθαινε στο τέλος του ‘80. Ηχογραφεί και κυκλοφορεί το “Spirit of the Wild” (1995) που αποτέλεσε και την επιστροφή του Derek St.Holmes στο στουντιακό σχήμα του Ted. Το πιο βασικό ήταν πως με αυτό τον δίσκο ο Ted ξαναγυρνάει στο χαρντ ροκ που τόσο καλά ήξερε να χειρίζεται και να παρουσιάζει, και βέβαια στον ήχο της κιθάρας Gibson Byrdland. Νομίζω πως οι οπαδοί του Ted θα χαμογελάσουν στο άκουσμα των "Thighraceous", "Wrong Side of Town", και του “Spirit of the Wild”. Η σύνθεση "Fred Bear" μάλιστα είναι αφιερωμένη σε έναν γνωστό κυνηγό/τοξοβόλο, ο οποίος φημολογείται πως δίδαξε και τον ίδιο τον Ted Nugent.
Με την ίδια φιλοσοφία και σκεπτικό ηχογραφεί ακόμα ένα δίσκο το “Craveman” (2002). Βρίσκουμε τον Ted να συνεχίζει στο στυλ που τον καθιέρωσε την δεκαετία του ’70. Δυνατές κιθάρες, δυνατά και θυμωμένα φωνητικά από τον ίδιο και ένα τραγούδι που συνυπογράφει ο Blades και ένα μαζί ο Blades και ο Shaw, δύο παλιοί γνώριμοι από την εποχή των Damn Yankees.
Φτάνοντας στον Σεπτέμβριο του 2004 έχουμε την τελευταία μέχρι τώρα κυκλοφορία του το Love Grenade (2004). Δυστυχώς ο δίσκος δεν συνοδεύτηκε από αξιοσημείωτες πωλήσεις, μόνο 3600 κόπιες την πρώτη εβδομάδα κυκλοφορίας του, καταλαμβάνοντας την θέση 136 του Top 200 του περιοδικού Billboard Magazine. Ο δίσκος περιέχει και μια επαναηχογράφηση του “Journey to the Center of the Mind”, μιας ψυχεδελικής επιτυχίας από το πρώτο συγκρότημά του τους Amboy Dukes.
Τα τελευταία νέα τον βρίσκουν να περιοδεύει με τους "Wild" Mick Brown, πρώην μέλος και συνιδρυτή των Dokken και τον Greg Smith, γνωστός για συνεργασίες με τους Alice Cooper, Dokken, Ritchie Blackmore's Rainbow, Blue Oyster Cult, Alan Parsons, Tommy James, και Wendy O Williams για να ονομάσουμε μερικούς.

Ξέρατε πως…;
… ο Ted είναι φανατικός οπαδός του υγιεινού τρόπου ζωής μακριά από τις ροκ καταχρήσεις του καπνίσματος, του αλκοόλ και των ουσιών. Και όλα αυτά χάρη στον πατέρα του που τον μάλωσε όταν ήταν ακόμα πιτσιρικάς επειδή επέστρεψε ένα βράδυ μυρίζοντας αλκοόλ;
… ο Ted έχει χάσει τελείως την ακοή του από το ένα του αυτί, λόγω της έντασης των ενισχυτών επί σκηνής και πλέον παίζει χρησιμοποιώντας ωτοασπίδες;
… ο Ted έχει άλλα δύο αδέλφια τον John Nugent και τον Jeffrey "Jeff" Nugent.
…πως ο Ted είναι ένθερμος οπαδός της οπλοκατοχής και οπλοφορίας δεχόμενος πολλές φορές βολές από ανθρωπιστικές οργανώσεις;
…πως ο Ted έχει διασκευάσει μια σύνθεση του George Harrison, το "I Want to Tell You" που βρίσκεται στον δίσκο του “State of Shock”;
… πως σύμφωνα με το Guitar World το ζωντανό άλμπουμ “Intensities in 10 Cities” του Ted Nugent συγκαταλέγεται στα 10 καλύτερα ζωντανά ηχογραφημένα άλμπουμ;
…πως o Ted εμφανίστηκε το 1986 σε έναν μικρό ρόλο στην επιτυχημένη σειρά “Miami Vice”, με τίτλο επεισοδίου "Definitely Miami", όπου υποδύεται έναν τύπο του υποκόσμου;
…έχει στο ενεργητικό του δύο γάμους και έχει αποκτήσει από αυτούς συνολικά πέντε παιδιά. Τρία από τον πρώτο και γάμο και δύο από τον δεύτερο;
…πως ο Ted έχει βρεθεί πολλές φορές στο στόχαστρο των φιλόζωων οργανώσεων λόγω της έντονης ενασχόλησης του με το κυνήγι;
…πως ο Ted έχει δηλώσει ο η ομοφυλοφιλία είναι ηθικά καταδικαστέα και είναι ένθερμος υποστηρικτής του κόμματος των Ρεπουμπλικάνων και της παρουσίας του Αμερικάνικου Στρατού ανά τον κόσμο;
…πως ο Ted είναι οπαδός της ομάδας Detroit Pistons, που έχει την έδρα της στο Auburn Hills του Michigan, ένα προάστιο στο Detroit και συμμετέχει στο πρωτάθλημα του NBA;
…πως ο Ted είναι γνωστός με διάφορα παρατσούκλια όπως "Terrible Ted", "The Nuge", "The Whackmaster" και "Motor City Madman".
Δισκογραφία:
Amboy Dukes:
* The Amboy Dukes (1967)
* Journey to the Center of the Mind (1968)
* Migration (1968)
* Marriage on the Rocks/Rock Bottom (1970)
* Survival of the Fittest Live (1971)
* Call of the Wild (1973)
* Tooth Fang & Claw (1974)
* Journey To The Darkside of The Mind (2000)

Ted Nugent:
* Ted Nugent (1975)
* Free For All (1976)
* Cat Scratch Fever (1977)
* Double Live Gonzo (1977)
* Weekend Warriors (1978)
* State of Shock (1979)
* Scream Dream (1980)
* Great Gonzos / The Best of Ted Nugent (1981)
* Intensities in Ten Cities (1981)
* Penetrator (1984)
* Little Miss Dangerous (1986)
* If You Can’t Lick ’Em … Lick ’Em (1988)
* Spirit of the Wild (1995)
* Craveman (2002)
* o Love Grenade (2007)

Damn Yankees:
* Damn Yankees (1990)
* Don't Tread (1992)


Σταύρος Καραΐσκος

Δευτέρα 11 Οκτωβρίου 2010

ΑΠΟΘΕΩΣΗ ΓΙΑ ΤΟΥΣ SHADOW GALLERY!!!

Όταν η προσδοκία κάνει την αναμονή , αέναη ευφορία, τότε οι SHADOW GALLERY μπορούν και κάνουν ένα live να φαντάζει πραγματική εμπειρία.
Μια απόφαση που χρειάστηκε πολλά χρόνια για να γίνει αληθινή αλλά άξιζε τον κόπο. Ένα όραμα και μια ελπίδα που μας ανέβασε στους ουρανούς στις 10/10/2010 πως μπορείς να ξεχάσεις αυτή την ημερομηνία.
Με support σχήματα τους SILENT RAGE & MAPLERUN όπου οι δεύτεροι ήταν μαζί με τους SHADOW GALLERY σε όλο την European Tour, ζέσταναν και φανάτισαν το Ελληνικό κοινό. Η ώρα έφτασε και οι θρύλοι, SHADOW GALLERY μετά από την απίστευτη εισαγωγή με QUEEN,τον χαμηλό φωτισμό και την γεμάτη αναμονή αίθουσα , μπήκαν σαν κεραυνοί μέσα και δεν άφησαν στην κυριολεξία ούτε ένα δευτερόλεπτο ευκαιρία ανάσας. Το "Stiletto in the sand" μας καρφώθηκε για τα καλά στην καρδιά, κάνοντας μας ακόμα πιο έντονο το συναίσθημα της μοναδικότητας αυτής της μέγιστης μπάντας. Το set list ακλούθησε ως εξής :
"Stiletto In The Sand" "War For Sale" "Mystery" "Deeper Than Life" "Pain" "Destination Unknown" "Questions At Hand" "Ghost of a chance" "Digital Ghost Intro" "Strong" "The Andromeda Strain" "Crystalline Dream" "Haunted" Encore: "Room V" "Gold Dust".
O χώρος όμορφος και ο κόσμος πολύς παρά τους φόβους κάποιων για την λιγοστή παρουσία κοινού. Ο ήχος αρκετά ικανοποιητικός και όλα τελικά ήταν πολύ παραπάνω του προβλεπόμενου κάνοντας σίγουρα όλους εμάς που βρεθήκαμε εκεί να λέμε ότι: "ναι!
Ήταν ένα από τα καλύτερα live που έχουμε δει και αισθανθεί ποτέ".
Η ενέργεια που διοχέτευσαν στο κοινό γύρισε μπούμερανκ με φωνές, ουρλιαχτά, τραγούδι ταυτόχρονα με την μπάντα, σε σημείο όπως μου ανέφερε ο BRENDT ALLMAN, πως υπήρχαν φορές που δεν άκουγε τι έπαιζε από τις φωνές του κοινού! Και με μεγάλη μου χαρά μόλις πριν λίγο διάβασα αναφορά του πως, "το Ελληνικό κοινό ήταν το πιο δυνατό και τρελό που έχει συναντήσει ποτέ. Παραληρούσαν σχεδόν 600 άτομα τραγουδώντας μαζί μας το "Crystalline Dream". Νομίζω πως πρέπει να μετακομίσουμε μόνιμα στην Ελλάδα."
Ο ενθουσιασμός ήταν διάχυτος πια και υπαρκτός. Ένα γεγονός που θα μας ακολουθεί για πολύ καιρό ακόμα. Το γεγονός που άργησε πολλά χρόνια αλλά εκμηδένισε την διαφορά μέσα σε ένα βράδυ. Την νύχτα αυτήν που έκανε τον MIKE BAKER να είναι μαζί μας και να τραγουδά μαζί μας. Σας ευχαριστούμε πολύ! "
"I will be with the others
When the day breaks
As the earth shakes
I will be with the numbers
When the earth breaks
Open for you"
ΕΛΕΝΗ ΛΙΒΕΡΑΚΟΥ για το www.rockway.gr

Σάββατο 9 Οκτωβρίου 2010

THE POODLES: “No Quarter”

Αναδημοσίευση από το www.rockway.gr
Μία φορά κι έναν καιρό, το 2006 συγκεκριμένα, ο Jakob Samuel (ως ντράμερ στους Talisman και The Ring) ρωτήθηκε εάν θα τραγουδούσε το "Night of Passion" (στίχοι της Sonja Aldén και μουσική από τους Matti Alfonzetti, Johan Lyander and Robert Olausson).
Στον Samuel άρεσε το τραγούδι και ζήτησε από τον Christian Lundqvist να τον συνοδεύσει στα τύμπανα σ’αυτήν την προσπάθεια. Αργότερα, ο μπασίστας Pontus Egberg (Lion Share) και ο κιθαρίστας Pontus Norgren (Talisman, Humanimal) ένωσαν τις δυνάμεις τους γιαυτό το τραγούδι και δημιούργησαν μία μπάντα με το όνομα
The Poodles.
Οι The Poodles ήταν ένας από τους 10 φιναλίστ στο Melodifestivalen 2006, έναν δημοφιλή ετήσιο μουσικό διαγωνισμό στην Σουηδία που οδηγεί το νικητή στο διαγωνισμό της Eurovision, και συνοδεύτηκαν στο διαγωνισμό από έναν παλιό φίλο του Samuel, τον Mats Levén στα δεύτερα φωνητικά.
Οι The Poodles κατέλαβαν την 4η θέση στο Melodifestivalen 2006, και έπειτα κυκλοφόρησαν το “παρθενικό’’ τους άλμπουμ με τον τίτλο Metal Will Stand Tall στην Σουηδική αγορά το Μάιο του 2006.
Στην συνέχεια το παραμύθι που έγινε ιστορία,περιλάμβανε περιοδείες σε 30 ευρωπαϊκές χώρες,την Ιαπωνία και την Ρωσσία ,δύο ακόμη επιτυχημένους σε πωλήσεις δίσκους (και καταπληκτική μουσική βεβαίως, βεβαίως), 9 πλατινένια singles,το επίσημο τραγούδι της Σουηδίας στους Ολυμπιακούς του Πεκίνο το 2008,ακόμη μία συμμετοχή στο Melodifestivalen το 2008 με το τραγούδι Line Of Fire για το οποίο συνεργάστηκαν με τον E-Type (Bo Martin Erik "E-Type" Eriksson) γνωστό Σουηδό καλλιτέχνη με πολυπλατινένιες δουλειές στο χώρο της Eurodance μουσικής.
Εικόνες και ήχοι από την περιοδεία για την στήριξη και προώθηση του τρίτου τους άλμπουμ ‘’Clash Of The Elements’’, περιλαμβάνει τούτη εδώ η ζωντανή κυκλοφορία “No Quarter” (το cd)- "In the Flesh’’(το dvd), που σηματοδοτεί και την έναρξη συνεργασίας με τη μεγαλύτερη και καλύτερη αυτήν την στιγμή εταιρεία του μελωδικού χώρου, τη Frontiers Records.
Η επιλογή των τραγουδιών είναι ισομερής (από 3 τα Metal Will Stand Tall και Sweet Trade), με την τελευταία χρονικά δουλειά τους το "Clash Of The Elements" να παρουσιάζει ένα τραγούδι παραπάνω (4).
Πρόκειται για εμφάνιση best of με όλα τα τραγούδια πρώτης γραμμής να είναι εδώ και οι οπαδοί να παραληρούν: από τις μοναδικές στιγμές των Night Of Passion, Metal Will Stand Tall και Echoes From The Past μέχρι τα Seven Seas, Caroline, Thunderball, ενώ την τιμητική τους έχουν τα Like No Tomorrow, One Out Of Ten, Caroline, Too Much Of Everything και I Rule The Night καθώς η κυκλοφορία ήταν πρόσφατη χωρίς αυτό να εμποδίζει τους οπαδούς να γνωρίζουν τους στίχους και να τραγουδούν (το οπτικό ντοκουμέντο είναι αψευδής μάρτυρας). Το ακυκλοφόρητο Lullaby For Jimmy είναι μία ευκαιρία για τον Henrik Bergqvist τον αντικαταστάτη του Pontus Norgre στην κιθάρα, που αποχώρησε τον Απρίλη του 2008 για να παίξει, σύμφωνα με δήλωση του, "σκληρότερο υλικό’’ με τους HammerFall, να εκδηλώσει με λυρισμό το ταλέντο του.

Υπάρχει επίσης το Line Of Fire το τραγούδι της συμμετοχής στο Melodifestivalen το 2008 (και κατά τη γνώμη μου υπερβολικά ποπ-ροκ σύνθεση που θυμίζει OASIS) και ένα μάλλον ψιλοαδιάφορο drum σόλο.
Κυκλοφορία που είναι ολοκληρωμένη στην deluxe κυκλοφορία cd+dvd,αν και λείπει η κομματάρα "Kingdom Of Heaven" που συντέθηκε από τον Jakob Samuel και τον αδικοχαμένο πρώην συνεργάτη του τον Marcel Jacob.
Θα περιμένω με ανυπομονησία την επόμενη κυκλοφορία τους, που υπολογίζεται την άνοιξη του 2011…. και νόμιζα πως μόνο εμείς οι Έλληνες τρελλαινόμαστε για την Eurovision….
Νότης Γκιλλανίδης

Atsushi Yokozeki Project: "Raid" (1993)

Αναδημοσίευση από το http://www.rockway.gr/
Μόλις πριν από λίγες ημέρες έπεσε στα χέρια μου μια κυκλοφορία της οποίας δεν πίστευα ποτέ ότι θα γινόμουν κάτοχος. Μιλάω φυσικά για το αξιομνημόνευτο project του εκπληκτικού κιθαρίστα από την Ιαπωνία, Atshushi Yokozeki (ex Lance Of Thrill, The Bronx) με τίτλο “Raid”.
Όσοι κατά το παρελθόν έτυχε να έρθουν σε επαφή με το εν λόγω άλμπουμ (κυρίως μέσω της “πολύτιμης βοήθειας” που προσφέρει το Διαδίκτυο), καταλαβαίνουν το μέγεθος αυτής της μουσικά τεράστιας κυκλοφορίας. Ένα άψογο δείγμα κιθαριστικού βιρτουοζιτέ hard rock, συνοδευόμενο κατά βάση από πανέμορφες keyboard μελωδίες και δυναμικές AOR φωνητικές γραμμές. Ας τα πάρουμε όμως ένα ένα και να εξηγήσουμε περί τίνος κομψοτεχνήματος πρόκειται.
Πίσω στο 1993 και προφανώς σε μια πολύ άσχημη μουσικά εποχή για το Hard Rock και το Heavy Metal, ο Atsushi “Jet Finger” Yokozeki κάνει ένα ταξιδάκι μέχρι το Los Angeles της Αμερικής με σκοπό την δημιουργία ενός all star project με συμμετοχές καλλιτεχνών που είχαν αξιόλογη πορεία στα ‘80s κυρίως, μέχρι τότε.
Αρκετές οι συμμετοχές λοιπόν και δεσπόζουν ονόματα όπως αυτά των Ken Mary (Alice Cooper, House Of Lords, Impelliteri), Frankie Banali (Quiet Riot, WASP), Carmine Appice (Vanilla Fudge, King Kobra, Blue Murder etc), Bobby Blotzer (RATT) και James Kottak (Kingdome Come, Scorpions) στα τύμπανα, Chuck Wright (Quiet Riot, House Of Lords), Greg Chaisson (Badlands, Blindside Blues Band), Rudy Sarzo (Quiet Riot, Ozzy, Whitesnake), Tim Bogert (Vanilla Fudge, Cactus) και Jeff Pilson (Dokken, Foreigner) στο μπάσο καθώς και guest guitar solos από τους Brad Gillis (Night Ranger), Jake E. Lee (Ozzy, Badlands) και Craig Goldy (Giuffria, Rough Cutt, Dio) σε τρία κομμάτια αντίστοιχα και φυσικά όλες οι κιθάρες από τον ίδιο τον Atshushi.
Το άλμπουμ περιλαμβάνει δέκα κομμάτια, πέντε εκ των οποίων είναι instrumental. Τα υπόλοιπα πέντε που θεωρούνται και τα “δυνατά χαρτιά” του δίσκου, ντύνουν με τις ερμηνείες τους οι David Glenn Eisley (Giuffria), Kelly Hansen (Hurricane, Unruly Child, Foreigner), ξανά ο Jeff Pilson (ταλεντάρα και φωνάρα ο τύπος), ο αδικοχαμένος Ray Gillen (Badlands, Black Sabbath) και τέλος, η πρώην τραγουδίστρια των θρυλικών Runaways, Cherie Currie.
Το γεγονός αυτό σε καμία περίπτωση δεν μειώνει την αξία των instrumental κομματιών, αντιθέτως προσδίδουν μια έξτρα δυναμική στο όλο σύνολο αφού το tracklisting είναι άρτια δομημένο σε σημείο να μη μπορούμε να μιλάμε για απολύτως καμία αδύναμη στιγμή.

Καλύτερες στιγμές μέσα από αυτό το άλμπουμ, κατά την ταπεινή μας άποψη θεωρούμε εδώ στο Rockway, τα “Straight To Your Heart”, “A Little Bit More”, “Heartbreak” και το εισαγωγικό “Tears Of The Sphinx”, “Silence, Storm And Silence”, “Raid” από τα ορχηστρικά κομμάτια.
Η κορυφαία στιγμή κατά γενική ομολογία των οπαδών όμως του άλμπουμ και αναμφισβήτητα αυτή που τραβάει σε μεγάλο βαθμό την προσοχή όλων είναι το “More Than Enough”, μια από τις ομορφότερες AOR συνθέσεις ever, με το επιβλητικό keyboard riff intro στην εισαγωγή, το μπάσιμο της κιθάρας του Atshushi στην συνέχεια και για κερασάκι στην τούρτα, τα άκρως αξιόλογα μελωδικά φωνητικά ενός από τους μεγαλύτερους ερμηνευτές που ανέδειξε ποτέ ο χώρος, αυτά του τρομερού Kelly Hansen με το σπαραξικάρδιο refrain να μιλάει κατευθείαν στην καρδιά κάθε οπαδού του μελωδικού hard rock/AOR και όχι μόνο.
Όπως προαναφέραμε, το άλμπουμ κυκλοφόρησε αρχικά το 1993 από την Ιαπωνική Nippon Phonogram, θυγατρική εταιρεία της Columbia Records η οποία λειτουργούσε αυτόνομη μοναχά εντός Ιαπωνίας και μέχρι πρότινος το δισκάκι θεωρείτο out of print και μπορούσε κάποιος να το αποκτήσει μέσω ebay σε πολύ υψηλή έως απλησίαστη τιμή όπως συμβαίνει συνήθως σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Η αξία του φυσικά αναγνωρίστηκε με τον καιρό και οι οπαδοί το μνημονεύουν μέχρι σήμερα.

Για αυτό τον λόγο η Αγγλική Krescendo Records αποφάσισε την επανακυκλοφορία αυτού του αριστουργήματος και μάλιστα digitally remastered για καλύτερη απόδοση ήχου, δίνοντας έτσι την ευκαιρία σε αρκετό κόσμο να το έχει επιτέλους στην συλλογή του με χαμηλό κόστος αυτή την φορά.
Μοναδική ένσταση, το φτωχό booklet αλλά μπροστά σε τέτοιο εγχείρημα, θα ήταν άδικο να γκρινιάζουμε για κάτι περισσότερο.

Να τονίσουμε εδώ ότι η Krescendo, αν και σχετικά “νέα” στον χώρο των επανεκδόσεων έχει μπει δυναμικά στο παιχνίδι, με σπάνιες κυκλοφορίες όπως αυτές των Signal, Τhe Storm, Roxanne, FM, Y&T κα. Πραγματικά αξιόλογη κίνηση. Τσιμπήστε το, όπου το βρείτε. Διαμάντι από τα λίγα, λέμε!
Άρης Αβραμίδης

Τρίτη 5 Οκτωβρίου 2010

Journey: "Captured" (1981)

Αναδημοσίευση από το www.rockway.gr
Το 1981 θεωρείτο για την θαυματουργή πεντάδα από το San Francisco μια από τις πιο επιτυχημένες χρονιές της κι αυτό όχι άδικα.
Μερικούς μήνες πιο πριν και συγκεκριμένα τον Μάρτιο του 1980 κυκλοφόρησε το “Departure” και ήταν θα λέγαμε η λογική συνέχεια και το απόγειο της χρυσής περιόδου των Journey, όταν και με την έλευση στην ουσία του ταλαντούχου και νεαρού τότε τραγουδιστή Steve Perry ξεκίνησαν από το 1978 να καθιερώνονται ως ένα από τα μεγαλύτερα συγκροτήματα που γέννησε ποτέ η Χώρα των Ευκαιριών.

Με μια σειρά εκπληκτικών άλμπουμ μέχρι και το 1986, έζησαν το απόλυτο Αμερικάνικο Όνειρο, κάνοντας τρελές πωλήσεις για τα δεδομένα της εποχής μεταμορφώνοντας τους στην κυριολεξία από μια απλή club band της California, σε μια τεραστίων διαστάσεων arena rock μπάντα.
Κατά τη διάρκεια λοιπόν της “Departure” Tour οι Journey περιόδευσαν ανά την υφήλιο ξεκινώντας από την γενέτειρά τους όπως ήταν φυσικό, το San Francisco στις 26 Μαρτίου του 1980 καταλήγοντας στο μακρινό Τόκυο της Ιαπωνίας στις 13 Οκτωβρίου της ίδιας χρονιάς.
Εδώ το “Captured” υποδηλώνει αυτό ακριβώς που εννοεί ο τίτλος, “αποτυπώνει” δηλαδή όλη αυτή την μοναδική εμπειρία των ζωντανών εμφανίσεων της μπάντας εκείνη την περίοδο.

Ο δίσκος περιλαμβάνει ηχητικά ντοκουμέντα από τρία διαφορετικά venues και συγκεκριμένα 4 κομμάτια από το The Forum του Μόντρεαλ του Καναδά στις 8 Αυγούστου, 2 ενδιάμεσα κομμάτια από τα shows στην Ιαπωνία στο τέλος της περιοδείας τους και 10 κομμάτια από το ιστορικό Cobo Hall του Ντιτρόιτ της Αμερικής, μητρόπολη και αφετηρία μιας άλλης θρυλικής μέγα-μπάντας, αυτής των KISS, στις 4 και 5 Αυγούστου του 1980.
Το άλμπουμ ανοίγει με το intro “Majestic” και τον χαιρετισμό του Steve Perry στο κοινό του Κεμπέκ και αμέσως μετά μπαίνει το “Where Were You” από το πρόσφατο όπως είπαμε Departure.
Συνοπτικά το άλμπουμ περιέχει όλες τις επιτυχίες του συγκροτήματος για την εποχή εκείνη επικεντρώνοντας μόνο στα τρία τελευταία άλμπουμ με τον Perry στα φωνητικά μιας και τα τρία που προηγήθηκαν ουδέποτε έτυχαν άμεσης αναγνώρισης από τους οπαδούς της μπάντας. Ενδεικτικά αναφέρουμε τα εύθυμα “Just The Same Way” και “Feeling That Way” με τον Perry και τον Rolie να εναλλάσσονται στα φωνητικά όπως και στο καταπληκτικό “Anytime”, το μελαγχολικό “Lights”, τα πιο slow “Too Late” και “Lovin’ Touchin’ Squeezin” καθώς και την διαμαντάρα που ακούει στο όνομα “Wheel In The Sky”.
Η μπάντα σε απίστευτα κέφια να ξεσηκώνει το κοινό σε κάθε της νότα, σε κάθε μελωδικό κιθαριστικό riff και solo του Neal Schon, σε κάθε κημπορντιστικό crescendo του μαγευτικού Gregg Rolie, σε κάθε κορώνα του “αιθέριου” Steve Perry ο οποίος δημιουργεί μια μοναδική επικοινωνία με τον κόσμο και αποδεικνύει το πόσο τεράστιος frontman είναι σε κάθε του ερμηνεία.
Για τα τότε δεδομένα, ο ήχος είναι απλά κ-ρ-υ-σ-τ-ά-λ-λ-ι-ν-ο-ς και η παραγωγή γενικότερα αφού ανήκει στον μετρ των παραγωγών Kevin Elson (Lynyrd Skynyrd, Night Ranger, Mr. Big, Strangeways και φυσικά του “τιρινίνι” ή αλλιώς του θεϊκού The Final Countdown των επίσης θεών Europe) και να σταθούμε στο γεγονός ότι ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν δύο κομμάτια και ο λόγος γίνεται για τo “Dixie Highway” ένα εύθυμο up-tempo rock n roll κομμάτι το οποίο προορίζονταν για το επόμενο καταιγιστικό άλμπουμ που θα ακολουθούσε (Escape) αλλά δεν τα κατάφερε ποτέ και το “The Party’s Over (Hopelessly In Love)” ένα νέο studio κομμάτι που κλείνει ιδανικά το δίσκο, τα πλήκτρα του οποίου ηχογραφήθηκαν από τον session πιανίστα/πληκτρά Tim Gorman αφού ως γνωστόν, μετά το τέλος της περιοδείας, ο μεγάλος Gregg Rolie αποχώρησε από το συγκρότημα λόγω μουσικών διαφωνιών με τους υπόλοιπους και την περίοδο εκείνη η μπάντα βρίσκονταν προς αναζήτηση νέου μέλους ώσπου τελικά βρήκαν αντικαταστάτη στο πρόσωπο του Jonathan Cain και με το line-up αυτό έμελλε να βάλλουν τα θεμέλια ώστε να γιγαντωθούν τα επόμενα χρόνια ακόμα περισσότερο κυκλοφορώντας τα μεγαθήρια “Escape” (1981) και “Frontiers” (1983) και ένας σημαντικός λόγος που συντέλεσε στην μεταγενέστερη επιτυχία της μπάντας και τους μεταμόρφωσε σε αστέρες του μελωδικού ήχου, ήταν τα εκρηκτικά τους live και η αστείρευτη ενέργεια επί σκηνής και το εκπληκτικό τούτο εδώ live διαμάντι δικαιώνει αυτή την φήμη στο ακέραιο. Απαραίτητο σαφώς σε κάθε δισκοθήκη!
TRACK LISTING:
1.Majestic,
2.Where Were You,
3.Just The Same Way,
4.Line Of Fire,
5.Lights,
6.Stay Awhile,
7.Too Late,
8.Dixie Highway,
9.Feelin’ That Way,
10.Anytime,
11.Do You Recall
12.Walks Like A Lady,
13.La Do Da,
14.Lovin', Touchin', Squeezin',
15.Wheel In The Sky,
16.Any Way You Want It,
17.The Party's Over (Hopelessly In Love) (studio track)
ΜΕΛΗ:
Steve Perry (lead φωνητικά),
Neal Schon (κιθάρες),
Ross Valory (μπάσο),
Gregg Rolie (πλήκτρα, φωνή),
Steve Smith (τύμπανα)
Άρης Αβραμίδης

Nέο τεύχος για το Rockway magazine!

Κυκλοφορεί το νέο (No 6) τεύχος του ROCKWAY MAGAZINE με σημαντικές συνεντεύξεις παρουσιάσεις, κριτικές, νέες κυκλοφορίες, αφιερώματα, ελληνικά συγκροτήματα και πολλά άλλα ενδιαφέροντα θέματα από τον χώρου του melodic rock, hard rock και heavy metal.
Το Rockway Magazine διατίθεται εντελώς δωρεάν (free press) σε κεντρικά δισκοπωλεία της Αθήνας ενώ μπορεί να σας σταλεί και στο σπίτι (ειδικά για τους αναγνώστες της περιφέρειας αλλά και της Αττικής) χωρίς καμία οικονομική επιβάρυνση αρκεί στο info@rockway.gr ή στο hardrockway@gmail.com να μας στείλετε ολοκληρωμένα τα στοιχεία της διεύθυνσή σας.

Δευτέρα 4 Οκτωβρίου 2010

Party Rockway.gr:Επεράσαμε όμορφα, όμορφα...


Το party της 1ης Οκτωβρίου στο φιλόξενο χώρου του Bat City θα μείνει για αρκετούς μήνες χαραγμένο στη μνήμη μας.

Ήταν πραγματικά μία υπέροχη βραδιά την οποία χάρηκαν οι φίλοι του Rockway.gr. και τους ευχαριστούμε από καρδιάς που μας τίμησαν με την παρουσία τους και μας έδωσαν δύναμη για να συνεχίσουμε ακόμη πιο παθιασμένα με αυτό που αγαπάμε. Mπορεί η εφαρμογή του αντικαπνιστικού νόμου να ταλαιπώρησε αρκετούς φίλους μας από το μέσα - έξω για να απολαύσουν το τσιγαράκι τους όμως η δίψα του κόσμου να χαρεί μαζί μας την μουσική που λατρεύουμε κατόρθωσε να τους κρατήσει όλους μέσα….και να επικρατήσει στη συνέχεια ο σχετικός χαμός.

Η Jack Daniel’s είχε φροντίσει από νωρίς να ζεστάνει το κλίμα και το party ξεκίνησε με τους τρομερούς Danger Angel που όσοι ακόμη δεν τους έχετε δει live νομίζω ότι στερείτε από τους εαυτού σας μία αληθινή δόση ντόπιου ποιοτικού hard rock. Το show λοιπόν των Danger Angel διήρκησε περίπου μία ώρα ήταν απίθανο, μοναδικό, δυνατό και όλος ο κόσμος το καταχάρηκε και τραγούδησε τόσο τα δικά τους θαυμάσια κομμάτια από το πρώτο τους δίσκο όσο και τις τρομερές διασκευές που έπαιξαν (Ozzy, Talisman, Gotthard, Tyketto κ.α) και εμπλούτισαν το πρόγραμμα τους για χάριν των αναγνωστών του Rockway.gr Έπειτα την σκυτάλη πήραν οι dj’s του Rockway.gr που συνέχισαν στο υπόλοιπο της βραδιάς με melodic, hard και metal μελωδίες ενώ άλλη μεγάλη έκπληξη του party ήταν η παρουσία μελών από τους Spiritual Beggars που ήρθαν κατευθείαν από το “Κύτταρο” (ύστερα από το τρομερό live show που είχαν δώσει νωρίτερα)και ενθουσίασαν αρκετούς από τους παραβρισκόμενους οι οποίοι εκμεταλλεύτηκαν το γεγονός κι μοιράστηκαν μαζί τους φωτογραφίες και απόψεις. Οφείλω επίσης να πω ένα μεγάλο ευχαριστώ ξανά σε όλα τα παιδιά που γράφουν και στηρίζουν ανιδιοτελώς τη προσπάθεια του Rockway.gr , τους αναγνώστες που το “έκαψαν” μαζί μας και να ευχαριστήσουμε επίσης τους φίλους μας από τους Outloud, Wolfcry, Firewind, 4Bitten, Spitfire, False Metal και πολλών άλλων συγκροτημάτων που μας τίμησαν με την παρουσία τους και απόλαυσαν παρέα μας το party του Rockway.gr . Οπότε τα λόγια είναι περιττά για να συνεχίσουμε να σας σχολιάζουμε πως περάσαμε γιατί αυτά δεν γράφονται αλλά απλά τα ζεις!!!
Φώτης “mr rockway” Μελέτης
ΥΓ: Το θετικό για εμάς ήταν ότι το party συνέπεσε με την κυκλοφορία του 6ο τεύχους του Rockway magazine(free press) και αρκετοί το προμηθεύτηκαν άμεσα από το Bat City. Η κούραση και το κόστος ήταν για άλλη μια φορά μεγάλο και αξίζουν πολλά μπράβο σε όλους τους συντελεστές αυτής της προσπάθειας.


Κυριακή 3 Οκτωβρίου 2010

TANK: “War Machine”

…Και εκεί που δεν το περιμένεις, έρχεται από το πουθενά ένα album και σε κάνει να ξεχάσεις τη τελευταία νέα κυκλοφορία που άκουσες! Οκτώ χρόνια μετά το τελευταίο τους studio album (“Still At War”) το τεθωρακισμένο είναι ετοιμοπόλεμο και “εξε- λιγμένο”.
O βρώμικος ala Motörhead ήχος που χαρακτήριζε τη μπάντα στο ξεκίνημα της, πίσω στις αρχές του 80 και στα πλαίσια του New Wave Of British Heavy Metal, έχει δώσει τη θέση του σε παραδοσιακό μεν, ανέλπιστα εντυπωσιακό δε, Heavy Metal.

H προσθήκη του τραγουδιστή Doogie White (πρώην Rainbow/Yngwie Malmsteen), αναδεικνύει με τον καλύτερο τρόπο το υλικό και προσθέτει και λίγη από την αύρα των προηγούμενων συγκροτημάτων στα οποία συμμετείχε.
Οι “νέοι” Tank έχουν στοιχεία που συναντάμε στους Saxon, το συνθετικό ύφος του Dio, ακόμα και Black Sabbath εποχής “Seventh Star” και “Eternal Idol”, διατηρώντας και το ύφος των μετα – NWOBHM μπαντών της Γηραιάς Αλβιώνας. Φοβερά ρυθμικά μέρη, κιθαριστικές μελωδίες και riffs από τις ένδοξες ημέρες του Αγγλικού heavy metal και πολύ καλές φωνητικές γραμμές. Όλα αυτά με σύγχρονη παραγωγή που τιμά το παρελθόν του ήχου, προσδίδοντας όγκο και δίνοντας στον κάθε μουσικό τον απαιτούμενο χώρο για να αναδείξει τα μέρη του.
Κομματάρες όπως τα “Judgement Day”, “Phoenix Rising” και “My Insanity”, γράφονται μόνο από μεγάλες μπάντες και οι Tank αποδεικνύουν ότι αυτή τη στιγμή είναι μια από τις καλύτερες ενεργές μπάντες του “νησιού”.
Αυτή τη στιγμή, εκεί έξω υπάρχουν πολλά νέα album που αναζητούν την προσοχή σας. Δυστυχώς κάποια από αυτά, όσο και αν το αξίζουν, δεν έχουν την ευκαιρία τους. Το “War Machine” απαιτεί την ευκαιρία του αφού ήδη ανήκει στα καλύτερα heavy metal albums της χρονιάς.
Ανδρέας Ανδρέου

Η Νuclear Blast προτείνει...

To γνωστό δισκοπωλείο της Nuclear Blast στην Αθήνα (Τζωρτζ 20-22, Πλατεία Κάννιγγος) προτείνει αγαπημένα της άλμπουμ για αυτόν μήνα.
Έχουμε και λέμε λοιπόν...
1.DIMMU BORGIR-ABRAHADABRA(DELUXE EDITION)
2.THERION-SITRA AHRA(DIGI)
3.AMORPHIS-MAGIC AND MAYHEM(DIGI)
4.DEATH ANGEL-RELENTLESS RETRIBUTION(CD/DVD DIGI)
5.SONICSYNDICATE-WE RULE THE NIGHT(DIGIBOOK)
6.KATAKLYSM-HEAVENS VENOM(DIGI)
7.SAHG-III(DIGI)
8.SPIRITUAL BEGGARS-RETURN TO ZERO(DIGI)
9.IRON MAIDEN-THE FINAL FRONTIER(MISSION EDITION)
10.ACCEPT-BLOOD OF THE NATION(DIGI)

Παρασκευή 1 Οκτωβρίου 2010

ANOTHER PERFECT DAY: “THE GOTHENBURG POST SCRIPTUM”

Another perfect day λοιπόν, όπως λέμε “ άλλη μια υπέροχη μέρα” ! Και λες, μα είναι δυνατόν ? κάποιος με περιπαίζει ? Και όμως!
Όσο το “ άλλη μια” φαντάζει ελπιδοφόρο και το “υπέροχη” ιδεατό , τόσο αυτό το άλμπουμ μπορεί να σου τινάξει τα μυαλά στον αέρα με την πρώτη κιόλας φορά! Και αυτό δεν είναι ειρωνεία, είναι η πραγματικότητα του πολυτάλαντου Γερμανού μουσικο-παραγωγού KRISTIAN “KOHLE” KOHLMANNSLEHNER .
Ο “KOHLE” λοιπόν πιο απλά, αποφάσισε να επιστρέψει , μετά από 13 ολόκληρα χρόνια και αφού γυρνούσε σαν δορυφόρος από τα μουσικά δρώμενα κατέληξε δυνατότερος από ότι είχε σχεδιάσει με το πραγματικά εκπληκτικό “The Gothenburg Post Scriptum”.
Οι ANOTHER PERFECT DAY είναι ένα solo studio project. Το 49’και 35’’ βαρύ άλμπουμ είναι από αυτά που μόλις τελειώσουν απλά το ξαναβάζεις! 9 κομμάτια φτιαγμένα από την πιο σκληρή και μεταλλική ύλη! Είναι ένα δημιούργημα από : melodic Gothenburg death metal & melancholic British doom death metal & progressive rock parts κατά τον χαρακτηρισμό του Κohle. Ότι αφορα το στιχουργικό μέρος και όπως και ο ίδιος δηλώνει, οι ακροατές ας μην περιμένουν νορμάλ τραγούδια. Η κύρια ιδέα είναι να χρησιμοποιηθούν τα φωνητικά σαν τρόπος έκφρασης, βρίσκοντας τις κατάλληλες λέξεις, κραυγές ακόμα και θορύβους ώστε να ταιριάζουν με την μουσική.
Όσο για την θεματολογία, φαίνεται πως κυριαρχεί το δράμα και η μελαγχολία, η απελπισία και η αγάπη που μετατρέπεται σε μίσος και βία. Εδώ λοιπόν κάπου έρχεται η ειρωνεία, όταν επεξηγεί και διευκρινίζει πως όλο το άλμπουμ δεν έχει να κάνει με την προσωπική του ζωή στην καθημερινότητα της, απλά προσπαθεί να εμπλουτίσει την κάποια βαρετή πλευρά της ζωής του!
Σε όλο τα άλμπουμ μπορείς να ακούσεις, βαριά riffs, σκληρά φωνητικά, μελωδικές κιθάρες, ψίθυρους και φωνές, mid tempo σε συνδυασμό με γρήγορες ταχύτητες, εξαίσια πλήκτρα που θα τα ακούσεις και σε σήματα Mors, “μηχανικές” αφηγήσεις, και doom κάπου στην μέση (απίθανο το “In The End..The End” ), όπως και το bonus track “Composition In Black” είναι το πιο μελωδικό σημείο του άλμπουμ, instrumental και με ambient ατμόσφαιρες, και το πιο παλιό χρονολογικά αφού μετράει… χρόνια καθότι είναι γραμμένο από τα ’90 !
Ο KRISTIAN “KOHLE” KOHLMANNSLEHNER το “κεφάλι” του project, στα vocals, guitar, bass, keyboards, songwriting. Τον SASCHA SCHILLER – drums. Τον μεγάλο DAN SWANO που τον ακούμε στο “The Ghost She Slept Beside me”. Τον KARSTEN “JAGGER” JAGER που εμφανίζεται στο part1 του “In The End.. The End”, και τον υπέροχο ARNO MENSES (ex-SIEGES EVEN – SUBSIGNAL) στο πολύ μελωδικό και ήσυχο “The Great Morning”. Σε προσωπική συνομιλία με τον Kristian, του δήλωσα τον ενθουσιασμό μου για το άλμπουμ, και του είπα ότι είναι ένας από τους “δυναμίτες” του 2010! Και εκμαίευσα και λεπτομέρειες για την ονομασία του project, της οποίας το όνομα, μου έφερνε λιγάκι ειρωνικό και μου έδωσε την εξήγηση του!
“ Η αρχική και γνήσια έμπνευση του ονόματος της μπάντας, “ ANOTHER PERFECT DAY”, προήλθε από το άλμπουμ MOTORHEAD του 1983. Πάντα αγαπούσα την ειρωνεία του να κάνω μουσική που να έχει να κάνει με το δράμα και την μελαγχολία σε συνδυασμό με τον τίτλο, αυτό ήταν απλά τέλειο για μας.” Καλέ μου φίλε Kohle, και εγώ μαζί σου , σε αυτόν τον θεότρελο πλανήτη σύνθεσε και παίξε όσο πιο παράδοξα μπορείς!
Και το “THE GOTHENBURG POST SCRIPTUM” είναι ένα γνήσιο metal ποικιλόμορφο άλμπουμ!
Vielen Dank Kohle!
www.myspace.com/apdmetal
ΕΛΕΝΗ ΛΙΒΕΡΑΚΟΥ (για το
http://www.rockway.gr/ )

Δευτέρα 27 Σεπτεμβρίου 2010

Οι Η.Ε.Α.Τ ανοίγουν την καρδιά τους στο Rockway.gr

Ο keyboard player των HEAT, Jona Tee, μιλάει αποκλειστικά στο Rockway.gr για την πορεία της μπάντας του, τη Eurovision και το ενδεχόμενο να επισκεφτούν σύντομα τη χώρα μας!
Είστε μια νεοσύστατη μπάντα. Ξεκινήσατε τη καριέρα σας μόλις πριν τρία χρόνια. Μολαταύτα επαναφέρετε ήχους και αισθητική από τα 80’s. Είχατε ποτέ φόβους και ανασφάλειες αναφορικά με το αν θα επιτύχετε ή όχι υπηρετώντας το melodic rock;
Στην πραγματικότητα, ο Dave κι εγώ αρχίσαμε να συνθέτουμε τέτοιου είδους ρυθμούς πριν έξι – εφτά χρόνια όταν ήμαστε 18 χρονών. Ποτέ δε πιεστήκαμε να γράψουμε αυτή τη μουσική. Ήταν κάτι που έβγαινε πολύ φυσικά από μέσα μας καθώς αυτό είναι το είδος μουσικής που μας αρέσει να ακούμε. Έτσι για να απαντήσω και στην ερώτησή σου, δεν είχαμε ποτέ φόβους ή αμφιβολίες. Νιώθουμε απλά ευτυχισμένοι και ευλογημένοι, που υπάρχουν πολλοί άνθρωποι στους οποίους αρέσει η μουσική μας.
Το ότι καταφέρατε λοιπόν να κερδίσετε πολλούς fans και να αναγνωριστείτε σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα, σας έκανε ποτέ να παρασυρθείτε και να νιώσετε κάποιου είδους έπαρση;
Είμαστε αυτοί που είμαστε! Απόλυτα προσγειωμένοι τύποι που κάνουμε αλλόκοτα πράγματα! (γέλια)
Πριν λίγο καιρό είχατε μια σημαντική αλλαγή στο line up σας. Ο τραγουδιστής σας “Kenny Lackermo” αποχώρησε απ’ τη μπάντα και τη HEATθέση του πήρε ο “Erik Gronwall”. Είναι γνωστό ότι ο Erik ήταν ο νικητής του reality show “Swedish Idol”. Ποια είναι η γνώμη σας γι αυτού του είδους shows; Πολλοί τραγουδιστές που βγαίνουν από αυτά διάγουν μια πολύ σύντομη καριέρα και ξεθω- ριάζουν γρήγορα. Συμφωνείτε με αυτή την άποψη;

Όχι, η αλήθεια είναι πως δε το βλέπουμε έτσι καθώς, αν δεν ήταν το “Swedish Idol” ίσως να μην είχαμε ποτέ την ευκαιρία να δούμε τον Erik. Είμαστε πολύ χαρούμενοι που έχουμε έναν απ’ τους καλύτερους rock τραγουδιστές της Σουηδίας αλλά και του κόσμου στο συγκρότημά μας.
Το 2009 είχατε συμμετάσχει στο Melodifestivalen, με σκοπό να εκπροσωπήσετε τη χώρα σας, τη Σουηδία στον διαγωνισμό τραγουδιού της Eurovision. Δυστυχώς δε προκριθήκατε. Ποια η άποψη σας για το θεσμό της Eurovision; Πιστεύετε ότι υπάρχει θέση για τους “rockers” σε αυτό το διαγωνισμό;
Για να είμαι ειλικρινής, δε παρακολουθώ το διαγωνισμό, παρά τη θέλησή μας να συμμετάσχουμε σε αυτόν. Πιστεύω πάντως ότι σε αυτούς τους διαγωνισμούς πρέπει να μετράει το τραγούδι και όχι ο ερμηνευτής. Ο ερμηνευτής απλά συμπληρώνει το πακέτο, ενώ το τραγούδι είναι η ουσία. Έτσι κατά τη γνώμη μου, πρέπει να υπάρχει θέση για οποιοδήποτε στυλ μουσικής στη Eurovision.
Μάλιστα. Το τραγούδι με το οποίο συμμετείχατε λοιπόν, το “1000 miles” έγινε τεράστια επιτυχία. Θεωρείτε ότι το Melodifestovalen ήταν το εφαλτήριο για μια διεθνή καριέρα;
Ναι, ήταν! Φυσικά και ήταν. Επηρέασε αρκετά τη πορεία μας στη Σουηδία. Όσο για τον υπόλοιπο κόσμο… Είμαστε ακόμη στην αρχή. Θα υπάρξει πολύ ένταση (Η.Ε.Α.Τ) στο μέλλον! (γέλια)

Έχετε σκεφτεί ποτέ να επισκεφτείτε την Ελλάδα; Έχετε λάβει καθόλου θετικά σχόλια απ’ τη χώρα μας;
Η αλήθεια είναι πως έχουμε λάβει κάποια mails από Έλληνες fans και έχουμε δώσει μια - δυο συνεντεύξεις σε Ελληνικά περιοδικά. Θα θέλαμε πάρα πολύ λοιπόν να έρθουμε στην Ελλάδα και να δώσουμε συναυλίες.
Υπέροχα. Θα θέλατε λοιπόν να στείλετε κάποιο μήνυμα στους αναγνώστες μας;
Να νιώθετε πάντα ελεύθεροι να εκφράζεστε μέσω του rock! Α! Και να συνεχίσετε να ονειρεύεστε! Θα έρθουμε σύντομα στην Ελλάδα και θα παίξουμε για ‘σας!
Συνέντευξη στη Φιλίππα Δημητριάδη

Πέμπτη 23 Σεπτεμβρίου 2010

RAGE N' ROX: "Rage n' Rox" (1989)

Αναδημοσίευση από το www.rockway.gr
Όπως πολύ σωστά προανέφερε ο δικός μας Νότης Γκιλλανίδης (βλέπε κριτική επανεκδόσεων LeMans, Stan Meissner) τα τελευταία χρόνια υπάρχουν κάποιες εταιρείες (με κυρίαρχη τη Retrospect Records) που κάνουν αυτό που όλοι ευχόμασταν.
Επανεκδόσεις μικρών και μεγάλων διαμαντιών της melodic hard rock και AOR σκηνής, που τόσο απελπισμένα μερικοί από μας ψάχναμε για χρόνια ή ακόμα και δεκαετίες να βρούμε και ν' απολαύσουμε για άλλη μια φορά, και μάλιστα με αναβαθμισμένo ήχο! Αν και δεν σας κρύβω ότι εφόσον θα είχα να διαλέξω ανάμεσα σε ένα LP με απλά καλό ήχο και σ' ένα CD με τέλειο ήχο θα διάλεγα το πρώτο για ευνόητους λόγους που δεν θα ήθελα ν' αναλύσω εδώ. Ο νοών νοείτω...
Λοιπόν, τι έχουμε εδώ; Μια σχεδόν πανάγνωστη μπάντα από τη βορειοδυτική περιοχή του Ειρηνικού και πιο συγκεκριμένα το Portland του Oregon ονόματι RAGE N' ROX από την οποία ξεχωρίζουν τα υπέροχα φωνητικά της χαρισματικής Tamara Deems και τα εντυπωσιακά κιθαριστικά riffs του συζύγου της Gordy Deems (Hot Stuff, Kracker).
Οι RAGE N' ROX έδρασαν από το 1987 έως το 1992. Ταξίδεψαν στα βορειοδυτικά και έπαιξαν σε διάφορα κλαμπ στην Αλάσκα και τη Χαβάη και επίσης εμφανίστηκαν σε σόου στην τοπική τηλεόραση και σε εφημερίδες. Ηχογράφησαν το 1989 το εν λόγω άλμπουμ στα Falcon studios σε περιορισμένα αντίτυπα.
Μιλάμε για μια απίστευτη συλλογή από original 80's melodic rock, γεμάτη από δυνατές μελωδίες, υπέροχες AOR μπαλάντες και πιασάρικα ρεφρέν στο στυλ των VIXEN, FIONA, TORONTO, HEART! Το γιατί αυτή η μπάντα δεν ξεχώρισε και δεν γνώρισε την επιτυχία που έπρεπε, όταν έπρεπε, είναι κάτι που για μας είναι μυστήριο και μόνο η ίδια γνωρίζει.
Όπως και να 'χει όμως το ζευγάρι Tamara και Gordy Deems δεν κράτησε την αναπνοή του όλα αυτά τα χρόνια περιμένοντας την επιτυχία των RAGE N' ROX. Έχουν δικό τους στούντιο ηχογραφήσεων στο Phoenix της Arizona, το F Factor Music (www.ffactormusic.com ), στο οποίο και ηχογραφήθηκε η πιο πρόσφατη δουλειά της Tamara "Across The Line" που κινείται σε blues rock φόρμες. Επίσης αυτό το διάστημα ψάχνει εκδότη για να εκδώσει μια ποιητική συλλογή που έγραψε μαζί με την ξαδέλφη της Susanna Wolf με το όνομα "The Hearts Alike Collection".
Samples από το cd και το βιβλίο μπορείτε να βρείτε στο http://www.myspace.com/tamratah Για να ξαναγυρίσουμε όμως στο θέμα μας και στους RAGE N' ROX, αν θέλετε τη γνώμη μου, αυτή η επανέκδοση αξίζει πραγματικά την προσοχή σας και την ψήφο σας. Τη δική μου πάντως την έχει σίγουρα!
Line-Up:
Tamara Deems: φωνητικά,
Gordy Deems: κιθάρες, βοηθητικά φωνητικά, μπάσο, πλήκτρα,
Eric Kruegar: μπάσο,
John Field: πλήκτρα,
Greg Oberst: ντραμς
Tracklist:
01 - Drive It In,
02 - Standin' In The Rain,
03 - No More Lies,
04 - Never Wanted,
05 - Surrender,
06 - How Can You Do It,
07 - Break A Heart,
08 - Meet Me In The Morning,
09 - Walking With An Angel,
10 - Long Walk
Σοφία Ρεντούμη

Σάββατο 18 Σεπτεμβρίου 2010

Κυκλοφορεί στα ελληνικά η αυτοβιογραφία του Οzzy

Η αυτοβιογραφία του μεγάλου σταρ της μέταλ σκηνής
κυκλοφορεί και στα ελληνικά!
Μια από τις πλέον ειλικρινείς και θαρραλέες αυτοβιογραφίες ενός θρύλου της ροκ που έγραψε ιστορία όχι μόνο με τη μουσική του, αλλά και με τις υπερβολές του στη σκηνή και εκτός αυτής, το βιβλίο που έμεινε για μήνες στη λίστα των μπεστ-σέλλερ των New York Times, κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Zoobus.
Η εξιστόρηση του Ozzy Οsbourne ξεκινάει από το παρελθόν στις φτωχογειτονιές του Aston, για να καταλήξει μέσα από ένα δύσκολο και μακρύ ταξίδι βουτηγμένο στο αλκοόλ, την κοκαΐνη, τo LSD και κάθε είδους ναρκωτική ουσία, στην τωρινή, πιο ειρηνική φάση της ζωής
του.
Ο Ozzy δεν κρύβει σχεδόν τίποτα: Φυλακή, ναρκωτικά, γάμοι, οικονομικά προβλήματα, ο αποκεφαλισμός των περιστεριών και της νυχτερίδας, το reality show στο MTV, η προσωπική του ζωή, οι επιτυχίες και οι αποτυχίες είναι ειδωμένες με ειλικρίνεια και βιτριολικό χιούμορ. Από την άλλη, η ζωή ενός τόσο μεγάλου σταρ με τόσο μακρά ιστορία, δεν μπορεί παρά να διασταυρώνεται με ζωές άλλων διασήμων που έγραψαν μαζί με τον Ozzy την ιστορία της ροκ.
Το βιβλίο του, που γράφτηκε με τη βοήθεια του Chris Ayres, δεν είναι
μια εγωκεντρική ματιά αποκλειστικά στραμμένη στο πρόσωπο του Osbourne,
αλλά φωτίζει τη ροκ σκηνή στο σύνολό της: Το μεγαλείο της καλλιτεχνικής δημιουργίας, αλλά και τις έριδες και τις ζήλιες, και φυσικά τους κινδύνους που σε μεγάλο βαθμό οφείλονται στο τεράστιο μέγεθος της δημοτικότητας και του κοινού, που καλείται να διαχειριστεί
ο καλλιτέχνης. Εν προκειμένω, ο Ozzy, το παιδί της εργατικής τάξης,
από τις λαϊκές πολυκατοικίες μιας μικρής πόλης της βόρειας Αγγλίας.
Μετάφραση: Νατάσσα Χασιώτη
τιμή: 18 ευρώ

Τρίτη 14 Σεπτεμβρίου 2010

HOUSTON: "Houston"

Αναδημοσίευση από το www.rockway.gr
Πριν μερικούς μήνες είχε κυκλοφορήσει ένα single με τίτλο “Hold On” από μια νέα σουηδική μπάντα επονομαζόμενη Houston, προκαλώντας πραγματικές σεισμικές δονήσεις στην AOR κοινότητα ανά την υφήλιο.
Περιοδικά όπως το Sweden Rock Magazine και το Powerplay δεν δίστασαν να τους χαρακτηρίσουν άμεσα ως ένα από τα πιο ελπιδοφόρα σχήματα που ξεπήδησαν εδώ και χρόνια από τη Σκανδιναβική χώρα, και μεταξύ μας, δεν είναι ούτε λίγα ούτε και αμελητέα ποσότητα τα σχήματα που έχουν ξεπηδήσει από τη χώρα του ήλιου του Μεσονυχτίου.

Πλέον έχουμε στα χέρια μας την πρώτη τους ολοκληρωμένη δουλειά και μπορούμε να έχουμε μια πιο σφαιρική άποψη για τις δυνατότητες τους αλλά και για το τι προσδοκίες μπορούμε να έχουμε από αυτούς για το μέλλον. Οι Houston λοιπόν είναι ένα δημιούργημα των Hampus “Hank” Erix (φωνητικά) και Freddie Allen (ντραμς), την παραγωγή του άλμπουμ έχει αναλάβει ο Ricky Delin (Prisoner), ενώ συμμετέχει μια πλειάδα εξαίρετων μουσικών με πρώτο και καλύτερο τον πανταχού παρών Tommy Denander, τον Tomas Vikström (Candlemass/ Talk Of The Town) τον Mats Olausson (Yngie Malmsteen) κι αρκετούς ακόμα session μουσικούς. Και φτάνουμε τελικά στο προκείμενο, καταφέρνουν εν τέλει οι Houston να δικαιώσουν όλους αυτούς που έσπευσαν να τους αποθεώσουν πριν καν ακούσουν ολοκληρωμένη τη δουλειά τους? Η απάντηση είναι εύκολη, και με το παραπάνω!
Πατώντας το play στο CD player o ακροατής θα βρεθεί να ταξιδεύει πίσω στο χρόνο, στις αρχές της δεκαετίας του ’80 τότε που μεσουρανούσαν γκρουπ όπως οι Survivor, οι Starship, οι Kansas του John Elefante, με τα πλήκτρα, τις φωνητικές αρμονίες και τα “πιασάρικα” ρεφραίν να βρίσκονται σε πρώτο πλάνο! Τραγούδια όπως τα “Pride”, “Truth Slips”, “I’m Alive”, “Give Me Back My Heart” “She’s A Mystery” και φυσικά το περιβόητο “Hold On” σου καρφώνονται στο μυαλό και θες να τα ακούς ξανά και ξανά.
Το “Houston” είναι ένα άλμπουμ που ξεχειλίζει από λυρισμό και συναίσθημα, πρόκειται για ένα μικρό “διαμάντι”, ένα εν δυνάμει “κλασσικό” άλμπουμ κι εύχομαι να τύχει της προβολής και της στήριξης που του αξίζει, διότι κακά τα ψέματα εδώ και 30 χρόνια οι μουσικοί που παίζουν Melodic Rock είναι περίπου οι ίδιοι, το AOR χρειάζεται άμεσα μετάγγιση νέου αίματος και οι Houston δείχνουν πως μπορούν να σηκώσουν αυτό το φορτίο κι ίσως κάποια στιγμή, αν συνεχίσουν έτσι, να γίνουν ακόμα και σημαιοφόροι του!
Τάσος Κορομπίλιας

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...